Δευτέρα 31 Αυγούστου 2020

ΦΕΥΓΕ,ΣΙΩΠΑ,ΗΣΥΧΑΖΕ

 



Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο

Ὁ Ἀββᾶς Ἀρσένιος ὅταν ζοῦσε ἀκόμα μέσα στὸ παλάτι, προσευχόταν στὸν Θεὸ λέγοντας: Κύριε, ὁδήγησέ με πῶς νὰ σωθῶ. 
Καὶ τότε μία φωνὴ τοῦ εἶπε: ''Ἀρσένιε, φύγε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ θὰ σωθῇς''.

Ὅταν δὲ ἀναχώρησε γιὰ νὰ ἀκολουθήσῃ τὸν μοναχικὸ βίο, προσευχήθηκε πάλι τὸ ἴδιο. Καὶ τότε μία φωνὴ πάλι, τοῦ εἶπε:
'' Φεῦγε, σιώπα, ἡσύχαζε. Αὐτὲς εἶναι οἱ ρίζες τῆς ἀναμαρτησίας''.

ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 


.
Με ρωτούν:
          Γιατί πέθανε το παιδί μου;
          Γιατί βρίσκομαι στο κρεβάτι με πόνους;
          Γιατί έχω αποτυχημένο γάμο;
          Γιατί έμεινα χωρίς εργασία;
          Γιατί τόσες συνεχής δοκιμασίες σε μένα;
          Γιατί…Γιατί…Γιατί….
Και βέβαια η σιωπή είναι η απάντησή μου!

Τι να πω; Πώς να ερμηνεύσω τα γεγονότα με τα μέσα που διαθέτω; «Τις έγνω νουν Κυρίου;» Ποιος γνωρίζει το νου του Θεού; Ή μήπως να τολμήσω να γίνω δικηγόρος του;
Το 1982, ως διάκονος, παρευρέθηκα στην κηδεία του Αρχιμ. Κωνσταντίνου Λευκωσιάτη, με το πλούσιο ποιμαντικό και κοινωνικό έργο. Μετά την ταφή καθίσαμε για ένα καφέ στην αίθουσα του Ιδρύματος Άγιος Νεκτάριος, που ίδρυσε ο ίδιος. Η αδελφή του π. Κωνσταντίνου ρώτησε με πόνο και έννοια το Μητροπολίτη Ύδρας Ιερόθεο:
Γιατί, Σεβασμιώτατε, ο Θεός επέτρεψε να φύγει τόσο γρήγορα και να αφήσει το τεράστιο αυτό έργο, που γινόταν “προς δόξαν Θεού;” Ο άγιος Ύδρας, με την άνωθεν σοφία που τον χαρακτήριζε, απάντησε: «Η μεγαλύτερη ταπείνωση είναι να υποτάσσεται ο νους μπροστά στα μυστήρια του Θεού και να μην ρωτά πώς και γιατί;»
Η απάντηση αυτή μού έμεινε στην καρδιά και νομίζω είναι η βάση για «κατανόηση» των μυστηρίων του Θεού. Αφού η λογική του Θεού διαφέρει από αυτή του ανθρώπου, πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε τα ανερμήνευτα και να κατανοήσουμε τον Ακατάληπτο;
Διάβασα κάπου, από τα πολλά που γράφονται, ότι ο π. Παϊσιος ο Αγιορείτης είπε πως μετά το θάνατό μας, όταν θ’ αντικρύσουμε πρόσωπο προς πρόσωπο το Χριστό, θα καταλάβουμε το γιατί και το πώς της ζωής μας και θα μας εξηγηθούν όλα όσα περάσαμε στον κόσμο αυτό. Τότε, με όλη τη δύναμη της ύπαρξής μας, θα του πούμε: «Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, που επέτρεψες αυτά για μένα!».   
Νομίζω ότι μπορεί πιο εύκολα ο άνθρωπος να σηκώσει τον όποιο σταυρό του, αν γνωρίζει γιατί συμβαίνει και ποιο θετικό αποτέλεσμα θα έχει. Όμως, η πίστη – εμπιστοσύνη στο Θεό δεν προϋποθέτει την αποδοχή με υπομονή της δοκιμασίας; Η πίστη ως σχέση δίνει την ασφάλεια της αγάπης του Θεού, που, ως εμπειρική, δεν αμφισβητείται. Γι’ αυτό, όταν γευτούμε την αγάπη Του, πιο εύκολα Τον εμπιστευόμαστε και υπομένουμε.
Στα μυστήρια της ζωής, όπου κρίσιμες υπαρξιακές καταστάσεις μάς συγκλονίζουν συθέμελα και διαλύουν κάθε τι το ψεύτικο και επιφανειακό, χρειάζεται να στεκόμαστε με σιωπή και σεβασμό και πίστη. Είναι η ώρα που ο Θεός μας φωνάζει προσωπικά: «Σ’ αγαπώ και σε θέλω! Ακολούθει μοι! »
Η κλήση είναι κρίση. Ή αρνούμαστε να πορευτούμε την οδόν του Κυρίου με τα συνεχή «γιατί» που εκφράζουν αντίδραση και απιστία ή ακολουθούμε αυτόν «όπου αν υπάγει», με συνοδοιπόρους τους μάρτυρες και οσίους, με εμπιστοσύνη, υπομονή και προσευχή, που μας αποκαλύπτουν τα μυστήρια του Θεού «εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι».
π. Ανδρέας Αγαθοκλέους

ΔΕΝ ΔΙΑΘΕΤΟΥΜΕ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΤΙΓΜΗ

 



«Αν σκεφτόμασταν ότι ο άνθρωπος δίπλα στον οποίο βρισκόμαστε τώρα, που τον έχουμε μπροστά μας και του μιλάμε, μπορεί σε ένα λεπτό να έχει φύγει δια παντός,αν σκεφτόμασταν ότι τα λόγια που μόλις ειπώθηκαν ήσαν και τα τελευταία, ότι η κίνηση που έγινε δεν ήταν αληθινή, ότι το καλό που θα μπορούσα να του είχα κάνει δεν το έκανα και ότι αυτό που κατέστρεψα δεν έπρεπε να το είχα καταστρέψει,τότε τον κάθε άνθρωπο που συναντάμε θα τον αντιμετωπίζαμε με προσοχή, με προσήλωση και με βάθος.Με ένα βάθος που θα έδινε και στη δική μας ζωή βάθος.

Δεν φερόμαστε όμως με αυτό τον τρόπο, γιατί πιστεύουμε ότι θα υπάρχει χρόνος.
Αλλά χρόνος δεν υπάρχει, γιατί η παρούσα στιγμή καθίσταται ανεπίστρεπτο παρελθόν και η επόμενη στιγμή δεν θα έρθει ποτέ προς το μέρος μας.
Δεν διαθέτουμε τίποτε άλλο από την παρούσα στιγμή.
Τον χρόνο ενός πεταρίσματος του ματιού.
Τη στιγμή.Τίποτα άλλο».

Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ

ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΖΩΝΗΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

 



Γιορτάζουμε σήμερα 31 Αυγούστου, ημέρα της Καταθέσεως της Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου. Η ανακομιδή της τίμιας Ζώνης της Θεοτόκου, άλλοι λένε ότι έγινε από το βασιλιά Αρκάδιο και άλλοι από το γιο του Θεοδόσιο τον Β’.
 Η μεταφορά έγινε από την Ιερουσαλήμ στην Κωνσταντινούπολη και την τοποθέτησαν σε μια χρυσή θήκη, που ονομάσθηκε αγία Σωρός. Όταν πέρασαν 410 χρόνια, ο βασιλιάς Λέων ο Σοφός άνοιξε την αγία αυτή Σωρό για τη βασίλισσα σύζυγο του Ζωή, που την διακατείχε πνεύμα ακάθαρτο.
Όταν λοιπόν άνοιξε την αγία Σωρό, βρήκε την τίμια Ζώνη της Θεοτόκου να ακτινοβολεί υπερφυσικά.Και είχε μια χρυσή βούλα, που φανέρωνε το χρόνο και την ήμερα που μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Αφού λοιπόν την προσκύνησαν, ο Πατριάρχης άπλωσε την τιμία Ζώνη επάνω στη βασίλισσα, και αμέσως αυτή ελευθερώθηκε από το δαιμόνιο.
Όποτε όλοι δόξασαν το Σωτήρα Χριστό και ευχαρίστησαν την πανάχραντη Μητέρα Του, η οποία είναι για τους πιστούς φρουρός, φύλαξ, προστάτις, καταφυγή, βοηθός, σκέπη, σε κάθε καιρό και τόπο, ήμερα και νύκτα.
Στη συνέχεια η Αγία Ζώνη τεμαχίστηκε και τεμάχιά της μεταφέρθηκαν σε διάφορους ναούς της Κωνσταντινούπολης. Μετά την άλωση της Πόλης από τούς Σταυροφόρους το 1204 μ.Χ., κάποια τεμάχια αρπάχτηκαν από τους βάρβαρους και απολίτιστους κατακτητές και μεταφέρθηκαν στη Δύση. Ένα μέρος όμως διασώθηκε και παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη και μετά την απελευθέρωση της Πόλης από τον Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο. Φυλασσόταν στον ιερό ναό της Θεοτόκου των Βλαχερνών. Η τελευταία αναφορά για το άγιο λείψανο είναι ενός ανώνυμου Ρώσου προσκυνητή στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ του 1424 και 1453 μ.Χ.
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τούς Τούρκους το 1453 μ.Χ., είναι άγνωστο τι απέγινε το υπόλοιπο μέρος της Αγίας Ζώνης στη συνέχεια. Έτσι το μοναδικό σωζόμενο τμήμα είναι αυτό που φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου· με εξαιρετικά περιπετειώδη τρόπο έφτασε εκεί.
Ο Άγιος Κωνσταντίνος είχε κατασκευάσει έναν χρυσό σταυρό για να τον προστατεύει στις εκστρατείες. Στη μέση του σταυρού είχε τοποθετηθεί τεμάχιο Τιμίου Ξύλου· ο σταυρός έφερε επίσης θήκες με άγια λείψανα Μαρτύρων, και ένα τεμάχιο της Τιμίας Ζώνης. Όλοι οι βυζαντινοί αυτοκράτορες έπαιρναν αυτόν τον σταυρό στις εκστρατείες. Το ίδιο έπραξε και ο αυτοκράτορας Ισαάκιος Β Άγγελος (1185-1195) σε μία εκστρατεία εναντίον του ηγεμόνα των Βουλγάρων Ασάν. Νικήθηκε όμως και μέσα στον πανικό ένας ιερέας τον πέταξε στο ποτάμι για να μην τον βεβηλώσουν οι εχθροί. Μετά από μερικές μέρες όμως οι Βούλγαροι τον βρήκαν· έτσι πέρασε στα χέρια του Ασάν.
Οι Βούλγαροι ηγεμόνες μιμούμενοι τούς Βυζαντινούς αυτοκράτορες έπαιρναν μαζί τους στις εκστρατείες το σταυρό. Σε μία μάχη όμως εναντίον των Σέρβων ο βουλγαρικός στρατός νικήθηκε από τον Σέρβο ηγεμόνα Λάζαρο (1371-1389). Ο Λάζαρος αργότερα δώρισε το σταυρό του Αγίου Κωνσταντίνου στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου μαζί με το τεμάχιο της Τιμίας Ζώνης.
Οι Άγιοι Πατέρες της Ιεράς Μονής διασώζουν και μία παράδοση σύμφωνα με την οποία η Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου αφιερώθηκε στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου από τον αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ Καντακουζηνό (1341-1354), ο οποίος στη συνέχεια παραιτήθηκε από το αξίωμα, εκάρη μοναχός με το όνομα Ιωάσαφ και μόνασε στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου.
Τα θαύματα που πραγματοποίησε και πραγματοποιεί η Τιμία Ζώνη είναι πολλά. Βοηθά ειδικά τις στείρες γυναίκες να αποκτήσουν παιδί. Αν ζητήσουν με ευλάβεια τη βοήθειά της Παναγίας, τούς δίδεται τεμάχιο κορδέλας που έχει ευλογηθεί στην λειψανοθήκη της Αγίας Ζώνης· αν έχουν πίστη, καθίστανται έγκυες.
Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. δ’.
Θεοτόκε αειπάρθενε, των ανθρώπων η σκέπη, Εσθήτα και Zώνην του αχράντου σου σώματος, κραταιάν τη πόλει σου περιβολήν εδωρήσω, τω ασπόρω τόκω σου άφθαρτα διαμείναντα, επί σοι γαρ και φύσις καινοτομείται και χρόνος, διό δυσωπούμέν σε, ειρήνην τη πολιτεία σου δώρησαι, και ταίς ψυχαίς ημών το μέγα έλεος.

Κυριακή 30 Αυγούστου 2020

ΠΟΤΑΜΙΑ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΓΙΟΙ


Όλα τα ποτάμια πάνε στην θάλασσα· και η θάλασσα νερό δεν χορταίνει (Εκκλ. 1,7)!
Τι όμορφα λόγια! Ποτάμια είναι οι άγιοι. Έργο τους και αποστολή τους είναι, με τα έργα τους, με τις αρετές τους, και με τα λόγια τους, να ποτίζουν την διψασμένη γη: τις καρδιές των ανθρώπων, που ζούν σ’ αυτήν εδώ την ζωή στην γη κατά σάρκα.

 Μα όση δραστηριότητα και αν αναπτύσσουν οι άγιοι, και όσες και αν δίνουν συμβουλές, οι άνθρωποι 
θα μένουν διψασμένοι, αν δεν ψάξουν να βρούνε οι ίδιοι τον τρόπο, να ξαναγυρίσουν μόνοι τους, με την καρδιά τους, στην Πηγή εκείνη, από την οποία ξεπηγάζουν τα έργα που κάνουν οι άγιοι.

Και όσο θα το αμελούν, όσο θα αμελούν να ξαναγυρίσουν μέσα τους, στην καρδιά τους, στον έσω 
άνθρωπο και να πιαστούν από την αγάπη του Δημιουργού μας, και να δεθούν με πόθο μαζί Του, το χέρι τους, σε ο,τι κι αν προσπαθούν να κάμουν, θα πέφτει πάντα άψυχο· και ο λόγος τους, όχι απλά δεν
 θα δροσίζει τα χείλη τους, αλλά αντίθετα, όλο και πιο πολύ θα τα στεγνώνει!

Οι άγιοι αγωνίζονταν, όλο και πιο πολύ, να ξαναγυρίζουν μέσα τους, καλλιεργώντας την αγάπη· και 
εκεί στα βάθη της καρδιάς τους εύρισκαν και ρουφούσαν εκείνα, που τώρα, με την δράση τους, με τα έργα τους, και με τα λόγια τους, τα διοχετεύουν στον κόσμο.
 Κάπως έτσι έμαθαν οι άγιοι, να αγαπάνε εκείνα που τώρα τα φέρνουν στο στόμα τους και τα διδάσκουν.

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

 

"ΔΕ ΣΕ ΑΝΤΕΧΟΥΜΕ ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ"

 




Κύριε, εκείνο το παγερό βράδυ δεν βρέθηκε κατάλυμα να σε φιλοξενήσει. Ένας χώρος να στεγάσει την αγάπη σου. Μία γωνιά να ζεστάνει την νεαρή μητέρα σου. Μικρό παιδί μες στην αθωότητα μου, απορούσα, «μα γιατί δεν βρέθηκε κανείς να σε φιλοξενήσει; Βρέφος, μωρό παιδί, μιας ξένης κοπέλας χαμένης μέσα στην νύχτα με την αγωνία στα μάτια». 

Τώρα που μεγάλωσα και η αθωότητα έδωσε την θέση της στην εμπειρία του κακού, έμαθα το «γιατί». Γιατί αυτός ο κόσμος δεν αντέχει Χριστέ μου την ομορφιά της αγνότητας σου. Κόσμος ψεύδους και υποκρισίας, μίσους και αδικίας, δεν έχει χώρο για σένα. Είμαι πλέον βέβαιος, ότι όσες φορές κι αν ξανάρθεις σε αυτή την γη, πάλι σε φάτνη θα γεννηθείς, γιατί δεν σε αντέχουν.

Δεν μπορούν την αγάπη και την ελευθερία σου. 

Τους παιδεύεις Χριστέ μου, τους μπερδεύεις. Αυτοί διψάνε για εξουσία και δύναμη και εσύ έρχεσαι ταπεινός και αδύναμος. Αυτοί διψάνε για απειλές και τιμωρίες και εσύ συγχωρείς και ανέχεσαι. Αυτοί θέλουν «νόμους» και «δικαιοσύνη» και εσύ τους δίνεις αγκαλιές και φιλιά, την κόλαση ποθούν και τους χαρίζεις τον παράδεισο.

Γι αυτό σου λέω, και σήμερα πάλι να ερχόσουν σε σκοτεινό και παγερό δρόμο θα σε πετούσαν. Πρόσφυγα θα σε έκαναν, ζητιάνο και ρακένδυτο, τρελό θα σε ονόμαζαν, ως ασεβή και αιρετικό θα σε καταδίκαζαν, έξω από τις θρησκείες τους θα σε πετούσαν ως επικίνδυνο.

Είναι αλήθεια Χριστέ μου, ότι ποτέ δεν σε κατάλαβαν οι ισχυροί και «δίκαιοι», οι «ικανοί» και επιτυχημένοι, οι καθώς πρέπει και «τέλειοι». Μονάχα εκείνοι οι ταπεινοί και τσαλακωμένοι της ζωής, οι απογοητευμένοι και πονεμένοι, οι αμαρτωλοί, οι πόρνες και τελώνες της ιστορίας, όλοι εκείνοι που ποτέ δεν θεώρησαν ότι αξίζουν την Βασιλεία σου, μονάχα εκείνοι Κύριε, σε αναγνώρισαν και σε δέχθηκαν, γιατί πρώτα είχαν αποδεχθεί την αποτυχία και την αδυναμία τους, το πυκνό σκοτάδι της δικής τους παγερής νύχτας.

Είναι Χριστέ μου που αιώνες τώρα επιμένεις να αγαπάς τους "κολασμένους" που μυρίζουν παράδεισο. Είναι Κύριε που αγαπάς εκείνους που δεν αγάπησε κανείς…


π.λίβυος

ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

 

Μητροπολίτη Μόρφου Νεόφυτου
Η ίδια η Θεία Λειτουργία, από την αρχή αρχή της, διακηρύσσει τί ακριβώς είναι: Είναι η ευλογημένη Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Δηλαδή η ευλογημένη Βασιλεία του Τριαδικού Θεού, τώρα και πάντοτε και εις τους απέραντους αιώνες των αιώνων.
Ο μόνος τρόπος για να ελευθερωθεί ο άνθρωπος από το παρελθόν, είναι να του δοθεί ένα μέλλον. Κι ο μόνος που μπορεί να δώσει μέλλον είναι ο Τριαδικός Θεός, που δίνει το μέλλον της Βασιλείας Του. Είναι το μεγαλύτερο δώρο που παίρνει ο άνθρωπος από τώρα και θα παίρνει πάντα, φτάνει να το θέλει. Είναι δώρο Θεού.

Όταν μας δίνουν δώρα, εμείς απλά ευχαριστούμε. Γι’ αυτό και η Θεία Λειτουργία εκτός από Βασιλεία λέγεται και Θεία Ευχαριστία. Η Βασιλεία του Θεού είναι ένα μελλοντικό γεγονός που πρόκειται να έρθει με τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Όμως μέσα στη Λειτουργία γίνεται το μέγα θαύμα να το γευόμαστε από τώρα, μέσα στα Μυστήρια της Εκκλησίας.
Όμως, τι είναι ακριβώς η Θεία Λειτουργία, πώς γίνεται; Για να γίνει η Λειτουργία συνάζονται κατ’ αρχήν οι πιστοί σ’ έναν τόπο, στο ναό του Θεού, στην Εκκλησία. Έτσι από άτομα γίνονται Σύναξη, Ενότητα Πιστών. Ομολογούν δημόσια την ορθόδοξη πίστη τους με το Σύμβολο της Πίστεως, αφού προηγουμένως συγχωρούν ο ένας τον άλλο, με το «αγαπήσωμεν αλλήλους ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν…».
Αλληλοσυγχωρούνται γιατί δεν μπορείς να κοινωνάς χωρίς να έχεις συγχωρέσει και χωρίς να έχεις την ίδια πίστη με τους ορθόδοξους αγίους. Και τότε καλούμε, μέσω του ιερέα και των ψαλτών, το Άγιο Πνεύμα να μεταβάλει τον άρτον και τον οίνον που εμείς προσφέραμε, σε Σώμα και Αίμα Χριστού του Θεού.
Ακολούθως η Θεία Κοινωνία θα μεταδοθεί σε όλους εμάς για να γαληνέψει η ψυχή μας, να συγχωρηθούν οι αμαρτίες μας, να λάβουμε τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος, να πάρουμε θέση στη Βασιλεία των Ουρανών που έρχεται και για να έχουμε το θάρρος να παρουσιαστούμε μπροστά στον Θεό χωρίς να κατακριθούμε. Ακόμα, προσφέρουμε τα τίμια δώρα για όλους εκείνους τους κεκοιμημένους μας που έφυγαν απ’ αυτή τη ζωή, εξαιρέτως δε για την Παναγία μας Θεοτόκο Μαρία και όλους τους Αγίους.
Όμως στη Θεία Λειτουργία δεν φέρνει κανείς μόνο τον εαυτό του. Θυμάται και ονόματα, ονόματα προσώπων που είτε είναι ζωντανοί είτε έχουν φύγει απ’ αυτή τη ζωή. Η Θεία Λειτουργία μας δίνει τη δυνατότητα της μνημόνευσης ονομάτων, τόσο κεκοιμημένων όσο και ζωντανών.
Όταν ακούγεται το «εξαιρέτως της Παναγίας Αχράντου υπερευλογημένης ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου», τότε οι ιερείς και ο λαός, μνημονεύουμε τα ονόματα που έφερε ο καθένας μέσα στην ψυχή του. Με αυτό τον τρόπο καταγράφουμε αυτά τα ονόματα στην αιώνια μνήμη του αιώνιου Θεού. Όλα αυτά τα ονόματα, θα τα θυμηθεί στη Δευτέρα Του Παρουσία. Έτσι βοηθάμε και πολλούς που έφυγαν από αυτή τη ζωή, για να έχουν αιώνια ζωή μετά τη Δευτέρα Παρουσία.
Στη συνέχεια γίνεται η μετάδοση του Σώματος και του Αίματος του Χριστού στους πιστούς. Επειδή μερικές φορές δημιουργούνται απορίες γύρω από αυτό το θέμα, θα ήθελα να τονίσω για ακόμα μια φορά την πραγματικότητα. Όταν κοινωνούμε, λαμβάνουμε το ίδιο το Σώμα και Αίμα του Χριστού κι όχι σύμβολα αυτών.
Στη Λειτουργία δεν υπάρχει τίποτα το συμβολικό, δεν πρόκειται για μια αναπαράσταση των Παθών και της Αναστάσεως του Χριστού. Η Λειτουργία δεν είναι θείο θέατρο, αλλά πραγματικότητα. Ο Χριστός είναι παρών υποστατικά, δηλαδή με όλη την υπόστασή του και θυσιάζεται πραγματικά δηλαδή σωματικά.
Και όταν λαμβάνουμε τη Κοινωνία, τρώμε το αληθινό Του Σώμα και πίνουμε το αληθινό του Αίμα. Όταν δε τρώμε και πίνουμε από το Άγιο Ποτήριο, γινόμαστε «σύσσωμοι» του Χριστού, δηλαδή ενωνόμαστε πραγματικά και όχι συμβολικά με το Σώμα και το Αίμα Του, δηλαδή αποκτούμε κι εμείς αιώνια ζωή και έτσι νικούμε το θάνατό μας, μεταλαμβάνοντας Αναστάσιμο Σώμα και Αίμα Χριστού.
Κατά μία παλαιά και ευλογημένη συνήθεια, που συνεχίζεται και σήμερα στον τόπο μας, ο λαός μας δεν λέει «πάμε στη Θεία Λειτουργία», αλλά «πάμε στην Εκκλησιά». Ασυνείδητα λοιπόν ο λαός μας ταυτίζει τη Θεία Λειτουργία με την Εκκλησία, κι αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια που ανακεφαλαιώνει όλα αυτά που είπαμε πιο πάνω. Στη Θεία Λειτουργία φανερώνεται η Εκκλησία. Πηγαίνοντας δε στην Εκκλησία και μετέχοντας στη Θεία Ευχαριστία, γινόμαστε Σώμα και Αίμα Χριστού, και αφού όλοι όσοι συναζόμαστε εκεί κοινωνούμε του ιδίου Σώματος και Αίματος, γινόμαστε όλοι αδέλφια.
Για να ελευθερωθούμε από τις πολλές μας μέριμνες και αγωνίες, πρέπει να δώσουμε χρόνο και χώρο στον Θεό που πάντοτε μάς περιμένει όλους. Και αυτός ο χώρος και ο χρόνος, είναι η Θεία Λειτουργία.

OI AΓΙΟΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ,ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

 



Τη μνήμη των Αγίων Αλεξάνδρου, Ιωάννου και Παύλου, των Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως, τιμά σήμερα, 30 Αυγούστου, η Εκκλησία μας.
 Άγιος Αλέξανδρος Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης: Ήταν, όπως λέγουν, «ἀποστολικοῖς χαρίσμασι λαμπρυνόμενος». Σαν πρεσβύτερος ακόμα, διακρινόταν για τη μεγάλη του ευσέβεια, την αρετή και την αγαθότητα του. Στην Α’ Οικουμενική σύνοδο, που έγινε στη Νίκαια της Βιθυνίας, ο τότε Πατριάρχης τον εξέλεξε αντιπρόσωπο του.
Και όταν στη Σύνοδο αυτή καταδικάστηκε ο Άρειος, ο Αλέξανδρος, αν και γέροντας 70 χρονών, δέχθηκε να περιοδεύσει στη Θράκη, Μακεδονία, Θεσσαλία και στην υπόλοιπη Ελλάδα, για να διδάξει και να γνωστοποιήσει τα ορθά δόγματα των αποφάσεων της Συνόδου της Νικαίας. Αλλά ενώ βρισκόταν στην περιοδεία αυτή, ο πατριάρχης Μητροφάνης απεβίωσε.
Όρισε όμως διάδοχο του τον Αλέξανδρο, διότι, παρά το γήρας του, είχε τα κατάλληλα εφόδια για τη διακυβέρνηση της αρχιεπισκοπής της πρωτεύουσας. Πράγματι, σαν Πατριάρχης ο Αλέξανδρος ανταποκρίθηκε σωστά στις δύσκολες περιστάσεις των καιρών. Τότε ο Άρειος είχε εξαπατήσει το βασιλιά Κωνσταντίνο ότι δήθεν πιστεύει ορθά. Και ο βασιλιάς διέταξε τον Αλέξανδρο να αφήσει τον Άρειο να μετέχει της Θείας Κοινωνίας. Ο Αλέξανδρος, λυπημένος, προσευχήθηκε στο Θεό και ζήτησε τη βοήθεια Του. Η δέηση του Ιεράρχη εισακούσθηκε. Και το πρωί που ο Άρειος με πομπή θα πήγαινε στην εκκλησία, βρέθηκε το σώμα του σχισμένο και σκωληκόβρωτο! Ο Άγιος Αλέξανδρος απεβίωσε ειρηνικά το 337 μ.Χ.
Άγιος Ιωάννης Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης
Πρόκειται μάλλον για τον Ιωάννη τον ονομαζόμενο Ξιφιλίνο, που διαδέχτηκε τον Πατριάρχη Κωνσταντίνο τον Γ’. Γεννήθηκε το 1006 μ.Χ. στην Τραπεζούντα και διακρίθηκε για τη μεγάλη του παιδεία και τα μεγάλα πολιτικά αξιώματα που είχε καταλάβει. Κατόπιν όμως αποσύρθηκε σε κάποια μονή της Βιθυνίας, όπου μόνασε 10 χρόνια. Από κει προσκλήθηκε για να καταλάβει τον πατριαρχικό θρόνο. Χειροτονήθηκε ιερέας, και μετά μια εβδομάδα – την 1η Ιανουαρίου 1064 μ.Χ. – επίσκοπος.
Ο Ιωάννης λειτουργούσε και κήρυττε κάθε μέρα στους ναούς της πρωτεύουσας, επισκεύασε τις εικόνες της Αγίας Σοφίας, και μοίραζε δωρεάν ψωμί και σιτάρι στους φτωχούς. Πέθανε το 1075 μ.Χ., και να πως τον περιγράφει ένας από τους συγχρόνους του: «ανεφάνη ανήρ πρώτον μεν καθαρώτατος και αγνότατος και προ παντός ρύπου σωματικού καθάπαξ απεχόμενος. Έπειτα δε τα εις καταφρόνησιν χρημάτων και ακτημοσύνην τελείαν και την προς τους πένητας φιλανθρωπίαν και μετάδοσιν κατ᾿ ουδέν ελάττων του περιβόητου εκείνου Ελεήμονος, και ταίς άλλοις δε αρεταίς πάσαις συλλήβδην ειπείν αφθόνως κοσμούμενος, αλλά και τω λόγω πολύς, και παιδεύσεως πάσης μετειληχώς και νομομαθείς εξαίρετος».
Άγιος Παύλος ο νέος, Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης
Για τον Πατριάρχη Παύλο δεν έχουμε σαφείς και συγκεκριμένες πληροφορίες. Μερικοί νομίζουν ότι πρόκειται για τον Παύλο τον Γ’. Αυτός πατριάρχευσε το 687 – 693 μ.Χ. Προήδρευσε της Πανθέκτης λεγομένης Συνόδου. Άλλοι νομίζουν, ότι πρόκειται για τον Πατριάρχη Παύλο τον Δ’. Αυτός καταγόταν από την Κύπρο και έλαμψε, κατά τον Θεοφάνη, στα λόγια και στα έργα.
Ανέβηκε στον θρόνο το 780 μ.Χ. παραιτήθηκε δε στα τέλη Αυγούστου του 784 μ.Χ. και αποσύρθηκε στη Μονή Φλώρου, όπου έζησε σαν απλός μοναχός μόνο δύο ή τρεις μήνες από την παραίτηση του. Ανήκε στους ζηλωτές της Ορθοδοξίας και διακρίθηκε για της ελεημοσύνες του. (Προ του 12ου αιώνα μ.Χ., η μνήμη του εορταζόταν στις 2 Σεπτεμβρίου).
Απολυτίκιο:
Ήχος γ´. Την ωραιότητα.
Μύσται ουράνιοι αποδεικνύμενοι, θείοι εκφάντορες τω κόσμω ώφθητε, την Εκκλησίαν του Χριστού, ποιμάναντες θεαρέστως, ιερέ Αλέξανδρε, της Τριάδος ο πρόμαχος, Ιωάννη ένδοξε, ο της χάριτος τρόφιμος, και Παύλε Ιερέων ακρότης, όθεν υμάς ανευφημούμεν.

Σάββατο 29 Αυγούστου 2020

Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΝΕΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ

 image_1

Στο σημερινό ευαγγελικο ανάγνωσμα επικεντρώνουμε για μία ακόμη φορά την προσοχή μας στην ιδιότυπη επικοινωνία ενός πλούσιου νέου εκείνης της εποχής με τον Χριστό. Οι Ευαγγελιστές μας, από όλα τα θαύματα και όλες τις διδασκαλίες του Χριστού που έκανε όσο ήταν κοντά μας με ανθρώπινη μορφή, επέλεξαν να αναφερθούν και να καυτηριάσουν τον πλούτο. Άραγε ποιος ο λόγος που κάθε φορά στην θρησκευτική πραγματικότητα ο πλούτος φαίνεται να παρουσιάζεται ως μία ασθενούσα κατάσταση που οδηγεί μακρυά από την παρουσία του Θεού;

Καταρχήν θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ποιος είναι αυτός ο πλούσιος νέος που προσεγγίζει τον Θεό. Δεν είναι αρκετό να επαναλάβουμε τα λόγια του Ευαγγελίου στην προσπάθεια μας να τον αναγνωρίσουμε. Είναι απαραίτητο να δούμε πίσω από τα λόγια αυτά και την σημασία τους στην σημερινή μας πραγματικότητα. Είναι άραγε αμαρτία να είναι κάποιος πλούσιος; Σίγουρα όχι, θα ισχυριζόταν ένας λογικός άνθρωπος, εφόσον τα αποκτηθέντα είναι προϊόν νόμιμης εργασίας. Αλλά αυτό που παρατηρούμε είναι ότι ο Κύριος δεν κάνει αυτό τον διαχωρισμό. Δεν μιλάει για το πως έγινε κάποιος πλούσιος. Αναφέρεται γενικά στον πλούτο. Και αυτό διότι ο τελευταίος συμβολίζει την διάσπαση και την πολλαπλότητα που αποπροσανατολίζει από τον Ένα.

Αυτό που βιώνει η σημερινή μας κοινωνία σε υπερθετικό βαθμό είναι η λατρεία της κτίσης σε όλες τις εκφάνσεις της και όχι του Κτίσαντος. Ο άνθρωπος εκ φύσεως είναι ον λατρείας.  Και μάλιστα λατρείας αυτού του κόσμου, με μία όμως διαφορετική έννοια: ενός κόσμου που καθρεπτίζει στην ολότητα του την Θεοφάνεια, την ύπαρξη και τις ενέργειες του Θεού’ την δύναμη Του και την πρόνοια Του για το πλάσμα Του. Είναι με λίγα λόγια ο κόσμος η αποκάλυψη του Ενός, σήμερα, τώρα, σε όλες τις πτυχές της καθημερινότητας μας. Αυτή η λατρεία λοιπόν θα έπρεπε στην φυσιολογική της μορφή να αποτελεί και την κινητήριο δύναμη του ανθρώπου, αφού μόνο μέσω αυτής μπορεί να επιτευχθεί η επικοινωνία (κοινωνία) με τον Δημιουργό.

Ας δούμε όμως τι συμβαίνει, μέσα από το πρίσμα του Ευαγγελίου. Ο πλούσιος νέος προσεγγίζει τον Χριστό ρωτώντας τι πρέπει να κάνει για να κερδίσει την βασιλεία των Ουρανών. Αυτό και μόνο μας φανερώνει ότι ο νεός αυτός δέχεται την ύπαρξη του Θεού. Δεν είναι άθεος αφού επιζητά την βασιλεία Του. Πιθανόν να δέχεται ότι Αυτός (ο Θεός) είναι και το αίτιο της ύπαρξης όλων. Πιθανόν ακόμα να “βλέπει” και τις ενέργειες του Θεού μέσα στον κόσμο, ως δείγμα της πρόνοιας Του και της αγάπης Του για τα δημιουργήματα Του. Αυτό όμως που αρνείται πεισματικά να δει είναι τον ίδιο τον Θεό μέσα στον κόσμο και διά του κόσμου. Αρνείται την δημιουργία μίας αληθινής σχέσης μαζί Του αφού η ψυχή του αδυνατεί να συγκεντρωθεί και να εστιάσει στον Ένα. Είναι πολλαπλά διασπασμένη στα πολλά, στα υλικά και στα πνευματικά που απαρτίζουν την καθημερινότητα του. Έχασε την δύναμη να εστιάζει την προσοχή του εκεί που πραγματικά ωφελείτε και όταν ο Χριστός του δείχνει τον τρόπο λέγοντας του:

  «Αν θέλεις να είσαι τέλειος, πήγαινε, πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα στους φτωχούς, και θα έχεις θησαυρό στους ουρανούς, και έλα ακολούθα με».

Νοιώθει να πνίγεται, νοιώθει να γκρεμίζει ο κόσμος που έχει ο ίδιος κατασκευάσει και λατρέψει, και που σίγουρα δεν είναι ο κόσμος που φανερώνει τον Δημιουργό.

Άραγε μας θυμίζει τίποτα αυτό; Μήπως δεν είναι αυτό που όλοι μας, σε διαφορετικό βαθμό βιώνουμε σήμερα; Φτιάξαμε τον μικρόκοσμο μας και τον λατρέψαμε. Και όποιος διανοηθεί να τον αλλάξει ή να τον μεταβάλλει γίνεται ο χειρότερος εχθρός μας. Μα ο Χριστός γι’ αυτό ήρθε στον κόσμο: για να αλλάξει, να μεταβάλλει, να μεταμορφώσει, να μορφοποιήσει όπως Αυτός θέλει.

Ας κάνουμε επιτέλους πράξη τα λόγια του Ευαγγελίου “καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα”, κάνοντας την υπέρβαση. Ο Θεός αυτό ζητάει από εμάς: να γίνουμε επαναστάτες, να βγούμε έξω από το “κουτί” μας και να παραδοθούμε στην Χάρη Του.

Καλή και ευλογημένη εβδομάδα

π. Ιωάννης Ψωμάς

OYK ΕΚΟΠΙΑΣΑ ΕΓΩ ΑΛΛ' Η ΧΑΡΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ Η ΣΥΝ ΕΜΟΙ

 


῾’Χάριτι δέ Θεοῦ εἰμί  ὅ εἰμί. Καί ἡ χάρις αὐτοῦ ἡ εἰς ἐμέ ού κενή ἐγενήθη, ἀλλά περισσότερον αὐτῶν πάντων ἐκοπίασα, ούκ ἐγώ δέ, ἀλλ᾽ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σύν ἐμοί” (Α᾽ Κορ. 15, 10)
“Με τη χάρη του Θεού έγινα αυτό που έγινα. Κι αυτή η χάρη προς εμένα δεν υπήρξε άκαρπη: εργάστηκα περισσότερο απ᾽ όλους τους αποστόλους, όχι βέβαια εγώ, αλλά η χάρη του Θεού που με συνοδεύει”.

Ο Απόστολος Παύλος υπενθυμίζει σε μας τους χριστιανούς μία πολύ μεγάλη αλήθεια: ότι κανένα έργο, κανένας κόπος στην ζωή μας την πνευματική δεν μπορεί να ευοδωθεί, εάν δεν υπάρχει η χάρις του Θεού να μας συνοδεύει. Ο Παύλος διαλύει την ψευδαίσθηση της εγωκεντρικής παντοδυναμίας που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο στις πτυχές της ζωής του, ιδίως της πνευματικής. Ο άνθρωπος συγχέει την θρησκευτικότητα με την πνευματικότητα. Θεωρεί ότι επειδή τα έργα της θρησκείας είναι συγκεκριμένα και τα αποτελέσματά τους απτά, όπως η νηστεία, η προσευχή, η ελεημοσύνη, ο εκκλησιασμός, η διδασκαλία του Ευαγγελίου, είναι εύκολο νσ εκπαιδευθεί και να προοδεύσει σ᾽ αυτά, με αποτέλεσμα να αισθάνεται αυτάρκης. Η θρησκευτικότητα βολεύει. Γεννά και στηρίζεται σε σχήματα, κυρίως ηθικά, που καθιστούν τον θρησκευτικό άνθρωπο βέβαιο για την πορεία του. Η αλήθεια όμως είναι ότι η θρησκευτικότητα είναι μέσο, αλλά όχι η αυθεντική οδός της πνευματικότητας.
Όλες οι θρησκείες έχουν κάποιες εντολές. Έχουν ένα κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο κα´νει τους ακολούθους τους να έχουν τις βεβαιότητές τους. Όταν μάλιστα αυτές οι βεβαιότητες συνδέονται και με την μεταθανάτια πραγματικότητα, ως ανταμοιβή ή ως τιμωρία, τότε η θρησκεία γεννά εύκολα συναισθήματα παντοδυναμίας. Η πνευματικότητα όμως είναι αυτή που περιγράφει και ζει ο απόστολος Παύλος, οι άλλοι απόστολοι, οι άγιοι, η Εκκλησία στους αιώνες. Είναι ή “συν εμοί και συν παντί ανθρώπω” χάρις του Θεού. 
Προφανώς και η χάρις δεν αρνείται τα έργα της θρησκευτικότητας. Ο Χριστός ήρθε για να δώσει την τελειότητα, δηλαδή την αγιότητα, την σωτηρία και την ανάσταση στους ανθρώπους, αλλά γνώριζε τις ανθρώπινες αδυναμίες, τους φόβους, την ανάγκη μας να έχουμε απτά σημάδια ότι θέλουμε να Τον ακολουθήσουμε. Όμως ο Χριστός δεν έπαυε να δείχνει την οδό της συνάντησης μαζί Του. Δεν απομόνωνε τα έργα της ηθικής και της θρησκευτικότητας από την δική Του παρουσία στην ζωή του κόσμου. Όλα αυτά δεν θα μπορούσε ο άνθρωπος να τα πραγματοποιήσει αν ο Χριστός δεν ήταν μαζί Του. Κι αφήνει κάποτε σε ανθρώπους εγωκεντρικούς, σε ανθρώπους που θεοποιούν τον εαυτό τους, ακόμη κι αν μιλούν στον όνομά Του, να πέσουν, διότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να λάβουν την ευκαιρία να μετανοήσουν, δηλαδη να αποδεχθούν ότι τα πάντα στην ζωή είναι ο Χριστός και η σχέση μαζί Του.
Η χάρις του Θεού είναι η πνευματική δύναμη που δίνει ο Θεός στον άνθρωπο να συναντά και να ομολογεί τον Χριστό! Να μοιράζεται με τους άλλους όχι το εγώ, τα κατορθώματά του, τις ιδέες του, αλλά την δίψα του για τον Χριστό, για την αλήθεια του Χριστού, για την πίστη, για την ελπίδα, για την αγάπη. Η χάρις δεν εξηγείται με λόγια, ούτε διά της λογικής. Δίδεται ως δωρεά δυνάμεως, λόγου που καλεί σε σταυρό, μετάνοια και ανάσταση, βίωμα αφήματος της ύπαρξης στην πρόνοια του Θεού, μαρτυρίας που κάνει τον άνθρωπο να εργάζεται πνευματικά εν ταπεινώσει, να ρωτά, να εμπιστεύεται, να κοινωνεί την αλήθεια που ζει με τους συνανθρώπους του, κυρίως όμως να αφήνει τον Χριστό να έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο.
Η χάρις θέλει μετάνοια και άσκηση. Όπου θέλει πνει βεβαίως το Πνεύμα του Θεού. Ο άνθρωπος όμως που δεν αναζητά τον Χριστό, που δεν βλέπει πίσω από λόγους, έργα, συναντήσεις, δοκιμασίες, συνανθρώπους, ζωή, θάνατο το θέλημα του Θεού, αλλά προσπαθεί να ρυθμίσει τα πάντα με γνώμονα τον εαυτό του λειτουργεί στην προοπτική της θρησκευτικότητας, του οπαδισμού, ούτε σώζει ούτε σώζεται.
Η χάρις είναι υπομονετική. Αφήνει τον άνθρωπο να προχωρήσει. Του δίνει ευκαιρίες. Τον βοηθά να καλλιεργηθεί. Κάποτε τον δοξάζει. Το πρόβλημα είναι αν ο άνθρωπος λειτουργεί θρησκευτικά ή πνευματικά. Είναι αν νιώθει ότι μέτρο του είναι ο Χριστός. Κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με αυτούς που είναι απόστολοι ή ακολουθούν την οδό των αποστόλων. Έχει να κάνει με τον καθένα χριστιανό, διότι δεν είναι η ατομική αυτάρκεια και επανάπαυση στα έργα της θρησκείας η κλήση μας, αλλά η σχέση με τον Χριστό, η συνάντηση με τον πλησίον ως εικόνα Θεού, η αγάπη. Αυτός ο δρόμος θέλει μετάνοια και άσκηση, ώστε να μην διώξουμε την χάρη, αλλά να μείνει συν ημίν! Θέλει να πιστεύουμε ότι τελικά η χάρις είναι αυτή που εργάζεται κι εμείς είμαστε τα δοχεία της, για να σωθούμε και να βοηθήσουμε κι άλλους να σωθούν! Αυτή είναι η οδός της Εκκλησίας!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 30/08/20-ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΘ' 16-26

Kyriaki Ib Mathaiou


Πρωτότυπο Κείμενο

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, νεανίσκος τις προσῆλθε τὸ ᾿Ιησοῦ, γονυπετῶν αὐτῷ, καὶ λέγων· Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθὸν ποιήσω ἵνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον; Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· Τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς, εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός. Εἰ δὲ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωήν, τήρησον τὰς ἐντολάς. Λέγει αὐτῷ· Ποίας; Ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπε· Τὸ· Οὐ φονεύσεις· Οὐ μοιχεύσεις· Οὐ κλέψεις· Οὐ ψευδομαρτυρήσεις· Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα· καὶ· Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. Λέγει αὐτῷ ὁ νεανίσκος· Πάντα ταῦτα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου· τί ἔτι ὑστερῶ;  Ἔφη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε, πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα, καὶ δὸς πτωχοῖς· καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ· καὶ δεῦρο, ἀκολούθει μοι. Ἀκούσας δὲ ὁ νεανίσκος τὸν λόγον, ἀπῆλθε λυπούμενος· ἦν γὰρ ἔχων κτήματα πολλά. ῾Ο δὲ ῾Ιησοῦς εἶπε τοῖς Μαθηταῖς αὐτοῦ· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι πλούσιος δυσκόλως εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν, εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ῥαφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν. Ἀκούσαντες δὲ οἱ Μαθηταὶ αὐτοῦ, ἐξεπλήσσοντο σφόδρα, λέγοντες· Τίς ἄρα δύναται σωθῆναι; Ἐμβλέψας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Παρὰ ἀνθρώποις τοῦτο ἀδύνατόν ἐστι, παρὰ δὲ Θεῷ πάντα δυνατά ἐστι.

 Νεοελληνική Απόδοση 

Εκείνο τον καιρό, κάποιος πλησίασε τον Ιησού και του είπε: «Αγαθέ Διδάσκαλε, τι καλό να κάνω για ν’ αποκτήσω αιώνια ζωή;» Κι αυτός του είπε: «Γιατί με ονομάζεις αγαθό; Κανένας δεν είναι αγαθός, παρά μόνο ένας ο Θεός. Αν θέλεις πάντως να μπεις στη ζωή, τήρησε τις εντολές». Του λέει: «Ποιές;» Κι ο Ιησούς είπε: «Το μη σκοτώσεις, μη μοιχεύσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα και τη μητέρα σου και αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου». Του λέει ο νεαρός: « Όλα αυτά τα τηρώ από πολύ μικρός∙ σε τι υστερώ ακόμα»; Του είπε ο Ιησούς: «Αν θέλεις να γίνεις τέλειος, πήγαινε πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα χρήματα στους φτωχούς, και θα έχεις θησαυρό κοντά στο Θεό, κι έλα να με ακολουθήσεις». Μόλις άκουσε την απάντηση ο νεαρός, έφυγε λυπημένος, γιατί είχε μεγάλη περιουσία.

Κι ο Ιησούς είπε στους μαθητές του: «Σας βεβαιώνω πως δύσκολα θα μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού. Και σας το επαναλαμβάνω: Είναι ευκολότερο να περάσει καμήλα από βελονότρυπα, παρά να μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού».Όταν το άκουσαν οι μαθητές του, ένιωσαν μεγάλη κατάπληξη κι έλεγαν: «Τότε ποιος μπορεί να σωθεί;» Ο Ιησούς τους κοίταξε και είπε: « Αυτό είναι αδύνατο για τους ανθρώπους∙ για το Θεό όμως όλα είναι δυνατά».

 Ηλιάνας Κάουρα, θεολόγου

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 30/08/20-ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ ΙΕ' 1-11

 

Απόστολος Παύλος
Αρχιμ. Αυγουστίνου Κκαρά

Πρωτότυπο Κείμενο

Ἀδελφοί, γνωρίζω ὑμῖν τὸ εὐαγγέλιον ὃ εὐηγγελισάμην ὑμῖν, ὃ καὶ παρελάβετε, ἐν ᾧ καὶ ἑστήκατε, δι᾿ οὗ καὶ σῴζεσθε, τίνι λόγῳ εὐηγγελισάμην ὑμῖν εἰ κατέχετε, ἐκτὸς εἰ μὴ εἰκῇ ἐπιστεύσατε. Παρέδωκα γὰρ ὑμῖν ἐν πρώτοις ὃ καὶ παρέλαβον, ὅτι Χριστὸς ἀπέθανεν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν κατὰ τὰς γραφάς, καὶ ὅτι ἐτάφη, καὶ ὅτι ἐγήγερται τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ κατὰ τὰς γραφάς, καὶ ὅτι ὤφθη Κηφᾷ, εἶτα τοῖς δώδεκα· ἔπειτα ὤφθη ἐπάνω πεντακοσίοις ἀδελφοῖς ἐφάπαξ, ἐξ ὧν οἱ πλείους μένουσιν ἕως ἄρτι, τινὲς δὲ καὶ ἐκοιμήθησαν· ἔπειτα ὤφθη ᾿Ιακώβῳ, εἶτα τοῖς ἀποστόλοις πᾶσιν· ἔσχατον δὲ πάντων ὡσπερεὶ τῷ ἐκτρώματι ὤφθη κἀμοί. Ἐγὼ γάρ εἰμι ὁ ἐλάχιστος τῶν ἀποστόλων, ὃς οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς καλεῖσθαι ἀπόστολος, διότι ἐδίωξα τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ· χάριτι δὲ Θεοῦ εἰμι ὅ εἰμι· καὶ ἡ χάρις αὐτοῦ ἡ εἰς ἐμὲ οὐ κενὴ ἐγενήθη, ἀλλὰ περισσότερον αὐτῶν πάντων ἐκοπίασα, οὐκ ἐγὼ δέ, ἀλλ᾿ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σὺν ἐμοί. Εἴτε οὖν ἐγὼ εἴτε ἐκεῖνοι, οὕτω κηρύσσομεν καὶ οὕτως ἐπιστεύσατε.

Νεοελληνική Απόδοση

Αδελφοί, σας θυμίζω το χαρμόσυνο μήνυμα που σας έφερα με το κήρυγμά μου. Αυτό το μήνυμα το δεχτήκατε, σ΄ αυτό παραμείνατε σταθεροί, μ΄ αυτό και σώζεστε, αν βέβαια μένετε προσκολλημένοι σ΄ αυτό, όπως ακριβώς σας το κήρυξα, εκτός εάν μάταια πιστέψατε. Σας παρέδωσα τη διδασκαλία που είχα κι εγώ παραλάβει και που έχει πρωταρχική σημασία: ότι δηλαδή ο Χριστός πέθανε, σύμφωνα με τις Γραφές, για τις αμαρτίες μας, ότι ενταφιάστηκε και ότι, σύμφωνα με τις Γραφές αναστήθηκε την τρίτη ημέρα και ότι εμφανίστηκε στον Κηφά, έπειτα στους Δώδεκα. Έπειτα εμφανίστηκε σε περισσότερους από πεντακόσιους αδελφούς συγχρόνως, από τους οποίους μερικοί πέθαναν, οι περισσότεροι όμως είναι ακόμα στη ζωή. Έπειτα εμφανίστηκε στον Ιάκωβο, έπειτα σε όλους τους αποστόλους. Τελευταία από όλους, εμφανίστηκε και σ΄ εμένα σαν σε έκτρωμα. Γιατί εγώ πραγματικά είμαι ο τελευταίος ανάμεσα σε όλους τους αποστόλους, εγώ δεν είμαι άξιος ούτε να ονομάζομαι απόστολος, γιατί καταδίωξα την εκκλησία του Θεού. Με τη χάρη όμως του Θεού έγινα αυτό που έγινα, κι αυτή η χάρη προς εμένα δεν υπήρξε άκαρπη: εργάστηκα περισσότερο απ΄ όλους τους αποστόλους, όχι βέβαια εγώ, αλλά η χάρη του Θεού που με συνοδεύει. Είτε εγώ, λοιπόν, είτε εκείνοι, αυτά κηρύττουμε και αυτά πιστέψατε.

 Αρχιμ. Αυγουστίνου Καρά

ΣΗΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

 


Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, κείμενο που λέει "安 Η Αποτομή της Τιμίας Κεφαλής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου"

Σήμερα είναι μια μικρή Μεγάλη Παρασκευή,μια δεύτερη Μεγάλη Παρασκευή.
Γιατί σήμερα ο μεγαλύτερος άνδρας μεταξύ εκείνων που γεννήθηκε από γυναίκα, Ιωάννης,ο Πρόδρομος και Βαπτιστής του Κυρίου, θανατώνεται.
Την Μεγάλη Παρασκευή, οι άνθρωποι θανατώνουν τον Θεό, σταυρώνουν τον Θεό.
Στη σημερινή αγία μεγάλη γιορτή, οι άνθρωποι θανατώνουν τον μέγιστο όλων των ανθρώπων. Δεν είμαι εγώ που επέλεξε να χρησιμοποιήσει
την έκφραση «τον μείζονα.»
 Τι είναι ο επαίνος μου για τον μεγάλο και ένδοξο Πρόδρομο του Κυρίου, τον οποίο ο Κύριος επαίνεσε περισσότερο από οποιονδήποτε μεταξύ των ανθρώπων, περισσότερο από όλους,από τους Αποστόλους, τους Αγγέλους, τους Προφήτες, τους δικαίους, τους Σοφούς;
 Από τον Κύριο ειπώθηκε γι ‘αυτόν:«ουκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικών μείζων Ιωάννου του Βαπτιστού …» (Ματθ. 11,11).
Σε όλη τη Δημιουργία, δεν υπάρχει κανένας μεγαλύτερος έπαινος.
 Αυτός είναι ο λόγος που σήμερα είναι μια μικρή Μεγάλη Παρασκευή.
Σκεφτείτε: οι παράλογοι άνθρωποι σκοτώνουν τον μεγαλύτερο των δικαίων….
Σκεφτείτε: τι κάνουν οι αντίπαλοι του Χριστού, ακόμη και σήμερα εξακολουθούν να φωνάζουν. “Σταυρώστε Τον, σταύρωσον Αυτόν; !”
 Άγιος Ιουστίνος (Πόποβιτς)

Ο ΘΕΟΣ ΘΕΛΕΙ ΤΟ ΚΑΛΟ ΜΑΣ



Εάν ζεις όπως θέλει ο Θεός αυτό δεν σημαίνει ότι όλα θα σου πάνε καλά. Και το βέβαιο είναι ότι ο άνθρωπος ο οποίος ζει όπως θέλει ο Θεός δεν περιμένει να του πάνε όλα καλά, αλλά είναι έτοιμος να υπομείνει τα πάντα έως τέλος για την αγάπη του Χριστού· γιατί συνειδητοποιεί ότι «πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα, όσα ουχ υπάρχει μετα θάνατον».
Εμείς, από την άλλη μεριά, λέμε ότι είμαστε του Θεού αλλά θέλουμε όλα τα του κόσμου. Γι’αυτά προσευχόμαστε, γι’αυτά αγωνιούμε….δυστυχώς.
Είναι λάθος λοιπόν να υποστηρίζουμε ότι εάν έχεις πίστη, ταπείνωση, ασκητικό φρόνημα όλα θα σου πάνε καλά. Αντιθέτως θα λέγαμε. Τότε είναι που ο πειρασμός θα έρθει. Το βλέπουμε στα συναξάρια των Αγίων μας. Ποιοι Άγιοι δεν είχαν πειρασμούς;
Σχεδόν όλοι τους ζήσανε στην αφάνεια, παρεξηγημένοι από τους περισσότερους, κατατρεγμένοι, συκοφαντημένοι…

Ο Θεός θέλει το καλό μας. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Το ερώτημα είναι: ποιο είναι το καλό μας; Μπορεί το καλό μας να είναι η φτώχεια, η ασθένεια, ακόμα και ο θάνατος.
Ο κόσμος βεβαίως θεωρεί τα παραπάνω ως κατάρα διότι έχει αναγάγει τα αισθητά και φθαρτά σε μείζονα αγαθά.
Ο χριστιανός όμως, ο οποίος πιστεύει βαθιά στον Θεό και όχι επιφανειακά, δηλαδή εμπιστεύεται τον Θεό· ό,τι κι αν έρθει στην ζωή του το δέχεται ταπεινά. Το δέχεται ως ευκαιρία πνευματικής προόδου και αγιασμού, η μόνη του έννοια είναι η σχέση του με τον Χριστό και όχι η απώλεια κάθε λογής κοσμικών αγαθών.
Είναι δύσκολο να πεις στην δοκιμασία «να’ ναι ευλογημένο». Είναι δύσκολο να προσεύχεσαι στον Θεό να σου δώσει δύναμη να αγκαλιάσεις τον σταυρό σου και όχι να απαλλαγείς από αυτόν. Είναι δύσκολο να πεις: «Θεέ μου σώσε με, ότι κι αν μου στοιχίσει».
Χρειάζεται τόλμη ώστε να αρνηθούμε το θεοποιημένο βόλεμά μας, την κοσμικότητά μας, τα πάθη μας την κοσμικότητά μας. Εάν πιστεύω στο Θεό της Ορθοδόξου Εκκλησίας σημαίνει ότι πιστεύω στην μετα θάνατον ζωή, άρα δεν εμμένω στα πράγματα αυτού του κόσμου, άρα δεν επιμένω να ζητώ δικαίωση σ’αυτήν την ζωή, άρα δεν αγωνίζομαι μόνο για να γευτώ σε μέγιστο βαθμό τις απολαύσεις αυτής της ζωής. Σίγουρα ο χριστιανός καλείται να ζήσει αυτή τη ζωή χωρίς μιζέρια και κατήφεια, αλλά με χαρά και αρχοντιά. Δυστυχώς θεωρούμε ότι για να χαρείς αυτή την ζωή προϋποθέτει να ζεις μέσα στην αμαρτία. Αυτό όμως είναι λάθος και δεν ισχύει. Μπορεί κάποιος να χαίρεται αυτή την ζωή μαζί όμως με τον Χριστό. Και τελικά αυτός ουσιαστικά χαίρεται αυτή την ζωή, αυτός που την ζει, που την μοιράζεται μαζί με τον Χριστό. Η ζωή της αμαρτίας προσφέρει χαρά που έρχεται και φεύγει σαν πυροτέχνημα δημιουργώντας στον άνθρωπο μια ψευδαίσθηση ευτυχίας που συνήθως την ακολουθεί οδύνη.
Η χριστιανική ζωή λοιπόν είναι ένας τρόπος ζωής που δεν αρνείται τις χαρές αυτής της ζωής αλλά αντιθέτως με διάκριστη τις τοποθετεί σωστά μέσα στην καθημερινότητα και τις εξαγιάζει χωρίς να τις διαστρέφει κάνοντάς τες αυτοσκοπό της ζωής.
Η ζωή με τον Χριστό δεν είναι μια ζωή εύκολη. Μπορεί να έρθουν πειρασμοί και δοκιμασίες, μεγάλες θλίψεις και αδικίες που θα πληγώσουν την καρδιά του πιστού. Οι χριστιανοί δεν είναι –να μου επιτραπεί να πω- “χαζοχαρούμενοι”, δηλαδή ό,τι κι αν έρθει στην ζωή τους αυτοί χαίρονται λες και είναι αναίσθητοι. Βλέπουμε ακόμα και τους Αγίους μας να στεναχωριούνται, να θλίβονται. Πολλές φορές παρεξηγούμε και μπερδεύουμε τους όρους “αναίσθητος” και “απαθής”. Μια σύντομη εξήγηση των δύο όρων είναι η εξής: Αναίσθητος είναι αυτός που δεν τον αγγίζει τίποτα συναισθηματικά, ενώ απαθής είναι αυτός που ζει χωρίς εμπάθεια, χωρίς πάθη.
Ο χριστιανός λοιπόν μπορεί να στεναχωρεθεί από κάτι που έγινε, να κλάψει με κάποιον που έχασε διότι δεν είναι αναίσθητος. Αυτό δεν είναι αμαρτία. Αλοίμονο εάν είναι αμαρτία η συμπόνοια και τα αισθήματα θλίψης που κινούνται μέσα στην καρδιά μας λόγο κάποιας απώλειας ενός αγαπημένου μας προσώπου ή κάποιου απρόσμενου περιστατικού καταστροφής. Όμως ο χριστιανός δεν μένει στην θλίψη αλλά κάνει την θλίψη προσευχή, μοιράζεται τον πόνο του με το πλήρωμα της Εκκλησίας, δεν απελπίζεται αλλά καταθέτει την ελπίδα του στον Θεό. Μια ελπίδα που πηγή δεν έχει απλά την προσμονή για μια επίγεια αποκατάσταση αλλά την προσμονή της αιωνιότητας.
Η πίστη μας στον Θεό αδελφοί μου σημαίνει πρωτίστως εμπιστοσύνη στις προθέσεις του Θεού ο οποίος ποθεί την αιώνια σωτηρία μας. Εάν δεν το καταλάβουμε αυτό (και δεν το αποδεχτούμε) τότε πάντα θα δημιουργούνται μέσα μας εύκολα όλα εκείνα τα ερωτήματα των “γιατί Θεέ μου”; που πηγάζουν από την λάθος προσέγγισή μας προς τον Θεό και την άπιστη πίστη μας ή μάλλον την πίστη μας σε έναν Θεό που καλείται να επεμβαίνει και να μας λυτρώνει από κάθε θεωρούμενο κακό (καταπατώντας την ελευθερία μας) και από την άλλη να μας αφήνει ήσυχους (σεβόμενος την ελευθερία μας) όταν εμείς αποφασίζουμε να Τον ξεχάσουμε όταν όλα μας πάνε καλά και ποθούμε μια ζωή μέσα στην εγωπάθεια, την φιλαυτία και την ικανοποίηση των παθών μας.
Τελικά το ερώτημα δεν είναι τί θέλει ο Θεός από εμάς, αλλά τί θέλουμε εμείς από τον Θεό, ποιον Θεό θέλουμε και πιστεύουμε; Μην ρίχνουμε ευθύνες στον Θεό για την ζωή μας. Ο Θεός δεν είναι για να Τον κάνουμε κουμάντο! Ο Θεός δεν μας χρωστά τίποτα! Διαβάστε τα συναξάρια των Αγίων, των Οσίων, των Μαρτύρων! Οι Μάρτυρες τελικά δεν σφαγιάστηκαν; Πού ήταν τότε ο Θεός στους διωγμούς, γιατί επέτρεπε οι χριστιανοί να θανατώνονται, να βασανίζονται και να διώκονται τόσο σκληρά και απάνθρωπα; Δεν ήταν μαζί τους; Ναι, εκεί ήταν μαζί τους. Σφαγιάστηκαν οι χριστιανοί και στεφανώθηκαν αιωνίως. Πολλοί Άγιοι βασανίζονταν για ημέρες από τους δημίους τους και ο Θεός σιωπούσε. Σιωπούσε για τον κόσμο, όχι όμως μέσα στις καρδιές των Αγίων. Ο Θεός φαινόταν απών από τα μαρτύριά τους (αν και σε κάποιες περιπτώσεις γινόταν μεγάλα θαυμαστά περιστατικά) τώρα όμως οι Άγιοι με τις πρεσβείες τους επιτελούν θαύματα, εμφανίζονται και θαυματουργούν ενεργώντας πέρα από την ανθρώπινη λογική, πέρα από την φθαρτότητα και τον θάνατο. Το φαινομενικό «άδικο» που επέτρεψε ο Θεός να συμβεί στην ζωή των Αγίων τους κατέστησε αιωνίως Δεδικαιωμένους και Ζωντανούς.
Ο Θεός μας όντως ενεργεί παράξενα. Είναι ο Θεός μας παράξενος! Παράξενος για όλους αυτούς που θεωρούν ότι αυτή η ζωή είναι η αρχή και το τέλος. Είναι παράξενος ο Θεός που σταυρώνεται και δεν σταυρώνει τους εχθρούς Του. Είναι παράξενος ο Θεός που αγαπά χωρίς κρατούμενα και σώζει αιωνίως το πλάσμα Του όχι γιατί είναι υποχρεωμένος αλλά γιατί το θέλει.
Είναι παράξενος ο Θεός μας…ευτυχώς.
αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

 

ΑΠΟΤΟΜΗ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ

 


         Ὄντως λαμπρὰ καὶ θεϊκῆς χαρμοσύνης πλήρης ἡ σημερινὴ σύναξη, ποὺ μᾶς συγκέντρωσε ὅλους ἐμᾶς, ἀγαπητοὶ Χριστιανοί, γιὰ νὰ γιορτάσουμε σήμερα τὸ πνευματικὸ πανηγύρι. Καὶ δίκαια χαρακτηρίζεται λαμπρά, ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ ἐπώνυμο τοῦ ἁγίου, τοῦ ὁποίου τελοῦμε τὴν μνήμη, μιὰ καὶ εἶναι καὶ θεωρεῖται «λύχνος φωτός». Χωρὶς ἀμφιβολία δὲν πρόκειται γιὰ λύχνο, ποὺ περιαυγάζει τοὺς σωματικούς μας ὀφθαλμοὺς μὲ γήϊνη ἀκτινοβολία. Γιατὶ αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ λάμψη θὰ ἦταν παροδική, μὲ συνεχεῖς διακοπὲς ἀπὸ κάθε ἐμπόδιο, ποὺ θὰ παρεμβαλλόταν σὰν σκιά. Ἀντίθετα, πρόκειται γιὰ φῶς, ποὺ καταυγάζει μὲ τὴν ἀκτινοβολία τῆς θείας Χάριτος τὶς καρδιὲς ὅλων ἐκείνων, ποὺ ἀνέκαθεν ἔχουν συναχθεῖ στὴν ἑορτή, γιὰ φῶς, ποὺ ἀνυψώνει τὸν νοῦ στὴ θεωρία τῆς ἀθλήσεως τοῦ δικαίου. Κι ἔτσι, καθὼς μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας θὰ ἀτενίζουμε τὸ μακάριο τοῦτο πάθος, θὰ δημιουργοῦμε παράλληλα καὶ τὴν προϋπόθεση τῆς προσωπικῆς μας εὐφροσύνης. Γιατὶ τὸ αἷμα ὁποιουδήποτε ἄλλου, ποὺ ἀπὸ ξίφος ἔρρευσε κάτω στὴ γῆ, οὔτε θὰ μποροῦσε νὰ τέρψει τὴν ἀνθρώπινη ὅραση οὔτε ἡ διήγηση τοῦ γεγονότος νὰ καλύψει μὲ σεβασμὸ τὴν μνήμη τοῦ νεκροῦ. Γιατί, πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ἑλκύσει τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ἀπὸ τὴν φύση του ἀγαπᾶ τὴ ζωή, μιὰ αἱματοχυσία ποῦ ὁδηγεῖ στὸ θάνατο; Μᾶλλον τὸ ἀντίθετο θὰ τὸν ὁδηγοῦσε μὲ τὴν ἀπέχθεια ζωγραφισμένη στὸ πρόσωπό του σὲ συναισθήματα συμπαθείας καὶ ἐλέους γιὰ τὸ πάθημα, ἐκτὸς βέβαια ἐὰν κανεὶς βρίσκεται σὲ κατάσταση ἀλλοφροσύνης ἢ ἀποκτηνώσεως, μὴ μπορώντας νὰ ἀντιδράσει λογικὰ σὲ αὐτὰ ποὺ βλέπει, ὅπως κάνουν τὰ ἄγρια θηρία. Ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς πετεινούς, ποὺ ἐνῷ ἄλλοι σφάζονται, αὐτοὶ χαίρονται, λαλοῦν, πηδοῦν δεξιὰ - ἀριστερά, μένοντας μόνο σὲ αὐτὸ ποὺ βλέπουν καὶ χωρὶς νὰ συλλογίζονται, ὅτι θὰ ἔλθει καὶ ἡ δική τους ἡ σειρὰ νὰ πάθουν τὸ ἴδιο. Τὸ αἷμα, ὅμως, τοῦ δικαίου τὸ βλέπει κανεὶς καὶ τέρπεται, ἀκούει γι᾿ αὐτὸ καὶ τοῦ μεταφέρονται χαροποιὰ ἀγγέλματα, ἀξίζει νὰ τὸ ψαύει μὲ τὰ χείλη προσκυνηματικά. Γιατὶ ἡ προσφορὰ αὐτοῦ τοῦ αἵματος χαρίζει τὴν μετοχὴ στὴν ἀθάνατη καὶ ἀληθινὴ ζωή. Καὶ πιστεύω, ὅτι ὄχι μόνο ἡ σταγόνα τοῦ αἵματος, ἀλλὰ καὶ ὀ,τιδήποτε δικό του, εἴτε λείψανο εἴτε μία τρίχα εἴτε κάτι ἀπ᾿ ὅσα φοροῦσε ἢ ἄγγιζε, εἶναι περιζήτητο καὶ πολύτιμο σ᾿ αὐτὸν ποὺ ἔχει βάλει σκοπό του νὰ ζεῖ μὲ εὐσέβεια. Γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει κάτι τέτοιο στὸ σπίτι του ἣ στὴν ἐκκλησία, δηλαδὴ ὁλόκληρο λείψανο ἢ ἕνα μέρος ἢ κάτι ἀπειροελάχιστο, τὸ θεωρεῖ καύχημά του, σὰν νὰ κατέχει κάποιο θησαυρό, ποὺ τοῦ χαρίζει ἁγιασμὸ καὶ τοῦ ἐξασφαλίζει τὴν σωτηρία. Καὶ προσέρχεται μὲ εὐλάβεια στὴ λειψανοθήκη μὲ τὴν ἱερὴ σκόνη καὶ ἀσπάζεται μὲ ἅγιο φόβο τὰ ἄψαυστα ἅγια λείψανα.


Τίμιο τὸ αἷμα τῶν προφητῶν

Τέτοιο, κατὰ τὴ γνώμη μου, ἦταν καὶ τὸ αἷμα τοῦ δικαίου Ἄβελ, ἂν καὶ γιὰ τοὺς γονεῖς στάθηκε τότε αἰτία ἀσυνήθιστου καὶ γοεροῦ θρήνου. Καὶ πῶς θὰ μποροῦσαν, ἐνῷ μέχρι τότε δὲν εἶχαν ἐμπειρία τοῦ νεκροῦ, νὰ μὴν χάσουν τὰ λογικὰ τοὺς γιὰ τὴ σφαγὴ τοῦ υἱοῦ τους, νὰ μὴν θρηνήσουν καὶ νὰ μὴν ξεσπάσουν σὲ γοερὲς κραυγές, καθὼς ξαφνικὰ τὸν βλέπουν νὰ κείτεται κατὰ γῆς αἱμόφυρτος καὶ πεσμένος νεκρὸς ἀπὸ τὸ φονικὸ χέρι τοῦ ἀδελφοῦ; Τέτοιο στάθηκε γιὰ μᾶς καὶ τὸ ἅγιο αἷμα τοῦ προφήτου Ἀμώς, ποὺ θανάτωσε μὲ ξίφος ὁ βασιλιὰς Ἀμασίας, ἀφοῦ συνέχεια τὸν βασάνιζε ἀνελέητα. Παραδίδει σὲ θάνατο τὸν δίκαιο, καθὼς τὸν πλήγωσε μὲ ρόπαλο στὸν κρόταφο, μιὰ κι ὁ ἴδιος πληγωνόταν μὲ τὰ προφητικὰ βέλη. Τὸ ἴδιο καὶ τὸ ἅγιο αἷμα τοῦ προφήτου Μιχαίου, ποὺ τὸν σκότωσε γκρεμίζοντας τὸν ὁ Ἰωράμ, ὁ γυιὸς τοῦ Ἀχαάβ, ἐπειδὴ δίδασκε μὲ εἰλικρίνεια καὶ θάρρος τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ τὸν ἔλεγχε, καθὼς μαρτυρεῖ ἡ Ἁγία Γραφή, γιὰ τὴν ἀσεβῆ συμπεριφορὰ τῶν προγόνων του. Τέτοιο ἦταν καὶ τὸ ἅγιο αἷμα τοῦ προφήτου Ἡσαΐου. Τὸν χώρισε σὲ δυὸ μέρη μὲ πριόνι ὁ Μανασσῆς, ποὺ εἶχε παρασύρει στὴν εἰδωλολατρεία τὸν μανιώδη στὰ πάθη καὶ ἐπιπόλαιο στὴν πίστη Ἰσραηλιτικὸ λαό, ἐπειδὴ δὲν ἄντεχε νὰ ἀκούει τὶς προφητικὲς ἀποκαλύψεις. Τὸ ἴδιο ἅγιο στάθηκε καὶ τὸ αἷμα τοῦ γενναίου Ἐλεάζαρ, ποὺ μαρτύρησε μὲ τὰ ἑπτὰ παιδιὰ καὶ τὴν θεοσεβῆ μητέρα τους· αἷμα, ποὺ σκόρπισε ἀσύστολα ὁ Ἀντίοχος μέσα ἀπὸ πολλὰ βασανιστήρια, μὴ ὑποφέροντας τὴν σθεναρὴ ἀντίσταση τῶν ἀκαταμάχητων γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Καὶ τοὺς σφράγισε ὁ θάνατος μέσα στὴν τέλεια πίστη τους. Τέτοιο στάθηκε γιὰ μᾶς καὶ τὸ ἅγιο αἷμα τοῦ προφήτου Ζαχαρίου. Χύθηκε μπροστὰ στὸ θυσιαστήριο ἀπὸ τὸ ἀφηνιασμένο καὶ ὠμότατο μαχαίρι τῶν Ἰουδαίων, ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀκοῦνε τὰ προφητικὰ λόγια. Καὶ τί χρειάζεται νὰ ἀναφέρω περισσότερα παραδείγματα ἀπὸ τὸ νὰ μιλήσω συνοπτικὰ γιὰ τὸ ἅγιο αἷμα τῶν ἀποστόλων, τῶν προφητῶν καὶ τῶν μαρτύρων, αἷμα ποὺ πολλοὶ ἀλιτήριοι ἔκαναν νὰ ξεχυθεῖ ποικιλοτρόπως, σὰν νερὸ ἄφθονο ποὺ περικυκλώνει τὴ γῆ καὶ σβήνει τὴν ἀσέβεια;


Τὸ αἷμα ποὺ βοᾶ

Τέτοιο, λοιπόν, ἦταν καὶ τὸ ἅγιο αἷμα τοῦ Βαπτιστοῦ καὶ Προδρόμου τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὸ ὁποῖο πρόκειται νὰ μιλήσουμε. Αὐτὸ χύθηκε σὰν πολυτελὲς μύρο ἀπὸ τὸν ἱερὸ τράχηλο καὶ εὐωδιάζει τὴν οἰκουμένη. Αἷμα, ποὺ σύναξε ὄχι ἡ γαστριμαργία οὔτε ἡ οἰνοποσία οὔτε ἡ τροφὴ κρεάτων ἢ κάποιου ἄλλου ἐδέσματος, ἀπὸ ὅσα συνηθίζουν νὰ λιπαίνουν καὶ νὰ ἱκανοποιοῦν τὶς ὀρέξεις, ἀλλὰ αἷμα, ποὺ σιγὰ - σιγά, ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἴδια τὰ σπάργανα μέχρι τὸ τέλος, αὔξησε ἡ χάρη τῆς ἐγκρατείας. Γιατί, ὅπως λέει ὁ Κύριος, «ᾖλθε ὁ Ἰωάννης, ποὺ οὔτε ἔτρωγε, οὔτε ἔπινε». Αἷμα, ποὺ κενώθηκε, πρὶν ἀπὸ τὸ πανάγιο Αἷμα τοῦ Δεσποτικοῦ καὶ ἀθανάτου ποτηρίου. Γιατὶ ἔπρεπε ὁ πρόδρομός του φωτός, ὅπως ἀνέτειλε μὲ τὴ γέννησή του ἀπὸ στεῖρα μητέρα καταυγάζοντας αὐτοὺς ποὺ ζοῦσαν πάνω στὴ γῆ, ἔτσι νὰ λάμψει καὶ στοὺς νεκροὺς περνώντας μέσα ἀπὸ τὸ θάνατο ὡς φωτόμορφος κήρυκας. Αἷμα, ποὺ μὲ πολὺ περισσότερη παρρησία βοᾶ πρὸς τὸν Κύριο ἀπ᾿ ὅ,τι τὸ αἷμα τῆς σφαγῆς τοῦ Ἄβελ. Καὶ γίνεται τοῦ φόνου ἡ ἐκτέλεση ἀναβόηση μυστικῆς φωνῆς, ποὺ δὲν προέρχεται ἀπὸ φωνητικὰ ὄργανα, ἀλλὰ ποὺ γίνεται ἀντιληπτὴ μὲ τὴ δύναμη τῆς ἴδιας της πράξεως. Αἷμα σεβασμιώτερο ἀπὸ αὐτὸ τῶν πατριαρχῶν, πολυτιμότερο τῶν προφητῶν καὶ ὁσιώτερο τῶν δικαίων. Ἀκόμη καὶ τῶν ἀποστόλων διαπρεπέστερο καὶ τῶν μαρτύρων ἐνδοξότερο, καθὼς μαρτυρεῖ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ Λόγου. Αἷμα χαριέστατο, ποὺ καλλωπίζει τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πιὸ ὄμορφο ἀπὸ κάθε ποικολόχρωμο καὶ σπάνιο ἀνθοστολισμό, αἷμα, ποὺ κενώθηκε κατὰ τὸ τέλος τοῦ παλαιοῦ νόμου ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης καὶ ἄνθος, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ προοίμιο τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ.


Δίκαιος ἔλεγχος

Ἀλλὰ ἂς συνθέσουμε τὸν λόγο ἀπὸ τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια γιὰ τὸ πῶς κενώθηκε αὐτὸ τὸ αἷμα, ἀπὸ ποιὸν καὶ γιὰ ποιὰ αἰτία. « Ὁ Ἡρῴδης, λοιπόν, λέει τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο, ἀφοῦ συνέλαβε τὸν Ἰωάννη, τὸν ἔδεσε καὶ τὸν ἔρριξε στὴ φυλακή, ἐξ αἰτίας τῆς Ἡρῳδιάδας, τῆς γυναίκας τοῦ ἀδελφοῦ του Φιλίππου. Γιατὶ τοῦ ἔλεγε ὁ Ἰωάννης: Δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ συζεῖς μὲ αὐτήν. Καὶ ἐνῷ ἤθελε νὰ τὸν θανατώσει, φοβήθηκε τὸν λαό, γιατὶ ὅλοι τὸν θεωροῦσαν προφήτη». Κατ᾿ ἀρχὰς ἂς προσπαθήσουμε νὰ ἐξακριβώσουμε, ποιὸς ἦταν αὐτὸς ὁ Ἡρῴδης, ἐπειδὴ ἡ συνωνυμία προξενεῖ ἀσάφεια γιὰ τὸ συγκεκριμένο πρόσωπο. Φανερὸ εἶναι, πὼς πρόκειται γιὰ τὸν τετράρχη. Γιατὶ ὁ πατέρας του ὁ Ἡρῴδης, ὁ φονέας τῶν νηπίων, εἶχε πεθάνει ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια. Καὶ γιὰ ποιὸν λόγο τὸν ἤλεγχε ὁ Ἰωάννης; Γιατὶ ἔχοντας ἀπομακρύνει τὴ νόμιμη γυναῖκα του ὁ Ἡρῴδης, δηλαδὴ τὴν κόρη τοῦ βασιλιὰ Ἀρέτα, συνῆψε παράνομο δεσμὸ μὲ τὴν Ἡρῳδιάδα, τὴ γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ του Φιλίππου. Γιατὶ εἶχε τὴ δυνατότητα, σύμφωνα μὲ τὸν μωσαϊκὸ νόμο, ἂν ἐκείνη ἦταν ἄτεκνη, νὰ τὴν νυμφευθεῖ, γιὰ νὰ ἀναστηθεῖ ἀπόγονος στὸν ἀδελφό του. Παντελῶς, ὅμως, ἀπαγορευόταν, ἐφ᾿ ὅσον εἶχε μία κόρη, τὴν συνωνόματη Ἡρῳδιάδα (τὴν Σαλώμη), τὸ γέννημα τῆς ὀχιᾶς, τὸ διαβολικὸ ὄργανο τοῦ δικοῦ της ἀφανισμοῦ. Εὔλογος, λοιπόν,ὁ ἔλεγχος τοῦ Ἰωάννου. Καὶ ἔλεγχος ὄχι ὑβριστικός, ἀλλὰ συμβουλευτικός, χωρὶς νὰ δημιουργεῖ τραύματα, ἀλλὰ ἀπεναντίας, νὰ θεραπεύει πληγές. Γιατί, τί λέει; «Δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ τὴν ἔχεις». Τὸν ἐπαναφέρει στὴν τάξη τῆς θείας νομοθεσίας, μιλώντας κάπως ἔτσι: «Δὲς καὶ πληροφορήσου μὲ ἀκρίβεια, γιὰ τὸ τί σου παραγγέλλει ὁ μωσαϊκὸς νόμος. « Ἐὰν μένουν μαζὶ δυὸ ἀδελφοὶ καὶ πεθάνει ὁ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς χωρὶς νὰ ἔχει ἀφήσει ἀπογόνους, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ χήρα του νὰ παντρευθεῖ ξένον ἄνδρα. Θὰ τὴν νυμφευθεῖ ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἄνδρα της καὶ θὰ τὴν λάβει ὡς νόμιμη σύζυγο καὶ τὸ παιδὶ ποὺ θὰ γεννηθεῖ θὰ λάβει τὸ ὄνομα τοῦ νεκροῦ καὶ ἔτσι δὲν θὰ σβήσει τὸ ὀνομά του ἀπὸ τὸ Ἰσραήλ». Αὐτὰ σοῦ παραγγέλλει ὁ νόμος. Ἐσύ, ἀντίθετα, συζεῖς μὲ τὴν γυναῖκα, ποὺ ἔχει ἤδη παιδὶ ἀπὸ τὸν ἀδελφό σου. Μή, λοιπόν, παραβεῖς τὸν κανόνα τοῦ νομοθέτου. Κι οὔτε μὲ ἀνόσιο αἷμα νὰ μολύνεις τὴν βασιλικὴ πορφύρα. Κι οὔτε ἐσύ, ποὺ ὀφείλεις νὰ ἀποτελεῖς γιὰ τοὺς ἄλλους τὸ ὑπόδειγμα τῆς ὑποταγῆς στοὺς νόμους, ἐμφανισθεῖς ὡς αἴτιος παρανομίας στοὺς ὑπηκόους σου. Κι ἂν πέσεις σὲ αὐτὸ τὸ παράπτωμα, δίκαια θὰ κριθεῖς, «γιατὶ ἡ τιμωρία, γιὰ ὅσους βρίσκονται στὴν ἐξουσία, εἶναι ἄμεση».


Ὁ αἰχμάλωτος τῶν παθῶν φυλακίζει τὸν ἐλεύθερο

Αὐτός, ὅμως, κατέχοντας τὴν ἐξουσία καὶ λησμονώντας ὅτι ὑπάρχει Θεός, ἐξεμάνη, ἄναψε ἀπὸ θυμὸ καὶ ἀπέσεισε ἀπὸ πάνω του τὸν ἔλεγχο. Δὲν μιμήθηκε τὸν Δαυΐδ, ποὺ ὅταν τὸν ἤλεγξε ὁ προφήτης Νάθαν ἐπὶ μοιχείη, ἐβόησε: «Ἁμάρτησα στὸν Κύριο». Καὶ ὁ Κύριος γιὰ τὴν ταπείνωσή του αὐτή, τοῦ συγχώρησε τὸ ἁμάρτημα. Ἀντίθετα, ὅπως λέει ἡ Ἁγία Γραφή, ἀφοῦ συνέλαβε τὸν Ἰωάννη, τὸν ἔδεσε καὶ τὸν φυλάκισε. Αὐτὸν ποὺ μὲ τὸν ἀσκητικό του βίο ζοῦσε τὴν ὕψιστη ἐλευθερία, τὸν δέσμευσε ὁ αἰχμάλωτος στὸ πάθος τῆς ἀσελγείας. Ἔδεσε τὸν ἀπελευθερωμένο ἀπὸ κάθε ἐμπαθῆ σχέση ὁ ἤδη δεσμευμένος στὴ γοητεία τῆς ἀκολασίας. Ἔβαλε στὴ φυλακὴ τὸν φύλακα καὶ κήρυκα τῆς Ἐκκλησίας ὁ κατάδικος γιὰ τὴν πράξη τῆς ἀκαθαρσίας. «Ἐξ αἰτίας τῆς Ἡρῳδιάδας, τῆς γυναίκας τοῦ ἀδελφοῦ του Φιλίππου». Γιὰ τὴν Ἡρῳδιάδα, τὴν ὅμοια στοὺς τρόπους μὲ τὴν Δαλιδὰ καὶ συνεργὸ τοῦ διαβόλου. Γιατί αὐτή, τὸν συγκοιταζόμενο μαζί της, μᾶλλον δὲ παράνομο ἐραστή της, τὸν ἐξώθησε σὲ μανία κατὰ τοῦ Ἰωάννου. Δὲν ἀνέχομαι λέει, νὰ εἶμαι βασίλισσα καὶ νὰ χλευάζομαι ἀπὸ τὸ παιδὶ τοῦ Ζαχαρίου. Καθήλωσε στὴ φυλακὴ τὴ γλῶσσα, ποὺ μὲ στηλιτεύει. Σκότωσε ὅσο πιὸ γρήγορα γίνεται μὲ ξίφος αὐτόν, ποὺ μὲ λόγια σὰν βέλη μου πληγώνει τὴν ψυχή. «Καὶ θέλοντας νὰ τὸν σκοτώσει φοβήθηκε τὸν ὄχλο, γιατὶ θεωροῦσε τὸν Ἰωάννη ὡς προφήτη». Καὶ συμβαίνει, ὅταν θέλουν οἱ ἄρχοντες νὰ πράξουν κάτι παράνομο, νὰ μὴν κάνουν εὐθὺς ἀμέσως τὴν ὁρμητική τους διάθεση πράξη, ἀλλὰ ἀναβάλλουν ἀπὸ ντροπὴ καὶ φόβο στὸν λαὸ καὶ καραδοκοῦν, πότε θὰ βρεθεῖ ἡ κατάλληλη εὐκαιρία νὰ ξεχύσουν τὴ μοχθηρία τους.


Οἱ ρίζες τῆς ἀνομίας καρποφοροῦν

«Στὴ γιορτὴ τῶν γενεθλίων του Ἡρῴδη, ἀνάμεσα στοὺς καλεσμένους, χόρεψε ἡ κόρη τῆς Ἡρῳδιάδας καὶ ἄρεσε στὸν Ἡρῴδη, γι᾿ αὐτὸ καὶ τῆς ὑποσχέθηκε μὲ ὅρκο, πὼς θὰ τῆς χαρίσει, ὅ,τι κι ἂν τοῦ ζητήσει». Κι ἐκείνη τὴν ἡμέρα, ποὺ ὄφειλε νὰ ἀναπέμπει δοξολογία στὸ Θεό, ποὺ τὸν ὁδήγησε στὸ φῶς αὐτῆς τῆς ζωῆς, ἐκεῖνος προτίμησε τὸ ἔργο τοῦ σκότους. Γιατὶ ἡ περίσταση ἐκείνη ἦταν εὐκαιρία γιὰ χαρὰ πνευματικὴ καὶ ὄχι γιὰ χορὸ καὶ μάλιστα γυναικώδη ἐνώπιον ἀνδρῶν. Καὶ ποιὸ τὸ ἀποτέλεσμα; Ὁ ὅρκος. Καὶ ἀπὸ τὸν ὅρκο; Ὁ φόνος. Ξερρίζωσε τὶς ρίζες τῆς κακίας καὶ δὲν θὰ βλαστήσει καρπὸς ἀνομίας. Ἄν, ὅμως, φυτρώσουν οἱ πρῶτες, ἀσφαλῶς καὶ θὰ ἀποδώσουν τοὺς καρπούς τους. «Χόρεψε ἡ κόρη τῆς Ἡρῳδιάδας ἐν μέσῳ τῶν καλεσμένων καὶ ἄρεσε στὸν Ἡρῴδη». Καὶ σὲ τί ἄλλο μποροῦσε νὰ ἔχει ἐκπαιδευθεῖ ἀπὸ τὴν μητέρα της ἡ πρόξενος τῆς πορνείας κόρη ἀπὸ τὸ νὰ χορεύει ἀδιάντροπα καὶ μάλιστα μὲ τέτοια τέχνη καὶ ἐπιτήδευση στὸ χορό, ὥστε νὰ ἀρέσει στὸν Ἡρῴδη; Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνος μὲ ὅρκο δέθηκε νὰ τῆς χαρίσει, ὅ,τι τοῦ ζητήσει. Σὲ τέτοιο βαθμὸ φθάνει ἡ προπέτεια αὐτῶν, ποὺ βακχικὰ ὀργιάζουν στὰ πάθη τῆς ἀτιμίας, ὥστε νὰ ἀποφαίνονται ἀπερίσκεπτα γιὰ ὁποιοδήποτε πρᾶγμα ἔρχεται στὸ νοῦ τους. Καὶ αὐτὴ δασκαλεμένη ἄριστα ἀπὸ τὴν μητέρα της ἄδραξε τὴν εὐκαιρία γιὰ τὸν ἀποτροπιαστικὸ θάνατο, ποὺ ἀπὸ καιρὸ πάσχιζε νὰ πραγματοποιήσει ἡ Ἡρῳδιάδα, ἡ μάννα τῆς ὀχιᾶς. Καὶ ... ἐράσει τὸ ξίφος τὸν ἱερὸ τράχηλο τοῦ Προδρόμου, ἀλλὰ διαπραγματεύθηκες νὰ σοῦ δοθεῖ ἡ ἁγία κεφαλὴ καὶ ἐπὶ πίνακι. Ὢ ἀκόλαστη καὶ θηριωδέστερη καὶ ἀπὸ τὴν Ἰεζάβελ!


Συμπόσιο ἀνόσιο

«Καὶ λυπήθηκε, λέει τὸ Εὐαγγέλιο, ὁ βασιλιάς. Ἐπειδή, ὅμως, εἶχε ὁρκισθεῖ καὶ γιὰ νὰ μὴν ἐκτεθεῖ στοὺς καλεσμένους, ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τῆς δοθεῖ ἡ κεφαλή. Καὶ ἔστειλε καὶ ἀποκεφάλισε τὸν Ἰωάννη στὴ φυλακή. Καὶ μεταφέρθηκε ἐπὶ πίνακι ἡ κεφαλὴ τοῦ Προδρόμου καὶ δόθηκε στὴν κόρη, κι αὐτὴ μὲ τὴ σειρά της τὴν ἔδωσε στὴν μητέρα της». Φοβερὸς καρπὸς διαβολικῆς προμελέτης. Ποιὸς τόλμησε νὰ καταφέρει κατὰ τῆς θείας κεφαλῆς θανατηφόρο ξίφος; Ὁ δεύτερος Δωήκ, ὁ ἄνομος ὑπηρέτης, ποὺ δὲν μιμήθηκε ἐκείνους, ποὺ μὲ φρόνηση ἀντιτάχθηκαν στὸν βασιλέα Σαούλ, ὅταν αὐτὸς ἔδωσε διαταγὴ νὰ φονεύσουν τοὺς προφῆτες τοῦ Θεοῦ. «Καὶ προσφέρθηκε, λέει ἡ Γραφή, ἡ κεφαλὴ ἐπὶ πίνακι». Πῶς νὰ χαρακτηρίσουμε αὐτὸ τὸ γεῦμα; Συμπόσιο ἢ φονευτήριο; Καὶ πῶς νὰ ὀνομάσουμε αὐτοὺς τοὺς καλεσμένους; Συνδαιτυμόνες ἢ ἔκδοτους στὴ μέθη; Ὢ φοβερὸ θέαμα! Πονηρὸ ὅραμα! Ἐκεῖ παρετίθετο ὄρνιθα ὡς γεῦμα, ἐδῶ προσφερόταν προφητικὴ κεφαλή. Ἐκεῖ κερνοῦσαν καθαρὸ οἶνο, ἐδῶ κρουνηδὸν ἔρρεε τὸ αἷμα τοῦ δικαίου. Φοβερὴ ἡ ἀγγελία καὶ φρικτὴ ἡ ἀφήγηση: «Καὶ δόθηκε στὴν κόρη, κι αὐτὴ μὲ τὴ σειρά της τὴν ἔδωσε στὴν μητέρα της». Ἀλλοίμονο, τί ἀτόπημα! Ἡ ἀτίμητη κάρα, ἡ ἁγνὴ καὶ ἄψαυστος καὶ στοὺς ἀγγέλους σεβάσμια, γιὰ μία ἄτιμη πράξη προσφέρθηκε στὴ μιαρὴ καὶ βέβηλο κόρη. Καὶ τὴν ἔδωσε στὴν μητέρα της σὰν νὰ παρέθετε γεῦμα σ᾿ αὐτήν, ποὺ ὀργίαζε ἀπὸ τὴν μανιώδη ἐπιθυμία τοῦ θανάτου τοῦ προφήτου. Σὰν νὰ τῆς ἔλεγε: Φᾶγε, μητέρα, τὶς σάρκες αὐτοῦ ποὺ ἔζησε ὡς ἄσαρκος. Πιὲς τὸ αἷμα αὐτοῦ ποὺ θυσίασε τὸ αἷμα του στὴν ἄσκηση. Τώρα πιὰ ἀσφαλίσαμε μία γιὰ πάντα τὸ στόμα ἐκείνου, ποὺ μᾶς στηλίτευε.


Ἡ εἰκόνα τῆς ταφῆς

«Καὶ ἦλθαν, συνεχίζει τὸ Εὐαγγέλιο, οἱ μαθητές του καὶ πῆραν τὸ σῶμα καὶ τὸ ἐνταφίασαν». Πρόσεξε, σὲ παρακαλῶ, σὺ ὁ φιλομαθής, ἁγιογραφημένη τὴν εἰκόνα τοῦ ἐνταφιασμοῦ τοῦ δικαίου, καὶ τοὺς μὲν εἰκονομάχους μὴ σταματήσεις νὰ ἐπιπλήττεις ὡς ἐχθρούς της ἀληθείας, σὺ δὲ μελετώντας τὴν ἱστορία μὲ καθαρότητα ἀποκόμισε τὴν ὠφέλεια. Δές, πῶς σύρεται ὁ ἅγιος ἀπὸ τὴν φυλακὴ σιδηροδέσμιος. Πῶς ὁ ἀποτρόπαιος δήμιος προτείνει ἀπάνθρωπα τὸ ξίφος κατὰ τῆς ἱερᾶς κεφαλῆς. Πῶς μετὰ τὴν ἀποτομὴ ἡ μυρόβλυτη κάρα προσφέρεται στὴν μανιασμένη ἀπὸ ὄργια Ἡρῳδιάδα. Καὶ δές, πῶς θάπτεται τὸ ἱερὸ σῶμα ἀπὸ τὰ χέρια τῶν μαθητῶν του, ποὺ τὸν παραστέκουν ὁλογυρὶς μὲ θερμὰ δάκρυα καὶ βαθὺ πόνο ψυχῇς. Καὶ ἄλλος μὲν ἐναγκαλίζεται τὰ πόδια τοῦ Ἁγίου, ἄλλος πασχίζει νὰ συναρμόσει τὴν κεφαλὴ μὲ τὸ ὑπόλοιπο σκήνωμα, ἐνῷ κάποιος τρίτος θυμιάζει καὶ ψάλλει τὴν νεκρώσιμη ἀκολουθία. Ἐκεῖ βρίσκομαι κι ἐγώ, ἀκροατές, μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου καὶ βλέπω τὴν ταφὴ τοῦ δικαίου νὰ γίνεται μὲ εἰρήνη, ὅπως ἀναφέρεται στὴν Γραφή. Θεωρῶ τὸ ἀγγελικὸ ἐκεῖνο πρόσωπο, ποὺ οἱ ὀφθαλμοί του σὰν δυὸ φωστῆρες βασίλεψαν καὶ ποὺ ἡ ὄψη του ἀντιφέγγιζε τὴν ἀκτινοβολία τῆς Χάριτος. Δὲν ἀναπνέει τῆς πρόσκαιρης ζωῆς τὴν ζωτικὴ ἐνέργεια, ἀλλὰ κατ᾿ ἐξοχὴν ἀναπνέει τῆς Θείας Χάριτος τὴν εὐωδία. Ἀσπάζομαι ἐκεῖνες τὶς ἱερὲς χεῖρες, ποὺ ἡ ἁφή τους στάθηκε ἀνέπαφη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ποὺ ὁ δάκτυλός τους καθυπέδειξε στοὺς ἀνθρώπους Αὐτόν, ποὺ πῆρε πάνω Του τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου. Προσκυνῶ τοὺς ὡραίους ἐκείνους πόδας τοῦ εὐαγγελιζομένου τὰ ἀγαθὰ στοὺς ἀνθρώπους, τοῦ Προδρόμου, ποὺ προευτρέπισε τὴν ὁδὸ τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου. Ἂς μοῦ παραχωρηθεῖ γιὰ προσκύνηση καὶ ἡ τιμία ἅλυσις, ποὺ μ᾿ αὐτὴν κρατήθηκε δέσμιος ὁ πολυτίμητος ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους ἄγγελος. Ἂς μοῦ δοθεῖ καὶ τὸ ἱερὸ ἐκεῖνο πινάκιο, ποὺ πάνω του κατατέθηκε ἡ πανσεβάσμια κάρα, ἡ πολυτιμότερη καὶ ἀπὸ τὸν χρυσό. Καὶ οὔτε τὴν μάχαιρα τοῦ στυγνοῦ φονιᾶ, ποὺ διαπέρασε τὸν ἱερὸ τράχηλο, ἂν εὕρισκα, θὰ ἄφηνα ἀπροσκύνητη καὶ οὔτε τὸ χῶμα, ἂν τύχαινε νὰ βρῶ, ὅπου ἐφυλακίσθηκε ὁ θησαυρός, θὰ δίσταζα νὰ καταφιλήσω, μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ μοῦ μεταγγίσει Χάρη. Μακαριστὲ τάφε καὶ ἄπικρη πέτρα, ποὺ κρατᾷς μέσα σου κλεισμένο τὸ τρισευλογημένο ἐκεῖνο σκήνωμα, πολυτιμότερο ἀπὸ πολλὰ σμαράγδια καὶ μαργαριτάρια. Ἐκεῖ, λοιπόν, παρευρισκόταν ὀρατῶς ὅλη ἡ ὁμήγυρις τῶν μαθητῶν καὶ ἀοράτως πλῆθος ἀγγελικῶν δυνάμεων, ποὺ ἐγκωμίαζαν, τιμοῦσαν, ἀνύψωναν στὸν οὐρανὸ καὶ μετέφεραν στὴν αἰώνια χαρὰ αὐτόν, τὸν ἔνσαρκο ἄγγελο, τὸν γνήσιο φίλο τοῦ Κυρίου, τὸν νυμφαγωγὸ τοῦ νυμφίου, τὸν ἄσβεστο λύχνο τοῦ ἀρρήτου φωτός, τὴν ζωντανὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ Λόγου, τὸν ὑπεράνω τῶν προφητῶν καὶ μεγαλύτερο ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Τέτοια, λοιπόν, ὅπως εἰπώθηκε, εἰρηνική, ὑπῆρξε ἡ ταφὴ τοῦ δικαίου, πρόξενος ἀγαλλιάσεως καὶ σωτηρίας στὸν κόσμο.


Ὁ Πρόδρομος ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς μᾶς ἀνταμείβει

Ἄραγε ὁ παράφρων Ἡρῴδης διέφυγε ἔπειτα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὴν δίκαιη κρίση τοῦ Θεοῦ; (τὴν δικαιοκρισία). Ὄχι βέβαια. Ἀντίθετα, ὅπως ἀναφέρεται, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ ἐγκλήματος κατασφάττεται ὕστερα ἀπὸ ἀνταρσία ὅλων τῶν ὑπηκόων του. Κι αὐτὸ συνέβη, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς συνετίζει παιδευτικὰ αὐτούς, ποὺ πρόκειται νὰ βασιλεύσουν στὸ μέλλον, ὥστε νὰ μὴν περιπέσουν στὰ ἴδια ἐγκλήματα. Ἀλλά, ἀφοῦ ἐπανέλθω στὸ προκείμενο, ἂς ἀναβοήσω μὲ φωνή, ποὺ ἁρμόζει στὴ σημερινὴ ἡμέρα. Ἡμέρα ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ἀπὸ τὰ στόματα ὅλων τῶν ἀνθρώπων τιμᾶται γιὰ τὸ ἐλεγκτικό του κήρυγμα καὶ ὁ παράφρων Ἡρῴδης ἀπὸ ὅλους ὅσους ἔχουν φόβο Θεοῦ στηλιτευόμενος ἐπὶ μοιχείη περιφρονεῖται. Σήμερα ἡ κεφαλὴ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου προσφέρεται ὡς ἱερὸ σφάγιο ἐπὶ πίνακι καὶ ἡ μοιχαλίδα Ἡρῳδιάδα παρὰ τὴν θέλησή της καταδικάζεται αἰώνια. Σήμερα τὸ αἷμα Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου γιὰ τὴν φύλαξη τοῦ θείου νόμου χύνεται καὶ ὁ ἐχθρός του Προδρόμου διὰ τῆς παρανομίας (μὲ τὴν κάκιστη διαγωγή του) δίκαια διαπομπεύεται. Σήμερα ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος γιὰ τὴν παρρησία του πρὸς τὸν Ἡρῴδη χάριν τῆς δικαιοσύνης φονεύεται καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς διδασκόμενοι νὰ μὴν χωρίζονται ἀπὸ τὶς νόμιμες γυναῖκες τοὺς τὸν ἤδη διαζευχθέντα βασιλέα ἀπεχθάνονται. Σήμερα ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος στήνει ὁρόσημο πάνω στὴ γῆ καὶ παραγγέλλει ν᾿ ἀρκεῖται κάθε ἄνθρωπος στὴ νόμιμη γυναῖκα του καὶ νὰ μὴν προχωρεῖ πάρα πέρα. Σήμερα ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος κατέρχεται στὸν Ἅδη καὶ οἱ νεκροὶ ἀφουγκράζονται (εὐαγγελίζονται) τὴν ἀνείπωτη χαρὰ τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ. Σήμερα οἱ οὐρανοὶ μὲ πανευφρόσυνη ἀγαλλίαση ὑποδέχονται τὸν ἀποκεφαλισθέντα γιὰ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο καὶ οἱ ἄνθρωποι πάνω στὴ γῆ ἀναπέμπουν ἑόρτιους ὕμνους. Καὶ μοῦ φαίνεται, πὼς μᾶς παρακολουθεῖ ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς ὁ μέγας τοῦ Κυρίου Πρόδρομος καὶ πὼς θὰ μᾶς ἀνταμείψει σὰν ὑμνῳδούς του μὲ θεία χαρίσματα. Μεταξὺ τῶν προφητῶν σὰν πρωϊνὸς διάττοντας ἀστέρας ποὺ καταγαύζει ἀνάμεσα στοὺς ἀποστόλους, σὰν ἥλιος μεταξὺ ἡλίων ποὺ προλάμπει καὶ ὑπερλάμπει, ἐν μέσῳ τῶν μαρτύρων σὰν οὐρανὸς κατάκοσμος μὲ τὰ ἄστρα τῶν θαυμάτων, μεταξὺ τῶν δικαίων ὑπέρτερος, ὑπερέχων γιὰ τοὺς πολλοὺς ἀγῶνες του ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης φαίνεται ψηλότερος καὶ ἀπὸ τοὺς ψηλόκορμους κέδρους τοῦ Λιβάνου αὐτὸς ποὺ χαροποίησε σήμερα τὴν οἰκουμένη. Γιατί, ἂν πολλοὶ θὰ χαροῦν, κατὰ τὰ εὐαγγελικὰ λόγια, μὲ τὴν γέννησή του, ἀνάλογη θὰ πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ πνευματικὴ εὐφροσύνη, γιὰ τὸ μαρτύριό του, τὸ ὁποῖον ἀξιωθήκαμε νὰ πανηγυρίσουμε ὅλοι ἐμεῖς, ἱερεῖς καὶ ἐρημῖτες, μοναχοὶ καὶ λαϊκοί, γιατί ὅλοι μετέχουμε στὴν ἀγαλλίαση, ποὺ μᾶς χαρίζει ἡ μνήμη του. Ἰδιαίτερα, ὅμως, ἐμᾶς, ποὺ ἐγκαταβιώνουμε στὸν ἱερὸ τοῦτο οἶκο. Εἴθε νὰ τύχουμε ἐκτενέστερα ἀκόμη τῶν θείων πρεσβειῶν Του πρὸς τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, στὸν ὁποῖον ἀνήκει ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος, καθὼς καὶ στὸν Πατέρα καὶ τὸ πανάγιο καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, γιὰ σήμερα καὶ γιὰ πάντα καὶ αἰώνια. Ἀμήν.
 Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος β’.
Μνήμη δικαίου μετ᾽ ἐγκωμίων· σοὶ δὲ ἀρκέσει ἡ μαρτυρία τοῦ Κυρίου Πρόδρομε· ἀνεδείχθης γὰρ ὄντως καὶ Προφητῶν σεβασμιώτερος, ὅτι καὶ ἐν ῥείθροις βαπτίσαι κατηξιώθης τὸν κηρυττόμενον· ὅθεν τῆς ἀληθείας ὑπεραθλήσας, χαίρων εὐηγγελίσω καὶ τοῖς ἐν ᾅδῃ, Θεὸν φανερωθέντα ἐν σαρκί, τὸν αἴροντα τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ παρέχοντα ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.