Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Γνόφον άυλον, τεθεαμένος, νόμον ένθεον, πλαξίν εδέξω, ως θεάμων μυστηρίων του Πνεύματος και καταπλήξας την Αίγυπτον θαύμασι, δημαγωγός Ισραήλ εχρημάτισας. Μωυσή ένδοξε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημιν το μέγα έλεος.
Αυτή η κουλτούρα της ευεξίας μοιάζει να συνδέεται με τον δικαιωματισμό των καιρών μας. Δεν είναι μόνο ότι έχουμε δικαίωμα να κάνουμε όποια επιλογή κρίνουμε ότι μας εκφράζει, αρκεί να μη βλάπτουμε τους άλλους. Είναι και το ότι δικαιούμαστε, καθώς έχουμε μόνο μία ζωή, να λειτουργούμε με μια αυτοεικόνα, κυρίως σωματική, που να μας κάνει να αισθανόμαστε καλά. Στην πνευματική μας παράδοση η ακηδία είναι αμαρτία, καθώς αποτελεί έκφραση ραθυμίας να βρούμε τον Θεό και να να παλέψουμε εναντίον των παθών μας. Στην κουλτούρα της ευεξίας η ακηδία είναι ένα άλλο είδος αμαρτίας, που στρέφεται εναντίον του εαυτού μας. Είμαστε ράθυμοι να κάνουμε την ύπαρξή μας να είναι η καλύτερη δυνατή. Μόνο που εδώ δεν έχει να κάνει με την ομοίωση του Θεού, την βίωση των δυνατοτήτων του «κατ’ εικόνα» με το οποίο είμαστε εφοδιασμένοι, αλλά με την απώλεια της ευκαιρίας να είμαστε όμορφοι, δυνατοί, καλλιεργημένοι, αξιοπρόσεκτοι, για να είμαστε καλά.
Κάποιοι μπορεί να αναρωτηθούν: μα ο Θεός δεν μας θέλει να προσέχουμε το σώμα μας; Δεν είναι το σώμα μας και αυτό δώρο του Θεού; Προφανώς δεν μπορούμε να δώσουμε αρνητική απάντηση. Ποιο είναι όμως το μέτρο; Το να προσέχουμε το σώμα μας σημαίνει να το φροντίζουμε με μέτρο, χωρίς να το θεοποιούμε. Το να κοιτάμε την υγεία μας είναι σημαντικό, αλλά το να έχουμε την αίσθηση πως θα μείνουμε άτρωτοι και αθάνατοι είναι αυταπάτη. Η σάρκα παρέρχεται. Η ψυχή είναι αθάνατη. Η αλήθεια αυτή είναι αδιάψευστη. Όταν λοιπόν πιστεύουμε ότι η εικόνα μας είναι αυτή που μετρά για να είμαστε καλά, τότε χάνουμε τον πνευματικό μας προσανατολισμό.
Η κουλτούρα της ευεξίας κάνει τον άνθρωπο να λειτουργεί αυτόνομα, να ταυτίζει την ευτυχία, τον σκοπό, το περιεχόμενο της ζωής με το να είναι και να αισθάνεται αυτός καλά. Κάποιοι λένε ότι μόνο έτσι μπορείς να βοηθήσεις τους άλλους, με το να είσαι εσύ καλά, πιστεύοντας στον εαυτό σου. Πώς όμως μπορείς να προσφέρεις στους άλλους, θυσιάζοντας κάτι από το εγώ σου, όταν η προτεραιότητά σου είναι αυτό κυρίως και, κάποτε, αποκλειστικά; Πού πάει η αγάπη, όταν δεν αφήνεις χώρο για το «εμείς»; Λειτουργεί αντίστροφα το ερώτημα: μήπως γίνεσαι καλά, όταν προσφέρεις; Χωρίς να περιφρονείς τον εαυτό σου και το σώμα σου, μήπως τελικά χρειάζεται να βρεις την ψυχή σου και το νόημα της, για να υπάρχει γνήσια ευεξία;
Η σχέση με τον Θεό νοηματοδοτεί την ύπαρξη. Της δίνει τα μέτρα της και τις ισορροπίες που λείπουν. Της αφήνει τελικά χώρο και για τον άλλον, καθώς στο «εμείς» βρίσκεται η ευεξία που διαρκεί. Μόνο που θέλει θυσία και προσφορά και όχι εγωπάθεια. Θέλει Εκκλησία.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Ἡ Ὄαση
Κάποτε κάποιος νεαρὸς μόλις ἔφτασε σὲ μιὰ ὄαση στὴ μέση τῆς ἐρήμου τῆς Ἰουδαίας, συνάντησε τὸν γέρο – Ἐλισαῖο καὶ τὸν ρώτησε:
-Τί εἴδους ἄνθρωποι ζοῦν σ’ αὐτὸν τὸν τόπο, γέροντα;
-Τί εἴδους ἄνθρωποι ζοῦσαν στὸν τόπο σου, παιδί μου; Ρώτησε μὲ τὴ σειρὰ του ὁ γέροντας.
-Μιὰ κοινωνία ἐγωιστῶν καὶ κακῶν, ἀπάντησε ὁ νεαρός, εἶμαι χαρούμε νος ποὺ ἔφυγα ἀπὸ κοντά τους.
-Τοὺς ἴδιους θὰ βρεῖς κι ἐδῶ, παιδί μου, ἀπάντησε στοχαστικὰ ὁ γέρο – Ἐλισαῖος.
Τὴν ἴδια μέρα πέρασε ἀπὸ τὴν ὄαση νὰ πιεῖ νερὸ καὶ νὰ ξεκουραστεῖ ἕνας ἄλλος νεαρὸς καὶ ρώτησε τὸν γέρο – Ἐλισαῖο:
-Γέροντα, τί εἴδους ἄνθρωποι ζοῦν ἐδῶ;
Ὁ γέροντας ἀπάντησε μὲ τὴν ἴδια ἐρώτηση:
-Τί εἴδους ἄνθρωποι ζοῦν στὸν τόπο ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔρχεσαι, παιδί μου;
Ὁ νεαρὸς ἀπάντησε:
-Μιὰ θαυμάσια ὁμάδα ἀνθρώπων, φιλική, εἰλικρινής, φιλόξενη. Εἶναι πολὺ λυπηρὸ ποὺ πρέπει νὰ τοὺς ἀφήσω.
-Τὸν ἴδιο τύπο ἀνθρώπων θὰ συναντήσεις κι ἐδῶ, εἶπε ὁ γέρο- Ἐλισαῖος.
Ὁ μικρὸς ἐγγονός του ποὺ ἄκουσε τὶς συνομιλίες τὸν ρώτησε σὰν ἔμειναν οἱ δυό τους:
-Παππού, πῶς γίνεται νὰ δώσεις τόσο διαφορετικὲς ἀπαντήσεις στὴν ἴδια ἐρώτηση;
Κι ὁ γέρο-Ἐλισαῖος ἀπάντησε:
-Ἄκου, παιδί μου. Ὁ καθένας μας κουβαλᾶ στὴν καρδιὰ του τὸ περιβάλλον στὸ ὁποῖο ζεῖ.
Αὐτός, ποὺ δὲ βρῆκε τίποτε καλὸ στὰ μέρη ἀπὸ ὅπου πέρασε δὲν θὰ συναντήσει οὔτε κι ἐδῶ κάτι καλό. Ἐκεῖνος ποὺ συνάντησε φίλους ἐκεῖ θὰ βρεῖ κι ἐδῶ.
Κι αὐτὸ διότι στὴν πραγματικό τητα ἡ ψυχικὴ στάση εἶναι τὸ μόνο πράγμα στὴ ζωή μας ποὺ μποροῦμε νὰ ἐλέγχουμε ἀπόλυτα.
Αὐτὸ μὴν τὸ ξεχνᾶς ποτὲ καθὼς θὰ μεγαλώνεις!
Για να κοπάσει αυτός ο πόλεμος, πρέπει πρώτα να γνωρίζεις πότε αμαρτάνεις και πότε όχι:Δεν αμαρτάνεις όταν ο νους, η βούληση, δε συγκατατίθεται στους λογισμούς, πολύ περισσότερο όταν τους αποστρέφεται ή τους περιφρονεί.
Αμαρτάνεις, κάποτε και θανάσιμα, όταν ο νους αυτοπροαίρετα συγκρατεί τους λογισμούς και η καρδιά ηδύνεται και ευχαριστείται μ’ αυτούς.
Να τους φανερώνεις στον πνευματικό σου με την εξομολόγηση.
Να προσεύχεσαι στον Κύριο με θέρμη, αναθέτοντας σ’ Εκείνον την ασθένειά σου και ομολογώντας την αδυναμία σου.
Να καλλιεργείς μέσα σου τη συντριβή του νου, την αυτομεμψία και, γενικά, ταπεινό φρόνημα.
Ν’ αγαπήσεις τη νηστεία, που θανατώνει προ παντός τους σαρκικούς λογισμούς.
Ν’ αγαπήσεις τους σωματικούς κόπους και μόχθους, που ταπεινώνουν το σώμα και πνίγουν μέσα στον ιδρώτα σου τις πανουργίες των δαιμόνων.
Να ζεις συνέχεια με τη μνήμη του θανάτου και της φοβερής κρίσεως του Θεού.
Ν’ αντιπαραθέτεις στους ρυπαρούς λογισμούς άλλους λογισμούς, υγιείς και θεάρεστους.

του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου
Παρά το γεγονός της βεβαιότητας του θανάτου οι άνθρωποι δεν θέλουν να τον σκέφτονται. Θεωρούν πως η μνήμη του θανάτου όπως λέγεται στη γλώσσα της ορθόδοξης πνευματικότητας είναι υπόθεση μακάβρια .Εντούτοις η εκκλησία ζητά από τους πιστούς και να σκέπτονται το θάνατο και να συμφιλιωθούν μαζί του ."Ο χρόνος του βίου τρέχει τι μάτην ταρατώμεθα "λέγει ο Άγιος Ανδρέας Κρήτης .
Κάθε μέρα συναντάμε το θάνατο διάγουμε όμως στη ζωή μας σαν πρόκειται να μην πεθάνουμε ποτέ ,Κι όμως αν συχνά σκεφτόμαστε το θάνατο τότε πολύ διαφορετικός θα ήταν ο τρόπος της ζωής .Ο σοφός Σειράχ στην Παλαιά Διαθήκη συνιστά :"εν πάσι τοις έργοις σου μημνήσου τα έσχατα σου και εις τον αιώνα ου μη αμαρτήσεις" Δηλαδή για κάθε πράγμα που πρόκειται να επιτελέσεις αυτή τη ζωή να θυμάσαι ότι θα πεθάνεις και τότε δεν πρόκειται ποτέ να αμαρτήσεις.
Πράγματι . Γιατί παραβαίνουν οι άνθρωποι τις εντολές του Θεού; Μα γιατί δεν σκέφτονται ότι θα πεθάνουν ,νομίζουν ότι θα είναι σε αυτή τη ζωή αιώνιοι κι όμως έρχεται η ώρα του θανάτου και ο άνθρωπος προσγειώνεται με τρόπο τραγικό .
Πολλές φορές εμείς οι άνθρωποι ζητάμε να μάθουμε ένα τρόπο για να μην αμαρτάνουμε . Λοιπόν αυτός είναι ο καλύτερος .Όταν σκεφτόμαστε δηλαδή ότι θα πεθάνομε έτσι διατηρούμε νηφαλιότητα και ψυχραιμία αλλά και αντιλαμβανόμενοι τη ματαιότητα των ανθρώπινων πραγμάτων δεν χρησιμοποιούμε αμαρτωλές μεθόδους είτε για να επιβιώσουμε είτε για να κατακτήσουμε κάτι που χρειαζόμαστε .
Λεμεσού Αθανασίου
Το πιο μεγάλο δώρο που μπορούμε να κάνουμε στα παιδιά μας είναι την παρουσία μας. Είναι την αρμονία της οικογένειας μας. Γι' αυτή την αρμονία πρέπει να θυσιάσουμε πράγματα τα οποία κάνουμε. Ακόμη και πράγματα τα οποία μπορεί να μας φαίνονται απαραίτητα, γιατί πρέπει να καταλάβουμε ότι το πιο απαραίτητο πράγμα είναι αυτή η ειρήνη, αυτός ο πλούτος που δεν εξαρτάται από εξωτερικά πράγματα.
Ο όρος προήλθε από τη συνήθεια των Ρωμαίων αυτοκρατόρων να ορίζουν διά θεσπίσματος για διάστημα δεκαπέντε ετών το ποσό του ετήσιου φόρου που εισέπρατταν αυτή την εποχή για τη συντήρηση του στρατού. Κατ’ επέκταση καθιερώθηκε να ονομάζονται ινδικτίωνες και οι δεκαπενταετείς αυτοί κύκλοι που άρχισαν επί Καίσαρος Αυγούστου, τρία χρόνια από τη γέννηση του Χριστού.
Από τις αρχές, άλλωστε, του 4ου αιώνα μ.Χ. ο Σεπτέμβριος καθιερώθηκε ως η αρχή του εκκλησιαστικού αλλά και του πολιτικού έτους, επειδή η 1η Σεπτεμβρίου συνέπιπτε με την αρχή της ινδικτιώνος. Ακόμη και σήμερα, άλλωστε, η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία εξακολουθεί να εορτάζει την 1η Σεπτεμβρίου ως «αρχή της ινδίκτου». Όπως μας πληροφορεί η Μαρίνα Δετοράκη υπεύθυνη του ερευνητικού Εργαστηρίου Παλαιογραφίας και Αρχείου Μικροταινιών του Τμήματος Φιλολογίας Πανεπιστημίου Κρήτης:
«Η λέξη ινδικτιών σημαίνει κατ’ αρχήν τον προσδιορισμό του ετήσιου ποσού που έπρεπε να καταβάλλουν οι Ρωμαίοι πολίτες ως φόρο. Συνεκδοχικά, πήρε τη σημασία της οικονομικής χρονιάς, και όταν οι φόροι ρυθμίζονταν με βάση μια περίοδο περισσοτέρων ετών, ινδικτιών ονομάστηκε το σύνολο αυτών των ετών… Κατέληξε έτσι να σημαίνει ένα θεσμοθετημένο κύκλο 15 ετών, συνεχώς επαναλαμβανόμενο (όπως η εβδομάδα ή ο μήνας), που χρησιμοποιήθηκε για τη χρονολόγηση πράξεων και γεγονότων… που τελικά παγιώθηκε ως το δημοφιλέστερο σύστημα χρονολόγησης για τους Βυζαντινούς, και η 1η Σεπτεμβρίου ως η αρχή του έτους τους».
Τι σημαίνει αρχή Ινδίκτου
Επειδή ο Σεπτέμβριος είναι εποχή συγκομιδής καρπών και προετοιμασίας για τον νέο κύκλο βλαστήσεως, ταίριαζε να εορτάζουν οι χριστιανοί την αρχή της γεωργικής περιόδου αποδίδοντας ευχαριστίες στον Θεό για την εύνοιά του προς την κτίσι. Είναι αυτό που ήδη έκαναν οι Ιουδαίοι σύμφωνα με τις εντολές του Μωσαϊκού Νόμου· την πρώτη δηλαδή ημέρα του εβδόμου ιουδαϊκού μηνός, αρχές Σεπτεμβρίου, τελούσαν την εορτή της Νεομηνίας ή των Σαλπίγγων, κατά την οποίαν εσχόλαζαν από κάθε εργασία, για να προσφέρουν θυσίες ολοκαυτωμάτων «εις οσμήν ευωδίας Κυρίω» (Λευϊτ. 23,18).
Ο Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο δημιουργός του χρόνου και του σύμπαντος, ο προάναρχος Βασιλεύς των αιώνων, ο οποίος εσαρκώθη, για να αποκαταλλάξη τα πάντα εις Εαυτόν και να συναγάγη Ιουδαίους και εθνικούς εις μίαν Εκκλησίαν, ήθελε να ανακεφαλαιώση εν Εαυτώ τον αισθητό κόσμο και τον γραπτό Νόμο. Έτσι, αυτήν την ημέρα που η φύσις ετοιμάζεται να διατρέξη ένα νέο κύκλο εποχών, εορτάζουμε το γεγονός, κατά το οποίο ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εισήλθε στην Συναγωγή και ανοίγοντας το βιβλίο του Ησαϊου ανέγνωσε το χωρίο, όπου ο Προφήτης ομιλεί επ’ ονόματι του Σωτήρος «Πνεύμα Κυρίου επ’ εμέ, ού είνεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, κηρύξαι ενιαυτόν (= έτος) Κυρίου δεκτόν» (Λουκ. 4,18).
Όλες οι Εκκλησίες, συναθροισμένες «επί το αυτό», αναπέμπουν σήμερα
δοξολογία προς τον ένα τρισυπόστατο Θεό, ο οποίος διαμένει στην αιώνια
μακαριότητα, διακρατεί τα πάντα εν τη ζωή και στέλνει άφθονες τις
ευλογίες του κάθε εποχή στα κτίσματά του. Ο ίδιος ο Χριστός ανοίγει τις
θύρες του νέου έτους και μας προσκαλεί να τον ακολουθήσωμε, για να
γίνωμε μέτοχοι της αιωνιότητός του.
(Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπό Μακαρίου ιερομονάχου Σιμωνοπετρίτου, εκδ. Ίνδικτος)
Πώς καθιερώθηκε η 1η Σεπτεμβρίου ως αρχή του εκκλησιαστικού έτους;
Τα περισσότερα ημερολόγια στην περιοχή της Ανατολής είχαν ως πρωτοχρονιά την 24η Σεπτεμβρίου, ημέρα της φθινοπωρινής ισημερίας. Επειδή, όμως, στις 23 Σεπτεμβρίου ήταν τα γενέθλια του Αυτοκράτορα της Ρώμης Οκταβιανού, η πρωτοχρονιά μετατέθηκε στις 23 του ίδιου μήνα, ημέρα η οποία καθορίστηκε ως αρχή της Ινδίκτου, της περιόδου, δηλαδή, του ρωμαϊκού διατάγματος για τον φόρο που ίσχυε για δεκαπέντε χρόνια.
Έτσι, Ίνδικτος κατέληξε να σημαίνει αργότερα το έτος και αρχή της Ινδίκτου η πρωτοχρονιά. Αυτή την πρωτοχρονιά βρήκε η Εκκλησία και της προσέδωσε χριστιανικό νόημα και περιεχόμενο, αφού τοποθέτησε σε αυτή την εορτή της σύλληψης του Τιμίου Προδρόμου, που αποτελεί και το πρώτο γεγονός της Ευαγγελικής ιστορίας.
Το 462 μ.Χ. για πρακτικούς λόγους αλλά και για να συμπίπτει η πρώτη του έτους με την πρώτη του μήνα, η εκκλησιαστική πρωτοχρονιά μετατέθηκε την 1η Σεπτεμβρίου. Η πρωτοχρονιά της 1ης Ιανουαρίου έχει ρωμαϊκή προέλευση και ήρθε στην ορθόδοξη ανατολή κατά τα νεότερα χρόνια.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι λίγα χρόνια πριν, η Εκκλησία όρισε την 1η Σεπτεμβρίου ως ημέρα αφιερωμένη στο φυσικό περιβάλλον.
Η Ίνδικτος κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη
«Πρέπει να ηξεύρωμεν, αδελφοί, ότι η του Θεού αγία Eκκλησία εορτάζει
σήμερον την Iνδικτιώνα, διά τρία αίτια. Πρώτον, επειδή και αυτή είναι
αρχή του χρόνου. Διά τούτο και κοντά εις τους παλαιούς Pωμάνους πολλά
ετιμάτο αυτή εξ αρχαίων χρόνων. Iνδικτιών δε κατά την ρωμαϊκήν, ήτοι
λατινικήν γλώσσαν, θέλει να ειπή ορισμός. Kαι δεύτερον εορτάζει ταύτην η
Eκκλησία, επειδή και κατά την σημερινήν ημέραν, επήγεν ο Kύριος ημών
Iησούς Xριστός μέσα εις την Συναγωγήν των Iουδαίων, και εδόθη εις αυτόν
το Bιβλίον του Προφήτου Hσαΐου, καθώς γράφει ο Eυαγγελιστής Λουκάς
(Λουκ. δ΄). Tο οποίον Bιβλίον ανοίξας ο Kύριος, ω του θαύματος! ευθύς
εύρε τον τόπον εκείνον, ήτοι την αρχήν του εξηκοστού πρώτου κεφαλαίου
του Hσαΐου, εις το οποίον είναι γεγραμμένον διά λόγου του τα λόγια
ταύτα:
«Πνεύμα Kυρίου επ’ εμέ, ου ένεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμμένους την καρδίαν, κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν, αποστείλαι τεθραυσμένους εν αφέσει, κηρύξαι ενιαυτόν Kυρίου δεκτόν». Aφ’ ου δε ανέγνωσεν ο Kύριος τα περί αυτού λόγια ταύτα, εσφάλισε το Bιβλίον και το έδωκεν εις τον υπηρέτην. Έπειτα καθίσας, είπεν εις τον λαόν «ότι σήμερον ετελειώθησαν οι λόγοι της Προφητείας ταύτης εις τα εδικά σας αυτία». Όθεν ο λαός ταύτα ακούων, εθαύμαζε διά τα χαριτωμένα λόγια, οπού εύγαινον εκ του στόματός του, ως τούτο γράφει ο αυτός Eυαγγελιστής Λουκάς (αυτόθι).
Eίναι δε και τρίτη αιτία, διά την οποίαν η Eκκλησία του Xριστού κάμνει σήμερον ενθύμησιν της Iνδίκτου, και εορτάζει την αρχήν του νέου χρόνου: ήγουν, ίνα διά μέσου της υμνωδίας και ικεσίας, οπού προσφέρομεν εις τον Θεόν εν τη εορτή ταύτη, γένη ο Θεός ίλεως εις ημάς, και ευλογήση τον νέον χρόνον, και χαρίση τούτον εις ημάς ευτυχή και γεμάτον από όλα τα σωματικά αγαθά. Kαι ίνα φωτίση τας διανοίας μας, εις το να περάσωμεν όλον τον χρόνον καθαρώς και με αγαθήν συνείδησιν, και εις το να ευαρεστήσωμεν τω Θεώ, με την φύλαξιν των εντολών του. Kαι ούτω να τύχωμεν των εν Oυρανοίς αιωνίων αγαθών».
Καλό Εκκλησιαστικό έτος
«Ο θυμός καθ’ εαυτόν είναι φυσικός. Όπως τα νεύρα στο σώμα. Είναι και αυτός νεύρον ψυχής και οφείλει να τον μεταχειρίζεται ο καθείς εναντίον των δαιμόνων, ανθρώπων αιρετικών, και παντός κωλύοντος από την όδόν του Θεού. Εάν δε θυμώνεις κατά των ομοψύχων αδελφών ή, εκτός εαυτού γενόμενος, χαλάς τα έργα των χειρών σου, γίνωσκε ότι κενοδοξίαν νοσείς και κάμνεις παράχρησιν του νεύρου της ψυχής. Απαλλάττεσαι δε διά της αγάπης προς πάντας και αληθούς ταπεινώσεως.
Διά τούτο όταν σοι έλθει θυμός κλείσε το στόμα σου δυνατά και μη ομιλήσεις εις τον υβρίζοντα ή ατιμάζοντα ή ελέγχοντα ή πολυειδώς σε πειράζοντα άνευ λόγου.
Ο άνθρωπος είναι πλασμένος ήμερος και λογικός και επομένως ο θυμός δεν αρμόζει ουδέποτε εις την φύσιν του, ενώ με την αγάπην πάντοτε ευδοκιμεί και υποτάσσεται. Με το καλό και με την αγάπην μπορείς να κάμεις πολλούς να ημερέψουν και αν κανείς είναι καλοπροαίρετος, τον κάμνεις ογλήγορα να συμμορφωθεί, να γένη Άγγελος Θεού».
«Μη ζητήσεις ποτέ σου να ευρείς το δίκαιον, διότι τότε έχεις το άδικον. Αλλά μάθε να υπομένεις ανδρείως τους πειρασμούς, οιουσδήποτε και αν επιτρέψει ο Κύριος. Χωρίς πολλές δικαιολογίες να λέγεις «Ευλόγησον»! Και χωρίς να σφάλλεις να μετανοείς ότι έσφαλες. Εν επιγνώσει ψυχής και όχι απ’ έξω, δι΄ έπαινον, να λέγεις πως έσφαλες και μέσα να κατακρίνεις. Μη ζητάς εις τις θλίψεις σου παράκληση από τους ανθρώπους, διά να παρακληθείς από τον Θεόν. Μη νομίζεις ανάπαυσιν οπόταν ομιλήσεις, εάν ζητήσεις να ευρείς το δίκαιον. Το δίκαιον είναι να υπομείνεις ανδρείως τον επερχόμενον πειρασμόν διά να βγης νικητής καν έπταισες ή δεν έπταισες. Ει δε και λέγεις «μα διατί;» μάχεσαι τον Θεόν, τον αποστείλαντα λυπηρά διά την εμπαθή σου κατάσταση».