...Κάποιος μοναχός παρακαλούσε επίμονα για κάτι τον άγιο Σίμωνα, τον κτιτορα της Σιμωνόπετρας, αλλά φαινόταν αδύνατον να πραγματοποιηθη.

Γράφει ο Θάνος Θανόπουλος στην Romfea.gr
Με μια σύντομη αλλά ιδιαίτερα αιχμηρή τοποθέτηση, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος απάντησε στις έντονες κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις που προκάλεσε η κυβερνητική απόφαση για την αναπροσαρμογή των μισθών των Μητροπολιτών και του ανώτατου κλήρου.
Ο Μακαριώτατος ανήμερα της εορτής του, μίλησε στην κάμερα του STAR Στερεάς Ελλάδος, από την γενέτειρά του τα Οινόφυτα.
Συγκεκριμένα ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, φανερά ενοχλημένος από τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται το ζήτημα στη δημόσια σφαίρα, δήλωσε: «Λυπάμαι για τη διαστροφή όλου του πράγματος.»
«Αυτά που έχει πάρει το Κράτος από την Εκκλησία είναι απείρως απέραντα από αυτά που λένε. Όλα αυτά δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια» - πρόσθεσε χαρακτηριστικά ο Μακαριώτατος.
Με τη φράση αυτή, ο κ. Ιερώνυμος επανέφερε στο προσκήνιο το ιστορικό επιχείρημα της Εκκλησίας της Ελλάδος σχετικά με τη μισθοδοσία του κλήρου.
Η πλευρά της Ιεραρχίας υπενθυμίζει πάγια ότι η κάλυψη των μισθών από τον κρατικό προϋπολογισμό δεν αποτελεί χαριστικό προνόμιο ή «δώρο», αλλά συμβατική υποχρέωση που ανέλαβε το ελληνικό κράτος ως αντάλλαγμα για την τεράστια εκκλησιαστική περιουσία (άνω του 95%) που παραχωρήθηκε ή απαλλοτριώθηκε κατά τον 19ο και 20ό αιώνα για τις ανάγκες του προσφυγικού ελληνισμού και του κράτους.
Τέλος, να σημειωθεί ότι τόσο Κυβερνητικές πηγές και εκκλησιαστικοί κύκλοι επιμένουν ότι δεν πρόκειται για «προκλητικό μποναμά», αλλά για μια ορθολογική «μισθολογική αντιστοίχιση» και θεσμική τακτοποίηση εκκρεμοτήτων που αφορούν ελάχιστα άτομα, δηλ. περίπου 90 Αρχιερείς σε όλη τη χώρα.
Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτη
Ἐπὶ χρόνια ἔλεγε σέ κάποιον ὁ Γέροντάς του νά κάνει τήν εὐχή, ἀλλά αὐτός ἔφθασε στό γῆρας χωρίς εὐχή. Τό γῆρας, βέβαια, εἶναι πάντοτε σχετικό. Ἄλλος γερνάει στά εἴκοσι, ἄλλος στά τριάντα, ἄλλος στά ὀγδόντα.
Διότι, ὅπως φέρνει γῆρας ἡ ἔλλειψις σωματικῆς τροφῆς, ἔτσι φέρνει ἕνα ἄλλο γῆρας ἕως θανάτου καί ἡ ἔλλειψις τῆς πνευματικῆς τροφῆς, τῆς εὐχῆς.
Αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἄρχισε στό γῆρας του νά κάνει προσευχή ἐπί τέσσερις ὧρες.
Προσπαθοῦσε
νά κάνει αὐτό τό μικρό ἀγώνισμα, ἀλλά ἡ προσευχή δέν πήγαινε στήν
καρδιά. Ἔκανε ἀγώνα, προσευχόταν κάθε ἡμέρα, ἀλλά δέν πετύχαινε τίποτε.
Τά χρόνια του εἶχαν περάσει.
Ἄλλοτε, κάποιος πλούσιος πατέρας ἔλεγε στό παιδί του: Νά σέ σπουδάσω, παιδί μου.
-Ὄχι, δέν μπορῶ, ἀπαντοῦσε ἐκεῖνο.
Νά σέ σπουδάσω, παιδί μου, παρακαλοῦσε πάλι ὁ πατέρας.
-Ὄχι, οἱ σπουδές εἶναι δύσκολες, κουραστικές, δέν μπορῶ, ἀπαντοῦσε πάλι ὁ γυιός. Ἤθελε νά διασκεδάζει, νά ἔχει παρέες. Ὅταν, ὅμως, μεγάλωσε, τότε κατάλαβε ὅτι στόν κόσμο δέν εἶχε μοίρα, γιατί ἦταν ἀμόρφωτος.
Πάει, λοιπόν, στόν γέροντα πατέρα του, ὁ γερασμένος ἤδη γυιός, καί τοῦ λέγει: Πατέρα, μήπως νά σπουδάσω; Διαθέτεις ἀκόμη ἐκεῖνα τά χρήματα, πού μοῦ ἔλεγες ὅτι ἔχεις;
-Τώρα, παιδί μου, καί νά σοῦ τά δώσω, ἄχρηστα θά σοῦ εἶναι, τοῦ ἀπαντᾶ ὁ πατέρας, γιατί
δέν σέ δέχονται πιά στό σχολεῖο. Ἀλλά νά σοῦ πῶ καί κάτι ἀκόμη: Κανένας
δέν θά σέ πάρει πλέον στή δουλειά, γιατί εἶσαι μεγάλος, ὁπότε δέν
χρειάζεται τώρα νά σπουδάσεις.
Ἕως, λοιπόν, καιρόν ἔχομεν, ἀρξώμεθα τοῦ ἔργου. Ἐάν δέ ὁ καιρός μας δέν εἶναι τώρα, οὔτε αὔριο θά εἶναι.
«Τοιγαροῦν τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον νέφος μαρτύρων, ἀποθώμε θα τά ἔργα τοῦ σκότους καί ἐνδυσώμεθα τήν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ», τοὐτέστι τήν προσευχή.
Μιμούμενοι τό νέφος τῶν μαρτύρων, ὅλους ἐν οὐρανοῖς καί τούς ἐπί τῆς γῆς ἁγίους, ἄς πετάξωμε ἀπό πάνω μας ὅ,τι μέχρι τώρα κτίσαμε, καί ἄς ἀποκτήσωμε τήν θέση μας ἀνάμεσα σέ ἐκείνους.
Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ Τεσσαρακοστή πού διανύσαμε δέν πέρασε ἀκόμη, μέ τήν ἔννοια ὅτι τό Πάσχα μᾶς προάγει σέ περαιτέρω νηστεία, ὅπως λένε οἱ Πατέρες.
Ἑπομένως, τώρα πού εἶναι Πάσχα, ἄς ἐπιταχύνωμε καί ἄς ἐπιμηκύνωμε τούς ἀγῶνες μας, τήν νηστεία μας, τήν νῆψι μας, τήν προσευχή μας.
Καί αὐτό γίνεται πολύ εὔκολα καί πολύ ἁπλᾶ, ὅταν γνωρίζωμε ὅτι κάθε ἡμέρα εἶναι Τεσσαρακοστή.
Ἡ Τεσσαρακοστή δέν τελειώνει ποτέ, διότι σημαίνει ἀγρυπνία, εὐχή καί καραούλι Θεοῦ· σημαίνει
σχέσις Θεοῦ, κοινωνία Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, κοινωνία θεανθρωπίνη.
Μόνο ἔτσι ζοῦμε ἀληθινά.


τοῦ Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ἱεροθέου
Ὁ ἄνθρωπος φεύγει ἀπό τόν κόσμο αὐτόν «μόνος» του.
Δέν μπορεῖ κανείς νά τόν βοηθήση, νά τόν συνοδεύση, νά τοῦ συμπαρασταθῆ.
Πολλοί
παρευρίσκονται στήν κηδεία τοῦ ἀγαπητοῦ τους ἀνθρώπου, λίγοι πηγαίνουν
μέχρι τόν τάφο, ἀλλά ὁ ἄνθρωπος μόνος του παρουσιάζεται στόν Χριστό γιά
κρίση, ἀφοῦ «ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν, μετά δέ τοῦτο κρίσις».
Μόνον οἱ πράξεις τοῦ ἀνθρώπου, ἀγαθές καί κακές, καί ἡ συνείδησή του, καλή ἤ κακή, θά τόν συνοδεύσουν στό «μεγάλο ταξίδι».
Λίγοι ἄνθρωποι καί λίγες φορές σκέφτονται τόν θάνατο καί ἔχουν τήν μνήμη τοῦ θανάτου, πού εἶναι ἡ πραγματική φιλοσοφία, ἡ ὁποία, ἀκόμη καί κατά τόν φιλόσοφο Πλάτωνα, εἶναι «μελέτη θανάτου».
Οἱ δέ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν γράψει πολλά γιά τήν μνήμη τοῦ θανάτου.
Ζοῦμε σέ μιά ἐποχή στήν ὁποία ἐπικρατεῖ ἡ ψευδαίσθηση «τῆς ἐπί γῆς ἀθανασίας», καί λησμονεῖται ἡ «μεγάλη μοναξιά» κατά τήν ὥρα τοῦ θανάτου.
Ὅποιος, ὅμως, ἔχει στενή σχέση μέ τόν Χριστό, τήν Παναγία, τούς ἁγίους, τούς ἀγγέλους, βιώνει τήν «μεγάλη παρηγοριά», τήν «μεγάλη σύναξη», ἀλλά καί τήν «μεγάλη συνάντηση» μέ τήν οὐράνια Ἐκκλησία, τήν εἴσοδό του στήν οὐράνια θεία Λειτουργία.
«Ἐκεῖνο τὸν καιρό, καθὼς ὁ ᾿Ιησοῦς περπατοῦσε στὴν ὄχθη τῆς λίμνης τῆς Γαλιλαίας, εἶδε δύο ἀδέρφια, τὸν Σίμωνα, ποὺ τὸν ἔλεγαν καὶ Πέτρο, καὶ τὸν ἀδελφό του τὸν ᾿Ανδρέα, νὰ ρίχνουν τὰ δίχτυα στὴ λίμνη, γιατὶ ἦταν ψαράδες».
Μία από τις ανθρώπινες συνήθειες είναι το περπάτημα. Σε αντίθεση με την εποχή μας, στην οποία μόδα έχουν γίνει το γυμναστήριο και η γιόγκα, το περπάτημα αποτελεί όχι απλώς άσκηση, αλλά και επαφή του ανθρώπου με τη φύση, τον κόσμο, την ομορφιά και την ασχήμια της πόλης, αλλά και ανθρώπους που συναντά. Το περπάτημα είναι έξοδος του ανθρώπου από την ένταση της καθημερινότητας, ευκαιρία προσευχής, χαλάρωσης, γαλήνης της ψυχής και του πνεύματος. Ο άνθρωπος κατανοεί ότι δεν είναι το αυτόνομο εγώ του το κέντρο του κόσμου, όπως συμβαίνει στο γυμναστήριο και στη γιόγκα, αλλά η ένταξή του σε έναν κόσμο στον οποίο ο ίδιος μπορεί να είναι από παρατηρητής έως συνδιαμορφωτής. Διότι μπορεί μέσα από το περπάτημα να κάνει την αυτοκριτική του, να δει την πορεία των σχέσεών του, αλλά και να αφεθεί στη χάρη και στη χαρά της προσευχής.
Γι’ αυτό και ο Χριστός συνήθιζε να περπατά, όπως μας λέει το Ευαγγέλιο. Συνήθιζε να συζητά με τους μαθητές Του στις πορείες της Παλαιστίνης. Κι αυτό ξεκίνησε από την αρχή της δημόσιας δράσης Του. Τον βλέπουμε να περπατά στην όχθη της λίμνης της Γαλιλαίας. Τον βλέπουμε να παρατηρεί τα δύο αδέρφια, τον Πέτρο και τον Ανδρέα, οι οποίοι ρίχνουν «το αμφίβληστρον», το δίχτυ στη θάλασσα, διότι ήταν ψαράδες. Και τους καλεί, όντας μπροστά σ’ αυτή την εικόνα που ρίχνουν το δίχτυ, να Τον ακολουθήσουν, για να αλλάξουν χώρο ζωής, από τη θάλασσα να πάνε στη στεριά, αλλά και τρόπο, από αλιείς ιχθύων να γίνουν αλιείς ανθρώπων.
Το αμφίβληστρον των δύο μαθητών είναι ένα σημάδι ότι για να πετύχεις στη ζωή σου, να επιβιώσεις, αλλά και να κάνεις πράξη τους στόχους που τη νοηματοδοτούν, χρειάζεται να περικυκλώνεις αυτό που επιθυμείς. Δεν είναι μόνο μία παγίδα το αμφίβληστρον. Είναι η αίσθηση ότι αυτό που θέλεις να πετύχεις είναι σημαντικό και οργανώνεις τη ζωή σου με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην μπορεί να σου ξεφύγει. Ακόμη κι αν η ψαριά δεν είναι πάντοτε καλή, εντούτοις το ψάρι που θα εισέλθει στο αμφίβληστρον, δεν θα μπορέσει να ξεφύγει.
Αυτό είναι και το πνευματικό νόημα του αμφιβλήστρου στη ζωή μας. Αν έχουμε σκοπό να αγαπήσουμε τον Χριστό, τότε χρειάζεται να ρίξουμε αμφίβληστρον γύρω από τα πάθη μας και τις αμαρτίες μας. Να μην τις αφήσουμε ελεύθερες στην καρδιά και στην ψυχή μας να κυριεύουν την ύπαρξή μας στον βωμό της φιλαυτίας και της φιληδονίας, που μας παρασύρουν στο κενό του κακού. Και το αμφίβληστρον ονομάζεται αγάπη, ονομάζεται άσκηση, ονομάζεται πίστη στον Χριστό, ο Οποίος περπατά και στη δική μας ζωή και μας καλεί, αφήνοντας την κυριαρχία του εγώ, να μοιραστούμε την αγάπη Του με τους συνανθρώπους μας, ώστε με εκείνους όχι απλώς να συνυπάρχουμε, αλλά να πορευόμαστε προς την Αλήθεια της Βασιλείας των Ουρανών. Προς την ατελεύτητο ζωή. Προς τη χαρά της αγάπης. Προς την ομορφιά της κοινότητας, που είναι η Εκκλησία.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
π. Δημητρίου Μπόκου
Το Πεντηκοστάριο έκλεισε. Ο τεράστιος κύκλος των κινητών εορτών του Πάσχα, από την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου μέχρι την Κυριακή των Αγίων Πάντων συμπληρώθηκε. Ξαναμπαίνουμε στην ομαλή ροή του λειτουργικού εκκλησιαστικού έτους. Η ανάγνωση του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου τελείωσε και άρχισε ήδη από την προηγούμενη Κυριακή η ανάγνωση του κατά Ματθαίον.
Ο Χριστός καλεί σήμερα τους πρώτους μαθητές του. Ο Πέτρος και ο Ανδρέας, ο Ιωάννης και ο Ιάκωβος, αποτελούν την απαρχή των αποστόλων (Κυριακή Β΄ Ματθαίου).
Ο Χριστός συμπλήρωσε σιγά-σιγά την ομάδα των δώδεκα (ΙΒ΄) και στη συνέχεια των εβδομήκοντα (Ο΄) αποστόλων. Στη διάρκεια των τριών ετών που ήταν μαζί τους, φρόντισε να τους προετοιμάσει με κάθε τρόπο για τη μεγάλη τους αποστολή. Τους έστελνε και σε μικρές περιοδείες στις πόλεις και τα χωριά του Ισραήλ, για να εκπαιδεύονται στην αποστολική δράση.
Τους προίκιζε με τα πνευματικά εφόδια που ήταν απαραίτητα για το έργο τους, εφιστούσε όμως ιδιαίτερα την προσοχή τους να μην αγωνιούν για τα υλικά. «Μη κτήσησθε χρυσόν μηδέ άργυρον μηδέ χαλκόν εις τας ζώνας υμών». Μην κουβαλάτε πορτοφόλια με λεφτά, τους έλεγε. Ούτε σακούλι με προμήθειες να έχετε, ούτε δύο χιτώνες, ούτε υποδήματα, ούτε ραβδί. «Άξιος γαρ εστιν ο εργάτης της τροφής αυτού». Θα σας τρέφουν αυτοί για τους οποίους εργάζεστε (Ματθ. 10, 9-10).
Έτσι ο Χριστός νομοθέτησε, «τοις το Ευαγγέλιον καταγγέλλουσιν εκ του Ευαγγελίου ζην». Διέταξε, όσοι κηρύττουν το Ευαγγέλιο, να ζουν από τη συνδρομή εκείνων που ακούνε το ευαγγελικό κήρυγμα.
Οι απόστολοι όμως, μιμούμενοι την πτωχεία του Κυρίου τους, χρησιμοποίησαν γενικά με φειδώ το δικαίωμα αυτό. Έκαναν περιορισμένη και διακριτική χρήση του, «μηδεμίαν εν μηδενί διδόντες προσκοπήν», αποφεύγοντας δηλαδή κάθε αφορμή σκανδάλου, «ίνα μη μωμηθή η διακονία». Για να μην υπάρξει καμμιά μομφή, καμμιά κατηγορία εναντίον του έργου τους, που ήταν η κήρυξη του Ευαγγελίου (Α΄ Κορ. 9, 12).
Έτσι, για να είναι αληθινοί διάκονοι του Θεού, για να μην προκαλούν και σκανδαλίζουν τους πιστούς, έζησαν λιτά και φτωχικά. «Ως πτωχοί, …ως μηδέν έχοντες». Διαβιούσαν «εν λιμώ και δίψει, εν νηστείαις πολλάκις, εν ψύχει και γυμνότητι». Με απλά λόγια, πεινούσαν και διψούσαν, στερούνταν την τροφή, βρίσκονταν στο κρύο χωρίς τα κατάλληλα ρούχα (Α΄ Κορ. 9, 14. Β΄ Κορ. 6, 3. 10. 11, 27).
Περισσότερο μάλιστα από όλους υπέφερε ο Παύλος, γιατί δεν θέλησε να κάνει καθόλου χρήση της εξουσίας του να ζει από το Ευαγγέλιο, να τον συντηρούν δηλαδή οι πιστοί. «Αργυρίου ή χρυσίου ή ιματισμού ουδενός επεθύμησα», λέει. Για τις ανάγκες τις δικές μου και των συνεργατών μου δούλεψαν αυτά εδώ τα χέρια μου. Εργαζόταν στα μικρά περιθώρια του χρόνου του ως σκηνοποιός, για να μη δημιουργήσει «εγκοπήν τινα», ούτε το παραμικρό εμπόδιο στο έργο του Ευαγγελίου (Πράξ. 20, 33-34. Α΄ Κορ. 9, 12).
Ρίζα όλων των κακών θεωρούσαν οι απόστολοι τη φιλαργυρία. Ονόμαζαν την πλεονεξία ειδωλολατρία (Α΄ Τιμ. 6, 10. Εφ. 5, 5. Κολ. 3, 5). Ιδιαιτέρως τόνιζαν στους διαδόχους τους, τους επισκόπους, να είναι αφιλάργυροι (Α΄ Τιμ. 3, 3).
Και όντως διαχρονικά, πολλοί από αυτούς μιμήθηκαν το αποστολικό φρόνημα. Άλλοι όμως έπραξαν το αντίθετο. Θεώρησαν «πορισμόν την ευσέβειαν» (Α΄ Τιμ. 6, 5). Ευκαιρία να πλουτήσουν. Μα πήγαν με το αργύριό τους στην απώλεια (Πράξ. 8, 20).
Σήμερα; Απομένει τάχα τίποτε από το πνεύμα των αποστόλων;
Βαθύς ήδη σκεπτικισμός επικρατεί για τις σκανδαλώδεις αιφνίδιες παροχές της πολιτείας προς τους ταγούς της Εκκλησίας, σε μια συγκυρία που ο κόσμος υποφέρει. Προς τί ο εναγκαλισμός αυτός; Αποσκοπεί σε πολιτική συναλλαγή και συμπαιγνία;
Και ο μεν καίσαρας, καλώς. Τη δουλειά του κάνει. Δημιουργεί τα ερείσματά του όπου μπορεί, με τον τρόπο που ξέρει.
Οι εκκλησιαστικοί άρχοντες όμως; Με ποια ελευθερία θα ενεργούν και τί ορθό προσδοκούν να πράξουν, προσδεδεμένοι με χρυσό χαλινάρι στο άρμα του;

Πρωτότυπο Κείμενο
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, περιπατῶν ὁ ᾿Ιησοῦς παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας, εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ ᾿Ανδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς· καὶ λέγει αὐτοῖς· Δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ. Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν, εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, ᾿Ιάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ ᾿Ιωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν, καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν· καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν, ἠκολούθησαν αὐτῷ. Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ ᾿Ιησοῦς διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν, καὶ κηρύσσων τὸ Εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας, καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.
Νεοελληνική Απόδοση
Καθώς ο Ιησούς περιπατούσε στην όχθη της λίμνης της Γαλιλαίας, είδε δύο αδέλφια, τον Σίμωνα, που τον έλεγαν και Πέτρο, και τον αδελφό του τον Ανδρέα, να ρίχνουν τα δίχτυα στη λίμνη, γιατί ήταν ψαράδες. «Ακολουθήστε με», τους λέει «και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων». Κι αυτοί αμέσως άφησαν τα δίχτυα και τον ακολούθησαν. Προχωρώντας πιο πέρα από κεί, είδε δύο άλλους αδελφούς, τον Ιάκωβο, γιο του Ζεβεδαίου, και τον αδελφό του τον Ιωάννη. Βρίσκονταν στο ψαροκάϊκο μαζί με τον πατέρα τους τον Ζεβεδαίο και τακτοποιούσαν τα δίχτυά τους. Τους κάλεσε κι αυτοί άφησαν αμέσως το καΐκι και τον πατέρα τους και τον ακολούθησαν. Ο Ιησούς περιόδευε όλη την Γαλιλαία. Δίδασκε στις συναγωγές τους, κήρυττε το χαρμόσυνο μήνυμα για τον ερχομό της βασιλείας του Θεού και γιάτρευε τους ανθρώπους από κάθε ασθένεια και κάθε αδυναμία.

Πρωτότυπο Κείμενο
Αδελφοί, δόξα δε και τιμή και ειρήνη παντί τω εργαζομένω το αγαθόν, Ιουδαίω τε πρώτον και Έλληνι· ου γαρ εστί προσωποληψία παρά τω Θεώ. Όσοι γαρ ανόμως ήμαρτον, ανόμως και απολούνται· και όσοι εν νόμω ήμαρτον, διά νόμου κριθήσονται. Ου γαρ οι ακροαταί του νόμου δίκαιοι παρά τω Θεώ, αλλ᾿ οι ποιηταί του νόμου δικαιωθήσονται. Όταν γαρ έθνη τα μη νόμον έχοντα φύσει τα του νόμου ποιή, ούτοι νόμον μη έχοντες εαυτοίς είσι νόμος, οίτινες ενδείκνυνται το έργον του νόμου γραπτόν εν ταις καρδίαις αυτών, συμμαρτυρούσης αυτών της συνειδήσεως και μεταξύ αλλήλων των λογισμών κατηγορούντων ή και απολογουμένων εν ημέρα ότε κρινεί ο Θεός τα κρυπτά των ανθρώπων κατά το ευαγγέλιον μου διά Ιησού Χριστού.
Νεοελληνική Απόδοση
Αδελφοί, δόξα, τιμή και ειρήνη προσμένουν όποιον κάνει το καλό, πρώτα τον Ιουδαίο αλλά και τον εθνικό˙ γιατί ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις. Έτσι, λοιπόν, όσοι αμάρτησαν χωρίς να ξέρουν το νόμο του Θεού θα καταδικαστούν όχι με κριτήριο το νόμο. Κι από την άλλη, όσοι αμάρτησαν γνωρίζοντας το νόμο θα δικαστούν με κριτήριο το νόμο. Γιατί στο θεϊκό δικαστήριο δε δικαιώνονται όσοι άκουσαν απλώς το νόμο αλλά μόνο όσοι τήρησαν το νόμο. Όσο για τα άλλα έθνη, που δε γνωρίζουν το νόμο, πολλές φορές κάνουν από μόνοι τους αυτό που απαιτεί ο νόμος. Αυτό δείχνει πως, αν και δεν τους δόθηκε ο νόμος, μέσα τους υπάρχει ο νόμος. Η διαγωγή τους φανερώνει πως οι εντολές του νόμου είναι γραμμένες στις καρδιές τους˙ και σ’ αυτό συμφωνεί και η συνείδηση τους, που η φωνή της τους τύπτει ή τους επαινεί, ανάλογα με τη διαγωγή τους. Όλα αυτά θα γίνουν την ημέρα που ο Θεός θα κρίνει δια του Ιησού Χριστού τις κρυφές σκέψεις των ανθρώπων, όπως λέει το ευαγγελιό μου.
Σ’ αυτό βοήθησε και ο πατέρας της Ευτόλμιος, ο οποίος δημιούργησε και κατάλληλες συνθήκες, ώστε η κόρη του να παραμείνει σταθερή στη χριστιανική πίστη, ενισχύοντας ποικιλοτρόπως το φρόνημά της.
Έτσι σε νεαρή ακόμη ηλικία η Ακυλίνη άρχισε να κηρύττει και να διδάσκει με ζέση, το λόγο του Θεού και συναναστρεφόμενη με θυγατέρες ειδωλολατρών κατόρθωσε να προσελκύσει πολλές εξ αυτών στην ορθόδοξη πίστη. Παράλληλα παροιμιώδης στάθηκε η επίδοσή της σε έργα φιλαλληλίας και φιλανθρωπίας.
Η λαμπρή της αυτή δράση, καταγγέλθηκε στον ανθύπατο Ουλοσιανό, ο οποίος αφού τη συνέλαβε, προσπάθησε με κάθε τρόπο να την αναγκάσει να απαρνηθεί την πίστη της. Η Αγία όμως παρέμεινε ακλόνητη και ορθή και με παρρησία, αν και νεαρό κορίτσι, ομολόγησε την πίστη της στον Ένα και αληθινό Θεό. Εξοργισμένος ο ανθύπατος τη χτύπησε βίαια στο πρόσωπο ώστε η αγία πλημμύρισε από αίματα.
Στη συνέχεια υποβάλλεται σε φρικτά βασανιστήρια και στο τέλος καταντροπιασμένος ο Ουλοσιανός που δεν κατόρθωσε να κάμψει την πίστη ενός αδύναμου κοριτσιού, διέταξε να την αποκεφαλίσουν κατατάσσοντάς την στο «περικείμενον νέφος μαρτύρων και αγίων».
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Παρθένος ακήρατος και αθληφόρος σεμνή εδείχθης τοις πέρασι τη αγαπήσει
Χριστού, Ακυλίνα θεόνυμφε, συ γαρ καθάπερ ρόδον νοητόν τεθηλυΐα, επνεύσω
εν αθλήσει της αγνείας την χάριν πρεσβεύουσα τω Κυρίω σώζεσθαι άπαντας.
π. Εὐέλθωντος Χαραλάμπους
Ὁλόκληρη ἡ κτίση μαζί μέ ὅλους τούς ἀνθρώπους της ἐάν ἀντιπαρατεθεῖ μπροστά τους, δέν θά βρεθεῖ κάτι πού νά ἀξίζει ὅσο οἱ Ἅγιοι.
Διότι αὐτοί σήκωσαν ἐπάνω τους τήν εὐθύνη γιά τήν πορεία ὅλου τοῦ κόσμου.
Ἀπέδειξαν μέ τή ζωή τους τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, δόξασαν τόν Θεό μέ τή ζωή τους καί τήν ὁμολογία τους.
Αὐτοί
ἔδειξαν στούς γύρω τους πόσο ψηλά μπορεῖ νά φθάσει ὁ ἄνθρωπος, σέ ποιά
ὕψη ἀρετῆς καί αὐταπαρνήσεως καί προσφορᾶς μπορεῖ νά ἀνέλθει.
Οἱ Ἅγιοι δέν πέθαναν ποτέ.
Ζοῦν ἀνάμεσά μας, τούς αἰσθανόμαστε ὁλοζώντανους νά πρεσβεύουν γιά μᾶς.
Νά δέονται γιά τόν κόσμο μας. Νά μᾶς μεταγγίζουν τή Χάρη τοῦ Θεοῦ.
Γι’ αὐτούς ὁ Θεός δέν καταστρέφει τόν κόσμο.
Γι’ αὐτούς δέν ἐγκαταλείπει καί ὅλους ἐμᾶς πού παραβαίνουμε τόσο εὔκολα τό θέλημά του.
Ἄς ἐκτιμήσουμε τή ζωή τους κι ἄς μιμηθοῦμε τό ἅγιο παράδειγμά τους
Γέροντα Παναή του εκ Λύσης
Είδαμε και σήμερα τον ήλιο. Είμαστε και σήμερα στη ζωή. Δόξα σοι ο Θεός! Σηκωθήκαμε από τον ύπνο, έχουμε τον αέρα, τον ήλιο, τ’ αγαθά του Θεού! Παρατείνεται και σήμερα η ζωή μας. Κάτι να κερδίσουμε πριν σχολάσει το πανηγύρι ̇ κάτι να ψωνίσουμε, κάτι να προσθέσουμε στον πλούτο την ψυχής μας. Και τι άλλο; Τη Βασιλεία του Θεού που βιάζεται. Όλα τ’ άλλα θα λογιστούν φθαρτά και πρόσκαιρα.

Στους τρεις γιους μου, την κόρη, τα εγγόνια και δισέγγονά μου
Η πνευματική διαθήκη μου
Είμαι πλέον 79 χρονών. Η καρδιά μου εξασθενεί και οι δυνάμεις μου με εγκαταλείπουν και είναι ολοφάνερο ότι πλησιάζει η ώρα της αναχώρησής μου από τούτη τη γη.
Ο Απ. Παύλος άφησε διαθήκη σε όλους τους Χριστιανούς. «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού».
Δεν τολμώ βέβαια να πω προς όλους τους
Χριστιανούς, αλλά σε σας, τα παιδιά μου, μπορώ να πω: Μιμηθείτε έμενα,
όπως και εγώ τον Απ. Παύλο.
Ήταν σκληρή και δύσκολη η ζωή μου, αλλά ουδέποτε προσευχήθηκα στον Θεό να γίνει εύκολη.
Διότι είναι «στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν και ολίγοι εισιν οι ευρίσκοντες αυτήν» (Ματθ. 7, 14).
Και ακόμη, «διά πολλών θλίψεων δει ημάς εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού» (Πράξ. 14, 22).
Διαβάστε ακόμη την παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου. «Τέκνον,
μνήσθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου και Λάζαρος ομοίως
τα κακά· νυν δε ώδε παρακαλείται, συ δε οδυνάσαι» (Λουκ. 16,25).
Για περισσότερα από 25 χρόνια η ζωή μου ήταν συνυφασμένη με την εργασία του αγροτικού χειρουργού και καθηγητή της χειρουργικής και μετά ένδεκα χρόνια διώξεων για το όνομα του Χριστού μέσα στις φυλακές και στις σκληρές εξορίες.
Από το 1944 συνδύαζα την επίπονη διακονία του Επισκόπου με την θεραπεία των τραυματιών στο Ταμπώφ και μόλις το 1946 ολοκληρώθηκε η χειρουργική μου δραστηριότητα και παρέμεινε μόνον η Αρχιερατική.
Στον πολύ κόσμο ήταν ακατανόητο πώς μπορούσε ένας μεγάλος χειρουργός, που τιμήθηκε με το Α’ βραβείο Στάλιν, να αφήσει τη χειρουργική και να γίνει Επίσκοπος. Όμως δεν υπάρχει τίποτα το περίεργο σ’ αυτό, γιατί από τα νεανικά μου κι’ όλας χρόνια, ο Κύριος με προόρισε για την υπέρτατη μορφή διακονίας σ ‘Αυτόν και τους ανθρώπους.
Όταν τελείωσα το Γυμνάσιο, στην τελετή αποφοίτησης, έλαβα από τον Διευθυντή του σχολείου το απολυτήριο Γυμνασίου, το οποίο το είχε βάλει στο Ιερό βιβλίο της Καινής Διαθήκης. Το είχα διαβάσει και πριν, αλλά τώρα, όταν διάβασα εκ νέου τα λόγια του Χριστού απευθυνόμενα στους Αποστόλους: «ο μεν θερισμός πολύς, οι δε εργάται ολίγοι» (Ματθ. 9, 37-38), η καρδιά μου σκίρτησε και αναφώνησα σιωπηλά: «Ω, Κύριε! Σού λείπουν οι εργάτες;».
Πέρασαν χρόνια. Έγινα διδάκτωρ της Ιατρικής και σκέφθηκα να γράφω το βιβλίο «Δοκίμια για τη χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων». Όταν πήρα την απόφαση αυτή, μου ήρθε στο μυαλό η εξής περίεργη σκέψη: «Όταν θα ολοκληρωθή το βιβλίο αυτό, θα το υπογράφει το όνομα ενός επισκόπου». Δεν μπορούσα να καταλάβω από πού προερχόταν αυτή η σκέψη. Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, κατάλαβα ότι ήταν μία σκέψη που μου είχε υποβληθεί από τον Θεό, διότι μετά την πρώτη μου σύλληψη, στο γραφείο του διοικητή των φυλακών, ολοκλήρωσα την πρώτη έκδοση του βιβλίου μου και στο εξώφυλλο έγραφα:« Επίσκοπος Λουκάς, Δοκίμια για την χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων».
Πέρασαν ακόμη δύο χρόνια. Ήμουν στην πρώτη εξορία στη Σιβηρία, στην πόλη Γενισέισκ. Ήρθε τότε εντελώς ξαφνικά να με συναντήσει ένας μοναχός απ’ το Κρασνογιάρσκ. Στην πόλη αυτή όλοι οι ιερείς είχαν προσχωρήσει στους «νεωτεριστές» και ο πιστός στην κανονική Εκκλησία λαός, έστειλε αυτό το μοναχό να χειροτονηθεί ιερέας, όχι σε μένα στο Γενισέισκ, αλλά στο Μινουσίνσκ σε έναν άλλο ορθόδοξο επίσκοπο. Μία ανεξήγητη όμως δύναμη τον καθοδήγησε σε μένα στο Γενισέισκ. Όταν με αντίκρυσε, ξαφνιάστηκε, πάγωσε και βουβάθηκε. Αποδείχθηκε πως, όταν με είδε, αναγνώρισε ξεκάθαρα εκείνον τον αρ¬χιερέα που είχε δει σε ένα αξέχαστο όνειρο, να τον χειροτονεί ιερέα δέκα χρόνια πριν, ενώ εγώ εκείνον τον καιρό ήμουν δημογιατρός στην πόλη Περεζλάβλ, Ζαλέσκι.
Ο Κύριος ο Θεός με προίκισε με διάφορα ταλέντα. Ταυτόχρονα με το Γυμνάσιο, τελείωσα και τη Σχολή Καλών Τεχνών του Κιέβου. Είχα μεγάλο ταλέντο στη ζωγραφική και αποφάσισα να δώσω στην Ακαδημία Καλών Τεχνών στην Αγία Πετρούπολη. Στα μισά των εξετάσεων όμως τις εγκατέλειψα, γιατί θεώρησα πως πρέπει να υπηρετήσω τον Θεό και τους ανθρώπους με έργο πιο ωφέλιμο απ’ ό,τι η ζωγραφική. Αν και κείνο το διάστημα είχε ξεκαθαρίσει μέσα μου η κατεύθυνση της ζωγραφικής δραστηριότητας την οποία θα ακολουθούσα, εάν δεν εγκατέλειπα τη ζωγραφική: θα ήταν καθαρά θρησκευτική κατεύθυνση, ή θα ακολουθούσα τα ίχνη των Β. Βασνετσώφ και Νέστερωφ.
Από τότε με απασχολούσαν πολύ και επίμονα τα δύσκολα ζητήματα της θεολογίας. Το βασικό στοιχείο του χαρακτήρα μου ήταν η έντονα έκδηλη επιθυμία να υπηρετώ τον Θεό και τους ανθρώπους, και μόνο χάρη σ’ αυτό, παρά την μεγάλη αντιπάθειά μου προς τις φυσικές επιστήμες, έδωσα εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Κιέβου και τελείωσα με άριστα.
Από το Πανεπιστήμιο κιόλας εκδηλώθηκε το μεγάλο μου ταλέντο του ανατόμου και χειρουργού και οι συμφοιτητές μου δεν ήθελαν καν να ακούσουν πως προτίθεμαι να γίνω δημογιατρός. Είχαν αποφασίσει ομόφωνα πως θα γίνω καθηγητής ανατομίας ή χειρουργικής. Απ’ ό,τι γνωρίζετε, είχαν μαντέψει σωστά το μέλλον μου.
Ως δημογιατρός εργάστηκα για δεκατρία χρόνια από 12 έως 14 ώρες την ήμερα. Σκεφτόμουν σοβαρά να εγκαταλείψω το δημοτικό νοσοκομείο και να πάω σε απομακρυσμένα χωριά όπου οι δύστυχοι άνθρωποι πεθαίνουν δίχως νάχουν καμμιά ιατρική βοήθεια. Ο Κύριος, όμως, είχε αποφασίσει διαφορετικά για μένα. Με έστειλε στην Τασκένδη, όπου ήμουν ένας από τους διοργανωτές του Πανεπιστημίου Μέσης Ασίας και καθηγητής της τοπογραφικής ανατομίας και άμεσης χειρουργικής. Ήταν οι αρχές της δεκαετίας του 1920.
Στα χρόνια της πλήρους ασυδοσίας των αντιθρησκευτικών διαδηλώσεων και καρνάβαλων, όπου χλεύαζαν τον Κύριο Ιησού Χριστό, η καρδιά μου φώναξε: «Δεν μπορώ να σιωπώ».
Στην Τασκένδη γινόταν τότε κληρικολαϊκό συνέδριο. Ήμουν παρών και για κάποιο σημαντικό πρόβλημα είχα κάνει μια ενθουσιώδη ομιλία. Αυτή η ομιλία είχε κάνει μεγάλη εντύπωση στον Επίσκοπο Τασκένδης Ιννοκέντιο και στο τέλος του συνεδρίου μού είπε ξαφνικά. «Γιατρέ πρέπει να γίνετε ιερέας».
Ήταν εντελώς απροσδόκητο για μένα, αλλά τα λόγια του Αρχιερέα τα εξέλαβα ως κλήση του Θεού διά των χειλέων του και χωρίς να ταλαντευτώ ούτε ένα λεπτό, απάντησα. «Εντάξει, Σεβασμιώτατε, αν είναι θέλημα Θεού, να γίνω ιερέας».
Και την επόμενη Κυριακή, εγώ, ο καθηγητής της ιατρικής, με ξένοδανεικό ράσο παρουσιάστηκα στον Επίσκοπο που στεκόταν στον θρόνο και χειροτονήθηκα υποδιάκονος και κατά την διάρκεια της θ. Λειτουργίας διάκονος. Μετά από δύο εβδομάδες ήμουν ήδη ιερέας -εφημέριος στον καθεδρικό ναό.
Ένα χρόνο και δυο μήνες πριν από αυτό το μεγάλο γεγονός στη ζωή μου, πέθανε η σύζυγος μου και μητέρα σας. Ο μικρότερος από σας, ο Βαλεντίνος, ήταν τότε έξι χρονών και ο μεγαλύτερος, ο Μιχαήλ, δεκατεσσάρων.
Μετά από δύο χρόνια και τέσσερεις μήνες, ο Κύριος με αξίωσε του μεγάλου αξιώματος του επισκόπου. Η μεγάλη θεία πρόνοια για μένα και σας τα παιδιά μου φάνηκε στο ότι ο Κύριος κάλεσε στην αιωνία ζωή τη μητέρα σας, επιτρέποντας ν’ ασθενήσει από καλπάζουσα φυματίωση, κι έτσι μου άνοιξε το δρόμο για τον μοναχισμό και την αρχιερατική διακονία. Όλες τις φροντίδες για σας, τα παιδάκια μου, τις ανέθεσα στον Κύριο και βέβαια, δεν διαψεύστηκα, ελπίζοντας σ’ Αυτόν. Για την μέριμνα και ανατροφή σας μου έστειλε μια σχεδόν άγνωστη έως τότε γυναίκα, τη Σοφία Σεργκέεβνα Βελέτσκαγια, η οποία, στη διάρκεια των φυλακίσεών μου και των τριών εξοριών, με μεγάλη αυταπάρνηση και αγάπη σήκωσε το βαρύ σταυρό των φροντίδων για σας στα χρόνια του λιμού, σας ανέθρεψε εξαιρετικά και σας έδωσε σχολική μόρφωση.
Αργότερα όλοι σας, οι τρεις γιοί και η κόρη μου, με τις φροντίδες και την βοήθεια των αγγέλων προστατών σας, ολοκληρώσατε τις ανώτατες σπουδές σας. Ο Μιχαήλ εδώ και καιρό έχει γίνει καθηγητής, ενώ ο Αλιόσα και ο Βάλια είναι διδάκτορες των ιατρικών και βιολογικών επιστημών και σε λίγο θα γίνουν επίσης καθηγητές.
Ο Κύριος δέχθηκε όλες τις θυσίες που του πρόσφερα, και όχι μόνο δέχθηκε, αλλά πολλά άλλαξε και διόρθωσε. Εγκατέλειψα τη χειρουργική, χάρη του κηρύγματος για τον Ιησού Χριστό. Δεν σκεφτόμουν καν τη δόξα του χειρουργού, που σίγουρα μου ανήκε. Ενώ στον Θεό η δόξα αυτή ήταν χρήσιμη, σε μεγάλο βαθμό αύξανε την δύναμη και τη σημασία του κηρύγματος μου. Το αναγνωρισμένο και φημισμένο βιβλίο μου «Δοκίμια για την χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων» το ολοκλήρωσα στην εξορία, όταν ήμουν πια αρχιεπίσκοπος. Για την αποφασιστικότητά μου να θυσιάσω τα πάντα προς δόξαν Του, ο Κύριος μού έδωσε ένα άλλο μεγάλο τάλαντο, του εκκλησιαστικού κηρύγματος, και οι εννιά τόμοι των κηρυγμάτων έχουν αναγνωριστεί από την πνευματική ακαδημία της Μόσχας ως «εξαιρετικό φαινόμενο στην σύγχρονη εκκλησιαστική ζωή και θεολογία» και «θησαυρός ερμηνείας της Αγίας Γραφής». Κι εγώ, ο αυτοδίδακτος στη θεολογία εξελέγην μέλος της πνευματικής Ακαδημίας της Μόσχας. Για την Εκκλησία, τα κηρύγματά μου θα έχουν ακόμη μεγαλύτερη σημασία απ’ ό,τι τα «Δοκίμια για τη χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων».
Εκτός απ’ αυτά τα θαυμαστά γεγονότα, για τα οποία μίλησα παραπάνω και διά των οποίων ο Κύριος χωρίς να γνωρίζω πώς, μυστικά, με οδηγούσε στην Αρχιερατική διακονία, βίωσα πολλές φορές ακόμη την παρουσία του Θεού. Αισθάνθηκα αρκετά και αισθητά την παρουσία κι επικοινωνία με τον Θεό στην πνευματική ζωή και στις προσευχές μου.
Όμως, εάν για κάποιον από σας, όλα όσα είπα παραπάνω δεν είναι αρκετά (για να πεισθεί), νομίζω πως η ενασχόλησή του με τις φυσικές επιστήμες τόσο τον έχουν μαγέψει, που δεν θέλει να ακούει αυτά που έχω ζήσει, στα όσα έχω βιώσει αρκετά αισθητά και αδιαμφισβήτητα.
Άλλωστε, θα σας πω, όπως και νάχει, πόσο εκπληκτικά και ξεκάθαρα αποκαλύπτει ο Κύριος ο Θεός το θέλημά Του σε όσους Τον φοβούνται και Τον αγαπούν. Όταν ήμουν στο Λένινγκραντ για εγχείρηση, κατά την τέλεση της παννυχίδας, ο Κύριος με θαυματουργικό τρόπο και συγκλονιστική δύναμη που μου προκάλεσε ρίγη τρόμου, μου έδωσε την εντολή: «Ποίμαινε τα πρόβατα μου, βόσκε τα αρνία μου». Πέρασαν τα χρόνια κι εγώ από ύπουλο διαβολικό πειρασμό, ξέχασα την εντολή αυτή του Θεού. Και ο σατανάς έβαλε και πάλι στην ψυχή μου την ασυγκράτητη ορμή για τη χειρουργική. Γι’ αυτό και ο Κύριος με τιμώρησε με αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς. Δύο φορές χειρούργησε το μάτι μου ο καθηγητής Οντιντσώφ, αλλά ανεπιτυχώς, γιατί η τιμωρία έπρεπε να μείνει πάνω μου.
Τη μέρα μετά τη δεύτερη εγχείρηση, όταν ήμουν ξαπλωμένος με τα μάτια δεμένα, με κυρίευσε και πάλι το πάθος για τη χειρουργική, ενώ ο Κύριος μού έστειλε ένα εκπληκτικό όνειρο: Ήμουν σε μία εκκλησία χωρίς φώτα. Το μόνο φωτισμένο σημείο ήταν το ιερό. Λίγο πιο πέρα απ’ το ιερό υπήρχε η λάρνακα ενός αγίου. Πάνω στην Αγία Τράπεζα είχαν βάλει μια σανίδα και είχαν ακουμπήσει πάνω ένα γυμνό ανθρώπινο πτώμα. Πίσω και δίπλα στο ιερό, είδα τους φοιτητές και τους γιατρούς να καπνίζουν τσιγάρα κι εγώ να τους κάνω μάθημα ανατομίας πάνω στο πτώμα.
Ξαφνιάστηκα από ένα κρότο και, όταν γύρισα το κεφάλι μου, είδα ότι είχε πέσει το σκέπασμα από τη λάρνακα του αγίου. Ο άγιος ανακάθισε μέσα στη λάρνακα, γύρισε και με κοίταξε μ ‘ ένα βλέμμα γεμάτο παράπονο και επίπληξη. Με τρόμο κατανόησα, τελικά, το τεράστιο βάρος της αμαρτίας μου, την παρακοή μου στην εντολή του Κυρίου Ιησού Χριστού, «ποίμαινε τα πρόβατα μου, ποίμαινε τα αρνία μου». Εδώ και δεκαπέντε χρόνια εκλιπαρώ τον Κύριο Ιησού Χριστό να με συγχωρήσει, επαναφέροντας στην μνήμη μου με σαφήνεια το τρομακτικό μου όνειρο και το σώμα του νεκρού που κείτονταν στην Αγία Τράπεζα. Πρόσφατα πληροφορήθηκα από τον Θεό πως η αμαρτία μου συγχωρήθηκε. Από μέρα σε μέρα, όλο και λιγότερο ξεκάθαρα έβλεπα το πτώμα στην Αγία Τράπεζα, ώσπου τελικά εξαφανίστηκε εντελώς.
Και τώρα, παιδιά μου, ας περάσω στα τελευταία λόγια των εντολών και διαθηκών μου προς εσάς.
Πιστεύω βαθειά στον Θεό και όλη την ζωή μου την έκτισα πάνω στις εντολές Του. Και σε σας κληροδοτώ όλη τη ζωή σας να την αφιερώσετε στον Θεό και να χτίζετε όλα και πάντα πάνω στις εντολές του Χριστού.
Για πολύ καιρό και με μεγάλη επιμονή έπλεα κόντρα στο ρεύμα και σε σας τα παιδιά μου κληροδοτώ να πλέετε κόντρα στο ρεύμα, όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό. Να αποστρέφετε το βλέμμα σας και την καρδιά σας από εκείνη τη μεγάλη πλειοψηφία της ανθρωπότητας, που επιδιώκει όχι τους υψηλούς στόχους, αλλά εκείνους που είναι πιο εύκολο να επιτευχθούν. Να μην προσχωρήσετε σ’ αυτή τη μεγάλη πλειοψηφία που ζει όχι με το δικό της νου, αλλά με το νου των ηγετών και χτίζει τη ζωή της, όχι με τις ιερές εντολές του Χριστού, αλλά με τις υποδείξεις εκείνων που έχουν την εξουσία να καθοδηγούν τους ανθρώπους μόνον εκεί, όπου κατά τη γνώμη τους πρέπει να πηγαίνουν, όχι χάρη της βασιλείας των ουρανών, αλλά για χάρη της επίτευξης των αγαθών της επίγειας βασιλείας.
Σκοπό της ζωής να θέσετε την επιδίωξη της ύψιστης αλήθειας και να μην παρεκκλίνετε απ’ αυτό το δρόμο, αν σας αναγκάσουν να υπηρετήσετε τους σκοπούς της κατώτερης αλήθειας, καταπατώντας την ύψιστη αλήθεια του Χριστού.
Να είσαστε έτοιμοι ακόμη και για το μαρτύριο, εφ’ όσον πλέετε κόντρα στο ρεύμα, να τηρείτε πλήρη πίστη ακόμη και στις σκέψεις, στους άντρες και τις γυναίκες σας, όπως τήρησα κι εγώ.
Στις επιστημονικές ενασχολήσεις και στο έργο σας πάνω στη μελέτη των μυστηρίων της φύσης, μην επιδιώκετε τη δόξα για τον εαυτό σας, αλλά μόνο το να ελαφρύνετε τον πόνο των ασθενών και αβοήθητων συνανθρώπων σας.
Να θυμάστε ότι σ’ αυτό το έργο εγώ, ο πατέρας σας, αφιέρωσα όλη μου τη ζωή. Μιμηταί μου γίνεσθε, όπως κι εγώ του Απ. Παύλου και να μην εργάζεστε για την κοιλιά σας, αλλά πρώτ’ απ’ όλα και πάνω απ’ όλα να φροντίζετε εκείνους που δίχως την βοήθειά σας δεν μπορούν να απελευθερωθούν από τη μέγγενη της ανέχειας και του ψέμματος.
Εάν εκπληρώσετε όλα, όσα κληροδοτώ σε σας, θα κατέβη σε σας η ευλογία του Θεού, σύμφωνα με τα αδιάψευστα λόγια του προφητάνακτα Δαβίδ. «Το δε έλεος του Κυρίου από του αιώνος και έως του αιώνος επί τους φοβούμενους αυτόν, και η δικαιοσύνη αυτού επί υιοίς υιών τοις φυλάσσουσι την διαθήκην αυτού και μεμνημένοις των εντολών αυτού του ποιήσαι αυτάς» (Ψαλμ. 102).
Γι’ αυτή την ευλογία και τη χάρη του
Θεού πάντα προσευχόμουν στη ζωή μου για σας τα παιδιά μου, τα εγγόνια
και δισέγγονά μου και, βέβαια, πάντα θα προσεύχομαι στην αιώνια ζωή,
όταν θα σταθώ εμπρός στο βήμα του Θεού μου και Θεού σας, Δημιουργού μου
και Δημιουργού σας.
Και ο καιρός αυτός προφανώς είναι κοντά, γιατί εξασθένησαν η καρδιά μου και οι δυνάμεις μου.
Ο πατέρας σας
Αλούστα 22 Ιουλίου 1956