Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

Χαρά στους ανθρώπους που θα κρατήσουν για 40 ημέρες το «Χριστός Ανέστη», για να υπενθυμίζουνε και στους άλλους

 

Καί τό πρωΐ
«Χριστός Ἀνέστη»
καί τό μεσημέρι «Χριστός Ἀνέστη»
καί τό βράδυ
«Χριστός Ἀνέστη»…

Χαρά στούς ἀνθρώπους πού θά ‘θελαν νά κρατήσουν γιά 40 ἡμέρες τό «Χριστός Ἀνέστη»,
γιά νά ὑπενθυμίζουνε καί στούς ἄλλους.

Ο Σατανάς έβλεπε την ανθρωπότητα του Χριστού που Σταύρωσε,
δεν έβλεπε όμως την θεότητα του Χριστού.
Ο Σατανάς έβλεπε τη Σταύρωση του Χριστού, αλλά δεν έβλεπε την Ανάσταση,
που είναι το ”Βατερλό” του, αφού συντρίφτηκε η κεφαλή του.

Γι’ αυτό ο διάβολος μισεί την υπόθεση της Αναστάσεως του Χριστού
και φροντίζει να μην γίνεται λόγος περί Αναστάσεως
και να αντικαθίσταται η ευχή: «Χριστός Ανέστη» με τα: “Χρόνια πολλά”.
Αν για παράδειγμα πεις σε έναν αιρετικό: «Χριστός Ανέστη»,
το μόνο που δεν θα σου πει είναι ”Αληθώς Ανέστη!”.
Θα σου πει
«Χρόνια πολλά».
Γιατί;
Γιατί δεν θέλουνε τον Χριστό…

Εμείς ντρεπόμαστε να πούμε «Χριστός Ανέστη»
και λέμε «Χρόνια πολλά»,
χωρίς να γνωρίζουμε οι δυστυχείς,
ότι χωρίς τον Χριστό,«Χρόνια πολλά» δεν υπάρχουνε.

Εάν ο Χριστός δεν Ανέστη, που θα πάμε;
Που πηγαίνανε οι άνθρωποι τόσες χιλιάδες χρόνια προ Χριστού;
Πηγαίνανε στον Άδη.

Από τότε που ήρθε ο Χριστός στον κόσμο,που πάνε οι άνθρωποι;
Αν θέλουν πάνε στον Άδη.Τότε πηγαίνανε, αναγκαστικά στον Άδη.
Θέλανε δεν θέλανε. Σήμερα δεν πάνε στον Άδη,αν δεν θέλουν.

Οι πρώτοι Χριστιανοί είχαν το
«Χριστός Ανέστη» εις χρήσιν για 40 ολόκληρες μέρες.
Είχε αποσυρθεί η «καλημέρα»,
είχε αποσυρθεί η «καλησπέρα»,
το «χαίρετε»
και το «καληνύχτα»… αυτά είχανε αποσυρθεί, είχανε αντικατασταθεί!
Επί 40 ολόκληρες ημέρες ο χαιρετισμός ήταν «Χριστός Ανέστη».
Και το πρωΐ
«Χριστός Ανέστη»
και το μεσημέρι «Χριστός Ανέστη»
και το βράδυ
«Χριστός Ανέστη».

Δυστυχώς σήμερα ξεθωριάσανε αυτοί οι ωραίοι θεσμοί,
οι διδακτικοί και δεν ακούγεται από πολλούς,
ούτε ανήμερα το Πάσχα, το«Χριστός Ανέστη»!
Χαρά στους ανθρώπους που θα ‘θελαν να κρατήσουν για 40 ημέρες
το «Χριστός Ανέστη», για να υπενθυμίζουνε και στους άλλους.

ΟΤΙ ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΕΣΤΗ.

Η ΑΓΙΑ ΕΛΙΣΑΒΕΤ


 Ποια ήταν η Αγία Ελισάβετ που εορτάζει στις 24 Απριλίου | Dogma

Η Οσία Ελισάβετ γεννήθηκε στην Ηράκλεια της Θράκης και ήταν η μοναχοκόρη του Ευνομιανού και της Ευφημίας. Όταν η ελισάβετ έγινε 12 χρονών η μητέρα της πέθανε και μετά τρία χρόνια πέθανε και ο πατέρας της. Η Ελισάβετ πήγε στην Κωσταντινούπολη στη μονή Αγίου Γεωργίου που εκεί ήταν ηγουμένη η θεία της από την μεριά του πατέρα της και έγινε μοναχή.

Οι γονείς της Αγίας Ελισάβετ ζούσαν στην Ηράκλεια της Θράκης τον 5ο αιώνα μ.Χ. Λέγονταν Ευνομιανός και Ευφημία, ήταν ξακουστοί και ονομαστοί για την φιλοξενεία τους, την αρετή τους αλλά και τα πλούτη τους. Κατοικούσαν κοντά στην Ηράκλεια, στον τόπο που από παλιά ονομαζόταν Θρακοκρήνη και αργότερα Αβυδηνοί.

Μετά από 16 χρόνια γάμου και ήταν ακόμη άτεκνοι. Γι' αυτό παρακαλούσαν αδιάκοπα τον Θεό να τους χαρίσει ένα παιδί.
Ένα παλαιό έθιμοστον τόπο που ζούσαν συγκέντρωνε τους Χριστιανοί στην μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Γλυκερίας και να γιόρταζαν μια ολόκληρη εβδομάδα. Κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, ο πατέρας της Ελισάβετ, Ευνομιανός, έβλεπε την αγία κάρα πότε να χαμογελά και πότε να λυπάται. Κάποια στιγμή τους πήρε και τους δύο γονείς ο ύπνος για λίγο. Ο Ευνομιανός είδε σε όνειρο την Αγία Γλυκερία,να του λέει ότι σύντομα θα αποκτήσουν ένα κορίτσι. Αυτό να το ονομάσετε Ελισάβετ, όπως την μητέρα του Ιωάννου του Προδρόμου και Βαπτιστή.
Ο πατέρας της Οσίας συμφώνησε και εκείνη τον σφράγισε με το σημείο του Σταυρού και έφυγε. Η γυναίκα του συνέλαβε αμέσως και μετά από τη συμπλήρωση εννέα μηνών γέννησε κορίτσι.

Όταν η Ελισάβετ έγινε δώδεκα ετών, η μητέρα της έφυγε από την πρόσκαιρη ζωή. Μετά από τρία χρόνια έφυγε από την ζωή και ο πατέρας της.
Εκείνη αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη. Έφθασε στη μονή του Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου, που είχε το όνομα «Μικρός Λόφος» και που ηγουμένη εκεί ήταν κάποια θεία από τον πατέρα της. Στη μονή αυτή απαρνήθηκε τα εγκόσμια και τις βιοτικές μέριμνες και έγινε μοναχή.

Δύο χρόνια αργότερα η ηγουμένη της μονής έφυγε από την παρούσα ζωή, αφού όρισε διάδοχό της την Οσία Ελισάβετ, την οποία εγκατέστησε ο Πατριάρχης Γεννάδιος Α' (458 - 471 μ.Χ.).
Πρίν πεθάνει ήρθε στη πατρίδα της την Ηράκλεια και προσκύνησε τους ναούς των Αγίων.
Αιστάνθηκε οτι πλησιάζει το τέλος της και επέστρεψε στο μοναστήρι. Έτσι η Οσία Ελισάβετ κοιμήθηκε με ειρήνη. Το ιερό λείψανό της ενταφιάσθηκε στο ναό του Αγίου Γεωργίου, μένοντας ακέραιο και ανέπαφο.

Ιερά Λείψανα: 

Τμήματα του Ιερού Λειψάνου της Αγίας βρίσκονται στις Μονές Αγίας Άννης Λυγαριάς Λαμίας και Νταού Πεντέλης.

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Μια συγκλονιστική σκηνή με τον Άγιο Γεώργιο μας την περιγράφει ο Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος

 

|γράφει ο εκ των “συν αυτώ”, π.Ιωάννης Παπαδημητρίου

<<Αφού πύρωσαν σιδερένια παπούτσια

(που μέσα είχαν καρφιά) 

και του τα φόρεσαν,

έφεραν άλογα, 

Αραβικά άλογα, που τρέχουν πολύ, 

και τον έδεσαν πίσω από τα άλογα.

Κι άρχισαν να τρέχουν τα άλογα 

και αυτός έπρεπε ή να τρέξει 

ή αν έπεφτε κάτω

θα γινόταν χίλια κομμάτια….

Και λέγει ο βίος του,

“το πλήθος φώναζε εναντίον του Γεωργίου 

και ούρλιαζε και έκαναν αλαλαγμούς”.

Σκεφτείτε λοιπόν εκείνη την ατμόσφαιρα!

“Ο δε γενναίος μάρτυς του Χριστού, Γεώργιος” 

-λέγει το συναξάρι-

“μετά πολλής προθυμίας έτρεχεν

λέγων εις εαυτόν”, έλεγε στον εαυτό του:

“Τρέχε Γεώργιε ίνα λάβεις τον ποθούμενο Κύριον.”

Είχε μπροστά του, 

όχι το πλήθος, 

όχι τα άλογα,

όχι την κακία των ανθρώπων

αλλά τον ποθούμενο Κύριο.

Έτρεξε δε τόσο 

ώστε πέρασε και τα άλογα >>.

 Μας κάνει εντύπωση,

 δεν λέει στον εαυτό του απλά 

“κάνε υπομονή’’,

 ‘’άντεξε’’,

που στον καιρό της δοκιμασίας

κι αυτό μαρτύριο είναι….

Λέει ‘’τρέξε’’!

Πως γίνεται να μη βλέπεις το μαρτύριο

ως καταδίωξη

και να το βλέπεις ως πορεία

προς κάποιον που ποθείς;

Γίνεται 

όταν αλλάζει η θέα των γεγονότων…

Όταν ο άνθρωπος σταθεί

«επάνω στον Σταυρό» βλέπει αλλιώς…

Ο πόνος δεν εξαφανίζεται

αλλά παύει να είναι το κέντρο.

Από εκεί πάνω όλα βλέπονται διαφορετικά…

Και φθάνει στο σημείο ο Γεώργιος

που τον καταδιώκει η μανία του πονηρού

τελικά να γίνεται εκείνος

που καταδιώκει τον ηγαπημένο της καρδιάς του…

Μα, ο πόνος θα πει κανείς!

Δεν πονούσαν οι μάρτυρες;

Φυσικά και υπέφεραν, 

δεν ανήκαν σε κάποια εξελιγμένη βιολογικά φυλή ανθρώπων

που ένιωθαν τον πόνο λιγότερο.

Αυτό που αλλάζει στους μάρτυρες

είναι η ερμηνεία της πραγματικότητας.

Βλέπεις στην λογική του κόσμου τούτου

δοκιμασία σημαίνει 

απώλεια, 

αδικία, 

κατάρα…

Για τον μάρτυρα μπορεί η δοκιμασία

να γίνει τόπος συνάντησης με Εκείνον…

Δεν γίνεται όμως στο γεγονός αυτό καθ΄αυτό

αλλά στο νόημα που δίνω

σε αυτό που μου συμβαίνει.

Να κάνουμε και μια σημαντική διευκρίνηση…

Ο Άγιος Γεώργιος δεν είδε τον Χριστό

την ώρα του μαρτυρίου.

Τον είχε ήδη ενώπιόν του.

Εμείς πολλές φορές περιμένουμε

να είμαστε σε κατάλληλη φάση

για να προσευχηθούμε, 

να αγωνιστούμε,

να κάνουμε μια καλοσύνη…

Το μαρτύριο δεν του αποκάλυψε τον Χριστό 

αλλά του αποκάλυψε πόσο βαθιά Τον αγαπά!

Η δοκιμασία δεν γίνεται ευκαιρία

ανακάλυψης της αλήθειας μου,

 έτσι κι αλλιώς,

αλλά γίνεται ευκαιρία επειδή ο Χριστός

μπορεί να είναι παρών μέσα της…

Και δεν είναι φυσικά ότι τότε

ο πόνος εξαφανίζεται, 

όχι,

αλλά εν Χριστώ παύει να είναι αδιέξοδο…

Οι μάρτυρες δεν αγάπησαν τον πόνο,

μα αγάπησαν τον Χριστό

περισσότερο από τον πόνο.

Και τότε αυτό που για άλλους είναι συμφορά

για εκείνους γίνεται πορεία

ή καλύτερα συνοδοιπορία…

Άραγε για μας ποια μπορεί να είναι τα «άλογα»;

Είτε οι εξωτερικές πιέσεις

(υποχρεώσεις, 

ρυθμοί, 

απαιτήσεις)

με απλά λόγια δηλ. η ζωή

που μας τραβάει μπροστά 

χωρίς να μας ρωτά…

Οι εσωτερικές κινήσεις

(φόβος, 

άγχος, 

θυμός, 

ανάγκη ελέγχου)

που δεν μας τραβούν απ’ έξω

αλλά μας σέρνουν από μέσα…

Οι προσκολλήσεις

(εικόνα που θέλω να έχω, 

ασφάλεια, 

αναγνώριση).

Ακόμα ακόμα κι ο συνεχής εσωτερικός διάλογος,

αυτό το «γιατί σε μένα;», 

το «δεν είναι δίκαιο»

που πολλές φορές πονά

περισσότερο κι από το ίδιο το γεγονός…

Ο Άγιος Γεώργιος

δεν σταματά τα άλογα, 

δεν σπάει τα δεσμά.

Αλλάζει κατεύθυνση μέσα στην ίδια κίνηση!

Ενώ τον σέρνουν, 

εκείνος λέει «τρέχε».

Τα άλογα υπάρχουν, 

η ταχύτητα υπάρχει,

ο κίνδυνος υπάρχει,

αλλά δεν τον ορίζουν εσωτερικά.

Το ερώτημα για εμάς δεν είναι

«Πώς θα σταματήσουν τα άλογα;»

(συχνά δεν σταματούν).

Αλλά ποιος ορίζει την κατεύθυνση;

Με σέρνουν, 

ή μετατρέπω

το σύρσιμο σε πορεία συνάντησης

με την αλήθεια μου

αλλά και με την Αλήθεια (Χριστό);

Ίσως τελικά η μεγαλύτερη νίκη

μέσα στο μαρτύριο δεν είναι 

ότι απλά αντέξαμε

αλλά ότι με την χάρη του Θεού

δεν αφήσαμε τίποτε να μας κλέψει τον πόθο

για την ζωή και την Όντως Ζωή…

Ο Θρησκευτικός - Παραθρησκευτικός χαρακτήρας των πολεμικών τεχνών

 

pireos athlitismos 1

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ, μιλά για τον Θρησκευτικό - Παραθρησκευτικό χαρακτήρα των πολεμικών τεχνών.


 

ΦΟΒΑΤΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ;

           


 Ο πρόσφατος λόγος του Πάπα Λέοντος ότι δεν φοβάται τον Αμερικανό Πρόεδρο και την παντοδυναμία των όπλων και της εξουσίας του, φέρνει ξανά στο προσκήνιο το ερώτημα κατά πόσον η Εκκλησία έχει ανάγκη την εξουσία κάθε μορφής και κατά πόσον τη φοβάται. Στην καθ’ ημάς ορθόδοξη παράδοση ισχύει η “συναλληλία” Εκκλησίας και Πολιτείας. Το κράτος, αναγνωρίζοντας την ορθόδοξη πίστη ως την επικρατούσα θρησκεία της πατρίδας μας, προσφέρει σε αυτήν κάποια προνόμια, σε συνέχεια των μεγάλων αγώνων της Εκκλησίας για να κρατηθεί ζώσα η ταυτότητα και η ιδιοπροσωπία του Ελληνισμού στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας και της Βενετοκρατίας. Τα προνόμια αυτά όμως δεν είναι λόγος για να σταματήσει η Εκκλησία να έχει άποψη για ό,τι τεκταίνεται στην κοινωνία και για τις όποιες αποφάσεις της Πολιτείας, ιδίως αν αυτές έχουν σχέση με ζητήματα πίστης.

             Η Εκκλησία έχει λόγο για τη ζωή των ανθρώπων και οφείλει αυτόν τον λόγο να τον καταθέτει. Είναι μάλλον αναπόφευκτο ο λόγος να είναι ελεγκτικός των κακώς πεπραγμένων. Ό,τι ακολουθεί την αλήθεια του Ευαγγελίου, συνήθως έρχεται σε ρήξη με τη νοοτροπία του κόσμου. Η Εκκλησία ουδέποτε φοβήθηκε να κρατήσει ακαινοτόμητη την διδασκαλία της, μόνο και μόνο για να μην διακινδυνεύσει την εκδήλωση της οργής της Πολιτείας. Δεν έχει ανάγκη η Εκκλησία την Πολιτεία, για να επιβιώσει. Ζητά όμως η Εκκλησία να υπάρχει γαλήνη στις σχέσεις της με την Πολιτεία, ώστε να έχουμε “ήρεμον και ησύχιον βίον”, όπως προσευχόμαστε στη θεία λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου.

             Η Εκκλησία δεν είναι όμως ένα θεολογικό καθίδρυμα. Η παρουσία της είναι δεδομένη στην Ιστορία του κόσμου. Ζητά το “πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας”, αλλά δεν λησμονεί το “νυν”. Οι πιστοί, αλλά και όλοι οι άνθρωποι, διότι η Εκκλησία είναι Οικουμενική και το μήνυμα της πίστης δεν απευθύνεται μόνο στους πιστούς αλλά σε όλους, έχουν την ανάγκη τόσο της επιβίωσης, όσο και της ελευθερίας να εκδηλώνουν την πίστη τους δημοσίως. Επίσης, έχουν την ανάγκη να στηρίζονται και από την Εκκλησία, την οποία βλέπουν και ζούνε ως Μητέρα. Έχουν ανάγκη να ακούνε τη γνώμη της Εκκλησίας για τη ζωή και την πραγματικότητα του κόσμου. Και η Εκκλησία δεν πρέπει να κρύβεται. Χρειάζεται θάρρος και παρρησία, όπως ο Χριστός διεμήνυσε, ώστε ο λόγος να ακούγεται. Βεβαίως και δεν πρέπει να έχει την απαίτηση η Εκκλησία η Πολιτεία να συμμορφώνεται. Θα βοηθούσε όμως πολύ την Πολιτεία να μην ξεχνά τον λόγο της Εκκλησίας, λόγο σοφίας, λόγο εμπειρίας, αγάπης και αλήθειας που έρχεται εκ Θεού.

             Από την άλλη, πολλοί πιστοί ζητούν από την Εκκλησία να εκφράζει λόγο για θέματα που δεν άπτονται της πνευματικής πορείας τους. Παρασυρμένοι από κινδυνολόγους και εσχατολογούντες, νομίζουν ότι η Εκκλησία πρέπει να λειτουργεί επαναστατικά και αντιστασιακά, όχι πάνω σε ζητήματα αλλοτρίωσης του ορθοδόξου φρονήματος, αλλά σε ζητήματα που επαφίενται στην προσωπική ευθύνη και τον αγώνα του πιστού ως πολίτη στο “νυν” της Ιστορίας. Ζητούν και απαιτούν μια Εκκλησία που να βλέπει παντού εχθρούς και όχι μια Εκκλησία που να αγαπά και να ορθοτομεί εκεί όπου υπάρχει κίνδυνος αλλοίωσης της πίστης. 

             Έχει σημασία η διακήρυξη της ανάγκης για ειρήνη στον κόσμο. Η καταδίκη της αλαζονείας των Ισχυρών. Η αίσθηση ότι η Εκκλησία δεν μπορεί και δεν πρέπει να ευλογεί επιθετικούς πολέμους. Από την άλλη, η θέση της Εκκλησίας είναι δύσκολη όταν γίνονται πόλεμοι των οποίων οι αιτίες δεν είναι μονόπλευρες και το δίκιο δεν είναι εμφανές. Από το σημείο αυτό όμως μέχρι τού να ευλογείται η εξουσία αδιακρίτως η απόσταση είναι μεγάλη.                                               

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κάποιες φορές η λύση είναι απλά να σταματάς…


Κάποιες φορές η λύση είναι απλά να σταματάς.

Να σταματάς να ασχολείσαι.

Να σταματάς να ασχολείσαι με πρόσωπα.

Να σταματάς να ασχολείσαι με πράγματα.

Να σταματάς να ασχολείσαι με μικρότητες, με γνώμες, με απόψεις, με «μούτρα», με «σου είπα και μου είπες»…

Και ναι, όταν θα το κάνεις αυτό, όλοι μπορεί, να πέσουν να σε φάνε…

‘’Τί άλλαξε’’, θα σε ρωτάν…‘’Δεν ήσουν έτσι εσύ…Κάτι έχεις. Κάτι τρέχει. Δεν είσαι καλά. Κάτι σου συμβαίνει…’’.

Και θα προσπαθούνε να ρίξουνε το μπαλάκι της ευθύνης πάνω σου…

Βλέπεις, μπορεί να μην περνάει καν από το μυαλό τους, πως είναι η δική τους συμπεριφορά, που σε έχει αγανακτήσει….

Κάποιες φορές η λύση είναι απλά να σταματάς.

Να σταματάς να ασχολείσαι.

Ούτε να θυμώνεις. Ούτε να αρρωσταίνεις. Ούτε να ξοδεύεις τον εαυτό σου σε μαλώματα, σε συγκρούσεις και θυμούς…

Κάποιες φορές η λύση είναι απλά να σταματάς και να πηγαίνεις παρακάτω…

Χριστός Ανέστη.

Ψυχολόγος Ελευθεριάδης Ελευθέριος

“Η προσευχή είναι τόσο σημαντική για την ψυχή του ανθρώπου όπως η αναπνοή..”

 

Δεν υπάρχει τίποτα πιο πολύτιμο στη ζωή του ανθρώπου από την προσευχή. Κάνει το αδύνατο, δυνατό! καθιστά το δύσκολο, εύκολο!

Η προσευχή είναι τόσο σημαντική για την ψυχή του ανθρώπου όπως η αναπνοή.

Όποιος δεν προσεύχεται στερείται της συνομιλία με το Θεό και μοιάζει με το δέντρο που δεν αποδίδει καρπούς και κόβεται και ρίχνεται στη φωτιά (Ματθ. 7:19).

Η νύχτα είναι πολύ κατάλληλη στιγμή για μοναχική προσευχή. Είναι μια ώρα που όλα είναι ήσυχα και ήρεμα.

Όλα είναι σιωπηλά και η προσευχή που αναβλύζει από τα βάθη της καρδιάς στη σιωπή της νύχτας ακούγεται, και η χάρη του Θεού εγκαθίσταται στην ψυχή σε ακόμη μεγαλύτερη αφθονία.

Κατά τη στιγμή της προσευχής, οι πειρασμοί αυξάνονται κατά του πρόσωπου που προσεύχεται με μεγάλη σφοδρότητα, με φόβους και περισπασμούς. Ταυτόχρονα η χάρη του Θεού πολλαπλασιάζεται ώστε να μας προστατεύσει και να μας δώσει πνευματική βοήθεια.

Η γενική άποψη των αγίων Πατέρων είναι ότι η προσευχή είναι η κόρη των εντολών του Ευαγγελίου, όπως επίσης η μητέρα όλων των αρετών.

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΚΑΙ ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ

Άγιος Γεώργιος ο Μεγαλομάρτυρας και Τροπαιοφόρος - Ορθοδοξία News Agency

Ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ Τροπαιοφόρος ἀνήκει στή χορεία τῶν μεγαλομαρτύρων καί εἶναι ἀπό τούς πιό λαοφιλεῖς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας. Γεννήθηκε στή Καππαδοκία ἀπό χριστιανούς γονεῖς, πλούσιους καί πολύ εὐσεβεῖς. Ὁ πατέρας του Γερόντιος Ἕλληνας στήν καταγωγή, ἡ μητέρα του Πολυχρονία ἀπό τήν Λύδδα τῆς Παλαιστίνης.
Βρισκόμαστε σέ χρόνια σκληρῶν διωγμῶν ἐναντίον τῶν χριστιανῶν. Ὅταν ἦταν σέ ἡλικία δέκα ἐτῶν ἐμαρτύρησε ὁ πατέρας του καί ἡ μητέρα του ἔπαιρνε τόν μικρό Γεώργιο καί πήγαιναν στόν τάφο τοῦ πατέρα του καί ἐκεῖ προσευχόντουσαν γονατιστοί. Μέ αὐτά τά βιώματα μεγάλωνε ὁ Ἅγιος καί ἔτσι θέριευε μέσα του ἡ πίστη στό Θεό.
Σέ ἡλικία 18 ἐτῶν κατάχθηκε στό ρωμαϊκό στρατό. Γρήγορα διακρίθηκε γιά τήν τόλμη, τήν ἀνδρεία καί τόν ἠρωϊσμό του, γι᾿ αὐτό καί ἔλαβε ἀνώτερα στρατιωτικά ἀξιώματα. Κατηχοῦσε μάλιστα, δίδασκε στούς εἰδωλολάτρες στρατιῶτες του τήν ἀληθινή πίστη, τήν πίστη στόν Ἰησοῦ Χριστό καί ἔτσι πολλοί ἦταν ἐκεῖνοι πού πίστεψαν καί βαπτίσθηκαν, ἔγιναν χριστιανοί.
Τό 303 μ.Χ. ὅταν ἄρχισαν οἱ λυσσαλέοι διωγμοί τοῦ Διοκλητιανοῦ, δέν δίστασε ὁ γενναῖος στρατηλάτης νά ὁμολογήσει μέ παρρησία τήν χριστιανική του πίστη καί αὐτό στάθηκε αἰτία καί ἀφορμή νά ὑποστεῖ πολλά καί φοβερά μαρτύρια καί στό τέλος νά ἀποκεφαλισθεῖ γιά τήν ἀγάπη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ὁ ἅγιος Γεώργιος μέ τό φωτεινό παράδειγμά του διδάσκει μέσα στόν σύγχρονο κόσμο τῆς ἀδιαφορίας, τῆς ἀπιστίας καί τῆς διαφθορᾶς, ὅτι εἶναι ἐφικτή, ὅτι εἶναι κατορθωτή ἡ χριστιανική ζωή καί σήμερα, ἀφοῦ μποροῦσε νά γίνει τότε στή δύσκολη ἐποχή τῶν διωγμῶν καί τοῦ μαρτυρίου. Βλέπουμε τόν γενναῖο ὁπλίτη, τό παλλικάρι τοῦ Χριστοῦ νά δείχνει, σάν τόν ἀπόστολο Παῦλο, τά στίγματα τοῦ Κυρίου. Τά στίγματα ἀπό τίς μαστιγώσεις, τά τραύματα ἀπό τόν φοβερό τροχό, τίς πληγές ἀπό τόν ἀσβέστη, πού τόν ἔρριξαν, ἀπό τά πυρακτωμένα σιδερένια παπούτσια μέ τά ἐσωτερικά καρφιά καί ἄλλα τόσα πολλά. Καί ἦταν τότε σέ ποιά ἡλικία; Παρακαλῶ, μόλις 22 ἐτῶν.
Οὔτε ὁ πλοῦτος τόν ἐμπόδισε στήν πίστη, οὔτε τά ἀξιώματα, οὔτε οἱ ἀπολαύσεις, οὔτε ὁ φόβος τῶν βασανιστηρίων, οὔτε κάτι ἄλλο. Ὁ ἅγιος Γεώργιος μᾶς στέλνει σήμερα ἕνα σπουδαῖο μήνυμα, ὅτι ἡ πίστη καί ἡ ἁγιότητα εἶναι γιά ὅλους ἀδιακρίτως. Δέν θά ζήσουμε τά καλά μας χρόνια μέσα στήν ἁμαρτία καί στά γεράματα θά στραφοῦμε στό Θεό. Ἐξ ἄλλου κανείς δέν γνωρίζει, ἄν θά φτάσει σέ μεγάλη ἡλικία.
Κάποιοι ἀναρχικοί νέοι, πού γράφουν στούς τοίχους διάφορα συνθήματα, ἔγραψαν καί αὐτά τά λόγια: Πεθαίνουμε στά 18 καί μᾶς θάβουν στά 80. Μά ἀσφαλῶς ἔτσι εἶναι. Ὅταν δέν ζοῦμε κοντά στό Χριστό, μαζί μέ τόν Χριστό, τότε εἴμαστε πεθαμένοι. Εἴμαστε κινούμενα πτώματα.
Μέσα στά μαρτύρια ὁ ἅγιος Γεώργιος παρώτρυνε τόν ἑαυτό του: Ἄνοιξε ἡ θύρα τοῦ νυμφώνα. Τό δεῖπνο εἶναι ἕτοιμο, τρέξε, Γεώργιε, γιατί ἀργεῖς; Μπές μέσα, πρίν προλάβει καί κλείσει ἡ πόρτα. Αὐτό δέν πρέπει νά κάνουμε κι᾿ ἐμεῖς; Νά μή μείνουμε ἔξ τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ, σάν τίς πέντε μωρές παρθένες τῆς γνωστής παραβολῆς;
Γιά νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τά βιωτικά πράγματα, γιά νά μή ἔχει κανένα βάρος καί κανένα ἐμπόδιο, μοίρασε τήν περιουσία του στούς φτωχούς, ἔκοψε κάθε δεσμό μέ τόν κόσμο καί τήν ὕλη καί πλέον ἐλεύθερος καί ἀνάλαφρος προχώρησε μέ θάρρος στό μαρτύριο καί ὁμολόγησε τόν Χριστό μπροστά σέ βασιλεῖς καί ἡγεμόνες.
Ποιό εἶναι τό ὄνομά σου; τόν ρώτησαν. Εἶμαι χριστιανός, ἀπάντησε, ὅπως ἔκαναν καί πολλοί ἄλλοι μάρτυρες. Δέν λέει τό βαπτιστικό του ὄνομα, γιατί, ἀδελφοί μου, τό πρῶτο μας ὄνομα εἶναι τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ χριστιανική μας ἰδιότητα. Ὅταν οἱ ἄλλοι βλέπουν τό πρόσωπό μας, πρέπει νά βλέπουν τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ἕνα μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καί ὄχι ἕνα ἄγριο θηρίο. Εἶμαι δοῦλος Χριστοῦ, εἶπε ὁ ἅγιος, αὐτό εἶναι τό τιμιώτερο ὄνομά μου, αὐτό εἶναι ἡ ὀμορφιά μου, δέν ἔχω κάτι ἄλλο καλύτερο γιά νά στολιστῶ.
Αὐτό εἶναι ἕνα ἄλλο σπουδαῖο δίδαγμα ἀπό τόν Ἅγιο Γεώργιο. Δέν πρέπει νά δειλιάζουμε σάν χριστιανοί. Πρέπει νά ὁμολογοῦμε τήν χριστιανική μας ἰδιότητα μέ θάρρος καί παρρησία. Καυχᾶται ὁ ἄλλος ἀπό τηλεοράσεως, γιατί εἶναι ἀνήθικος καί διεφθαρμένος, γιατί εἶναι ἄπιστος καί ἀνθέλληνας. Δέν διστάζει νά ὁμολογήσει μέ καύχηση σέ ποιό κόμμα ἤ σέ ποιά ποδοσφαιρική ὁμάδα ἀνήκει. Ἐμεῖς γιατί νά ντραποῦμε γιά τήν πίστη μας; Γιατί νά μή ὁμολογήσουμε, ὅτι εἴμαστε χριστιανοί; Ἄν μάλιστα εἴμαστε χριστιανοί στά λόγια, χριστιανοί τῆς κακιᾶς ὥρας, τότε καλύτερα νά κλείσουμε τό στόμα, νά καταπιοῦμε τή γλώσσα μας καί νά κοιτάξουμε νά γίνουμε σωστοί χριστιανοί. Νά καμαρώνει γιά μᾶς ὁ Χριστός, ὄχι νά μᾶς ἀποστρέφεται.
Τό μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τό ἔγραψε ἕνας ὑπηρέτης του, ὁ Πασικράτης, πού ἦταν κοντά καί παρακολουθοῦσε. Ἐνῷ ὁ Ἅγιος προσευχόταν καί ζητοῦσε τήν ἐνίσχυση ἀπό τό Θεό, τόν ἅρπαξαν οἱ δήμιοι σάν ἄγρια θηρία καί τόν ἔβαλαν στό φοβερό ὄργανο τοῦ τροχοῦ. Τό σῶμα του ξεσκίζονταν, γινόταν κομμάτια. Ποτάμι ἔτρεχε τό αἷμα. Μιά λίμνη σχηματίσθηκε στή γῆ. Ὁ Ἅγιος ἔνοιωθε, ὅτι ἦταν ξαπλωμένος πάνω σέ μαλακό κρεββάτι.
Γιατί ἄραγε; ἐρωτᾶ ὁ βιογράφος του καί ἀπαντᾶ πάλι ὁ ἴδιος. Γιατί εἶχε θεῖο ἔρωτα ἀκραιφνῆ καί γνήσιο. Ὅταν ὑπάρχει αὐτός ὁ θεῖος ἔρωτας, αὐτή ἡ ὑπερβολική ἀγάπη, τότε ὅσα σκληρά, ὅσα ὁδυνηρά πέφτουν πάνω στόν ἄνθρωπο, ὅλα τά καταφρονεῖ. Τρέχει μόνο στό ἔνα καί σ᾿ αὐτό ἀφοσιώνεται. Ὅταν δέ τό ἕνα εἶναι ὁ Χριστός, τότε τίποτε δέν μπορεῖ νά κάνει τόν μάρτυρα νά πονέσει. Γιατί ὁ νοῦς του εἶναι προσηλωμένος στό Χριστό καί στό σταυρό τοῦ Χριστοῦ.
Αὐτήν  τήν ἀγάπη πρός τό Χριστό πρέπει νά ἔχουμε κι᾿ ἐμεῖς καί αὐτή ἡ ἀγάπη πρέπει νά μᾶς δυναμώνει. Βέβαια σήμερα δέν  ζητεῖται ἀπό ἐμᾶς τό μαρτύριο τοῦ αἵματος. Τοὐλάχιστον πρός τό παρόν. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νά ἔχουμε τό μαρτύριο τῆς συνειδήσεως. Τό μαρτύριο τῆς ὑπομονῆς στίς θλίψεις καί στίς ἀδυναμίες τοῦ ἄλλου. Τό μαρτύριο τῆς σταθερῆς ὁμολογίας, ὅτι ναί καί σήμερα πιστεύουμε στό Χριστό, ἀλλά καί Τόν ἐμπιστευόμαστε καί τόν ἔχουμε ὁδηγό στή ζωή μας.
Ἀγαπητοί μου,
Γράφει ὁ ὑπηρέτης του, ὁ Πασικράτης, ὅτι, ὅταν ὁ ἅγιος Γεώργιος ἦταν μέσα στή φυλακή καταπληγωμένος ἄκουσε τή φωνή τοῦ Χριστοῦ, πού τοῦ ἔλεγε: Ἀνδρίζου, Γεώργιε, καί ἀδίστακτος ἔσο. Κράτα τό ἀνδρικό σου φρόμηνα καί μεῖνε ἀτάραχος. Ἄγγελος Κυρίου κατέβηκε, τόν ἔλυσε ἀπό τά δεσμά καί θεράπευσε ὅλες του τίς πληγές. Φεύγοντας μάλιστα τόν ἀσπάσθηκε ὁ ἄγγελος, τόν φίλησε καί τοῦ εἶπε: Ἀληθινά νά χαίρεσαι Γεώργιε, γιατί εἶσαι μακάριος καί τρισμακάριος. Δέν παρέδωσες τήν ζωή σου στό θάνατο, ἀλλά στήν ὄντως ζωή πού εἶναι ὁ Χριστός. Πολύ γρήγορα θά σέ στεφανώσει ὁ Βασιλεύς τῆς δόξης μέ τό ἄφθαρτο στεφάνι τοῦ οὐρανοῦ καί θά κατατροπώσει ὅλους τούς ἀσεβεῖς τυράννους καί ἀντιπάλους σου.
Ἄς κρατήσουμε τήν πίστη μας στόν Ἰησοῦ Χριστό. Νά ἀκολουθήσουμε, ὅσο γίνεται στόν καιρό μας, τό παράδειγμα τοῦ ἁγίου Γεωργίου, γιά νά περιμένουμε στεφάνι σάν τό στεφάνι του, γιά νά ἔχουμε τόπο καί θέση κοντά του στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.
 Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’.
Ὡς τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτής, καὶ τῶν πτωχῶν ὑπερασπιστής, ἀσθενούντων ἰατρός, βασιλέων ὑπέρμαχος, Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Μην αμφιβάλλεις ότι είναι Άγιος! (Μία αληθινή ιστορία)

 

Ταξίδευε για την Αθήνα με το τραίνο μ’ έναν παραδελφό του. Έβλεπε τα διάφορα τοπία π’ αντανακλούσαν στα μάτια του, μα ο ίδιος ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του. Ο νεαρός άλλος καλόγερος το’ χε ρίξει από ώρα στον ύπνο. Η προτροπή του Γέροντά του ηχούσε ακόμη στ’ αυτιά του.

«Πήγαινε, παιδί μου, στην Αθήνα, για τις δουλειές του μοναστηριού, μα να πας να προσκυνήσεις και τον άγιο του Θεού. Μπορεί η Εκκλησία μας να μην έχει διακηρύξει ακόμη τον αγιότητά του, μα είναι ζήτημα χρόνου γι’ αυτό. Εγώ τον είχα γνωρίσει και είμαι πεπεισμένος για το πόσο μεγάλος είναι. Ο Πορφύρης, όπως τον λέγανε οι γεροντότεροι του Όρους. Ο άγιος Πορφύριος για μένα και για τους περισσοτέρους. Σπουδαία και μεγάλα τα χαρίσματά του. Σαν κι αυτόν κάθε διακόσια χρόνια φανερώνεται από τον Θεό στην Εκκλησία».

«Πώς κι απέκτησε τόσα χαρίσματα, Γέροντα;» είχε ρωτήσει. «Και μάλιστα ζώντας τα περισσότερα χρόνια έξω από τον Άγιον Όρος. Πού; Στο κέντρο της Αθήνας, την Ομόνοια! Είναι δυνατόν;»

«Βεβαίως, παιδί μου. Γιατί δεν είναι ο τόπος που κάνει τον άγιο, αλλά ο τρόπος της ζωής του. Μην ξεχνάς από την άλλη, ο Γερο-Πορφύριος έφυγε από το Όρος όχι γιατί ο ίδιος το θέλησε, αλλά γιατί οι περιστάσεις με την υγεία του έκαναν τους Γεροντάδες του να του δώσουν κατ’ ανάγκην ευλογία για να βρεθεί στον τόπο των γονιών του καταρχάς, κι έπειτα στην Αθήνα ως κληρικός που έγινε. Κινδύνεψε μάλιστα να φύγει από τη ζωή νεαρός που ήταν, κι αν δεν αποφάσιζαν να τον στείλουν στους γιατρούς οι Γέροντές του δεν ξέρουμε αν θα μπορούσε να ζήσει».

«Τι χαρακτηριστικό ιδιαίτερο είχε, Γέροντα; Ποιος ήταν αυτός ο τρόπος της ζωής του; Έχω ακούσει αρκετά βεβαίως, όλοι οι προσκυνητές που έρχονται στη Μονή μας, τουλάχιστον οι περισσότεροι, μας λένε για την αγιότητά του και τα θαυμαστά σημεία που συνοδεύουν τις διάφορες ενέργειές του, αλλά μέσα μου σαν να ορθώνεται ένα αγκάθι που με τριβελίζει και με κάνει να αρνηθώ ότι ένας άνθρωπος καλόγερος που τελικά κατέληξε έξω από τη Μονή της μετανοίας του άγιασε, όπως λες» – φάνηκε λίγο εξουθενωμένος ο π. Πέτρος, ο καλός νέος στην ηλικία αδελφός του ιστορικού αγιορείτικου μοναστηριού, που εδώ και κάποια χρόνια αγωνιζόταν τον καλό αγώνα της μετανοίας του, «υποπιάζοντας το σώμα του και δουλαγωγώντας το», όπως λέει και ο απόστολος.

«Ναι, πρέπει να το ξαναπούμε», είπε σκεφτικός ο Γέροντας κι έσκυψε το κεφάλι μνημονεύοντας το όνομα του Κυρίου. «Και δεν πρόκειται να πάψω να τονίζω το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του μεγάλου αγίου της εποχής μας, που είναι και το πιο καίριο γνώρισμα κάθε αγίου οποιασδήποτε εποχής. Κατ’ ακρίβειαν, χωρίς αυτό αληθινός χριστιανός δεν υπάρχει. Μπορεί να έχει όλα τα θεωρούμενα χαρίσματα και όλες τις αρετές, μα αν λείπει αυτό το ένα που σφράγιζε την ύπαρξη και του Γέροντα Πορφυρίου, όλα τα άλλα είναι με ερωτηματικό. Κι αυτό το ένα, το μοναδικό, είναι η αγία ταπείνωση – έτσι τη χαρακτήριζε και ο άγιος. Η μεγάλη του ταπείνωση, λοιπόν, ήταν το πιο μεγάλο γνώρισμά του, γι’ αυτό και μαγνήτισε τη θεία χάρη τόσο πολύ. «Ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν» δεν λέει ο λόγος του Θεού; Ε, το βλέπουμε τούτο σ’ όλο του το μεγαλείο στον άγιον αυτόν άνθρωπο. Και ξέρεις γιατί;»

Κοίταξε με απορία μεγάλη ο Πέτρος προσδοκώντας την απάντηση.

«Διότι ενώ από πολύ μικρός, δεκαεφτάχρονος περίπου, φάνηκε να αποκτά τα μεγάλα χαρίσματα του Θεού, το διορατικό, το προορατικό, το θαυματουργικό ακόμη, ποτέ δεν ξιπάστηκε κι ούτε άφησε μέσα του κάποιο ίχνος κενοδοξίας να τον καταλάβει. Κι αυτό φανερώνει το πόσο έντονος και βαθύς ήταν ο καθημερινός αγώνας του για μετάνοια, το πόσο την κάθε στιγμή της ζωής του τη θεωρούσε ως την τελευταία του, για να μην παρασυρθεί από την πλημμύρα της χάρης του Θεού πάνω του. Κι είναι η αλήθεια αυτή εκείνο που εξηγεί και την τεράστια αγάπη που έτρεφε σε κάθε πλάσμα του Θεού, από το μικρότερο έως το μεγαλύτερο, τον άνθρωπο. «Στο πρόσωπο του συνανθρώπου βλέπουμε τον Χριστό», τόνιζε συχνά πυκνά, ακολουθώντας κατά γράμμα την εντολή του Κυρίου, που επιτάσσει να διακρίνουμε Εκείνον σε κάθε αδελφό μας. «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων εμοί εποιήσατε». Οπότε, καταλαβαίνεις, – κατέληξε ο Γέροντας – ένας τέτοιος άνθρωπος έχει γίνει ενεργούμενο του Πνεύματος του Θεού. Τον Χριστό διαπιστώνουμε στην ύπαρξή του και γι’ αυτό υποκλινόμαστε στην αγιότητά του».

Φτάσανε στην Αθήνα οι καλόγεροι. Τελείωσαν με τις δουλειές του μοναστηριού που είχαν αναλάβει. Τράβηξαν για το Μοναστήρι του Γέροντος Πορφυρίου στη Μαλακάσα, τη «Μεταμόρφωση του Σωτήρος». Τα κατάφεραν πολύ καλά, μιας και ο Γέροντάς τους είχε φροντίσει να ειδοποιήσει κάποιο πνευματικό τέκνο του που σχετιζόταν με το μοναστήρι να τους εξυπηρετήσει. Προσκύνησαν το μεγάλο ναό που ολοκληρωνόταν σιγά σιγά. Και βρέθηκαν στον «πυρήνα» του μοναστηριού από πλευράς παρουσίας του οσίου Γέροντα: το ταπεινό κελάκι του με το κρεβατάκι του και το ριγμένο πάνω άγιο πετραχήλι του. Εικόνες πολλές κρέμονταν από παντού, ενώ η κεντρικότερη ήταν η αγαπημένη του αγίου, η μάνα Παναγία.

Προσκύνησε και φίλησε την εικόνα της Μεγάλης Μάνας και στάθηκε μπροστά στο κρεβατάκι του οσίου. Οι σκέψεις της αμφιβολίας για την αγιότητά του ήρθαν με μορφή καταιγιστική. Ένιωσε ευάλωτος. Δεχότανε επίθεση. Θέλησε να αντιτάξει ως άμυνα την πίστη του αγίου δικού του Γέροντα. Σκέφτηκε το πόσοι άνθρωποι βεβαίωναν και διαρκώς βεβαιώνουν την πνευματοφορία του αγίου. «Θεέ μου, Χριστέ μου, βοήθησέ με» κατόρθωσε να προφέρει. Την πίστη του για τον Χριστό ποτέ του δεν την αμφισβήτησε. Μα για τον συγκεκριμένο Γέροντα, που δεν ήταν «επισήμως» άγιος της Εκκλησίας, είχε πάντοτε τις αμφιβολίες του.

«Κι αν είναι άγιος, μήπως γίνομαι βλάσφημος, αρνούμενος το Πνεύμα του Θεού σ’ αυτόν;» του ήλθε απότομα ο λογισμός, που φάνηκε να τον κλονίζει ακόμη περισσότερο. Γονάτισε. Φίλησε το πετραχήλι του αγίου. Ύψωσε τα μάτια του και τον κοίταξε στη φωτογραφία του. Τα μάτια του αγίου τα ένιωσε σαν της μάνας του, γεμάτα στοργή και θερμή αγάπη γι’ αυτόν. Το χαμόγελό του πήρε να του παρηγορεί λίγο την ταραγμένη καρδιά. Μα, το «αγκάθι» της αμφιβολίας λειτουργούσε καλά και πάλι μέσα του. Σηκώθηκε. Δεν έπρεπε να δείξει και σε άλλους την εσωτερική του πάλη. Σταυροκοπήθηκε και βγήκε στον διάδρομο.

Δεν θέλησε να φύγει, έστω κι αν είδε ότι δύο πούλμαν βρέθηκαν στο μοναστήρι για το ιερό προσκύνημα. Ο κόσμος άρχισε να συρρέει και να παίρνει σειρά για να μπει στο κελί του αγίου. Κάποιοι ήδη είχαν αρχίσει τις αγορές βιβλίων και διαφόρων αγιοτικών που υπάρχουν στον διάδρομο. Οι περισσότεροι έγραφαν και τα ονόματά τους προς μνημόνευση. Το προσκύνημα συνεχιζόταν, όπως συνεχιζόταν και η επίθεση λογισμών στον π. Πέτρο, ο οποίος είχε σταθεί ένα βήμα πέρα από το κελί, παρακολουθώντας την όλη κίνηση. Άρχισε να θαυμάζει την απλοϊκή πίστη αυτών των ανθρώπων. Παρακαλούσε θερμά τον Κύριο να τον φωτίσει, να τον ενισχύσει, να του δείξει ένα «σημάδι» που θα έλυνε τον προβληματισμό του. Ήξερε βεβαίως ότι αυτό δεν συνάδει απολύτως με την πίστη του Χριστού – να ζητάς «σημεία και θαύματα» – μα μέσα στην απόγνωσή του το έκανε.

Τράβηξε την προσοχή του μία γερόντισσα που καθοδηγείτο από κάποιες άλλες γυναίκες, γιατί ήταν τυφλή. Την έβαλαν στο κελί του αγίου, προσκύνησε, βγήκε. Κι εκεί που ήταν θεατής κι οι σκέψεις του «σαν κοράκια τον χαστούκιζαν», ένιωσε το χέρι της τυφλής γερόντισσας να αρπάζει το δικό του χέρι. Τα δάχτυλά της σαν να ψηλάφιζαν τον καρπό του δεξιού του χεριού. Κάτι άρχισε να του λέει. Δεν κατάλαβε. Έσκυψε να την ακούσει καλύτερα. Αυτά που του είπε τον συγκλόνισαν. «Πάτερ, μην αμφιβάλλεις για την αγιότητα του Γέροντα. Είναι πράγματι άγιος!» Άφησε το χέρι του και αφέθηκε στην καθοδήγηση των γνωστών της. Τα βήματά της σύρθηκαν προς την έξοδο. Ο ίδιος όμως έμεινε εμβρόντητος και καθηλωμένος στη θέση του.

«Μην αμφιβάλλεις για την αγιότητα του Γέροντα. Είναι πράγματι άγιος!» Δάκρυα άρχισαν να ρέουν από τα μάτια του που δεν έκανε καμία προσπάθεια να τα σκουπίσει. Ζητούσε «σημείο» από τον Κύριο και ο Κύριος του έστειλε τη γερόντισσα αυτήν! Την τυφλή! Τυφλός δεν ήταν και ο όσιος Γέροντας τα τελευταία χρόνια της ζωής του; Του πήρε το χέρι και του ψηλάφισε τον καρπό! Το χέρι δεν έπιανε και ο άγιος και δεν ψηλάφιζε τον καρπό; Σαν να ζαλίστηκε. Βρήκε μία καρέκλα και κάθισε. Φωτίστηκε. Η απάντηση του Θεού, είπε.

Λίγο αργότερα, μόνος μετά το προσκύνημα των προσκυνητών, ξαναμπήκε στο κελί του Γέροντα. Με δάκρυα στα μάτια αυτήν τη φορά. Χωρίς καμία αμφιβολία. Έκανε αρκετές στρωτές μετάνοιες και άφησε το κεφάλι του ακουμπισμένο στο πετραχήλι του αγίου για πολλή ώρα. Σηκώθηκε τόσο ανάλαφρος σαν να ήθελε να πετάξει. Όποιος τον έβλεπε θα έλεγε ότι ο καλόγερος αυτός είχε υποστεί κάποια θεία αλλοίωση. Τα μάτια του αντιφέγγιζαν ένα βαθύ μυστικό φως.

Αν προσέξουμε τη ζωή μας, θα δούμε ότι δεν πιστεύουμε. Αν πιστέψεις, αμέσως αλλάζεις, αμέσως τρέχεις στον Χριστό..

 

Αν πιστέψεις στον Χριστό, σιγά-σιγά θα αρχίσει να σε ελκύει. Και αν είσαι ειλικρινής και πραγματικά τον πιστεύεις, λίγο-λίγο περνάει μέσα σου η χάρη, η αγάπη, η ενέργεια του Χριστού και ανακαλύπτεις καινούργιο δρόμο, καινούργια ζωή.

Όλοι οι άγιοι βρήκαν και αγάπησαν τον Χριστό κατά έναν ειδικό και μοναδικό τρόπο. Αλλιώς, χαραμίζουμε τη ζωή. Ο Χριστός για όλους είναι αυτή η φωτιά, η δύναμη η θεϊκή. Αν εσύ δεν απομακρύνεσαι μεν αλλά σαν να μην τον βρήκες τον Χριστό κατά έναν μοναδικό τρόπο, χαραμίζεσαι. Σιγά-σιγά να έρθει αυτή η ώρα: να ανακαλύψεις τον Χριστό κατά μοναδικό τρόπο, όχι απλώς να κλωθογυρίζεις στην Εκκλησία και να κάνεις άψυχα τα της σχέσεώς σου με τον Χριστό. Τα πιο αθώα πράγματα να κάνεις, αν ξεχνιέσαι σ’ αυτά σαν να είναι αυτά ο Θεός, αμαρτάνεις τελικά.

Αν προσέξουμε τη ζωή μας, θα δούμε ότι δεν πιστεύουμε. Αν πιστέψεις, αμέσως αλλάζεις, αμέσως τρέχεις στον Χριστό. Είναι αδιανόητο μετά να αμαρτάνεις με τον τρόπο που αμαρτάνει ο σημερινός άνθρωπος· που αμαρτάνει σαν να μη συμβαίνει τίποτε. Εάν φυτοζωούμε ως χριστιανοί, αν είμαστε χλιαροί, είναι γιατί δεν πιστεύουμε. Αν όμως πιστέψεις αληθινά – που η πίστη αυτή έχει αγάπη μέσα· το παν για σένα είναι ο Θεός – μόνο που κινείσαι έτσι, αλλάζεις· πόσο μάλλον που την ώρα που πιστεύεις έτσι, έρχεται η χάρη του Χριστού μέσα σου και σε ενδυναμώνει και, ούτε λίγο ούτε πολύ, σε κάνει να μπορείς να κάνεις όσα κάνει ο Χριστός.

Να θυμάσαι: “Κάθε τέλος είναι μια μεταμφιεσμένη αρχή. Κι εσύ είσαι πιο δυνατός απ’ ό,τι νομίζει ο φόβος σου”

 

Κάθε πρωί που ξυπνάς, ο ήλιος δεν περιμένει να μάθει αν άξιζες τη νέα μέρα. Απλά υπάρχει, σκορπώντας το φως του χωρίς όρους.

Έτσι κι εσύ. Δεν χρειάζεται να είσαι τέλειος για να προσφέρεις κάτι καλό στον κόσμο. Η καρδιά σου δεν μετράει τα λάθη σου απλά χτυπάει, ακόμα κι όταν εσύ έχεις πάψει να πιστεύεις σ’ αυτήν.

Μάθε απ’ το κύμα: δεν επιλέγει πού θα σπάσει, μα επιλέγει να σπάσει με ορμή. Μάθε απ’ το δέντρο: κλαδεύεται, κι όμως ανθίζει ξανά.

Κι αν κάποια μέρα νιώσεις πως η χαρά καθυστερεί, θυμήσου ότι ακόμα κι ο ωραιότερος κήπος θέλει χειμώνα για να προετοιμαστεί για την άνοιξη.

Να είσαι ευγνώμων ακόμα και για τον πόνο που σε έμαθε να στέκεσαι. Γιατί το φως που μπαίνει μέσα από την πληγή, είναι το ίδιο που σε κάνει αληθινό.

Να θυμάσαι: κάθε τέλος είναι μια μεταμφιεσμένη αρχή. Κι εσύ είσαι πιο δυνατός απ’ ό,τι νομίζει ο φόβος σου.

Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΥΚΕΩΤΗΣ

 


Τη μνήμη του Οσίου Θεοδώρου του Συκεώτου και Επίσκοπου Αναστασιουπόλεως τιμά σήμερα, 22 Απριλίου, η Εκκλησία μας.
Ο Όσιος Θεόδωρος γεννήθηκε στο χωριό Συκέα ή Συκεών της Αναστασιοπόλεως, πρώτης πόλεως της επαρχίας Αγκυρανών και ήταν υιός της πόρνης Μαρίας και του Κοσμά, αποκρισάριου (ταχυδρόμος) του βασιλέως Ιουστινιανού.
Η εκ πορνείας γέννηση του Οσίου δεν εμπόδισε τον Θεό να τον αναδείξει Αρχιερέα τιμιότατο και να τον πλουτίσει με παράδοξες θεοσημείες και θαυματουργίες.
Στο σχολείο προέκοπτε στη μάθηση και σε ηλικία δέκα ετών έδειξε κλίση στο μοναχικό βίο.
Μια νύχτα και ενώ ο Όσιος είχε γίνει δωδεκαετής, εμφανίσθηκε σε αυτόν ο Άγιος Μεγαλομάρτυρας Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος και αφού τον ξύπνησε του είπε: «Σήκω, Θεόδωρε, έφθασε ο όρθρος, πάμε να προσευχηθούμε».
Ο Όσιος είχε τόση ευλάβεια προς τον Άγιο Γεώργιο, ώστε κάθε μεσημέρι φεύγοντας από το σχολείο ανέβαινε στο γειτονικό πετρώδες όρος, όπου ήταν το προσκύνημα του Αγίου Γεωργίου. Τον οδηγούσε ο ίδιος ο Άγιος με τη μορφή ενός παλικαριού.
Ο Όσιος ακολούθησε τη μοναχική πολιτεία σε νεαρή ηλικία με την ευλογία του Επισκόπου Αναστασιοπόλεως Θεοδοσίου. Λίγο αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος. Αμέσως επισκέφθηκε τους Αγίους Τόπους και έλαβε το σχήμα του μοναχού στη μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου του Χουζιβά.
Στην συνέχεια επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του και παρέμεινε μόνιμα στο παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου. Εκεί οικοδομούσε τον εαυτό του με νηστείες και χαμαικοιτίες, με αγρυπνίες και ψαλμωδίες, γι’ αυτό και απολάμβανε από μέρος του Θεού, ποταμό από περισσότερα χαρίσματα εναντίων των ακαθάρτων πνευμάτων και των κάθε είδους ασθενειών.
Η μητέρα του, έχοντας φρόνημα σαρκικό, εγκατέλειψε τον υιό της και αφού πήρε όσο μέρος της περιουσίας της αναλογούσε, νυμφεύθηκε τον Δαβίδ, άνδρα της αυτοκρατορικής φρουράς της Άγκυρας.
Η αδελφή της μητέρας του, η Δεσποινία, η μητέρα της Ελπιδία και η αδελφή του Οσίου, η Βλάττα, δεν δέχονταν να αποχωρισθούν από αυτόν. Απεναντίας παρατηρούσαν με προσοχή την ενάρετη ζωή του και προσπαθούσαν να τον μιμηθούν όσο μπορούσαν, εξαγνίζοντας και αγιάζοντας τον εαυτό τους με σωφροσύνη και καθαρότητα βίου, με ελεημοσύνες και προσευχές.
Μετά τον θάνατο του Επισκόπου Αναστασιοπόλεως, Τιμοθέου, οι κάτοικοι της πόλεως, κληρικοί και λαϊκοί, πήγαν στην Άγκυρα και ζήτησαν από τον Μητροπολίτη Αγκύρας, Παύλο, να αναδείξει Επίσκοπο της πόλεώς τους τον Όσιο Θεόδωρο. Ο Όσιος δεν δεχόταν με κανένα τρόπο την πρόταση αυτή. Έτσι οι Χριστιανοί κατέφυγαν στη βία. Τον έβγαλαν έξω και αφού τον τοποθέτησαν επάνω σε ένα φορείο, τον απήγαγαν.
Κατά την χειροτονία του σε Επίσκοπο κάποιος είδε ένα τεράστιο αστέρι που ακτινοβολούσε, να κατέρχεται από τον ουρανό και να στέκεται επάνω στην εκκλησία, αστράφτοντας και φωτίζοντας την πόλη και την γύρω περιοχή.
Ο Όσιος Θεόδωρος έφθασε στην Αναστασιόπολη μαζί με τον Επίσκοπο της πόλεως Κίννας, Αμίαντο, από τον οποίο ενθρονίσθηκε. Έκτοτε έλαμπε συνεχώς ως ήλιος με τα θεία χαρίσματα των ιαμάτων, με την αυστηρότητα του βίου του, με όλες τις αρετές και τις αγαθοεργίες.
Ο Όσιος Θεόδωρος επιθύμησε να επισκεφθεί για δεύτερη φορά τα Ιεροσόλυμα. Εκεί προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό, τον Τάφο του Κυρίου και όλα τα αγιάσματα που υπήρχαν στην περιοχή, καθώς και τα κοντινά μοναστήρια. Τον ενοχλούσε όμως ο λογισμός και τον έπεισε τελικά να μην επιστρέψει πίσω στην πατρίδα του, αλλά να ζήσει ησυχαστική ζωή σε κάποιο από τα μοναστήρια που υπήρχαν εκεί.
Νόμισε πως είχε πέσει έξω από το μοναχικό μέτρο, επειδή ανέλαβε την πνευματική ευθύνη της Επισκοπής και διότι τον στεναχωρούσαν οι ενοχλητικές καταστάσεις που υπήρχαν σε αυτήν. Πήγε λοιπόν στη Λαύρα του Αγίου Σάββα και ζούσε εκεί σε ένα κελλί κάποιου αγωνιστή μοναχού, που τον έλεγαν Ανδρέα.
Κάποια νύχτα όμως παρουσιάσθηκε στον ύπνο του ο Άγιος Γεώργιος και, αφού του έδωσε ένα ραβδί, του είπε: «Σήκω και περπάτα, διότι πολλοί άνθρωποι λυπούνται, γιατί απουσιάζεις. Δεν είναι επιτρεπτό να εγκαταλείψεις την Επισκοπή σου και να ζεις εδώ». Έτσι ο Όσιος αποχαιρέτισε τους πατέρες της μονής και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Όταν έφθασε στα μέρη της Γαλατίας, κοντά στο μοναστήρι των Δρυΐνων, τους παρήγγειλε να μην μιλήσουν σε κανέναν γι’ αυτό, καθώς αυτοί που βρίσκονταν εκεί δεν τον γνώριζαν. Ωστόσο η φήμη του Οσίου κυκλοφόρησε παντού. Έτσι έρχονταν πολλοί στο μοναστήρι, για να λάβουν την ευλογία του.
Από εκεί ο Όσιος επέστρεψε στην Αναστασιόπολη προξενώντας έτσι με την επιστροφή του, χαρά σε όλους. Όμως ο Όσιος είχε αποφασίσει να παραιτηθεί, για να ακολουθήσει την ησυχαστική οδό. Για τον λόγο αυτό συνάντησε τον Επίσκοπο Αγκύρας Παύλο και τον παρακάλεσε να αποδεχθεί την παραίτησή του.
Ο Επίσκοπος Παύλος δεν ήθελε να δεχθεί την παραίτηση του Οσίου. Και αφού έγινε έντονη συζήτηση μεταξύ τους, στο τέλος αποφάσισαν να στείλουν μήνυμα στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Κυριακό, για να του θέσουν το θέμα αυτό.
Ο Πατριάρχης Κυριακός, με την προτροπή του βασιλέως, έδωσε εντολή στον Μητροπολίτη Αγκύρας να δεχθεί το αίτημα του Οσίου, να του δώσει μάλιστα και το ωμοφόριο της Επισκοπής, για να διατηρεί το αξίωμά του, καθώς ήταν άγιος άνθρωπος και αποχωρούσε από την Επισκοπή χωρίς να έχει διαπράξει αδίκημα.
Έτσι ο Όσιος ήρθε στην περιοχή της Ηλιουπόλεως και απομονώθηκε στο ναό του Αρχαγγέλου στην Άκρηνα, πολύ κοντά στο χωριό Πίδρος. Την ίδια εποχή ο Όσιος έλαβε επιστολές και από τον βασιλέα Μαυρίκιο και τον Πατριάρχη Κυριακό, οι οποίοι τον προέτρεπαν να επισκεφθεί την Κωνσταντινούπολη και να τους ευλογήσει. Έτσι λοιπόν πήγε στη θεοφύλακτη πόλη, όπου κήρυξε το λόγο του Θεού και θεράπευσε πολλούς.
Ο Όσιος επέστρεψε στη Γαλατία, αλλά επισκέφθηκε για δεύτερη φορά την Κωνσταντινούπολη, το έτος 610 μ.Χ., επί Πατριάρχου Θωμά, στον θάνατο του οποίου βρέθηκε. Και αφού τιμήθηκε από τον Πατριάρχη Σέργιο επανήλθε στο μοναστήρι του, όπου συνέχισε το θεοφιλή βίο του.
Ο Όσιος Θεόδωρος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 613 μ.Χ.
Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.
Εκ σπάργανων επλήσθης της θείας χάριτος, και τω Θεώ ανετέθης ως Σαμουήλ ο κλεινός, την υπέρτιμον στολήν Πάτερ κληρούμενος, όθεν θαυμάτων αυτουργός, και Χριστού μυσταγωγός, Θεόδωρε ανεδείχθης, θεοδωρήτως εκλάμπων, τας ψυχοτρόφους δωρεάς τοις πιστοίς.

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Και τότε κατάλαβα…πως η πίστη δεν διδάσκεται… αποκαλύπτεται.

 

Αποψε η Νότια Μαδαγασκάρη δεν ήταν φτωχή.
Μέσα στη σιωπή ενός ταπεινού ναού, εδώ στη Νότια Μαδαγασκάρη, στεκόμουν απόψε και παρατηρούσα κάτι που δεν μπορεί να χωρέσει εύκολα σε λόγια… ένα μικρό παιδί να πλησιάζει τον Σταυρό και να Τον ασπάζεται με μια καθαρότητα που μόνο η καρδιά γνωρίζει.
Δεν υπήρχαν πολλά. Ούτε πολυτέλειες, ούτε φώτα λαμπερά. Μόνο ένα κερί που τρεμόπαιζε… και όμως, το φως του έφτανε μέχρι τον ουρανό. Γιατί εκείνη τη στιγμή, δεν φώτιζε απλώς έναν χώρο φώτιζε μια ψυχή.
Απόψε, μέσα σε αυτόν τον μικρό ναό, ένιωσα την καρδιά μου να σπάει… και ταυτόχρονα να γεμίζει.

Το παιδί αυτό δεν γνωρίζει θεολογίες, δεν διάβασε βιβλία… αλλά γνώρισε τον Χριστό με τον πιο αληθινό τρόπο με την αγάπη. Έσκυψε και φίλησε τον Σταυρό, σαν να ακουμπούσε όλο του τον πόνο, όλη του την ελπίδα, όλη του τη ζωή επάνω Του. Δεν ξέρω τι είχε μέσα του. Πείνα; Κούραση; Πόνο; Ίσως όλα μαζί. Μα εκείνη τη στιγμή, τα άφησε όλα εκεί… επάνω Του.

Και εγώ, στάθηκα σιωπηλός… με μάτια βουρκωμένα.
Γιατί σκέφτηκα πως αυτό το παιδί ίσως δεν έχει τίποτα από όσα θεωρούμε εμείς «απαραίτητα»… κι όμως έχει κάτι που πολλοί από εμάς χάσαμε μια καρδιά που ξέρει να εμπιστεύεται τον Θεό ολοκληρωτικά.
Ένα φιλί… τόσο μικρό.
Και όμως, έκρυβε μέσα του έναν ολόκληρο σταυρό ζωής.
Εκείνη τη στιγμή ένιωσα πως ο Χριστός δεν ήταν ψηλά, μακριά… ήταν εκεί. Σκυμμένος κι Εκείνος, να δεχτεί το φιλί αυτού του παιδιού, να σκουπίσει τα δάκρυά του, να του ψιθυρίσει πως δεν είναι μόνο.
Και τότε κατάλαβα…πως η πίστη δεν διδάσκεται… αποκαλύπτεται.Στα απλά. Στα ταπεινά. Στα μικρά.
Εδώ, στη γη της δοκιμασίας, ο Θεός δεν λείπει. Είναι παρών. Στα μάτια ενός παιδιού. Σε ένα φιλί επάνω στον Σταυρό. Σε μια καρδιά που ξέρει να αγαπά χωρίς να ζητά.
Και τότε κατάλαβα…πως ίσως εμείς έχουμε πολλά, αλλά εκείνοι έχουν τον Χριστό πιο βαθιά.
Απόψε, η Μαδαγασκάρη δεν ήταν φτωχή.Ήταν πλούσια… σε πίστη.
Και μέσα μου, σιωπηλά, γεννήθηκε μια προσευχη:«Εδώ είμαι, Χριστέ μου… κράτα με......

Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος καταδικάζει την βεβήλωση Εσταυρωμένου

 

bebilosi1

Τον έντονο προβληματισμό του για την βεβήλωση αγάλματος που απεικόνιζε τον Εσταυρωμένο Ιησού Χριστό στον Νότιο Λίβανο εξέφρασε ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, θέτοντας ερωτήματα για τα κίνητρα και τον στόχο αυτής της ενέργειας.

Ο Αρχιεπίσκοπος υπογράμμισε, ότι ο Ιησούς Χριστός δεν χρησιμοποίησε βία, ούτε ηγήθηκε στρατιωτικών ενεργειών, αλλά δίδαξε την αγάπη, τη μετάνοια και τη συγχώρεση, ενώ θυσιάστηκε για τη σωτηρία όλης της ανθρωπότητος.

Επικαλέστηκε, επίσης, την βιβλική ρήση «Οὐκ ἦλθον καταλῦσαι ἀλλὰ πληρῶσαι», καθώς και τον χαρακτηρισμό της Παλαιάς Διαθήκης ως «παιδαγωγὸν εἰς Χριστόν» από τον Απόστολο Παύλο, τονίζοντας τη διαχρονική πνευματική τους σημασία.

Παράλληλα, σημείωσε, ότι η άμεση καταδίκη του περιστατικού από τον Πρωθυπουργό του Ισραήλ κ. Μπενιαμίν Νετανιάχου κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι ο πόλεμος εντείνει τα φαινόμενα βίας και οργής, έχει δε, δυστυχώς, πολύ συχνά αθώα θύματα και δη μικρά παιδιά, υπενθυμίζοντας τον θάνατο 168 μαθητριών και μαθητών στην πόλη Μινάμπ του Ιράν.

Κλείνοντας, τόνισε, ότι η Εκκλησία προσεύχεται διαρκώς υπέρ της ειρήνης σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και για την ειρήνη στην ψυχή κάθε ανθρώπου.

«Υπέρ του ρυσθήναι ημάς από πάσης θλίψεως, οργής, κινδύνου και ανάγκης…”

 

Ο Κύριος είχε  προειδοποιήσει τους Μαθητές Του: «Στον κόσμον αυτόν θα έχετε θλίψεις· αλλά εσείς να έχετε θάρρος, γιατί εγώ έχω νικήσει τον κόσμο» (Ιωάν. 16:33).

Με έμφαση μιλάει για το θέμα των θλίψεων και ο απόστολος Παύλος: «Διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Πράξ.14:22) Προειδοποιούσε τους χριστιανούς, για να μή ξαφνιάζονται. Και γνωρίζουμε από την Εκκλησιαστική Ιστορία και τους Βίους των Αγίων ότι όσοι αντιμετώπισαν με υπομονή,  θερμή πίστη και αγάπη στο Χριστό τις θλίψεις της ζωής τους ανεδείχθησαν Άγιοι! Και μάλιστα, όσο μεγαλύτερες ήσαν οι θλίψεις που αντιμετώπισαν μέχρι τέλους νικηφόρα, τόσο και περισσότερο δοξάζονται, όπως οι ένδοξοι Μεγαλομάρτυρες.

Ενώ όμως για όσους έχουν δυνατή πίστη, υπομονή, αφοσίωση στο Χριστό, οι θλίψεις γίνονται πρόκληση για νέα πνευματικά κατορθώματα, για πολλούς, για τους αδύνατους στην πίστη, γίνονται αφορμή σκανδάλων. Κάποιοι χάνουν κι εκείνη τη λίγη φλόγα της πίστης που έμενε στην καρδιά τους και πέφτουν σκανδαλισμένοι στα μαύρα σκοτάδια της απελπισίας. Φθάνουν, μάλιστα, μέχρι σημείου να καταλογίζουν στον Φιλάνθρωπο Κύριο αδικία, αδιαφορία και εγκατάλειψη.

Η Εκκλησία, όμως, ενθαρρύνει τους γενναίους πνευματικούς αγωνιστές της, να αναλάβουν και να συνεχίσουν μέχρι το τέλος τα αγωνίσματά τους κατά των θλίψεων, ώσπου να φθάσουν στεφανηφόροι στο τέρμα, και προτρέπει εμάς τους άλλους να προσευχόμαστε να απαλλαγούμε από τέσσερις θλιβερές καταστάσεις, που συχνά όλοι μας αντιμετωπίζουμε: «Ὑπέρ τοῦ ρυσθῆναι ἡμᾶς ἀπό πάσης θλίψεως, ὀργῆς, κινδύνου καί ἀνάγκης…»

Είναι τόσο συγκινητικό αυτό που συμβάνει με τους Αγίους. Ενώ τις θλίψεις που αντιμετώπιζαν προσωπικά οι ίδιοι τις θεωρούσαν επίσκεψη Θεού για περισσότερο αγώνα, για μας τους άλλους προσεύχονταν οι ίδιοι στο Θεό, να μας ελευθερώνει από τις θλίψεις. Μας εντυπωσιάζει η στάση του συγχρόνου μας Αγίου Παϊσίου. Γνωρίζουμε ότι υπέφερε για πολλά χρόνια από επώδυνες ασθένειες. Τις αντιμετώπιζε όμως με υπομονή, όπως οι μεγάλοι Άγιοι. Θεωρούσε τους σκληρούς πόνους ως επίσκεψη Θεού, για να ασκηθεί πιο πολύ στην πίστη και στην υπομονή. Και, το περίεργο για μας είναι ότι δέν ζητούσε από τον Θεό να τον απαλλάξει από τους πόνους και τις αρρώστιες. Γιατί αισθανόταν ότι οι πόνοι τον ωφελούν. Και μάλιστα είχε πει: «Όσο με ωφέλησαν οι αρρώστιες μου, δεν με ωφέλησαν οι νηστείες, οι αγρυπνίες, τα πνευματικά αγωνίσματα μιας ολόκληρης ζωής στο Άγιον Όρος». Όμως για τους άλλους πονεμένους που ζητούσαν τη βοήθειά του προσευχόταν να απαλλαγούν από τις θλίψεις τους και ο Θεός άκουγε την προσευχή του και γινόντουσαν θαύματα. Ο Άγιος Παΐσιος ακολουθούσε δηλαδή την πνευματική κατεύθυνση που έδιναν όλοι οι προηγούμενοι Άγιοι: Να παρακαλούμε το Θεό για να μας απαλλάξει από τις θλίψεις. Γιατί αντί να μας ρίξει η θλίψη σε αγιάτρευτη μελαγχολία και απόγνωση, καλύτερα να στερηθούμε τα στεφάνια που δίνονται στους αγωνιστές που υπομένουν με γενναιότητα τις θλίψεις. Μ᾽ ἄλλα λόγια καλύτερα να αναγνωρίσουμε τη πνευματική μας αδυναμία και να περιμένουμε τα πάντα από το έλεος του Κυρίου.

Με τη επόμενη φράση, να δεηθούμε να απαλλαγούμε «ἀπό πάσης ὀργῆς», εννοούμε κυρίως τη θεϊκή οργή που εκδηλώνεται σε όσους όχι απλώς παραβαίνουν το θέλημα του Θεού, αλλά αντιτάσσονται στο νόμο του Θεού, διαστρέφουν την αλήθεια και ο εωσφορικός εγωισμός τους κρατεί αμετανόητους, εχθρούς του Θεού. Ο απόστολος Παύλος για μια κατηγορία τέτοιων ανθρώπων γράφει: «Αυτοί μας εμποδίζουν να κηρύξουμε στους εθνικούς για να σωθούν και έτσι ολοένα ξεχειλίζει το ποτήρι των αμαρτιών τους. Έφθασε πλέον πάνω τους τελειωτικά η οργή του Θεού» (Α’ Θεσ. 2:16). Χαρακτηριστικό παράδειγμα άμεσης εκδήλωσης της θεϊκής οργής σε πρόσωπο, που θεώρησε τον εαυτό του όμοιο με το Θεό, είναι ο βασιλιάς Ηρώδης. Ο Ηρώδης, όπως γράφουν οι Πράξεις των Αποστόλων, ήταν σε διαμάχη με τους κατοίκους της Τύρου και Σιδώνος… Όρισε, λοιπόν, μία ημέρα για να εξετάσει το ζήτημα ενώπιον όλων. Ντύθηκε τη βασιλική του στολή, κάθισε στο θρόνο του και άρχισε να αγορεύει στο λαό και τους άρχοντες. Ο λαός επευφημούσε: «Θεός μιλάει και όχι άνθρωπος!» Αμέσως τότε, επειδή δέχτηκε να δοξαστεί ως Θεός και δεν έδωσε την τιμή στο Θεό, τον χτύπησε ένας Άγγελος Κυρίου με ξαφνική αρρώστια: γέμισε σκουλήκια και πέθανε» (Πράξ. 12:20-23).Ας προσέχουμε και ας προσευχόμαστε με θέρμη, ώστε  η όλη μας συμπεριφορά προς τον Θεόν να ελκύει την εύνοια του Θεού  και το άπειρον έλεος Του.

Να προσευχόμαστε για την πρόληψη και αποφυγή από κάθε κίνδυνο και ανάγκη, είναι η συμπληρωματική προτροπή του Διακόνου:  «Ὑπέρ τοῦ ρυσθῆναι ἡμᾶς ἀπό …κινδύνου καί ἀνάγκης, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν».

Κάθε καινούργια μέρα που έρχεται ανακαλύπτουμε καινούργιους κινδύνους που απειλούν τη ζωή μας, που απειλούν τη σωτηρία μας. Μαθαίνουμε αδιάκοπα για θεομηνίες, πολέμους, δυστυχήματα, εγκλήματα, ακόμη και ενδοοικογενειακά, για μεταλλάξεις θανατηφόρων ιών και τόσα άλλα θλιβερά που συμβαίνουν στον κόσμο. Κι αυτή η γνώση μας οδηγεί στην  αβεβαιότητα, την ανησυχία, το άγχος. Νιώθουμε ανασφαλείς στον τόπο μας, ακόμα και μέσα στο σπίτι μας. Γι’ αυτό, το να είμαστε πάντα στραμμένοι στον Παντοδύναμον Θεόν, τον μόνον που μπορεί να μας σώσει από όλους αυτούς τους κινδύνους (βλ. Εβρ. 5:7) είναι η μόνη σωστή αντιμετώπιση.

Τέλος με το αίτημα «τοῦ ρυσθῆναι ἡμᾶς … ἀπό πάσης ἀνάγκης ο πιστός ζητά:

α) να απαλλαγεί από τις ποικίλες  υλικές ανάγκες που η καταναλωτική κοινωνία θεωρεί απαραίτητες καί

β) να μη στερείται τα αναγκαία μέσα για την αξιοπρεπή διαβίωση τόσον του ιδίου όσον και των οικείων του.

Από όλες αυτές τις δύσκολες περιστάσεις, τις πνευματικές και τις υλικές, ζητάμε με το αίτημα αυτό να απαλλαγούμε. Αμήν.

Από αυτό φαίνεται ο χαρακτήρας του ανθρώπου. Από το “απλό και μικρό”

 

~ Μια φορά στη Νέα Σκήτη ήταν Δευτέρα του Πάσχα και μαγειρέψαμε κουκιά. Ο γέροντας Ιωσήφ, τον ρώτησε ο μάγειρας τι θα μαγειρέψουμε, λέει κουκιά.

“Τι έχουμε;”.

Πάντοτε έτσι ρωτούσε, “τι έχουμε;”

-Κουκιά.

-Κουκιά.

Ε, Δευτέρα του Πάσχα μετά από κείνη όλη τη νηστεία την αλάδωτη, την ευλογημένη, πάμε στο τραπέζι, βλέπω κι εγώ κάτι κουκιά πράσινα! Μου έφυγε κι εμένα και λέω, βρε, λέω, Δευτέρα του Πάσχα, κουκιά;Μισό σοβαρό, μισό αστείο.

Λέει, (ο γέροντας) τι είπες;;;

Ε, λέω, Δευτέρα του Πάσχα, κουκιά;

Πήγα να το πω χαμογελαστά, ότι τάχα το είπα χαμογελώντας…

Εντάξει, φάγαμε και λέει ο γέροντας:

“Πάτε στον κήπο και μαζέψτε όλα τα κουκιά του κήπου. Όλα! Δεν θα αφήσετε τίποτα επάνω! Φέρτε τα εδώ, καθαρίστε τα και ώσπου έχει κουκιά, θα τρώμε κουκιά”.

14 μέρες συνεχόμενες τρώγαμε κουκιά!

14 μέρες!! Τη δε 15η μέρα πήγα στις Καρυές και είχε, κατά κακή μου τύχη, εκεί που μας φιλοξένησαν πάλι κουκιά!

Ξέρετε, ο άνθρωπος φαίνεται από αυτό το πράγμα. Ο γέροντάς μας πολύ επέμενε σε αυτό. Παιδιά που ήρθαν να γίνουν μονάχοι και όταν ερχόντουσαν στο τραπέζι και έβλεπαν το φαΐ και τους έβλεπε ότι δεν έτρωγαν, έλεγε: “Φάε, γιε μου, το φαΐ σου”.

-Μα δεν μου αρέσει.

-Φάε το φαΐ σου, γιε μου!

-Δεν το τρώω.

-Εντάξει, μάζεψε τα πράγματά σου και φύγε.

Έδιωξε πολλούς με αυτό τον τρόπο.

Έλεγε: “Ο άνθρωπος, από αυτό φαίνεται ο χαρακτήρας του. Από αυτό το απλό και μικρό”.

Αν δεν μάθεις από αυτό το απλό και μικρό, πώς θα μάθεις αύριο μέσα στο γάμο, μέσα στην κοινωνία, μέσα στο μοναχισμό, όπου κι αν πας,να κόβεις το θέλημά σου και να γίνεις στρογγύλος και να γίνεις άνθρωπος ο οποίος πραγματικά αποδέχεσαι τα γεγονότα με ειρήνη;

Ο τρόπος για να μην γερνάς..

 

Υπάρχει κάτι που υπερβαίνει το χρόνο

και κατ ’επέκταση τη φθορά, τα γερατειά, το θάνατο.

Το διασώζει, αιώνες τώρα, η Εκκλησία

και το κατανοούν όσοι το έζησαν.

Είναι η μετάνοια ως συνεχής πορεία προς την ασάλευτη,

αιώνια Βασιλεία του Θεού.

Όχι ως ενασχόληση με το παρελθόν,

που ’ναι ανύπαρκτο στην πραγματικότητα,

αφού δεν ανήκει στο τώρα.

Αλλά ως ανανέωση της ύπαρξης,

που στηρίζεται στο λόγο του Χριστού

«ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνει ζήσεται».

Ο ΟΣΙΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ

 

 

Τη μνήμη του Οσίου Αναστασίου, του Σιναΐτου, 21 Απριλίου, η Εκκλησία μας – Ο Όσιος Ανστάσιος έζησε τον 7ο αιώνα μ.Χ. και καταγόταν από ευγενή οικογένεια. Γρήγορα όμως εγκατέλειψε τον κόσμο και τα βιοτικά πράγματα και εκάρη μοναχός.

Πήγε στα Ιεροσόλυμα και αφού προσκύνησε τους Αγίους Τόπους, κατέληξε στο Όρος Σινά, στη μονή της Αγίας Αικατερίνης, της οποίας διετέλεσε ηγούμενος. Εκεί βρήκε ασκητές μοναχούς και έμεινε κοντά τους σαν υποτακτικός και υπηρέτης τους. Επειδή είχε πολύ ταπεινοφροσύνη, πήρε από τον Θεό τη δωρεά της γνώσης και πολλής σοφίας, με την οποία συνέγραψε βίους Αγίων Πατέρων και συνέθεσε ψυχωφελείς λόγους. Αφού έφτασε σε βαθιά γεράματα, απεβίωσε ειρηνικά στις αρχές του 8ου αιώνος μ.Χ.

Μερικά έργα του Οσίου Αναστάσιου είναι τα ακόλουθα:

α) «Οδηγός». Το έργο αυτό αποτελείται από 24 κεφάλαια και ονομάσθηκε έτσι διότι ήταν προορισμένο να χρησιμεύσει ως οδηγός προς υποστήριξη της Ορθοδοξίας εναντίον του Μονοφυσιτισμού,

β) «Ερωτήσεις και αποκρίσεις περί διαφόρων κεφαλαίων και διαφόρων προσώπων». Στο έργο αυτό ο Όσιος Αναστάσιος, ακολουθώντας τη μέθοδο του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, των ερωτήσεων και τον αποκρίσεων, επιλύει διάφορα ζητήματα δογματικά, πρακτικά και εκκλησιαστικά,

γ) «Λόγος περί της αγίας συνάξεως και περί του μη κρίνειν και μνησικακείν», όπου αναφέρεται στη Θεία Ευχαριστεία,

δ) «Θεωρίαι αναγωγικαί εις την εξαήμερον». Το όλο έργο αποτελείται συνολικά από δώδεκα βιβλία,

ε) «Εκ του κατ’ εικόνα». Δύο λόγοι περί της κατ’ εικόνα Θεού δημιουργίας του ανθρώπου,
στ) «Χρήσεις άχρηστοι μιαρών δυσσεβών Αρειανών αθετούσαι την ομοούσιον θεότητα του Υιού του Θεού και κτίσμα τον Κτίστην των απάντων λέγουσα». Το βιβλίο αυτό περιέχει αποσπάσματα από συλλογή χωρίων Πατέρων εναντίων των αιρετικών.

Τέλος, αξίζει να παραθέσουμε ένα απόσπασμα από ένα σύγγραμα του Οσίου Ανστάσιου, ο οποίος παίρνοντας αφορμή από τα λόγια του Ιησού Χριστού «μη κρίνετε ίνα μη κριθήτε» γράφει: «Κι όταν βλέπετε τον αδελφό σας να αμαρτάνη και τότε να μην τον κρίνετε και μάλιστα όταν είναι ιερέας. Να θυμώσαστε πως ένας είναι ο κριτής, ο Θεός, που θα αποδώση στον καθένα κατά τα έργα του. Είδες βέβαια το αμάρτημα του αδελφού σου· μήπως όμως γνωρίζεις και όλες του τις καλές πράξεις; Μπορεί μάλιστα αυτήν την αμαρτία, που εσύ είδες, εκείνος να την έπλυνε κι όλας με τα δάκρυα της μετανοίας του».

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

«Δεν αρκεί να λες – πρέπει να ζεις»: Το μήνυμα ενός φωτισμένου Πατριάρχη που συγκλονίζει τη συνείδηση των πιστών

 

Σε μια εποχή όπου τα λόγια περισσεύουν και η πράξη σπανίζει, τα λόγια του έρχονται να ταράξουν συνειδήσεις και να υπενθυμίσουν την ουσία της Ορθόδοξης ζωής: η πίστη δεν είναι θεωρία, αλλά πράξη καθημερινή, σταυρική και αληθινή.

Επιμέλεια- Κατερίνα Θεοχάρη 


«Δεν γίνεται να είσαι χριστιανός και να μη ζεις στο ύψος αυτών που λες». Η φράση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια ηθική νουθεσία. Είναι μια πνευματική καταγγελία απέναντι στην υποκρισία που συχνά εισχωρεί ακόμα και στον εκκλησιαστικό χώρο.

Η πίστη δεν είναι λόγια – είναι ζωή

Ο Πατριάρχης Παύλος, ένας από τους πιο ταπεινούς και αυθεντικούς ποιμένες της σύγχρονης Ορθοδοξίας, δίδαξε με τη ζωή του ότι η πίστη δεν μετριέται με τα λόγια, αλλά με τα έργα.

Δεν είναι τυχαίο ότι επαναλάμβανε:

«Κατά τη Δευτέρα Παρουσία, ο Θεός δεν θα μας ρωτήσει τι πιστεύαμε, αλλά πώς ζήσαμε».

Αυτή η φράση συνοψίζει ολόκληρη την ευαγγελική διδασκαλία. Δεν αρκεί να γνωρίζεις το Ευαγγέλιο. Πρέπει να το ενσαρκώνεις. Να γίνεται πράξη σε κάθε σχέση, σε κάθε απόφαση, σε κάθε στιγμή της ζωής.

Ο Χριστιανός φαίνεται – δεν διαφημίζεται

Ο Πατριάρχης Παύλος ήταν σαφής:

«Μην μιλάτε στους ανθρώπους για τον Θεό, αν δεν θέλουν να ακούσουν. Ζήστε όπως Εκείνος και θα σας ρωτήσουν μόνοι τους».

Αυτό είναι το πιο βαθύ ιεραποστολικό μήνυμα. Ο αληθινός χριστιανός δεν πείθει με επιχειρήματα. Πείθει με τη ζωή του.

Και εδώ έρχεται η μεγάλη πρόκληση:

πόσοι από εμάς ζούμε αυτό που ομολογούμε;

Οι σύγχρονοι Άγιοι μιλούν με την ίδια φωνή

Τα ίδια ακριβώς δίδαξαν και οι μεγάλοι σύγχρονοι Άγιοι της Ορθοδοξίας.

Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης έλεγε:

«Ο κόσμος δεν έχει ανάγκη από λόγια, αλλά από ανθρώπους που ζουν το Ευαγγέλιο».

Και συνέχιζε με αυστηρότητα:

«Αν δεν προσέχουμε τη ζωή μας, τα λόγια μας διώχνουν τους ανθρώπους από τον Θεό».

Ο Άγιος Πορφύριος από την πλευρά του τόνιζε:

«Μη μιλάτε πολύ για τον Χριστό. Ζήστε τον Χριστό».

Η Ορθοδοξία δεν είναι ιδεολογία. Είναι εμπειρία. Είναι σχέση. Είναι τρόπος ζωής.

Το μεγάλο πρόβλημα: η διάσταση λόγων και έργων

Σήμερα, το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι η απιστία. Είναι η υποκρισία.

Άνθρωποι που:

• μιλούν για αγάπη αλλά ζουν με κακία

• μιλούν για ταπείνωση αλλά ζουν με εγωισμό

• μιλούν για Χριστό αλλά δεν συγχωρούν

Αυτή η αντίφαση είναι που σκανδαλίζει.

Ο Πατριάρχης Παύλος το έλεγε ξεκάθαρα:

«Κανείς δεν θα κερδίσει τίποτα, αν δεν ζει στο ύψος της διδασκαλίας του Χριστού».

Η ματαιοδοξία που σκοτώνει την πίστη

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης θέτει ένα σκληρό ερώτημα:

«Πώς μπορείτε να πιστέψετε, όταν ζητάτε τον έπαινο των ανθρώπων;»

Αυτή είναι η ρίζα του προβλήματος.

Η ανάγκη για επιβεβαίωση.

Η ανάγκη να φαινόμαστε καλοί, χωρίς να είμαστε.

Οι σύγχρονοι Γέροντες μιλούν για αυτό ως «πνευματική πλάνη».

Ο Άγιος Πορφύριος έλεγε:

«Η μεγαλύτερη παγίδα είναι να νομίζουμε ότι είμαστε καλοί».

Και ο Άγιος Παΐσιος συμπλήρωνε:

«Ο Θεός δεν κοιτάει τι λέμε, αλλά τι έχουμε μέσα μας».

Η ώρα της αλήθειας

Το πιο συγκλονιστικό σημείο των λόγων του Πατριάρχη Παύλου είναι η υπενθύμιση ότι μπροστά στον Θεό δεν υπάρχει υποκρισία.

Δεν υπάρχει «φαίνεσθαι».

Δεν υπάρχει «προσωπείο».

Όλα αποκαλύπτονται.

«Ο Θεός βλέπει και τα κρυφά», έλεγε.

Και στην Αποκάλυψη διαβάζουμε:

«Θα ανταποδώσω στον καθένα σύμφωνα με τα έργα του».

Αυτό είναι το τελικό κριτήριο. Όχι τα λόγια. Όχι η εικόνα. Τα έργα.

Το αληθινό νόημα της ζωής

Ο Πατριάρχης Παύλος οδηγεί τη σκέψη στο πιο βαθύ ερώτημα:

Γιατί ζούμε;

Όχι για να εντυπωσιάσουμε.

Όχι για να αποκτήσουμε δόξα.

Αλλά για να κερδίσουμε την αιώνια ζωή.

Αυτό είναι το κέντρο της Ορθοδοξίας.

Και αυτό ξεχνάμε.

Η σιωπηλή δύναμη της αγιότητας

Οι Απόστολοι, όταν σταματούσαν να μιλούν, μιλούσαν με τη ζωή τους.

Το ίδιο και οι Άγιοι.

Η αγιότητα δεν είναι θεωρία. Είναι παρουσία.

Είναι άνθρωποι που:

• συγχωρούν

• αγαπούν

• θυσιάζονται

χωρίς να μιλούν πολύ.

Το μήνυμα προς τη νέα γενιά

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν τα λόγια προς τους νέους:

«Δώστε μαρτυρία με τη ζωή σας».

Σε μια εποχή fake εικόνων, social media και επιφανειακής πίστης, αυτό το μήνυμα γίνεται πιο επίκαιρο από ποτέ.

Οι νέοι δεν πείθονται από λόγια.

Πείθονται από αλήθεια.

Το τελικό ερώτημα

Στο τέλος, μένει ένα ερώτημα που δεν μπορεί να αποφύγει κανείς:

Ζούμε αυτό που λέμε;

Ή απλώς το επαναλαμβάνουμε;

Γιατί, όπως λέει ο Πατριάρχης Παύλος:

«Είναι προτιμότερο δύο ή τρεις να ζουν το θέλημα του Θεού, παρά εκατομμύρια να το παραβιάζουν».

Αυτό είναι το Ευαγγέλιο.

Αυτό είναι η Ορθοδοξία.

Και αυτό είναι το μέτρο της ζωής μας.