Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Ενχριστομένος Άνθρωπος

 

apostoliko anagnosma

Του Πρεσβυτέρου Νικολάου Γονιδάκη


Στο σημερινό Αποστολικό μας Ανάγνωσμα, αγαπητοί μου εν Χριστώ αδελφοί, (Β΄ Κορ. α΄ 21 – β΄ 4), βλέπουμε τον Απόστολο Παύλο, ως παιδαγωγό, να νουθετεί τους Κορινθίους.

Ξεκινά θέτοντας τη βάση της πίστεως που ο ίδιος τους δίδαξε. Τους μιλά για την Τριαδικότητα του Θεού. Τους ξαναθυμίζει πως ο Θεός Πατέρας είναι η πηγή που στηρίζει όλα τα μέλη της Εκκλησίας και πως, διά μέσου του Χριστού, ο οποίος ήρθε στη γη, δίδαξε, θαυματούργησε, συνελήφθη, θανατώθηκε και, εν τέλει, Ανέστη, όλες οι υποσχέσεις του Θεού Πατρός εκπληρώθηκαν στην πράξη.

Έπειτα τους μιλά για το τρίτο Πρόσωπο, το Άγιον Πνεύμα, θέτοντάς το χαρακτηριστικά, όπως μας λέει, ως τον «ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος». Δηλαδή, ο άνθρωπος, με την πίστη του στην Αγία Τριάδα, λαμβάνει την εγγύηση της επερχόμενης ουράνιας δόξας.

Βάσει, λοιπόν, όλων αυτών των θεολογικών νοημάτων που τους αναλύει, ανέβαλε τη δεύτερη επίσκεψή του στην Κόρινθο, εξαιτίας των πνευματικών αναταράξεων που ταλαιπωρούσαν την εκεί τοπική Εκκλησία. Μάλιστα, συνέταξε με πόνο καρδίας αυτήν την επιστολή, η οποία ονομάζεται και αλλιώς «δακρύβρεχτη επιστολή».

Λόγω της εισβολής διαφόρων ιουδαϊζόντων πιστών, είχε αμφισβητηθεί πολύ το πρόσωπο του Παύλου και έτσι τον ακούμε να τους λέει πως δεν τους επισκέπτεται, για να μην τους λυπήσει.

Ακολουθεί την παιδαγωγική μέθοδο της σιωπής, για να δηλώσει και τον πόνο του, μα συνάμα και την αγάπη του. Αν επέστρεφε στην Κόρινθο, τα πράγματα θα γίνονταν χειρότερα, κινδυνεύοντας το σώμα των πιστών, το Σώμα του Χριστού στην ουσία, να περάσει για ακόμη μια φορά πόνους και βάσανα. Επέλεξε να τους αφήσει μόνους να σκεφτούν, να ηρεμήσουν οι εντάσεις και να δουν καθαρά σε τι κίνδυνο βρισκόταν η τοπική Εκκλησία.

Τους δείχνει και κάτι ακόμη, ένα πολύ σημαντικό στοιχείο της πίστεώς μας, την ελευθερία. Δεν πηγαίνει εκεί ως ο εγκεκριμένος Απόστολος, για να τους κουνήσει το δάχτυλο και να τους λυπήσει, αλλά μένει μακριά, πάντοτε αγαπητικά απέναντί τους, με το πιο δυνατό του όπλο, την προσευχή.

Αδελφοί μου, η συμπεριφορά σήμερα του Παύλου μάς δείχνει ακριβώς τι σημαίνει ενχριστομένος άνθρωπος. Αυτός που διαθέτει την καθαρότητα της καρδίας και του νοός του· αυτός που δεν αντιδρά με τη γροθιά στο μαχαίρι, αλλά υπομένει με αγάπη, δίχως να μισεί αυτούς που του έκαναν κακό· αυτός που προσεύχεται και κλαίει για τα λάθη των άλλων και κάνει αίτημα της προσευχής του τη φώτισή τους.

Βλέπουμε, αλήθεια, πόσο απέχουμε από όλα αυτά τα χαρίσματα; Και εμείς συναντήσαμε τον Χριστό, αλλά δεν εντρυφήσαμε ουσιαστικά στη διδασκαλία Του. Αυτό που μας λείπει και δεν μπορούμε να το καταλάβουμε είναι η κοινωνία μαζί Του. Όπως οι άνθρωποι μεταβιβάζουν τα γονίδιά τους στα παιδιά τους, έτσι κι εμείς, αν δεν κάνουμε το Σώμα Του σώμα μας και το Αίμα Του δικό μας αίμα, δεν θα μπορέσουμε να Του ομοιάσουμε σε τίποτα.

Ας γίνει παράδειγμά μας σήμερα ο Παύλος. Να προσπαθήσουμε να τον μιμηθούμε, αν όχι σε όλα, τουλάχιστον σε κάποια από τα χαρίσματά του, έτσι ώστε, όπως εκείνος, να μπορούμε να βιώνουμε έστω και λίγο τη φράση που μας έχει πει ο ίδιος: «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. β΄ 20).

Αμήν.

ΕΤΑΙΡΕ, ΠΩΣ ΕΙΣΗΛΘΕΣ ΩΔΕ;


«Εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου,
  καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώθη» (Ματθ. 22, 11-12) 

Όταν εισήλθε όμως ο βασιλιάς, για να δει εκείνους που κάθονταν, για να φάνε, είδε εκεί έναν άνθρωπο που δεν ήταν ντυμένος με ένδυμα γάμου, και του λέει: “Σύντροφε, πώς εισήλθες εδώ μην έχοντας ένδυμα γάμου”; Εκείνος αποστομώθηκε.  

            Μία από τις πιο δύσκολες στην πρόσληψη παραβολές του Ευαγγελίου είναι αυτή που καταγράφει ο ευαγγελιστής Ματθαίος, λίγο πριν ο Χριστός συλληφθεί και οδηγηθεί στο Πάθος και στον Σταυρό. Ο Κύριος παρομοιάζει την βασιλεία των ουρανών με ένα γαμήλιο τραπέζι για τον γιο ενός βασιλιά. Στο τραπέζι ήταν προσκεκλημένοι οι φίλοι του βασιλιά. Αυτοί όμως αρνήθηκαν να παραστούν, άλλοι διότι δεν ήθελαν, άλλοι διότι είχαν εργασίες, γεωργικές και εμπορικές, ενώ άλλοι επέδειξαν τέτοια κακία, ώστε να σκοτώσουν τους απεσταλμένους του βασιλιά. Ο βασιλιάς τότε οργίστηκε, έστειλε τα στρατεύματά του, εξολόθρευσε τους φονιάδες εκείνους και έκαψε την πόλη τους, δείχνοντας ότι όταν θέλεις να αντιμετωπίσεις τη ζωή και τον Θεό με όρους δικής σου εξουσίας, τότε θα συντριβείς. Ο βασιλιάς όμως θέλει να κάνει το τραπέζι  των γάμων και θα στείλει τους υπηρέτες του, για να φέρουν στο τραπέζι όσους βρούνε στις διακλαδώσεις των οδών και να τους καλέσουν. Θα έρθουν διάφοροι, κακοί και καλοί, ανταποκρινόμενοι στην πρόσκληση. Ένας μόνο από όσους εισήλθαν, θα δείξει περιφρόνηση στον βασιλιά, ερχόμενος με ένδυμα ακατάλληλο για το τραπέζι, κάνοντας επίδειξη αλαζονείας και πνεύματος εξουσίας. Ο βασιλιάς, αφού τον ελέγξει, αποστομώνοντάς τον, θα διατάξει να τον δέσουν και να τον στείλουν στο σκότος το εξώτερο, επισημαίνοντας ότι πολλοί είναι κλητοί, αλλά λίγοι εκλεκτοί.

            Ο βασιλιάς είναι ο Θεός. Ο γιος Του είναι ο Χριστός και είναι ο Ίδιος και ο γάμος και η τροφή του τραπεζιού. Ο Χριστός είναι ο Νυμφίος του καθενός ανθρώπου και το Σώμα Του και το Αίμα Του η τροφή μας, ενώ το τραπέζι είναι η Θεία Λειτουργία. Οι ανάξιοι καλεσμένοι ήταν ο περιούσιος λαός του Ισραήλ, αλλά και κάθε άνθρωπος, ο οποίος βάζει την επιβίωση, την υλικότητα, το συμφέρον πάνω από τη σχέση με τον Θεό, πάνω από την υιότητα, πάνω από την κοινότητα της Εκκλησίας. Όταν ο άνθρωπος φτάνει στο σημείο να σκοτώνει τον συνάνθρωπό του, γιατί του υπενθυμίζει την πρόκληση της αγάπης του Θεού, και αυτό γίνεται με την απόρριψη, την ειρωνεία, την κακία, κάποτε και το μαρτύριο, τότε ο άνθρωπος γίνεται εξουσιαστής. Αρνείται τον Θεό της αγάπης και ζητά να κυριαρχήσει η δύναμη και η εξουσία. Η συνέπεια όμως του παιχνιδιού της εξουσίας είναι η καταστροφή του ανθρώπου, η οποία έχει να κάνει με τον πνευματικό του θάνατο, ο οποίος γίνεται δυστυχία σ’ αυτόν τον κόσμο, και την συντριβή, το κάψιμο των υλικών πραγμάτων στα οποία στηρίζεται, της πόλης στην οποία μένει και πιστεύει ότι μπορεί να είναι οχυρωμένη χωρίς Θεό. Η εξουσία φέρνει θάνατο, γιατί ο Θεός δεν δέχεται την ύβρη, την αλαζονεία του ανθρώπου.

            Μεγαλύτερος όμως είναι ο προβληματισμός για εκείνον που πηγαίνει στο τραπέζι του Θεού, χωρίς ένδυμα κατάλληλο. Είναι ο υποκριτής. Είναι εκείνος που προσποιείται ότι θέλει να πάει στον Θεό, χωρίς όμως να αλλάξει τον εαυτό του. Αυτός που μένει ως έχει. Χωρίς να αγαπά. Χωρίς να μετανοεί. Χωρίς να στολίζει την ύπαρξή του με ένδυμα που δείχνει σεβασμό και τιμή στον οικοδεσπότη Θεό. Και δεν είναι το υλικό ένδυμα, αλλά η ρυπαρή καρδιά που κάνει τον άνθρωπο ανάξιο του γαμήλιου τραπεζιού. Μας καλεί ο Χριστός που έγινε ένα με μας, για να μας δείξει ότι μας νιώθει, Αυτός ο οποίος σταυρώθηκε για μας, για να μας δοθεί ως θυσία και αγάπη, Αυτός που δεν μας ξεχνά ποτέ, αλλά είναι «προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος και διαδιδόμενος» (από τη θεία λειτουργία, τέσσερις μετοχές ενεστώτα, που δηλώνουν παρόν και διάρκεια), να τον γευτούμε και να δούμε ότι Εκείνος είναι ο χρηστός, ο γλυκύς, ο καλός, που μας σώζει και μας βοηθά να ξεκινήσουμε από την αρχή και εμείς παρουσιάζουμε έναν εαυτό προκλητικό, ρυπαρό, αταίριαστο, χωρίς αιδώ και χωρίς να έχουμε το στολίδι, το ρούχο της αγάπης, όσο ταπεινό κι αν είναι, για να δείξουμε το «ευχαριστώ» για μια πρόκληση που, έτσι κι αλλιώς, δεν δικαιούμασταν.

            Η παραβολή μιλά για μας τους χριστιανούς. Αν είμαστε οι εξ αρχής κλητοί, μήπως αντιτάσσουμε τις βιοτικές μας μέριμνες ή το θέλημά μας στην διαρκή Κυριακή στην οποία μας καλεί ο Θεός; Μήπως αντιτάσσουμε την έπαρση μιας ψεύτικης παντοδυναμίας, ότι είμαστε θεοί, επειδή έχουμε γνώσεις, επιστήμη, τεχνολογία, ιατρική, όπλα, επικοινωνία και νομίζουμε ότι όλα τα δικαιούμαστε; Μήπως δεν νιώθουμε ότι κληθήκαμε όντας στις διακλαδώσεις των δρόμων, δηλαδή άνθρωποι που αναζητούμε νόημα και σκοπό ζωής, χωρίς να ξέρουμε προς τα πού πηγαίνουμε, και  ο Χριστός δεν μας αφήνει; Μήπως , τελικά, η έπαρση ότι συμμετέχουμε στα γαμήλιο τραπέζι της βασιλείας μας κάνει να νομίζουμε ότι δεν χρειάζεται να αλλάξουμε, αρνούμενοι να αγαπήσουμε, να μετανοήσουμε, να συγχωρέσουμε, να ταπεινωθούμε;

            Ας γίνουμε οι εκλεκτοί, της αγάπης, της αλήθειας, της όντως ζωής εν τη Εκκλησία! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΘΑΥΜΑΤΟΣ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΣΤΙΣ ΧΩΝΑΙΣ



Σε κάποιο μέρος της Φρυγίας, η γη ανέβλυσε αγιασμένο νερό με τη δύναμη του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, που γιάτρευε κάθε αρρώστια των ασθενούντων. Ένας χριστιανός, λοιπόν, επειδή γιατρεύτηκε η κόρη του, έκτισε ωραιότατο ναό στο όνομα του Αρχιστράτηγου, επάνω στο άγιασμα.

Μετά 90 χρόνια, ήλθε στο ναό κάποιος ευλαβής νέος, ονόματι Άρχιππος. Έμεινε υπηρέτης στο ναό και ζούσε ζωή ασκητική και με εγκράτεια. Όταν είδαν αυτό το πράγμα οι ειδωλολάτρες, έπιασαν τον Άρχιππο και τον χτύπησαν δυνατά.
Έπειτα, όρμησαν να καταστρέψουν το ναό και το άγιασμα. Αλλά ώ της μεγάλης δυνάμεως του Αρχαγγέλου! Άλλων απ’ αυτούς τα χέρια έμειναν παράλυτα και άλλους σταμάτησε φράγμα φωτιάς και έτσι γύρισαν όλοι άπρακτοι. Όμως το πείσμα και ο θυμός τους ώθησε να κάνουν εκτροπή του κοντινού ποταμού, για να παρασύρει το ναό και να πνίξουν τον Άρχιππο.
Αλλά και πάλι θαύμα! Ο ποταμός γύρισε προς τα πίσω! Τότε σκέφθηκαν να ενώσουν και άλλους δύο ποταμούς. Όμως ο Αρχάγγελος Μιχαήλ παρουσιάστηκε στον Άρχιππο και, αφού τον έβγαλε έξω από το ναό, έκανε το σημείο του σταυρού και οι ποταμοί στάθηκαν σαν τείχος. Πρόσταξε, έπειτα, να χωνευθούν και πράγματι, κατά παράδοξο τρόπο, έως σήμερα στο μέρος εκείνο τα νερά των ποταμών χωνεύονται. Και γι’ αυτό το μέρος ονομάστηκε Χώναι.
Απολυτίκιον
Ήχος δ’.
Των ουρανίων στρατιών Αρχιστράτηγε, δυσωπούμέν σε αεί ημείς οι ανάξιοι, ίνα ταίς σαίς δεήσεσι τειχίσης ημάς, σκέπη των πτερύγων, της αΰλου σου δόξης, φρουρών ημάς προσπίπτοντας, εκτενώς και βοώντας· Εκ των κινδύνων λύτρωσαι ημάς, ως ταξιάρχης των άνω Δυνάμεων.

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΠΡΟΘΥΜΙΑ (Κυριακή ΙΔ΄ Ματθαίου).

 

π. Δημητρίου Μπόκου

Η παραβολή των βασιλικών γάμων λίγες φορές διαβάζεται στην Εκκλησία. Ανήκει στις τελευταίες Κυριακές του Ματθαίου και για να προλάβει να διαβαστεί προ της εορτής του Υψώσεως του Σταυρού (14 Σεπ.), πρέπει να έχουμε το Πάσχα αρκετά νωρίς. Είναι παραπλήσια της παραβολής του μεγάλου δείπνου που διαβάζεται πάντα προ της εορτής των Χριστουγέννων. Ένας βασιλιάς (ο Θεός) με την ευκαιρία των γάμων του υιού του κάνει μεγάλο τραπέζι και καλεί πλήθος ανθρώπων, αλλά οι καλεσμένοι δεν προσέρχονται (Κυριακή ΙΔ΄ Ματθαίου).

Οι λόγοι; Πολλοί. Κάποιοι δεν ήθελαν καθόλου να πάνε. Δεν είχαν από όρεξη τον βασιλιά. Κάποιοι όχι μόνο δεν πήγαν, αλλά και ενοχλήθηκαν κιόλας. Έπιασαν τους δούλους που μετέφεραν τα προσκλητήρια του γάμου, τους έβρισαν και τους σκότωσαν. Μα η πράξη τους είχε τις ανάλογες συνέπειες. Ο βασιλιάς οργίστηκε. Έστειλε τα στρατεύματά του και τους εξολόθρευσε. Και την πόλη τους την έκαψε.

Αλλά υπήρξαν και κάποιοι άλλοι, που δεν είχαν αντίρρηση να πάνε, αλλά απλώς το αμέλησαν. Δεν το έβαλαν σε άμεση προτεραιότητα. Προτίμησαν να πάνε στις δουλειές τους πρώτα, άλλος στο χωράφι του, άλλος στο μαγαζί του, και τελικά ξεχάστηκαν και δεν πήγαν. Άφησαν τον γάμο και πήγαν για πουρνάρια, που λέμε.

Αυτοί είμαστε εμείς. Οι Χριστιανοί!

Δεν λέμε όχι στον Θεό, θέλουμε να πάμε στο τραπέζι του, να μπούμε στη Βασιλεία του, δεν κάνουμε όμως και τίποτε γι’ αυτό. Αδιαφορούμε, αμελούμε, βαριούμαστε όταν πρόκειται για τα πνευματικά. Με το ζόρι να κάνουμε προσευχή, με το ζόρι να νηστέψουμε, με το ζόρι να πάμε στη Λειτουργία (σχεδόν στο «Δι’ ευχών»). Πολλές φορές τα παρατάμε και εντελώς, υπόδουλοι όντες εκούσια, με τη γνώμη μας, στη ραθυμία «των ηδονών του βίου». Προτιμάμε την άνεση, να μη στριμωχτούμε σε τίποτε. Να μην κοπιάσουμε πνευματικά. Τρέχουμε πρόθυμοι στις άλλες δουλειές, αλλά, αν είναι για προσευχή, μας πιάνει απροθυμία, ραθυμία, υπνηλία.

Η κατάσταση της πνευματικής αμέλειας και αδιαφορίας ονομάζεται ακηδία (αφροντισιά). Είναι κάτι που συνοδεύει κάθε άνθρωπο. Με αυτήν πολεμάει ο διάβολος και τους αγίους. Αισθάνονται και αυτοί πολλές φορές στον πνευματικό τους αγώνα κόπωση. Την τάση να εγκαταλείψουν τα πάντα. Μα αν συμβεί κάτι τέτοιο, μπορεί να τα χάσουν όλα. Όταν χαλαρώνει ο άνθρωπος, είναι δύσκολο να ξαναμπεί στο πρόγραμμά του.

Γι’ αυτό, καλό είναι ο Χριστιανός να έχει έναν ήπιο κανόνα προσευχής, για να μπορεί να τον κάνει πάντα, σταθερά, με μικρή σχετικά προσπάθεια. Ώστε και σε δύσκολη κατάσταση αν βρεθεί, να μπορεί με λίγο έστω κόπο να τον κάνει και όχι να τον εγκαταλείψει εντελώς. Να έχει «μικράν εργασίαν και μένουσαν, παρά μεγάλην και ταχέως κοπτομένην».

Άκριτοι ενθουσιασμοί, υπερβολική προσπάθεια άσκησης, προσευχής κ. λ. π., κουράζουν γρήγορα και οδηγούν συνήθως στην πλήρη εγκατάλειψη. Όσο όμως κουρασμένοι και νυσταγμένοι και αν είμαστε, μια μικρή, ελάχιστη προσευχή μπορούμε πάντα να την κάνουμε.

Οι άγιοι, έμπειροι στις πνευματικές παγίδες του διαβόλου, δίνουν πολλές συμβουλές για την ακηδία.

Ο άγιος Αντώνιος σκοτίστηκε κάποτε από πολλούς λογισμούς και έπεσε σε ακηδία. Ζήτησε τότε βοήθεια από τον Θεό και βλέπει κάποιον απέναντί του να ασχολείται με εργόχειρο (να πλέκει καλάθια). Σε λίγο ο άγνωστος σηκώθηκε και έκανε τις προσευχές του και πάλι κάθισε και συνέχισε το εργόχειρό του, πλέκοντας τα καλάθια του. Μετά ξανασηκώθηκε για προσευχή και πάλι κάθισε για εργασία. Ήταν άγγελος σταλμένος από τον Θεό να διδάξει τον Αντώνιο, δείχνοντάς του ένα εύκολα εφαρμόσιμο πνευματικό πρόγραμμα. «Έτσι κάνε και θα σωθείς», του είπε.

Ναι! Θέλει λίγο αγώνα και υπομονή η ακηδία.

Αλλά δεν είναι ανίκητη.

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 06/09/2026-ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΚΒ' 2-14

 Κάλεσμα σε γάμο (Ματθ. κβ΄ 2-14) - Pemptousia

Εἶπεν ὁ Κύριος την παραβολὴν ταύτην· ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ. Καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ καλέσαι τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους, καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν.

Πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους λέγων· εἴπατε τοῖς κεκλημένοις· ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ἡτοίμασα, οἱ ταῦροί μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους. Οἱ δὲ ἀμελήσαντες ἀπῆλθον, ὁ μὲν εἰς τὸν ἴδιον ἀγρόν, ὁ δὲ εἰς τὴν ἐμπορίαν αὐτοῦ· οἱ δὲ λοιποὶ κρατήσαντες τοὺς δούλους αὐτοῦ ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν.

Ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ὠργίσθη, καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε.

Τότε λέγει τοῖς δούλοις αὐτοῦ· ὁ μὲν γάμος ἕτοιμός ἐστιν, οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι· πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους.

Καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς· καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων.

Εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου, καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώθη. Τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων.

Πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.

 

Ἀπόδοση στη νεοελληνική:

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν ἑξῆς παραβολή:

«Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μοιάζει μὲ ἕνα βασιλέα, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ κάνῃ τοὺς γάμους τοῦ υἱοῦ του. Καὶ ἔστειλε τοὺς δούλους του νὰ καλέσουν τοὺς καλεσμένους εἰς τοὺς γάμους, ἀλλὰ αὐτοὶ δὲν ἤθελαν νὰ ἔλθουν.

Πάλιν ἔστειλε ἄλλους δούλους μὲ τὴν ἐντολήν, «Νὰ πῆτε εἰς τοὺς καλεσμένους: ἑτοίμασα τὸ γεῦμα μου· οἱ ταῦροι καὶ τὰ μανάρια ἔχουν σφαγῆ καὶ ὅλα εἶναι ἔτοιμα. Ἐλᾶτε εἰς τοὺς γάμους».

Αὐτοὶ ὅμως τοὺς ἠγνόησαν καὶ ἔφυγαν, ὁ ἕνας εἰς τὸ χωράφι του, ἄλλος εἰς τὸ ἐμπόριόν του. Οἱ λοιποί, ἀφοῦ συνέλαβαν τοὺς δούλους του, τοὺς ἐκακοποίησαν καὶ τοὺς ἐσκότωσαν.

Καὶ ὁ βασιλεύς ἐκεῖνος, ὅταν τὸ ἄκουσε, ὠργίσθηκε καὶ ἔστειλε τὸν στρατόν του καὶ ἐξωλόθρευσε τοὺς φονηάδες ἐκείνους καὶ ἔκαψε τὴν πόλιν τους.

Τότε λέγει εἰς τοὺς δούλους του, «Ὁ μὲν γάμος εἶναι ἔτοιμος, οἱ καλεσμένοι ὅμως δὲν ἦσαν ἄξιοι. Πηγαίνετε λοιπὸν εἰς τὰ σταυροδρόμια καὶ ὅσους βρῆτε, καλέστε τους εἰς τοὺς γάμους».

Καὶ οἱ δούλοι ἐβγῆκαν εἰς τοὺς δρόμους, ἐμάζεψαν ὅλους ὄσους εὑρῆκαν, κακοὺς καὶ καλούς, καὶ ἐγέμισε ἡ αἴθουσα τοῦ γάμου ἀπὸ φιλοξενούμενους.

Ὅταν δὲ ἐμπῆκε ὁ βασιλεὺς νὰ δεῖ τοὺς φιλοξενούμενους, εἶδε ἐκεῖ ἕναν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε ἔνδυμα γάμου, καὶ τοῦ λέγει, «Φίλε, πῶς ἐμπῆκες ἐδῶ χωρὶς νὰ ἔχῃς ἔνδυμα γάμου;», αὐτὸς δὲ ἔμεινε βουβός. Τότε εἶπε ὁ βασιλεύς εἰς τοὺς ὑπηρέτας, «Ἀφοῦ τοῦ δέσετε τὰ πόδια καὶ τὰ χέρια, σηκώστε τον καὶ ρίξτε τον ἔξω εἰς τὸ σκοτάδι· ἐκεῖ θὰ εἶναι τὸ κλάμα καὶ τὸ τρίξιμο τῶν δοντιῶν».

Διότι πολλοὶ εἶναι οἱ καλεσμένοι, λίγοι ὅμως εἶναι οἱ ἐκλεκτοί».

O AΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 06/09/2026-ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α'21-Β'4

 Παύλος: Ο Απόστολος που κατέστησε τον Χριστιανισμό οικουμενική θρησκεία -  Βιογραφία - Σαν Σήμερα .gr


Αδελφοί ὁ δὲ βεβαιῶν ἡμᾶς σὺν ὑμῖν εἰς Χριστὸν καὶ χρίσας ἡμᾶς Θεός, ὁ καὶ σφραγισάμενος ἡμᾶς καὶ δοὺς τὸν ἀρρα­βῶνα τοῦ Πνεύματος ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν. Ἐγὼ δὲ μάρτυρα τὸν Θεὸν ἐπικαλοῦμαι ἐπὶ τὴν ἐμὴν ψυχήν, ὅτι φειδόμενος ὑμῶν οὐκέτι ἦλθον εἰς Κόρινθον. οὐχ ὅτι κυριεύομεν ὑμῶν τῆς πίστεως, ἀλλὰ συνεργοί ἐσμεν τῆς χαρᾶς ὑμῶν· τῇ γὰρ πίστει ἑστήκατε.
Εκρινα δὲ ἐμαυτῷ τοῦτο, τὸ μὴ πάλιν ἐν λύπῃ ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς.  εἰ γὰρ ἐγὼ λυπῶ ὑμᾶς, καὶ τίς ἐστιν ὁ εὐφραίνων με εἰ μὴ ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ;  καὶ ἔγραψα ὑμῖν τοῦτο αὐτό, ἵνα μὴ ἐλθὼν λύπην ἔχω ἀφ᾿ ὧν ἔδει με χαίρειν, πεποιθὼς ἐπὶ πάντας ὑμᾶς ὅτι ἡ ἐμὴ χαρὰ πάντων ὑμῶν ἐστιν.  ἐκ γὰρ πολλῆς θλίψεως καὶ συνοχῆς καρδίας ἔγρα­ψα ὑμῖν διὰ πολλῶν δακρύ­ων, οὐχ ἵνα λυπηθῆτε, ἀλ­λὰ τὴν ἀγάπην ἵνα γνῶτε ἣν ἔχω περισσοτέρως εἰς ὑ­μᾶς.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ 

 Ἐκεῖνος λοιπόν πού δίνει τή βεβαιότητα καί σέ μᾶς καί σέ σᾶς, καί μᾶς στηρίζει νά μένουμε πιστοί καί ἀσά­λευτοι στό Χριστό καί πού μᾶς ἔχρισε μέ τή χάρη τοῦ Πνεύματός του, εἶναι ὁ Θεός. Αὐτός καί μᾶς σφράγισε ὡς δικούς του καί ἔδωσε στίς καρδιές μας τό Πνεῦμα του ὡς ἀρραβώνα καί ἀσφα­­­­­λή ἐγγύηση γιά τό ὅτι θά ἐκπληρώσει ὅλες τίς ὑπο­­­­­­­σχέσεις πού μᾶς δίνει μέ τό Εὐαγγέλιό του. Καί γιά νά ἐπανέλθω στό ζήτημα τοῦ ταξιδιοῦ μου, ἐπικαλοῦμαι τόν καρδιογνώστη Θεό νά δεῖ αὐτός τά βάθη τῆς ψυχῆς μου καί νά μαρτυρήσει ἄν εἶναι ἀλήθεια ὅτι δέν ἦλθα ἀκόμη στήν Κόρινθο ἐπειδή σᾶς λυποῦμαι καί δέν θέλω νά δοκιμάσετε τήν αὐστηρότητά μου. Καί δέν λέω τό τελευταῖο αὐτό ἐπειδή δῆθεν εἴμαστε κύριοι τῆς πίστεώς σας καί ἔχουμε ἐξουσία ἐπάνω σας σάν νά εἶστε δοῦλοι μας. Ἀντιθέτως εἴμαστε συνεργάτες τῆς χαρᾶς σας καί θέλουμε νά συντελοῦμε ὥστε νά αὐξάνει ἡ χαρά σας. Καί ἀποκλείεται ὁλότελα νά ἐξουσιάζουμε τήν πίστη σας, διότι ἐσεῖς στέκεστε καλά καί εἶστε στερεωμένοι στήν πίστη.
Καί τό ἀποφάσισα αὐτό καί γιά τόν ἑαυτό μου. Βρῆ­­­κα δηλαδή καλύτερο καί γιά τόν ἑαυτό μου νά μήν ἔλθω πάλι σέ σᾶς ἀναγκασμένος κι ἐγώ νά σᾶς προ­­­­ξε­νῶ λύπη μέ τούς ἐλέγχους μου, ἀλλά κι ἐσεῖς νά μοῦ προ­ξενεῖτε λύπη μέ τίς ἀταξίες πού θά βλέπω ἀνά­με­­σά σας.  Ὁπωσδήποτε λοιπόν ἤ ἐγώ ἤ ἐσεῖς θά αἰσθανόμασταν λύπη. Διότι, ἐάν ἐγώ μέ τούς ἐλέγχους μου προκαλῶ λύπη μετανοίας σέ σᾶς, ποιός ἄλλος μέ εὐφραίνει παρά ἐκεῖνος πού δέχεται τούς ἐλέγχους μου καί λυπᾶται ἀπό τίς δικές μου ἐπιτιμήσεις; Ἔτσι, ἐάν δέν λυπᾶμαι ἐγώ, θά λυπάστε ὅμως ἐσεῖς.  Καί σᾶς ἔγραψα ἀκριβῶς αὐτό σέ προηγούμενη ἐπι­­­στο­λή μου, γιά νά διορθώσετε στό μεταξύ τίς ἀταξίες, ὥστε, ὅταν ἔλθω στήν Κόρινθο, νά τά βρῶ ὅλα ἐντά­­ξει καί νά μή νιώσω λύπη ἀπό ἐκείνους πού ἔπρε­­πε νά μοῦ δώσουν χαρά. Ἄλλωστε ἡ λύπη μου θά λυποῦσε κι ἐσᾶς. Διότι ἔχω γιά ὅλους σας τήν πε­ποί­θη­ση ὅτι ἡ χαρά μου εἶναι χαρά ὅλων σας.  Καί μή νομίσετε ὅτι γιά τούς ἐλέγχους πού σᾶς ἔγρα­­ψα στήν ἐπιστολή μου ἐκείνη ἐγώ δέν ἔνιωσα καμία λύπη. Διότι σᾶς ἔγραψα πλημμυρισμένος ἀπό θλίψη καί στενοχώρια στήν καρδιά μου, μέ δάκρυα πολλά, ὄχι γιά νά λυπηθεῖτε, ἀλλά γιά νά γνωρίσετε τήν ὑπερβολική ἀγάπη πού ἔχω γιά σᾶς.

Η Αγάπη, η Γνώση και η Πίστη

 

Σχετική εικόνα

Η γνώση ως επακόλουθο της αγάπης. Η πίστη στην ανάσταση είναι ενέργεια που ανασταίνει. Η μνήμη του θανάτου.

’Άς είναι ευλογημένη η ώρα αυτή, κατά την οποία ο Κύριος μου δίνει τη χαρά της κοινωνίας μαζί σας. Ή σκέψη μου επικεντρώνεται στο ότι όλη η μέριμνα, όλη η ζωή και το είναι μας εκπηγάζουν από τον αιώνιο Θεό. 

Ή ίδια βέβαια η εμπειρία μάς δείχνει ότι ο Θεός εισακούει και απαντά στις προσευχές που Του προσφέρουμε. Είναι αλήθεια ότι Αυτός απαντά βραδύτερα απ’ ότι εμείς θά θέλαμε, αλλά δεν μπορούμε να Τον «διορθώσουμε». Στις στιγμές εκείνες πού έρχεται να μάς σώσει, αισθανόμαστε ασφαλώς τήν παρουσία Του. 

Και είναι χαρακτηριστική για μας η δίψα να Τον γνωρίσουμε και να Τον αγαπήσουμε. Όταν λέμε «να γνωρίσουμε και να αγαπήσουμε», είναι σχεδόν ένα και το αυτό, γιατί στήν αιωνιότητα η γνώση είναι επακόλουθο της αγάπης. Η Αγάπη λοιπόν είναι ο παράγοντας της ενώσεως με τον Θεό πού επικαλούμαστε. Έτσι, όλη η ζωή μας επάνω στή γη περνά με αυτό τον πόθο.

Η πραγματικότητα που μας περιβάλλει εναποθέτει επάνω μας όλο το βάρος της. Ή πραγματικότητα αυτή είναι φοβερής τάξεως. Ποτέ δεν παραμένει στάσιμη. Τίποτε δεν είναι ασάλευτο. Όλα μεταβάλλονται, ενώ εμείς πρέπει να αναζητάμε το αμετάθετο είναι.

Πώς είναι δυνατή η ανάσταση; Πού βρίσκεται η δύναμη εκείνη πού θά αναστήσει τη διαλελυμένη πλέον στον τάφο ζωή;

Οι Πατέρες μας συνέταξαν το Σύμβολο της Πίστεως πού αποτελεί χειραγωγό της ζωής μας. Γι’ αυτό και το επαναλαμβάνουμε κάθε ημέρα σε κάθε προσευχή: «Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα…». Από το Ευαγγέλιο γνωρίζουμε τί σημαίνει πίστη. Είναι ζωοποιός δύναμη, ικανή να δεχθεί τη ζωή, ακόμη και τότε πού ο άνθρωπος είναι συντετριμμένος από αρρώστιες ή από το βάρος της ηλικίας.

Και βλέπετε, οι Πατέρες επέλεξαν ως κατακλείδα στο Σύμβολο της Πίστεως τα λόγια: «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν τού μέλλοντος αιώνος». Σάς έχω ήδη μιλήσει γι’ αυτό, παρακινούμαι ωστόσο από τήν προσευχή κατ’επανάληψιν, γιά να στερεωθεί αυτό σε όλους μας.

Ζούμε με τον Θεό μας μέσα στον χρόνο• στήν κάθε ώρα της ζωής μας, σε κάθε έργο πού θά αρχίζαμε μέσα στις γήινες αυτές αλλαγές, στήν αστάθεια και τον κόπο. Εξαιτίας τού βάρους της θνητής φύσεώς μας, όταν ζούμε και μαθαίνουμε διαρκώς γιά τον θάνατο των κοντινών και των μακρινών γιά μάς ανθρώπων, κατά κάποια έννοια, διαρκώς διαλυόμαστε. Και πού βρίσκεται η δημιουργική εκείνη δύναμη; Θά έλεγε κανείς, αν ζούμε με τήν προσευχή, τότε πρέπει να αυξάνει διαρκώς μέσα μας η ενέργεια του Θείου Πνεύματος, της ασάλευτης Ζωής. Εμείς όμως δεν το αισθανόμαστε πάντοτε αυτό παρά μόνο κάποιες φορές, όταν δυναμώνει και βαθαίνει η προσευχή μας.

Να όμως, το Σύμβολο αρχίζει με τη λέξη «πιστεύω» και τελειώνει με λέξη άλλης τάξεως: «προσδοκώ» («προσδοκώ ανάστασιν νεκρών»). Έτσι λοιπόν, η πίστη μας μεταβαίνει ήδη σε πράξη άλλου επιπέδου. ’Όχι μόνο πιστεύω, άλλα και αναμένω. Αυτή η ίδια η αναμονή -«προσδοκώ ανάστασιν»- είναι ήδη ενέργεια, πού οπωσδήποτε και απαρέγκλιτα θά μάς αναστήσει.

Στις εκκλησιαστικές ακολουθίες γιά τούς κεκοιμημένους αναφέρεται η φράση «επ’ έλπίδι ζωής αιωνίου κεκοιμημένοι». Και είναι χαρακτηριστικό γιά τούς χριστιανούς να πεθαίνουν, προκειμένου να πραγματοποιήσουν εκείνο γιά το οποίο δημιουργηθήκαμε, δηλαδή ζωή όμοια με τη ζωή του ’Ίδιου του Θεού. 

Σάς κουράζω επαναλαμβάνοντας τα ίδια, αλλά δεν λυπάμαι γι’ αυτό, γιατί ελπίζω ότι η σταθερή και συνετή επανάληψη θά μάς δώσει να αισθανθούμε ότι αύτή ακριβώς η ενέργεια, πού ως εξουσία θά αναστήσει τούς νεκρούς, εκφράζεται στή λέξη «προσδοκώ». Έτσι, πραγματικά θά αποκτήσουμε με σύνεση μέσα μας τήν άκτιστη αυτή ενέργεια. «Άκτιστη» σημαίνει ότι κατά τη φύση της ανήκει στον αιώνιο Θεό και ότι η ίδια αποτελεί το αιώνιο Είναι. 

Στή θεωρία μας γιά τον Θεό όλα τα άκτιστα ανήκουν στο θείο επίπεδο, ενώ όλα τα κτιστά, μολονότι ανήκουν επίσης στον Θεό, κατατάσσονται στο επίπεδο της δημιουργίας. Και η δημιουργία αυτή αποτελεί διαδικασία πού εμείς ονομάζουμε χρόνο. Στήν τελική έκβαση της ζωής μας δεν θά υπάρχει πλέον χρόνος, και το περιεχόμενό της θά αλλάξει και θά γεμίσει με τήν ατελεύτητη δύναμη της ζωής του ’Ίδιου του Θεού. 

Στο Σύμβολο της Πίστεως γίνεται λόγος γιά τις ενέργειες εκείνες πού ανέλαβε ο Κύριος και Θεός μας χάριν της σωτηρίας μας «δι’ ημάς τούς ανθρώπους και διά τήν ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα έκ των ουρανών».

Βέβαια, η κατάσταση της καταπτώσεως των σωματικών δυνάμεων και λειτουργιών πού ονομάζεται «γήρας» με κάνει να σκέφτομαι τον θάνατο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι και εσείς πού είστε ακόμη νέοι δεν πρέπει να τον σκέφτεστε. Ψυχολογικά δεν ενδείκνυται να σκέφτεστε συνεχώς τον θάνατο, αλλά πνευματικά αυτό δεν είναι ορθό. 

Στήν εμπειρία των άγιων πατέρων ασκητών βλέπουμε συχνά αναφορά σε κάποιο ιδιαίτερο είδος χάριτος, πού ονομάζεται «μνήμη θανάτου». Αυτή λοιπόν μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και σε πολύ νέο άνθρωπο. Αλήθεια, αυτό γίνεται με τη χάρη, όταν ο Θεός δώσει να ζήσει κάποιος τήν εγγύτητα Του προς τον άνθρωπο.

Τότε τα λόγια αυτά γίνονται κατανοητά. Ή ζωή πού μάς περιβάλλει μάς πιέζει ακατάπαυστα και κατά κάποιον τρόπο θέλει να πνίξει μέσα μας τη μνήμη τού θανάτου. Και υπάρχουν πολλά πράγματα πού εμποδίζουν το πνεύμα μας να υψωθεί προς τον Θεό με καθαρή σκέψη γιά Εκείνον.

Ακόμη και οι καλύτερες διαθέσεις συναντούν φοβερή αντίσταση. Γι’ αυτό και σε μερικούς Πατέρες γεννήθηκε το αίσθημα ότι ο κόσμος αυτός είναι στενός σαν φιάλη. Ό Γκόγκολ τελειώνει ως εξής μία από τις διηγήσεις του: «Είναι ανιαρή η ζωή μας στον κόσμο αυτό, κύριοι». Αν όμως γνώριζε τον δικό μας χρόνο, τότε φαντάζομαι ότι θά έγραφε τα λόγια αυτά σε καθεμία από τις σελίδες του. Έγώ αισθάνομαι τον κόσμο αυτό στενό, σαν ένα «τσουβάλι με πέτρες». Έτσι ονομάζουν οι Ρώσοι τα κελιά της φυλακής του Πετροπαβλόβκ.

Ωστόσο όμως, η πιο βαθειά έπιθυμία μου είναι να θυμάστε τα λόγια: «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών».

Γιατί οι Πατέρες θεωρούν την απόγνωση ως αμαρτία και πάθος; Είναι μεγάλη αμαρτία να αρνηθεί κανείς εκείνο πού ο Θεός ετοίμασε γιά μάς. Έτσι λοιπόν, να μάς διαφυλάξει ο Θεός από την αμαρτία πού διαπράττουμε όταν λέμε: «Ώ, πόσο κουράστηκα από αυτή τη ζωή». Όταν όμως πραγματικά αναμένουμε την ανάσταση των νεκρών, τότε εκεί κρύβεται ενέργεια, δύναμη πού θά μάς αναστήσει…


Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος Σαχάρωφ

O ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΑΙ Η ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΟΥ ΕΛΙΣΑΒΕΤ

 


Άγιος Ζαχαρίας Προφήτης και Πατέρας Προδρόμου, Άγιος Αβδαίος Επίσκοπος

Την μνήμη του Αγίου Προφήτου Ζαχαρίου, πατρός Ιωάννου του Προδρόμου τιμά η εκκλησία μας στις 5 Σεπτεμβρίου. Ο Ζαχαρίας, πατέρας του Ιωάννη του Βαπτιστή, έζησε στα χρόνια του Ηρώδη, βασιλιά της Ιουδαίας. Κατά τη γνώμη του Χρυσοστόμου, καθώς και άλλων Πατέρων της Εκκλησίας, ο Ζαχαρίας δεν ήταν απλός Ιερέας, αλλά αρχιερέας που έμπαινε στα άγια των αγίων. Σύζυγο είχε την Ελισάβετ και δεν είχαν παιδί.
Κάποια μέρα λοιπόν, την ώρα του θυμιάματος μέσα στο θυσιαστήριο, είδε άγγελο Κυρίου που του ανήγγειλε ότι θα αποκτούσε γιο και θα ονομαζόταν Ιωάννης. Ο Ζαχαρίας σκίρτησε από χαρά, αλλά δυσπίστησε. Η γυναίκα του ήταν στείρα και γριά, πώς θα γινόταν αυτό που άκουγε; Τότε ο άγγελος του είπε ότι θα μείνει κωφάλαλος μέχρι να πραγματοποιηθεί η βουλή του Θεού.
Πράγματι, η Ελισάβετ συνέλαβε και έκανε γιο. Όταν θέλησαν να δώσουν όνομα στο παιδί, ο Ζαχαρίας έγραψε πάνω σε πινακίδιο το όνομα Ιωάννης. Αμέσως δε λύθηκε η γλώσσα του και όλοι μαζί δόξασαν το Θεό.
Βέβαια, η χάρη αυτή έγινε από το Θεό στο Ζαχαρία, διότι της ήταν «δίκαιος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πορευόμενος ἐν πάσαις ταὶς ἐντολαὶς καὶ δικαιώμασι τοῦ Κυρίου ἄμεμπτος» (Λουκά, α’ 6.). Ήταν, δηλαδή, δίκαιος μπροστά στο Θεό και ζούσε σύμφωνα με της της εντολές και τα παραγγέλματα του Κυρίου, άμεμπτος από κάθε σοβαρή ενοχή.
Απολυτίκιον
Ήχος δ’. Κατεπλάγη Ιωσήφ.
Ιερωσύνης στολισμόν, περιβαλλόμενος σοφέ, κατά τον νόμον του Θεού, ολοκαυτώματα δεκτά, ιεροπρεπώς προσενήνοχας Ζαχαρία· και γέγονας φωστήρ, και θεατής μυστικών, τα σύμβολα εν σοι, τα της χάριτος, φέρων εκδήλως πάνσοφε, και ξίφει αναιρεθείς εν τω ναώ του Θεού, Χριστού Προφήτα, συν τω Προδρόμω, πρέσβευε σωθήναι τας ψυχάς ημών.

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

Ολοκληρώθηκε το 10ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Σ.Ε. Νεότητος


sinedrio neotitos 11

Κατόπιν της από 4ης Ιουνίου 2026 Συνοδικής Αποφάσεως, η Συνοδική Επιτροπή επί της Χριστιανικής Αγωγής και της Νεότητος πραγματοποίησε  στο Συνεδριακό Κέντρο της Ιεράς Μητροπόλεως Περιστερίου, από την Τρίτη 1 έως την Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026, το 10ο Πανελλήνιο Συνέδριο Υπευθύνων Ιερέων Νεότητος και Στελεχών Νεότητος των Ιερών Μητροπόλεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, με θέμα: «Κατήχησις και Παιδαγωγική: από την μετάδοση της γνώσης στη βιωματική εμπειρία». 

Την Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου τελέσθηκε η ακολουθία του Αγιασμού από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Σιδηροκάστρου κ. Μακάριο, Πρόεδρο της Συνοδικής Επιτροπής επί της Χριστιανικής Αγωγής και της Νεότητος. Παρέστησαν ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Λαρίσης και Τυρνάβου κ. Ιερώνυμος και ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Αχελώου κ. Νήφων και περισσότεροι από 140 σύνεδροι, προερχόμενοι από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών και 60 Ιερές Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Μετά την τέλεση του Αγιασμού, ο Γραμματέας της Συνοδικής Επιτροπής, Αρχιμανδρίτης Πολύκαρπος Μπόγρης, καλωσόρισε τους Συνέδρους κάνοντας αναφορά στην προσπάθεια της Εκκλησίας της Ελλάδος για την συνεχή επιμόρφωση των στελεχών της Νεότητος, καθώς διακονούν ως άλλο ιερό θυσιαστήριο την κατήχηση, η οποία καλείται όχι απλώς να μεταδώσει γνώση, αλλά να δημιουργήσει μετοχή και εμπειρία στη ζωή του Χριστού. 

Ακολούθως, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σιδηροκάστρου κ. Μακάριος, Πρόεδρος της Συνοδικής Επιτροπής επί της Χριστιανικής Αγωγής και της Νεότητος, αφού μετέφερε τις ευχές του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, ευχαρίστησε από καρδιάς τους συνέδρους για τη συμμετοχή και τη συμβολή τους στο νεανικό έργο της Εκκλησίας, τόσο μέσα από τις πρωτοβουλίες της Συνοδικής Επιτροπής, όσο και στις κατά τόπους Ιερές Μητροπόλεις. Αναφέρθηκε με ιδιαίτερη εκτίμηση στην ενεργό και κοπιώδη διακονία τους, χαρακτηρίζοντάς τους φίλους, αδελφούς και συνεργάτες «στα καλά και ωφέλιμα έργα τοις ανθρώποις». Τονίζοντας ιδιαίτερα τον αμφίδρομο χαρακτήρα του Συνεδρίου, είπε προς τους συμμετέχοντες: «Έρχεστε για να μάθετε, να διδαχθείτε, να εξειδικευθείτε. Έρχεστε όμως και για να μας διδάξετε, καταθέτοντας τις απόψεις σας και τη γνώση που έχετε αποκτήσει από τη συνεχή ενασχόλησή σας με το έργο της Νεότητας». 

Αναφερόμενος ειδικότερα στο θέμα του φετινού Συνεδρίου, «Κατήχησις και Παιδαγωγική: από τη μετάδοση της γνώσης στη βιωματική εμπειρία», ο Σεβασμιώτατος εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι η κεντρική εισήγηση θα θέσει τις βασικές αρχές του θέματος, οι οποίες θα διευρυνθούν μέσα από τις τοποθετήσεις και την ενεργό συμμετοχή των συνέδρων. Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε και στα βιωματικά εργαστήρια, μέσα από τα οποία προσεγγίζονται στην πράξη επιμέρους πεδία, όπως η δημιουργική έκφραση και η αισθητική αγωγή, οι καλλιτεχνικές κατασκευές, η μουσική, το βιβλίο, το τραγούδι, το παιχνίδι και η χρήση των σύγχρονων τεχνολογιών. Συνοψίζοντας δε το πνεύμα μέσα στο οποίο καλείται να αναπτυχθεί η κατηχητική και παιδαγωγική διακονία, παρέπεμψε στους βιβλικούς λόγους, «οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα» και «πίστις ἄνευ ἔργων νεκρά ἐστιν», αναδεικνύοντας τη σύνδεση της πίστεως και της διδασκαλίας με την πράξη και το προσωπικό βίωμα. 

Τέλος, ο Σεβασμιώτατος κ. Μακάριος εξέφρασε τις ευχαριστίες και την ευγνωμοσύνη του προς όλους όσοι συμβάλλουν στην πραγματοποίηση του Συνεδρίου και ιδιαιτέρως προς τον φιλοξενούντα Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Περιστερίου κ. Γρηγόριο και τους κληρικούς και λαϊκούς συνεργάτες του για την ουσιαστική προσφορά τους.

Ακολούθως, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περιστερίου κ. Γρηγόριος καλωσόρισε με ιδιαίτερη χαρά τους συνέδρους στην Τοπική Εκκλησία του Περιστερίου. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη χρονική συγκυρία της έναρξης των εργασιών, η οποία συμπίπτει με την αρχή της Ινδίκτου και του νέου εκκλησιαστικού έτους, επισημαίνοντας ότι αποτελεί πάντοτε ευκαιρία για «εν Χριστώ προβληματισμό». Παράλληλα παρουσίασε τους Αγίους ως τους κατεξοχήν Παιδαγωγούς και Κατηχητές της Εκκλησίας και ως «φωτοπαρόχους οδοδείκτες» της χριστιανικής πορείας μέσα στον κόσμο.

Ολοκληρώνοντας τον χαιρετισμό του, ο Μητροπολίτης Περιστερίου ευχήθηκε καλή έκβαση των εργασιών και τα συμπεράσματα του Συνεδρίου να είναι «εμπειρικά, βιωματικά και πρακτικά», ώστε, ως πνευματικοί σπόροι, να ανθοφορήσουν και να καρποφορήσουν στους τόπους διακονίας των συνέδρων.

Μετά τους χαιρετισμούς παρουσιάσθηκε η κεντρική εισήγηση του Συνεδρίου από τον Ελλογιμώτατο κ. ΜάριοΚουκουνάρα-Λιάγκη Αναπληρωτή Καθηγητή στο Τμήμα Θεολογίας του ΕΚΠΑ, με θέμα: Κατήχησις και Παιδαγωγική: από την μετάδοση της γνώσης στη βιωματική εμπειρία».

Την Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου οργανώθηκαν στους χώρους του Συνεδριακού Κέντρου εννέα Κατηχητικά Εργαστήρια.

Την Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε η καταληκτήρια συνάντηση στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Αθηνών και στο Μουσείο του, καθώς επίσης και στο Αρχοντικό της Αγίας Φιλοθέης της Αθηναίας. Ακολούθως οι Σύνεδροι μετέβησαν στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών, όπου συνάντησαν τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο, ο οποίος τους είπε: «Σας καλωσορίζω με ιδιαίτερη χαρά και αγάπη. Η παρουσία σας εδώ μου δίνει την ευκαιρία να σας ευχαριστήσω για ένα έργο που δεν είναι ούτε εύκολο ούτε πάντοτε ορατό, είναι όμως εξαιρετικά σημαντικό: για την προσπάθειά σας να βρίσκεστε κοντά στους νέους ανθρώπους, να ακούτε τις αγωνίες τους, να συμμερίζεστε τους προβληματισμούς τους και, κυρίως, να τους φανερώνετε με τη ζωή και το παράδειγμά σας το πρόσωπο μιας Εκκλησίας που αγαπά, κατανοεί και αγκαλιάζει.

Συχνά ακούμε ότι οι νέοι απομακρύνονται από την Εκκλησία. Θα ήθελα, όμως, να είμαστε προσεκτικοί σε αυτή τη διαπίστωση. Ίσως, πριν αναρωτηθούμε γιατί οι νέοι απομακρύνονται από εμάς, χρειάζεται να αναρωτηθούμε εάν εμείς κατορθώνουμε να πλησιάσουμε πραγματικά εκείνους. Εάν γνωρίζουμε τον κόσμο τους, εάν ακούμε τις ερωτήσεις τους χωρίς να έχουμε έτοιμη από πριν την απάντηση, εάν μπορούμε να δεχθούμε ακόμη και την αμφισβήτησή τους χωρίς φόβο και χωρίς διάθεση κατακρίσεως.

Ο νέος άνθρωπος σήμερα ζει μέσα σε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από εκείνον στον οποίο μεγαλώσαμε πολλοί από εμάς. Η τεχνολογία και τα μέσα κοινωνικής δικτυώσεως έχουν μεταβάλει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνεί, ενημερώνεται, δημιουργεί σχέσεις και αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τον κόσμο. Έχει μπροστά του απεριόριστες δυνατότητες και, συγχρόνως, βιώνει συχνά μεγάλη ανασφάλεια και μοναξιά. Δέχεται καθημερινά χιλιάδες πληροφορίες, αλλά δυσκολεύεται να διακρίνει ποια από αυτές έχει πραγματικό νόημα. Επικοινωνεί συνεχώς, αλλά πολλές φορές αναζητεί έναν άνθρωπο που απλώς θα καθίσει δίπλα του και θα τον ακούσει.

Εδώ βρίσκεται, πιστεύω, μία από τις μεγάλες ευθύνες της Εκκλησίας μας. Δεν καλούμαστε να ανταγωνιστούμε τον κόσμο ούτε να φοβηθούμε την εποχή μας. Καλούμαστε να συναντήσουμε τον άνθρωπο της εποχής μας. Και ιδιαίτερα τον νέο άνθρωπο. Όχι για να του επιβάλουμε έναν τρόπο ζωής, αλλά για να του δείξουμε ότι υπάρχει ένας άλλος τρόπος να βλέπει τον εαυτό του, τον συνάνθρωπο και τη ζωή· ο τρόπος της ελευθερίας, της αγάπης, της κοινωνίας και της ελπίδας που μας φανερώνει ο Χριστός.

Γι’ αυτό και το έργο σας δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στη διοργάνωση εκδηλώσεων, κατηχητικών συνάξεων, κατασκηνώσεων ή άλλων δραστηριοτήτων, όσο σημαντικές και αν είναι όλες αυτές. Η ποιμαντική της νεότητος είναι πρώτιστα ποιμαντική της σχέσεως. Ο νέος χρειάζεται να γνωρίζει ότι υπάρχει στην Εκκλησία ένας άνθρωπος στον οποίο μπορεί να μιλήσει ελεύθερα, χωρίς να φοβάται ότι θα κριθεί· ένας άνθρωπος που θα ακούσει ακόμη και τη διαφωνία του, ακόμη και την άρνησή του, και θα εξακολουθήσει να τον αγαπά και να τον περιμένει.

Ας μην ξεχνούμε ακόμη κάτι πολύ σημαντικό: οι νέοι διαθέτουν ένα εξαιρετικά ευαίσθητο κριτήριο αυθεντικότητας. Μπορούν να συγχωρήσουν πολλά, δύσκολα όμως συγχωρούν την αναντιστοιχία λόγων και πράξεων. Γι’ αυτό το ισχυρότερο κατηχητικό μέσο της Εκκλησίας δεν υπήρξε ποτέ μόνο ο λόγος. Ήταν και παραμένει το παράδειγμα. Ένας κληρικός, ένας κατηχητής, ένα στέλεχος που σέβεται, που ακούει, που δεν προσποιείται ότι γνωρίζει τα πάντα, που μπορεί ακόμη και να πει «δεν γνωρίζω», αλλά παραμένει δίπλα στον νέο με αγάπη, μπορεί να κάνει πολύ περισσότερα από πολλές ομιλίες.

Η Σύναξη αυτών των ημερών έμαθα ότι αποτέλεσε όχι μόνο ευκαιρία ανταλλαγής εμπειριών και καλών πρακτικών μεταξύ των Ιερών Μητροπόλεων, αλλά και αφορμή για έναν ειλικρινή προβληματισμό: Πού βρίσκονται σήμερα οι νέοι μας; Τι τους απασχολεί; Τι περιμένουν από την Εκκλησία; Και, κυρίως, είμαστε πραγματικά έτοιμοι να τους ακούσουμε;

Δεν χρειάζεται να φοβόμαστε τις ερωτήσεις των νέων. Ούτε τις αμφιβολίες τους. Εκείνο που πρέπει να μας προβληματίζει είναι η στιγμή κατά την οποία ο νέος δεν θεωρεί πλέον ότι αξίζει να απευθύνει τις ερωτήσεις του στην Εκκλησία. Καθήκον μας είναι να κρατήσουμε αυτή την πόρτα ανοικτή. Να αισθάνεται κάθε νέος άνθρωπος ότι, όποια κι αν είναι η πορεία του, μέσα στην Εκκλησία υπάρχει πάντοτε χώρος γι’ αυτόν.

Σας ευχαριστώ, λοιπόν, για την προσφορά σας και για τον κόπο σας. Σας παρακαλώ να συνεχίσετε το έργο σας με υπομονή, διάκριση και, πάνω απ’ όλα, αγάπη. Να πλησιάζετε τους νέους όχι μόνο για να τους μιλήσετε για τον Χριστό, αλλά πρώτα για να τους ακούσετε, να τους γνωρίσετε και να περπατήσετε μαζί τους.

Γιατί ίσως αυτό που περισσότερο χρειάζεται ο νέος άνθρωπος σήμερα δεν είναι κάποιον που θα του δείξει από μακριά τον δρόμο, αλλά κάποιον που θα θελήσει να τον περπατήσει μαζί του.

Εύχομαι ο Θεός να  σας ευλογεί, να φωτίζει τις εργασίες και τις συζητήσεις σας και να ενισχύει καθημερινά την πολύτιμη διακονία σας προς τη νεότητα της Εκκλησίας και της πατρίδος μας».

sinedrio neotitos 1

sinedrio neotitos 2

sinedrio neotitos 3

sinedrio neotitos 4

sinedrio neotitos 5

sinedrio neotitos 6

sinedrio neotitos 7

sinedrio neotitos 8

sinedrio neotitos 9

sinedrio neotitos 10

sinedrio neotitos 12

sinedrio neotitos 13

sinedrio neotitos 14

sinedrio neotitos 15

sinedrio neotitos 16

sinedrio neotitos 17


Μην τραβάς το λουλούδι για να μεγαλώσει πιο γρήγορα»

 Σταφύλι: Το φρούτο με τις 12 θεραπευτικές ιδιότητες | ΣΚΑΪ

«Μην τραβάς το λουλούδι για να μεγαλώσει πιο γρήγορα»
Έχουμε μάθει να θέλουμε τα πάντα τώρα.
Μια απάντηση τώρα.
Μια λύση τώρα.
Μια αλλαγή τώρα.
Ένα αποτέλεσμα τώρα.
Κι όταν κάτι αργεί, αρχίζουμε να πιστεύουμε ότι κάτι πάει στραβά.
Όμως υπάρχουν πράγματα που δεν καθυστερούν , ωριμάζουν.
Ένας σπόρος κάτω από το χώμα μοιάζει ακίνητος.
Κι όμως, εκεί που κανείς δεν βλέπει, ετοιμάζεται να βγει στο φως.
Έτσι είναι και κάποιες περίοδοι της ζωής μας.
Δεν φαίνεται να προχωρά τίποτα.
Δεν έχουμε ακόμη την απάντηση που περιμένουμε.
Δεν βλέπουμε αποτέλεσμα.
Κι όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι μείναμε στάσιμοι.
Υπομονή δεν είναι να κάθεσαι και να περιμένεις.
Είναι να συνεχίζεις χωρίς να καταστρέφεις, από ανυπομονησία, αυτό που χρειάζεται χρόνο για να γίνει όμορφο.
Μην τραβάς λοιπόν το λουλούδι για να μεγαλώσει πιο γρήγορα.
Πότισέ το.
Φρόντισέ το.
Και δώσ’ του χρόνο.
Ίσως αυτό που περιμένεις δεν αργεί.

Σήμερα κοιτάζουμε να αγιάσουμε χωρίς κόπo.

 

Είπε πάλι. Όσο περισσότερο κοπιάζεις, τόσο περισσότερη χάριν και χαρά απολαμβάνεις. Και συνέχισε.

1. Μπορούσε να πληρώσει την καρδιά μας ο με τόση μακαριότητα και αγάπη και θείον έρωτα, ώστε να πέσουμε κάτω, μην αντέχοντας αυτήν. Αλλά τότε θα εγκαταλείψουμε τα μοναστήρια και θα κλεινόμασταν στα σπήλαια.
2. Οι κοσμικοί θα εγκατέλειπαν τις υποθέσεις τους και τις φροντίδες τις οικογένειας και τα παιδία τους. Για αυτό ο Θεός που είναι αγάπη, δεν μας πληροί με τέτοια αγάπη και θεία μακαριότητα.
3. Είναι βαρεία η καλογερική ; Ρώτησαν κάποιον σοφό μοναχό.
Δεν είναι βαριά. Έρχεται καιρός που, όταν λησμονήσεις τον εαυτό σου, βλέπεις ότι είναι το πιο ανάλαφρο φορτίο – είπε.
4. Είπε ένας ερημίτης. Αν όσα χρωστάς σ` αυτήν την ζωή τα ξεπληρώσεις τότε σώζεσαι. Αν φας όμως και καμία παραπάνω, παίρνεις και κανένα φράγκο παραπάνω. Αν φάει κάποιος ξύλο άδικα, τότε έχει καθαρό μισθό. Πολλές φορές δηλαδή, ανθρώπους με πολλή καλή ζωή συμβαίνει να τους βρίσκουν τα χειρότερα. Εάν ο Θεός επιτρέπει, γιατί επιτρέπει;
Ας φέρω ένα καλό παράδειγμα.
Είναι μια πολλή καλή οικογένεια. Και ο άνδρας πολύ καλός και η γυναίκα πολύ καλή και τα παιδάκια πολύ καλά. Όλοι εκκλησιάζονται, κοινωνούν κ.λ.π.
Για μια στιγμή περνά ένας μεθυσμένος ή τρελός, χτυπάει την οικογενειάρχη και τον σκοτώνει.
Στα καλά καθούμενα. Μετά, όσοι άνθρωποι είναι απομακρυσμένοι από τον Θεό, λένε.
Για δες τον. Βλέπετε; Πηγαίνει με το σταυρό στο χέρι για αυτό το έπαθε.

Αυτό είναι αναίδεια. Επιτρέπει ο Θεός να παθαίνουν και άνθρωποι χωρίς να φταίνε καθόλου, για να δίνει την ευκαιρία στους τελείους αναιδείς να λένε, ότι είπε και ο καλός ληστής.
Τι βλέπουμε στους δυο ληστές; Ο ένας έβρισε τον Χριστό, αν είσαι Θεός κατέβα κάτω κ.λ.π. λέει ο άλλος. Δεν φοβάσαι τον Θεό; Εμείς δικαίως ταλαιπωρούμαστε. Ο άνθρωπος δεν έκανε τίποτα. Δεν φοβάσαι τον Θεό;

Δηλαδή, για να δώσει ο Θεός την ευκαιρία στους αναιδείς να συνέλθουν, επιτρέπει να πάθουν μερικοί, χωρίς να φταίνε.
Ενώ αυτοί που παθαίνουν, μπορεί να είναι τα πιο αγαπημένα παιδία του Θεού.
Στο παράδεισο ο Θεός πιστεύω δεν θα τους πει. Καθίστε σε αυτήν τη θέση. Αλλά διαλέξτε τον καλύτερο τόπο. Καταλάβατε; Έτσι είναι. Με το να ζητάμε το δίκαιο μας τα χάνουμε όλα.
Χάνουμε και την ειρήνη μας, Χάνουμε και τον μισθό μας.
5. Ρώτησε κάποιος ένα γέροντα, πόσα χρόνια έχει στο Άγιο Όρος και του απάντησε.
Χρόνια πολλά έχω, προκοπή δεν έχω. Και τα τσακάλια στην έρημο ζουν, αλλά τσακάλια μένουν.
6. Είπε γέρων. Όσο πνευματικότερος είναι ο άνθρωπος, τόσο λιγότερα δικαιώματα ζητάει από αυτήν την ζωή.
7. Συμβούλευε ένα φωτισμένος μοναχός. Να έχεις αγάπη προς όλους, αλλά ιδιαίτερες σχέσεις με κανένα.
8. Έλεγε ο γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής.
Ο κυριότερος σκοπός του διαβόλου είναι να κτυπήσει την πίστη και έτσι να ρεζιλέψει τον ανθρωπο ως προδότη και αρνητή.
9. Μου είπε κάποτε προ ετών ο σεβαστός γέρων Γεράσιμος ο Υμνογράφος. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέει ότι το μόνο το οποίο αδυνατεί να πράξει ο Παντοδύναμος Θεός είναι το να ενωθεί με τον ακάθαρτο άνθρωπο. Σε αυτό αδυνατεί.
10. Έλεγε σε εμάς ο γέρων Μόδεστος ο Κωνσταμονίτης. Έχετε την εκούσια τύφλωση. Μην βλέπετε τα σφάλματα των άλλων.
11. Eίπε γέρων. Το θέμα της σωτήριας μας δεν είναι θέμα ευκαιρίας ή σύμπτωσης, αλλά θέμα εργασίας και βίας. «Βιασταί αρπάζουσιν την Βασιλεία των Ουρανών».

Ὁ Ὄλετ, ὁ κοκκινολαίμης

 


(Τό παρακάτω κείμενο εἶναι γράμμα τοῦ ὁσίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτη ποὺ ἔστειλε στὶς μοναχές τοῦ Ἡσυχαστηρίου Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, Σουρωτῆς Θeσσαλονίκης.

Διαβάζοντάς το κανεὶς νιώθει ὅτι ἀκούει ἱστορία ἀπὸ ἀρχαῖο σιναϊτικὸ Γεροντικὸ ἢ ὅτι βρίσκεται σὲ μιὰ γωνιὰ τοῦ Παραδείσου πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση τῶν Πρωτοπλάστων).

Στὸ τελευταῖο σας γράμμα (οἱ ἀδελφές τοῦ Ἡσυχαστηρίου στὶς ὁποῖες καὶ ἀπευθύνεται τοῦ εἶχαν στείλει σχετικὴ ἐπιστολή) μοῦ εἴχατε στείλει μία εἰκόνα τοῦ Ἀδὰμ καὶ τὰ ζῶα στὸν Παράδεισο.

Σκέφθηκα λοιπὸν νὰ σᾶς στείλω κι ἐγὼ μὲ τὴ σειρά μου ζωγραφισμένο ἕνα πουλί, τὸν πιὸ στενό μου φίλο, γιατί, ἂν σᾶς ἔστελνα ζωγραφισμένο ἕνα φίδι, νομίζω, θὰ σᾶς ἔπιανε φόβος.

Τὸν ἔχω ὀνομάσει Ὄλετ, ποὺ σημαίνει στὰ ἀραβικὰ «παιδί». Μένει στὸ ραχώνι, πεντακόσια μέτρα μακριὰ ἀπὸ τὸ Καλύβι μου. Κάθε μέρα τοῦ πηγαίνω καλούδια καὶ φιλεύματα.

Μόλις τοῦ δίνω κάτι νὰ φάει, παίρνει λίγο καὶ φεύγει. Ἐγὼ τὸ φωνάζω νὰ ἔρθει, ἀλλὰ αὐτὸ φεύγει καὶ σὲ λίγο ἔρχεται κρυφὰ ἀπὸ πίσω καὶ κρύβεται κάτω ἀπὸ τὴ ζακέτα μου.

Ὅταν πάω νὰ φύγω, μὲ ξεπροβοδίζει σὲ ἀπόσταση ἑκατὸ μέτρων περίπου, κι ἐγὼ γιὰ νὰ μὴ συνεχίσει νὰ ἔρχεται ἀπὸ πίσω μου καὶ κουρασθεῖ, τοῦ ἀφήνω κανένα γιὰ νὰ ἀπασχοληθεῖ, καὶ
φεύγω γρήγορα, γιὰ νὰ μὲ χάσει.

Τώρα τελευταία ἄφησε τὴν ἄσκηση καὶ ζητάει καλοπέραση!…

Οὔτε σπασμένο ρύζι τρώει οὔτε βρεγμένο παξιμάδι, ἀλλὰ μόνο σκουληκάκια, ποὺ θέλει νὰ τὰ βάζω στὸ …πιάτο -στὴν χούφτα μου- καὶ νὰ ἀνεβαίνει ἐκεῖ νὰ τρώει. Πρόοδος!

Εἶναι μέρες ποὺ πανηγυρίζω μὲ τὸν Ὄλετ καὶ τὴν συντροφιά του. Μπορεῖ νὰ πεῖ κανείς: «Γιατί κάνεις ἐξαιρέσεις στὸν Ὄλετ; Γιατί δὲν κάνεις τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὰ ἄλλα πουλάκια;»

Ἀπαντῶ: «Ὅταν φωνάζω τὸν Ὄλετ νὰ ἔρθει, φέρνει μαζί του καὶ ἄλλα πουλιά, φίλους του, τὰ ὁποῖα τρέχουν ἀμέσως στὸ φαΐ, ἐνῶ ὁ Ὄλετ ἔρχεται ἀπὸ ὑπακοὴ καὶ ἀπὸ ἀγάπη.

Ἀκόμη καὶ ὅταν εἶναι νηστικός, κάθεται ἀρκετὴ ὥρα μαζί μου καὶ ξεχνάει τὸ φαγητό∙ ἐγὼ τοῦ τὸ θυμίζω.

Καὶ τώρα ποὺ καλοσύνεψε ὁ καιρὸς καὶ βρίσκει ζουζούνια νὰ φάει, τὸ φωνάζω, πάλι ἔρχεται, γιὰ τὴν ὑπακοή, ἐνῶ εἶναι χορτάτο καὶ δὲν τὸ ἀναγκάζει ἡ πείνα.

Ε, πῶς νὰ μὴν τὸ χαίρεσαι περισσότερο ἀπὸ τὰ ἄλλα πουλιὰ αὐτὸ τὸ φιλότιμο πουλάκι;».

Πολλὲς φορές μοῦ ἔρχεται ἀπὸ τὴν πολλή μου ἀγάπη νὰ τὸ σφίξω μέσα στὴ φούχτα μου, ἀλλὰ φοβᾶμαι μή πως κάνω σὰν τὴν μαϊμοὺ ποὺ ἀπὸ ἀγάπη σφίγγει τὰ παιδιά της καὶ τελικά τά πνίγει.

Γι’ αὐτὸ σφίγγω τὴν καρδιά μου καὶ τὸ χαίρομαι ἀπὸ μακριά, γιὰ νὰ μὴν τὸ βλάψω.

Μιὰ μέρα ἄργησα νὰ πάω στὸ ραχώνι καὶ ὁ Ὄλετ, ἐπειδὴ φυσοῦσε πολύ, εἶχε λουφάξει ἀπὸ νωρίς.

Ἄφησα τὸ φαγητό του καὶ ἔφυγα, χωρὶς νὰ τὸν δῶ. Τὴν ἄλλη μέρα ξεκίνησα νὰ πάω πολὺ νωρίς, γιατί ἀνησυχοῦσα μήπως τὸ ἔφαγε κανένα γεράκι.

Αὐτό, ὅταν εἶδε τὸ φαγητὸ ποὺ τοῦ εἶχα ἀφήσει ἀποβραδίς, «τὸ πείραξε ὁ λογισμὸς» καὶ κατέβηκε στὰ μισά τοῦ δρόμου καὶ μὲ περίμενε. Ὅταν μὲ εἶδε, ἔκανε σὰν τρελὸ ἀπὸ τὴν χαρά του.

Τοῦ ἔδινα νὰ φάει, ἀλλὰ αὐτὸ περισσότερο ἤθελε συντροφιὰ παρὰ φαγητό. Τὸ θαυμάζω γιὰ τὴν ἄσκησή του καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη ποὺ ἔχει, καθὼς καὶ γιὰ τὴν εὐγνωμοσύνη του.

Εὔχεσθε νὰ μιμηθῶ τὶς ἀρετές του.

Πιστεύω νὰ μὴν ἔχετε παράπονο∙ σᾶς τὰ εἶπα ὅλα, χωρὶς νὰ πάρω τὴν συγκατάθεση τοῦ Ὄλετ. Ἐλπίζω νὰ μὴν τὸν στενοχωρήσω, μιὰ ποὺ δὲν θὰ γίνουν γνωστὰ ἔξω… Ἔχετε τοὺς χαιρετισμοὺς τοὺς δικούς του καὶ τοὺς δικούς μου τοὺς πολλούς.

Στὸ Καλύβι μου ὄχι μόνον τὰ πετούμενα πουλάκια ἀλλὰ ὅλα τά ζῶα ποὺ ἔρχονται ἐκεῖ -τσακάλια, λαγοί, νυφίτσες, χελῶνες, σαῦρες, φίδια- χορταίνουν ἀπὸ τὴν ὑπερχείλιση τῆς ἀγάπης μου καὶ χορταίνω κι ἐγώ, ὅταν χορταίνουν αὐτά, καὶ ὅλοι μαζί, «τὰ θηρία καὶ πάντα τά κτήνη, ἑρπετὰ καὶ πετεινὰ πτερωτά», «αἰνοῦμεν εὐλογοῦμεν καὶ προσκυνοῦμεν τὸν Κύριον».

O ΑΓΙΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΜΩΥΣΗΣ Ο ΘΕΟΠΤΗΣ

   


Τη μνήμη του Αγίου Προφήτου Μωυσέως, του Θεόπτη τιμά σήμερα, 4 Σεπτεμβρίου, η Εκκλησία μας. Ο Προφήτης και Θεόπτης Μωυσής, υπολογίζεται ότι γεννήθηκε στην Αίγυπτο το 1569 π.χ. Ο πατέρας του ήταν Εβραίος, ονομαζόταν Άβραμ (ή Αμράμ) και καταγόταν από τη φυλή του Λευί και η μητέρα του Ιωχαβέδ. Όταν ο Φαραώ διέταξε να σφάξουν τα νήπια των Εβραίων η μητέρα του τον έβαλε σ’ ένα κιβώτιο και τον άφησε στις όχθες του Νείλου εγκαταλείποντας το στην θεία πρόνοια.
Το βρέφος το βρήκε η κόρη του Φαραώ Θέρμουθιν (ή Mέρις ή Mέρρινα), η οποία το υιοθέτησε και του έδωσε το όνομα Μωυσής, που σημαίνει «σεσωσμένος από τα ύδατα». Ανατράφηκε ως γνήσιος υιός της πριγκίπισσας και έμαθε όλη την σοφία και την γνώσι των Αιγυπτίων, χωρίς εν τούτοις να αποξενωθεί από την πίστη των πατέρων του και την αγάπη προς το έθνος του.
Όταν ήταν σαράντα χρονών σκότωσε κάποιον Αιγύπτιο, που είχε επιτεθεί εναντίον ενός Ισραηλίτη και για να σωθεί κατέφυγε στη γη Μαδιάμ, όπου έγινε βοσκός. Εκεί παντρεύτηκε την Σαπφώρα, θυγατέρα του Iοθόρ, και απέκτησε δύο γιους, τον Γηρσάμ, που σημαίνει «είμαι πάροικος σε ξένη γη», και τον Ελιέζερ, που σημαίνει «ο Θεός βοηθός». Κατά την πολυχρόνιο εξορία του μακριά από τον λαό του ο Μωυσής, ενώ έβοσκε τα πρόβατα του πεθερού του στην ησυχία των βουνών και της ερήμου, καταρτιζόταν στην αποστολή για την οποία τον προόριζε ο Θεός, να ποιμάνει το λογικό Του ποίμνιο. Συγχρόνως καθάριζε την καρδιά και τον νου του με την προσευχή και την συνεχή αδολεσχία του Θεού.
Μια ήμερα, ύστερα από σαράντα χρόνια ξενιτιάς στην Μαδιάμ, όπως έβοσκε τα πρόβατα στο όρος Χωρήβ, του φανερώθηκε ο Θεός υπό μορφήν πυρός, εξερχόμενου μέσα από μία βάτο, η οποία φλεγόταν αλλά δεν καιγόταν. Με την θεοφάνεια αύτη, η οποία προεικόνιζε το μέγα μυστήριο του παρθενικού τοκετού και της εν σαρκί ελεύσεως του Σωτήρος, ο Θεός κάλεσε τον Μωυσή να επιστρέψει στην Αίγυπτο, για να ελευθέρωση τον λαό του από την πικρή δουλεία και να τον επαναφέρει στην γη των πατέρων του.
Επειδή αυτός ήταν βραδύγλωσσος και δίσταζε να αναλάβει το έργο, του έδωσε ως βοηθό και διερμηνέα τον αδελφό του Ααρών. Παρουσιάσθηκαν λοιπόν μαζί στον Φαραώ και του ζήτησαν να επιτρέψει στους Ισραηλίτες να λατρεύσουν τον θεό τους στην έρημο. Κατά θεία παραχώρηση η υπερήφανη καρδιά του Φαραώ σκληρύνθηκε και δεν τους άφηνε να φύγουν. Τους κράτησε να εργάζονται ως δούλοι στις μεγάλες οικοδομικές εργασίες, πού είχε επιχειρήσει η ματαιοδοξία του.
Τότε ο Κύριος διά μέσου του Μωυσή κτύπησε την Αίγυπτο με δέκα φοβερές πληγές. Ταπεινωμένος από την δύναμη του θεού του Ισραήλ ο Φαραώ εξαναγκάσθηκε να τους αφήσει να φύγουν. Μαζί τους πήραν τα οστά του Ιωσήφ και πολλά χρυσά και αργυρά σκεύη, που τους έδωσαν οι Αιγύπτιοι. Στην πορεία τους ο θεός τους οδηγούσε την μεν ήμερα με στύλο νεφέλης την δε νύκτα με στύλο πυρός. Μετά την αναχώρηση τους ο Φαραώ άλλαξε πάλι γνώμη και στράφηκε με όλα του τα άρματα προς καταδίωξη τους. Το αιγυπτιακό ιππικό βρήκε τους Ισραηλίτες στρατοπεδευμένους στην ακτή της Ερυθράς θαλάσσης. Ο Μωυσής κατ’ εντολή του θεού χτύπησε τα νερά της με το ραβδί του και τα διαχώρισε στα δύο. Έτσι, οι Ισραηλίτες διέβησαν «διά ξηράς εν μέσω της θαλάσσης». Όταν εξήλθαν όλοι στην στεριά, σήκωσε το ραβδί του πάνω από τα ύδατα και τα επανέφερε στην φυσική τους θέση, καταποντίζοντας όλα τα άρματα του Φαραώ που τους ακολουθούσαν.
Αμέσως μετά την θαυμαστή σωτηρία τους ο Μωυσής συνέθεσε την ευχαριστήριο προς τον θεό ωδή, «ᾄσωμεν τῷ Κυρίῳ, ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται· ἵππον καὶ ἀναβάτην ἔρριψεν εἰς θάλασσαν, βοηθὸς καὶ σκεπαστὴς ἐγένετό μοι εἰς σωτηρίαν· οὗτός μου Θεός, καὶ δοξάσω αὐτόν, Θεὸς τοῦ πατρός μου, καὶ ὑψώσω αὐτόν» (Έξ. 15, 1-2), που έψαλε όλος ο λαός στην παραλία με τύμπανα, χωρισμένος σε δύο χορούς, ένα των ανδρών με επί κεφαλής τον Μωυσή και ένα των γυναικών με επί κεφαλής την αδελφή του Μαριάμ.
Στην έρημο από την Ερυθρά θάλασσα ως το Σινά, παρά τους συνεχείς γογγυσμούς τους, ο Θεός με έκτακτες θαυματουργίες τους έδειχνε την παρουσία του και την στοργική του προστασία μέσω του δούλου του Μωυσέως. Στην Μερρά γλύκανε τα πικρά νερά, για να ανακούφιση την δίψα τους. Στην έρημο Σίν χάρις στην προσευχή του Μωυσέως έστειλε το μάννα, που ποίκιλλε στην γεύση ανάλογα με την επιθυμία του καθενός. Τέλος, στην βραχώδη Ραφιδείν, κοντά στο Σινά, όταν ο γογγυστής λαός εξ αιτίας της δίψας παρά λίγο θα λιθοβολούσε τον Μωυσή, ο Θεός του έδωσε εντολή να κτυπήσει με το ραβδί του ένα βράχο, από όπου ανέβλυσε άφθονο νερό. Εκεί τους επετέθησαν και οι αλλόφυλοι Αμαληκίτες, τους οποίους κατατρόπωσε ο Ιησούς του Ναυή (βλέπε 1 Σεπτεμβρίου).
Στην αρχή του τρίτου μηνός από την έξοδο τους, έφθασαν και στρατοπέδευσαν στο Σινά. Ο Κύριος κάλεσε τον Μωυσή να ανέβει μόνος στην κορυφή του όρους. Εκεί του αποκαλύφθηκε υπό μορφή πυρός μέσα σε γνοφώδη νεφέλη με βροντές, αστραπές και ήχο σαλπίγγων. Όλο το όρος καπνιζόταν. Ο Μωυσής μιλούσε στον Θεό με πολλή οικειότητα, όπως ομιλεί κάποιος προς τον φίλο του. Ο Θεός του απαντούσε με βροντές. Κατά την φοβερή αυτή αποκάλυψη της δόξης του ο Κύριος του παρέδωσε τις εντολές του Νόμου γραμμένες σε δύο πέτρινες πλάκες. Κατά τις σαράντα ήμερες και νύκτες που παρέμεινε επάνω στο όρος, διδάχθηκε από τον Θεό ό, τι ήταν αναγκαίο, για να αποκτήσει ο λαός την θεογνωσία. Στο διάστημα αυτό έλαβε και τις ακριβείς διατάξεις για την κατασκευή του επιγείου θυσιαστηρίου και την οργάνωση της λατρείας, την οποία έπρεπε να προσφέρει ο περιούσιος λαός στον Δημιουργό του σύμπαντος.
Ενώ ο Μωυσής κατέβαινε κρατώντας τις πλάκες του Δεκάλογου, άκουσε τις φωνές των μεθυσμένων Ισραηλιτών και είδε τους χορούς τους γύρω από το χρυσό μοσχάρι, που κατά την απουσία του είχαν κατασκευάσει. Πλήρης θυμού πέταξε από τα χέρια του τις πλάκες και τις συνέτριψε στους πρόποδες του βουνού. Ο Θεός αγανακτισμένος για την ειδωλομανία του σκληροτράχηλου λαού θα τον εξολόθρευε, αν δεν μεσολαβούσε ο Μωυσής με την θερμή του ικεσία: «καὶ νῦν εἰ μὲν ἀφεῖς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν αὐτῶν, ἄφες· εἰ δὲ μή, ἐξάλειψόν με ἐκ τῆς βίβλου σου, ἧς ἔγραψας.» (Έξ. 32, 32).
Ο προφήτης ανέβηκε πάλι στο όρος και έγραψε, ο ίδιος αυτήν την φορά, σε δύο νέες πλάκες τις δέκα εντολές καθ’ υπαγόρευση του θεού. Εισερχόμενος στην νεφέλη έγινε μέτοχος της θεϊκής δόξης. Έτσι, όταν επέστρεψε στο στρατόπεδο, το θείο φώς, λαμπρότερο από κάθε αισθητό φώς, είχε διαπεράσει τόσο βαθιά την καρδιά του, ώστε εκχυνόταν σε όλο του το σώμα. Το πρόσωπο του ακτινοβολούσε από υπερφυσική λάμψη. Αμύητοι οι Ισραηλίτες στα μυστήρια του θεού δεν μπορούσαν να τον ατενίσουν, και ο προφήτης κάλυψε το πρόσωπο του με κάλυμμα, που αφαιρούσε μόνον όταν εισερχόταν στην σκηνή του μαρτυρίου, για να μιλήσει με τον Θεό.
Αφού έμειναν ένα χρόνο στο Σινά, στην αρχή του δευτέρου έτους ο Μωυσής αρίθμησε τον λαό και συνέχισαν την πορεία στην έρημο, ώσπου έφθασαν στην έρημο Κάδης, στα σύνορα της γης της Επαγγελίας.
Ο λαός, επηρεασμένος από τους κατασκόπους που έστειλε ο Μωυσής στην Χαναάν, αποθαρρύνθηκε για την κατάληψη της χώρας, στασίασε εναντίον του και ζήτησε νέους αρχηγούς για να επιστρέψει στην Αίγυπτο. Ο θεός ήταν έτοιμος για μία ακόμη φορά να τους αφανίσει τελείως, αλλά ο Μωυσής με την θερμή του προσευχή άλλαξε την θεία βουλή και καταδικάσθηκαν σε τριάντα οκτώ χρόνια περιπλάνηση, αφ’ ενός μεν για να παιδαγωγηθούν, αφ’ έτερου δε για να πεθάνουν στην έρημο και να μην εισέλθουν στην γη της Επαγγελίας όλοι οι γογγυσταί ηλικίας είκοσι ετών και άνω.
Κατά την μακροχρόνια αυτή περιπλάνηση έξω από την γη Χαναάν, ο Μωυσής με θαυμαστή πραότητα και σύνεση αντιμετώπιζε τις συνεχείς μεμψιμοιρίες, τις αντιζηλίες και τις ανταρσίες του δυσκυβέρνητου λαού.
Στην αρχή του τεσσαρακοστού από τη έξοδο τους έτους έφθασαν πάλι στην έρημο Κάδης. Οι επιλήσμονες «υιοί του Ισραήλ» δυσφόρησαν και πάλι από την έλλειψη νερού και ξέσπασαν σε νέους γογγυσμούς κατά του ηγέτη τους. Ο θεός είπε στον Μωυσή να τους δώσει νερό από τον βράχο, αλλά αυτός, κυριευμένος από αθυμία για την νέα τους απείθεια, δίστασε προς στιγμήν και τους είπε: «ἀκούσατέ μου, οἱ ἀπειθεῖς· μὴ ἐκ τῆς πέτρας ταύτης ἐξάξομεν ὑμῖν ὕδωρ;» (Άρ. 20, 10). Το νερό ανέβλυσε άφθονο από τον βράχο, όταν τον κτύπησε με το ραβδί του ο Μωυσής· ο ίδιος όμως εξ’ αιτίας της «αντιλογίας» του τιμωρήθηκε από τον θεό να μην εισέλθει στην γη της Επαγγελίας.
Ύστερα από πολλούς αγώνες πού διεξήγαγε με την βοήθεια του Ιησού του Ναυή εναντίον των Αμορραίων, των Μαδιανιτών και των Μωαβιτών, κατέλαβε την χώρα ανατολικά του Ιορδανού, απέναντι από την Χαναάν.
Εκεί, στις στέπες της Μωάβ, υπενθύμισε στον λαό τις ευεργεσίες του θεού και τις αποκαλύψεις κατά την τεσσαρακονταετή πορεία τους στην έρημο, τους τόνισε τις υποχρεώσεις τους έναντι της Διαθήκης του Κυρίου και τους έδωσε τις τελευταίες οδηγίες. Έπειτα έχρισε ως διάδοχο του τον Ιησού του Ναυή, έψαλε προς τον θεό την ωδή, «Πρόσεχε οὐρανέ, καὶ λαλήσω, καὶ ἀκουέτω ἡ γῆ ρήματα ἐκ στόματός μου….» (Δευτ. 32, 1-43) και ευλόγησε για τελευταία φορά τις δώδεκα φυλές. Πέθανε σε ηλικία εκατόν είκοσι ετών στην κορυφή Φασγά του όρους Ναβαύ (ή Νεβώ), όπου είχε ανεβεί για να του δείξη ο Κύριος την επηγγελμένη γη. Εκεί ετάφη, χωρίς ποτέ να μάθη κανείς τον ακριβή τόπο της ταφής του.
Να σημειώσουμε τέλος, ότι στους χρόνους του Μεγάλου Κωνσταντίνου εφέρθη η θαυματουργός ράβδος του προφήτη Μωυσή στην Κωνσταντινούπολη, και βγήκε ο αυτοκράτωρ πεζός και την προϋπάντησε. Έκτισε δε Ναό της Θεοτόκου και έβαλε τη ράβδο μέσα σ’ αυτόν. Έπειτα την μετέφερε στο παλάτι, όπως γράφει ο Γεώργιος ο Κωδινός.

Απολυτίκιο:
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Γνόφον άυλον, τεθεαμένος, νόμον ένθεον, πλαξίν εδέξω, ως θεάμων μυστηρίων του Πνεύματος και καταπλήξας την Αίγυπτον θαύμασι, δημαγωγός Ισραήλ εχρημάτισας. Μωυσή ένδοξε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημιν το μέγα έλεος.

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΤΗΣ ΕΥΕΞΙΑΣ

 


 Η κουλτούρα της ευεξίας έχει γίνει ένα είδος θρησκείας στους καιρούς μας. Η φροντίδα του σώματός μας, η δίαιτα, η άσκηση, η αισθητική είναι ένας τρόπος ζωής ο οποίος στηρίζεται στο αξίωμα ότι οφείλουμε στον εαυτό μας να τον προστατεύουμε, να τον περιποιούμαστε, να νικούμε τη ραθυμία, την αρνητική εικόνα που εκπέμπουμε απέναντι στους άλλους, ότι θα πρέπει να γίνουμε αποδεκτοί όχι για εκείνους, αλλά για εμάς. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η ενασχόληση με τη γιόγκα.  Πρέπει να αποβάλουμε από τον εαυτό μας σκέψεις και διαθέσεις, οι οποίες γίνονται βασανιστικές και γι’ αυτό, χωρίς να ασχολούμαστε με τη θρησκευτική διάσταση της γιόγκα, που είναι η ανακάλυψη του ινδουιστικού άτμαν εντός μας, αξιοποιούμε την αθλητική- γυμναστική της πλευρά, για να νιώσουμε καλύτερα.

Αυτή η κουλτούρα της ευεξίας μοιάζει να συνδέεται με τον δικαιωματισμό των καιρών μας. Δεν είναι μόνο ότι έχουμε δικαίωμα να κάνουμε όποια επιλογή κρίνουμε ότι μας εκφράζει, αρκεί να μη βλάπτουμε τους άλλους. Είναι και το ότι δικαιούμαστε, καθώς έχουμε μόνο μία ζωή, να λειτουργούμε με μια αυτοεικόνα, κυρίως σωματική, που να μας κάνει να αισθανόμαστε καλά. Στην πνευματική μας παράδοση η ακηδία είναι αμαρτία, καθώς αποτελεί έκφραση ραθυμίας να βρούμε τον Θεό και να να παλέψουμε εναντίον των παθών μας. Στην κουλτούρα της ευεξίας η ακηδία είναι ένα άλλο είδος αμαρτίας, που στρέφεται εναντίον του εαυτού μας. Είμαστε ράθυμοι να κάνουμε την ύπαρξή μας να είναι η καλύτερη δυνατή. Μόνο που εδώ δεν έχει να κάνει με την ομοίωση του Θεού, την βίωση των δυνατοτήτων του «κατ’ εικόνα» με το οποίο είμαστε εφοδιασμένοι, αλλά με την απώλεια της ευκαιρίας να είμαστε όμορφοι, δυνατοί, καλλιεργημένοι, αξιοπρόσεκτοι, για να είμαστε καλά.

Κάποιοι μπορεί να αναρωτηθούν: μα ο Θεός δεν μας θέλει να προσέχουμε το σώμα μας; Δεν είναι το σώμα μας και αυτό δώρο του Θεού; Προφανώς δεν μπορούμε να δώσουμε αρνητική απάντηση. Ποιο είναι όμως το μέτρο; Το να προσέχουμε το σώμα μας σημαίνει να το φροντίζουμε με μέτρο, χωρίς να το θεοποιούμε. Το να κοιτάμε την υγεία μας είναι σημαντικό, αλλά το να έχουμε την αίσθηση πως θα μείνουμε άτρωτοι και αθάνατοι είναι αυταπάτη. Η σάρκα παρέρχεται. Η ψυχή είναι αθάνατη. Η αλήθεια αυτή είναι αδιάψευστη. Όταν λοιπόν πιστεύουμε ότι η εικόνα μας είναι αυτή που μετρά για να είμαστε καλά, τότε χάνουμε τον πνευματικό μας προσανατολισμό.

Η κουλτούρα της ευεξίας κάνει τον άνθρωπο να λειτουργεί αυτόνομα, να ταυτίζει την ευτυχία, τον σκοπό, το περιεχόμενο της ζωής με το να είναι και να αισθάνεται αυτός καλά. Κάποιοι λένε ότι μόνο έτσι μπορείς να βοηθήσεις τους άλλους, με το να είσαι εσύ καλά, πιστεύοντας στον εαυτό σου. Πώς όμως μπορείς να προσφέρεις στους άλλους, θυσιάζοντας κάτι από το εγώ σου, όταν η προτεραιότητά σου είναι αυτό κυρίως και, κάποτε, αποκλειστικά; Πού πάει η αγάπη, όταν δεν αφήνεις χώρο για το «εμείς»; Λειτουργεί αντίστροφα το ερώτημα: μήπως γίνεσαι καλά, όταν προσφέρεις; Χωρίς να περιφρονείς τον εαυτό σου και το σώμα σου, μήπως τελικά χρειάζεται να βρεις την ψυχή σου και το νόημα της, για να υπάρχει γνήσια ευεξία;

Η σχέση με τον Θεό νοηματοδοτεί την ύπαρξη. Της δίνει τα μέτρα της και τις ισορροπίες που λείπουν. Της αφήνει τελικά χώρο και για τον άλλον, καθώς στο «εμείς» βρίσκεται η ευεξία που διαρκεί. Μόνο που θέλει θυσία και προσφορά και όχι εγωπάθεια. Θέλει Εκκλησία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός