Εκείνος μας περιμένει την κάθε ώρα, την κάθε στιγμή.
Κι αν κάνουμε βλακείες εμείς, μας φέρει σε αδιέξοδο η αμαρτία μας και
το κακό. Και στο αδιέξοδο αυτό την έχει στημένη και κάθεται ο γλυκύς
Ναζωραίος.
Ο Αναστάς εκ νεκρών. Μας περιμένει.
Μας περιμένει!
Και τότε απελπισμένοι απ’ όλους κι απ’ όλα, ξεγυμνωμένοι και φτωχοί,
πέφτουμε στη δική Του αγκαλιά. Στην Αγία Του Εκκλησία. Για να
πλουτίσουμε τη φτώχεια μας. Για να αναστήσουμε την ψυχή και τη ζωή μας!
Το φως που άναψε τη νύχτα της Αγάπης, σήμερα γέρνει μα δεν σβήνει.
Σαράντα μέρες περπατήσαμε μαζί Του, στον δρόμο της χαράς, εκεί που ο θάνατος νικήθηκε για πάντα.
Σήμερα οι καμπάνες ηχούν με μια γλυκιά χαρμολύπη. Είναι η Απόδοση, το ύστατο χαίρε μιας Άνοιξης που ντύθηκε τα λευκά της Αναστάσεως.
Ψάλλουμε ξανά το «Χριστός Ανέστη», όχι σαν αποχαιρετισμό, μα σαν υπόσχεση.
Τα πασχαλινά κεριά λιώνουν αφήνοντας το μύρο τους, οι πόρτες του Ιερού ετοιμάζονται να κλείσουν, όμως η Ανάσταση δεν φυλακίζεται σε μέρες και ημερολόγια.
Παίρνει τον θρόνο της μες στην καρδιά.
Ας κρατήσουμε την ελπίδα ζωντανή, τώρα που το φως της Λαμπρής γίνεται το καθημερινό μας μονοπάτι.
Χριστός Ανέστη, ψυχή μου, και εις έτη πολλά, λουσμένα στο φως!
Πριν από λίγα χρόνια έβλεπες στα Κοινόβια μια κατάσταση Λαυσαϊκού. Έβρισκες και πλανεμένους και δια Χριστόν Σαλούς και μοναχούς με διορατικό χάρισμα και με ιαματικά χαρίσματα. Σήμερα, ούτε με διορατικό χάρισμα βρίσκεις ούτε με ιαματικά χαρίσματα ούτε δια Χριστόν Σαλούς. Εμείς έχουμε την άλλη σαλάδα· την σαλάδα του κόσμου. Γίναμε “εγκέφαλοι”· γι’ αυτό και παλαβώσαμε. Μπήκε πολλή κοσμική λογική και αυτή η πολλή λογική κατέστρεψε τα πάντα. Και το κακό είναι που δεν το καταλαβαίνουμε.
Μακάριοι, όσοι κατόρθωσαν να ζουν στην αφάνεια και απέκτησαν μεγάλες αρετές και δεν απέκτησαν ούτε και μικρό όνομα. Μακάριοι, όσοι κατόρθωσαν να κάνουν τον παλαβό και, με αυτόν τον τρόπο, προφύλαξαν τον πνευματικό τους πλούτο. Μακάριοι, όσοι έχουν γεννηθεί τρελλοί και θα κριθούν και ως τρελλοί· και, έτσι, θα εισαχθούν στον Παράδεισο χωρίς διαβατήριο.
Μακάριοι, και τρις μακάριοι, είναι εκείνοι οι πολύ γνωστικοί που
κάνουν τον τρελλό για την αγάπη του Χριστού και κοροϊδεύουν όλη την
ματαιότητα του κόσμου, που η δια Χριστόν αυτή τους τρέλλα και σαλότητα
αξίζει περισσότερο απ’ όλη την γνώση και την σοφία των σοφών όλου του
κόσμου τούτου.
Παρακαλώ,
να μου δώσει ο Θεός –ή μάλλον, να μου πάρει– το λίγο μυαλό μου, για να
μου εξασφαλίσει έστω με τον τρόπο αυτόν τον Παράδεισο, με το να με
κρίνει ως τρελλό. Ή, να με τρελλάνει με την αγάπη Του, για να βγω
έξω από τον εαυτό μου, έξω από την γη και από την έλξη της γης, διότι
αλλιώς δεν έχει νόημα η ζωή μου.
Παλιά που υπήρχαν οι δια Χριστόν Σαλοί, υπήρχαν ελάχιστοι τρελλοί στον κόσμο.
Μήπως θα πρέπει να παρακαλέσουμε τους δια Χριστόν Σαλούς να κάνουν καλά
τους φύσει σαλούς και να αναδειχθούν πάλι δια Χριστόν Σαλοί;…».
«Διαβάς εις Μακεδονίαν βοήθησαν ημίν» (Πράξ. 16,9), είναι η έκκληση του
Μακεδόνα που βλέπει σε όραμα ο Απόστολος Παύλος ενώ βρίσκεται στην
Τρωάδα. Τη φωνή αυτή τη θεωρεί ως φωνή Θεού και χωρίς αναβολή αποφασίζει
να διαπεραιωθεί στο εκλεκτότερο τμήμα της Ευρώπης, τη Μακεδονία. Μαζί
του παίρνει και τους εκλεκτούς του συνεργάτες, Τιμόθεο, Σίλα και Λουκά.
Αποβιβάζονται στη Νεάπολη, σημερινή Καβάλα, κι από κει αναχωρούν για
τους Φιλίππους. Έξω από την πόλη των Φιλίππων και κοντά στις όχθες του
Ζυγάκτου ποταμού είναι ο τόπος προσευχής των Ιουδαίων. Στις
συγκεντρωμένες εκεί γυναίκες ο Απόστολος Παύλος κηρύττει, για πρώτη φορά
στην Ευρώπη, το λόγο του Θεού.
Οι θεοφοβούμενες γυναίκες ακούν με προσοχή και ευλάβεια τα λόγια του
άγνωστου Ιουδαίου. Αλλά εκείνη που περισσότερο απ’ όλες ενθουσιάζεται
είναι η Λυδία, η προσήλυτος πορφυρόπωλις από τα Θυάτειρα. Μέσα της
γίνεται ένας σεισμός. Η καρδιά της Λυδίας ήταν πάντα ανήσυχη.
Δεν μπορούσε να λατρεύει θεούς και θεές που οργίαζαν μεταξύ τους.
Έτσι οδηγήθηκε στον κήπο προσευχής των Ιουδαίων. Γνώρισε το νόμο του
Ισραήλ κι άναψε μέσα της ή δίψα για την αναζήτηση του Μεσσία. Και τώρα ακούει για πρώτη φορά τον Απόστολο Παύλο να μιλάει για το Λυτρωτή του κόσμου.
Η Λυδία αποδέχεται χωρίς καμιά αντίρρηση τη νέα διδασκαλία. Πιστεύει
στο Χριστό και δηλώνει κατηγορηματικά πως και αυτή θέλει να γίνει
Χριστιανή. Και ο Απόστολος Παύλος ολοκληρώνει το έργο του. Στα γάργαρα
νερά του ποταμού Ζυγάκτου βαπτίζει τη Λυδία.
Η πρώτη χριστιανή της Μακεδονίας πολιτογραφείται στη βασιλεία των Ουρανών. Τώρα είναι το πρώτο μέλος της πρώτης Εκκλησίας της Ελλάδος.
Η καρδιά της πλημμυρίζει από αισθήματα ευγνωμοσύνης προς αυτούς πού
άνοιξαν τα μάτια της ψυχής της και ζήτα να τους φιλοξενήσει στο σπίτι
της.
«Και τις γυνή ονόματι Λυδία, πορφυρόπωλις πόλεως Θυατείρων, σεβόμενη
τον Θεόν, ήκουεν, ης ο Κύριος διήνοιξε την καρδίαν προσέχειν τοις
λαλουμένοις υπό του Παύλου, ως δε έβαπτίσθη και ο οίκος αυτής,
παρεκάλεσε λέγουσα• ει κεκρίκατέ με πιστήν τω Κυρίω είναι, εισελθόντες εις τον οίκον μου μείνατε• και παρεβιάσατο ημάς». (Πράξ. 16,14-15).
Απολυτίκιο: Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.
Τον Θεόν σεβόμενη διανοίας ευθύτητι, το της χάριτος φέγγος διά Παύλου
είσδεδεξαι, και πρώτη εν Φιλίπποις τω Χριστώ, έπιστευσας θεόφρον
πανοικεί, διά τούτο σε τιμώμεν ασματικώς, Λυδία Φιλιππησία. Δόξα τω
εύδοκησαντι εν σοι, δόξα τω σε καταυγάσαντι, δόξα τω χορηγούντι διά σού,
ημίν τα κρείττονα.
Η Ανάσταση συνεχίζεται! Αυτό δείχνει και η γιορτή της
Αποδόσεως του Πάσχα. Τα ίδια γράμματα της νύχτας της Αναστάσεως,
ακούγονται και κατά την Απόδοση του Πάσχα. Τελείται μια μέρα πριν απ’ τη
γιορτή της Αναλήψεως.
Κάθε μεγάλη γιορτή στην Ορθόδοξη λατρεία έχει την «απόδοσή» της. Κάθε
γιορτή είναι ζωντανό γεγονός, που επαναλαμβάνεται στη ζωή της
Εκκλησίας, στη ζωή του πιστού.
Αλλά και για άλλο λόγο γίνεται ο επανεορτασμός μιας εορτής, δηλαδή η
απόδοσή της. Για ν’ απολαύσουμε ακόμα μια φορά την ομορφιά της γιορτής.
Όταν ένα θέαμα είναι ωραίο, ποθούμε να το ξαναδούμε. Όταν ένα φαγητό
είναι νόστιμο, θέλουμε να το ξαναγευτούμε. Ο εορτασμός κάποιου γεγονότος
της ζωής του Χριστού ή της Θεοτόκου, προξενεί γλυκύτητα στη ψυχή, που
θέλει να το ξαναγιορτάσει.
Τη γλυκύτητα περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο γεγονός, την
αισθανόμαστε για τη γιορτή του Πάσχα. Γιορτή ευφροσύνης. «Πανήγυρις έστι
πανηγύρεων». Ποτέ άλλοτε δεν σκιρτά η ψυχή τόσο πολύ, όσο τη νύχτα της
Αναστάσεως. Χαιρόμαστε για το θρίαμβο του Αναστάντος Κυρίου.
Θρίαμβος της ζωής κατά του θανάτου. Του Χριστού κατά του Άδη. Της
χαράς κατά της λύπης. Της αλήθειας κατά του ψεύδους. Αυτή η ευφροσύνη
για την Ανάσταση του Χριστού είναι καθολική και αιώνια. Ουρανός και γη
συγχορεύουν. Όχι μια φορά. Πάντοτε, αιώνια. «Ουρανοί μεν επαξίως
ευφραινέσθωσαν, γη δε αγαλλιάσθω· εορταζέτω δε κόσμος, ορατός τε άπας
και αόρατος. Χριστός γαρ εγήγερται, ευφροσύνη αιώνιος» (κανόνας Πάσχα).
Η Ανάσταση συνεχίζεται. Κάθε φορά, που τελούμε τη θεία
Λειτουργία. Η θεία Λειτουργία ξαναζωντανεύει μπροστά μας όλα τα στάδια
της ζωής του Χριστού. «Οδεύωμεν διά πασών των ηλικιών του Χριστού», όπως
λέει ο άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος.
Ο Χριστός γεννάται, στην «πρόθεση», που τελείται στην αριστερή κόγχη
του ιερού που μοιάζει με φάτνη. Ο Χριστός βγαίνει στο κόσμο για να
κηρύξει το Ευαγγέλιό Του, κατά τη μικρή είσοδο, που ο ιερέας βγαίνει με
υψωμένο το Ευαγγέλιο. Ο Χριστός ανεβαίνει στα Ιεροσόλυμα για να
θυσιαστεί, κατά τη μεγάλη είσοδο. Ο Χριστός υψώνεται πάνω στο Σταυρό και
θυσιάζεται, κατά την προσφορά και τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, που
γίνεται με την προσφώνηση: «Τα σα εκ των σων…». Ο Χριστός ανασταίνεται,
κατά τη μετάληψη των αχράντων Μυστηρίων, που πλημμυρίζει τη καρδιά από
αναστάσιμη χαρά. Γι’ αυτό και ο λειτουργός, όταν κοινωνεί, ευθύς αμέσως
λέει το «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι…».
Κάθε θεία Λειτουργία είναι μια ανάμνηση του Σταυρού και της
Αναστάσεως. Είναι το σταυρώσιμο και αναστάσιμο Πάσχα. Ιδιαίτερα η
Λειτουργία της Κυριακής έχει αναστάσιμο χαρακτήρα. Είναι η Λειτουργία
της «μιας των σαββάτων». Την Κυριακή είναι όλα αναστάσιμα. Τα απολυτίκια
των οκτώ ήχων, όλα αναστάσιμα. Αλλά και τα τροπάρια του όρθρου της
Κυριακής. Κατεξοχήν αναστάσιμη είναι η περίοδος του Πάσχα, του
Πεντηκοσταρίου, που αρχίζει τη νύχτα της Αναστάσεως και τελειώνει τη
Κυριακή των Αγίων Πάντων.
Η Ανάσταση συνεχίζεται! Επαναλαμβάνεται κάθε φορά, που οι πιστοί έχουν Πάσχα.
Οι κοσμικοί συνάνθρωποί μας μια φορά το χρόνο έχουν Πάσχα. Και ούτε
αυτό αντιλαμβάνονται. Δεν το απολαμβάνουν. Νομίζουν, πως Πάσχα είναι το
σουβλιστό αρνί, τα κόκκινα αυγά, το γλέντι και το ξεφάντωμα! Οι πιστοί
γιορτάζουν το αληθινό Πάσχα, μάλιστα πολλές φορές στη ζωή τους. Όταν με
πίστη ζουν το μυστήριο του Χρίστου, το μυστήριο του Σταύρου και της
Αναστάσεως. Ζουν το νέο Πάσχα. Όταν κατορθώνουν και κάνουν μεγάλα
περάσματα. Πάσχα σημαίνει διάβαση, πέρασμα. Ο Χριστός σταυρώθηκε και
αναστήθηκε, για να μας περάσει απ’ την ενοχή της αμαρτίας στη δικαίωση.
Απ’ τα έργα του σκότους στην αγιότητα. Απ’ τη φθορά στην αφθαρσία.
Κάθε φορά, που ξεπερνάμε τα γήινα, που υπερπηδάμε τα προβλήματα, που
υπερνικάμε τις θλίψεις, που περνάμε το ορμητικό ποτάμι της ζωής ή τη
φουρτούνα της θάλασσας των πειρασμών, κάνουμε θαυμαστή διάβαση. Πάσχα
γιορτάζουμε! Όταν αξιωνόμαστε να κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του
Ιησού Χριστού. Με τη Θεία Κοινωνία κάνουμε όχι απλώς διάβαση, αλλά
υπέρβαση. Ξεπερνάμε τα μέτρα μας. Αποκτάμε θεϊκές διαστάσεις.
Αποσπόμαστε απ’ τη γη. Ξεκολλάμε απ’ τη λάσπη. Ανερχόμαστε προς τον
ουρανό. Γινόμαστε κοινωνοί του Χριστού. Κοινωνοί των παθημάτων Του και
της Αναστάσεώς Του. Γινόμαστε κοινωνοί θείας φύσεως (Β’ Πέτρ. α’ 4).
Γινόμαστε χριστοφόροι, θεοφόροι.
Η Ανάσταση συνεχίζεται! Επαναλαμβάνεται στη ζωή των αγίων. Οι
άγιοι είναι αμαρτωλοί, που αναστήθηκαν. Σ’ ένα τροπάριο παρακαλούμε·
«Ανάστησον ημάς πεσόντας τη αμαρτία». Η αμαρτία είναι θάνατος. Η
μετάνοια είναι ανάσταση. Νύχτα σκοτεινή η αμαρτία, μέρα λαμπρή η ζωή
της μετανοίας. Κάθε χριστιανός, που μετανοεί, είναι ένας αναστημένος.
Κάθε άγιος αποτελεί ζωντανή απόδειξη της δυνάμεως της Αναστάσεως. Η
φωτεινή ζωή του αποτελεί ανταύγεια του αναστάσιμου φωτός.
Ο ιερός Χρυσόστομος στην ομιλία του « Εις το Άγιον Πάσχα»,
αναφερόμενος στους νεοφώτιστους χριστιανούς, για κείνους, δηλαδή, που
βαπτίζονταν ομαδικά κατά τη νύχτα του Μεγ. Σαββάτου, λέει: Θέλω ν’
απευθύνω το λόγο σ’ αυτούς, που τη φωτόλουστη αυτή μέρα αξιώθηκαν το
θείο βάπτισμα. Οι νεοφώτιστοι είναι τα καλά δενδρύλλια της Εκκλησίας, τα
λουλούδια τα πνευματικά, οι νέοι στρατιώτες του Χριστού. Πριν από χτες ο
Κύριος μας βρισκόταν στο Σταυρό. Έτσι κι αυτοί, πριν από χτες
βρίσκονταν στην κυριαρχία της αμαρτίας. Αλλά τώρα συναναστήθηκαν μαζί με
το Χριστό. Ο Χριστός σωματικά πέθανε κι αναστήθηκε. Αυτοί ήσαν
πεθαμένοι στο λάκκο της αμαρτίας. Κι απ’ την αμαρτία αναστήθηκαν. Η γη
τώρα την άνοιξη τριαντάφυλλα και γιασεμιά κι άλλα λουλούδια μας χαρίζει.
Το βαπτιστήριο με τ’ αγιασμένα νερά μας χάρισε σήμερα ανθόκηπο πιο
όμορφο απ’ της γης.
Η αλλαγή του ανθρώπου αποτελεί την τρανότερη απόδειξη της
Αναστάσεως. Απ’ τον τάφο της αμαρτίας ανασταίνεται ο άνθρωπος με τη
δύναμη της μετανοίας.
Ποιό είναι δυσκολότερο; Το ν’ αναστηθεί ένας αμαρτωλός απ’ το μνήμα
της ακολασίας ή το να αναστηθεί το σώμα του ανθρώπου απ’ τον τάφο της
φθοράς; Φαίνεται το δεύτερο δυσκολότερο. Κι όμως, το πρώτο είναι. Για
την ανάσταση των σωμάτων καμιά αντίσταση δεν προβάλλεται. Για την αλλαγή
της ψυχής υπάρχει η αντίστασης της θελήσεως, του παλαιού άνθρωπου.
Πολύ δύσκολη η πνευματική ανάσταση. Το να γίνει: Ο θυμώδης, πράος. Ο
χαρτοπαίκτης και φιλάργυρος, ελεήμων. Ο μέθυσος, εγκρατής. Ο
σαρκολάτρης, σώφρων. Ο εγκληματίας, ήσυχος. Ο άγριος, άγιος. Αυτό το
τόσο δύσκολο είναι γεγονός. Το βλέπουμε στο χώρο της χάριτος, στη ζωή
της Εκκλησίας.
Η Εκκλησία έχει τη δύναμη της μεταμορφώσεως, της αλλαγής του
ανθρώπου. Είναι η Εκκλησία της Αναστάσεως. Ο Χριστός, η κεφαλή της
Εκκλησίας, είναι όχι μόνο ο αναστάς εκ νεκρών, αλλά και ο εγείρων τους
νεκρούς. Είναι νεκρεγέρτης ο Ιησούς Χριστός. Αφού, λοιπόν, γίνεται το
δύσκολο, η ανάσταση τόσων αμαρτωλών, δεν μπορεί να γίνει το εύκολο, η
ανάσταση των σωμάτων κατά την κοινή ανάσταση;
Μήνυμα
ελπίδας, δύναμης και πνευματικής στήριξης προς τους μαθητές και τις
μαθήτριες που ετοιμάζονται να δώσουν τη μάχη των Πανελλαδικών Εξετάσεων
απευθύνει ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμος.
Επιμέλεια: Κατερίνα Θεοχάρη
Με λόγο πατρικό, ανθρώπινο και γεμάτο
αγάπη, ο Μακαριώτατος επιχειρεί να στηρίξει ψυχολογικά τους νέους
ανθρώπους, σε μια από τις πιο απαιτητικές περιόδους της μαθητικής τους
ζωής. Το μήνυμα του Προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος έρχεται λίγες
ημέρες πριν την έναρξη των εξετάσεων, σε μια περίοδο όπου χιλιάδες
οικογένειες βιώνουν άγχος, αγωνία αλλά και μεγάλες προσδοκίες.
Σύμφωνα με εκκλησιαστικές πηγές που
μίλησαν στο vimaorthodoxias.gr, ο Αρχιεπίσκοπος επιθυμεί κάθε χρόνο να
βρίσκεται πνευματικά κοντά στους μαθητές, τονίζοντας πως οι εξετάσεις
αποτελούν έναν σημαντικό σταθμό, αλλά όχι τον μοναδικό δρόμο που
καθορίζει τη ζωή ενός ανθρώπου.
Ο Μακαριώτατος υπογραμμίζει ιδιαίτερα
ότι «η απογοήτευση δεν ταιριάζει σε νέους ανθρώπους», στέλνοντας μήνυμα
αισιοδοξίας και εσωτερικής δύναμης.
Παράλληλα, καλεί τα παιδιά να
προσθέσουν δίπλα στον αγώνα και στη μελέτη τους την προσευχή, «αυτή την
εκπληκτική δυνατότητα επικοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό Πατέρα».
Αναλυτικά το μήνυμα του Αρχιεπισκόπου έχει ως εξής:
«Αγαπητά μου παιδιά,
Να λοιπόν, που έφθασε η ημέρα για να
αποχαιρετήσετε το σχολείο μετά από πολλά πολλά χρόνια, το σχολείο που
σας χάρισε ανεξίτηλες αναμνήσεις από τα πρώτα χρόνια της ζωής σας.
Μέσα στην ένταση και την αγωνία των
ημερών, που δικαιολογημένα και -πιστεύω- χωρίς υπερβολές δοκιμάζετε τις
παραμονές των πανελληνίων εξετάσεων, επιτρέψτε μου να ανοίξουμε μαζί μια
όμορφη παρένθεση: Ελάτε να θυμηθείτε -ίσως να βρείτε και παλαιές
φωτογραφίες- από τις πρώτες εκείνες στιγμές σας στον Παιδικό Σταθμό και
στο Νηπιαγωγείο.
Να ακούσετε και πάλι το κουδούνι στον
Αγιασμό της Α΄ Δημοτικού, να φέρετε στον νου σας τον Δάσκαλο ή την
Δασκάλα που σας έμαθε τα πρώτα γράμματα. Και μετά να μετρήσετε τον
αριθμό των βιβλίων που έπρεπε να μελετήσετε στα χρόνια του Γυμνασίου και
του Λυκείου, τα μαθήματα που σας δυσκόλεψαν, αλλά και τις ωραίες παρέες
με τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριές σας.
Τι λοιπόν; Δεν άξιζαν όλα αυτά τα χρόνια, οι εμπειρίες, οι δυσκολίες, οι αγωνίες, οι χαρές, η ικανοποίηση;
Τώρα βέβαια, στο τέλος μιάς μεγάλης
πορείας, που θα την χαρακτήριζα “ιστορική”, έχετε να διαγωνισθείτε στις
πανελλήνιες εξετάσεις. Ετοιμασθήκατε όσο καλύτερα γινόταν. Σας προτρέπω
να μελετήσετε τις τελευταίες ημέρες με πρόγραμμα και μέθοδο.
Να βρείτε λίγο χρόνο και για
ξεκούραση, αναψυχή και χαμόγελο. Σας συνοδεύουν οι ευχές και η αγάπη
όλων μας, των γονέων σας και όσων συνοδοιπορούν μαζί σας σε αυτόν τον
όμορφο, και λίγο ανηφορικό, δρόμο.
Σε κάθε περίπτωση η απογοήτευση δεν
ταιριάζει σε νέους ανθρώπους, άλλωστε το αποτέλεσμα αυτών των εξετάσεων
δεν επηρεάζει απαραίτητα όλη την μελλοντική πορεία σας. Με θάρρος και
αισιοδοξία προχωρήστε.
Δίπλα σε όλα τα εφόδια σας, μπορείτε
να προσθέσετε και την προσευχή στον Θεό, αυτή την εκπληκτική δυνατότητα
της επικοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό Πατέρα, που χαρίζει στην ψυχή
ειρήνη και γλυκύτητα, δύναμη και ελπίδα.
Σας εύχομαι από τα βάθη της καρδιάς
μου θεία φώτιση, επιμονή και υπομονή, επιτυχημένη πορεία σε όλη την ζωή
σας και κάθε καλή καρποφορία στους κόπους σας!
Με πατρικές ευχές για κάθε επιτυχία!
Ο Αρχιεπίσκοπος
• Ο Αθηνών Ιερώνυμος Β΄»
Το μήνυμα του Αρχιεπισκόπου έρχεται
σε μια περίοδο όπου η πίεση προς τους μαθητές είναι ιδιαίτερα αυξημένη,
με το άγχος των εξετάσεων να επηρεάζει όχι μόνο τα παιδιά αλλά και
ολόκληρες οικογένειες.
Σύμφωνα με το Υπουργείο Παιδείας, οι
Πανελλαδικές Εξετάσεις αποτελούν μια από τις σημαντικότερες
εκπαιδευτικές διαδικασίες της χώρας, ωστόσο ειδικοί ψυχικής υγείας
επισημαίνουν ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως «τελική κρίση» για τη
ζωή των νέων ανθρώπων.
Εκκλησιαστικοί κύκλοι ανέφεραν στο
vimaorthodoxias.gr ότι το μήνυμα του Μακαριωτάτου επιχειρεί ακριβώς να
υπενθυμίσει στους μαθητές ότι η αξία τους δεν εξαρτάται αποκλειστικά από
ένα γραπτό αποτέλεσμα, αλλά από τον συνολικό αγώνα, την προσωπικότητα
και την πορεία ζωής που χτίζουν καθημερινά.
Με λόγο γεμάτο πατρική τρυφερότητα, ο
Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος επιχειρεί για ακόμη μία φορά να σταθεί δίπλα
στη νέα γενιά, καλώντας τους μαθητές να πορευθούν με πίστη, ψυχραιμία,
δύναμη και ελπίδα.
Είναι
πολύ σημαντικό στην ζωή μας να τα βλέπουμε όλα κατά Θεό. Όχι μόνο τα
ευχάριστα, τα καλά, τα δοξασμένα και κολακευτικά. Αλλά κι όλα εκείνα που
ενδεχομένως μας πικραίνουν ή μας πληγώνουν γεμίζοντας ερωτηματικά την
ψυχή μας. Εκεί στα δύσκολα είναι που φανερώνεται η ουσιαστική σχέση με
τον Χριστό.
Στα
δύσκολα κρίνονται οι μεγάλες αγάπες. Οι δοκιμασίες είναι το χνώτο του
Θεού στην ζωή μας, που προσπαθεί να ζεστάνει την καρδιά μας, ώστε να
υπάρξει ικανή στην υποδοχή της χάριτος. Γιατί όταν εσύ σιωπάς και
υπομένεις μιλάει ο Θεός.
Η
ασθένεια, η θλίψη, ο πόνος, τα δάκρυα, ίσως μια προσβολή, μια κατηγορία
ή συκοφαντία, όλα είναι επισκέψεις της Χάριτος. Δηλαδή είναι ο Θεός που
ενεργεί και επιτρέπει περιστατικά μέσα στην ζωή μας με σκοπό να μας
μεγαλώσει και ωριμάσει πνευματικά. Θέλει να μας μάθει τους τρόπους και
τους δρόμους που συναντιόμαστε μαζί Του, και για να γίνει αυτό, πρέπει
να σπάσει ο εγωισμός μας.
Δεν
είναι τόσο εύκολο, σαφέστατα και είναι δύσκολο να διακρίνουμε πίσω απο
την πληγή την αγάπη του Θεού, όμως είναι αλήθεια. Ο Θεός δεν προκαλεί
τον πόνο, όμως τον μεταμορφώνει σε ευκαιρία. Όπως πήρε το θάνατο του
Χριστού και τον έκανε Πάσχα.
Γι
αυτό μετά το πρώτο σοκ που επιφέρει μια σκληρή δοκιμασία ή ακόμη και
τον αιφνιδιασμό που αισθανόμαστε, ας προχωράμε στην αποδοχή του
γεγονότος ως επίσκεψη του Θεού. Έλεγε ο Γέροντας Αιμιλιανός, Θὰ ἔρθη
βροχή, λαίλαπα, χαλάζι, κεραυνός; «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον».
…
Μη νομίσεις πως έχω να σου πω κάτι μεγάλο. Ένας φτωχός μοναχός είμαι.
Μα όταν ένας άνθρωπος περνά τόσο βαριά δοκιμασία, καμιά φορά δεν
χρειάζονται πολλά λόγια. Χρειάζεται μόνο να αισθανθεί πως κάποιος τον
θυμάται ενώπιον του Θεού και παρακαλεί την Παναγία να τον σκεπάζει.
Τώρα, παιδί μου, να μη βασανίζεις τον νου σου με πολλούς λογισμούς. Η αρρώστια κουράζει το σώμα, αλλά οι λογισμοί κουράζουν πιο πολύ την ψυχή. Έρχονται σαν τη μύγα στην πληγή και δεν την αφήνουν να ησυχάσει. Να τους αφήνεις να περνούν και να λες σιγά: «Χριστέ μου, κράτησέ με». Αυτό, όταν βγαίνει από πόνο, είναι μεγάλη προσευχή.
Ο
κόσμος σε αγάπησε πολύ. Έδωσες χαρά, φως, γλυκύτητα σε ανθρώπους που
ίσως δεν γνώρισες ποτέ. Αυτό ο Θεός το βλέπει αλλιώς απ’ ό,τι το βλέπουν
οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι θυμούνται τα φώτα, τα χειροκροτήματα, την
ομορφιά, την λάμψη. Ο Θεός όμως βλέπει τον
κόπο της καρδιάς, την κούραση που κρύφτηκε πίσω από το χαμόγελο, την
ψυχή που έδωσε χαρά ενώ και η ίδια πολλές φορές θα είχε ανάγκη από
παρηγοριά.
Και τώρα που η ψυχή ζητά ανάπαυση, να την ακουμπήσεις ήσυχα στον Χριστό. Ο Θεός δεν ζητά από τον άρρωστο κατορθώματα. Δεν ζητά μεγάλες προσευχές, ούτε λόγια πολλά. Ζητά μόνο λίγη εμπιστοσύνη. Ένα «μη με αφήσεις». Ένα «Παναγία μου, κάθισε κοντά μου». Η Παναγία καταλαβαίνει και την μισή κουβέντα και το δάκρυ που δεν βγαίνει.
Μη στενοχωριέσαι για όσα έμειναν μισά. Στη
ζωή όλων των ανθρώπων μένει κάτι μισό: μια κουβέντα, μια συγγνώμη, μια
αγκαλιά, ένας πόθος. Ο Θεός όμως είναι πολύ αρχοντικός. Δεν παίρνει τα
πράγματα με την μικρή ανθρώπινη δικαιοσύνη μας. Παίρνει το μισό, όταν έχει ταπείνωση, και το συμπληρώνει με το έλεός Του.
Να
μη φοβηθείς την αδυναμία σου. Μέσα στην αδυναμία, όταν ο άνθρωπος δεν
σκληραίνει, μπορεί να μπει πολλή Χάρη. Οι άνθρωποι θαυμάζουν τον δυνατό
άνθρωπο. Ο Χριστός όμως πλησιάζει πολύ τον κουρασμένο, τον πονεμένο, εκείνον που δεν έχει πια δύναμη να κρατηθεί μόνος του. Τότε τον κρατά Εκείνος πιο σιγά, πιο μυστικά, σαν μάνα που κρατά το παιδί της τη νύχτα.
Θα
σε μνημονεύουμε στην προσευχή. Θα κάνουμε κομποσχοίνι με πόνο για σένα
και θα παρακαλούμε την Παναγία να σου δίνει ειρήνη στην καρδιά. Όχι την
ειρήνη που δίνει ο κόσμος, που έρχεται και φεύγει, αλλά εκείνη την ήσυχη ειρήνη που κατεβαίνει από τον Θεό και κάνει την ψυχή να αναπαύεται ακόμη και μέσα στην μεγάλη δοκιμασία.
Και
να θυμάσαι, παιδί μου: ο Χριστός δεν στέκεται μακριά από τον άνθρωπο
που πονά. Στέκεται κοντά του. Πολύ κοντά. Κι αν ο άνθρωπος δεν μπορεί
πια να Τον κρατήσει, τότε τον κρατά ο ίδιος ο Χριστός.
Τη μνήμη του Αγίου Πατρικίου και των συν αυτώ Μαρτυρησάντων τιμά σήμερα, 19 Μαΐου, η Εκκλησία μας.
Οι άριστες θεολογικές του γνώσεις, αλλά και η θερμή του πίστη,
ανέδειξαν τον Πατρίκιο επίσκοπο Προύσσης. Η θέση αυτή για τον Πατρίκιο
υπήρξε πνευματικό φρούριο για την υπεράσπιση του Ευαγγελίου και
ορμητήριο για την πάταξη της ειδωλολατρικής πλάνης.
Στην αποστολική του αυτή εργασία δε θέλησε να είναι μόνος. Είχε μαζί
του και τρεις πρόθυμους συνεργάτες, τον Ακάκιο, το Μένανδρο και τον
Πολύαινο. Μαζί τους ο Πατρίκιος έφερε στη χριστιανική πίστη πολλούς ειδωλολάτρες.
Αυτό, όμως, καταγγέλθηκε στον άρχοντα Ιουλιανό τον Υπατικό, και αμέσως συνελήφθησαν.
Ο άρχοντας με φιλοσοφικές συζητήσεις προσπάθησε να πείσει τον Πατρίκιο ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός. Ο
Πατρίκιος, με τη ρητορική δεινότητα και την άριστη θεολογική κατάρτιση
που διέθετε, ανέτρεψε το ένα μετά το άλλο τα επιχειρήματα του Ιουλιανού.
Αυτός, βλέποντας την ιδεολογική συντριβή του από το χριστιανό
διδάσκαλο, διέταξε και αποκεφάλισαν τον Πατρίκιο με τους τρεις
συνεργάτες του.
Απολυτίκιο: Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Τετράς θεοφόρητος, Ιεραρχών ιερών, Τριάδα την άκτιστον, κατ’ εναντίον
εχθρών, πανσόφως εκήρυξε, Πατρίκιος ο της Προύσης, θεηγόρος ποιμάντωρ,
Ακάκιος συν Μενάνδρω, και Πολύαινος άμα, διό και ως αθλήσαντες, δόξης
ηξιώθησαν.
Εκδήλωση
τιμής για την ιερατική οικογένεια πραγματοποιήθηκε χθες Κυριακή 17 Μαΐου
2026 στον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης
Πειραιώς, με την ευκαιρία προσκυνήσεως στο Ναό της Τιμίας Χειρός του
Αγίου Δημητρίου Γκαγκαστάθη, εγγάμου και υπερπολυτέκνου Ιερέως, ο οποίος
τέθηκε από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραιώς κ. Σεραφείμ, Προστάτης
και Έφορος για τις ιερατικές οικογένειες της τοπικής μας Εκκλησίας.
Αρχικά
τελέστηκε Πανηγυρικός Εσπερινός, χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου
Μητροπολίτου Πειραιώς κ. Σεραφείμ και συγχοροστατούντος του
Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Αχελώου κ. Νήφωνος, βοηθού Επισκόπου και
Πρωτοσυγκέλλου της τοπικής μας Εκκλησίας.
Εν συνεχεία
τιμήθηκαν για την προσφορά και το έργο τους δύο εκλεκτοί Ιερείς της
Μητροπόλεώς μας. Πρόκειται για τους Αιδεσιμ. Πρωτοπρεσβυτέρους Βασίλειο
Τσιμούρη, Αρχιερατικό Επίτροπο της Γ΄ Αρχιερατικής Περιφέρειας και
Ιωάννη Ρισάνο, ο οποίος εφημέρευσε ευόρκως στην τοπική μας Εκκλησία επί
σειρά ετών.
Στη σύντομη
προσλαλιά του ο Σεβασμιώτατος, αρχικά τόνισε πως η εκδήλωση αυτή είναι
«μία αναγωγή και μία αναφορά στον εν Τριάδι Πανάγιο Θεό για τα δώρα που
μας προσφέρει η Αγάπη Του». Ο Κύριος «μας χάρισε την επίγνωση της
αληθείας και της ζωής» «και μας χαρίζει αδιαπτώτως τη ζωή και το φως, τη
χαρά και την ειρήνη, την Ανάσταση και την ευδοκία», πρόσθεσε,
υπογραμμίζοντας ότι «Εκείνος τροφοδοτεί και ζωογονεί την Αγία Του
Εκκλησία με το Πανάχραντο Σώμα Του και το Πανάσπιλο Αίμα Του» και έτσι
αποβαίνουμε όλοι «σύσσωμοι και σύσαρκοι και σύναιμοι και σύζωοι με
Εκείνον».
Αναφερόμενος
στο θεσμό της Εκκλησίας, σημείωσε ότι ο Κύριος «στο έργο αυτό κάλεσε
τους Αποστόλους και εκείνοι τους Επισκόπους και τους Πρεσβυτέρους». «Σε
αυτόν τον ιερό Αγώνα, ο Κύριος μας χαρίζει θεόμορφα πρόσωπα, θεοειδή,
θεοχαρίτωτα, που Εκείνος καλεί και που Εκείνος μέσα στα βάθη της
ανθρώπινης υπάρξεως κατεργάζεται τη μεγάλη και ανεπανάληπτη κρίση και
καλεί» «όλους εκείνους τους αγίους, οι οποίοι εκλήθησαν για να αποβούν
οι μυσταγωγοί, οι μέντορες και ποδηγέτες του λαού του Θεού», συμπλήρωσε.
Αφού
ευχαρίστησε τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Τρίκκης, Γαρδικίου και Πύλης κ.
Χρυσόστομο, για τη μεταφορά, ύστερα από κανονική άδεια της Ιεράς
Συνόδου, και τη μεγάλη ευλογία της προσκυνήσεως της Τιμίας Χειρός του
Αγίου Δημητρίου Γαγκαστάθη στον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό Αγίων
Κωνσταντίνου και Ελένης Πειραιώς και τον Πρωτοπρεσβύτερο Ιωάννη
Παναγιώτου, Γενικό Αρχιερατικό μας Επίτροπο και προϊστάμενο του
Μητροπολιτικού Ναού, επεσήμανε πως έχουμε ανάμεσά μας την Τιμία Χείρα
του Αγίου «που ευλογούσε, που αγίαζε, που λειτουργούσε, που θυμιάτιζε,
που υψωνόταν στους ουρανούς». «Του αγνού και ταπεινού μέλους της
Εκκλησίας του Χριστού, του πολυτέκνου Ιερέως, πατρός εννέα θυγατέρων, ο
οποίος στα ύστερα χρόνια μας, κατόρθωσε να συνεχίσει την αδιάσπαστη
ενότητα της Χάριτος» «και να αποβεί συνομιλητής των Αγγέλων, κοινωνός
της Χάριτος του Θεού».
«Αποφασίσαμε
να ικετεύσουμε τον νέο αυτό Άγιο της Εκκλησίας», συνέχισε ο
Σεβασμιώτατος, «να σκεπάζει τις ιερατικές οικογένειες που είναι οι
προμαχώνες της ιερωσύνης και της διακονίας της πίστεως της αμωμήτου,
διότι η ιερατική οικογένεια είναι το κύτταρο της Αγίας μας Εκκλησίας και
ο κάθε Πρεσβύτερος βρίσκει εκεί το υπήνεμο λιμάνι της στοργής, της
αγάπης, της εμπνεύσεως και της δυνάμεως. Και είναι πραγματικά χαριτωμένο
το γεγονός ο Πρεσβύτερος να βιώνει την Εκκλησία του Χριστού στο ιερό
του σώμα και ταυτόχρονα να αγιάζεται στην κατ’ οίκον Εκκλησία της
οικογένειάς του». Ικετεύουμε την αγάπη του Αγίου «να περισκέπει τους
Ιερείς και τις πρεσβυτέρες και τα τέκνα τους και να αποβαίνουν
παραδείγματα πνευματικής ολοκληρίας και αληθείας», πρόσθεσε.
«Δεν υπάρχει
πιο απτή και πιο ζωντανή απόδειξη της γνησιότητας μιας ιερατικής
οικογένειας από την μεταλαμπάδευση του ιερού πόθου της Ιερωσύνης στα
ιερά της βλαστάρια», είπε σε άλλο σημείο ο Σεβασμιώτατος, εξηγώντας ότι
«αυτό αποδεικνύει την πίστη» «ότι η ιερατική οικογένεια βιώνει την
αλήθεια της Ιερωσύνης και για αυτό λάμπει αυτή η Ιερωσύνη εις τας αθώας
ψυχάς των τέκνων της». «Για αυτόν τον λόγο αποφασίζουν να βαδίσουν τον
ίδιο ευλογημένο και μακάριο δρόμο».
Στη συνέχεια
αναφέρθηκε σε δύο «εμβληματικά πρόσωπα της Ιεράς μας Μητροπόλεως», αλλά
και της Εκκλησίας μας γενικότερα όπως χαρακτηριστικά είπε, μιλώντας για
τον Αρχιερατικό Επίτροπο της Γ΄ Αρχιερατικής μας Περιφέρειας π. Βασίλειο
Τσιμούρη και για τον π. Ιωάννη Ρισάνο, ο οποίος επί σειρά ετών
διακόνησε την τοπική μας Εκκλησία.
Μιλώντας
αρχικά για τον π. Βασίλειο Τσιμούρη, ο Σεβασμιώτατος σημείωσε ότι είναι
κατά πάντα γνήσιος μαθητής του εν ουρανοίς αυλιζομένου οσίου πατρός
Γεωργίου Κρητικού και ότι «πυργώνει τις ανθρώπινες συνειδήσεις επί πολλά
έτη». «Με τον τιμιότατο λόγο του, με την αγία βιωτή του, με το ένθεο
παράδειγμά του εμπνέει, οδηγεί και διακονεί με ένα νεανικό σφρίγος και
με μία ψυχή πραγματικά αγγελική».
«Ευλαβούμεθα
τον π. Βασίλειο οι πάντες», τόνισε «και οφείλουμε ως Μητρόπολη να
εκφράσουμε στον Θεό απείρους ευγνώμονες ευχαριστίες, διότι χάρισε στην
Εκκλησία έναν τέτοιο ποιμένα, έναν τόσο υψηλό πνευματικά άντρα».
«Απόδειξη είναι τα ιερά του τέκνα και όλη η βιωτή του και βέβαια τα
πνευματικά του τέκνα και το αδιάπτωτο πνευματικό, ποιμαντικό και
κοινωνικό του έργο. Συνεχιστής τιμιώτατος του μεγάλου εκείνου γέροντος,
του πατρός Γεωργίου Κρητικού».
Ευχαριστούμε
και την πρεσβυτέρα του, συνέχισε, «η οποία στάθηκε πολύτιμος αρωγός της
καθ’ ημάς Μητροπόλεως με θυσιαστικό φρόνημα και πολλή αγάπη». «Υπήρξε η
βακτηρία του σεπτού μας γέροντος και εν ουρανοίς αυλιζομένου αγίου
Μητροπολίτου κυρού Καλλινίκου στο εκπαιδευτικό έργο της Μητροπόλεώς μας,
το οποίο εκείνη με ιδρώτα, αγωνίες και αγώνες πύργωσε».
Στη συνέχεια
μιλώντας για «τον ηγαπημένο ταπεινό λευίτη, αλλά και χαριτόβρυτο άνθρωπο
του Θεού, τον π. Ιωάννη Ρισάνο και την Πρεσβυτέρα του Ελένη», ο
Σεβασμιώτατος επεσήμανε πως αισθανόμαστε την συγγένεια με τον νέο Άγιο
της Εκκλησίας μας, Δημήτριο Γκαγκαστάθη, «διότι και αυτοί εννέα τέκνα
κατέθεσαν στην τράπεζα των ουρανών», όπως χαρακτηριστικά είπε.
«Χαιρόμαστε
τους ευχύμους καρπούς της ιερωσύνης σου. Και τα κατά σάρκα και τα κατά
πνεύμα τέκνα σου που κοσμούν και ευλογούν την Αγία μας Μητρόπολη και το
έργο της Αγίας μας Εκκλησίας. Είστε και εσείς και η πρεσβυτέρα Ελένη
χαριτωμένοι άνθρωποι, ευλογημένοι άνθρωποι, τιμιώτατοι και για αυτό ο
Θεός τόσο σας ηγάπησε, ώστε σας χάρισε αυτόν τον πλούτο της χρηστότητός
του», σημείωσε.
«Σας
ευχαριστούμε και σας ευχόμαστε να έχετε πάντοτε στη ζωή σας αυτό το
πνεύμα του ηρωισμού και της προσφοράς», είπε ολοκληρώνοντας τις
ευχαριστίες του ο Σεβασμιώτατος, αναφέροντας πως «γευόμεθα τους ευχύμους
καρπούς της ιερωσύνης σας και της οικογενείας σας. Τα τέκνα σας και
συμπρεσβυτέρους μας, τους καλλικελάδους π. Χρήστο και π. Κοσμά», «τον
ασκητή υιό σας στο Αγιόνυμον Όρος Άθω, καθώς και τα άλλα τέκνα που
διακονούν από τα ιερά αναλόγια».
Τέλος, ο
Σεβασμιώτατος ευχήθηκε κάθε Ευλογία και ο Άγιος Δημήτριος που σήμερα
ανακηρύξαμε προστάτη τις ιερατικής οικογένειας, να ευλογεί και να
πρεσβεύει για όλους.
Ο
Σεβασμιώτατος, απένειμε στους Ιερείς και τις πρεσβυτέρες τους τιμητικές
διακρίσεις της Μητροπόλεως Πειραιώς και πρόσφερε στους δύο ιερείς από
ένα Επιγονάτιο στο οποίο εικονίζεται ο Άγιος Δημήτριος Γκαγκαστάθης, ενώ
στις Πρεσβυτέρες από μία εικόνα του Αγίου.
".... Η όραση των υπερηφάνων είναι τυφλότητα,ενώ η τυφλότητα των ταπεινών είναι ικανότητα για θέαση της αλήθειας.
Αυτό
είναι το νόημα των λόγων του Κυρίου: «Ήρθα για να φέρω σε κρίση τον
κόσμο, έτσι ώστε αυτοί που δεν βλέπουν να βρουν το φως τους, κι εκείνοι
που βλέπουν ν’ αποδειχθούν τυφλοί».
Οι
ταπεινοί δέχονταν τον Κύριο και φωτίζονταν από το θείο φως Του. Οι
υπερήφανοι, ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους, Τον απέρριπταν και
βυθίζονταν ακόμα περισσότερο στο σκοτάδι με την άρνηση και τη βλασφημία
του Θεού... "
(Κυριακή του Τυφλού.Από ομιλία του αγίου Ιγνατίου Μπρατσιανίνωφ)
Εορτολόγιο–
Ο Πέτρος ήταν από τη Λάμψακο, και όταν τον έφεραν μπροστά στον άρχοντα
να θυσιάσει στην Αφροδίτη, αυτός ομολόγησε με παρρησία το Χριστό. Τότε,
συνέτριψαν όλο το σώμα του με αλυσίδες και ξύλα, και έτσι παρέδωσε το
πνεύμα του στο Θεό. Ο Παύλος και ο Ανδρέας ήταν από τη Μεσοποταμία,
στρατιώτες του Δεκίου. Όταν πήγαν στην Αθήνα, έγιναν στρατιώτες Χριστού,
και μαζί με το Διονύσιο και τη Χριστίνα, όλοι μαζί λιθοβολήθηκαν.
Οι δε Ηράκλειος, Παυλΐνος και Βενέδημος, ήταν από την Αθήνα. Εκεί, έδιναν σκληρό αγώνα κατά της πλάνης των ειδώλων και των φιλοσόφων που πολεμούσαν τη χριστιανική θρησκεία. Αφού, λοιπόν, τους έπιασαν και τους βασάνισαν, τελικά τους αποκεφάλισαν.
Απολυτίκιο: Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Των αθλοφόρων τον οκτάριθμον δήμον, μαρτυρικοίς εγκωμιάσωμεν ύμνοις,
Παυλίνον Διονύσιον και Πέτρον ομού, Ανδρέαν και Βενέδιμον, τον θεόφρονα
Παύλον, Ηράκλειον τον ένδοξον, και Χριστίναν την θείαν ούτοι και γαρ
πρεσβεύουσιν αεί, υπέρ του κόσμου. Χριστώ τω θεώ ημών.
«Έπτυσε χαμαί», ο Χριστός όταν είδε
τον εκ γενετής τυφλό. Δεν ήταν ένα φτύσιμο αποδοκιμασίας για έναν κόσμο που έβλεπε
τον Θεό ως τιμωρό και εκδικητή. Ήταν ένα φτύσιμο που δείχνει ότι ο Θεός, στον
Οποίο πιστεύουμε, είναι Δημιουργός. Είναι Θεραπευτής. Δίνει την ευκαιρία στον
άνθρωπο να κάνει ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή του. Και βγάζει ο Θεός από το σώμα
Του την διπλή φύση: την αγάπη του
ανθρώπου για τον συνάνθρωπο που υποφέρει και την αγάπη του Θεού που γιατρεύει
όποιον η ψυχή του πιστεύει και υπακούει. Διότι η ίαση του τυφλού ήρθε όταν
εκείνος συνάντησε τον Θεάνθρωπο Ιησού. Ήρθε από κοντά, όταν ένιωσε τον Χριστό
ως οικείο και πλησίον. Όταν η καρδιά του άκουσε το πρόσταγμα της μετάβασης στην
κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Όταν δεν σιχάθηκε τον πηλό, δεν διαμαρτυρήθηκε γι’
αυτόν, δεν παραξενεύτηκε, αλλά με μια εμπιστοσύνη καρδιακή μέσα του πήγε και
έριξε νερό στα ανύπαρκτα μάτια του, για να λάβει την δημιουργία τους και την
όραση συνάμα.
Φτύνουμε κατάχαμα οι χριστιανοί τον
κόσμο σήμερα, διότι πιστεύουμε ότι είναι αμαρτωλός. Διότι βλέπουμε σ’ αυτόν το
χειρότερο, ενώ κρατάμε για τους εαυτούς μας την αυτάρκεια του θεατή της αμαρτίας
και της τιμωρίας του άλλου. Μοιάζουμε με τους Ιουδαίους της εποχής του Χριστού.
Ζητούμε την θρησκευτική μας αυτοδικαίωση, ότι εμείς είμαστε οι καλοί του κόσμου
και της ιστορίας, ότι ο Θεός είναι για μας, ότι οι άλλοι υποφέρουν καλώς. Δεν
είναι όμως δημιουργικό το φτύσιμό μας. Δεν είναι απόρριψη της αμαρτίας και
συμπόνοια, προσευχή, αγάπη για τους αμαρτωλούς, στους οποίους κι εμείς
ανήκουμε. Λέμε όχι, όταν η Εκκλησία αγκαλιάζει τους πάντες, διότι φοβόμαστε ότι
κινδυνεύει η δική μας καθαρότητα. Λέμε όχι, όταν η Εκκλησία συγχωρεί, παλεύει
για τη γιατρειά των ανθρώπων, για να δούνε τη δόξα του Θεού, για να δούνε τον
κόσμο με τα μάτια της αγάπης και της αλήθειας, για να μην αποκάμουν ζητιανεύοντας
λίγη στοργή, καθώς νιώθουν εκ γενετής ανήμποροι να έχουν νόημα. Λέμε όχι, όταν
η πίστη δεν μιλά όπως εμείς θέλουμε να μιλήσει, αλλά αφήνει την αγκαλιά του
Θεού ανοιχτή για τον ελάχιστο.
Καθώς κλείνει η αναστάσιμη περίοδος,
το θαύμα της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού μάς υπενθυμίζει ότι υπάρχει μία
όραση καρδιακή, ψυχική, που περνά από την αγάπη και είναι αγάπη. Αυτή που
βλέπει μ’ άλλα μάτια: «όλα είναι ίδια αν δεν τ’ αγαπάς, όλα μένουν ίδια άμα δεν
τα πας, κι όλα αυτά που είναι, γίνονται ξανά, μέσα απ’ τη δικιά σου τη ματιά»
(Ορφέας Περίδης), αρκεί αυτή να ακολουθεί τη ματιά του Χριστού. Να φτύνει, για
να φτιάξει τον πηλό που δημιουργεί από την αρχή, καλύπτοντας το έλλειμμα. Διότι
αυτός που νιώθει ότι κάτι του λείπει, εμπιστεύεται, για να γιατρευτεί, Εκείνον
που αγαπά, παρηγορεί και σώζει. Και Τον ακούει, κάνοντας το βήμα προς την
κολυμβήθρα της Εκκλησίας. Για να παρηγορηθεί, να μη μείνει μόνος, να αντέξει.
Οι γονείς του ονομάζονταν Ανδρέας και Ευφροσύνη και είχαν ακόμη τρία
τέκνα. Υποθέτουμε πως τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στην γενέτειρά του και
στην συνέχεια μάλλον φοίτησε στην περίφημη σχολή της μονής Φιλοσόφου και αργότερα, ως κληρικός, στην Κωνσταντινούπολη.
Όταν ο Αναστάσιος βρισκόταν σε ηλικία γάμου, οι γονείς του παρά την
επιθυμία του να ακολουθήσει τη μοναχική πολιτεία, επέμεναν να τον
νυμφεύσουν. Ο πατέρας του μάλιστα, χωρίς καν να έχει την σύμφωνη γνώμη
του υιού του, τον αρραβώνιασε στην Πάτρα με την θυγατέρα ενός πλούσιου
άρχοντος και στην συνέχεια τον έστειλε στο Ναύπλιο να προμηθευθεί τα
γαμήλια πράγματα.
Ο Αναστάσιος υπάκουσε στην πατρική εντολή και ξεκίνησε για το Ναύπλιο. Στον δρόμο του πέρασε και από το εκκλησάκι της Παναγίας στο Βιδόνι, κοντά στο χωριό Σύρνα και ζήτησε την θεία φώτιση.
Στο Ναύπλιο, αφού αγόρασε ότι έπρεπε, πήρε την μεγάλη απόφαση.
Αναφέρεται πως την προηγούμενη νύχτα της προγραμματισμένης αναχωρήσεώς
του για την Καρύταινα, ενώ βασανιζόταν από τους λογισμούς τι να πράξει,
είδε στον ύπνο του την Παναγία μαζί με τον Τίμιο Πρόδρομο, η οποία
αποκαλώντας τον με το όνομα που επρόκειτο να λάβει αργότερα ως μοναχός,
του είπε, σύμφωνα με τα γραφόμενα του πρώτου βιογράφου του:
«Σκεύος εκλογής καί υπηρέτην τού Υιού μου επιθυμώ νά γίνεις,
Αθανάσιε. Απέστειλε, λοιπόν, τούς δούλους σου μέ τά νυμφικά ιμάτια πρός
τόν πατέρα σου καί η κόρη άς συζευχθεί άλλον άνδρα. Εσύ δέ νά πορευθείς στήν Κωνσταντινούπολη, γιά νά λάβεις ότι ο Υιός καί Θεός μου ευδόκησε». Έτσι κι έγινε.
Ο Αθανάσιος απέστειλε πίσω τους δούλους και αναχώρησε για την
Κωνσταντινούπολη, όπου, αφού έγινε μοναχός με το όνομα Αθανάσιος,
χειροτονήθηκε κατόπιν διάκονος και πρεσβύτερος.
Επί της πρώτης πατριαρχίας του Οικουμενικού Πατριάρχου Ιακώβου, ο
Άγιος Αθανάσιος χειροτονείται Μητροπολίτης Χριστιανουπόλεως, υπέρτιμος
και έξαρχος πάσης Αρκαδίας, σε διαδοχή του Μητροπολίτου Ευγενίου, που με
βάση σωζόμενα έγγραφα αρχιεράτευσε στην εκκλησιαστική αυτή επαρχία από το 1645 μ.Χ. έως το 1673 μ.Χ. τουλάχιστον.
Ως χρόνο της χειροτονίας του πρέπει να υποθέσουμε το αργότερο τα τέλη
του 1680 μ.Χ. ή τις αρχές του 1681 μ.Χ., γιατί για πρώτη φορά απαντάται
τον Απρίλιο αυτού του έτους, όταν υπογράφει ως μέλος της Ιεράς Συνόδου
του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη αφοριστικό γράμμα
προς τον Μητροπολίτη Ευρίπου και Επίτροπο Μελενίκου.
Ως προς την έδρα της Μητροπόλεως, ο τίτλος «Χρφιστιανουπόλεως» οδηγεί στην Χριστιανούπολη, το σημερινό χωριό Χριστιάνοι. Ουσιαστική όμως έδρα της Μητροπόλεως πρέπει να θεωρήσουμε με ασφάλεια την πόλη της Κυπαρισσίας.
Η κατάσταση της επαρχίας του Αγίου ήταν οικονομικά, εκκλησιαστικά και
ηθικά απελπιστική. Όσο υπήρχε στην Πελοπόννησο η Τουρκική κατάσταση, η
θέση των Χριστιανών από οικονομική πλευρά ήταν δεινή. Η θρησκευτική
κατάσταση, παρά την ευεργετική δράση των μοναχών του Λουσίου και της
σχολής της μονής Φιλοσόφου και όποιων άλλων, δεν διέφερε και πολύ, τα
δύσκολα εκείνα χρόνια, από την κατάσταση της υπόδουλης χώρας.
Ο Άγιος Αθανάσιος άρχισε αμέσως τον αγώνα προκειμένου να αντιμετωπίσει τα διάφορα προβλήματα και να βελτιώσει την κατάσταση. Πρώτο μέλημά του ήταν η εξεύρεση κατάλληλων νέων για τι ιερατικό αξίωμα.
Προκειμένου να πετύχει τον στόχο του ο Άγιος σύστησε σχολεία για την
στοιχειώδη λειτουργική και λοιπή εκπαίδευση των υποψηφίων και παράλληλα
παραιτήθηκε από κάθε συνηθισμένη τότε οικονομική προσφορά, που δινόταν
εκ μέρους τους στον Αρχιερέα για την συντήρηση του ιδίου και της
Επισκοπής.
Πιστεύοντας ο Άγιος πως η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ο ιερός θεσμός, που
διατηρεί την γνήσια πίστη στον Χριστό και ο συνεκτικός κρίκος, που
ενώνει τους υπόδουλους Έλληνες και συντηρεί την εθνική συνείδηση και
ακόμα πως οι εκκλησίες είναι το κέντρο αναφοράς και το σημείο
συναντήσεως και κοινωνίας των δύστυχων Ελλήνων, φρόντισε για την
επισκευή και συντήρησή τους, όσο βέβαια αυτό ήταν εφικτό και από οικονομικής πλευράς και από πλευράς χορηγήσεως αδείας από τους Τούρκους.
Ο Άγιος ενδιαφέρθηκε και για τα μοναστήρια, τις ιερές αυτές εστίες
της σωτηρίας, τα κέντρα φωτισμού και φιλανθρωπίας, που πρωτοστάτησαν
στον αγώνα για την ελευθερία του υπόδουλου Γένους.
Προς το ποίμνιό του ο Άγιος Αθανάσιος στάθηκε αληθινός Επίσκοπος και
μιμητής του Χριστού, που ενδιαφέρθηκε όχι μόνο για τους τόπους λατρείας,
αλλά και για την διακονία του λαού του, προκειμένου να τον ανακουφίσει
από τα καθημερινά δεινά της ζωής και της δουλειάς. Η αγάπη του προς τα
ορφανά, τις χήρες, τους ανήμπορους γέροντες, τους διωκόμενους και αδικούμενους ήταν μοναδική.
Ο Τριαδικός Θεός παρέσχε στον Άγιο «μισθό» και τον αξίωσε ήδη από την
επίγεια ζωή του αλλά και μετά την κοίμησή του να επιτελεί σημεία και
θαύματα. Αναφέρεται πως, όταν ο Άγιος λειτουργούσε, την στιγμή που
έβγαινε στην Ωραία Πύλη να πει το «Κύριε, Κύριε, επίβλεψον εξ ουρανού
καί ίδε…», οι πιστοί έβλεπαν μπροστά στο στόμα του ένα φεγγοβόλο αστέρι.
Έτσι, αφού ποίμανε θεοφιλώς το ποίμνιό του και διακόνησε την Εκκλησία
του Χριστού, ο Άγιος Αθανάσιος κοιμήθηκε μετά από ολιγοήμερη ασθένεια
το 1707 μ.Χ. ή το 1708 μ.Χ. (κατά άλλους το 1735 μ.Χ.). Λίγα χρόνια
αργότερα, μεταξύ των ετών 1710 – 1713 έγινε η εκταφή του και το ιερό
λείψανο βρέθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του αδιάλυτο και μυροβόλο.
Περπατώντας ο Χριστός στο
μέσον της Ιερουσαλήμ, ανάμεσα σε πλήθος ανθρώπων, βλέπει μπροστά του (όχι
βέβαια τυχαία) έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. Οι μαθητές του εξέφρασαν
την απορία, ποιος αμάρτησε για να γεννηθεί έτσι. Και ο Χριστός απάντησε ότι δεν
αμάρτησε κανένας, αλλά γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθούν, με όσα θα γίνουν σ’
αυτόν, τα έργα του Θεού. Να γίνει δηλαδή φανερή στα μάτια των ανθρώπων η
σωτηρία που απεργάζεται ο Θεός με την άπειρη δύναμη και αγαθότητά του, ούτως
ώστε, ερχόμενοι «εις επίγνωσιν αληθείας» οι άνθρωποι, να δοξάσουν με
ευγνωμοσύνη τον Θεό (Κυριακή του Τυφλού).
Προκαλεί εντύπωση η
απάντηση του Χριστού, γιατί υπήρχε παγιωμένη η αντίληψη, ότι όταν ασθενεί και
υποφέρει κάποιος, αυτό οφείλεται στις αμαρτίες του. Ο προφήτης Ησαΐας
προφητεύει ότι έτσι θα σκεφτούν οι άνθρωποι και για τον Μεσσία. Όταν τον δουν
να βρίσκεται σε μέγιστο πόνο και μαρτύρια, με αποκορύφωση τον ατιμωτικό
σταυρικό θάνατο, δεν θα πουν ότι είναι άδικο αυτό για έναν τέτοιο αναμάρτητο
και αθώο άνθρωπο. Αντιθέτως, θα νομίσουν σφαλερά ότι με τον τρόπο αυτό
τιμωρείται από τον Θεό για δικές του αμαρτίες. «Και ημείς ελογισάμεθα αυτόν
είναι εν πόνω και εν πληγή υπό Θεού (ως τιμωρία του από τον Θεό) και εν
κακώσει» (Ησ. 53, 4).
Όμως ο Χριστός λέει το
αντίθετο. Όχι μόνο δεν είναι τιμωρία του ο Σταυρός και ο θάνατος, αλλά δόξα του
Θεού και δική του. «Νυν εδοξάσθη ο Υιός του ανθρώπου και ο Θεός εδοξάσθη εν
αυτώ», ήταν τα λόγια του, όταν με την αποχώρηση του Ιούδα από τον Μυστικό
Δείπνο ξεκίνησε η φάση του θείου δράματος (Ιω. 13, 31).
Ήταν δόξα του Χριστού ο
Σταυρός και τα πάθη του, γιατί φάνηκε με αυτά υπάκουος στον Πατέρα του μέχρι
θανάτου. Ήταν δόξα του Θεού Πατρός ο σταυρικός θάνατος του Υιού, γιατί
φανερώθηκε έτσι η σωτηρία που απεργάστηκε ο Θεός «εν μέσω της γης». Το
σωτήριο για όλο τον κόσμο σχέδιο του Θεού ήταν ο Σταυρός και η Ανάσταση του
Υιού του.
Επιπροσθέτως ο Χριστός
αναφέρει, ότι είναι δυνατόν και οι άνθρωποι να ασθενούν, να υποφέρουν και να
πεθαίνουν, όχι λόγω των αμαρτιών τους, αλλά για τη δόξα του Θεού.
Όταν ο φίλος του Λάζαρος
ασθένησε, ο Χριστός είπε: «Αύτη η ασθένεια ουκ έστι προς θάνατον, αλλ’ υπέρ
της δόξης του Θεού, ίνα δοξασθή ο Υιός του Θεού δι’ αυτής» (Ιω. 11,
4). Και όσο και αν αδημονούσαν οι αδελφές του Λαζάρου, ο Χριστός καθυστερούσε
να πάει, μέχρι που ο Λάζαρος πέθανε και έμεινε στον τάφο τέσσερες ολόκληρες
μέρες.
Ο Λάζαρος υπέφερε και
πέθανε, για να φανερωθεί η δόξα του Θεού με τα υπερφυσικά γεγονότα που θα
ακολουθούσαν και θα οδηγούσαν τους ανθρώπους στην πίστη και γνώση του αληθινού
Θεού.
Στη συνέχεια οι άγιοι
πάντες δέχθηκαν να υποστούν τα πάνδεινα για να δοξασθεί διά μέσου αυτών ο Θεός.
«Εμπαιγμών και μαστίγων πείραν έλαβον, έτι δε δεσμών και φυλακής·
ελιθάσθησαν, επρίσθησαν (πριονίστηκαν), επειράσθησαν, εν φόνω μαχαίρας
απέθανον».
Και οι υπόλοιποι
ακολούθησαν το εκούσιο μαρτύριο της άσκησης, «υστερούμενοι, θλιβόμενοι,
κακουχούμενοι» (Εβρ. 11, 36-37).
Εμείς; Μπορούμε να υποφέρουμε κάτι για
τη δόξα του Θεού;
Υπάρχουν
λέξεις που ο άνθρωπος προφέρει χαμηλόφωνα, σαν να φοβάται μήπως τις
ακούσει η ίδια η ύπαρξη.Η «αυτοκτονία» είναι μία από αυτές.
Δεν είναι απλώς μια πράξη· είναι το τελευταίο σύνορο της ανθρώπινης απόγνωσης.
Είναι η στιγμή όπου ο άνθρωπος παύει να βλέπει τον εαυτό του ως πρόσωπο
με μέλλον και αρχίζει να αισθάνεται βάρος μέσα στον κόσμο. Πίσω από
κάθε σκέψη αυτοκαταστροφής δεν υπάρχει πάντοτε επιθυμία θανάτου·
συχνότερα υπάρχει μια αβάσταχτη κραυγή για παύση του πόνου. Ο άνθρωπος
δεν επιθυμεί πάντοτε να πεθάνει· επιθυμεί να σταματήσει να αιμορραγεί
εσωτερικά.
Η εποχή μας, αν και τεχνολογικά πανίσχυρη, παραμένει πνευματικά εύθραυστη.
Οι άνθρωποι επικοινωνούν περισσότερο από ποτέ, αλλά αγγίζονται
λιγότερο. Ζουν ανάμεσα σε πλήθη και πεθαίνουν από μοναξιά. Η κοινωνία
έμαθε να μετρά την αξία με την επιτυχία, την εικόνα, την αποδοτικότητα.
Έτσι, όποιος λυγίζει αισθάνεται αποτυχημένος όχι μόνο κοινωνικά αλλά και
υπαρξιακά. Μέσα σε αυτή τη σιωπηλή κόπωση γεννιέται πολλές φορές η
σκέψη της αυτοκτονίας: ως η ψευδαίσθηση μιας τελικής ελευθερίας απέναντι
σε έναν κόσμο που μοιάζει αδιάφορος. Όμως η αυτοκτονία δεν είναι
νίκη του ανθρώπου πάνω στον πόνο· είναι η στιγμή όπου ο πόνος κατακτά
ολόκληρο τον ορίζοντα της ψυχής. Είναι η τραγική επικράτηση της νύχτας πάνω στην ελπίδα. Και εδώ ακριβώς αρχίζει η βαθύτερη ευθύνη της Εκκλησίας.
Η Εκκλησία, στη γνήσια πνευματική της φύση, δεν δημιουργήθηκε για να καταδικάζει τους τραυματισμένους ανθρώπους αλλά για να τους κρατά όρθιους όταν όλα μέσα τους γκρεμίζονται.
Ο Χριστός δεν πλησίασε τους ανθρώπους ως δικαστής της αδυναμίας αλλά ως
θεραπευτής της πληγής. Δεν στάθηκε απέναντι στον ανθρώπινο πόνο με
ψυχρή ηθικολογία· στάθηκε με δάκρυ. Το Ευαγγέλιο δεν είναι θρίαμβος των
«τέλειων» αλλά καταφύγιο των συντετριμμένων.
Γι’
αυτό και η πρόνοια της Εκκλησίας απέναντι στην αυτοκτονία δεν μπορεί να
εξαντλείται σε έναν σκληρό κανονισμό ή σε μια άκαμπτη ηθική ετυμηγορία.
Η Εκκλησία γνωρίζει ότι μόνο ο Θεός βλέπει ολόκληρο το βάθος της
ανθρώπινης ψυχής. Κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίζει πόσο σκοτάδι
κουβαλούσε κάποιος μέσα του πριν λυγίσει. Υπάρχουν ψυχές που πολέμησαν
χρόνια μέσα σε αόρατες νύχτες: κατάθλιψη, εγκατάλειψη, τραύματα, ψυχικές
ασθένειες, ενοχές, σιωπηλές κραυγές που κανείς δεν άκουσε. Συχνά, εκείνος που αυτοκτονεί δεν παύει να αγαπά τη ζωή· παύει να αντέχει τον πόνο.
Η
θεολογία της Εκκλησίας βλέπει τη ζωή ως δώρο ιερό. Ο άνθρωπος δεν είναι
ιδιοκτησία του εαυτού του αλλά μυστήριο σχέσης με τον Θεό και με τους
άλλους ανθρώπους. Η ζωή, ακόμη και μέσα στη θλίψη της, έχει ανεκτίμητη
αξία. Γι’ αυτό η Εκκλησία δεν μπορεί να θεωρήσει την αυτοκτονία ως απλή
«επιλογή» χωρίς πνευματικό βάρος. Η αυτοκαταστροφή τραυματίζει όχι μόνο
το σώμα αλλά και τον ίδιο τον δεσμό του ανθρώπου με την ελπίδα. Ωστόσο,
άλλο πράγμα είναι η πνευματική αλήθεια και άλλο η απουσία ελέους. Η
Εκκλησία καλείται να υπερασπιστεί την ιερότητα της ζωής χωρίς να
συντρίβει εκείνον που έπεσε.
Η
αληθινή χριστιανική στάση δεν είναι η σκληρότητα αλλά η συμπόνια. Διότι
υπάρχουν στιγμές όπου ο άνθρωπος δεν ενεργεί με καθαρή ελευθερία αλλά
υπό το βάρος μιας εσωτερικής καταιγίδας. Η ψυχή μπορεί να φτάσει σε
τέτοια εξάντληση ώστε να χάσει την αίσθηση φωτός. Και τότε η αυτοκτονία
μοιάζει όχι με επιλογή δύναμης αλλά με κατάρρευση όλων των εσωτερικών
αντιστάσεων.
Η
Εκκλησία οφείλει να γίνει τόπος ακρόασης πριν γίνει τόπος κρίσης. Να
μάθει να αναγνωρίζει τη σιωπηλή απόγνωση πίσω από τα χαμόγελα. Να μη
φοβάται να μιλήσει για την κατάθλιψη, για την ψυχική ασθένεια, για τη
μοναξιά, για τον υπαρξιακό φόβο. Διότι πολλές φορές ο άνθρωπος δεν
χρειάζεται πρώτα μια θεολογική απάντηση· χρειάζεται κάποιον να του
αποδείξει ότι η ύπαρξή του έχει ακόμη αξία.
Η
μεγαλύτερη τραγωδία της σύγχρονης κοινωνίας δεν είναι μόνο ότι υπάρχουν
άνθρωποι που θέλουν να πεθάνουν· είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που
πιστεύουν πως αν πεθάνουν, κανείς δεν θα τους αναζητήσει πραγματικά.
Και όμως, η χριστιανική πίστη θεμελιώνεται ακριβώς στην αντίθετη αλήθεια: ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι ασήμαντος. Ο κάθε άνθρωπος είναι ανεπανάληπτος ενώπιον του Θεού. Ακόμη
και όταν ο ίδιος δεν βλέπει πια φως μέσα του, η θεία αγάπη συνεχίζει να
τον βλέπει ως πρόσωπο άξιο σωτηρίας και αγάπης. Η Ανάσταση του Χριστού
είναι η μεγαλύτερη άρνηση της απόλυτης απελπισίας. Είναι η διακήρυξη ότι
ακόμη και μέσα στον τάφο μπορεί να γεννηθεί ζωή.
Γι’
αυτό η πρόνοια της Εκκλησίας δεν πρέπει να είναι μόνο λειτουργική ή
τυπική· πρέπει να είναι υπαρξιακή. Να δημιουργεί κοινότητες όπου ο
άνθρωπος δεν θα αισθάνεται μόνος. Να στηρίζει ψυχολογικά και πνευματικά
όσους λυγίζουν. Να συνεργάζεται με την επιστήμη της ψυχικής υγείας χωρίς
φοβικά σύνδρομα ή προκαταλήψεις. Να διδάσκει ότι η αναζήτηση βοήθειας
δεν είναι έλλειψη πίστης αλλά πράξη γενναίας ελπίδας.
Διότι
ο άνθρωπος σώζεται συχνά όχι από μεγάλες θεωρίες αλλά από μικρές
πράξεις παρουσίας: από ένα βλέμμα που δεν τον κρίνει, από μια αγκαλιά
που δεν απαιτεί εξηγήσεις, από μια φωνή που του λέει «μείνε ακόμη λίγο».
Η
αυτοκτονία παραμένει ένα από τα πιο οδυνηρά μυστήρια της ανθρώπινης
ύπαρξης. Καμία φιλοσοφία δεν μπορεί να την ερμηνεύσει πλήρως και καμία
θεολογία δεν πρέπει να την αντιμετωπίζει με αλαζονική βεβαιότητα.
Μπροστά σε έναν άνθρωπο που έφτασε ως εκεί, η πρώτη στάση δεν είναι η
καταδίκη αλλά η σιωπηλή ταπείνωση. Διότι ίσως εκείνος έδωσε μάχη που
εμείς ποτέ δεν είδαμε. Τελικά, το βαθύτερο ερώτημα δεν είναι μόνο
γιατί κάποιος επιλέγει τον θάνατο, αλλά γιατί η κοινωνία συχνά
αποτυγχάνει να του δώσει λόγο να παραμείνει στη ζωή.
Και ίσως η μεγαλύτερη αποστολή της Εκκλησίας να είναι ακριβώς αυτή: να θυμίζει στον άνθρωπο,
ακόμη και την πιο σκοτεινή ώρα, ότι η ζωή του δεν είναι ένα τυχαίο
γεγονός αλλά μια ανεκτίμητη παρουσία μέσα στον κόσμο· ότι καμία νύχτα
δεν είναι αιώνια· και ότι ακόμη και όταν ο άνθρωπος δεν μπορεί να
κρατηθεί μόνος του, υπάρχει αγάπη ικανή να τον κρατήσει πριν πέσει στο
κενό.
Εξομολόγησα
ένα παιδί 23 ετών από την Νάουσα, που επιχείρησε 6 φορές να
αυτοκτονήσει. Αλλά την τελευταία στιγμή, πάντα τον προλαβαίνανε και τον
πήγαιναν στα νοσοκομεία. Όταν κάποια μέρα πήγα στην Νάουσα, για να το εξομολογήσω με ενημέρωσαν, ότι το προηγούμενο βράδυ αυτοκτόνησε. Πήρε ισχυρά ποντικοφάρμακα και μέχρι να τον πάνε στο νοσοκομείο, ξεψύχησε. Την 7η φορά τα κατάφερε... Τον
γλύτωσε ο Θεός τόσες φορές για να μετανοήσει, αλλά και δεν βρέθηκε ούτε
ένας, να παρηγορήσει και να στηρίξει ψυχολογικά το παιδί αυτό. Αντίθετα όλοι εκεί τον κατηγορούσαν και τον κοροϊδευαν. Έχουμε χρέος σαν Χριστιανοί να στηρίξουμε με αγάπη, τον κάθε συνάνθρωπό μας. Δυστυχώς καταντήσαμε να βοηθάμε και να αγαπάμε, μόνο όταν έχουμε κάποιο συμφέρον...
Εκείνο
τον καιρό, καθώς πήγαινε στο δρόμο του ο Ιησούς, είδε έναν άνθρωπο που
είχε γεννηθεί τυφλός. Τον ρώτησαν, λοιπόν, οι μαθητές του: «Διδάσκαλε,
ποιος αμάρτησε και γεννήθηκε αυτός τυφλός, ο ίδιος ή οι γονείς του;» Ο
Ιησούς απάντησε: «Ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του, αλλά γεννήθηκε
τυφλός για να φανερωθεί η δύναμη των έργων του Θεού πάνω σ’ αυτόν. Όσο
διαρκεί η μέρα, πρέπει να εκτελώ τα έργα εκείνου που με έστειλε. Έρχεται
η νύχτα, οπότε κανένας δεν μπορεί να εργάζεται. Όσο είμαι σ’ αυτόν τον
κόσμο, είμαι το φως για τον κόσμο» Όταν τα είπε αυτά ο Ιησούς, έφτυσε
κάτω, έφτιαξε πηλό από το φτύμα, άλειψε με τον πηλό τα μάτια του τυφλού
και του είπε: «Πήγαινε να νιφτείς στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ», που
σημαίνει «απεσταλμένος από το Θεό». Ξεκίνησε, λοιπόν, πήγε και νίφτηκε
και όταν γύρισε πίσω έβλεπε. Τότε οι γείτονες κι όσοι τον έβλεπαν
προηγουμένως ότι ήταν τυφλός, έλεγαν: «Αυτός δεν είναι ο άνθρωπος που
καθόταν εδώ και ζητιάνευε;» Μερικοί έλεγαν: «Αυτός είναι», ενώ άλλοι
έλεγαν: «Είναι κάποιος που του μοιάζει». Ο ίδιος έλεγε: «Εγώ είμαι».
Τότε τον ρωτούσαν: «Πώς λοιπόν άνοίξαν τα μάτια σου;» Εκείνος απάντησε:
«Ένας άνθρωπος που τον λένε Ιησού έκανε πηλό, μου άλειψε τα μάτια μου
και μου είπε: πήγαινε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και νίψου. Πήγα λοιπόν
εκεί, νίφτηκα και βρήκα το φως μου». Τον ρώτησαν, λοιπόν: «Που είναι ο
άνθρωπος εκείνος;» «Δεν ξέρω» τους απάντησε. Τον έφεραν τότε στους
Φαρισαίους, τον άνθρωπο που ήταν άλλοτε τυφλός. Η μέρα που έφτιαξε ο
Ιησούς τον πηλό και του άνοιξε τα μάτια ήταν Σάββατο. Άρχισαν λοιπόν και
οι Φαρισαίοι να τον ρωτούν πάλι πώς απέκτησε το φως του. Αυτός τους
απάντησε: «Έβαλε πάνω στα μάτια μου πηλό, νίφτηκα και βλέπω». Μερικοί
από τους Φαρισαίους έλεγαν: «Αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι
σταλμένος από το Θεό, γιατί δεν τηρεί την αργία του Σαββάτου». Άλλοι
όμως έλεγαν: «Πώς μπορεί ένας αμαρτωλός άνθρωπος να κάνει τέτοια
σημεία;» Και υπήρχε διχογνωμία ανάμεσά τους. Ρωτούν λοιπόν πάλι τον
τυφλό: «Εσύ τι λες γι’ αυτόν; Πώς εξηγείς ότι σου άνοιξε τα μάτια;» Κι
εκείνος τους απάντησε: «Είναι προφήτης». Οι Ιουδαίοι όμως δεν εννοούσαν
να πιστέψουν πως αυτός ήταν τυφλός κι απέκτησε το φως του, ώσπου κάλεσαν
τους γονείς του ανθρώπου και τους ρώτησαν: «Αυτός είναι ο γιος σας που
λέτε ότι γεννήθηκε τυφλός; Πώς, λοιπόν, τώρα βλέπει;» Οι γονείς του τότε
αποκρίθηκαν: «Ξέρουμε πως αυτός είναι ο γιος μας κι ότι γεννήθηκε
τυφλός∙ πώς όμως τώρα βλέπει, δεν το ξέρουμε, ή ποιος του άνοιξε τα
μάτια, εμείς δεν το ξέρουμε. Ρωτήστε τον ίδιο∙ ενήλικος είναι, αυτός
μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό του». Αυτά είπαν οι γονείς του, από φόβο
προς τους Ιουδαίους. Γιατί, οι Ιουδαίοι άρχοντες είχαν συμφωνήσει να
αφορίζεται από τη συναγωγή όποιος παραδεχτεί πως ο Ιησούς είναι ο
Μεσσίας. Γι’ αυτό είπαν οι γονείς του, ενήλικος είναι, ρωτήστε τον
ίδιο». Κάλεσαν, λοιπόν, για δεύτερη φορά τον άνθρωπο που ήταν τυφλός
και του είπαν: «Πες την αλήθεια ενώπιον του Θεού εμείς ξέρουμε ότι ο
άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός». Εκείνος τότε τους απάντησε: «Αν είναι
αμαρτωλός, δεν ξέρω∙ ένα ξέρω: πως, ενώ ήμουν τυφλός τώρα βλέπω». Τον
ρώτησαν πάλι: «Τι σου έκανε; Πώς σου άνοιξε τα μάτια;» «Σας το είπα
κιόλας» τους αποκρίθηκε, «αλλά δεν πειστήκατε∙ γιατί θέλετε να το
ξανακούσετε; Μήπως θέλετε και εσείς να γίνετε μαθητές του;» Τον
περιγέλασαν τότε και του είπαν: «Εσύ είσαι μαθητής εκείνου∙ εμείς
είμαστε μαθητές του Μωυσή. εμείς ξέρουμε πως ο Θεός μίλησε στο Μωυσή,
ενώ γι’ αυτόν δεν ξέρουμε την προέλευση του». Τότε απάντησε ο άνθρωπος
και τους είπε: «Εδώ είναι το παράξενο πως εσείς δεν ξέρετε από που είναι
ο άνθρωπος, κι όμως αυτός μου άνοιξε τα μάτια. Ξέρουμε πως ο Θεός τους
αμαρτωλούς δεν τους ακούει, αλλά αν κάποιος σέβεται και κάνει το θέλημα
του, αυτόν τον ακούει. Από τότε που έγινε ο κόσμος δεν ακούστηκε ν’
ανοίξει κανείς τα μάτια ενός γεννημένου τυφλού. Αν αυτός δεν ήταν από το
Θεό δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα». «Εσύ είσαι βουτηγμένος στην
αμαρτία από τότε που γεννήθηκες», του αποκρίθηκαν, «και κάνεις τον
δάσκαλο σ’ εμάς;» Και τον πέταξαν έξω. Ο Ιησούς έμαθε ότι τον πέταξαν
έξω και, όταν τον βρήκε, του είπε: «Εσύ πιστεύεις στον Υιό του Θεού;»
Εκείνος αποκρίθηκε: «Και ποιος είναι αυτός, Κύριε, για να πιστέψω σ’
αυτόν;» «Μα τον έχεις κιόλας δει», του είπε ο Ιησούς. «Αυτός που μιλάει
τώρα μαζί σου, αυτός είναι». «Πιστεύω Κύριε», και τον προσκύνησε.