Στο Δικαστήριο έχει προσφύγει η ιταλική οργάνωση «Υπέρ της ζωής και της οικογένειας» (“Pro Vita & Famiglia”) κατόπιν της λογοκρισίας που υπέστησαν δύο αφίσες της με μηνύματα υπέρ της ζωής του αγέννητου παιδιού και κατά της «ιδεολογίας του φύλου» (gender ideology) στα σχολεία.
Οι εν λόγω υποθέσεις έχουν και ελληνικό ενδιαφέρον υπό την έννοια ότι αντίστοιχα γεγονότα έλαβαν χώρα και στην Αθήνα, όταν στις 13 Ιανουαρίου του 2020 αναρτήθηκαν στους σταθμούς του μετρό αφίσες με μήνυμα υπέρ της ζωής του αγέννητου παιδιού και εντός λίγων ωρών αποσύρθηκαν κατόπιν κυβερνητικής εντολής.
Στον αντίποδα, τον Μάρτιο του 2023 το μετρό της Αθήνας κατακλείστηκε από αφίσες με μηνύματα υπέρ των εκτρώσεων χωρίς ποτέ να τεθεί ζήτημα αφαίρεσης και λογοκρισίας τους.
Το βαθύτερο ζήτημα που υποκρύπτεται πίσω από τις εν λόγω υποθέσεις και στο οποίο θα κληθεί να δώσει απάντηση το Δικαστήριο είναι το πού σταματά η νόμιμη ρύθμιση και πού ξεκινά η λογοκρισία σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι δημόσιες αρχές αποφασίζουν για το ποιες απόψεις για τη ζωή, την εκπαίδευση και το φύλο θα μεταδοθούν στη δημόσια σφαίρα.
Στις αρχές Μαρτίου του 2022, λίγες ημέρες πριν από την παγκόσμια ημέρας της γυναίκας, η ιταλική οργάνωση «Υπέρ της ζωής και της οικογένειας» ανήρτησε αφίσες στη Ρώμη με το σύνθημα: «Εξουσία στις γυναίκες; Αφήστε τες να γεννηθούν».
Οι αφίσες απεικόνιζαν ένα έμβρυο, δεν ανέφεραν ρητά τη λέξη «έκτρωση» και συνέδεαν τα συνθήματα περί ενδυνάμωσης του ρόλου της γυναίκας στο σύγχρονο κόσμο με την προστασία των δικαιωμάτων των αγέννητων κοριτσιών.
Στις 4 Μαρτίου του 2022 η δημοτική αρχή της Ρώμης (Roma Capitale) διέταξε την άμεση αφαίρεση των αφισών με το σκεπτικό ότι προσβάλλεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια των γυναικών και η ελευθερία τους να αποφασίσουν αν σταματήσουν μία κύηση.
Η προσπάθεια της οργάνωσης «Υπέρ της ζωής και της οικογένειας» να ανατρέψει την απόφαση στα διοικητικά δικαστήρια της χώρας απέτυχε καθώς θεωρήθηκε ότι η αφαίρεση των αφισών ήταν μια νόμιμη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της δημοτικής αρχής να ρυθμίσει τον δημόσιο διαφημιστικό χώρο.
Παρεμφερή γεγονότα έλαβαν χώρα και με τη δεύτερη αφίσα, η οποία περιείχε μήνυμα κατά της εισαγωγής στα σχολεία της «ιδεολογίας του φύλου» (gender identity).
Απεικόνιζαν ένα νεαρό αγόρι στο οποίο προσφέρεται μια κορδέλα και ένα κραγιόν μαζί με τη φράση «Μην μπερδεύετε την σεξουαλική ταυτότητα των παιδιών».
Σε αυτή την αφίσα η δημοτική αρχή της Ρώμη αρνήθηκε εξ αρχής να αδειοδοτήσει την ανάρτηση της.
Οι δημοτικές αρχές έκριναν ότι οι αφίσες θα μπορούσαν να στιγματίσουν άτομα με βάση τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου, ιδίως δεδομένης της θέασής τους από ανήλικα παιδιά.
Και σε αυτή την περίπτωση, τα ιταλικά δικαστήρια υιοθέτησαν τη θέση των δημοτικών αρχών της Ρώμης.
Τον Αύγουστο του 2025, το ιταλικό Συμβούλιο της Επικρατείας νομολόγησε ότι το μήνυμα των αφισών ήταν ικανό να προκαλέσει διακρίσεις, παρόλο που δεν περιείχε οποιαδήποτε προσβολή, απειλή ή έκκληση για βία.
Ο νομικός προβληματισμός και για τις δύο αφίσες συμπυκνώνεται στο πως οι αρχές εφαρμόζουν την ουδετερότητα πάνω στην οποία βασίζουν την επιχειρηματολογία τους.
Υποστηρίζουν ότι οι δημοτικές διαφημιστικές πινακίδες δεν είναι πεδία ελευθερίας έκφρασης αλλά μια δημοτική υπηρεσία και ως εκ τούτου το περιεχόμενό τους θα πρέπει να υπόκειται σε έλεγχο προκειμένου να προστατευτεί η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η αρχή κατά των διακρίσεων διασφαλίζοντας την θεσμική ουδετερότητα.
Ενώ από νομικής άποψης η ανωτέρω προσέγγιση φαίνεται ισορροπημένη, στην πράξη αποδείχθηκε ότι εφαρμόζεται μονόπλευρα (όπως συνέβη και στην Ελλάδα).
Για παράδειγμα, στις 5 Μαρτίου του 2025 εν όψει της επετείου για τον νόμο 194 (αποποινικοποίηση της άμβλωσης) μεταδόθηκε στη δημόσια ραδιοτηλεόραση της Ιταλίας (RAI) ένα διαφημιστικό μήνυμα υπέρ των εκτρώσεων με έμφαση στην ελευθερία των γυναικών να έχουν πρόσβαση σε δομές αναπαραγωγικής υγείας.
Ενώ προκλήθηκαν έντονες αντιδράσεις, ο τηλεοπτικός σταθμός και οι διοργανωτές της διαφημιστικής εκστρατείας απέρριψαν κάθε κριτική, υπερασπιζόμενοι το διαφημιστικό μήνυμά ως μια νόμιμη πρωτοβουλία ενημέρωσης του κοινού, σύμφωνη με την αποστολή της δημόσιας υπηρεσίας του ραδιοτηλεοπτικού φορέα.
Σε αυτή την περίπτωση δεν εκφράστηκαν ανησυχίες σχετικά με την αξιοπρέπεια ή την θεσμική ουδετερότητα ούτε τέθηκε ο προβληματισμός της έκθεσης ανηλίκων σε ευαίσθητο περιεχόμενο.
Ο δικηγόρος της οργάνωσης «Υπέρ της ζωής και της οικογένειας» Alessandro Fiore επισημαίνει ότι τα διοικητικά δικαστήρια στην Ιταλία, μέχρι και το Συμβούλιο της Επικρατείας, θεωρούν ότι μηνύματα που ενδέχεται να διαταράξουν ή να προσβάλλουν την ευαισθησία κάποιου δεν μπορούν να δημοσιεύονται.
Και προσθέτει ότι η νομολογία του ΕΔΔΑ ορίζει σαφώς ότι η ελευθερία της έκφρασης πρέπει να προστατεύεται ακόμη και σε σχέση με μηνύματα που ενδέχεται να προσβάλλουν ή να αναστατώσουν κάποιον αναγνωρίζοντας ένα πολύ ευρύ πεδίο στο δικαίωμα.
Πράγματι, το ΕΔΔΑ έχει αποφανθεί ότι η τυχόν προσβολή που μπορεί να προκαλέσει ένα μήνυμα δεν εξισώνεται με βλάβη.
Στην υπόθεση Handyside v. the United Kingdom το Δικαστήριο έκρινε ότι η ελευθερία της έκφρασης προστατεύει και ιδέες που προσβάλλουν, προκαλούν αναστάτωση ή ενοχλούν, επειδή μια τέτοιου είδους προστασία είναι απαραίτητη για τη λειτουργία μιας δημοκρατικής κοινωνίας.
Κατά το Δικαστήριο οι τυχόν περιορισμοί στο δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης πρέπει να είναι αναλογικοί και να ανταποκρίνονται σε μια πραγματική και επείγουσα κοινωνική ανάγκη, και όχι σε μια γενική επιθυμία αποφυγής αντιπαραθέσεων (Sunday Times v. the United Kingdom).
Όμως, ο προβληματισμός δεν περιορίζεται μόνο στο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης (άρθρο 10 της ΕΣΔΑ) αλλά επεκτείνεται και στην ελευθερία σκέψης και συνείδησης, στην θρησκευτική ελευθερία και στο δικαίωμα να εκδηλώνει κανείς δημόσια τις πεποιθήσεις του (άρθρο 9 της ΕΣΔΑ).
Τα μηνύματα στις επίμαχες αφίσες δεν είχαν μόνο πολιτική χροιά αλλά αντανακλούσαν και απόψεις περί ηθικής που εδράζονται στη θρησκευτική πίστη.
Η νομολογία του ΕΔΔΑ επιβεβαιώνει ότι η έκφραση μηνύματος που εκπορεύεται από ηθικές ή θρησκευτικές πεποιθήσεις απολαμβάνει της προστασίας της ΕΣΔΑ ακόμα κι αν είναι το περιεχόμενό του είναι αμφιλεγόμενο.
Στην υπόθεση Annen v. Germany, ο προσφεύγων είχε διαδώσει μέσω ιστοσελίδας αλλά και με φυλλάδια μηνύματα κατά των εκτρώσεων επί τη βάσει ηθικών πεποιθήσεων και κάνοντας ιστορικές αναλογίες με το Ολοκαύτωμα.
Το Δικαστήριο, αν και αναγνώρισε τον έντονα προσβλητικό χαρακτήρα της εκστρατείας, έκρινε ότι η προσβολή από μόνη της δεν αρκούσε για να δικαιολογήσει την καταστολή του μηνύματος, τονίζοντας την απουσία υποκίνησης βίας ή συγκεκριμένης βλάβης.
Αλλά και στην υπόθεση Women on Waves and Others v. Portugal, το Δικαστήριο προστάτευσε την έκφραση μηνύματος που υποστηρίζει την πρόσβαση στην άμβλωση, επιβεβαιώνοντας ότι η δημόσια συζήτηση για βαθιά ηθικά ζητήματα πρέπει να παραμείνει ανοιχτή, ακόμη και όταν οι απόψεις διαφέρουν έντονα.
Μπορεί μια σύγχρονη δυτική και πλουραλιστική δημοκρατία να ακούσει ένα έστω και έμμεσο μήνυμα υπέρ του αγέννητου παιδιού;
Η αρχή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και η θεσμική ουδετερότητα επιβάλλουν τη λογοκρισία κάθε μηνύματος που αποκλίνει από τη γενική τάση;
Δεν είναι σκοπός του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης να εμποδίσει την λογοκρισία μιας διαφορετικής - ακόμα και ενοχλητικής - άποψης;
Το ΕΔΔΑ καλείται να λάβει θέση…












