Σάββατο 23 Μαΐου 2026

ΝΥΝ ΕΓΝΩΚΑΝ ΟΤΙ ΠΑΝΤΑ ΟΣΑ ΔΕΔΩΚΑΣ ΜΟΙ ΠΑΡΑ ΣΟΥ ΕΣΤΙΝ

 


«Νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν· ὅτι τὰ ῥήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας» (Ιωάν. 17, 7-8).

«Αὐτοὶ τώρα ξέρουν πὼς ὅλα ὅσα μοῦ ἔδωσες προέρχονται ἀπὸ σένα· γιατὶ τὶς διδαχὲς ποὺ μοῦ ἔδωσες, ἐγὼ τὶς ἔδωσα σ’ αὐτούς, κι αὐτοὶ τὶς δέχτηκαν καὶ ἀναγνώρισαν πὼς πραγματικὰ ἀπὸ σένα προέρχομαι, καὶ πίστεψαν πὼς ἐσὺ μὲ ἔστειλες στὸν κόσμο». 

            Λίγο πριν το εκούσιο Πάθος Του ο Κύριός μας προσεύχεται στον κήπο της Γεθσημανή για τους μαθητές Του και για όλους τους ανθρώπους. Αναφέρεται στον Πατέρα του και λέει χαρακτηριστικά ότι πλέον οι μαθητές Του έχουν επίγνωση πως όλα όσα ο Χριστός τους είπε προέρχονται και εκφράζουν τον Πατέρα. Έχουν επίγνωση ότι ο Χριστός είναι Θεός και ότι ήρθε στον κόσμο εκπληρώνοντας το θέλημα του Πατρός. Ήρθε στον κόσμο ως τέλειος Θεός και ως τέλειος άνθρωπος, δύο φύσεις ενωμένες σε ένα Πρόσωπο, για να δώσει στον άνθρωπο την ευκαιρία να κάνει ένα νέο ξεκίνημα στην κλήση του που είναι να γίνει παιδί του Θεού, να μοιάσει τον Θεό ενεργοποιώντας το κατ’ εικόνα, όχι στην πρόσκαιρη αυτοθεωμένη εκδοχή του, αλλά στην αιώνια Θεοκοινωνούμενη νέα πραγματικότητα.

            Πόσο αντιλαμβανόμαστε εμείς, ως τέκνα πνευματικά των μαθητών του Χριστού, αυτήν την κλήση; Πόσο αντιλαμβανόμαστε ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού και ήρθε στον κόσμο απεσταλμένος του Πατρός εν Αγίω Πνεύματι, για να μας δείξει τον τρόπο της υπέρβασης του πρόσκαιρου εαυτού, του βασανιζόμενου από ένα «εγώ», που τα θέλει όλα δικά του και που δεν είναι σε θέση να βρει άλλο νόημα, παρά στρεφόμενο προς τον κόσμο αυτό και τα όσα εκείνος τάζει ή ζητά; Αν το αντιλαμβανόμασταν, θα ήταν η αγάπη το κλειδί της ζωής μας, σε ό,τι κι αν κάναμε. Θα ήταν η Εκκλησία ως τρόπος και κοινότητα η ζωή μας. Θα ήταν η αναζήτηση και βίωση της καλοσύνης, της συγχωρητικότητας, της εμπιστοσύνης στην πρόνοια του Θεού, ακόμα και στους σταυρούς, η ζωή μας. Θα ήταν η πνευματικότητα που θα μας έκανε να βλέπαμε τον πλησίον και τον κόσμο όχι ως πεδίο ανταγωνισμού και εξουσίας, αλλά ως τρόπο συνύπαρξης και συμπόρευσης, με γαληνεμένη καρδιά και ανοιχτή αγκαλιά.

            Πιστεύουμε αρκετά σε έναν Χριστό είτε του Αρείου είτε των Μονοφυσιτών. Έναν Χριστό κτίσμα, ο Οποίος υπάρχει για τα συμφέροντά μας. Έναν Χριστό χωρίς σώμα, χωρίς ανάγκες ανθρώπινες, μόνο Θεό, που είναι μακριά από εμάς και υπάρχει μόνο για να μας δικάζει ή να μας δικαιώνει. Δεν πιστεύουμε σε έναν Χριστό που στέργει στην αδυναμία μας, αλλά περιμένει όμως και τη συνέργειά μας. Κι αυτό φαίνεται από τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τους συνανθρώπους μας, ακόμη κι αν ομνύουμε στη δογματική καθαρότητα.

            Οι θρήσκοι της εποχής μας και κάθε εποχής έχουν ως έγνοια τους τον φόβο μη χάσουν. Όσοι όμως αγαπούν τον Χριστό αληθινά, δεν φοβούνται να χάσουν, για να κερδίσουν διά της αγάπης τον πλησίον τους για χάρη του Θεού. Συγκαταβαίνουν, δίνουν ευκαιρίες, ελπίζουν, αναζητούν την λιγοστή, έστω, ομορφιά στο κακό που βγαίνει προς τα έξω. Δεν ανησυχούν για τον κόσμο και τη ζωή, γιατί ξέρουν πως τον τελευταίο λόγο τον έχει ο Θεός. Και προσεύχονται στον Χριστό της Εκκλησίας, γιατί γνωρίζουν πως η συνάντηση μαζί Του είναι ο προορισμός της ζωής αυτής, αλλά και της αιωνιότητας. Τον κοινωνούν εν τη Εκκλησία και εν τω πλησίον και προσδοκούν ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος.

            Η Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου είναι μία πρόσκληση να ξαναδούμε Ποιος είναι ο Χριστός που πιστεύουμε. Ο Θεάνθρωπος που φανερώνει τον Πατέρα και εν Αγίω Πνεύματι και εν τη Εκκλησία αλλάζει τη ζωή μας ή ο βολικός Θεός που εκπληρώνει επιθυμίες, δικαιώνει και αυτοδικαιώνει και που θα είναι η μεταφυσική μας εγγύηση, χωρίς να μας νοιάζουν οι άλλοι, αρκεί εμείς να σωθούμε; Ας προβληματιστούμε εν τη Εκκλησία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός