
Μπορεῖ κάποιος νά βρεῖ πόλεις ἐγκαταλειμμένες–ἐρείπια, ἀλλά πόλεις χωρίς θρησκευτικότητα δέν πρόκειται νά βρεῖ, ὅπως διαπιστώνει ὁ νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πλούταρχος.
Τί εἶναι τελοσπάντων αὐτή ἡ δική μας θρησκευτικότητα, πού τήν ἐκδηλώνουμε λίγο ἤ πολύ ὁ καθένας μέ τούς παραπάνω τρόπους; Μιά ἀτομική ἀνάγκη “θρησκεύειν”;
Μιά ἀνεπίγνωστη τάση ἀπαλλαγῆς ἀπό ἐνοχές γιά τά λάθη μας; Μιά ὠφελιμιστική διέξοδος ἐξασφαλίσεως κάποιων δωρεῶν ἀπό τήν “ἀνώτερη δύναμη”;
Μιά ἀναπόδραστη ὑποσυνείδητη ἀποδοχή τῆς θρησκευτικότητας τῶν πρό ἡμῶν; Μιά συνειδητή ἀναζήτηση μεταφυσικῆς διεξόδου ἀπό τήν καθημερινή ἰσοπέδωση;
Καί ἄν περίπου ἔτσι κατανοοῦμε καί ἐξηγοῦμε ἐμεῖς τήν θρησκευτικότητά μας, τί σχέση ἔχει μέ τήν θρησκευτικότητα καί τήν ἐμπειρία ὅλων τῶν πρό ἡμῶν καί μεθ’ ἡμῶν εὐσεβῶν καί ὀρθοδόξων χριστιανῶν; Μέ τήν ἐμπειρία καί τή θεογνωσία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ; Ταυτίζονται ἤ ἀποκλίνουν; Σχετίζονται ἤ εἶναι διαφορετικές;
Ὁ Θεός ὅπως ἐμεῖς τόν φανταζόμαστε καί τόν ἐξευμενίζουμε εἶναι ὁ Θεός τοῦ ὀρθοδόξου χριστιανικοῦ “Πιστεύω”, ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα ὅπως ἀποκαλύφθηκε στόν κόσμο συνιστώντας τήν Ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς ἀληθινή ἐμπειρική θεανθρώπινη κοινωνία μας μετ’ Αὐτοῦ;
Κι ἄν διαφέρει ἡ ἀτομική μας θρησκευτικότητα ἀπό τήν θρησκευτικότητα τῆς Ἐκκλησίας, τότε μήπως ἡ ἀτομική θρησκευτικότητά μας —ἀντί νά μᾶς λυτρώνει— μᾶς γεμίζει μέ τήν πιό ὀλέθρια ψευδαίσθηση, αὐτήν πού ἀλλοτριώνει τήν ζωή μας σέ ματαιοπονία, τούς κόπους σέ σισσύφεια τραγωδία, τά ὄνειρα σέ παγίδες θανάτου;
Γιατί ζοῦμε; Γιατί πεθαίνουμε; Ποιοί τελικά εἴμαστε ἐμεῖς σ’ αὐτήν τήν ἀδιάκοπη διελκυστίνδα μεταξύ ζωῆς καί θανάτου, ὑπάρξεως καί φθορᾶς; Γιά νά δώσουμε ἀπάντηση σ’ αὐτά τά διαιώνια ὑπαρξιακά ἐρωτήματα, πρέπει πρῶτα νά ἀπαντήσουμε στό καίριο ἐρώτημα: ποιά εἶναι ἡ σχέση μας μέ τόν ἀληθινό Θεό μας.
Ἡ πίστη δέν εἶναι ἀποδοχή ἰδεῶν, ἀλλά σχέση ζωῆς μέ τόν ζῶντα Θεό. Κι ὁ θάνατος δέν εἶναι ἐκμηδένιση, ἀλλά διαβατήριο ζωῆς πρός τόν ζῶντα Θεό.
Αὐτό μᾶς λέει ἡ Ὀρθοδοξία. Τό λέει στό ὄνομα τοῦ ἀληθινοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, Αὐτοῦ πού ἔφτιαξε ἐκ τοῦ μηδενός τά σύμπαντα κι ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους.
Αὐτοῦ πού ἀνέμειξε τήν ζωή Του μέ τήν ζωή μας γιά νά μᾶς σώσει. “Ὁ ἥνωται Θεῷ τοῦτο καί σῴζεται”, διδάσκουν οἱ θεόπτες τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅσοι εἶδαν τό Θεό –καθώς ἠδύναντο–, ὅσοι μίλησαν μέ τό Θεό, ὅσοι ἑνώθηκαν μέ τόν Θεό. Νά τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία: “ὅ ἥνωται Θεῷ”. Νά ποιός εἶναι ὁ στόχος καί ἡ μοναδικότητά της: “κοινωνία τοῦ ζῶντος Θεοῦ”.
***
Ἡ Παναγία μας φρόντιζε καί φροντίζει γιά ὅλους ὅσους ἔζησαν, ζοῦν καί θά ζήσουν σ᾽ αὐτά τά εὐλογημένα καί μαρτυρικά χώματα τῆς ἑλληνικῆς ἐπικράτειας. Δοξολογοῦμε τόν Κύριό μας καί Θεό μας, τό Δημιουργό καί Σωτήρα μας, πού ἄλλη μιά χρονιά θά μᾶς συνάξει στόν ἑορτασμό μιᾶς τόσο σημαδιακῆς θεομητορικῆς ἑορτῆς.
Ἡ εὐλάβειά μας εἶναι ὅ,τι πιό φυσικό διαθέτουμε στή φυσικότητα τῆς ὕπαρξής μας. Γιατί νά καυχηθοῦμε γι᾽ αὐτήν τή φυσικότητα;
Ἄς ἔχει χίλιες δόξες ἡ Παναγία μας, πού μᾶς χάρισε καί μᾶς προσφέρει αἰσθητά τόν ἑαυτό Της ὡς ἀναφαίρετο δῶρο Μητροπρεπές σέ μᾶς τά παιδιά Της.
Δῶρο Μητροπρεπές, ἀποκάλυψη ζωῆς καί χάρισμα σωτηρίας, εὐλογία ἐλπίδας στά μίζερα χρόνια πού ζοῦμε. Σέ χρόνια ὅπου διακινδυνεύεται ἡ ἠθική καί ἡ ἀξιοπρέπεια, ἡ θρησκευτικότητα καί ἡ ἀνθρωπιά, ἡ εἰρήνη καί ἡ ἐπιβίωση, ἀκόμη καί ἡ ὑγεία!
***
ΑΠΟ παιδιά ὅλοι μας νιώσαμε καί νιώθουμε τή ζωή σάν ἕνα αἰσθητό σωματικό γεγονός. Οἱ σκέψεις μας γίνονται σωματικές κινήσεις, καί οἱ σωματικές ἐκδηλώσεις μᾶς γεμίζουν μέ ἀναμνήσεις καί νέες σκέψεις.
Οἱ σωματικές αἰσθήσεις γεμίζουν μέ τόσα ἀποτυπώματα τοῦ ὑλικοῦ κόσμου τήν ψυχή μας (τά συναισθήματα καί τά ἐσώτερα βιώματα καί τή λογικότητα πού συγκροτοῦν τόν ἑαυτό μας). Ζοῦμε καί ἐκφραζόμαστε καί δημιουργοῦμε μέ ἕνα τρόπο σωματικό.
Ἀκόμη καί ὁ εἰκονικός ἠλεκτρονικός κόσμος, θέλει τά χέρια μας ἤ τό στόμα μας ἤ τό βλέμμα μας, γιά νά λειτουργήσει. Ὅλη ἡ ζωή μας εἶναι κάτι τό χειροπιαστό. Ζοῦμε τούς ἄλλους μέσα ἀπό τή σωματική μας ὀντότητα. Καί οἱ ἄλλοι γύρω μας ἔτσι μᾶς νιώθουν. Ἡ σωματικότητα εἶναι ἡ δυνατότητα νά βαδίσουμε στόν κόσμο καί νά τόν ζήσουμε.
Βεβαίως ἡ ψυχικότητα εἶναι αὐτή πού δίνει λειτουργική κίνηση στή σωματικότητα. Ἀλλά καί ἡ σωματικότητα προσφέρεται ὡς τρόπος λειτουργικῆς ἔκφρασης στήν ψυχικότητα. Εἴμαστε μιά ψυχική σωματικότητα ἤ μιά σωματική ψυχικότητα.
Καί τά δύο μαζί ἀπό τήν πρώτη-πρώτη στιγμή τῆς συλλήψεως (ἡ σωματικότητα καί ἡ ψυχικότητα) εἶναι ἡ ἑνιαία διπλή ὄψη τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἀπό τότε πού καταλαβαίνουμε τόν ἑαυτό μας, ὑποσυνείδητα ἤ συνειδητά, ἀπό ἔμβρυα καί μωρά μέχρι πού ὡριμάζουμε καί ἀναχωροῦμε, μέ αὐτήν τή διπλή ὄψη ζοῦμε αὐτήν τή ζωή.
Δισεκατομμύρια καί τρισεκατομμύρια ἀνθρώπων, ὅσοι ζήσαμε, ὅσοι ζοῦμε καί ὅσοι θά προλάβουμε νά ζήσουμε, ὑπάρχουμε ὡς ψυχοσωματικές ἤ σωματοψυχικές ὀντότητες.
***
ΟΜΩΣ, ὁ καθένας μας ἔχει μιά ἀνεπανάληπτη μοναδικότητα.
Ἀκόμη κι ἐκεῖ πού ἐντοπίζει κανείς ἐπαναληπτικά στοιχεῖα χαρακτηριστικῶν καί χαρακτήρων…· ἀκόμη κι ἐκεῖ πού παρατηρεῖ κάποιος ἐξωτερικές ὁμοιότητες νοοτροπίας καί συμπεριφορᾶς…· ἀκόμη κι ἐκεῖ πού βλέπει ἕνας κοινωνιολόγος παρομοιότητες πολιτισμικές ἤ κοινωνικές…· διαπιστώνεται ὅτι κανείς δέν εἶναι ἀντίγραφο ἑνός ἄλλου! Κανείς δέν προέκυψε σάν φωτοτυπία ἑνός ἄλλου πρωτοτύπου!
Εἴμεθα μοναδικοί καί ἀνεπανάληπτοι.
Αὐτό εἶναι ἕνα δεδομένο τῆς κτιστῆς μας φυσικότητας, τῆς ἀνθρώπινης ὀμορφιᾶς μας, τῆς παρουσίας μας.
Ἀλλά, ἐάν ἔχουμε μιά τέτοια ἀσύμπτωτη μοναδική φυσικότητα, μέ ποιό τρόπο ἀνανεωθήκαμε σάν ἀνθρωπότητα; Ποῦ βρήκαμε τόσες καί τόσες λεπτότατες ἑνοποιούς συμπτώσεις; Πῶς οἱ ἀναρίθμητες μοναδικές ἀνθρώπινες ὑπάρξεις καλλιεργήσαμε σημεῖα ἐπικοινωνίας, ὥστε νά συγκροτήσουμε πολιτισμούς καί ἱστορία;
***
ΕΔΩ ἀνακαλύπτουμε ἕνα ἄλλο πολύ μεγάλο μυστικό μας.
Νιώθουμε καί χαιρόμαστε τή σωματο-ψυχική μας μοναδικότητα μόνο μέσα ἀπό τή σχέση.
Ἀποκτοῦμε συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ μας σέ σχέση μέ τίς ἄλλες ἀνθρώπινες ὑπάρξεις καί σέ τελευταία ἀνάλυση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Ἀκόμη καί ἡ ἀρχαία λέξη “συνείδηση” σημαίνει ὅτι γνωρίζουμε τόν ἑαυτό μας μέσα ἀπό τό «σύν», μέσα ἀπό τή σχέση καί τήν κοινωνία, ὡς συνυπάρξεις, ὡς συνάνθρωποι πού τελικά συγκροτοῦμε τή συνανθρωπότητα. Ἔστω κι ἄν ἀκόμη ἐπιχειροῦμε καί προσπαθοῦμε νά τήν ἀνεύρουμε καί νά τήν συγκροτήσουμε, ἀλλά μᾶλλον τήν ἀποδομοῦμε.
Καταλαβαίνουμε ὅτι εἴμαστε ἀνεπανάληπτοι καί μοναδικοί, συνειδητά ὡς προσφερόμενοι καί προσδεχόμενοι. Προσφερόμαστε ἐμεῖς στούς ἄλλους καί ἀποδεχόμαστε σ᾽ ἐμᾶς τούς ἄλλους. Μέ ἕνα τρόπο μοναδικῆς ἐλευθερίας καί ἐπιλογῆς, πού δείχνει τήν κτιστή ὑπεραξία τοῦ κάθε ἀνθρώπου.
Κι ἐκεῖ πού καταλαβαίνουμε ὅτι ὁ ἑαυτός μας εἶναι μιά ὕπαρξη σέ σχέση μέ τούς ἄλλους, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, μαθαίνουμε τελικά τό πιό μεγάλο μυστικό μας.
Εἴμαστε εἰκόνες καί ἀντικρίσματα τοῦ Θεοῦ.
Ἐκεῖνος θέλησε καί μᾶς ἔφτιαξε, ὥστε νά εἰκονίζουμε τόν Υἱό Του, ὅταν θά γινόταν καί ἄνθρωπος (Θεός καί ἄνθρωπος).
Ἐκεῖνος θέλησε καί μᾶς ἔφτιαξε, ὥστε νά ὁμοιάσουμε τόν Υἱό του, ὅταν θά γινόταν καί ἄνθρωπος (Θεάνθρωπος).
Τό ὑπαρκτικό μας πρότυπο δέν βρισκόταν στήν ἀρχή τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, ἀλλά στήν ἀναμέτρησή της μέ τό Δημιουργό της. Καί ἦταν τόσο φιλάνθρωπος ὁ Θεός, ὥστε νά μᾶς προσμετρήσει μέ τή συγκατάβαση τῆς πιό τέλειας προσωπικῆς σχέσης Του πρός ἐμᾶς.
Ὁ Θεός θέλησε καί μᾶς ἔφτιαξε, ὥστε νά εἴμαστε ἀληθινοί, ὅταν ἀφήνουμε στήν ἄκρη τή λήθη, τή λησμονιά τοῦ ἄλλου καί τή λησμονιά τοῦ Θεοῦ.
Ὅταν ζοῦμε λησμονώντας ὅτι εἴμαστε σέ ἀναλογία καί σχέση, τότε χάνουμε τήν αὐτοσυνειδησία μας ὅτι εἴμαστε ἄνθρωποι.
Ὅταν θέλουμε καί ζοῦμε σέ ἀναλογία καί σχέση, σέ κοινωνία καί μετοχή μέ τό συνάνθρωπο καί τό Θεό, τότε ζοῦμε καί χαιρόμαστε τήν αὐτοσυνειδησία ὅτι εἴμαστε ἄνθρωποι. Καί αὐτό τό προσδέχεται ὁ Θεός ὡς δική μας συνάντηση στήν ἐνανθρώπησή Του καί γίνεται Ἐκεῖνος κεφαλή κι ἐμεῖς σῶμα, τόσο στενά κοινωνημένοι καί ἑνωμένοι.
***
ΑΥΤΟ τό μεγάλο δῶρο καί τό μεγάλο μυστικό τό ἔζησαν καί τό χάρηκαν καί τό χαίρονται αἰώνια ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ.
Ἔζησαν προσφερόμενοι καί μετέχοντες, βάζοντας στήν ἄκρη τήν ἰδιοτέλεια τῆς ἀπομόνωσης πού συνεπιφέρει ἡ ἀνομία καί ἡ ἁμαρτία. Ὅλοι οἱ Ἅγιοι κατόρθωσαν νά ζήσουν τή χριστιανική τους ταυτότητα ὡς σχέση προσφορᾶς καί μετοχῆς στό Θεό καί στό συνάνθρωπο.
Αὐτό τό μεγάλο μυστικό μᾶς τό διδάσκει ὁ ἐνανθρωπισμένος Θεός μας, ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός.
Μέ μιά ἐκστατική πληρότητα μᾶς τό μαθαίνει πρώτη σέ τελειότητα ἀπό ὅλους μας ἡ Μητέρα τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του, ἡ Παναγία μας.
Παναγία στήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική παράδοση σημαίνει τέλεια ἀφοσίωση στό Θεό καί τέλεια προσφορά στούς ἀνθρώπους.
Μέ τήν πανάχραντη ἁγνότητα καί ὑπακοή καί ἀειπαρθενική Της Μητρότητα ἔζησε καί ζεῖ κατενώπιον τοῦ Θεοῦ. Ζεῖ ὡς ἄνθρωπος τῆς τέλειας σχέσης ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Μέ τήν πανάγια καί ἐκστατική Της ἀγάπη ἔζησε καί ζεῖ πρός ὅλη τήν ἀνθρωπότητα καί πρός τούς ἀγγέλους καί πρός τήν κτίση ὅλη ὡς ὁλάνοιχτη ἀκοίμητη σχέση θείων δωρεῶν, εὐλογιῶν, χαρίτων, προστασίας, μεσιτείας.
***
Καί ὅπως τά μικρά παιδιά νιώθουν μέ τό ἐνδοκάρδιό τους καί χαίρονται τή μητέρα τους, ἀπολαμβάνουν, προστρέχουν, ἐμπιστεύονται, προσκαλοῦν καί φωνάζουν ἀνά πᾶσα στιγμή, τρέφονται καί ἀποκοιμοῦνται στή μητρική ἀγκαλιά καί προστασία· ἔτσι κι ἐμεῖς ζοῦμε σήμερα (καί κάθε μέρα) τήν σωματοψυχική μας ὑπαρκτικότητα ὡς ὀρθόδοξοι χριστιανοί σέ σχέση καί ἀναφορά πρός τήν Παναγία μας.
Καταλαβαίνουμε, μέ τή μέσα καρδιά μας καί μέ κάθε κομμάτι τῆς ὕπαρξής μας, ὅτι ἡ ζωή μας εἶναι ἕνα δῶρο Θεοῦ.
Καί ὅτι ἡ Παναγία μας (πού ἔζησε τόν ἑαυτό Της σέ σχέση μέ τήν πανανθρωπότητα κατενώπιον Θεοῦ ὡς Μητέρα τῆς σωτηρίας μας) συνεχίζει ἀκατάπαυστα μέχρι σήμερα καί μοιράζεται τό δικό Της ἑαυτό ὡς σχέση μέ μᾶς!
Αὐτό εἶναι τό μεγαλύτερο δῶρο τῆς Παναγίας μας. Τόν ἑαυτό Της τό δοσμένο στό Χριστό μας γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου, τόν μοιράζεται μέ μᾶς!
Τήν προσκυνοῦμε εὐλαβικά καί ἄς ἀποφασίζουμε νά ζήσουμε τή ζωή μας ὡς σχέση καί ἑνότητα, μέ τρόπο πού νά μή λαθέψουμε ποτέ καί μακρύνουμε ἀπό αὐτήν τή δική Της πανάχραντη κοινωνία.
†Ὁ Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως & Πολυκάστρου Δημήτριος







