Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

Αν θες να γίνεις πραγματικά πλούσιος…

 Αν θες να γίνεις πραγματικά πλούσιος…

«Όποιος θέλει να γίνει πλούσιος, ας γίνει φτωχός, για να μην έχει καμιά ανάγκη και να αισθάνεται πλούσιος· ας ξοδεύει για τις ανάγκες των φτωχών, για να απολαύσει μελλοντικά· ας σκορπίζει γενναιόδωρα σε αγαθοεργίες, για να θερίσει στη Βασιλεία του Θεού.

Θέλεις να γίνεις πλούσιος; Να έχεις φίλο το Θεό, και θα είσαι από όλους πλουσιότερος. Θέλεις να πλουτίσεις; Μην υπερηφανεύεσαι, γιατί η ταπεινοφροσύνη δεν είναι χρήσιμη μόνο στη μέλλουσα ζωή, αλλά και στην παρούσα, γιατί κανείς δεν φθονείται τόσο πολύ, όσο ο πλούσιος.

Πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει πολλά, αλλά αυτός πού δίνει πολλά.

Πλούσιος δεν είναι αυτός που τα έχει όλα άφθονα, αλλά εκείνος που δεν χρειάζεται πολλά. Γιατί ποιο είναι το όφελος να κατέχει κανείς ολόκληρη την οικουμένη και να ζει μεμεγαλύτερη στενοχώρια από εκείνον που δεν έχει τίποτε; Οι εσωτερικές διαθέσεις κάνουν τους ανθρώπους πλούσιους και φτωχούς και όχι η κατοχή χρημάτων ούτε η στέρηση.

Αυτός είναι πλούσιος, εκείνος που δεν θέλει να πλουτίσει».

Τό δευτερόλεπτο πού ζοῦμε,ἐκεῖνο εἶναι δικό μας

 Τό δευτερόλεπτο πού ζοῦμε,ἐκεῖνο εἶναι δικό μας

-Γέροντα δεν έχουμε πολύ διάθεση για να προσευχηθούμε.Όλο το αναβάλλουμε για αύριο,μεθαύριο έχουμε μία δουλειά,ίσως την άλλη εβδομάδα λέμε…

-Αυτό είναι ένας πειρασμός.Ποτέ μην λες«Θα το κάνω αύριο»επειδή το δευτερόλεπτο που ζούμε,εκείνο είναι δικό μας.Το επόμενο δευτερόλεπτο,το επόμενο λεπτό δεν είναι δικά μας,δεν ξέρουμε εαν θα το προλάβουμε,αφού ο άνθρωπος είναι”ωσεί χόρτος”όπως λεει ο ψαλμωδός«Άνθρωπος ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού ούτως εξανθήσει».

Δεν μπορούμε να πούμε ”άσε θα το κάνω εγώ άλλη μέρα”.Αυτό που πρέπει να πούμε είναι:«Εαν θέλει ο Θεός, να με βοηθήσει να φτάσω αύριο στην εκκλησία για να εξομολογηθώ και ν’ακούσω προσεχτικά τι θα μου πει ο πνευματικός μου, επειδή αυτός έχει την χάρη του Αγ.Πνεύματος και πρέπει να κάνω ότι με συμβουλεύσει για να μπω στην Βασιλεία των Ουρανών».

Χωρίς την εξομολόγηση δεν μπορούμε να μπούμε στην Βασιλεία του Θεού.

Βλέπετε πόσο μεγάλη είναι η καλοσύνη του Θεού;Ευλόγησε όπως, με την ευλογία του αρχιερέως ο ιερέας να γίνεται πνευματικός,και ότι αυτός λέει αυτό κάνει ο Θεός.Βλέπετε;Ο Θεός δεν έβαλε έναν άγγελο για πνευματικό αλλά έναν άνθρωπο,για να μπορούν οι άνθρωποι να εξομολογούνται με ειλικρίνεια.Αν δεν εξομολογηθείς με ειλικρίνεια δεν θα λάβεις άφεση αμαρτιών.Πρέπει να είσαι ειλικρινής.Το έλεος του Θεού ει μεθ’ημών.

Γέροντας Διονύσιος,ο πνευματικός της Κολιτσού

Οἱ περιζήτητοι ἄνθρωποι

 

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτη

Ὅποιος στηρίζεται στήν γνώση του καί ἀνατρέπει τήν γνώμη τοῦ ἄλλου μέ ἐπιπολαιότητα, ὅποιος ἐπίσης εἶναι πρόθυμος νά ἀπαντήσει, νά δικαιολογηθεῖ καί νά δικαιολογήσει, ἤ ἔχει θέλημα πού εἶναι βγαλμένο μέσα ἀπό τή ζωή του, αὐτός ἀπολαμβάνει ὡς καρπό τήν ἔχθρα.

Δέν μπορεῖ νά συμφωνήσει μέ κανένα. Ἔχετε παρατηρήσει ποιοί ἄνθρωποι εἶναι ἀγαπητοί καί περιζήτητοι;

Ὅσοι διακονοῦν, ὅσοι εἶναι πέρα γιά πέρα ἤρεμοι καί πρόθυμοι νά ἀποδεχθοῦν τήν γνώμη τοῦ ἄλλου, τήν ἐπιθυμία του, τήν σκέψη, τήν ἐνέργειά του, τό ἁμάρτημά του, τό πάθος του, τήν εὐγένειά του, τήν ἀγένειά του, πού ἡ εὐαισθησία τους εἶναι στραμμένη πρός τόν Θεόν καί πρός τούς ἀνθρώπους.

Ἀντιθέτως, αὐτοί πού θέλουν νά ὑπερασπίζουν τόν ἑαυτό τους, πού θέλουν νά ἔχουν θέση, γνώμη, σκέψη, νά διεκδικήσουν ἕνα δικαίωμα, νά ἐπιβάλλουν τήν γνώμη τους – ἄκουσέ με, λένε, καί μετά κάνε ὅ,τι θέλεις – γίνονται ἀντιπαθητικοί.

Γιατί νά σέ ἀκούσω, βρέ ἀδελφέ; Ἐγώ αὐτό θέλω νά κάνω. Βέβαια, ἀπό ταπείνωση ἤ ἐξυπνάδα – τό ἴδιο εἶναι – θά σέ ἀκούσω, ἀλλά ἐσύ ἔχασες.

Ὅποιος ἀφήνει ἀνέγγιχτους τούς ἄλλους ἀπό τήν παρουσία του, ὅποιος τούς ἀφήνει ἐλεύθερους νά κάνουν ὅ,τι θέλουν καί ἡ μόνη σχέση του μαζί τους εἶναι ἡ σχέση τῆς διακονίας, τῆς ὑπηρεσίας, τοῦ ἐσχάτου ἀνθρώπου, ὁ ἁπλός, ὁ ταπεινός, ὁ ἀνεπιτήδευτος, αὐτός εἶναι πάντοτε ὁ ἀγαπημένος.

Ὅσοι ζητοῦν, ἀπαιτοῦν, παρακαλοῦν, αὐτούς, ἀπό μακριά τούς βλέπεις καί τούς ἀποφεύγεις.

Ὅλα αὐτά δέν ἔχουν θέση σέ μιά ψυχή ἡ ὁποία ἁγνίζει αὐτήν καί τήν εὐτρεπίζει γιά τό Θεόν.

Ὅποιος δέν προσέχει καί ὑποστηρίζει τό θέλημά Του, τήν γνώση Του, αὐτός κερδίζει τήν ἔχθρα, δέν τόν ἀγαπάει κανείς.

Ὅλοι σάν νά δαιμονίζονται, ἔχουν ἀπέναντί του ἕνα ἔνστικτο ἀντιδράσεως καί θέλουν νά τοῦ ποῦν ὄχι.

Βέβαια, αὐτός τά βάζει μέ τούς ἄλλους. Προφανῶς ὅμως ὁ ἴδιος εἶναι ὑπαίτιος καί ἄξιος τῆς μοίρας του, τοῦ στρώματος τό ὁποῖο στρώνει.

Αὐτός ἐκ τοῦ πνεύματος οὐ δύναται εἶναι τοῦ φέροντος λύπην ἐν τῇ καρδίᾳ, δέν εἶναι δυνατόν νά ἐνεργεῖται ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό ὁποῖο φέρνει συντριβή στήν καρδιά.

Ο ΟΣΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ο ΣΑΒΒΑΪΤΗΣ




Τη μνήμη του Οσίου Στεφάνου του Σαββαΐτου τιμά σήμερα, , η Εκκλησία μας. Ανεψιός του Ιωάννου Δαμάσκηνου ο Στέφανος, γεννήθηκε στη Δαμασκό το 725 μ.Χ. Τον πατέρα του έλεγαν Θεόδωρο Μανσούρ και ήταν αδελφός του Ιωάννου Δαμάσκηνου.
 Σε ηλικία δέκα ετών, ο Στέφανος εισήχθη από το θείο του στη Λαύρα του Αγίου Σάββα, όπου για 15 χρόνια εκπαιδεύτηκε πολύ καλά στη μοναχική ζωή. Μετά το θάνατο του θείου του, αποσύρθηκε στην έρημο και εντρυφούσε ακόμα περισσότερο στη μελέτη του λόγου του Θεού.
Εκεί ασχολήθηκε και με την ποίηση, στην οποία διακρίθηκε και αναδείχθηκε ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της Εκκλησίας μας.
Ο Στέφανος, ότι δημιουργούσε με το ταλέντο που του έδωσε ο Θεός, το αφιέρωνε στη δόξα του Θεού και όχι στο θαυμασμό των ανθρώπων. Διότι τον ενέπνεαν τα λόγια της Αγίας Γραφής, που λένε: «Παν ότι αν ποιήτε εν λόγω η εν έργω, πάντα εν ονόματι Κυρίου Ιησού, ευχαριστούντες τω Θεώ και πατρί δι’ αυτού» (Προς Κολασσαείς, γ’ 17).
Δηλαδή, κάθε τι που κάνετε με λόγο ή με έργο, όλα να τα πράττετε για να αρέσετε στον Κύριο Ιησού και για τη δόξα Του, ευχαριστούντες μέσω Αυτού το Θεό και Πατέρα, που τόσο πολύ μας αγάπησε.
Ο Στέφανος, αφού κόσμησε την Εκκλησία με τα ποιήματα του, πέθανε ειρηνικά το 794 μ.Χ. (κατά άλλους το 807 μ.Χ.).
Η μνήμη του Οσίου Στεφάνου επαναλαμβάνεται και στις 28 Οκτωβρίου. Για ποιόν λόγο υπάρχει διπλή μνημόνευση του Οσίου Στεφάνου, δεν γνωρίζουμε. Ίσως σήμερα να εορτάζουμε την Ανακομιδή των λειψάνων του Οσίου και στις 28 Οκτωβρίου την κυρίως μνήμη του.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως θείον στεφάνωμα, την αρετήν εσχηκώς, λαμπρώς εστεφάνωσας, την Εκκλησίαν Χριστού, εν λόγοις και πράξεσι, συ γαρ ως ιεράρχης, και σοφός θεηγόρος, θείων ασμάτων λύρα, Πάτερ Στέφανε ώφθης, διό ταίς σαίς φαιδρότησιν, ημάς στεφάνωσαν.

Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

Λόγια παρηγοριάς από τον Άγιο της Παναγούδας

 

Οι μεγαλύτεροι πειρασμοί είναι συνήθως στιγμιαίοι καί, εάν εκείνη τήν στιγμή τους ξεφύγουμε, περνάει καί φεύγει ή φάλαγγα τών δαιμόνων καί γλυτώνουμε. 

Όταν ενωθή ό άνθρωπος μέ τόν Θεό, δέν έχει πιά πειρασμούς. Μπορεί ό διάβολος νά κάνη κακό στον Άγγελο; Όχι, καίγεται.

Ή πνευματική ζωή είναι πολύ απλή καί εύκολη εμείς τήν κάνουμε δύσκολη, γιατί δεν αγωνιζόμαστε σωστά.

Με λίγη προσπάθεια και πολλή ταπείνωση και εμπιστοσύνη στον … Θεό, μπορεί κανείς να προχώρηση πολύ.

Γιατί, όπου υπάρχει ταπείνωση, δεν έχει θέση ό διάβολος καί, όπου δεν υπάρχει διάβολος, επόμενο είναι να μην υπάρχουν καί πειρασμοί.

– Γέροντα, ή πτώση σε μιά αμαρτία μπορεί να γίνη κατά παραχώρηση του Θεού;

– Όχι, είναι βαρύ νά πούμε ότι παραχωρεί ό Θεός νά αμαρτήσουμε. Ό Θεός ποτέ δεν παραχωρεί νά αμαρτήσουμε. Εμείς κάνουμε παραχωρήσεις καί έρχεται ό διάβολος καί μας πειράζει.

Όταν λ.χ. ύπερηφανεύωμαι, διώχνω τήν θεία Χάρη, φεύγει ό Φύλακας Άγγελος μου, έρχεται ό άλλος …άγγελος, ό διάβολος, καί σπάζω τά μούτρα μου. Αυτή είναι δική μου παραχώρηση, καί όχι τού Θεού.

– Είναι σωστό, Γέροντα, όταν έχουμε μιά πτώση νά λέμε: Ό πειρασμός μέ έρριξε;

– Πολλές φορές ακούω κι εγώ μερικούς ανθρώπους νά λένε ότι φταίει ό πειρασμός, όταν ταλαιπωρούνται, ενώ φταίνε οι ίδιοι πού δέν αντιμετωπίζουν σωστά τά πράγματα.

Έπειτα ό πειρασμός, πειρασμός είναι. Μπορεί νά μας έμποδίση άπό το κακό; Τήν δουλειά του κάνει. Νά μήν τά φορτώνουμε καί όλα στον πειρασμό.

Ένας υποτακτικός, πού ζούσε σέ μιά Καλύβη μέ τον Γέροντα του, μιά φορά πού έμεινε γιά λίγο μόνος του, πήρε ένα αυγό, το έβαλε πάνω σέ ένα κλειδί – ήταν άπό εκείνα τά μεγάλα, τά παλιά κλειδιά – καί άναψε άπό κάτω ένα κερί, γιά νά το ψήση!

Μπαίνει ξαφνικά ό Γέροντας καί τον βλέπει. ¨Τί κάνεις εκεί;, τού λέει. Νά, Γέροντα, ό πειρασμός μέ έβαλε νά ψήσω έδώ ένα αυγό, τού λέει ό υποτακτικός του.

Καί τότε ακούσθηκε μιά άγρια φωνή: Αυτήν τήν τέχνη έγώ δέν τήν ήξερα- άπό αυτόν τήν έμαθα!

Ό διάβολος μερικές φορές κοιμάται, καί εμείς τον προκαλούμε.

Μνήμη του Αγίου Παϊσίου στην Αγία Σοφία,στο ομώνυμο νοσοκομείο Παίδων της Αθήνας,

 


 Κυριακή 12/7/2026
"...Με τις προσευχές των μικρών παιδιών μπορούν να γίνουν θαύματα. Ό,τι ζητούν από τον Θεό, τους το δίνει,γιατί έχουν αθωότητα και ο Θεός ακούει την καθαρή προσευχή τους.
Θυμάμαι, μια φορά που οι γονείς μας είχαν πάει στο χωράφι, με είχαν αφήσει στο σπίτι με τα δυο μικρότερα αδέλφια μου.
Ξαφνικά ο ουρανός μαύρισε και άρχισε καταρρακτώδης βροχή.
 «Τί θα κάνουν τώρα οι γονείς μας; είπαμε.Πώς θα έρθουν στο σπίτι;». Τα δυο μικρά άρχισαν να κλαίνε.
«Ελάτε, τους είπα, θα παρακαλέσουμε τον Χριστό να σταματήση την βροχή».
Γονατίσαμε και τα τρία μπροστά στο εικονοστάσι και προσευχηθήκαμε. Σε λίγα λεπτά η βροχή σταμάτησε...."( Όσιος Παΐσιος)

-Στην τηλεοπτική σειρά υπήρξε αναφορά και για την περίπτωση εκείνη ενός παιδιού που δεν έβλεπε και πήγε στον άγιο παππούλη με τον πατέρα του
στην Παναγούδα . Δεν ζήτησε κάτι για τον εαυτό του που είχε αυτό την αναπηρία, αλλά για την δασκάλα του που ήταν άρρωστη (!) και, όταν ο γέροντας τον ρώτησε: 
"Σε σένα τι θες να κάνω;",εκείνο του ζήτησε να είναι καλό παιδί (!!!), όχι να γίνει καλά ( την αναπηρία όρασης δεν την είχε εκ γενετής και αυτό ίσως ήταν πιο οδυνηρό)
Αυτό φαίνεται να " λύγισε" τον π. Παΐσιο που προσευχήθηκε και το παιδί με την Χάρη του Θεού θεραπεύτηκε.
Δόξα τω Θεώ

Το πάθος της ζήλιας

Γέροντα Παναή της Λύσης

Όλα τα πάθη θέλουν πολύν αγώνα, επειδή η κακία, η έχθρα, είναι ο ίδιος ο εναντίος, δηλ. ο διάβολος, στα σπλάχνα μας. Γιατί εκείνος είναι ο κατ’ εξοχή φθονερός. Άμα κυριέψει το πλάσμα το μίσος, και γέρος και κατάκοιτος να είναι, δεν έχει τη θέληση να το διώξει. Γίνεται έξις, κι η έξις δεύτερη φύση.

Κάποτε ένα αντρόγυνο είχε το πάθος της ζήλειας.  Όπου ήταν να πάει ο άντρας ήθελε να παίρνει και τη σύζυγο του. Όμως εκείνη ζήλευε από τις άλλες γυναίκες. Όταν τους προσκάλεσαν κάπου, λέει ο άντρας στη γυναίκα του:

- «Πήγαινε εσύ. Εγώ δεν θα πάω».

- «Όχι, να πάμε μαζί», απαντά η γυναίκα.

- «Όχι, μόνη σου θα πάεις», λέει ο άντρας.

Σκέφτηκε η γυναίκα: Γιατί να θέλει να πάω μόνη μου; Και κατέληξε να του πει:

- «Θέλω να με ζηλεύεις», διότι, σκέφτηκε, πως για να μην πάει μαζί της δεν την θέλει.

Βλάφτει πολλά η ζήλεια. Κοίταξε από τα μωρά. Άμα ένα μωρό ζηλεύει ούτε τρώει, ούτε πίνει. Μαραζώνει. Η ζήλεια τρώει το μάστρον (αφεντικό) της.

 

Το κληρονομικό πάθος είναι δύσκολο. Κάποιος βασιλιάς πήρε ένα φιλάργυρο κι ένα ζηλιάρη για να τους προβάρει (να τους δοκιμάσει).

- «Ζητάτε μου ότι θέλετε και θα σας το δώσω. Όποιος μου ζητήσει πρώτος, θα του το δώσω και ακολούθως θα δώσω στον άλλο διπλά».

 - «Άντε, λέει ο φιλάργυρος του ζηλιάρη, ζήτα για να πιάσω διπλά».

Ο ζηλιάρης δεν ζητούσε, τελικά όμως αποφάσισε να ζητήσει:

- «Να μου βγάλεις το ένα μου μάτι, για να του βγάλεις εκείνου και τα δυο».

Δεν κάμνει χαΐρι ο ζηλιάρης, ο φθονερός. Βλάπτει τον ίδιο τον εαυτό του.

Ο Άγιος Παΐσιος, η Μητέρα και το Αγέννητο Παιδί

 

animation 1

Σε ένα νοσοκομείο της Αθήνας, μια απλή συνάντηση έγινε αφορμή για να φανερωθεί το προορατικό χάρισμα του Αγίου Παϊσίου.

Η Σοφία, μια νεαρή μητέρα, έκρυβε μέσα της έναν μεγάλο φόβο και μια απόφαση που θα άλλαζε για πάντα τη ζωή της. Χωρίς να του έχει πει τίποτα, ο Άγιος Παΐσιος είδε αυτό που κανείς άλλος δεν γνώριζε: το αγέννητο παιδί που είχε μέσα της.

Με λίγα λόγια, γεμάτα αγάπη, διάκριση και πίστη στην πρόνοια του Θεού, ο Άγιος την παρηγόρησε και της έδωσε δύναμη να κρατήσει το παιδί στη ζωή και να το φέρει στον κόσμο.

Μια συγκινητική animated ιστορία για την πίστη, την αξία της ανθρώπινης ζωής και την πρόνοια του Θεού.


 

ΕΙΠΟΝ ΕΝ ΕΑΥΤΟΙΣ


“Καὶ ἰδού τινες τῶν γραμματέων εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· Οὗτος βλασφημεῖ” (Ματθ. 9, 3).
Τότε μερικοί ἀπό τούς γραμματεῖς εἶπαν μέσα τους: «Μά αὐτός προσβάλλει τό Θεό». 

    Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από την εξωστρέφεια. Οι άνθρωποι δεν κρατμάμε για τον εαυτό μας τις σκέψεις μας, αλλά, αυτόματα, εκφράζουμε ό,τι έχουμε μέσα μας είτε στις συνομιλίες μας με τους άλλους είτε στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Αυτό θεωρείται νίκη κατά της υποκρισίας, απόδειξη του αληθινού μας εαυτού, και, ενώ κάποιοι πιστεύουν ότι το σύστημα στο οποίο ζούμε μάς υπονομεύει, ότι η δημοκρατία η οποία μας περιβάλλει δεν είναι αυθεντική, εντούτοις διαπιστώνουμε ότι είναι πολύ εύκολο να πούμε αυτό που νιώθουμε, χωρίς να έχει συνέπειες, ακόμη κι αν ξεπερνά τα όρια της ευπρέπειας, της ευγένειας, του σεβασμού στον άλλο. Τα σχόλια στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, στις διάφορες διαδικτυακές ομάδες, αλλά και στις ειδήσεις που αναρτώνται στο Διαδίκτυο, μαρτυρούν του λόγου το αληθές. Όσο ενοχλητικές, όσο αυθαίρετες, όσο καταστροφολογικές, όσο υβριστικές και συκοφαντικές κι αν είναι οι απόψεις, αν κάποιος τις καλύψει υπό το προσωπείο του ανώνυμου ή αν έχουν κάποια μικρή και μερική αλήθεια μέσα τους, περνάνε χωρίς συνέπειες, κάποτε αποθρασύνοντας τον εκφραστή τους, κάποτε οδηγώντας στον θρίαμβο ενός ανορθολογισμού που δεν έχει σχέση με το μυστήριο της πίστης.
    Όταν ο Χριστός στην Καπερναούμ βρίσκεται σε ένα σπίτι και διδάσκει, Του φέρνουν έναν παράλυτο άνθρωπο. Ο πρώτος λόγος του Κυρίου ήταν να του δώσει την άφεση των αμαρτιών του. Οι γραμματείς, οι εγγυητές της πίστης των Ιουδαίων, καθώς γνώριζαν γράμματα και τον Μωσαϊκό νόμο και κατέγραφαν τις ερμηνείες τους, σκέφτονται μέσα τους ότι ο Χριστός προσβάλλει τον Θεό με το να λέει ότι συγχωρούνται οι αμαρτίες ενός ανθρώπου, ο οποίος εκ της ασθενείας του θεωρούνταν τιμωρημένος από τον Θεό ακριβώς διότι είχε αμαρτήσει. Μόνο ο Θεός, κατά τη γνώμη των γραμματέων, είχε το δικαίωμα να συγχωρέσει αμαρτίες, αλλά γι’ αυτούς ο Ιησούς δεν ήταν Θεός. Ο Κύριος όμως γνωρίζει τι σκέφτονται και, αφού τους το φανερώσει, θα αποδείξει ότι δεν γιατρεύει μόνο την πνευματική ασθένεια της αμαρτίας που ταλαιπωρεί τον κάθε άνθρωπο και τον παράλυτο, αλλά και γιατρεύει και το σώμα του ανθρώπου, δίνοντάς του τη δυνατότητα να σηκωθεί, να πάρει στους ώμους το κρεβάτι της ασθενείας και να βαδίσει υγιής προς το σπίτι του. 
    Οι γραμματείς δεν αποκαλύπτουν τι σκέφτονται. Είναι υποκριτές. Δείχνουν όμως με τον τρόπο τους αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα σε κάθε άνθρωπο, είτε φανερώνει είτε όχι τις σκέψεις του. Ο νους και η καρδιά μας αποκαλύπτουν ποιοι είμαστε. Αυτός που μιλά με αγάπη, δεν είναι από τυπικότητα, αλλά επειδή ζει για την αγάπη και με την αγάπη. Αυτός που καθυβρίζει, που διασύρει, που απορρίπτει, που θεωρεί ότι κατέχει την αλήθεια, στην πραγματικότητα είναι ασθενής ο ίδιος και επιχειρεί να επιβάλει την ασθένεια της αυτο-αυθεντίας στους άλλους. Και επειδή με τον θόρυβο και την πρόκληση νομίζει ότι θα πετύχει να δείξει ότι είναι σημαντικός και ότι έχει δίκιο, δεν διστάζει να εκφράσει το έλλειμμα της αγάπης, που συνδέεται με τον ανορθολογισμό. Η πειθώ θέλει επιχειρήματα, θέλει ευγένεια, θέλει να ακούς τον άλλον, θέλει να βλέπεις λίγο παραπέρα. Διότι τελικά οι γραμματείς, έχοντας τη βεβαιότητα της δικής τους αυθεντίας, δεν μπόρεσαν ούτε μετά το θαύμα της ίασης του παραλυτικού να κάνουν το βήμα να αποδεχτούν ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού και όχι ένας άνθρωπος που καπηλεύεται και βλασφημεί το όνομα του Θεού.
    Στην εποχή μας, στις σχέσεις μας με τους άλλους, οικείους, ξένους, επώνυμους και άσημους, ας παλεύουμε να βγάζουμε λόγο αγάπης, λόγο πειθούς, λόγο ευγένειας, αρχοντιάς, ακόμη και στην κριτική μας.  Υποκρισία είναι να κατηγορείς τους άλλους ότι δεν κάνουν κάτι, που κι εσυ ο ίδιος δεν κάνεις. Να επικαλείσαι την τελειότητα, ενώ είσαι ατελής. Να ομνύεις ότι εσύ κατέχεις την αλήθεια του Θεού και να κατακρίνεις τους άλλους. Να μη νιώθεις ότι στη ζωή υπάρχει το “γίγνεσθαι” και ότι ο Θεός μιλά μέσω ανθρώπων και περιστάσεων που εσύ δεν βλέπεις, ακριβώς διότι έχεις αναγορεύσει τον εαυτό σου σε αυθεντία και θεωρείς, επειδή η εποχή μας σου έχει δημιουργήσει την ψευδαίσθηση, ότι έχεις δύναμη ή εκτονώνεσαι μη ξεκινώντας από τη δική σου παραλυσία και ζητώντας από τον Θεό να σου τη γιατρέψει, αλλά βλέποντας μόνο την παραλυσία των άλλων. 
    Αν οι γραμματείς είχαν πόνο και αγάπη για τον παραλυτικό, δεν θα σκέφτονταν έτσι για τον Χριστό. Αν έχουμε πόνο και αγάπη για τον εαυτό μας και τον συνάνθρωπο, θα βρούμε τον τρόπο να μιλήσουμε τη γλώσσα της αγάπης και της αλήθειας. Για να συμπορευτούμε στην οδό της Εκκλησίας, στην οδό της αφέσεως των αμαρτιών, στην οδό της πνευματικής ιάσεως, που, αν θέλει ο Χριστός, θα γίνει και σωματική.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ




Τη μνήμη του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου τιμά σήμερα, 12 Ιουλίου, η Εκκλησία μας. Ο Όσιος πατήρ Παΐσιος ο Αγιορείτης γεννήθηκε από ευλαβείς γονείς, τον Πρόδρομος και την Ευλαμπία Ενζεπίδη, στα Φάρασα της Καππαδοκίας στις 25 Ιουλίου του 1924 μ.Χ., λίγες μέρες πριν από τη φυγή των Φαρασιωτών από την πατρώα γη για την Ελλάδα.
 Στη βάπτισή του, ο Όσιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, ο πλήρης ημερών και αγιότητος βίου κοσμούμενος ιερέας των Φαράσων, τον ονόμασε Αρσένιο, «για να τον αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είπε.
Στην Ελλάδα, η οικογένεια του μικρού Αρσενίου εγκαταστάθηκε στην Κόνιτσα της Ηπείρου, όπου ο ίδιος πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Γαλουχούμενος με τις διηγήσεις για το θαυμαστό βίο του Αγίου Αρσενίου, έλεγε ότι θα γίνει μοναχός από την ηλικία των 5 ετών! Και αφού έμαθε να διαβάζει, αγαπημένη του ασχολία υπήρξε η ανἀγνωση των βίων των Αγίων, των οποίων εμιμείτο τους ασκητικούς αγώνες με θερμό ζήλο.
Μετά από τις εγκύκλιες σπουδές του δε θέλησε να συνεχίσει στα γράμματα, αλλά προτίμησε να μιμηθεί το Χριστό και μαθήτευσε στην τέχνη του ξυλουργού, την οποία άσκησε με επιμέλεια και δεξιοσύνη. Στην ηλικία των 15 ετών αξιώθηκε της θέας του Κυρίου, για ένα μόνο φιλότιμο λογισμό, μέσω του οποίου απέκρουσε μία δαιμονική προσβολή του πειρασμού της απιστίας. Από τότε φούντωσε μέσα του ακόμη περισσότερο η φλόγα της αγάπης του Θεού και ο πόθος για τη μοναχική ζωή.
Ακολούθησαν καιροί ταραχής και αναστάτωσης για την Ελλάδα, λόγω της ξένης Κατοχής και του εμφυλίου πολέμου. Ο Όσιος όμως, τόσο ως πολίτης όσο και ως στρατιώτης κατά τη θητεία του (1945 – 1949 μ.Χ.), επέδειξε απαράμιλλο θάρρος και αυτοθυσία. Ήταν πρόθυμος να δώσει κάθε στιγμή και τη ζωή του ακόμα για τη σωτηρία των άλλων. Ευρισκόμενος μάλιστα συχνά μέσα στον καταιγισμό των φονικών πυρών, συνέβη να σώσει με τις θερμές προσευχές του πολλούς στρατιώτες, αλλά να σωθεί και ο ίδιος με τρόπο θαυμαστό.
Επειδή το μεγαλύτερο διάστημα της στρατιωτικής του θητείας το υπηρέτησε με την ειδικότητα του ασυρματιστή, πολλές εκδόσεις αφιερωμένες στη ζωή του Γέροντα τον αναφέρουν ως «Ασυρματιστή του Θεού». Μάλιστα, ο Γέροντας φέροντας ως παράδειγμα την ειδικότητα του στον στρατό, απάντησε σε κάποιον που αμφισβητούσε τη χρησιμότητα της μοναχικής ζωής ότι οι μοναχοί είναι «ασυρματιστές του Θεού», εννοώντας την θερμή τους προσευχή και την έγνοια τους για την υπόλοιπη ανθρωπότητα.
Ύστερα και από αυτές τις περιπέτειες, θέλησε να καταταγεί στο αγγελικό τάγμα των μοναχών, με τα φτερά που δίνει ο θείος έρωτας. Έτσι, μετέβη στο Άγιο Όρος, αναζητώντας έναν οδηγό για τη ζωή της κατά Θεόν ησυχίας. Δεν κατάφερε όμως να εκπληρώσει αμέσως τον πόθο του. Παράλληλα, οι δικοί του βρέθηκαν την ίδια περίοδο σε μεγάλη οικονομική δυσκολία, οπότε τον κάλεσαν να τους βοηθήσει. Έτσι, επέστρεψε στην Κόνιτσα και εργάστηκε ως μαραγκός. Μετά από 3 χρόνια όμως (1953 μ.Χ.), σε ηλικία 29 ετών πλέον, εγκατέλειψε τα πράγματα του κόσμου και επέστρεψε στην Αθωνική Πολιτεία.
Αφού περιήλθε σκήτες και καλύβες, ακολούθησε τελικά τη συμβουλή ενός σεβάσμιου γέροντα και εντάχθηκε στην αδελφότητα της Ιερά Μονή Εσφιγμένου, γνωστής τότε για την αυστηρή της τάξη. Εκεί έζησε μέσα στην ολοτελή υπακοή και επιδόθηκε σε υπέρμετρη άσκηση, υπερβάλλοντας σε κόπους για χάρη του Χριστού και των αδελφών του. Έτσι, στις 27 Μαρτίου 1954 μ.Χ. εκάρη μοναχός. Έλαβε ρασοευχή και το όνομα Αβέρκιος. Έχοντας όμως άσβεστο μέσα του τον πόθο για τον ησύχιο και απράγμονα βίο, πήρε την ευλογία του Ηγουμένου και πήγε να μονάσει στην Ιερά Μονή Φιλοθέου, που ήταν τότε σε κατάσταση ιδιόρρυθμη. Εκεί προετοιμάστηκε για τη ζωή του ερημίτη, κάτω από την καθοδήγηση ενός διακριτικού και σοφού γέροντα, του γέροντα Συμεών. Στις 12 Μαρτίου 1956 μ.Χ., εκάρη μικρόσχημος μοναχός και έλαβε το όνομα «Παΐσιος», χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του.
Τον Αύγουστο του 1958 μ.Χ., υπακούοντας σε θεία βουλή, δεν εγκαταστάθηκε στην έρημο, για την οποία προετοιμαζόταν, αλλά στην κατεστραμμένη Ιερά Μονή της Παναγίας του Στομίου, που βρίσκεται κοντά στην Κόνιτσα. Σε αυτήν έζησε 4 χρόνια, ζώντας ισάγγελο βίο, παλεύοντας με τους πειρασμούς, ευεργετώντας τους ανθρώπους της περιοχής, σώζοντας πολλούς από τις διδασκαλίες των προτεσταντικών ομάδων που δρούσαν εκεί, και ανακαινίζοντας με πολύ μόχθο το Μοναστήρι.
Τo 1962 μ.Χ., όταν και ολοκληρώθηκε το έργο της ανακαίνισης και ο κίνδυνος από τις ετερόδοξες ομάδες εξέλιπε, ο Όσιος παρακαλούσε μέσα στους πειρασμούς, που καθημερινά τον πολιορκούσαν, θερμά το Θεό να του δείξει το δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει. Έτσι, δέχθηκε ως θεόσταλτη την πρόσκληση κάποιου ιεροδιακόνου να τον συνοδεύσει στο θεοβάδιστο Όρος του Σινά. Πάνω σε κείνον τον άνυδρο και ξερό τόπο, στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης, έζησε επιτέλους αυτό που χρόνια ποθούσε, την προς Θεόν μόνωση.
Αγωνιζόμενος με πολλή ταπείνωση, διαρκή νηστεία, ακατάπαυστη αγρυπνία και αδιάλειπτη προσευχή, κατάφερε να υπερνικήσει τις παγίδες του μισόκαλου εχθρού, και να απολαύσει την ένωση με το Θεό. Γεμάτος από τη χάρη της θείας παρακλήσεως, απολάμβανε την κατά Θεόν ευφρόσυνη μέσα στο καμίνι της απαράκλητης ερήμου. Έγινε μάλιστα ιδιαίτερα αγαπητός στους Βεδουίνους, δίνοντάς τους τρόφιμα με χρήματα από την πώληση στους προσκυνητές ξύλινων σταυρών που έφτιαχνε ο ίδιος.
Δεν θα υπήρχε, έτσι, κανένας λόγος να εγκαταλείψει το στάδιο εκείνο της αρετής, εάν – φεύ! – δεν ενέσκηπτε η σωματική ασθένεια από το τραχύ κλίμα, η οποία τον ανάγκασε να επιστρέψει στην κατά σάρκα πατρίδα του. Επανερχόμενος στο Άγιο Όρος το 1964 μ.Χ., δεν ελάττωσε το πλήθος των ασκητικών αγώνων του, παρά την καταβολή του σώματος, καθώς στο πνεύμα διατηρούσε την πρότερη ζέση του. Ζώντας λοιπόν ως ξένος και παρεπίδημος στη γη, έφτασε να γίνει πολίτης του ουρανού.
Έχοντας, συνεπώς, την πράξη ως την «επίβασιν» της θεωρίας, έφτασε σε υψηλά μέτρα και έγινε κοινωνός θείων μυστηρίων. Εντρύφησε έτσι και στην ωραιότητα του Κυρίου, ενώ επιπλέον έτυχε και της Θεομητορικής ευλογίας. Συνομίλησε με αγίους που εμφανίστηκαν μπροστά του, βίωσε την όραση του Άγγελου Φύλακά του, άκουσε αγγελικούς ύμνους και καταυγάσθηκε από το ουράνιο φως.
Το 1966 μ.Χ. ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Κέντρο Νοσημάτων Θώρακος Βορείου Ελλάδας (Νοσοκομείο Παπανικολάου). Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μ.Χ. μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπατίου (Βλάχικα).
Στις 12 Αυγούστου 1968 μ.Χ. ο Όσιος Παΐσιος, εισήλθε στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα και μόνασε στο κελί του Τιμίου Σταυρού.
Το 1979 μ.Χ. αφήνει τον Τίμιο Σταυρό και αναζητώντας κελί πηγαίνει στην εγκαταλελειμμένη «Παναγούδα». Εκεί ο Όσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές. Όπως έλεγε ο γέροντας στενοχωρείτο πολύ, γιατί από τις επιστολές μάθαινε μόνο για διαζύγια και ασθένειες ψυχικές ή σωματικές. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες. Συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.
Σε όλη αυτήν την καθημερινή κούραση του γέροντος Παϊσίου έρχονται να προστεθούν και τα προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούσαν. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του οι πόνοι από τις διάφορες αρρώστιες όπως κολίτιδα, η οποία του άφησε μόνιμα δυσπεπτικά, βουβωνοκήλη και κυρίως από τον καρκίνο που του είχε διαγνωσθεί, γίνονταν όλο και περισσότεροι. Παρ’ όλ’ αυτα όμως αυτός ήταν ήρεμος και υπέμενε χωρίς να διαμαρτύρεται καθόλου. Αντιθέτως συνέχιζε να προσεύχεται για όλους.
Μετά το 1993 μ.Χ. παρουσίαζε αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Το Νοέμβριο του ίδιου έτους βγήκε για τελευταία φορά από το Άγιον Όρος και πήγε στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί έμεινε για λίγες μέρες και ενώ ετοιμαζόταν να φύγει ασθένησε και μεταφέρθηκε στο Θεαγένειο, όπου έγινε διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Θεώρησε τον καρκίνο εκπλήρωση αιτήματός του προς το Θεό και ωφέλιμο για την πνευματική του υγεία. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 μ.Χ. χειρουργήθηκε. Παρότι η ασθένεια δεν έπαυσε, αλλά παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ, ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.
Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοίνωσαν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Κοιμήθηκε την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 μ.Χ. και ώρα 11:00 και ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης.
Στις 13 Ιανουαρίου 2015 συνήλθε η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπόλεως και αποφάσισε την κατάταξη του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Απολυτίκιον
Ήχος α ́. Της ερήμου πολίτης.
Των Φαράσων τον γόνον, και του Άθωνος κλέισμα, και των απ᾿ αιώνος οσίων, μιμητήν και ισότιμον, Παΐσιον τιμήσωμεν πιστοί, το σκεύος χαρισμάτων το μεστόν, ως φυλάσσοντα εκ πάντων των λυπηρών, τους πίστει ανακράζοντας, δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι διά σού, πάσιν ιάματα.

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ!

 200 Άγιος Παισιος ιδέες σε 2026 | έχε πίστη, χριστιανικά ρητά, ιησούς

ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ (Κυριακή ΣΤ΄ Ματθαίου).


 

π. Δημητρίου Μπόκου

Τη στενή σχέση αμαρτίας και ασθένειας έδειξε ο Χριστός, θεραπεύοντας τον παραλυτικό που έφτασε με παράξενο τρόπο μπροστά του (κατεβασμένος με σχοινιά από τη στέγη του σπιτιού), αφού όμως έδωσε προτεραιότητα στην υγεία της ψυχής του, προτάσσοντας της σωματικής θεραπείας την άφεση των αμαρτιών του (Κυριακή ΣΤ΄ Ματθαίου).

Εξ αρχής είχε τονισθεί από τον Θεό στον άνθρωπο η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αμαρτίας και ασθένειας. Η διάπραξη της αμαρτίας θα επέφερε στον δυνάμει αθάνατο άνθρωπο φθορά. Ασθένεια, πόνο, γήρανση, θάνατο. Όπερ και εγένετο. Ο άνθρωπος ένεκα της αμαρτίας κληρονόμησε θνητότητα και πολύμοχθο βίο. Γεμάτο ταλαιπωρία και βάσανα.

Ο βιβλικός άνθρωπος είχε ισχυρή μέσα του την αντίληψη ότι κάθε λυπηρό στη ζωή του προερχόταν από την αμαρτία. «Ωσεί φορτίον βαρύ» αισθάνεται ο Δαυΐδ τις αμαρτίες του και θρηνεί γι’ αυτές, θεωρώντας ότι εξ αιτίας τους επέπεσε πάνω του η οργή του Θεού και όλο το σώμα του ασθένησε βαριά. «Ουκ έστιν ίασις εν τη σαρκί μου από προσώπου της οργής σου, ουκ έστιν ειρήνη εν τοις οστέοις μου από προσώπου των αμαρτιών μου» (Ψαλμ. 37, 4).

Ο Ιώβ ακούει από τους τρεις «παρηγορητές» φίλους του, ότι είναι αδύνατο να έχει υποστεί τέτοιες φοβερές συμφορές χωρίς να έχει αμαρτήσει βαρύτατα. Ακόμα και για τον Μεσσία Χριστό οι Εβραίοι, βλέποντας τα πάθη του και την επώδυνη σταύρωσή του, είχαν την εσφαλμένη αντίληψη ότι τα παθαίνει όλα αυτά, επειδή ο Θεός τον τιμωρεί για τις αμαρτίες του. Ότι είναι «εν πόνω και εν πληγή από Θεού και εν κακώσει» (Ησ. 53, 4). Και αυτό τους κατασκανδάλιζε. Δεν μπορούσαν να διανοηθούν ότι ήταν δυνατόν να πάσχει κάποιος υπέρ των άλλων.

Πέραν του ότι ο Χριστός ειδικά οδυνάται για τις δικές μας αμαρτίες και ότι οι άγιοι γενικά δοκιμάζονται από τον Θεό για να προκόψουν έτι περαιτέρω στην αγιότητα, δεν παύει να ισχύει το ότι η αμαρτία παραμένει γενεσιουργός αιτία της ταλαιπωρίας, της φθοράς, της αρρώστιας, του θανάτου. Ο άγιος Παΐσιος (που εορτάζει σήμερα, 12 Ιουλ.) μιλάει για μια πολύ συνηθισμένη αμαρτία, που φέρνει μεγάλο κακό στη ζωή μας: Τον μη εκκλησιασμό λόγω εργασίας την Κυριακή.

«Δουλεύουν Κυριακές και γιορτές και τους βρίσκουν συμφορές. Κανονικά πριν από τον Εσπερινό της γιορτής ή της Κυριακής σταματάει κάθε εργασία. Παλιά και οι χωρικοί που ήταν έξω στα χωράφια, μόλις άκουγαν την καμπάνα του Εσπερινού, έκαναν τον σταυρό τους και σταματούσαν τη δουλειά. Το ίδιο και οι γυναίκες που κάθονταν στη γειτονιά. Σηκώνονταν, έκαναν τον σταυρό τους και άφηναν το πλέξιμο ή ό,τι άλλο έκαναν. Και ο Θεός τούς ευλογούσε. Είχαν την υγεία τους και χαίρονταν. Τώρα κατήργησαν τις γιορτές, απομακρύνθηκαν από τον Θεό και την Εκκλησία και τελικά, όσα βγάζουν από τη δουλειά τους τα δίνουν στους γιατρούς και στα νοσοκομεία.

Μια φορά ήρθε ένας πατέρας στο Καλύβι και μου λέει: «Το παιδί μου αρρωσταίνει συχνά και οι γιατροί δεν μπορούν να βρουν τί έχει». «Να σταματήσεις να δουλεύεις Κυριακή και όλα θ’ αλλάξουν», του είπα. Πράγματι σταμάτησε, και το παιδάκι του έγινε καλά.

Πάντα λέω στους λαϊκούς να σταματήσουν να δουλεύουν Κυριακές και γιορτές, για να μην τους βρουν στη ζωή τους συμφορές. Όλοι μπορούν να ρυθμίσουν τη δουλειά τους. Και αν λίγο ζημιωθούν από μια λύση, θα πάρουν ευλογία διπλή. Πολλοί όμως δεν το καταλαβαίνουν... Η Θεία Λειτουργία αγιάζει. Αν δεν πάει ο Χριστιανός την Κυριακή στην Εκκλησία, πώς θα αγιασθεί;» (Αγ. Παϊσίου, Λόγοι, Α΄, Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο, σ. 185).

Και να ’ταν μόνο αυτό;

Τόσες άλλες βαρύτατες αμαρτίες μας, πόση ζημιά κάνουν άραγε στη ζωή μας;

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 12/07/2026-ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Θ'1-8

 

 

Πρωτότυπο Κείμενο

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐμβὰς ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς τὸ πλοῖον, διεπέρασε, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν. Καὶ ἰδοὺ προσέφερον αὐτῷ παραλυτικὸν ἐπὶ κλίνης βεβλημένον· καὶ ἰδὼν ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν, εἶπε τῷ παραλυτικῷ· Θάρσει, τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. Καὶ ἰδού τινες τῶν Γραμματέων εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· Οὗτος βλασφημεῖ. Καὶ ἰδὼν ὁ ᾿Ιησοῦς τὰς ἐνθυμήσεις αὐτῶν, εἶπεν· ῞Ινα τί ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; Τί γάρ ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν· Ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι· ἢ εἰπεῖν· Ἔγειρε καὶ περιπάτει; ῞Ινα δὲ εἰδῆτε, ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας· (τότε λέγει τῷ παραλυτικῷ)· Ἐγερθεὶς ἆρόν σου τὴν κλίνην, καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. Καὶ ἐγερθεὶς, ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. Ἰδόντες δὲ οἱ ὄχλοι ἐθαύμασαν, καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν, τὸν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοῖς ἀνθρώποις.

Νεοελληνική Απόδοση

Εκείνο τον καιρό, ο Ιησούς επιβιβάστηκε στο πλοίο, διέσχισε τη λίμνη και ήρθε στην πόλη του. Τότε του έφεραν έναν παράλυτο ξαπλωμένο σ’ ένα κρεβάτι. Όταν είδε ο Ιησούς την πίστη τους, είπε στον παράλυτο: «Θάρρος, παιδί μου, σου συγχωρήθηκαν οι αμαρτίες σου». Τότε μερικοί από τους γραμματείς είπαν μέσα τους: «Μα αυτός προσβάλλει το Θεό». Ο Ιησούς όμως, που κατάλαβε τις σκέψεις τους, είπε: «Γιατί κάνετε πονηρές σκέψεις; Τι είναι ευκολότερο να πω: σου συγχωρούνται οι αμαρτίες, ή να πω: σήκω και περπάτα; Για να μάθετε λοιπόν πως ο Υιός του Ανθρώπου έχει την εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες πάνω στη γη» – λέει στον παράλυτο: «Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου». Εκείνος σηκώθηκε και πήγε στο σπίτι του. Όταν ο κόσμος το είδε αυτό έμειναν κατάπληκτοι και δοξολόγησαν το Θεό, που έδωσε τέτοια εξουσία στους ανθρώπους.

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 12/07/2026-ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ ΙΒ΄ 6-14

Ο Απόστολος Παύλος: Ο αληθινά Μεγάλος 

Πρωτότυπο Κείμενο

Ἀδελφοί, ἔχοντες χαρίσματα κατὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα, εἴτε προφητείαν, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως, εἴτε διακονίαν, ἐν τῇ διακονίᾳ, εἴτε ὁ διδάσκων, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ, εἴτε ὁ παρακαλῶν, ἐν τῇ παρακλήσει, ὁ μεταδιδούς, ἐν ἁπλότητι, ὁ προϊστάμενος, ἐν σπουδῇ, ὁ ἐλεῶν, ἐν ἱλαρότητι. Ἡ ἀγάπη ἀνυπόκριτος. ἀποστυγοῦντες τὸ πονηρόν, κολλώμενοι τῷ ἀγαθῷ, τῇ φιλαδελφίᾳ εἰς ἀλλήλους φιλόστοργοι, τῇ τιμῇ ἀλλήλους προηγούμενοι, τῇ σπουδῇ μὴ ὀκνηροί, τῷ πνεύματι ζέοντες, τῷ Κυρίῳ δουλεύοντες, τῇ ἐλπίδι χαίροντες, τῇ θλίψει ὑπομένοντες, τῇ προσευχῇ προσκαρτεροῦντες, ταῖς χρείαις τῶν ἁγίων κοινωνοῦντες, τὴν φιλοξενίαν διώκοντες. Εὐλογεῖτε τοὺς διώκοντας ὑμᾶς, εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε.


 

Νεοελληνική Απόδοση

Αδελφοί, η χάρη του Θεού μας έδωσε διάφορα πνευματικά χαρίσματα : Άλλος είναι προφήτης, για να κηρύττει ανάλογα με το βαθμό της πίστεως του∙ άλλος έχει το χάρισμα της διακονίας, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Το ίδιο να κάνει κι ο δάσκαλος του λαού του Θεού με τη διδασκαλία∙ κι όποιος έχει το χάρισμα να στηρίζει τους αδελφούς, να τους στηρίζει. Αλλά κι όποιος μοιράζει τα αγαθά του με τους άλλους, να το κάνει με απλότητα∙ ο προϊστάμενος να δείχνει ζήλο για το έργο του∙ όποιος μοιράζει τις ελεημοσύνες να το κάνει με καλοσύνη. Η αγάπη σας να είναι ειλικρινής. Να αποστρέφεστε το κακό και να ακολουθείτε το καλό. Να δείχνετε με στοργή την αγάπη σας για τους άλλους πιστούς. Να συναγωνίζεστε ποιος θα δείξει περισσότερη εκτίμηση στον άλλο. Μην είστε οκνηροί σ’ ό,τι πρέπει να δείχνετε ζήλο, να έχετε πνευματικό ενθουσιασμό, να υπηρετείτε τον Κύριο. Η ελπίδα να σας δίνει χαρά. Να έχετε υπομονή στις δοκιμασίες. Να επιμένετε στην προσευχή. Να βοηθάτε τους άλλους χριστιανούς, όταν βρίσκονται σε ανάγκη, και να επιδιώκετε να φιλοξενείτε τους αδελφούς. Να προσεύχεστε για το καλό των διωκτών σας, να ζητάτε την ευλογία του Θεού γι’ αυτούς κι όχι να τους καταριέστε.

“Αν ο Θεός ξέρει τί θά γίνει, ποιό τό νόημα τής προσευχής;”


Τό ξέρει, αλλά δέν τό προκαλεί.Τό γνωρίζει αλλά δέν τό καθορίζει.
Καί τό κυριότερο: ή προσευχή δέν υπάρχει γιά νά αλλάξω Τόν Θεό.Υπάρχει γιά νά αλλάξει εμένα.
Προσεύχομαι γιά νά κοινωνήσω Τόν Θεό όχι γιά νά τού πώ τί θά κάνει.
Ή προσευχή δέν είναι μαγικό κουμπί πού πατάμε γιά νά αποφύγουμε τόν πόνο.
Είναι σχέση.Είναι δύναμη.Είναι αγκαλιά.Είναι τρόπος νά αντέχουμε, νά φωτιζόμαστε καί πολλές φορές, ναί, νά αλλάζουν πράγματα.
Υπάρχουν θαύματα. Υπάρχουν ανατροπές. Υπάρχουν παρηγοριές πού δέν εξηγούνται.
Καί κάτι ακόμη, πολύ σημαντικό:
Ή προσευχή κρατάει τήν καρδιά ζωντανή.Χωρίς προσευχή ό πόνος γίνεται κόλαση.
Μέ τήν προσευχή ό πόνος γίνεται δρόμος καί συχνά λύτρωση.
Είναι αυτό πού σε ενώνει μέ Τόν Θεό μέσα σέ ό,τι κι άν έρθει στήν ζωή σου.
Καί κάτι τελευταίο:
Μήν ζεις από τώρα όσα φοβάσαι ότι “μπορεί” νά συμβούν.Ζήσε τό σήμερα. Ζήσε τό τώρα.
Ή χάρη Τού Θεού δίνεται στή στιγμή πού τή χρειάζεσαι, όχι από πρίν.
Ό Θεός δέν υπόσχεται ότι δέν θά πονέσουμε.Υπόσχεται ότι δέν θα είμαστε μόνοι

Αγία Ισαπόστολος Όλγα

 Αγία Ισαπόστολος Όλγα - Βιογραφία - Σαν Σήμερα .gr

Η Αγία Όλγα γιορτάζει στις 11 Ιουλίου. Είναι η πρώτη αγία προερχόμενη από τους Ρως, τους προγόνους των σημερινών ρώσων και ουκρανών. Γεννήθηκε στο Πσκοβ, μεταξύ 890 και 925 – η ακριβής ημερομηνία γέννησης είναι άγνωστη- και ήταν κόρη βαράγγων ευγενών.

Καταγωγή και πρώτα χρόνια

Γεννήθηκε στο Πσκοβ, μεταξύ 890 και 925 – η ακριβής ημερομηνία γέννησης είναι άγνωστη- και ήταν κόρη βαράγγων ευγενών. Για το ακριβές έτος γέννησής της δεν είμαστε βέβαιοι. Το μεταγενέστερο Πρώτο Χρονικό την τοποθετεί το 879, όμως με βάση αυτή τη χρονολογία φαίνεται πως γέννησε το μοναχογιό της Σβιάτοσλαβ σε ηλικία άνω των 60 ετών! Πιθανότερο είναι να γεννήθηκε το 889.

Σε πολύ νεαρή ηλικία, μόλις 13 ετών, η Όλγα παντρεύτηκε το ρουρικίδα Ιγκόρ, μετέπειτα αρχηγό του Κράτους των Ρως, και εγκαταστάθηκε στο Κίεβο.

Διοίκηση και Αγία Όλγα

Ο σύζυγός της δολοφονήθηκε το 945 από τους Δρεβλιανούς κατά τη συλλογή φόρου υποτέλειας, με αποτέλεσμα ο θρόνος να περάσει στο μικρό γιο τους Σβιάτοσλαβ που ήταν ακόμη βρέφος.

Έτσι η Όλγα ανέλαβε χρέη επιτρόπου μέχρι την ενηλικίωσή του, ασκώντας για σχεδόν δύο δεκαετίες την πραγματική εξουσία στο κράτους.

Πρώτο μέλημά της ήταν να λάβει εκδίκηση για το χαμό του άνδρα της, πράγμα που έπραξε με μεγάλη αγριότητα.

Σε μια εποχή που δεν υπήρχε γραπτή καταγραφή και είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς την αλήθεια από το παραμύθι, λέγεται ότι κατέσφαξε πολλούς Δρεβλιανούς και έκλεισε άλλους ζωντανούς μέσα σε πλοία, τα οποία κατόπιν βύθισε. Άλλοι εκτελέσθηκαν στην πυρά, ενώ τέλος μαρτυράται η εξής χαρακτηριστική ιστορία:

Ενώ πολιορκούσε μια πόλη, υποσχέθηκε να αποχωρήσει εάν κάθε σπίτι τής χάριζε από ένα οικόσιτο περιστέρι για εξευμενισμό.

Οι πολιορκημένοι την πίστεψαν και της παρέδωσαν τα δώρα, αλλά καθώς αποχωρούσε η Όλγα έβαλε φωτιά στα πόδια των περιστεριών.

Αυτά τρομαγμένα γύρισαν ενστικτωδώς στις εστίες τους, βάζοντας φωτιά στις ξύλινες στέγες των σπιτιών. Έτσι κάηκε ολόκληρη η πόλη.

Αγία Όλγα: Από την ηγεσία στη γιορτή

Σε θρησκευτικό επίπεδο, η Όλγα ήταν ο πρώτος ηγέτης των Ρως που εγκατέλειψε τον παγανισμό για το χριστιανισμό.

Η βάπτισή της έγινε το 955 μ.Χ. με μεγάλη επισημότητα στην Κωνσταντινούπολη και έλαβε το χριστιανικό όνομα Ελένη από τη νονά της Ελένη Λεκαπηνή, σύζυγο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ’.

Μία άλλη επίσκεψή της στην Πόλη, δύο χρόνια αργότερα, περιγράφεται λεπτομερώς από τον Κωνσταντίνο στο σύγγραμμά του De Ceremoniis Aulae Byzantinae.

Σλαβικές πηγές αναφέρουν ότι ο Κωνσταντίνος εντυπωσιάσθηκε από την ομορφιά της και την ζήτησε σε γάμο, φήμη όμως που αναιρείται τόσο από την ηλικία της όσο και από το γεγονός ότι ήδη ο Κωνσταντίνος ήταν παντρεμένος.

Τα τελευταία χρόνια της Αγίας Όλγας

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της, μετά την ενηλικίωση του Σβιάτοσλαβ και τη λήξη της επιτροπείας (965), τα πέρασε στο κάστρο του Βίσγκοροντ κοντά στο Κίεβο μαζί με τα εγγόνια της.

Ένας από τους εγγονούς της, ο Βλαδίμηρος, θα γινόταν αργότερα ο ηγέτης των Ρως που εισήγαγε το χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία του κράτους.

Ταυτόχρονα η Όλγα ασκούσε την εσωτερική διοίκηση, αφού ο Σβιάτοσλαβ απουσίαζε διαρκώς σε μακροχρόνιες εκστρατείες.

Ο θάνατος την βρήκε σε προχωρημένη ηλικία το 969. Για τις προσπάθειές της να διαδώσει το χριστιανισμό στην επικράτεια των Ρως ανακηρύχθηκε αγία και ισαπόστολος από την ρωσική ορθόδοξη εκκλησία το 1587.

Η μνήμη της εορτάζεται την ημερομηνία του θανάτου της (σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο), στις 11 Ιουλίου.

 Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὸ φέγγος τῆς πίστεως, εἰσδεδεγμένη λαμπρῶς, πρὸς γνῶσιν σωτήριον, τὸν σὸν λαὸν ἀσφαλῶς, ὠδήγησας ἔνδοξε. Ὅθεν ὡς ἀπαρχὴ σέ, τῷ σῷ ἔθνει ἁγίαν, μέλπομεν εὐσέβειας, Ἰσαπόστολε Ὄλγα Χριστὸς γὰρ ὃν ἠγάπησας, ἀξίως σὲ ἐδόξασε.

Η Αγία Ευφημία

Αγία Ευφημία - Βιογραφία - Σαν Σήμερα .gr

 Αγία Ευφημία έζησε και μαρτύρησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Διοκλητιανού.

Γεννήθηκε στη Χαλκηδόνα από οικογένεια με χριστιανικές αρχές. Οι γονείς της Ψιλόφρων και Θεοδωριανή της δίδαξαν την χριστιανική αρετή. Κάποτε ο ειδωλολάτρης ανθύπατος της Μικράς Ασίας Πρίσκος διέταξε να παρευρεθούν όλοι οι κάτοικοι της Χαλκηδόνας σε γιορτή, την οποία οργάνωνε προς τιμή του θεού των ειδωλολατρών Άρη. Τότε η Ευφημία αποφάσισε μαζί με άλλους χριστιανούς δεν πήγαν στη γιορτή των ειδωλολατρών και για το λόγο αυτό συνελήφθη και φυλακίσθηκε.

Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της προσπάθησαν με κάθε τρόπο να πείσουν την Αγία να αρνηθεί την πίστη της και να ασπασθεί τα είδωλα. Αυτό όμως δεν έγινε και για αυτό τη βασάνισαν φριχτά. Όμως με τη θεία χάρη, η Αγία Ευφημία δεν πάθαινε τίποτα από τα βασανιστήρια. Τελικά οι δήμιοι, την έριξαν σε άγρια θηρία και η Ευφημία βρήκε το θάνατο από μία αρκούδα.

Ιερά Λείψανα: 

Το Λείψανο της Αγίας βρίσκεται αδιάφθορο στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου Φαναρίου Κωνσταντινουπόλεως.

Τμήματα του Ιερού Λειψάνου της Αγίας βρίσκονται στη Μονή Κύκκου Κύπρου και στη Λαύρα Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως.

Απολυτίκιο: 

Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τῷ θείῳ ἔρωτι, Λαμπρῶς ἀθλήσασα, εἰς oσμὴν ἔδραμες, Χριστοῦ πανεύφημε, οἴα νεᾶνις παγκαλῆς, καὶ Μάρτυς πεποικιλμένη, ὅθεν εἰσελήλυθας, ἐiς παστάδα οὐράνιον, κόσμω διανέμουσα, ἰαμάτων χαρίσματα, καὶ σῴζουσα τοὺς σοὶ ἐκβοώντας, χαίροις θεόφρον Εὐφημία.


Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Μείνε λίγο με τον εαυτό σου…

 

Μείνε λίγο με τον εαυτό σου…

«Πρέπει να μαζευτούμε. Να μαζέψουμε και τη διάνοια και την ψυχή. Όλα.

Και να κλείσουμε τις θύρες.

Ποιες είναι οι θύρες; Είναι οι αισθήσεις.

Μαζέψου μέσα και κλείσε τις πόρτες.

Μείνε λίγο με τον εαυτό σου, βρε παιδί μου. Θα πεθάνεις και δεν θα τον έχεις γνωρίσει. Θα φύγεις και δε θα τον έχεις αγαπήσει, δε θα τον έχεις πονέσει. Άμα δεν τον έχεις πονέσει, πώς θα τον σώσεις;

Άμα δεν τον έχεις αγαπήσει πώς θα αγαπήσεις τον άλλον; Δεν λέει ο Κύριος, «αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν»;

Εκεί, μέσα σου αρχίζει η δουλειά.»

Ζητά ανακούφιση


Αυτός που δεν εξομολογείται τις αμαρτίες του βρίσκεται διαρκώς κάτω από το βάρος της ενοχής και μακριά από τον Θεό, γι’ αυτό και η ψυχή του θλίβεται και πονά. Η ανώμαλη ηθική κατάσταση που επικρατεί στον αμαρτωλό, ο αδιάκοπος έλεγχος, προξενείται από τη συναίσθηση της ψυχής που αναγνωρίζει την αμαρτία της και ζητά ανακούφιση. Η ψυχή αναζητά την εξομολόγηση, γιατί γνωρίζει τη θεία εντολή, γιατί κατάλαβε ότι αυτή είναι το μόνο μέσο συμφιλιώσεως και συνδιαλλαγής με τον Θεό.

Το Φανάρι, η Ελπίδα και ο Φόβος

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια γωνιά του κόσμου όπου οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να δουν όσα έκρυβε η καρδιά τους, συγκεντρώθηκαν όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα και οι αρετές.
Η Αγάπη χαμογελούσε σε όλους. Η Ταπείνωση στεκόταν διακριτικά στην άκρη. Η Υπομονή περίμενε χωρίς να βιάζεται. Η Χαρά τραγουδούσε, ενώ ο Φόβος κοιτούσε συνεχώς πίσω του, σαν να τον κυνηγούσε κάποιος.
Ξαφνικά, η Νύχτα άπλωσε το σκοτεινό της πέπλο και έσβησε κάθε φως.
«Όποιος βρει το μοναδικό φανάρι», είπε η Σοφία, «θα μπορέσει να οδηγήσει όλους τους ανθρώπους μέσα στο σκοτάδι.»
Όλοι άρχισαν να ψάχνουν.
Η Δύναμη έψαχνε τρέχοντας. Η Εξυπνάδα υπολόγιζε τις πιθανότητες. Η Φιλοδοξία ανέβαινε στα πιο ψηλά σημεία για να το ανακαλύψει πρώτη.
Μόνο η Ελπίδα προχωρούσε αργά, φωτίζοντας με ένα μικρό κεράκι κάθε βήμα της.
Ο Φόβος, βλέποντας τις σκιές να μεγαλώνουν, άρχισε να φωνάζει:
«Μη συνεχίζεις! Είναι επικίνδυνα! Γύρνα πίσω!»
Η Ελπίδα δεν του απάντησε. Συνέχισε να περπατά ήρεμα.
Ύστερα από πολλή ώρα, μέσα σε ένα παλιό ερειπωμένο εκκλησάκι, βρήκε το φανάρι. Δεν ήταν μεγάλο ούτε λαμπερό. Ήταν όμως αρκετό για να φωτίσει τον δρόμο όλων.
Ο Φόβος πλησίασε ντροπιασμένος και την ρώτησε:
«Πώς τα κατάφερες, ενώ εγώ έβλεπα μόνο σκοτάδι;»
Και η Ελπίδα απάντησε:
«Γιατί εσύ κοιτούσες το σκοτάδι. Εγώ κοιτούσα το φως που ακόμη δεν φαινόταν.»
Από τότε λένε πως ο Φόβος περπατά πάντα μπροστά, δείχνοντας τις δυσκολίες, αλλά η Ελπίδα δεν παύει ποτέ να ακολουθεί, κρατώντας το φανάρι που οδηγεί τον άνθρωπο μέχρι την αυγή.

Ἅγιοι 45 Μάρτυρες ποὺ μαρτύρησαν στὴ Νικόπολη τῆς Ἀρμενίας


15ἱ Ἅγιοι αὐτοί μαρτύρησαν στίς ἀρχές τοῦ 4ου αἰῶνα, ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Λικίνιος. Κορυφαῖοι ἀπ’ αὐτούς ἦταν ὁ Λεόντιος, ὁ Μαυρίκιος, ὁ Δανιήλ καί ὁ Ἀντώνιος.
Ὅταν ὁ Λικίνιος ἐξέδωσε διάταγμα κατά τῶν χριστιανῶν, μόνοι τους ᾖλθαν στόν δοῦκα καί φανέρωσαν ὅτι εἶναι χριστιανοί. Σέ ἐρώτηση τοῦ Λυσία, ποιός τούς ἔπεισε νά μή θυσιάζουν στούς θεούς, αὐτοί ἀπάντησαν: «Ὁ Χριστός εἶναι ἐκεῖνος πού μᾶς δίδαξε καί μᾶς ἔπεισε νά μή λατρεύουμε θεούς ἀνύπαρκτους, καί νά μή προσκυνοῦμε τά εἴδωλά τους».
Ὀργισμένος ὁ δοῦκας, διέταξε καί τούς φυλάκισαν δεμένους χειροπόδαρα, χωρίς νά τούς δίδεται καθόλου ψωμί καί νερό. Οἱ Ἅγιοι πέρασαν τή νύκτα προσευχόμενοι. Μεταξύ ἄλλων, ἔλεγαν: «Εὐλογοῦμε, Κύριε, ἐσένα, τό βασιλιά τῆς δόξας. Διότι σύ εἶσαι ἡ ἀληθινή ζωή, πού θυσιάστηκες γιά μᾶς τούς ἁμαρτωλούς, ὁ Υἱός τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἕνωσέ μας, Κύριε, ὥστε ὅλοι μαζί μέ μιά ψυχή νά σέ ὁμολογήσουμε καί ὅλοι μαζί νά πεθάνουμε».
Τό πρωί ὁ Λυσίας, ἀφοῦ τούς ἔβγαλε ἀπό τή φυλακή, τούς ρώτησε ἂν μετάνιωσαν καί ἐπανῆλθαν στούς θεούς τοῦ κράτους. Οἱ Ἅγιοι μέ ἕνα στόμα ἀπάντησαν: «χριστιανοί ἐσμέν». Εἴμαστε χριστιανοί. Μέ μανία τότε ὁ Λυσίας διέταξε καί τούς ἔκοψαν χέρια καί πόδια, καί ἔπειτα τούς ἔριξαν στή φωτιά.
Ἔτσι, ὅλοι μαζί ἀξιώθηκαν νά πάρουν τό ἀμάραντο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου. Μεταξύ δέ αὐτῶν ἦταν καί οἱ πρόκριτοι τῆς πόλεως Δανιήλ, Μαυρίκιος, Ἀντώνιος καί Λεόντιος.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Στρατός θεοσύλεκτος, παρεμβολή ἱερά, νομίμως ἀθλήσαντες ὑπέρ τῆς δόξης Χριστοῦ, ἐν Πνεύματι ὤφθητε. Μάρτυρες τοῦ Κυρίου, Τεσσαράκοντα πέντε, λύσαντες δι’ ἀγώνων, τήν πολύθεον πλάνην· διό ἡμῶν τούς ἀγῶνας, πάντες δοξάζομεν.0

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

Ὅταν σὲ καλέσει ὁ Χριστός

 

«…οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τά δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ».

π.Ἠλίας Κουτραφούρης

Ἡ συνάντηση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ σ τήν ἀκροθαλασσιά τῆς ζωῆς, ὅπως τῶν μαθητῶν στήν ἀκροθαλασσιά τῆς Γαλιλαίας, μπορεῖ νά ἀποβεῖ ἐξαιρετικά αἰφνιδιαστική, ἀπρόσμενα ἀπαιτητική καί πιθανώτατα ἐπώδυνη.

Ὁ Χριστός μπορεῖ νά σέ καλέσει νά Τόν ἀκολουθήσεις ὅπου καί ὅταν ἐσύ δέν τό περιμένεις, ἀνάμεσα στά ἁπλά, τά καθημερινά καί τά συνηθισμένα.

Ἐσύ πάντοτε θά φανταζόσουν ἐντυπωσιακά τά σκηνικά, μέ ἐφφέ πληθωρικά, γιά τίς μεγάλες κλήσεις καί τίς σπουδαῖες ἀποφάσεις σου, ἐνῷ ὁ Ἰησοῦς, λές καί ἐπίτηδες, διαλέγει τά πιό πεζά καί ἀταίριαστα, γιά παράδειγμα τήν ὥρα πού ἀτιμέλητος ρίχνεις τά δίχτυα σου στή θάλασσα ἤ μπερδεμένος καί συγχυσμένος προσπαθεῖς νά τά ξεμπερδέψεις στήν ἀκροθαλασσιά.

Ἐπιπλέον, ὁ Χριστός καλεῖ πάντοτε ἁπλά, λιτά, ἐυγενικά καί διακριτικά. Τόσο πού μπορεῖ κανείς, ἄνετα καί χωρίς παρεξήγηση, νά Τόν περιφρονήσει, νά μή Τοῦ δώσει ἀπολύτως καμιά σημασία.

Νά μή σηκώσει καθόλου τό κεφάλι ἀπό τά δίκτυά του καί τά παραγάδια του, δηλαδή τούς λογισμούς του, τούς συλλογισμούς του καί τούς ἀκριβεῖς ὑπολογισμούς του.

Τό νά ἀκολουθήσεις πάντως τόν Ἰησοῦ σημαίνει ὁπωσδήποτε ὅτι πρέπει κάτι νά ἀφήσεις, ἤ τά δίκτυά σου, ἤ τά πλοῖα σου καί τόν πατέρα σου, δηλαδή τά σχέδιά σου, τά κτήματά σου, τίς κτήσεις σου καί τίς προσκολλήσεις σου.

Αὐτή ἡ ἐγκατάλειψη εἶναι μιά θυσία, τήν ὀδύνη τῆς ὁποίας δύσκολα μπορεῖ κανείς νά προσμετρήσει, μέ δεδομένο μάλιστα ὅτι πρέπει νά ἀποφασισθεῖ καί νά πραγματοποιηθεῖ «εὐθέως», χωρίς καμιά ἀναβολή, στή στιγμή.

Οἱ στιγμές αὐτές, οἱ κρίσιμες καί ἀποφασιστικές, προϋποθέτουν ἑτοιμότητα, ἐγρήγορση, κατάσταση προσευχῆς καί νήψη ἐσωτερική προκειμένου νά εἰπωθεῖ τό ναί καί τό Ἀμήν στή μεγάλη κλήση τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, οὗ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.

ΔΕΝ ΕΧΩ ΧΡΟΝΟ

               

 Μία από τις συνήθεις φράσεις που ακούνε τα παιδιά από τους γονείς τους είναι το «δεν έχω χρόνο». Από την μία η εργασία, η οποία ξεπερνά τα προβλεπόμενα όρια, όχι μόνο τα χρονικά, αλλά και της έγνοιας γι’ αυτήν, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να αισθάνεται «ξεζουμισμένος», και από την άλλη ο φόβος για ποιότητα σχέσης που να ξεπερνά την αναγκαία συνοδοιπορία, η οποία εγκλωβίζεται στο να πάει ο γονιός το παιδί στο σχολείο, στο φροντιστήριο, σε άλλες εξωσχολικές δραστηριότητες, να γεμίσει τον χρόνο του, να αποκτήσει εφόδια, να μπορεί να έχει πιθανότητες να είναι πιο καλλιεργημένο στη ζωή του. Η σχέση όμως προϋποθέτει διάλογο, παιχνίδι, κοινές δράσεις, βούτηγμα του μεγάλου στα εκκολαπτόμενα σκοτάδια του μικρού, ώστε να προλάβει να τον βοηθήσει να τα αντιμετωπίσει. Προϋποθέτει προσανατολισμό αγάπης, η οποία κάνει τον μεγάλο να αντιμετωπίσει τους δικούς του φόβους, τις ανασφάλειες για το αν είναι καλός γονιός ή όχι και τι πρέπει να κάνει για να είναι το παιδί του ευχαριστημένο.

                Το «δεν έχω χρόνο» μεταφράζεται «σε κάνω να μην έχεις χρόνο κι εσύ». Σου δίνω ένα κινητό, για να μπορείς να περνάς το υπόλοιπο της ώρας σου, ώστε να μη χρειάζεται να ασχοληθώ μαζί σου. Γιατί αν ασχοληθώ, θα πρέπει να ξεκινήσω να βλέπω σε τι υστερώ, τι φοβάμαι, τι νιώθω ότι θέλεις από μένα και δεν γνωρίζω αν έχω να σου δώσω. Κυρίως όμως το να βρω χρόνο σημαίνει να αισθάνομαι πως ό,τι κι αν κάνω, δεν μετρά μπροστά στη χαρά να είμαι με σένα, το παιδί μου, να παίξω μαζί σου, να σε ακούσω, να μοιραστώ ό,τι σε τρομάζει ή ό,τι σου δίνει νόημα, ακόμη κι αν είναι πολύ μακριά από τις δικές μου σκέψεις, τα δικά μου βάσανα, τις δικές μου ενασχολήσεις.

                Δεν έχω χρόνο να σου μαγειρέψω, διότι θα πρέπει να μάθω να το κάνω. Δεν έχω χρόνο να διαβάσω μαζί σου κάτι, διότι θα πρέπει να μάθω εγώ να διαβάζω. Δεν έχω χρόνο να παίξω μαζί σου, διότι μεγάλωσα χωρίς να παίζω ή το παιχνίδι με τρομάζει γιατί πρέπει να γίνω λίγο παιδί. Δεν έχω χρόνο να σου μιλήσω, διότι το κήρυγμα είναι εύκολο, αλλά το να θυμηθώ πώς ήμουν όταν ήμουν παιδί ή έφηβος, πώς αισθανόμουν, τι με φόβιζε, αν δεν το έχω διαχειριστεί, αν δεν τα έχω βρει με τους δικούς μου γονείς, είναι ανηφόρα αβάσταχτη. Δεν έχω χρόνο να σου μιλήσω για τον Θεό, διότι θα πρέπει να αποφασίσω αν πιστεύω ή όχι. Δεν έχω χρόνο να πάω εκκλησία, να γιορτάσω, να σου δείξω τη χαρά της παράδοσης, διότι θα πρέπει να υπερβώ τις δικές μου προκαταλήψεις, να δω ποια είναι η αλήθεια μου και ποια είναι η όντως Αλήθεια κι αυτό θέλει κόπο. Δεν έχω χρόνο να κρίνω τον κόσμο, την πολιτική, τις ιδέες, τα πρόσωπα, διότι θα πρέπει να ξαναδώ ποιο είναι το νόημα της ζωής, ποιος είναι ο πολιτισμός στον οποίο ζω, αν υπάρχει νόημα υπέρβασης, εξόδου από το κακό, όραμα ζωής και όχι μόνο διαχείρισης, συνέπεια δικών μου λόγων και έργων. Έτσι, προτιμώ την εύκολη κριτική των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης,  την ισοπέδωση ή το βόλεμα.

                Αν βάζαμε όλοι μας λίγο τον χρόνο στη θέση του, δηλαδή στην ισορροπία, στην έγνοια της αγάπης, στην βεβαιότητα ότι ό,τι περνά δεν ξαναγυρίζει, ίσως θα βλέπαμε τα παιδιά μας ως τα πρόσωπα εκείνα που περιμένουν από εμάς να μοιραστούμε μαζί τους τα σωστά και τα λάθη μας, τις νίκες και τις αποτυχίες μας, την πίστη και την έγνοια. Και τότε, ακόμη κι αν δεν είχαμε χρόνο, θα δημιουργούσαμε. Τα πάντα, άλλωστε,  περνούν από τη διάθεση της καρδιάς. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Η ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗ.

 


Θυμάμαι, όταν είχα πάει κάποτε στο Άγιον Όρος, μέσα σε έναν πυκνά δενδροφυτευμένο τόπο, βλέπω από μακριά κάποιον Aσκητή, ο οποίος προχωρούσε ψάλλοντας. Ενώ έψαλλε, από ώρα σε ώρα έκανε μία βαθειά μετάνοια, προσκυνούσε, σηκωνόταν και πάλι προχωρούσε. Μου έκανε εντύπωσι. Ποιόν άραγε προσκυνούσε; Tρέχω μέσα από τα δένδρα, τον φθάνω, τον σταματώ.

– Γέροντα, ποιόν προσκυνάς στον δρόμο;

– Mα,παιδί μου, δεν Τον βλέπεις;

-Ποιόν;

-Τον Χριστόν. Τουλάχιστον, αν δεν Τον βλέπης, δεν Τον νοιώθεις ότι είναι μπροστά σου; μου απήντησε εκείνος.

Αγαπητοί μου, οι άνθρωποι έλεγαν παλαιότερα το Όνομα του Χριστού ή το άκουγαν και βούρκωναν τα μάτια τους, άρπαζαν φωτιές τα στήθη τους, έπεφταν στα γόνατά τους. Εμείς γιατί; Γιατί, Θεέ μου, τόσο λίγο Σε σκεπτόμαστε και τόσο λίγο συγκινούμεθα από Σένα; Γιατί τόσο σπάνια Σε ποθούμε; Όπου ο θησαυρός μας εκεί και η καρδιά μας, λέγει η Αγία Γραφή. Σαν νά λέμε: Θέλεις να μάθης πόσο κοστίζει,πόσο αξίζει η ζωή σου για τον  Χριστό, για τον Ουρανό; Όσο Τον διψάς, όσο Σε Αυτόν έχεις την καρδιά σου, τόσο κοστίζει.

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης.