τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Βεροίας κ. Παντελεήμονος

«Μέγα θαῦμα! ὅτι ὁ κτίστης τοῦ κόσμου εἰς χεῖρας ἀνόμων παραδίδοται καί ἐπί ξύλου ἀνυψοῦται ὁ φιλάνθρωπος, ἵνα τούς ἐν Ἅδῃ δεσμώτας ἐλευθερώσῃ κράζοντας· μακρόθυμε, Κύριε, δόξα σοι».

Μάρτυρες ἑνός μοναδικοῦ θαύματος καί ἐμεῖς σήμερα, ἀδελφοί μου, ὅσοι μέ κατάνυξη στεκόμαστε ἐνώπιον τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου, ἐπαναλαμβάνουμε τά λόγια τοῦ ἱεροῦ ὑμνογράφου πού ἐκφράζουν μέ ἐξαίσιο τρόπο τό ἀκατάληπτο καί ἀνερμήνευτο μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας τό ὁποῖο τελεσιουργεῖται ἐπί τοῦ Σταυροῦ.

Ὁ δημιουργός καί κτίστης τοῦ κόσμου παραδίδεται μέ τή θέλησή του στά χέρια τῶν δημιουργημάτων του. Ὁ δίκαιος παραδίδεται στά χέρια ἀνόμων καί παρανόμων.

Ὁ ἐλεήμων καί φιλάνθρωπος καταδικάζεται στόν πιό σκληρό καί ἐπώδυνο θάνατο, στόν διά σταυροῦ θάνατο. Ὁ ἀθάνατος θνήσκει γιά νά χαρίσει ζωή στούς νεκρωμένους ἀπό τήν ἁμαρτία. Ὁ κύριος τῶν πάντων γίνεται δεσμώτης τοῦ Ἅδου γιά νά ἐλευθερώσει τούς ἀνθρώπους.

Ποιός μπορεῖ νά συλλάβει τό μέγεθος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ; Ποιός μπορεῖ νά κατανοήσει τό πλῆθος τοῦ ἐλέους του;

Ὁ ἄνθρωπος ἦταν αὐτός πού ἀπομακρύνθηκε ἀπό τόν Θεό, ἦταν αὐτός πού τόν ἀπέρριψε, ἦταν αὐτός πού γεύθηκε τήν πικρία τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου· καί ὅμως ὁ Θεός εἶναι αὐτός πού τόν προσεγγίζει καί πάλι.

Ὁ Θεός εἶναι αὐτός πού γίνεται ἄνθρωπος γιά νά κάνει τόν ἄνθρωπο καί πάλι Θεό. Ὁ Θεός εἶναι αὐτός πού ἀναλαμβάνει νά πληρώσει τό ἀντίτιμο τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτίας γιά νά ἀπαλλαγεῖ ὁ αἴτιος ἀπό αὐτήν.

Ὁ Θεός εἶναι αὐτός πού κατέρχεται στά ταμεῖα τοῦ Ἅδου γιά νά ἀπαλλάξει τόν ἄνθρωπο ἀπό τά δεσμά τοῦ Ἅδου. Ὁ Θεός εἶναι αὐτός πού ὑφίσταται τόν θάνατο γιά νά ἐλευθερώσει ἀπό αὐτόν τό πλάσμα του.

Ὁ ἄνθρωπος βλέπει τό θαῦμα, ὁ ἄνθρωπος ζεῖ τό θαῦμα, ἀλλά δέν θέλει νά τό κατανοήσει. Δέν θέλει νά παραδεχθεῖ ὅτι γιά χάρη του θυσιάζεται ὁ Θεός.

Δέν θέλει νά ἀφήσει τόν ἑαυτό του νά ζήσει τήν ἀγάπη πού ὁ Θεός τοῦ προσφέρει. Γι᾽ αὐτό καί στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐπιστρέφει τήν ἄρνησή του. Γι᾽ αὐτό καί στήν εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ ἀνταποδίδει σκληρότητα.

«Ἀντί τοῦ μάνα χολή, ἀντί τοῦ ὕδατος ὄξος». Καί δέν εἶναι μόνο ὁ Ἰούδας πού προδίδει τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.

Δέν εἶναι μόνο οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι πού τόν κατηγοροῦν καί τόν καταδικάζουν. Δέν εἶναι μόνο ὁ εὐεργετηθείς λαός πού κραυγάζει τό «σταύρωσον». Δέν εἶναι μόνο ὁ μαθητής πού δηλώνει «οὐκ οἶδα τόν ἄνθρωπο».

Εἴμαστε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καί ὁ καθένας ἀπό ἐμᾶς προσωπικά πού ἀπορρίπτουμε συχνά τή θεία ἀγάπη, πού ἀρνούμεθα νά δεχθοῦμε τή σωτηρία πού μᾶς προσφέρει ὁ δι᾽ ἡμᾶς σταυρωθείς Χριστός, πού δέν συγκινούμεθα ἀπό τό μέγεθος τῆς ἀγάπης του καί ἀρνούμεθα μέ τή ζωή μας τή σχέση μας μέ Ἐκεῖνον.

Καί ὅμως ὁ Χριστός, ἀδελφοί μου, συνεχίζει νά μᾶς ἀναμένει ἐπί τοῦ Σταυροῦ· συνεχίζει νά ἔχει γιά μᾶς «ἡπλωμένας τάς παλάμας» γιά νά ἑνώσει «τά τό πρίν διεστῶτα», γιά νά λύσει καί γιά χάρη μας τό χρεώγραφο τῶν ἁμαρτιῶν μας.

Συνεχίζει νά μᾶς ἀναμένει ἐπί τοῦ Σταυροῦ γιά νά ἀκούσει καί ἀπό ἐμᾶς τά λόγια τοῦ εὐγνώμονος ληστοῦ, γιά νά ἀκούσει καί ἀπό ἐμᾶς τό «μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου».

Συνεχίζει νά μᾶς ἀναμένει ἐπί τοῦ Σταυροῦ ὄχι σάν τούς σταυρωτές του, ὄχι σάν τούς στρατιῶτες πού ἐρίζουν γιά τά ἱμάτιά του «τίς τι ἄρῃ», ὄχι σάν τόν ἑκατόνταρχο πού λόγχισε τήν πλευρά του, ἀλλά σάν τόν Ἰωσήφ τόν ἀπό Ἀριμαθαίας, σάν τόν κεκρυμμένο μαθητή του Νικόδημο.

Συνεχίζει νά μᾶς ἀναμένει καί αὐτήν ἀκόμη τή στιγμή νά τόν πλησιάσουμε ὄχι τυπικά καί ἀπό συνήθεια, ἀλλά μέ ἀγάπη καί συναίσθηση τῆς μεγάλης δωρεᾶς πού μᾶς προσέφερε μέ τή σταυρική του θυσία καί τῆς δικῆς μας ἀναξιότητος.

Μᾶς ἀναμένει γιά νά τοῦ προσφέρουμε τίς ἁμαρτίες μας ἀλλά καί τή θέλησή μας νά λυτρωθοῦμε ἀπό αὐτές καί νά μᾶς χαρίσει τή σωτηρία. Γιατί μόνο μέ αὐτό τόν τρόπο θά ἀξιωθοῦμε καί ἐμεῖς νά ζήσουμε καί νά ἑορτάσουμε καί τήν ἔνδοξο Ἀνάστασή του.