Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

(+)Σιατίστης Παύλος: “Το μέλλον του ανθρώπου χωρίς το Θεό είναι η σκουπιδοποίηση του”

 

Η Ανάσταση τού Χριστού είναι τό θεμέλιο γεγονός τής ζωής μας καί τής ζωής τού κόσμου, αφού τήν ημέρα αυτή συνετελέσθη τό πιό σημαντικό γεγονός στή ζωή μας.

Αυτό είναι η νίκη μας απέναντι στόν θάνατο. Ο θάνατος αφαιρεί κάθε νόημα καί κάθε προοπτική από τόν άνθρωπο καί τήν ζωή του. Η Ανάσταση αποτελεί τό γεγονός εκείνο τό οποίο κρίνει τήν ποιότητα τού Προσώπου τού Χριστού, αλλά καί τήν ποιότητα τού κάθε ανθρώπου.

Ο Χριστός Ανέστη καί Ανέστη επειδή προηγουμένως απέθανε. Ο θάνατος τού Χριστού αποδεικνύει μέ τόν πιό αληθινό τρόπο ότι ο Χριστός έγινε καί ήταν αληθινά άνθρωπος. Ο θάνατος ανήκει στήν ανθρώπινη φύση. Ο θάνατος είναι ο καρπός τής αυτονομίας τού ανθρώπου από τήν ζωή τού Θεού.

Ο Θεός είναι η μόνη ζωή τού κόσμου. Ο Θεός ΔΕΝ υπάρχει! Υπάρχω σημαίνει άρχω κάτω από κάποιον άλλον. Ο Θεός λοιπόν δέν υπάρχει.

Στό ερώτημα τού Μωϋσή «ποιό είναι τό όνομά Σου» η απάντηση τού Θεού είναι απόλυτα σαφής καί ξεκάθαρη. «Εγώ ειμί ο Ών». Εγώ είμαι αυτός πού είναι. Αυτή η απάντηση είναι η μόνη πού μπορεί νά εξηγήσει τόν Θεό.

Επειδή ο Θεός είναι γιαυτό καί ο άνθρωπος μπορεί νά υπ-άρχει. Εάν ο Θεός δέν είναι τότε ο άνθρωπος γίνεται μή ών.
Γιαυτό η αυτονομία από τό Είναι, από τό όντως Όν σημαίνει τήν εισβολή τού θανάτου στήν ζωή τού ανθρώπου.

Τό ότι λοιπόν ο Χριστός απέθανε σημαίνει ότι ήταν πλήρης καί αληθής άνθρωπος. Γιαυτό καί απέθανε. Τό ότι όμως ανέστη σημαίνει ότι είναι αληθώς ο Θεός. Τέλειος Θεός καί τήν ίδια στιγμή τέλειος άνθρωπος.

Αυτή είναι η ταυτότητα τού Χριστού. Μέ τήν Ανάσταση Του λοιπόν επιβεβαιώνει ότι Είναι.

Ο Απόστολος Παύλος κατανοώντας αυτή τήν μοναδική αλήθεια θά τονίσει: «εάν ο Χριστός ΔΕΝ αναστήθηκε, είναι μάταια η πίστη μας καί χωρίς περιεχόμενο τό κήρυγμα μας. Ελάτε νά φάμε καί νά πιούμε γιατί αύριο πεθαίνουμε». Άν δηλαδή ο Χριστός δέν αναστήθηκε είμαστε μή όντα τά οποία αύριο θά εξαφανιστούν.

Ίσως κάποιος νά ρωτήσει: Καί γιατί ο άνθρωπος δέν μπορεί νά είναι; Γιά τόν απλό λόγο ότι τό τέλος του είναι ο θάνατος.

Η Ανάσταση τού Χριστού Χριστού καί η μετοχή τού ανθρώπου σέ αυτήν είναι ο μόνος τρόπος νά Είναι ο άνθρωπος.

Οι άνθρωποι πολλές φορές ενοχλούνται από τήν αλήθεια γιατί τούς φαίνεται σκληρή. Αλλά η αλήθεια δέν είναι ούτε σκληρή ούτε μαλακιά, είναι η αλήθεια.

Ποιά λοιπόν είναι η αλήθεια τού ανθρώπου χωρίς τό Θεό; ποιό είναι τό μέλλον του; Τό μέλλον τού ανθρώπου χωρίς τό Θεό είναι η σκουπιδοποίηση του. Αυτό δέν λέγεται υβριστικά.

Αυτή είναι η οντολογική αλήθεια τού ανθρώπου. Όταν ο άνθρωπος πεθαίνει γίνεται ένα ψόφιο κουφάρι πού θά τρέξουμε νά τόν θάψουμε γρήγορα γιατί θά μυρίζει απαίσια. Ο άνθρωπος λοιπόν γίνεται ένα «σκουπίδι».

Κάποιοι καλοπροαίρετοι άνθρωποι, γιά τούς κακοπροαίρετους δέν μέ ενδιαφέρει, θεώρησαν βαρειά αυτή τήν λέξη, ίσως καί υβριστική.

Είναι όμως η μόνη λέξη πού αποδίδει μέ τρόπο καίριο τήν αλήθεια γιά τόν άνθρωπο τόν αυτονομημένο από τό Είναι τού Θεού. Αμφιβάλλει κανείς ότι χωρίς τό Είναι τού Θεού ο άνθρωπος περιέρχεται στό τίποτα. Μά τό ομολογούν οι ίδιοι.

Ποιά ταυτότητα αποδίδουν στόν εαυτό τους εκείνοι πού αρνούνται τό Είναι τού Θεού; Παραδέχονται ότι περνούν στήν ανυπαρξία, στό μή όν, στήν σκουπιδοποίηση.

Δέν υβρίζω λοιπόν τούς άθεους, περιγράφω τή δική τους αντίληψη γιά τόν εαυτό τους καί εάν έχουν αντίρρηση άς έλθουν νά τό συζητήσουμε.

Γιαυτό λοιπόν γά τήν Εκκλησία, η Ανάσταση τού Χριστού είναι τό μοναδικό εκείνο γεγονός πού δίνει νόημα, αξία καί προοπτική στόν άνθρωπο.

Οι άγιοι καί τά ιερά τους λείψανα πού ευωδιάζουν καί θαυματουργούν είναι η φανέρωση τής προπτικής τού ανθρώπου πού τό σώμα του γίνεται όχι ένα ψόφιο κουφάρι, αλλά ένα ιερό λείψανο, πού οι ίδιοι δέν γίνονται μή όντα, ούτε σκουπίδια, αλλά Θεοί εν μέσω Θεών.

Ο άνθρωπος λοιπόν πού μπολιάζεται στό Σώμα τού αναστημένου Χριστού, τήν Εκκλησία Του, μέ τό Άγιο Βάπτισμα καί παραμένει σέ Αυτό καί τρέφεται μέ τή ζωή τού Σώματος, τό Σώμα καί τό Αίμα τού Χριστού, έχει ζωή αιώνια καί μέλλον αιώνιο καί μεταβαίνει από τό θάνατο στή ζωή.

Όλα αυτά στήν Εκκλησία είναι εμπειρικά, δέν είναι ιδεολογικά. Οι ιδέες στό τέλος γίνονται αηδίες πού είναι ανίκανες νά χαρίσουν τήν ζωή. Στήν Εκκλησία ο άνθρωπος δέν τρέφεται μέ ιδέες, αλλά μέ αληθινή τροφή.

Η δυνατότητα πού τού χαρίσθηκε καί η ικανότητά του νά μετέχει στό Είναι αποτελεί τό μοναδικό μέτρο τής αξίας τού ανθρώπου καί τό μοναδικό νόημα, πού είναι νόημα ζωής.

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΙΕΡΕΜΙΑΣ

 


Τη μνήμη του Αγίου Προφήτου Ιερεμία τιμά σήμερα, 1 Μαΐου, η Εκκλησία μας. Ο Προφήτης Ιερεμίας γεννήθηκε πιθανώς κατά το 650 π.Χ., στην μικρή πόλη της φυλής Βενιαμίν Αναθώθ, βορειοανατολικά της Ιερουσαλήμ. Ο πατέρας του ήταν ιερέας και ονομαζόταν Χελκίας. Ανατράφηκε στην ιερατική αυτή οικογένεια με αυστηρότητα. Μελετούσε τους προ αυτού Προφήτες Ησαΐα και Ωσηέ.

Νεότατος στην ηλικία, περίπου 23 – 25 ετών, περί το 627 – 625 π.Χ., καλείται από τον Θεό στο προφητικό αξίωμα. Ανταποκρίνεται στο θέλημα του Κυρίου και έτσι το όνομά του (Ιερεμίας), που σημαίνει ο Θεός ανυψώνει ή καθιστά, εκφράζει και την αποστολή του.
Κατάπληκτος από την τιμή αυτή ο Ιερεμίας, αρνείται την υψηλή τιμητική κλήση, προβάλλοντας τις ασθενείς νεανικές του δυνάμεις. Ο Θεός όμως ενισχύει αυτόν υποσχόμενος, όχι υλικές αμοιβές και τιμές, αλλά το πολυτιμότερο όλων: τη βοήθειά Του. Ο Ιερεμίας υπακούει.
Ο Προφήτης Ιερεμίας καθαγιάσθηκε πριν από τη γέννησή του, όπως γράφει ο Άγιος Ιερώνυμος. Πράγματι, στην αρχή του προφητικού του βιβλίου ο Ίδιος ο Θεός του λέγει: «Προ του με πλάσαι σε εν κοιλία επίσταμεί σε και προ του σε εξελθείν εκ μήτρας ηγίακά σε, προφήτην εις έθνη τέθεικά σε».
Σε τέσσερις περιόδους δυνάμεθα να διαιρέσουμε την δημόσια δράση του. Πρώτον, επί του βασιλέως Ιωσίου προ της μετερρυθμίσεως (627 – 621 π.Χ.), δεύτερον, επί του βασιλέως Ιωακείμ μέχρι του Σεδεκίου (609 – 598 π.Χ.), τρίτον, επί Σεδεκίου (598 – 586 π.Χ.) και τέταρτον, μετά την άλωση της Ιερουσαλήμ και την αιχμαλωσία του Σεδεκίου.
Μετά την καταστροφή του βασιλείου του Ισραήλ, το βασίλειο του Ιούδα, όπου βρισκόταν ο Προφήτης Ιερεμίας, τελούσε υπό την επίδραση των Ασσυρίων, όχι μόνο πολιτικά αλλά και θρησκευτικά. Η πολυθεΐα των Ασσυρίων είχε εισχωρήσει στους Ιουδαίους, διότι ο βασιλέας Μανασσής (693 – 639 π.Χ.) ήταν υποτελής των Ασσυρίων και είχε παραδοθεί σε θρησκευτικό συγκρητισμό και σε ειδωλολατρία. Όσες πόλεις υπήρχαν στην Ιουδαία, τόσοι ήταν και οι θεοί, όσοι οι δρόμοι της Ιερουσαλήμ, τόσα θυσιαστήρια του Βαάλ.
Υπήρχε η ειδωλολατρία του Μολώχ με τα ανθρώπινα θύματα. Στις αυλές του ναού ήταν θυσιαστήρια των Ασσυρίων θεών και το είδωλο της Αστάρτης. Ο Ιερεμίας, επί της βασιλείας του Ιωσίου, από το 627 π.Χ., επέρχεται κατά της πολυθεΐας κηρύσσοντας τον Ένα και Μόνο Αληθινό Θεό και στηλιτεύοντας τη διαφθορά. Εκτός της ειδωλολατρίας και ανηθικότητας, ο Ιερεμίας πολεμάει κατά την περίοδο αυτή και τους ψευδοπροφήτες, οι οποίοι παραπλανούσαν τον λαό με ψευδείς προφητείες. Ο Προφήτης διαισθάνεται κάποια μεταβολή του λαού, κάποια μετάνοια, διότι στην πρόσκληση του Θεού, ο λαός απαντά: «Ὁδοῦ, πρὸς Σὲ ἔρχομαι».
Η μετάνοια όμως αυτή ήταν πρόσκαιρη λόγω της ανομβρίας. Ο Προφήτης πονάει, υποφέρει. Περιέρχεται σε απόγνωση. Όμως η μακροθυμία του Θεού δεν εξαντλείται. Ο Θεός συμβουλεύει τον Προφήτη να ερευνήσει την υπό του κακού τρυγηθείσα άμπελο, το λαό Του, μήπως εύρει ρώγα σταφυλιού, κάποιον άνθρωπο ευσεβή, ατρύγητο από το κακό. Έτσι τονίζεται η μεγάλη αξία του ανθρώπου. Ο Προφήτης δεν βρίσκει δυστυχώς καμία ρώγα σταφυλιού ατρύγητη από το κακό. Στην άκαρπη αυτή προσπάθεια του Προφήτη, ο Θεός συνιστά σε αυτόν και πάλι να συνεχίσει την εργασία του, για να πεισθεί και ο ίδιος ο Προφήτης για το αδιόρθωτο του λαού και τη δίκαιη τιμωρία του.
Ο Θεός παρομοιάζει τον Προφήτη με μεταλλουργό που δοκιμάζει τα μέταλλα και φροντίζει από το μείγμα να εξαγάγει αυτά που είναι ευγενή, δηλαδή το χρυσό και τον άργυρο. Μάταια όμως.
Εδώ τερματίζεται η πρώτη περίοδος της δράσεως του Προφήτη Ιερεμία. Κατόπιν έρχεται η κατάλυση του Ασσυριακού βασιλείου διά της πίστεως της Νινευή το 621 π.Χ. Ο ευσεβής βασιλέας Ιωσίας, επωφελούμενος από την κατάρρευση αυτή, ανέλαβε πολιτική εξωτερικής ανεξαρτησίας και προέβη σε εσωτερικές μεταρρυθμίσεις, για να ορθώσει την πίστη στον Θεό. Ο Ιερεμίας, κατά το χρονικό διάστημα 621 – 608 π.Χ., αποσύρθηκε πιθανότατα σε μόνωση. Χαρακτηριστικό της ασκητικής του ζωής ήταν ότι αυτός «λινοῦν περίζωμα εἶχε μόνον. Ὡς δὲ τὰ εὐτραφῆ τῶν σωμάτων γυμνούμενα φανερωτέραν δείκνυσι τὴν ἀκμήν, οὕτω καὶ τῶν ἠθῶν τὸ κάλλος, μὴ ἀνειλούμενον ἀπειροκάλοις φλυαρίαις, τὸ μεγαλοπρεπὲς ἐνδείκνυται».
Κατά την δεύτερη περίοδο της δράσης του, επί της εποχής του βασιλέως Ιωακείμ (609 – 598 π.Χ.), ο Προφήτης Ιερεμίας στρέφεται κατά των ατόπων της Ισραηλιτικής θρησκείας. Ο μαγικός χαρακτήρας, τον οποίο απέδιδαν οι Ιουδαίοι στο ναό και στις τελετές, τον ενοχλούσε. Έλεγε δε, ότι «ο ναός, ο οποίος χρησιμεύει να καλύπτει τα κακουργήματα, είναι όχι ναός Θεού, αλλά σπήλαιο ληστών».
Κατά το πρώτο έτος της βασιλείας του Ιωακείμ, σε κάποια μεγάλη εορτή, εμφανίζεται ο Προφήτης Ιερεμίας στην αυλή του ναού και μέσα στο ενθουσιώδες από τη θέα του ναού πλήθος, προσβάλλει την εσφαλμένη αυτή πίστη, την οποία είχε ο λαός περί του ναού και κηρύσσει την επερχόμενη καταστροφή του ναού. Όλος ο λαός εξεγείρεται και ζητεί τον θάνατό του. Σώζεται με την επέμβαση του Αχικάμ.
Μεταβαίνει στο εργαστήριο του κεραμέως και παρατηρεί ότι ο κεραμέας μεταπλάσσει όσα από τα πήλινα δοχεία δεν αρέσουν σε αυτόν. Έτσι, λέγει ο Προφήτης, θα κάνει ο Θεός σε έθνη και ανθρώπους, τα οποία δεν αρέσουν σε Αυτόν. Για την αποφυγή της καταστροφής συνιστά την εσωτερική μετάνοια του ανθρώπου. Άρχοντες και λαός αντιδρούν. Κουρασμένος ο Προφήτης από τους άκαρπους αγώνες του ζητεί τη μόνωση και προβλέποντας την αμετανοησία του λαού του Θεού, προλέγει την καταστροφή του.
Κάποιοι άνθρωποι αποφασίζουν να τον δηλητηριάσουν στην Αναθώθ. Συνωμοτούν εναντίον του και συγγενείς του. Ο Ιερεμίας αποδίδει την σωτηρία του στον Θεό. Στρέφεται κατά των αρχόντων, του βασιλέως Ιωακείμ και των ανακτόρων, των οποίων κηρύσσει την καταστροφή. Όλος ο κόσμος είναι εναντίον του.
Προς στιγμήν κάμπτεται, διότι νομίζει ότι έχει εγκαταλειφθεί από τον Θεό και παραπονείται. Συνέρχεται όμως και συνεχίζει το έργο του. Στην αυλή του ναού κηρύσσει και πάλι την καταστροφή του ναού. Το κήρυγμα αυτό προκαλεί αναταραχή. Γι’ αυτό ο στρατηγός του ιερού χώρου του ναού Πασχώρ τον ραβδίζει και τον ρίχνει στη φυλακή. Τα κηρύγματά του γίνονται δεκτά με ειρωνείες. Του απαγορεύουν να επισκέπτεται το ναό.
Ο Προφήτης σκέπτεται να εγκαταλείψει τον αγώνα. Η φωτιά όμως του λόγου του Θεού, που είναι μέσα του, δεν τον αφήνει. Κατά το τέλος του 605 π.Χ., μετά την ήττα των Αιγυπτίων στο Χαρκαμύς, επειδή ο ίδιος δεν ήταν δυνατόν να εισέλθει στην αυλή του ναού, δίδει στον μαθητή του Βαρούχ να αναγνώσει στο μέσο της αυλής του ναού, προφητεία, διά της οποίας κηρυσσόταν η καταστροφή του ναού. Όλοι τότε επαναστατούν εναντίον του. Ο Ιερεμίας και ο Βαρούχ κρύβονται, για να μη συλληφθούν. Η προλεχθείσα όμως καταστροφή επήλθε.
Οι Βαβυλώνιοι κατέστησαν φόρου υποτελή, το βασιλέα Ιωακείμ. Αυτός, επιθυμώντας την ανεξαρτησία και αφού παρακινήθηκε από άκριτους ανθρώπους, προκαλεί τη Βαβυλώνιο εκστρατεία κατά της Ιερουσαλήμ. Ο Ναβουχοδονόσωρ επέρχεται εναντίον του και πολιορκεί την Ιερουσαλήμ. Ο Ιερεμίας μάταια συνιστά στον βασιλέα Ιωακείμ, υποταγή στους Βαβυλώνιους. Ο Ιωακείμ πεθαίνει και η πόλη καταλαμβάνεται και πολιορκείται.
Ο ναός καταστρέφεται. Ο άμεσος διάδοχος του Ιωακείμ, ο Ιωαχείμ (Ιεχονίας) πορεύεται σε αιχμαλωσία με τους αξιωματούχους της χώρας και δέκα χιλιάδες από το λαό. Ο βασιλέας Ναβουχοδονόσωρ ορίζει ως διάδοχο του Ιεχονίου, τον Σεδεκία.
Κατά την Τρίτη περίοδο της δράσεως του Προφήτη Ιερεμίου, το 594 π.Χ., απεσταλμένοι των Ιδουμαίων, Αμμωνιτών, Τύρου και Σιδώνος, παρακάλεσαν τον Σεδεκία να συμμαχήσουν κατά των Βαβυλωνίων. Οι ψευδοπροφήτες κηρύσσουν ότι τα ιερά σκεύη του ναού που είχαν κλαπεί θα επιστραφούν. Ο Ιερεμίας αντιτίθεται και συμβολικά θέτει ζυγό στον τράχηλό του, για να δηλώσει ότι θα είναι δούλοι του Ναβουχοδονόσορ.
Ο ψευδοπροφήτης Ανανίας σπάζει το ζυγό πάνω στον τράχηλο του Ιερεμία, για να τονίσει την αποτίναξη του ζυγού των Βαβυλωνίων. Ο Ιερεμίας απαντά: «Έσπασες ξύλινους ζυγούς; Σιδερένιους θα θέσει ο Θεός στον τράχηλό σας».
Ο Σεδεκίας τήρησε συνετή πολιτική προς τους απεσταλμένους των άλλων περιοχών και ενέκρινε την γνώμη του Προφήτη Ιερεμία. Όμως, κατά το 588 π.Χ., ο φαραώ της Αιγύπτου Ουαφρής επαναστατεί κατά των Βαβυλωνίων. Το φρόνημα των Ιουδαίων αναπτερώνεται και λαμβάνουν και αυτοί μέρος στην επανάσταση αυτή. Ο Ιερεμίας τους αποτρέπει από το να συμμαχήσουν με τους Αιγυπτίους κατά των Βαβυλωνίων.
Οι Ιουδαίοι δεν υπακούν και επαναστατούν. Ο Ιερεμίας επιμένει ότι η πόλη των Ιεροσολύμων θα καταστραφεί. Οι άρχοντες τον ρίχνουν σε λάκκο βορβορώδη, διότι με τον τρόπο που ο Προφήτης ομιλούσε παρέλυε τα χέρια των πολεμιστών. Με την επέμβαση όμως του Αβδεμέλεχ αποσύρεται από τον λάκκο. Η πόλη των Ιεροσολύμων καταλαμβάνεται και ο βασιλέας Σεδεκίας συλλαμβάνεται, τυφλώνεται και οδηγείται στη Βαβυλώνα. Η πόλις παραδίδεται στις φλόγες.
Κατά την τέταρτη περίοδο της δράσεώς του, ο Ιερεμίας, μετά την άλωση της Ιερουσαλήμ, αποφασίζει να διαμείνει πλησίον του Γοδολίου. Τον Γοδολία, ο βασιλέας Ναβουχοδονόσωρ εγκαθιστά κυβερνήτη της Ιουδαίας. Μετά από λίγο, όμως, ο Γοδολίας δολοφονείται και ο Ιουδαϊκός λαός, φοβούμενος την τιμωρία από τους Βαβυλωνίους, αποφασίζει να απέλθει στην Αίγυπτο παρά την γνώμη του Ιερεμίου και την εντολή του Θεού.
Χωρίς την θέλησή του, παίρνουν μαζί τους και τον Ιερεμία, ο οποίος κηρύττει και στην Αίγυπτο. Προλέγει την εισβολή του Ναβουχοδονόσωρ, η οποία και έγινε. Εκεί οι Ιουδαίοι περιπίπτουν σε ειδωλολατρία. Ο Προφήτης επέρχεται και πάλι εναντίον αυτών. Εκείνοι όμως δεν υπακούουν και ο Προφήτης προλέγει την καταστροφή τους.
Ο Προφήτης Ιερεμίας λιθοβολήθηκε από τους συμπατριώτες του στην πόλη Τάφνα της Αιγύπτου ή απήχθη μαζί με τον Βαρούχ αιχμάλωτος από τον βασιλέα Ναβουχοδονόσωρ σε κάποια εισβολή του στην Αίγυπτο το 568 π.Χ., ως λέγει κάποια Ραββινική παράδοση.
Η Σύναξη αυτού ετελείτο στο ναό του Αποστόλου Πέτρου, που ήταν κοντά στην Μεγάλη Εκκλησία.
Το βιβλίο του Προφήτη Ιερεμία στην Παλαιά Διαθήκη δεν παρουσιάζει μόνο υψηλές θρησκευτικές ιδέες, αλλά κυρίως μια ζωηρή θρησκευτική προσωπικότητα, διότι ο Ιερεμίας δεν κήρυττε μόνο, αλλά ζούσε την διδασκαλία αυτή με τόση επιμονή, ώστε όχι μόνο ο θάνατός του υπήρξε μαρτυρικός, αλλά και ολόκληρη η ζωή του ήταν ένα διαρκές μαρτύριο. Η διδασκαλία του Προφήτη Ιερεμία αφορούσε, α) τον άνθρωπο, β) τον Θεό και γ) το λαό του Θεού. Κέντρο και των τριών αυτών είναι η καρδιά, η βάση της προσωπικότητας του ανθρώπου.
Απολυτίκιο:
Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.
Εκ γαστρός ηγιάσθης τη προγνώσει του Κτίσαντος, και προφητικής επληρώθης εκ σπαργάνων συνέσεως, εθρήνησας την πτώσιν Ισραήλ, σοφέ Ιερεμία εν στοργή, διά τούτο ως Προφήτην και Αθλητήν, τιμώμεν σε κραυγάζοντες, δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω χορηγούντι διά σού, ημίν τα κρείττονα.