Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Άφησε στον Θεό να αποκαλύψει την ταπείνωσή σου. . .

 

π. Σπυρίδων Σκουτής

Η ταπείνωση δεν είναι ένα ένδυμα που το φοράς όποτε επιθυμείς, δεν είναι μια αρετή αναγνωρίσιμη από τον εαυτό σου. Δεν τη βλέπεις, ούτε την αντιλαμβάνεσαι.

Η ταπείνωση είναι μια στάση ζωής, όταν ο άνθρωπος έχει μεταμορφωθεί από τη σχέση του με τον Χριστό. Μια οντολογική μεταμόρφωση, το «είναι» του ανθρώπου σε μια Χριστολογική τροχιά.

Δεν το βλέπεις εσύ. Οι άλλοι το βλέπουν και το αναγνωρίζουν. Σαν τον ήλιο που δεν βλέπει τις ακτίνες του. Όποιος νομίζει ότι είναι ταπεινός μάλλον αναγνωρίζει το ψεύτικο φως του διαβόλου εντός του.

Αν την ταπείνωση την αποκαλύπτει το «εγώ» σου τότε υπάρχει πρόβλημα. Αν πιστεύεις ότι είσαι ταπεινός, μάλλον τείνεις να γίνεις μαριονέτα του διαβόλου.

Αποκαλύπτεται η ταπείνωση μέσα από τον δρόμο της μετανοίας.

Να θέλει ο Χριστός να έρθει σπίτι σου κι εσύ να του λές «Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς·» Ματθ. Η’9. Διότι αντιλαμβάνεσαι ποιος πραγματικά είσαι και ποιος είναι ο Χριστός, και αυτό θέλει δουλειά πολύ.

Η ταπείνωση δεν είναι υποχώρηση, δεν είναι μαζοχισμός, δεν είναι ψευτοευσέβεια. Είναι, κάνω στην άκρη για να περάσει ο Χριστός διότι Του έχω απόλυτη εμπιστοσύνη.

Το «εγώ» παραδίδει τα σκήπτρα του στα ποδάρια του Κυρίου. Και πώς αποκαλύπτεται η ταπείνωση θα πει κάποιος. Μέσα από τον πειρασμό, τον πόνο, τη δυσκολία, το «όχι» του Θεού.

Είναι οι στιγμές που αποκαλύπτεται τι έχει μέσα του ο άνθρωπος. Δεν το ανακοινώνει, αποκαλύπτεται. Όταν βιώσεις το «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγὼ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ.2:16-20), δεν χρειάζονται πολλά λόγια.

Εκεί σβήνουν τα γιατί, τα διότι, τα θέλω, οι επιθυμίες, και τα ερωτήματα. Γίνονται όλα «τα πάντα και εν πάσι Χριστός» (Κολ. 3:11). Σαν τον ήλιο.

Δεν χρειάζεται να φωνάξει, να ουρλιάξει, να μιλήσει, δεν το έχει ανάγκη. Μαρτυρούν τα λουλούδια για Εκείνον και σε αυτές τις μαρτυρίες αποκαλύπτεται ποιος πραγματικά είναι.

Μην προσπαθήσεις λοιπόν να το παίξεις ταπεινός, μην αναφέρεις ποτέ ότι ενήργησες με ταπείνωση στην τάδε περίπτωση.

Μην περιμένεις να έρθει η ταπείνωση με όραμα, ή να σου το πει ο Θεός ότι είσαι ταπεινός. Μην περιμένεις κάτι.

Αγωνίσου στον δρόμο της μετανοίας και άσε στον Θεό τα υπόλοιπα. Οι Άγιοι δεν ζητούσαν αρετές, ή χαρίσματα.

Ήθελαν απλά τον Χριστό και να γίνουν Αγάπη. Μόνο αυτό αρκεί.

Ο νους σου μοιάζει με θάλασσα

 Γιατί η θάλασσα είναι αλμυρή;

Ο νους σου μοιάζει με θάλασσα. Όχι την επιφάνεια που βλέπουν όλοι, μα τα αόρατα βάθη της, εκεί που το φως του ήλιου δεν φτάνει ποτέ.
Στην αρχή, σε βλέπω σαν τη ρηχή ακτή , τα κύματα των σκέψεών σου, οι παλίρροιες των συναισθημάτων σου. Παιχνιδιάρικη, διάφανη, με αφρό που χορεύει στο φως. Μα όσο σε γνωρίζω, βουτάω πιο βαθιά.
Και τότε ανακαλύπτω τα μυστικά σου ρεύματα, τους ανεξερεύνητους ωκεανούς μέσα σου. Εκεί κάτω, η σιωπή έχει βάρος. Εκεί γεννιούνται οι σκέψεις που δεν είπες ποτέ, τα όνειρα που έπνιξες για να μη σε πνίξουν, οι αγάπες που φύλαξες σαν θησαυρούς σε ναυάγια. Είσαι τόσο ήρεμος όσο η νηνεμία μιας ανέμελης μέρας, μα κρύβεις μέσα σου την ορμή τυφώνων που μετέωροι ταξιδεύουν.
Σε ακούω. Και η θάλασσά σου μου μιλάει με την γλώσσα των βυθών: ένα βουητό αρχαίο, σαν ρυθμός καρδιάς του κόσμου. Κάθε σου κύμα αφήνει πίσω του μια ανάμνηση στην αμμουδιά της ψυχής μου, χαραγμένη εκεί για πάντα.
Η θάλασσά σου έχει ζωή. Έχει πλάσματα που λάμπουν στο σκοτάδι, φώτα που αναβοσβήνουν στα βάθη, τραγούδια που ακούγονται μόνο στην απόλυτη ησυχία. Και εγώ, ένας απλός κολυμβητής, βυθίζομαι μέσα σου με δέος, γνωρίζοντας πως όσα κι αν εξερευνήσω, πάντα θα υπάρχει ένα άγνωστο βάθος περιμένοντας.
Γιατί ο νους σου δεν είναι απλώς θάλασσα. Είναι ωκεανός. Και με πνίγω ηδονικά στην απεραντοσύνη σου, για να αναδυθώ κάθε φορά πιο γεμάτος από το αλάτι σου, πιο ζωντανός από τα κύματά σου.
Σε αγαπώ σαν ναυαγός που βρήκε το λιμάνι του. Μα εσύ, θάλασσά μου, είσαι ταυτόχρονα και το ναυάγιο και η σωτηρία μου.

Ικανός να τις γευθεί


Όλες οι επαγγελίες του Θεού αποτελούν μία ανέκφραστη δωρεά του Θεού προς τον άνθρωπο. Όμως μόνο αυτός που συνεργάζεται πλήρως με τον Θεό, που ταυτίζει το θέλημά του με το θέλημα του Θεού, που υπερβαίνει κάθε μικρότητα, ιδιοτέλεια και πάθος που τον έλκει προς την γη της κακίας, που δείχνει την απαραίτητη ανδρεία ώστε να νικά στον αόρατο αυτό πόλεμο, καθίσταται ικανός να γευθεί αυτές τις άρρητες ευλογίες και δωρεές του Θεού.

O ΟΣΙΟΣ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΡΑΔΟΒΙΣΔΙΟΥ

   

 

Όσιος Παρθένιος Επίσκοπος Ραδοβισδίου.
Ο Άγιος πατήρ ημών Παρθένιος εγεννήθη στο χωριό Βατσουνιά Καρδίτσης στις αρχές του 18 ου αιώνος. Μεγάλωσε στην περιοχή αυτή των Θεσσαλικών Αγράφων, που στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας είχε μια σημαντική πνευματική παρουσία. Το δυσπρόσιτο της περιοχής δημιουργούσε στους υπόδουλους ένα χώρο καταφυγής, ελευθερίας και δημιουργίας, μακριά από την αφόρητη πίεση του κατακτητή.
Οι γονείς του απλοί και ταπεινοί του μεταδίδουν την πίστη στον Χριστό και την αγάπη προς την πατρίδα.
Η ζωή των Αγίων της εκκλησίας μας, το θάρρος και η πίστη των νεομαρτύρων της εποχής μας καθώς και η δυνατή παρουσία των δύο μεγάλων Αγίων της περιοχής, του Αγίου Βησσαρίωνος και του Αγίου Σεραφείμ των Φαναριοφαρσάλων, επιδρούν στη ζωή του και του εμπνέουν, κάτω από τις φωτισμένες νουθεσίες των μοναχών των Μετεώρων και των γύρω μονών, την επιθυμία και το ζήλο της ολοκληρωτικής αφιερώσεως στο Θεό.
Κείρεται τελικώς μοναχός, σε μοναστήρι της περιοχής. Ο μοναχός Παρθένιος προκόβει στην πνευματική ζωή και γίνεται παράδειγμα για όλους. ΄Έτσι με τη σύμφωνη γνώμη των πατέρων χειροτονείται τελικώς σε πρεσβύτερο. Εκτιμώντας τα προσόντα και την αγία ζωή του η εκκλησία τον αναδεικνύει επίσκοπο Ραδοβισδίου, επισκοπή της Μητροπόλεως Λαρίσης, που τότε περιελάμβανε το δυτικό τμήμα της Αργιθέας και το Β.Α του σημερινού νομού Άρτας (δήμοι Ηρακλείας, Τετραφυλίας και τα σημερινά χωριά Ζυγός Μαρκινιάδα Μελάτες, Παναγιά Διασέλου, Τετράκωμο, Μεσούντα, Κάψαλα.Η επισκοπή αναφέρεται πρώτη φορά στο τακτικό β΄ του Ιωάννη Τσιμισκή (972-976). Κατελάμβανε τη 16 η θέση από τις 28 επισκοπές που υπήγοντο στην Μητρόπολη Λαρίσης. Δεύτερη φορά αναφέρεται στο τακτικό Α΄ του Αλεξίου Κομνηνού (1081-1118)και Τρίτη στο πατριαρχικό σιγίλιο του 1371. Η επισκοπή εξακολουθεί να υφίσταται και επί Τουρκοκρατίας, πολλούς δε επισκόπους γνωρίζουμε από τους κώδικες των Μητροπόλεων Λαρίσης και Τρίκκης. Καταργείται δε το 1830 και η περιοχή της δίδεται στη Μητρόπολη Άρτης τμήμα της οποίας αποτελεί και σήμερα. Έδρα της επισκοπής ήταν τα Βραγγιανά Αργιθέας και αργότερα το Βελετζικό που στην εποχή της Τουρκοκρατίας ευρίσκετο σε μεγάλη ακμή.
Αναλαμβάνοντας το αξίωμα της Αρχιερωσύνης ο Άγιος αγωνίζεται νυχθημερόν για την πνευματική προκοπή του ποιμνίου του. Η αυστηρή νηστεία και η αδιάλειπτη προσευχή ήταν τα αγαπημένα του αθλήματα. Στο «Μαρτυρικόν» περί του αγίου Παρθενίου του ιστορικού κώδικα της μονής Δουσίκου διασώζεται επίσης ένα άλλο επεισόδιο από τη ζωή του αγίου, που δείχνει την μεγάλη αρετή και φιλανθρωπία του. Κοντά στην Επισκοπή ζούσε ένας φτωχός άνθρωπος που είχε πέντε παιδιά. Είχε ένα πετρώδες χωράφι που δεν μπορούσε λόγω ασθενείας να περιποιηθεί. Ο Άγιος λοιπόν πήγαινε μεσάνυχτα με το φως του φεγγαριού να καθαρίσει το κτήμα, για να αποδώσει καρπόν και να τραφεί η οικογένεια του φτωχού γεωργού. Ο ιδιοκτήτης όταν κατάλαβε ότι κάποιος τον βοηθάει παραφύλαξε κάποιο βράδυ και με έκπληξη διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τον επίσκοπό του. Ο Άγιος όμως του «έκαμε δεσμόν»να μη μαρτυρήσει σε κανένα το γεγονός και του υποσχέθηκε ότι αυτός θα βοηθούσε τα παιδιά του.
Το κήρυγμα του αγίου είχε δυο στόχους : Πρώτον να τονώσει την πίστη των ανθρώπων στο Θεό και κατά δεύτερο λόγο να διαφυλάξει ακέραιη και ανόθευτη την ταυτότητα του βασανισμένου ρωμιού. Συνεργάζεται με τους καπεταναίους των Ραδοβυζίων και με τους μοναχούς και λόγιους της περιοχής, για την παιδεία και ανάπτυξη των πνευματικών του παιδιών. Κατά την παράδοση ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός περνώντας από την περιοχή συναντήθηκε με τον Άγιο Παρθένιο και συζήτησαν μαζί τα προβλήματα των υποδούλων στο μοναστήρι της Ροβέλιστας που αποτελούσε κέντρο συνάντησης των αρματωλών και αντίστασης στον κατακτητή. Μάλιστα στο χώρο της μονής λειτουργούσε σχολείο με πλούσια βιβλιοθήκη που δυστυχώς καταστράφηκε από τους Τούρκους.
Η όλη ζωή και παρουσία του αγίου Παρθενίου δεν άφησε ανενόχλητο τον κατακτητή και κατά μια παράδοση ο Άγιος κατεδικάσθη και υπέστη μαρτυρικό θάνατο για να συναριθμηθεί στη χορεία των Οσίων και νέων μαρτύρων Ιεραρχών της εκκλησίας μας. Κατά μιαν άλλη όμως παράδοση εκοιμήθη οσιακώς την 21ην Ιουλίου 1777 και ενεταφιάσθη πίσω από τι ιερό βήμα του ναού των Αγίων Αναργύρων.
Μετά από περίπου 35 χρόνια από την κοίμησή του οι κάτοικοι του χωριού απεφάσισαν να κάνουν εκταφή, προκειμένου να ενταφιάσουν έναν από τους διαδόχους του, τον επίσκοπο Καλλίνικο. Έτσι την 21 η Ιουλίου 1810 άνοιξαν τον τάφο του. Άρρητη ευωδία πλημμύρισε τον τόπο όλον και παρόλο το ηλιόλουστο της ημέρας, λεπτή βροχή άρχισε να πέφτει από τον ουρανό.
Οι κάτοικοι θεώρησαν το γεγονός «σημείο» παρά του Θεού και απόδειξη της αγιότητας του Παρθενίου. Οι κάτοικοι του Βελεντζικού αρνήθηκαν να παραδώσουν τα οστά στους οικείους του και τη διαφορά εκλήθη να διευθετήσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Τούτο έκρινε η κάρα να παραμείνει στο Βελεντζικό και τα υπόλοιπα οστά να δοθούν στους οικείους. Στον ιστορικό κώδικα της μονής Δουσίκου αναφέρεται ότι τα λείψανα μοιράστηκαν σε πολλά μέρη. Από αυτά, τμήμα κατέχει η μονή Δουσίκου, η σιαγόνα του αγίου ευρίσκεται στην μονή Γρηγορίου Αγίου Όρους (εδόθη από τον πρώην επίσκοπο Σταγών Αμβρόσιο), μία δε κλείδα του αγίου ευρίσκεται στη λειψανοθήκη του ναού Αγίου Γεωργίου Κωστακιών. Κατά την επανάσταση Ραδοβυζίων στα 1854 εχάθη η παλαιά ακολουθία και η εικόνα του αγίου, η κάρα όμως διεσώθη χάριν της αυταπαρνήσεως του ιερέως του Βελεντζικού και μετεφέρθη στα χωριά του Βάλτου. Το 1939 με τη φροντίδα του ηγουμένου Δουσίκου π. Συμεών Τσαγοπούλου και του διδασκάλου του Βελεντζικού Γεωργίου Βάκκα, συνετέθη από τον π. Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη νέα ακολουθία, η οποία εκδόθηκε με το συναξάρι, το 1971. Ο διδάσκαλος των Τρικάλων Γεώργιος Μηλίτσης το 1991 συνέθεσε παρακλητικό προς τιμήν του αγίου κανόνα. Πολλά και ποικίλα τα θαύματα του Αγίου και μάρτυρες οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής, οι οποίοι ομολογούν και διακηρύσσουν τις θαυματουργίες που επιτελεί η αγία κάρα Του.

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Ο χριστιανός ως φυσιολογικός άνθρωπος

Τι σημαίνει να είσαι χριστιανός...; - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

Η ευλογία της πληροφορίας, κάθε μορφής, στις μέρες μας, έφερε και την ανταλλαγή απόψεων και θεωριών, ώστε, τις περισσότερες φορές, να δημιουργούνται ερωτήματα όπως: Ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος; Ποιο είναι το λογικό και ποιο το παράλογο; Ποιο είναι το φυσιολογικό και ποιο το παρά φύση;

Ο Μέγας Αντώνιος είπε ότι «θα έρθει καιρός που οι άνθρωποι θα τρελαθούν, και μόλις δουν κάποιον να είναι λογικός, θα του επιτίθενται λέγοντας⸱ “είσαι τρελός”, επειδή δεν θα είναι όμοιός τους». Άραγε να βρισκόμαστε σ’ αυτή την εποχή, με τόση σύγχυση που υπάρχει;

Η πεποίθηση ότι «η αλήθεια βρίσκεται στον καθένα και άρα δεν μπορεί να δεσμεύει παρά μόνον αυτόν που την εκφράζει», οδηγεί στην παραδοχή ότι η αλήθεια είναι υποκειμενική και όχι αντικειμενική.

Για τον χριστιανό η Αλήθεια είναι Πρόσωπο, ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος είπε: «Εγώ ειμί η αλήθεια» (Ιω. 14,6) και άρα η γνώση της Αλήθειας επιτυγχάνεται στον βαθμόν που κανείς γνωρίζει, δηλαδή ενώνεται με τον Κύριό του. Η ένωση αυτή ως οντολογική και όχι θεωρητική, ως υπαρκτή και όχι ψυχολογική ή φανταστική, οδηγεί στη φυσιολογική ζωή. Ο Χριστός ως τέλειος άνθρωπος είναι ο μόνος φυσιολογικός άνθρωπος.

Αν η ατέλεια, το λάθος, το α-φύσικο μπορεί να ονομαστεί «αμαρτία», τότε η αγιότητα είναι η φυσιολογική κατάσταση. Ο Χριστός είναι ο «εις άγιος» και όποιος ενώνεται μαζί Του, αγιάζεται, γίνεται φυσιολογικός.

Ο αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός θα πει: «Όποιος είχε την αγαθή τύχη να συναντήσει ένα Άγιο – όχι σαν οπτασία, αλλά σαν άνθρωπο απλό και καθημερινό – δεν μπορεί να πιστέψει ότι υπάρχει ‘φυσικότερο’ χαρακτηριστικό για τον άνθρωπο από την αγιότητα. Κι ένα παρήγορο μήνυμα θέλει να το πει κανείς σ’ όλους τους ανθρώπους».

Ο άγιος - ο φυσιολογικός άνθρωπος:

  • Αγαπά όλους, γι’ αυτό και νιώθει ενωμένος με όλους. Δεν διαχωρίζει τον εαυτό του από τους άλλους. Συμπάσχει με τον καθένα.
  • Ζει ευχαριστιακά τη ζωή του, ξέροντας πως ό,τι έχει και ό,τι είναι προέρχεται από τον Θεό της αγάπης.
  • Έχει την ταπείνωση ως κατάσταση ψυχής και όχι ως μειονεξία.
  • Δεν χαρακτηρίζεται από εγωκεντρισμό και έπαρση.
  • Προσεύχεται καρδιακά, εκκλησιάζεται από ανάγκη και όχι από καθήκον.
  • Κοινωνεί για να ενωθεί με τον Χριστό και τους αδελφούς του κι όχι για να νιώσει ωραία ή από αυτοδικαίωση.

Τελικά, αυτό που τον ενδιαφέρει δεν είναι το «φαίνεσθαι», αλλά, όντας ο εαυτός του, αγωνίζεται να γίνει αυτό που ο Χριστός θέλει γι’ αυτόν, ξέροντας ότι στο βάθος το θέλει κι ο ίδιος. Έτσι γίνεται αληθινός χριστιανός, φυσιολογικός άνθρωπος, «συμπολίτης των αγίων και οικείος του Θεού» (Εφ. 2,19).

Ἡ μετάνοια κατά τόν ἅγιο Παΐσιο

 

Ἐπιμ: Σάββα Παρῆ Θεολόγου

Χαρά ἔσται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι, λέει τό εὐαγγέλιο. Ἡ μετάνοια εἶναι τό βάπτισμα τῶν δακρύων. Μέ τή μετάνοια ὁ ἄνθρωπος ξαναβαπτίζεται, ἀναγεννιέται.

Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος μέ τήν ἄρνησή του εἶχε προδώσει κατά κάποιον τρόπο τόν Χριστό, ἀλλά ἐπειδή ἔκλαψε πικρά, ἔλαβε τήν ἄφεση γιά τήν πτώση του, δηλαδή ἡ εἰλικρινής μετάνοιά του τόν ξέπλυνε, τόν καθάρισε πάλι.

Ὁ Θεός ἔδωσε στόν ἄνθρωπο τόν νοῦ γιά νά ἀναλογίζεται τό σφάλμα του, νά μετανοεῖ καί νά ζητάει συγχώρεση.

Ὅταν συναισθανθεῖ τό σφάλμα του, πονέσει καί μετανοήσει εἰλικρινά συγχωρεῖται ἀπό τόν Θεό καί ἔρχεται ἀμέσως ἡ θεία παρηγοριά, ἡ ὁποῖα τόν ἀλλοιώνει διώχνοντας ὅλα τά κληρονομικά του ἐλαττώματα καί τόν ὁδηγεῖ σέ πνευματική ἀγαλλίαση, τόν βοηθᾶ νά προχωρήσει σέ λεπτή πνευματική ἐργασία.

Ὅταν ὅμως παραμένει ἀμετανόητος καί δέν θέλει νά μετανοήσει, γιά νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τή μικρή κόλαση πού ζεῖ, ἡ ὁποία τόν ὁδηγεῖ στή χειρότερη, τήν αἰώνια, στερεῖται καί τίς ἐπίγειες παραδεισένιες χαρές ἀλλά καί τίς πολύ με γαλύτερες χαρές, τίς αἰώνιες.

Τό νά περνάει κανείς τά σφάλματά του μέ ἀδιαφορία, νά μήν τόν ἀγγίζουν, νά περνᾶνε ἀπ’ ἔξω, μοιάζει ὅπως τή γῆ, πού ὅταν σκληρυνθεῖ, ὅση βροχή καί νά πέσει, δέν ρουφάει νερό μέσα της.

Ἕνα τέτοιο πράγμα συμβαίνει καί στήν περίπτωση αὐτή.

Σκληρύνεται τό χωράφι τῆς καρδιᾶς ἀπό τήν ἀδιαφορία καί ὅτι καί ἄν τοῦ ποῦν, ὅτι καί ἄν συμβεῖ, δέν τόν ἀγγίζει γιά νά αἰσθανθεῖ τήν ἐνοχή του καί νά μετανοήσει.

Ἀπό τήν ἄλλη ὁ ἄνθρωπος πού δέν παραμένει στήν πτώση του, στίς ἁμαρτωλές του σκέψεις ἀλλά μετανοεῖ γιά τά σφάλματά του καί ἀγωνίζεται νά μήν ἁμαρτάνει, δέχεται τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί βοηθιέται.

Αὐτή εἶναι ἡ δύναμη πού ἔχει ἡ μετάνοια!

Ἀπορροφᾶ τή θεία Χάρη. Καί ἡ μετάνοια γιά τόν ἀγωνιζόμενο εἶναι ἕνα ἐργόχειρο πού δέν τελειώνει ποτέ. Ἕναν λογισμό τα πεινό νά φέρει στόν νοῦ του ὁ ἄνθρωπος, σώθηκε.

Ἕναν λογισμό ὑπερήφανο νά φέρει, ἄν δέν μετανοήσει καί τόν βρεῖ ὁ θάνατος, πάει, χάθηκε. Σέ ἕνα δευτερόλεπτο μπορεῖ νά βρεθεῖ κανείς ἀπό τήν κόλαση στόν παράδεισο ἄν μετανοήσει.

«Ἡ τοῦ ληστοῦ μετάνοια τόν Παράδεισον ἐσύλησεν». Ὁ ληστής δηλαδή, πού βρισκόταν πάνω στόν σταυρό δίπλα ἀπό τόν Χριστό, ἔκλεψε μέ τή μεγάλη του μετάνοια καί τόν παράδεισο.

Ἡ πύλη τοῦ παραδείσου δέν εἶναι στενή ἀλλά χωράει ὅλους τούς ἀνθρώπους πού σκύβουν ταπεινά καί δέν εἶναι φουσκωμένοι ἀπό ὑπερηφάνεια ἀρκεῖ νά μετανοήσουν, νά δώσουν δηλαδή τό φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν τους στόν Χριστό καί τότε χωροῦν νά περάσουν εὔκολα ἀπό τήν πύλη.

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ Ο ΘΕΣΒΙΤΗΣ


 Προφήτης Ηλίας ο Θεσβίτης - Βυζαντινή τοιχογραφία στο Πρωτάτο των Καρυών στο Άγιο Όρος, φιλοτεχνημένη από τον Μανουήλ Πανσέληνος (περ. 1290)

Μέσα στη χορεία των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης ξεχωριστή είναι η θέση του προφήτη Ηλία. Στην Καινή Διαθήκη το όνομα του προφήτη Ηλία αναφέρεται πολλές φορές από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό. Ο Ζαχαρίας, ο πατέρας του Προδρόμου, είπε πως ο Ιωάννης θα ερχόταν «ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἠλίου» (Λουκ., κεφ. α, στ. 17), θα είχε δηλαδή τα γνωρίσματα και το ζήλο του προφήτη Ηλία, θα ήταν ο ίδιος ο προφήτης Ηλίας, όπως ο λαός τον περίμενε να ξανάρθει. Ο Ιησούς Χριστός, όταν έδωσε μαρτυρία για τον πρόδρομο Ιωάννη κι έπλεξε το εγκώμιο του, είπε πως αυτός ήταν ο Ηλίας «Αν θέλετε, να το παραλεχθείτε, αυτός είναι ο Ηλίας, που έμελλε να έλθει».
Το πιο σπουδαίο είναι ότι οι μαθητές επάνω στο βουνό, κατά τη θεία Μεταμόρφωση, είδαν τους δυο Προφήτες, τον Μωϋσή και τον Ηλία, να συνομιλούν με τον Ιησού Χριστό. Όλα αυτά φανερώνουν την ξεχωριστή θέση του προφήτη Ηλία ανάμεσα στους Προφήτες και μέσα στη συνείδηση του λαού. Ακόμα και στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, ακούοντας τη διδασκαλία και βλέποντας τα θαύματά του, έβλεπαν τον προφήτη Ηλία, που είχε ξανάρθει. Ο Ιησούς Χριστός ρώτησε· «Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι;». Κι οι μαθητές είπαν’ «Ἰωάννην τὸν βαφτιστήν, ἄλλοι δὲ Ἠλίαν….».
Ο προφήτης Ηλίας έζησε τον 9 π.Χ. αιώνα και ήταν γιος του Σωβάκ και καταγόταν από τη Θέσβη (γι’ αυτό και ονομάστηκε Θεσβίτης), το σημερινό El Istib, της περιοχής Γαλαάδ, και άνηκε στην φυλή του Ααρών. Όταν γεννήθηκε, ο πατέρας του είδε μία θεία οπτασία: Δύο άνδρες λευκοφορεμένοι τον ονόμαζαν Ηλία, τον σπαργάνωναν με φωτιά και του έδιναν φλόγα να φάει. Τότε ο πατέρας του, πήγε στα Ιεροσόλυμα και αφού περιέγραψε την οπτασία στους ιερείς, εκείνοι του είπαν ερμηνεύοντας την οπτασία, ότι ο γιος του θα γίνει προφήτης και θα κρίνει το Ισραήλ με δίκοπο μαχαίρι και φωτιά.
Ο Προφήτης Ηλίας άσκησε το προφητικό του χάρισμα επί 25 έτη στα χρόνια του βασιλέα Αχαάβ, που βασίλεψε στα 873 – 854 π.Χ. Ο Αχαάβ και μάλιστα η γυναίκα του Ιεζάβελ ήσαν άνθρωποι ασεβείς κι εναντίον τους ήταν ο πόλεμος του προφήτη Ηλία. Η Ιεζάβελ, που δεν ήταν ισραηλίτισσα και γινόταν αιτία να νοθεύεται η πίστη από ειδωλολατρικά έθιμα, αυτή λοιπόν κυνήγησε πολύ τον προφήτη Ηλία, γι’ αυτό κι εκείνος αναγκαζόταν διαρκώς να φεύγει και να κρύβεται. Η Ιεζάβελ κυνηγούσε τον προφήτη Ηλία όπως η Ηρωδιάδα τον Ιωάννη τον Πρόδρομο.
Πρώτο μεγάλο σημείο, που έδωσε ο προφήτης Ηλίας, ήταν που προσευχήθηκε και δεν έβρεξε για τριάμισι χρόνια. Σ’ αυτό το διάστημα ο Προφήτης κρυβόταν σε μια σπηλιά σ’ ένα χείμαρρο πέρ’ από τον Ιορδάνη. Εκεί υπήρχε λίγο νερό, κι ένας κόρακας του πήγαινε τροφή κάθε πρωί. Όταν στέρεψε το νερό, έφυγε ο Προφήτης και πήγε στα Σάρεπτα της Σιδωνίας· όλα αυτά με εντολή του Θεού. Εκεί φιλοξενήθηκε σε μια χήρα γυναίκα, που είχε λίγο αλεύρι και λίγο λάδι, κι όμως έτρωγαν όλο τον καιρό και δεν έλειψαν. Η χήρα γυναίκα είχε ένα παιδί κι έτυχε να αρρωστήσει και να πεθάνει. Τότε ο Προφήτης προσευχήθηκε κι ανάστησε το παιδί.
Δεύτερο μεγάλο σημείο, που έδειξε ο Προφήτης Ηλίας, ήταν που προσευχήθηκε κι ήλθε φωτιά από τον ουρανό. Με προσταγή του βασιλέα Αχαάβ, μαζεύτηκαν τετρακόσιοι ειδωλολάτρες ψευτοιερείς, που τους προστάτευε η Ιεζάβελ. Τότε ο προφήτης Ηλίας τους προκάλεσε σ’ ένα διαγωνισμό. Του είπε κι έβαλαν πάνω στο θυσιαστήριο τα ξύλα και το σφάγιο για θυσία, και άρχισαν να τρέχουν γύρω και να φωνάζουν όλη την ήμερα τον ψεύτικο θεό Βάαλ, για να ρίξει φωτιά· «και ουκ ην φωνή και ουκ ην ακρόασις». Τότε ο Προφήτης τους είπε· «Κάνετε πέρα! Τώρα θα κάνω εγώ τη θυσία μου». Έκανε δικό του θυσιαστήριο, έβαλε κι έβρεξαν καλά τρείς φορές τα ξύλα με νερό κι ύστερα προσευχήθηκε. Έπεσε τότε φωτιά από τον ουρανό κι αναποδογύρισε κι έκαψε ολόκληρο το θυσιαστήριο.
Ύστερα απ’ αυτό το σημείο, ο λαός έπιασε τους τετρακόσιους ψευτοϊερείς, κι ο προφήτης Ηλίας τους τιμώρησε αυστηρά. Η Ιεζάβελ, αγριεμένη, κυνήγησε τον Προφήτη, κι εκείνος έφυγε ψηλά στο Χωρήβ, εκεί που πριν πεντακόσια χρόνια ο Μωϋσής άκουσε τη φωνή του Θεού κι είδε τη βάτο να φλέγεται και να μην καίγεται. Εκεί ο προφήτης Ηλίας κρυβόταν σε μια σπηλιά, κι ο Θεός τον δίδαξε ένα σπουδαίο μάθημα. Του είπε· «Ανέβα ψηλά στην κορυφή, και θα δεις το Θεό. Θα περάσει δυνατός αέρας· θα γίνει σεισμός· θα δεις φωτιά και θα περάσει ένα ανάλαφρο και δροσερό αεράκι. Ο Θεός δεν θα είναι ούτε στη θύελλα ούτε στο σεισμό ούτε στη φωτιά, αλλά στο ανάλαφρο αεράκι».
Άλλα θαυμαστά σημεία του πορφήτη Ηλία ήταν ότι διέσχισε τον Ιορδάνη ποταμό με την μυλωτή του και τέλος ότι αντί να πεθάνει ανελήφθη με άρμα πυρός στον ουρανό.
Να σημειώσουμε, ότι ο προφήτης Ηλίας, μετά από οκτώ ή δέκα χρόνια από την ανάληψη του, απέστειλε γράμματα (ίσως δι’ Αγγέλου) στον βασιλέα Iωράμ, προβλέποντας τον θάνατο του επειδή απομακρύνθηκε από την λατρεία του αληθινού Θεού: «καὶ ἦλθεν αὐτῷ ἐν γραφῇ παρὰ ᾿Ηλιοὺ τοῦ προφήτου λέγων· τάδε λέγει Κύριος Θεὸς Δαυὶδ τοῦ πατρός σου· ἀνθ’ ὧν οὐκ ἐπορεύθης ἐν ὁδῷ ᾿Ιωσαφὰτ τοῦ πατρός σου καὶ ἐν ὁδοῖς ᾿Ασὰ βασιλέως ᾿Ιούδα» (Παραλειπομένων Β’, κεφ. 21, στίχος 12).
Το δε βιβλίο Σοφία Σειράχ αναφέρει ότι: «ΚΑΙ ἀνέστη ᾿Ηλίας προφήτης ὡς πῦρ, καὶ ὁ λόγος αὐτοῦ ὡς λαμπὰς ἐκαίετο…. ὡς ἐδοξάσθης, ᾿Ηλία, ἐν τοῖς θαυμασίοις σου· καὶ τίς ὅμοιός σοι καυχᾶσθαι; ὁ ἐγείρας νεκρὸν ἐκ θανάτου καὶ ἐξ ᾅδου ἐν λόγῳ ῾Υψίστου· ὁ καταγαγὼν βασιλεῖς εἰς ἀπώλειαν καὶ δεδοξασμένους ἀπὸ κλίνης αὐτῶν· ὁ ἀκούων ἐν Σινᾷ ἐλεγμὸν καὶ ἐν Χωρὴβ κρίματα ἐκδικήσεως· ὁ χρίων βασιλεῖς εἰς ἀνταπόδομα καὶ προφήτας διαδόχους μετ᾿ αὐτόν· ὁ ἀναληφθεὶς ἐν λαίλαπι πυρὸς ἐν ἅρματι ἵππων πυρίνων…. μακάριοι οἱ ἰδόντες σε καὶ οἱ ἐν ἀγαπήσει κεκοσμημένοι, καὶ γὰρ ἡμεῖς ζωῇ ζησόμεθα.» (Σοφία (Σειράχ, μη΄, 1).
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ὁ ἔνσαρκος Ἄγγελος, τῶν Προφητῶν ἡ κρηπίς, ὁ δεύτερος Πρόδρομος, τῆς παρουσίας Χριστοῦ, Ἠλίας ὁ ἔνδοξος, ἄνωθεν καταπέμψας, Ἐλισαίῳ τὴν χάριν, νόσους ἀποδιώκει, καὶ λεπροὺς καθαρίζει, διὸ καὶ τοῖς τιμῶσιν αὐτόν, βρύει ἰάματα.

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Σχέσεις ταυτότητας και ετερότητας κατά την Οσία Γαβριηλία


agia gabrihlia1

Δρ. Αχιλλέως Παπατόλιου
Διδάσκοντος Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας
και Χριστιανικού Πολιτισμού ΑΠΘ


Η έννοια της ταυτότητας βρίσκεται ανάμεσα στα όρια που έχουμε θέσει στον εαυτό μας και στους άλλους.

Η ταυτότητα χαρακτηριστικά αναφέρεται στο πώς οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους, ποιοι ισχυρίζονται ότι είναι, πώς τους αναγνωρίζουν και πώς τους αξιολογούν οι άλλοι.

Η ταυτότητα του προσώπου μας υποχρεώνει να την αντιμετωπίσουμε ως «ανοικτή» στη διαφορά, σύμφυτη και συμπαρεκτεινόμενη με την ετερότητα.

Η συνειδητοποίηση της ταυτότητάς μας περνά μέσα από την κατανόηση και την αποδοχή της ταυτότητας του Άλλου.

Ο άλλος είναι η απόλυτη ετερότητα. Μόνο μέσα από τη σχέση του με αυτή την ετερότητα θα κατορθώσει το εγώ να κατανοήσει τον εαυτό του.

Υπό αυτή την έννοια η ταυτότητα συνδέεται με την ετερότητα, καθώς προσδιορίζεται μέσα από την ομοιότητα και τη διαφορά.

Πρόκειται περί ετερότητας ριζωμένης στην ταυτότητα. Η ετερότητα του καθενός είναι χρήσιμη, λειτουργική, υποκείμενη στην κριτική κανονιστικών αρχών αυτονομίας και ισότητας καθολικής εμβέλειας. Ο έτερος δεν είναι αλλότριος.

Ετερότητα σημαίνει ιδιαιτερότητα και διαφορετικότητα. Η ταυτότητα όχι μόνον δεν θυσιάζει την ετερότητα, αλλά θυσιάζεται για αυτήν, προκειμένου να αναπτυχθεί μέσα και διά του χρόνου σε δημιουργικότητα, κοινότητα και ελευθερία από κάθε είδους κοινωνική αναγκαιότητα, συνώνυμη της διάσπασης και του κατακερματισμού.

Πάνω σε αυτό το θέμα η Οσία Γαβριηλία θεωρούσε ότι ο άλλος αποτελεί το κοινό στοιχείο της ταυτότητάς μας, και ότι η ταυτότητά μας δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την ετερότητα του άλλου.

«Γι΄ αυτό και ο Θεός έβαλε τις αισθήσεις μας στο Κεφάλι για να βλέπουμε μόνο τον άλλο… Για να μην μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας. Για να βλέπουμε μόνο τον Άλλο και να αγαπάμε μόνο τον Άλλο. Και για να βλέπουμε τον εαυτό μας μόνο μέσ΄ τα μάτια του άλλου».

Στο ίδιο μήκος κύματος ο Οδυσσέας Ελύτης είχε γράψει στο «Άξιον Εστί»: «Βλέπεις, είπε, είναι οι Άλλοι και δε γίνεται Αυτοί χωρίς Εσένα και δε γίνεται μ’ αυτούς χωρίς, Εσύ. Βλέπεις, είπε, είναι οι Άλλοι και ανάγκη πάσα να τους αντικρίσει η μορφή σου, αν θέλεις ανεξάλειπτη να ‘ναι και να μείνει αυτή».

Η Οσία Γαβριηλία θεωρούσε πως το ανθρώπινο πρόσωπο χρειάζεται να αυθυπερβεί τον εγωισμό του, «βρες μια τρύπα στον τοίχο της φυλακής σου και δραπέτευσε. Για σένα όλος ο κόσμος θα είναι Ελευθερία και τότε θ΄ ανακαλύψεις ότι μόνο η αγάπη μετρά», προκειμένου να πραγματώσει την ταυτότητά του και έτσι να κατορθώσει τον ανθρωπισμό πέρα από τον ατομικισμό, τον εγωισμό και τη φιλαυτία. Έτσι, άλλωστε δομούνται κατά τον Μ. Βασίλειο σχέσεις ομαλής κοινωνικής συμβίωσης σε διαπροσωπικό επίπεδο, αφού «ἤμερον καὶ κοινωνικὸν ζῶον ὁ ἄνθρωπος καὶ οὐχὶ μοναστικόν, οὐδὲ ἄγριον οὐδὲν γὰρ οὕτως ἴδιον τῆς φύσεως ἡμῶν, ὡς τὸ κοινωνεῖν ἀλλήλοις καὶ χρήζειν ἀλλήλων καὶ ἀγαπᾶν τὸ ὁμόφυλον».

Η Αγία Γαβριηλία δίδασκε στους ανθρώπους όλους ανεξαιρέτως πως: «Εάν δεν φτάσεις να νοιώσεις ότι εσύ και ο άλλος, είσαστε ΕΝΑ- ο οποιοσδήποτε άλλος: και ο έγχρωμος της Αφρικής, και ο Ινδός, και ο Κινέζος, και ο Μουσουλμάνος, και ο Εβραίος, και ο Χριστιανός- να συνειδητοποιήσεις ότι όλοι είμεθα παιδιά του Θεού. Αν δεν μπορείς να το αισθανθείς αυτό Αληθινά, με κεφαλαίο Άλφα, τότε… είσαι ακόμα δούλος».

Ο ασφυκτικός εγκλωβισμός του ανθρώπου στο άτομό του, η δαιμονική άρνηση της δημιουργικότητας και του ανοίγματος προς τους απέναντι αποτελούν το μεγαλύτερο κακό της ανθρώπινης φύσης. Σύμφωνα δε με τον σύγχρονο Άγιο της Εκκλησίας μας Νεκτάριο Κεφαλά: «ἡ φιλαυτία καὶ ὁ ἐγωισμὸς εἰσὶ φοβεραὶ κακίαι, διότι αἴρουσι τὰς ἀρχὰς τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τιθεῖσι τὰς ἑαυτῶν. Αὖται διδάσκουσι τὸ μῖσος πρὸς τὸν πλησίον». 

Η Οσία Γαβριηλία καλλιεργούσε συνεχώς τον διαπολιτισμικό διάλογο μεταξύ ταυτότητας και ετερότητας, για τον λόγο αυτό αναγνώριζε τα ανθρώπινα δικαιώματα, την κοινωνική δικαιοσύνη και τη μοναδικότητα του κάθε ανθρώπινου προσώπου.

«Ο καθένας είναι μοναδικός και ανεπανάληπτος… Πάρε ένα κλαδί δέντρου, κόψε τα φύλλα, βάλε τα το ένα πάνω στο άλλο. Η σοφία με την οποία υπάρχουν πάνω στο δέντρο, παρά την διαφορετικότητά τους, τα κάνει να λάμπουν και κάνει και το δέντρο να λάμπει, γιατί είναι δεμένα στον κορμό που λέγεται Θεός. Δεν μπορούμε να γίνουμε σαν τον Προκρούστη, που τους έβαζε όλους σε ένα κρεβάτι και ό,τι περίσσευε το έκοβε».

Ο καθένας ως πρόσωπο έχει κάποιο μέρος ή λόγο υπάρξεως στο περί Σωτηρίας Θείο σχέδιο. Ως εκ τούτου, απομάκρυνε τους κινδύνους της ξενοφοβίας, του ρατσισμού και του εθνοφυλετισμού που εντάσσονται στη λογική μιας περίκλειστης εσωστρεφούς περιφερειακής και επαρχιακής κοινότητας.

Εν κατακλείδι, ο άνθρωπος βρίσκει τον εαυτό του, καθώς και την ελευθερία του στα πρόσωπα των “άλλων”, η οποία ουσιαστικά πραγματώνεται στην αγάπη που είναι ο τρόπος άσκησης της ελευθερίας. Ο εαυτός δομείται και καθρεφτίζεται μέσα από τη σχέση με τον Άλλο, τον διαφορετικό, τον μοναδικό και ανεπανάληπτο Άλλο, που αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξη και την ανάπτυξη.

Καταδίκαζε ρητά την αδιαφορία για την κοινωνική ζωή και τον συνάνθρωπο. Η εντολή του Κυρίου στους μαθητές του να πορευθούν σ’ ολόκληρο τον κόσμο για να μεταφέρουν το Ευαγγελικό μήνυμα έχει ως προϋπόθεση και σύμβολο την Σταυρική αγάπη.

«Τι ωφελεί να αγαπούμε μόνο τον Θεό με τα χέρια ψηλά προς τον Κύριο, καθέτως, και να μην τ΄ ανοίξουμε και οριζοντίως, να πάρουμε όλη την ανθρωπότητα, εάν είναι δυνατόν, και γίνει έτσι το σώμα μας το Σημείο του Σταυρού»,  δήλωνε εμφαντικά. 

Μάθετε απ' εμού...

xristos

Του Πρεσβυτέρου Νικολάου Γονιδάκη


Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου σήμερα, αγαπητοί μου εν Χριστώ αδελφοί, και η Αγία μας Εκκλησία μας παρουσιάζει στο αποστολικό ανάγνωσμα ένα απόσπασμα από την προς Τίτον επιστολή του Αποστόλου Παύλου (Τιτ. γ’ 8 – 15).

Πληροφοριακά αξίζει να αναφέρουμε πως ο Τίτος συγκαταλεγόταν στους Εβδομήκοντα Αποστόλους και ήταν από τους πιο στενούς μαθητές του Παύλου. Επίσης, υπήρξε ο πρώτος Επίσκοπος της Εκκλησίας της Κρήτης.

Ήταν ειδωλολάτρης Ελληνικής καταγωγής και ασπάστηκε τον Χριστιανισμό μέσω του Παύλου. Τα διοικητικά του χαρίσματα ήταν πολλά, καθώς βλέπουμε να του ανατίθενται απαιτητικές και δύσκολες αποστολές, όπως για παράδειγμα η επίλυση των κρίσεων στην Εκκλησία της Κορίνθου, όπως και η οργάνωση διαφόρων νεοϊδρυθέντων κατά τόπους Εκκλησιών.

Με βάση, λοιπόν, τα χαρίσματα που διέθετε, ο Απόστολος Παύλος παραθέτει στον Τίτο κάποιες σημαντικές υποδείξεις, ώστε το έργο του να παραμένει σταθερά αυξάνον, δίχως καθυστερήσεις και μάταιες προστριβές. Άλλωστε, το έργο της Εκκλησίας ήταν επείγον και δεν υπήρχαν περιθώρια για τέτοιες πολυτέλειες.

Πρώτα απ’ όλα, του μιλά για τα καλά έργα που πρέπει όχι μόνο να πράττουν οι χριστιανοί, αλλά να είναι και πρωτοστάτες σε αυτά, δίνοντας οι ίδιοι το καλό παράδειγμα.

Για τον λόγο αυτό πρέπει οι πιστοί να αποφεύγουν καθετί που παρεκκλίνει από τον δρόμο του Χριστού.

Χαρακτηριστικά, τον προτρέπει να αποφεύγονται οι μάταιες και ανώφελες συζητήσεις σχετικά με τον Μωσαϊκό Νόμο, εννοώντας τις θρησκευτικές αντιπαραθέσεις που είχαν αναπτυχθεί μεταξύ των πιστών, και συγχρόνως να μεριμνά με κάθε τρόπο να διαφυλάττει την ενότητα των μελών της Εκκλησίας.

Γι' αυτό και τον ακούμε να τονίζει ότι εκείνοι οι οποίοι επιχειρούσαν να δημιουργήσουν διχόνοια και, κατ' επέκταση, αίρεση, αφού πρώτα νουθετηθούν μία και δύο φορές και εξακολουθούν να μη συμμορφώνονται, πρέπει να παραμερίζονται και να απομακρύνονται, ώστε να μη διασαλεύουν την ενότητα του συνόλου.

Τέλος, τονίζει τους καρπούς που καλούνται όλοι οι χριστιανοί να παράγουν, όπως προαναφέραμε, με τα καλά και αγαθά τους έργα, επισημαίνοντας την ανάγκη η Εκκλησία να παραμένει πάντοτε ενεργή και καρποφόρα και όχι βαλτωμένη και άκαρπη.

Αδελφοί μου, διαβάζοντας σήμερα τα λόγια του Αποστόλου Παύλου, πρέπει να αντικρίσουμε με ειλικρίνεια την αλήθεια της εποχής μας. Τι εννοούμε;

Εμείς, στις ημέρες μας, κάνουμε καλά έργα; Παράγουμε καρπούς; Είμαστε ενωμένοι; Διατηρούμε ό,τι μας παραδόθηκε από τους Αγίους Πατέρες, οι οποίοι αγωνίστηκαν, θυσιάζοντας σώμα και ψυχή στις Οικουμενικές Συνόδους, ή μήπως έχουμε επαναπαυθεί στις δάφνες τους, απολαμβάνοντας απλά όσα εκείνοι με τόσο κόπο και θυσίες μας κληροδότησαν;

Βλέπουμε πως τότε ο τιμητικός τίτλος του «Χριστιανού» συνοδεύτηκε από κόπο, πόνο, δάκρυα και, πολλές φορές, από το ίδιο το μαρτύριο. Χάρη όμως σε αυτές τις θυσίες, το όνομα του Χριστού και της Αγίας Του Εκκλησίας ταξίδεψε στον χρόνο και έφθασε αναλλοίωτο έως τις ημέρες μας.

Ενεργούμε, πολλές φορές, όπως οι άνθρωποι, οι Χριστιανοί της εποχής εκείνης. Θέλουμε να δείχνουμε ότι ξεχωρίζουμε, να ντυνόμαστε τον ψεύτικο ευσεβισμό, ενώ μέσα στην καρδιά μας επικρατεί το σκοτάδι. Γι’ αυτό πρέπει να δούμε την πίστη μας διαφορετικά, όχι ως υποχρέωση, αλλά ως ζωή.

Το καθετί που προβάλλεται και δεν συμβαδίζει με τη διδασκαλία της Εκκλησίας και των Αγίων Πατέρων αποτελεί αίρεση.

Δυστυχώς, στις ημέρες μας, ο πονηρός σπέρνει τέτοιες αιρέσεις, τις οποίες πολλές φορές υποστηρίζουμε και εμείς, χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε, από τα πιο απλά μέχρι και τα πιο σύνθετα ζητήματα της πνευματικής ζωής.

Χαρακτηριστικά, ακούμε κάποιους να λένε ότι, ενώ έχουν την ευλογία του πνευματικού τους να κοινωνήσουν ακωλύτως, δεν προσέρχονται στη Θεία Κοινωνία, γιατί, όπως οι ίδιοι λένε, «δε θέλουν να τη συνηθίσουν».

Κι όμως, ο Χριστός πρέπει να γίνει όχι απλώς μια ευλογημένη συνήθεια, αλλά η μεγαλύτερη ανάγκη της ζωής μας, το αντίδοτο των αμαρτιών μας και η πηγή της σωτηρίας μας.

Μέχρι και σήμερα βλέπουμε να επικρατεί μεγάλη σύγχυση γύρω από διάφορα θέματα, τα οποία δεν άπτονται των εκκλησιαστικών ζητημάτων.

Κάποιοι, όμως, επιλέγουν να τα προβάλλουν μόνο και μόνο για να διασαλεύσουν την ενότητα και να εξυπηρετήσουν την προσωπική τους προβολή και ανέλιξη.

Πόσοι δεν κατηγορούν και δεν κρίνουν τους Επισκόπους της Εκκλησίας μας, μη μπορώντας να κατανοήσουν ότι ο Επίσκοπος είναι, κατά τον λόγο του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου, «εἰς τύπον καὶ τόπον Θεοῦ».

Ας αναρωτηθούμε, μετά από τόσα χρόνια πλέον, αν υπήρχε πραγματικά λόγος να προκληθούν τόσες διαμάχες και τόση διάσπαση εξαιτίας των περιβόητων εμβολίων ή των νέων ταυτοτήτων.

Αυτά είναι φαινόμενα που οφείλουμε να αποφύγουμε και στο μέλλον, ώστε να μη διασαλεύεται η ενότητα της Εκκλησίας.

Ας κατανοήσουμε, λοιπόν, ότι, εάν πραγματικά επιθυμούμε να ζήσουμε με τον Χριστό, οφείλουμε να ακολουθήσουμε όλες εκείνες τις παραινέσεις που σήμερα ακούσαμε τον Απόστολο Παύλο να απευθύνει προς τον Τίτο, ώστε να εκπληρώνεται και στη δική μας ζωή η ευχή του: «Ἡ χάρις μετὰ πάντων ὑμῶν».

Έτσι, οι πνευματικοί μας αισθητήρες θα παραμένουν πάντοτε σε ζωντανή επικοινωνία με τον Χριστό. 

Ας θέσουμε, ακόμη, ένα πνευματικό κριτήριο στον εαυτό μας.

Κάθε φορά που αισθανόμαστε πως κάτι δεν πηγαίνει καλά, πως μια δοκιμασία ή μια κρίση πλησιάζει, συνοδευόμενη από νεύρα, θυμό, ταραχή και σύγχυση, ας στρεφόμαστε με πνευματική εσωστρέφεια, ταπείνωση και πίστη στον ίδιο τον Κύριό μας, παραδειγματιζόμενοι από τα θεϊκά Του λόγια: «μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. ια΄ 29).

ΕΠΙ ΤΗΝ ΛΥΧΝΙΑΝ Η’ ΥΠΟ ΤΟΝ ΜΟΔΙΟΝ;


 «Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασι αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ» (Ματθ. 5, 14-15).

«Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρυφτεῖ πόλη, ποὺ βρίσκεται ἐπάνω σὲ ἕνα βουνό. Οὔτε ἀνάβουν λυχνάρι καὶ τὸ τοποθετοῦν κάτω ἀπὸ τὸ μόδι, ἀλλὰ ἐπάνω στὸν λυχνοστάτη καὶ ἔτσι λάμπει σέ ὅλους, ποὺ βρίσκονται στὸ σπίτι». 

            Οι χριστιανοί σήμερα καλούμαστε άραγε να δώσουμε μαρτυρία στη δημόσια ζωή ή καλό είναι να λειτουργούμε σιωπηρά και ταπεινά; Υπάρχουν κάποιοι που έχουν θάρρος, δυναμισμό, θεωρούν ότι ο χριστιανός δεν είναι για να κρύβεται, αλλά για να ομολογεί με παρρησία την πίστη του σε όλες τις πτυχές της δημόσιας ζωής.

Αρκετοί έχουν μία ροπή προς το απόλυτο, με επιφύλαξη αν είναι προς τον Απόλυτο. Έχοντας βάλει σε προτεραιότητα την ηθική διάσταση της χριστιανικής μαρτυρίας, βλέπουν στον κόσμο την αμαρτία, το κακό, την κυριαρχία του διαβόλου, με αποτέλεσμα να έχουν μία επικριτική διάθεση για τους πάντες και τα πάντα. Θέλουν από την πολιτική να βλέπει τον κόσμο με τη χριστιανική ματιά, με αποτέλεσμα να φτάνουμε σε τραγελαφικές καταστάσεις, όπως είναι οι πολιτικοί ηγέτες των δύο μεγάλων παγκόσμιων δυνάμεων, οι οποίοι αιματοκυλίζουν τον κόσμο για να επιβάλουν το καλό, που είναι το συμφέρον τους, και χρησιμοποιούν την χριστιανική πίστη ως άλλοθι και βοηθό στις επιδιώξεις τους. Επειδή επικαλούνται τη χριστιανική ιδιότητά τους, θεωρούν πως κάθε έργο τους είναι δικαιολογημένο, διότι ανήκουν στην πλευρά του «καλού».

Αρκετοί πάλι έχουν σχηματίσει στη νοοτροπία τους ένα δίπολο: «πίστη εναντίον κόσμου». Ο πιστός, αυτομάτως, είναι εναντίον του κόσμου, εναντίον της τεχνολογικής προόδου, ασχέτως αν τη χρησιμοποιεί, διαβλέπει κινδύνους απώλειας της προσωπικής ελευθερίας, μολονότι ελεύθερα εκφράζει τη γνώμη του. Ο πιστός θεωρεί τον εαυτό του ως αυθεντία, διότι η πίστη του δίνει αυτή τη δυνατότητα. Δεν μπορεί να δει όμως ότι ο Χριστός δεν μας θέλει να είμαστε απόκοσμοι, δεν ζήτησε από τον Πατέρα του στην αρχιερατική Του προσευχή στον κήπο της Γεθσημανή να μας πάρει από τον κόσμο, αλλά να μας προφυλάξει από τον πονηρό (Ιωάν. 17,15). Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός δεν ήρθε να καταργήσει τον κόσμο, την πορεία του, την πρόοδό του, δεν ήρθε καν να κρίνει τον κόσμο, αλλά να σώσει τον κόσμο (Ιωάν. 12,47). Γι’ αυτό και ο χριστιανός δεν πορεύεται με την πίστη του για να κρίνει και να κατακρίνει τον κόσμο, αλλά για να βοηθήσει τον εαυτό του και τους ανθρώπους να βρούνε την οδό της σωτηρίας, της πίστης που γίνεται σχέση με τον Χριστό, που γίνεται αγάπη και ζωή, ανάσταση και αιωνιότητα.

Στο ευαγγελικό ανάγνωσμα από την επί του Όρους ομιλία που διαβάζουμε την Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου ο Χριστός θέτει ένα ερώτημα σε όσους Τον ακολουθούν: Είμαστε λυχνάρια που φωτίζουμε τον κόσμο; Είναι η ζωή μας και τα έργα μας τέτοια, που να δοξάζουν τον Θεό; Έχουμε αγάπη έμπρακτη; Έχουμε ταπεινότητα; Έχουμε πίστη σταθερή, διά της οποίας διακρίνουμε τον εαυτό μας από την αμαρτία, όχι για να περηφανευτούμε και να θεωρήσουμε ότι είμαστε αυθεντίες, αλλά διότι με χαρά πορευόμαστε την οδό του Χριστού, με χαρά αγαπάμε, με χαρά συγχωρούμε, με χαρά νιώθουμε ότι ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, νοιάζεται για τα ανθρώπινα, για να τα μεταμορφώσει και όχι να τα τσακίσει, με έπαρση και επίδειξη δύναμης; Κι όπου υπάρχει αίρεση, όπου υπάρχει παραχάραξη της αλήθειας του Ευαγγελίου, χαράζουμε τις «κόκκινες γραμμές», χωρίς όμως να επιδιδόμαστε σε κυνήγι μαγισσών ή επίδειξη ορθοφροσύνης;

Το λυχνάρι που κρύβεται κάτω από το μόδιο, κάτω από το κιούπι που χρησιμοποιούσαν ως μονάδα μέτρησης των σιτηρών ή του λαδιού, στην πραγματικότητα είναι ο χριστιανός ο οποίος δεν χρησιμοποιεί τα χαρίσματά του προς δόξαν Θεού. Είτε θεωρεί πως ό,τι είναι και ό,τι έχει είναι προς δική του δόξα είτε λειτουργεί φοβικά απέναντι στον κόσμο, μη καταθέτοντας την αλήθεια. Για να δώσουμε όμως μαρτυρία αληθείας, χρειάζεται να γνωρίζουμε την αλήθεια. Να θέλουμε τον Απόλυτο, που είναι ο Χριστός, όχι όμως για δικαιολόγηση των δικών μας συμφερόντων και ιδεών, αλλά για να δοξάσουν οι άνθρωποι τον Πατέρα μας τον εν τοις ουρανοίς.

Θέλει τόλμη αυτός ο δρόμος. Θέλει υπέρβαση της φοβικότητας έναντι του κόσμου. Θέλει υπομονή, ταπεινότητα και σταθερότητα. Θέλει τον Χριστό να κατοικεί στις καρδιές μας. Αυτός είναι ο δρόμος της Εκκλησίας. Αν τη βιώνουμε είναι ένα δύσκολο θέμα. Διότι, τις περισσότερες φορές, τη φτιάχνουμε στα μέτρα μας, είτε της επιθετικότητας είτε του συμβιβασμού. Η αρετή μας εντός της Εκκλησίας είναι το μέτρο. Και το φως που βγάζει η καρδιά και η ζωή μας. Αυτόν τον τρόπο των Πατέρων μας ας ακολουθούμε.           

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

19 Ιουλίου 2026

Κυριακή των Πατέρων της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου

Δ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

 

Η Γ’ Οικουμενική Σύνοδος αντιμετώπισε την αίρεση του Νεστορίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, τον κατεδίκασε και οριοθέτησε την πίστη για τον Θεάνθρωπο Χριστό και την Υπεραγία Θεοτόκο, ύστερα μάλιστα από την συμφωνία, τις λεγόμενες «Διαλλαγές» που έγιναν το 433 μ.Χ. μεταξύ του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας και του Ιωάννου Αντιοχείας.

Όμως, μετά την εκδημία των δύο αυτών Πατριαρχών (Κυρίλλου Αλεξανδρείας και Ιωάννου Αντιοχείας) οι φανατικοί μαθητές τους ανεκίνησαν το θέμα αυτό, θεωρώντας ότι και οι δύο υπεχώρησαν από τις θέσεις τους που υποστήριζαν προηγουμένως, πράγμα το οποίο δημιούργησε προβλήματα στην Εκκλησία.

Πρόκειται για τον Ευτυχή, τον Διόσκορο και άλλους Αντιοχειανούς Θεολόγους. Ο Ευτυχής δίδασκε μεν ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είχε δύο φύσεις πριν την ένωση, αλλά ομολογούσε μία φύση μετά την ένωση. Δηλαδή έλεγε ότι μετά την ένωση των δύο φύσεων απορροφήθηκε η ανθρώπινη φύση από την θεία φύση. Αυτό το πρόβλημα συνεχιζόταν, γιατί ακόμη γινόταν σύγχυση μεταξύ της φύσεως και του προσώπου, οπότε θεωρούσαν ότι το ένα πρόσωπο, συνδέεται με την μία φύση.

Τότε συνεκλήθη η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος στην Χαλκηδόνα, με απόφαση των Αυτοκρατόρων Μαρκιανού και Πουλχερίας, το 451 μ.Χ., με την προεδρεία του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ανατολίου και των αντιπροσώπων του Πάπα Ρώμης Λέοντος. Η Σύνοδος αυτή αποδέχθηκε την απόφαση της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου και ακολουθώντας τους προηγουμένους Πατέρες, δηλαδή «επόμενοι τοις αγίοις Πατράσιν», όπως γράφεται, αποφάσισε ότι εμείς ομολογούμε ότι ένα είναι το πρόσωπο και μία είναι η υπόσταση του Λόγου, «εν δύο φύσεσιν ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως γνωριζομένη» και ότι πουθενά δεν αναιρείται η διαφορά των φύσεων λόγω της ενώσεως, αλλά σώζεται η ιδιότητα κάθε φύσεως για την ενότητα στο ένα πρόσωπο-υπόσταση του Λόγου.

Όλο αυτό το θέμα μπορεί να φαίνεται φιλοσοφικό, που δεν έχει σχέση με την θεολογία της Εκκλησίας, αλλά αυτό δεν ισχύει για τους εξής λόγους.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας με την μελέτη της Αγίας Γραφής, Παλαιάς και Νέας Διαθήκης, ιδίως με την Αποκάλυψη του Χριστού στους Αποστόλους, γνώριζαν ότι ο Χριστός είναι αληθινός Θεός, ο οποίος ενηνθρώπησε για να νικήση τον θάνατο, την αμαρτία και τον διάβολο. Στον Ιορδάνη ποταμό φανερώθηκε η ύπαρξη της Αγίας Τριάδος. Στο Όρος Θαβώρ έλαμψε το πρόσωπο του Χριστού όπως ο ήλιος και τα ιμάτιά Του έγιναν λευκά όπως το φως. Επίσης, η φωτεινή νεφέλη εκάλυψε τους Μαθητές και ακούσθηκε η φωνή του Πατρός. Αυτό το Φως δεν ήταν κτιστό, αλλά θείο, άκτιστο, ήταν το Φως της θεότητος. Στον Χριστό υπήρχε η ανθρώπινη φύση (ψυχή, σώμα), αλλά από μέσα εξερχόταν και η λάμψη της θεότητος. Αυτό το Φως δεν ήταν μία άλλη φύση, αλλά η θεία φύση που ήταν ενωμένη με την ανθρώπινη φύση στον Χριστό. Έτσι, φανερώθηκε η θεότητα του Χριστού χωρίς να καταργήται η ανθρώπινη φύση. Αυτό έκανε τους Πατέρες να πούν ότι οι δύο φύσεις –θεία και ανθρωπίνη– ενεργούν στην υπόσταση-πρόσωπο του Λόγου «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως».

Αυτήν την εμπειρία την είχαν πολλοί Πατέρες της Εκκλησίας, όπως το βλέπουμε καθαρά στον Μέγα Βασίλειο και τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο και σε πολλούς μεταγενέστερους Πατέρες, όπως τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και άλλους. Και γι’ αυτό όλοι οι Πατέρες έχουν ταυτότητα εμπειρίας και πίστεως με τους Προφήτες και τους Αποστόλους.

Έπειτα, αυτήν την διατύπωση δεν την έκαναν για να φιλοσοφήσουν λογικά για τον Χριστό, διότι αυτό το μυστήριο δεν μπορεί να κατανοηθή λογικά, ούτε το έκαναν για να αναπτύξουν την φιλοσοφία, αλλά το έκαναν για να απαντήσουν στους αιρετικούς της εποχής τους, οι οποίοι φιλοσοφούσαν. Έτσι, οι αιρετικοί θεολόγοι προσπαθούσαν να κατανοήσουν αυτό το μυστήριο με τους όρους της φιλοσοφίας, ενώ οι Πατέρες χρησιμοποίησαν μερικούς όρους, όπως ουσία, φύση, πρόσωπο, υπόσταση, για να απαντήσουν στους αιρετικούς θεολόγους και να αποδομήσουν τον φιλοσοφικό τρόπο σκέψεώς τους.

Αυτό σημαίνει ότι το δόγμα, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, είναι η φανέρωση-αποκάλυψη του Λόγου του Θεού στους Προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη ασάρκως και στους Αποστόλους στην Καινή Διαθήκη εν σαρκί. Αντίθετα, οι όροι είναι οι λέξεις, είναι ρήματα, που χρησιμοποίησαν οι Πατέρες για να διαφυλάξουν το δόγμα, την αποκάλυψη του Υιού και Λόγου του Θεού. Γι’ αυτό οι όροι δηλώνουν τα όρια μεταξύ αληθείας και πλάνης.

Τις αποφάσεις της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου, όπως και των άλλων Οικουμενικών Συνόδων, η Εκκλησία τις έκανε τροπάρια, τα οποία ψάλλουμε στην Εκκλησία, και γίνονται προσευχή, οπότε συνδέονται στενά το δόγμα, οι όροι των Οικουμενικών Συνόδων με την λατρεία της Εκκλησίας. Αυτό δείχνει την μεγάλη αξία της λατρείας, μέσα στην οποία ομολογούμε και ζούμε τον Θεάνθρωπο Χριστό.

H ΑΓΙΑ ΜΑΚΡΙΝΑ

 

Τη μνήμη της Αγίας Μακρίνας της αδελφής του Αγίου και Μεγάλου Βασιλείου τιμά σήμερα, 19 Ιουλίου, η Εκκλησία μας. Η Αγία Μακρίνα, που ο Θεός την είχε προικίσει με πολλά πνευματικά και σωματικά χαρίσματα, ήταν η μεγαλύτερη αδελφή του Μεγάλου Βασιλείου και του Γρηγορίου Νύσσης.

Ανατράφηκε σύμφωνα με τις επιταγές του Ευαγγελίου, από την ευσεβέστατη μητέρα της Εμμέλεια.
Όταν μεγάλωσε, αφοσιώθηκε στην αγαθοεργία και στην ανατροφή των αδελφών της, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα πνευματική τους πορεία. Η Μακρινά ήταν μνηστευμένη, αλλά ο μνηστήρας της πέθανε. Τότε, μαζί με τη μητέρα της, αποσύρθηκε σε γυναικεία μονή στον Πόντο, κοντά στον ποταμό Ίρη.
Εκεί κοντά μόναζε και ο αδελφός της Μέγας Βασίλειος. Στη μονή πέρασε τη ζωή της με τη μελέτη των Γραφών, την προσευχή, και προπάντων με αγαθοεργίες. Διότι πάντα είχε στο μυαλό της το λόγο του Θεού, που προτρέπει στους ανθρώπους, «αγαθοεργείν, πλουτείν εν έργοις καλοίς, ευμεταδότους είναι, κοινωνικούς, αποθησαυρίζοντας εαυτούς θεμέλιον καλόν εις το μέλλον, ίνα επιλάβωνται της αιωνίου ζωής». ( Α’ προς Τιμόθεον, στ’ 18,19).
Δηλαδή, να αγαθοεργούν, να γίνονται πλούσιοι σε καλά έργα, να δίνουν πρόθυμα και σε άλλους τα αγαθά τους, να είναι απλοί και καταδεκτικοί, και έτσι να αποταμιεύουν για τον εαυτό τους στέρεο θεμέλιο στο μέλλον, για να αποκτήσουν την αιώνια ζωή.
Μ’ αυτόν τον τρόπο και η Αγία Μακρινά έζησε και τελείωσε τη ζωή της.
Απολυτίκιο:
Ήχος γ’. Την ωραιότητα.
Σοφίας έρωτι, τον νούν πτερώσασα, κόσμου ευπάθειαν, έμφρονως έλιπες, και ενδιαίτημα τερπνόν έγενου θείας αγάπης, συ γαρ δι’ ασκήσεως, και ηθών τελειότητας, νύμφη έχρηματισας, του Σωτήρος περίδοξος, ω πρέσβευε υπέρ των βοώντων χαίροις Μακρίνα θεοφόρε.

Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

Η ΠΛΗΡΗΣ ΑΝΑΣΥΣΤΑΣΗ (Κυριακή Αγίων Πατέρων Δ’ Οικουμενικής Συνόδου).


Ο εχθρός γέμισε ερείπια τη χώρα, λεηλάτησε τον πλούτο της, πέρασε απ’ το μαχαίρι του πλήθος αμάχων και έφυγε σύροντας πίσω του ένα πολύ μεγαλύτερο πλήθος αιχμαλώτων. Ο υπερασπιστής στρατηγός όμως ανασύνταξε τις δυνάμεις του. Αντεπιτέθηκε. Χτύπησε και κατανίκησε τον εχθρό στην καρδιά του βασιλείου του, στην ίδια την πρωτεύουσά του. Ελευθέρωσε τους αιχμαλώτους και τους επανέφερε στην πατρίδα, μαζί με τους διαρπαγέντες θησαυρούς.

Και όμως!

Οι άνθρωποι σώθηκαν, μα όχι όλοι. Ο ελευθερωτής στρατηγός δεν μπορούσε να επαναφέρει στη ζωή τους νεκρούς, ούτε να διασώσει όσο μέρος της λείας είχε ήδη διασκορπιστεί και κατασπαταληθεί. Δεν μπορούσε να περισώσει ό,τι είχε ήδη διαφύγει οριστικά από τα χέρια του.

Υπάρχει όμως ένας στρατηγός, «βασιλεύς μέγας επί πάσαν την γην», που έχει τη δύναμη να διορθώνει τα πάντα. Που μπορεί να ξαναπάρει ό,τι έχει χαθεί, ό,τι έχει καταστραφεί, ό,τι έχει θανατωθεί. Μπορεί να ξαναφτιάξει τα πάντα όπως ήταν πριν και ακόμα καλύτερα.

Είναι ο νικητής Χριστός, που έρχεται και αναδημιουργεί ό,τι έχασε ο άνθρωπος. Γι’ αυτό και φροντίζει επιμελώς να μην αφεθεί κανένα μέρος του κατεστραμμένο. Παίρνει πάνω του και σηκώνει από τον τόπο της καταστροφής όλα τα κομμάτια του, ακόμα κι αν έχουν διασκορπιστεί στους τέσσερες ανέμους. Δεν αφήνει ούτε το παραμικρό κομματάκι του. Γιατί ό,τι μείνει πεταμένο κάτω θα χαθεί. Θα σαπίσει. Θα γίνει χώμα. Θα πεθάνει οριστικά. «Το γαρ απρόσληπτον, αθεράπευτον. Ο δε ήνωται τω Θεώ, τούτο και σώζεται» (Αγ. Γρηγορίου Θεολόγου, Επιστολή προς Κληδόνιον, PG 37, 181C-184A).

Τί σημαίνει αυτό;

Ο άνθρωπος θανατώθηκε από τον εχθρό ολόκληρος. Σώμα, ψυχή και νους. Ο διάβολος τον εξουσίασε απόλυτα. Έτσι και ο Χριστός παίρνει πάνω του, προσλαμβάνει, τον όλο άνθρωπο. Κάνει δικά του όλα τα κομμάτια του ανθρώπου. Δεν αφήνει τίποτε απέξω. Παίρνει το σώμα του, την ψυχή του, τον νου του. Ντύνεται ολόκληρη την ανθρώπινη φύση. Δεν παίρνει μέρος της, μόνο σώμα ή μόνο ψυχή και μάλιστα χωρίς τον νου, όπως ανόητα έλεγαν πολλοί αιρετικοί. Γίνεται ο πιο κανονικός, ο πιο πλήρης άνθρωπος.

Κατεβαίνει στο βασίλειο του εχθρού και τον κατανικάει. Και έτσι ντυμένος με την ανθρώπινη φύση, με τον άνθρωπο στους ώμους του, ανεβαίνει. Και όλο ανεβαίνει. Ξεπερνάει τους αγγέλους, τους ουρανούς. Φτάνει ως εκεί που δεν έχει κάτι άλλο ψηλότερα. Στον θρόνο του Θεού. Και κάθεται «εκ δεξιών του Πατρός». Ο άνθρωπος πλέον κάθεται στα δεξιά του Θεού πλήρης, σώμα, ψυχή και νους, ενωμένος τέλεια με τον Θεό.

Αν κάτι από αυτά δεν το έπαιρνε πάνω του ο Χριστός, δεν το προσλάμβανε στον εαυτό του, θα έμενε κάτω. Αθεράπευτο. Στο βασίλειο του εχθρού. Νεκρό. Σώθηκε μόνο ό,τι ενώθηκε με τον Θεό στο πρόσωπο του Χριστού. Γι’ αυτό ο Χριστός δεν έκανε προχειροδουλειές. Πήρε πάνω του προσεκτικά από κάτω όλα τα ανθρώπινα στοιχεία. Ό,τι ήταν του ανθρώπου. Σώμα, ψυχή και νου. Τα ένωσε μέσα του με τον Θεό. Έγινε και παραμένει εσαεί Θεός και άνθρωπος.

Το ασύλληπτο αυτό γεγονός διακήρυξε η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος (Κυριακή των Αγίων Πατέρων).

Και όλα αυτά, για να γίνεται και ο κάθε άνθρωπος θεός, αν βέβαια το θέλει. Με το ζόρι ποτέ! 

π. Δημητρίου Μπόκου  

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 19/07/2026 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ε' 14-19

 Η επί του όρους Ομιλία - Κοινωνία Ορθοδοξίας Η επί του όρους Ομιλία


Πρωτότυπο Κείμενο

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· ῾Υμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου· οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον, ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι. Ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν· Ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν, ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου, ἕως ἂν πάντα γένηται. Ὅς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων, καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.

Νεοελληνική Απόδοση

Είπε ο Κύριος στους μαθητές Του, εσείς είστε το φως για τον κόσμο∙ μια πόλη χτισμένη ψηλά στο βουνό δεν μπορεί να κρυφτεί. Οι άνθρωποι, όταν ανάψουν το λυχνάρι, δεν το βάζουν κάτω από το δοχείο με το οποίο μετρούν το σιτάρι, αλλά το τοποθετούν στο λυχνοστάτη, για να φωτίζει όλους τους ανθρώπους του σπιτιού. Έτσι να λάμψει και το δικό σας φως μπροστά στους ανθρώπους, για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξολογήσουν τον ουράνιο Πατέρα σας. Μη νομίσετε πως ήρθα για να καταργήσω το νόμο ή τους προφήτες. Δεν ήρθα για να τα καταργήσω, αλλά για να τα πραγματοποιήσω. Σας βεβαιώνω πως όσο υπάρχει ο κόσμος, έως τη συντέλειά του, δε θα πάψει να ισχύει ούτε ένα γιώτα ή μία οξεία από το νόμο. Όποιος, λοιπόν, καταργήσει ακόμα και μία από τις πιο μικρές εντολές αυτού του νόμου και διδάξει έτσι τους άλλους, θα θεωρηθεί ελάχιστος στη βασιλεία του Θεού. Ενώ όποιος τις τηρήσει όλες και διδάξει έτσι και τους άλλους, αυτός θα θεωρηθεί μεγάλος στη βασιλεία του Θεού.


  



Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 19/07/2026-ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ Γ' 8-15

 Παύλος: Ο Απόστολος που κατέστησε τον Χριστιανισμό οικουμενική θρησκεία -  Βιογραφία - Σαν Σήμερα .gr

Τέκνον Τίτε, πιστὸς ὁ λόγος· καὶ περὶ τούτων βούλομαί σε διαβεβαιοῦσθαι, ἵνα φροντίζωσι καλῶν ἔργων προΐστασθαι οἱ πεπιστευκότες τῷ Θεῷ. Ταῦτά ἐστι τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα τοῖς ἀνθρώποις· μωρὰς δὲ ζητήσεις καὶ γενεαλογίας καὶ ἔρεις καὶ μάχας νομικὰς περιΐστασο· εἰσὶ γὰρ ἀνωφελεῖς καὶ μάταιοι.
Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος.
Ὅταν πέμψω Ἀρτεμᾶν πρός σε ἢ Τυχικόν, σπούδασον ἐλθεῖν πρός με εἰς Νικόπολιν· ἐκεῖ γὰρ κέκρικα παραχειμάσαι. Ζηνᾶν τὸν νομικὸν καὶ Ἀπολλὼ σπουδαίως πρόπεμψον, ἵνα μηδὲν αὐτοῖς λείπῃ. Μανθανέτωσαν δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι εἰς τὰς ἀναγκαίας χρείας, ἵνα μὴ ὦσιν ἄκαρποι.
Ἀσπάζονταί σε οἱ μετ' ἐμοῦ πάντες. Ἄσπασαι τοὺς φιλοῦντας ἡμᾶς ἐν πίστει. Ἡ χάρις μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν.

Ἀπόδοση στη νεοελληνική:

Τέκνον Τίτε, εἶναι ἀξιόπιστα τὰ λόγια αὐτά, καὶ αὐτὰ θέλω νὰ διαβεβαιώνῃς, ὥστε νὰ φροντίζουν ἐκεῖνοι ποὺ ἐπίστεψαν εἰς τὸν Θεὸν νὰ εἶναι πρωτοπόροι καλῶν ἔργων. Αὐτὰ εἶναι τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα διὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλ’ ἀπόφευγε μωρὰς συζητήσεις, γενεαλογίας, ἔριδας καὶ φιλονεικίας διὰ τὸν νόμον, διότι εἶναι ἀνωφελεῖς καὶ μάταιαι.
Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν, ἄφηνέ τον. Νὰ γνωρίζεις ὅτι ἕνας τέτοιος ἔχει διαστραφῆ, ἁμαρτάνει καὶ ἔτσι καταδικάζει ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτόν του.
Ὅταν θὰ στείλω τὸν Ἀρτεμᾶν σ’ ἐσὲ ἢ τὸν Τυχικόν, φρόντισε νὰ ἔλθῃς σ’ ἐμὲ εἰς τὴν Νικόπολιν, διότι ἐκεῖ ἀπεφάσισα νὰ περάσω τὸν χειμῶνα. Τὸν Ζηνᾶν τὸν νομικόν, καὶ τὸν Ἀπολλὼ κατευόδωσέ τους μὲ ἐνδιαφέρον, διὰ νὰ μὴ τοὺς λείψῃ τίποτε. Ἂς μαθαίνουν καὶ οἱ δικοί μας νὰ εἶναι πρωτοπόροι καλῶν ἔργων εἰς ἐπειγούσας ἀνάγκας, διὰ νὰ μὴν εἶναι ἄκαρποι.
Σὲ χαιρετοῦν ὄλοι ὅσοι εἶναι μαζί μου. Χαιρέτησε ἐκείνους ποὺ μᾶς ἀγαποῦν ἐν πίστει. Ἡ χάρις νὰ εἶναι μαζὶ μὲ ὅλους σας. Ἀμήν.

Η «ευχή» έχει πολλές βαθμίδες:από την απλή προφορά των λέξεων της «ευχής», μέχρι την «ευχή» την θαυματουργική.

 


Κάποτε μου ήρθε (να εξομολογηθεί) ένας μεγαλόσχημος .Μου είπε:
-Έχω φθάσει , Αββά σε απόγνωση.Δεν βλέπω καμιά αλλαγή στο καλύτερο.
Πως θα βελτιωθώ;Πώς θα πεθάνω για την αμαρτία;Αισθάνομαι την πλήρη αδυναμία μου.Υπάρχει άραγε ελπίδα σωτηρίας.
-Βεβαίως υπάρχει. !Λέγε όσο πιο πολύ μπορείς την ευχή. !Και άφησε τα πάντα στα χέρια του Θεού.
-Και ποία η ωφέλεια από την ευχή όταν δε συμμετέχει ο νους και η καρδιά μου ;
-Τεράστια ωφέλεια.Είναι γνωστό ότι η «ευχή» έχει πολλές βαθμίδες:από την απλή προφορά των λέξεων της «ευχής»,μέχρι την «ευχή» την θαυματουργική.
Μα έστω και στην κατώτατη βαθμίδα να βρισκόμαστε και αυτό για μας είναι ψυχικά πολύ ωφέλιμο και σωτήριο.
Από τον άνθρωπο που λέγει την «ευχή» φεύγουν οι δυνάμεις του εχθρού μας.
Και ο άνθρωπος αυτός γρήγορα ή αργά οπωσδήποτε θα σωθεί.
-Αναστήθηκα!αναφώναξε ο μεγαλόσχημος.!Από δω και πέρα δεν πρόκειται πια να πέσω σε ακηδία και απόγνωση.!
Το λέγω λοιπόν σε όλους και το επαναλαμβάνω:
λέτε την «ευχή» .’Έστω και μόνο με το στόμα.Και ο Κύριος δεν θα σας αφήσει.
 Στάρετς Βαρσανούφιος της Όπτινα

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ

 

 

Τη μνήμη του Αγίου Αιμιλιανού τιμά σήμερα, 18 Ιουλίου, η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Αιμιλιανός γεννήθηκε στο Δορόστολο της Θρακικής Μοισίας, τότε που αυτοκράτορας ήταν ο Ιουλιανός ο Παραβάτης.

Ήταν δούλος σε ένα σκληρό και φανατικό ειδωλολάτρη (άλλες πηγές αναφέρουν ότι ήταν γιος τοπικού αξιωματικού ονόματι Σαββατιανού), που όταν έμαθε ότι ο Αιμιλιανός πίστευε στο Χριστό, εξοργίστηκε τόσο πολύ, ώστε αφού τον έβρισε με τα πιο χυδαία λόγια, έπειτα τον μαστίγωσε ανελέητα.
Βέβαια, του επεσήμανε ότι, αν συνεχίσει να είναι χριστιανός, θα πάθαινε πολύ χειρότερα. Αλλά οι τιμωρίες και οι απειλές, αντί να κάμψουν το φρόνημα του Αιμιλιανού, φούντωσαν περισσότερο τη φλόγα της πίστης του στο Χριστό.
Μάλιστα την επόμενη μέρα πήγε σε ειδωλολατρικό ναό, οπού με σφυρί συνέτριψε όλα τα αγάλματα που ήταν μέσα στο χώρο αυτό. Εξοργισμένοι οι ειδωλολάτρες ιερείς, τον συνέλαβαν και τον παρέδωσαν να δικαστεί.
Όταν πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό ο κύριος του Αιμιλιανού, αμέσως έτρεξε στο κριτήριο, όπου, αφού έβρισε τον Αιμιλιανό για την πράξη του, έπειτα διέταξε να αρνηθεί χωρίς αντίρρηση το Χριστό.
Ο Αιμιλιανός χαμογελώντας απάντησε στον κύριο του: «Μπορείς να διατάξεις ότι θέλεις, θα σε υπακούσω, αλλά η πίστη μου είναι εκτός των δικαιωμάτων σου. Ως προς αυτήν ένα και μόνο Κύριο αναγνωρίζω, τον Ιησού Χριστό. Αυτός είναι ο μέγας και παντοτινός μου Κύριος, που εξουσιάζει το σώμα και την ψυχή μου, και ποτέ δε θα τον αρνηθώ».
Ο ειδωλολάτρης άρχοντας με μίσος χαστούκισε τον Αιμιλιανό. Έπειτα, αφού τον βασάνισαν, τον έριξαν στη φωτιά, το δε λείψανο του Αγίου, κήδεψε μεγαλοπρεπώς η γυναίκα του άρχοντα ειδωλολάτρη, που ήταν κρυπτοχριστιανή.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Ως προσφορά και ολοκάρπωμα θείον, διά πυρός προσενέχθεις τω Δεσπότη, τοις όμβροις των χαρίτων σου ευφραίνεις νυν ημάς, πυρ γαρ το ουράνιον, τη ψυχή περιφερών, ώσπερ αύραν έφερες, την κατάφλεξιν Μάρτυς. Αλλά μη παύση πάντοτε φρουρείν, τους σε τιμώντας, Αιμιλιανέ ένδοξε.

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Ούτε τον αντίχριστο να φοβούμαστε, ούτε το 666".

 

agios porfyrios

Να σας πω. Μου είχε πει: "Πατέρα Αθανάσιε (με πήρε από το χέρι έτσι σφικτά), εγώ είμαι τυφλός τώρα, τα μάτια μου τα σωματικά δεν λειτουργούν, γιατί έχω καρκίνο στην υπόφυση, έχω όμως τα πνευματικά μάτια και βλέπω.

Πριν φύγεις, θέλω να μου πεις. Τι είπε ο Γέροντας Αιμιλιανός -ο δικός μας- για το 666 και τον αντίχριστο;

"Ήταν εκείνες τις μέρες μετά το Τσερνομπίλ. Ο κόσμος ήταν αναστατωμένος και πήγαινε κατά δεκάδες κάθε μέρα, ιδιαιτέρως στον πατέρα Πορφύριο που ήταν κοντά στην Αθήνα, και αναστατωμένοι τον ρωτούσαν: "Tι θα γίνει; Θα 'ρθει ο αντίχριστος να μας σφραγίσει με το 666;"

Και με ρώτησε: "Για πες μου, παιδί μου, τι λέει ο Γέροντας Αιμιλιανός για το 666 και τον αντίχριστο;"

Του λέω: "Γέροντα, μας είπε σε μια σύναξη προχθές να μηv ανησυχούμε. Εμείς να ενδιαφερόμαστε να έχουμε μια ζωντανή σχέση με το Χριστό και του αντίχριστου να μην του δίνουμε πολλή σημασία, γιατί εκείνος θα γίνει το κέντρο της ζωής μας και όχι ο Χριστός".

Αμέσως χτύπησε τα χεράκια του στο κρεβάτι και είπε:

"Τι λες παιδί μου, τι λες παιδί μου, δόξα σοι ο Θεός που βρήκα κι ένα πνευματικό να συμφωνεί μαζί μου. Ρε παιδί μου, αυτοί οι πνευματικοί, εδώ στον κόσμο, τι έχουν κάνει! Έχουν αναστατώσει τις ψυχές, δημιούργησαν ένα σωρό προβλήματα, οικογενειακά και ψυχολογικά με το 666. Δεν μπορεί ο κόσμος να κοιμηθεί και άρχισαν να παίρνουν ψυχοφάρμακα και υπνωτικά χαπάκια για να μπορούν να κοιμηθούν. Τι είναι αυτό το πράγμα; Δεν τα θέλει αυτά τα πράγματα ο Χριστός, παιδί μου. Και να σου πω κάτι;"

Του λέω: "Γέροντα τι;"

Μου λέει: "Για μας τους χριστιανούς, για μας όταν βιώνουμε το Χριστό δεν υπάρχει αντίχριστος. Δεν μου λες; Εδώ που κάθομαι στο κρεβάτι μπορείς να καθίσεις εσύ; "Του είπα: "Όχι Γέροντα".

Μου λέει: "Γιατί;"

Του απάντησα: "Διότι, εάν καθίσω πάνω σας, θα σας πλακώσω". Μου λέει: "Πότε μπορείς να καθίσεις; "Του λέω: "Όταν φύγετε εσείς, μπορώ να καθίσω εγώ".

Μου λέει: "Ακριβώς, παιδί μου, έτσι συμβαίνει και με την ψυχή μας. Όταν έχουμε μέσα μας το Χριστό μας, μπορεί να έρθει ο αντίχριστος;

"Μπορεί να μπει καμιά άλλη αντίθετη ύπαρξη μέσα στην ψυχή μας; Γι' αυτό σήμερα, παιδί μου, δεν έχουμε το Χριστό μέσα μας και γι' αυτό ανησυχούμε για τον αντίχριστο.

Όταν βάλουμε το Χριστό μέσα μας, τα πάντα γίνονται Παράδεισoς. Ο Χριστός είναι το παν κι έτσι πάντοτε, παιδί μου, να λες στους ανθρώπους, και τον αντίθετο δεν τον φοβόμαστε.

Και κοίταξε να σου πω κάτι. Εάν ερχότανε τώρα ο ίδιος ο αντίχριστος με μια συσκευή με ακτίνες Laser και με σφράγιζε με το 666 με το ζόρι, εγώ δεν θα στενοχωριόμουνα. Θα μου πεις, Γέροντα, μα δεν είναι το σημείο του αντίχριστου;

Ναι, αλλά και χίλια 666 μου έγραφε πάνω μου με τις ακτίνες Laser, ανεξίτηλα, εγώ δεν θα στενοχωριόμουνα.

Γιατί; Γιατί, παιδί μου, τους πρώτους μάρτυρες τους είχαν βάλει στα θηρία κι έκαναν το σταυρό τους και τα θηρία γινόντουσαν αρνάκια, τους είχαν στη θάλασσα, έκαναν το σταυρό τους και η θάλασσα γινόταν γη και περπατούσαν, τους είχαν μέσα στη φωτιά, έκαναν το σταυρό τους και η φωτιά γινόταν δροσιά. Ευλογημένο μου παιδί, τι είμαστε σήμερα εμείς;

Πιστεύουμε στο Χριστό; Το σταυρό μας; Μα γιατί κατέβηκε ο Χριστός; Δεν κατέβηκε για να δυναμώσει την ασθένειά μας;

Έτσι, παιδί μου, να πεις και στο Γέροντα. Και συ, να πεις στους ανθρώπους να μη φοβούνται τον αντίχριστο. Είμαστε παιδιά του Χριστού, είμαστε παιδιά της Εκκλησίας".

Αυτό το πράγμα μου έκανε πάρα πολλή εντύπωση.

Και μου πρόσθεσε: "Nα σου πω κάτι;"

Λέω: "Γέροντα, παρακαλώ".

"Ο Πατριάρχης Δημήτριος πώς ήρθε στην Αθήνα;"

Του λέω: "με το αεροπλάνο".

"Ε, καλά, ξέρω πως ήρθε με το αεροπλάνο. Κολυμπώντας ήρθε ο άνθρωπος; Με τι ντοκουμέντα ήρθε;"

Του λέω: "Με διαβατήριο, Γέροντα".

"Ελληνικό ή τουρκικό;"

Του λέω: "Δεν ξέρω". –

"E, μου κάνεις και το σοφό. Με τουρκικό ήρθε. Και ποιό είναι το εθνόσημο της Τουρκίας, ξέρεις; "

Του λέω: "Δεν ξέρω Γέροντα;"

"E, τότε τα παράκανες, δεν ξέρεις το εθνόσημο της Τουρκίας; Είναι η ημισέληνος. Και ξέρεις πως ονομάζεται η ημισέληνος από τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, μετά που εμφανίστηκε ο Μωάμεθ;"

Του λέω: "Όχι, Γέροντα";.

"E, να πάρω το πτυχίο σου και να το σχίσω. Τι θεολόγος είσαι εσύ;" χαριτολογώντας.

- Τον παριστάνετε πολύ ωραία, τον βλέπω μπροστά μου τώρα.

- Μα κι εγώ τον έχω μπροστά μου, μέσα στην καρδιά μου τον έχω. Γι'αυτό σας τα λέω έτσι.

Και συνεχίζει: "Η ημισέληνος είναι σημείο του αντίχριστου. Εάν είναι σημείο του αντίχριστου η ημισέληνος και ο Πατριάρχης μας έχει στο διαβατήριό του το σημείο του αντίχριστου (και στις σφραγίδες τους, πόσες σφραγίδες βάζουν μέσα έξω;), πάει να πει ότι ο Πατριάρχης μας είναι αντίχριστος;

Όχι, ρε παιδί μου, όχι ρε παιδί μου! Μην περιορίζουμε τόσο πολύ το Ευαγγελικό μήνυμα!

Δεν είναι ο Χριστός τόσο στενόμυαλος όσο είμαστε εμείς οι άνθρωποι που θέλουμε να υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματα.

Έτσι να πείς στο Γέροντα και έτσι να λες στους ανθρώπους, ούτε τον αντίχριστο να φοβούμαστε, ούτε το 666".

Και τούτο, κ. Κλείτο, μου έκανε εντύπωση και πολύ αναπαύθηκα. Και το λέω στους ανθρώπους που έρχονται.