Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΚΑΛΑ



                Είπε ο Αββάς Νείλος: «Μη θέλεις να έχει η ζωή σου τα γεγονότα που σου φαίνονται καλά, αλλά όσα αρέσουν στον Θεό. Και θα είσαι ατάραχος και όλο ευχαριστίες στην προσευχή σου» (από το «Γεροντικό»).

                Θεληματάρηδες είμαστε οι άνθρωποι και δεν μπορούμε να διαχειριστούμε γεγονότα της ζωής μας που δεν ανταποκρίνονται στις επιθυμίες και τις προσδοκίες μας. Φτιάχνουμε στον νου και στην καρδιά μας πλάνα ζωής τέτοια, που υποβάλλουμε στον εαυτό μας την ιδέα ότι αν δεν τα ζήσουμε, αν δεν τα εκπληρώσουμε, τότε δεν θα είμαστε ευτυχισμένοι. Και επειδή, συνήθως, τα πλάνα συμπεριλαμβάνουν και άλλους, τη συμπεριφορά τους, της συμπαράστασή τους, την αποδοχή των δικών μας σχεδίων, σαν να πρόκειται «να συνωμοτήσει το σύμπαν για να εκπληρωθούν», εύκολα απογοητευόμαστε.

                Βλέπουμε τη ζωή στο παρόν, στο άμεσο, στο «εδώ και τώρα». Γευόμαστε είτε τον πόνο είτε την ευχαρίστηση και νιώθουμε ότι η στιγμή μετρά και, αν δεν είναι όπως τη θέλουμε, τότε έχουμε ηττηθεί. Ιδίως όταν συμβαίνουν γεγονότα δύσκολα, συνδεδεμένα με ματαιώσεις, όπως οι αποτυχίες, η διαφορετική αντίληψη και στάση των άλλων, ασθένειες, ήττες από τα πιο απλά, όπως είναι μια αποτυχία δική μας ή των παιδιών μας, μέχρι τα πιο σταυρικά, όπως είναι η κακία και ο θάνατος, το παρόν γίνεται απόγνωση. Έτσι, ακόμη και ο Θεός απορρίπτεται, αφού δεν εκπληρώνει τα όσα εμείς θεωρούμε ότι δικαιούμαστε, όσα μοιάζουν καλά.

                Ο ασκητικός λόγος της πίστης μας μάς προτρέπει να θέλουμε στη ζωή μας όσα αρέσουν στον Θεό. Χρειάζεται να σταθούμε σε μια απόσταση από ό,τι βλέπουμε και ζούμε. Όχι να μην πενθήσουμε, αλλά να μην παρασυρθούμε σε μία ατέρμονη αναζήτηση του «γιατί;». Να νικήσουμε τον εύλογο συχνά λογισμό, και να πιστέψουμε. Να μαζέψουμε κάποτε και τα κομμάτια της ψυχής μας, όχι γιατί θα επανέλθουν οι ευκαιρίες και τα πρόσωπα ίδια στη ζωή μας, αλλά γιατί κάθε στιγμή έχει τη διαφορετικότητά της, κάθε γεγονός μάς δίνεται για να ωριμάσουμε, κάθε πρόσωπο που αρνείται να σταθεί δίπλα μας με τον τρόπο που εμείς θέλουμε, μας αφήνει περιθώριο να πατήσουμε πιο καλά στα πόδια μας, να εμπιστευθούμε τον Θεό και το δικό Του θέλημα, να νιώσουμε ότι δεν είμαστε εμείς οι ρυθμιστές της ζωής της δικής μας και των οικείων μας, αλλά όλα έχουν μιαν άλλη προοπτική: αυτή της αγάπης του Θεού που κάποτε μοιάζει σκληρή, όμως χαλυβδώνει την καρδιά και την ψυχή εκείνου που εμπιστεύεται, κάνοντάς τον βράχο, στον οποίο θα αναπαυθούν πολλοί.

Βλέπουμε τη ζωή σε μια προοπτική ατομικότητας. Θέλουμε το εγώ μας να είναι το κέντρο. Θα άξιζε να πορευτούμε βλέποντας και τους άλλους: ότι κληθήκαμε να είμαστε έστω ένα μικρό φως, για να μοιραστούμε τη λάμψη του με όσους συναντούμε. Αυτό μοιάζει κουραστικό, συχνά και άδικο. Όμως είναι αγάπη και γίνεται αγάπη. Και θα άξιζε τα παιδιά μας να τα βοηθήσουμε να δούνε τη ζωή σε αυτή την προοπτική: ότι δεν υπάρχουν για να κάνουν ό,τι θέλουν, διότι αυτό είναι αυταπάτη, αλλά υπάρχουν για να εμπιστεύονται, να μοιράζονται, να αγαπούνε, να πορεύονται στο σύνολο που δίνει νόημα ζωής και στο πρόσωπο.

Και ο ασκητικός λόγος μας παρηγορεί ότι έτσι θα είμαστε ατάραχοι και ευχαριστιακοί. Όποιος εμπιστεύεται τον Θεό, νικά τον εγωκεντρισμό, το να θέλει να τα ξέρει και να τα ζήσει όλα, και δοξάζει για όσα έρχονται και για όσα δεν έρχονται. Και πορεύεται με φως και προς το Φως. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δύο, Δύο και όχι Τρία.



Μεγάλη συζήτησις εγίνετο τότε στους θεολογικούς και εκκλησιαστικούς κύκλους διά τα συστατικά του ανθρώπου.
Αφορμή είχε δώσει η θεωρία του Απόστολου Μακράκη κατά την οποίαν ο άνθρωπος αποτελείται από τρία συστατικά, ύλην, ψυχήν και πνεύμα. [Η θεωρία αυτή καταδικάστηκε από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος].

Σαν μαθητής της «Σχολής του Λόγου» [σχολή του Απόστολου Μακράκη] και ο Αρχιμανδρίτης Ευσέβιος Ματθόπουλος, Μεγαλοσπηλαιώτης, μαθητής του Αρχ. Ιγνατίου Λαμπροπούλου και ιδρυτής της αδελφότητος «ΖΩΗ», είχε πέσει σε σκέψεις κατά πόσον ήσαν σωστά τα κηρύγματα αυτά, που άλλοι τα υπεστήριζαν και άλλοι τα απέρριπταν.

Με τις σκέψεις αυτές ο π. Ευσέβιος έφθασε στην Κεφαλληνίαν και πήγε στο Ληξούρι, να συναντήση τον Άγιο Παναγή και διά κήρυγμα.
Περπατώντας στο Ληξούρι ο π. Ευσέβιος, βλέπει να τον πλησιάζει με γρήγορο βήμα ένας μάλλον κοντός και ασκητικός ιερεύς, και χωρίς χαιρετισμόν ή άλλον πρόλογον, άρχισε να του λέγη:
Δύο, Δύο και όχι Τρία.
Αυτό είπε και έφυγε βιαστικός.
Εντύπωσι προξένησε στον π. Ευσέβιο ο μονόλογος αυτός του ιερέως, που ήταν ο Παπά-Μπασιάς.
Σκίρτημα χαράς ένοιωσε ο κήρυξ π. Ευσέβιος διότι αυτό ήταν και η απάντησις στο ζήτημα του Τρισυνθέτου.
Δύο δηλ. είναι τα στοιχεία του ανθρώπου και όχι Τρία.

Αλλά και διεπίστωσε ότι το Ληξούρι έχει ένα δούλο του Θεού φωτισμένο που ασφαλώς καθοδηγεί τους χριστιανούς του. Πόση σημασία έχει η συνάντησις με τέτοιους φωτισμένους ανθρώπους, όλοι το έχουμε διαπιστώσει.
 Ο π. Ευσέβιος διηγείτο το περιστατικό και εμεγάλυνε τον Άγιο Παναγή-Μπασιά.

Ο Άγιος Παΐσιος ἔλεγε γιά τούς Ψαλμούς

 


Ο Άγιος Παΐσιος ἔλεγε γιά τούς ψαλμούς:
"Εὐλογημένη ψυχή, τίποτε δέν εἶναι ἀδύνατο στό Θεό. Ζήτα Του μέ εὐγένεια αὐτό πού θέλεις. Ἐάν δυσκολεύεσαι, διάβασε τούς ψαλμούς τοῦ Δαβίδ. Θά δῆς ἐκεῖνος μέ τί τρόπο ζητοῦσε ἀπό τό Θεό καί ἐλάμβανε αὐτό πού ποθοῦσε".

"Ὅσοι ἀπομακρύνονται ἀπό τό Χριστό, στεροῦνται τόν θεῖο φωτισμό, γιατί ἄφησαν τό προσήλιο σάν τούς ἀνοήτους καί πηγαίνουν στό ἀνήλιο....Βλέπετε τό Ψαλτήρι πού εἶναι γραμμένο μέ θεῖο φωτισμό, τί βαθειά νοήματα ἔχει! Μάζεψε, ἄν θέλης ὅλους τούς θεολόγους, ὅλους τούς φιλολόγους, καί θά δῆς ὅτι ἕναν ψαλμό μέ τέτοιο βάθος δέν μποροῦν νά φτιάξουν! Ἐνῶ ὁ Δαβίδ ἦταν ἀγράμματος, ἀλλά βλέπεις καθαρά πῶς τόν ὁδηγοῦσε τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ".

"Πῆγε κάποιος οἰκογενειάρχης στόν Γέροντα καί τοῦ εἶπε γιά τίς κτηματικές ἀδικίες πού ἔγιναν εἰς βάρος του: 
" Ἐγώ δέν στενοχωριέμαι γιά τήν ἀδικία γιατί δαβάζω τό Ψαλτήρι. Ἕνα Κάθισμα τό ἀπόγευμα καί δυό Καθίσματα πρίν ξημερώση. Σχεδόν τό ἔμαθα ἀπ' ἔξω. Κανένας Ψαλμός δέν λέει ὅτι οἱ ἄδικοι ἔκαναν προκοπή. Ἐνῶ τούς δικαίους τούς σκέφτεται ὁ Θεός. Ἐγώ Πάτερ μου δέν λυπᾶμαι τά κτήματα πού ἔχασα, ἀλλά λυπᾶμαι τά ἀδέλφια μου πού χάνουν τήν ψυχή τους".

Ο ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΥΜΦΕΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΚΡΙΜΑΙΑΣ


Άγιος Λουκάς ο Ιατρός - ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ

Βιογραφία
Ο Άγιος αρχιεπίσκοπος Λουκάς, κατά κόσμον Βαλεντίν του Φέλιξ Βόινο – Γιασενέτσκι, γεννήθηκε στις 14/27 Απριλίου 1877 μ.Χ. στο Κέρτς της χερσονήσου της Κριμαίας. Το οικογενειακό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε ήταν ιδιόμορφο καθώς ο πατέρας του ήταν Ρωμαιοκαθολικός ενώ η μητέρα του, αν και ορθόδοξη, περιοριζόταν σε καλές πράξεις χωρίς να συμμετέχει ενεργά στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. Πολύ νωρίς μετακομίζουν στο Κίεβο.
Στο Κίεβο ο Βαλεντίν αποφασίζει να σπουδάσει Ιατρική. Παίρνει το πτυχίο του το 1903 μ.Χ. και παρακολουθεί μαθήματα οφθαλμολογίας.
Το 1904 μ.Χ., με το ξέσπασμα του Ρωσο – Ιαπωνικού πολέμου, βρέθηκε στην Άπω Ανατολή, όπου εργάστηκε ως χειρουργός με μεγάλη επιτυχία. Εκεί συναντήθηκε και με την Άννα Βασιλίεβνα Λάνσκαγια, τη μέλλουσα σύζυγό του, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Μετά το τέλος του πολέμου εργάζεται σε διάφορα επαρχιακά νοσοκομεία. Οι επιτυχίες του είναι τόσες πολλές που η φήμη του εξαπλώνεται γρήγορα και ασθενείς καταφθάνουν από παντού. Την ίδια εποχή μελετά σχετικά με την τοπική αναισθησία και συντάσσει επιστημονικά άρθρα. Διαπρέπει στις εγχειρήσεις των οφθαλμών και αποφασίζει να ασχοληθεί με τη θεραπεία των πυογόνων λοιμώξεων.
Το 1917 μ.Χ. ο Βαλεντίν εκλέγεται καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Τασκένδης. Η ρωσική επανάσταση είχε ήδη αρχίσει και η εκκλησία βρέθηκε στο στόχαστρο των Μπολσεβίκων. Η κατάσταση είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Τότε ο Βαλεντίν συνελήφθη για πρώτη φορά. Αιτία ήταν η συκοφαντία ενός νοσοκόμου. Με τη βοήθεια του Θεού αποκαλύφθηκε η αλήθεια και ο γιατρός αφέθηκε ελεύθερος. Η περιπέτεια αυτή όμως, παρά το αίσιο τέλος της, αναστάτωσε την Άννα, η οποία έπασχε ήδη από φυματίωση, και η υγεία της επιδεινώθηκε σε βαθμό που λίγες ημέρες αργότερα υπέκυψε. Μετά τον θάνατό της ο γιατρός εμπιστεύτηκε τα παιδιά του στη Σοφία Σεργκέγεβνα, μια πιστή νοσοκόμα, η οποία τους στάθηκε σαν δεύτερη μητέρα για πολλά χρόνια.
Ο Βαλεντίν ήταν πολύ πιστός και αυτό ήταν έκδηλο στον τρόπο που εργαζόταν. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν οι πρώτες αντιδράσεις από τους εκπροσώπους του αθεϊστικού καθεστώτος. Στο μεταξύ στους διωγμούς προστίθεται και η πληγή της «ζώσης εκκλησίας» που σκοπό είχε να υπηρετήσει τα συμφέροντα του κράτους διαιρώντας τους κληρικούς και τους πιστούς, και να τους απομακρύνει από την αληθινή πίστη.
Σ’ αυτή την εποχή των δοκιμασιών για την Εκκλησία, ο γιατρός συμμετείχε ενεργά στη ζωή της εκκλησίας. Όταν κατηγορήθηκε ο αρχιεπίσκοπος Τασκένδης και Τουρκεστάν Ιννοκέντιος από τους σχισματικούς, ο γιατρός υπερασπίστηκε με σθένος την κανονική τάξη. Ο αρχιεπίσκοπος Ιννοκέντιος, εντυπωσιασμένος από την παρρησία του Βαλεντίν, του προτείνει να γίνει ιερέας. Πράγματι, η χειροτονία του σε διάκονο έγινε στις 26 Ιανουαρίου 1921 μ.Χ. και μια εβδομάδα αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
Το καλοκαίρι του 1923 μ.Χ. η «ζώσα εκκλησία» κάνει την επίθεσή της και εκτοπίζει τον επίσκοπο Ιννοκέντιο. Ο κλήρος και ο λαός της Τασκένδης, όντας στο έλεος των σχισματικών, εκλέγουν στη θέση του επισκόπου τον π. Βαλεντίν Βόινο – Γιασενέτσκι. Η κουρά του σε μοναχό έγινε κρυφά στο σπίτι του ιερέα – καθηγητή. Καταλληλότερο όνομα για το νέο επίσκοπο κρίθηκε εκείνο του αποστόλου, ευαγγελιστή, αγιογράφου και ιατρού Λουκά. Στη συνέχεια, ταξίδεψε ως Πεντζικέντ για να χειροτονηθεί επίσκοπος.
Το γεγονός αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο και πολύ σύντομα ο επίσκοπος Λουκάς συνελήφθη. Κατηγορήθηκε για προδοσία και φυλακίστηκε. Στη φυλακή είχε την ευκαιρία να ολοκληρώσει και το σύγγραμμά του: «Δοκίμια για την χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων», το οποίο όμως δεν εκδόθηκε για πολλά χρόνια, παρόλη τη σημασία του για την ιατρική επιστήμη, επειδή ο συγγραφέας επέμεινε να γραφεί στο εξώφυλλο το αρχιερατικό του αξίωμα.
Στο διάστημα της απουσίας του οι εκπρόσωποι της «ζώσης εκκλησίας» κατέλαβαν τις εκκλησίες, μα ο λαός, πιστός στις συμβουλές του ποιμένα του, απείχε από τους ναούς. Λόγω της μεγάλης του επιρροής οι υπεύθυνοι της G.P.U. («Κρατική Πολιτική Διεύθυνση») αποφάσισαν να απομακρύνουν τον επίσκοπο Λουκά από την Τασκένδη. Την ώρα της αποχώρησής του πλήθος κόσμου στάθηκε στις γραμμές του τρένου προκειμένου να εμποδίσει την αναχώρηση. Ο κόσμος απομακρύνθηκε από τις αστυνομικές δυνάμεις και ο επίσκοπος Λουκάς πήρε τον μακρύ και βασανιστικό δρόμο της εξορίας.
Φυλακίζεται κάτω από άθλιες συνθήκες στη Μόσχα. Εκεί διαπιστώνει τα πρώτα συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας που θα τον συνοδεύσει σε όλη του τη ζωή. Παρόλες τις κακουχίες, η συμπεριφορά του επισκόπου απέναντι σε όλους τους κρατουμένους προκαλούσε το σεβασμό ακόμη και των πιο αρνητικών.
Ενώ οι γιατροί βεβαίωναν πως η κατάσταση της υγείας του δεν το επιτρέπει, ο επίσκοπος Λουκάς αναχώρησε εξόριστος για τη Σιβηρία. Το καθεστώς τον εγκαθιστά στην πόλη Γενισέισκ, για να τον στείλει αργότερα ακόμη 2000 χλμ μακρύτερα στην πόλη Τουρουχάνσκ. Και στο νέο τόπο της εξορίας δεν αρνήθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε όσους τις χρειάζονταν, παρόλες τις αντίξοες συνθήκες. Ο λαός του Τουρουχάνσκ τον περιέβαλλε με πολύ αγάπη και σεβασμό. Αυτό ήταν αρκετό για τους αθέους που σχεδίασαν νέα εξορία για τον επίσκοπο – γιατρό, αυτή τη φορά τον έστειλαν πέρα από τον αρκτικό κύκλο, στο χωριό Πλάχινο, όπου κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο ο ήλιος δεν ανατέλλει. Η υγεία του επισκόπου είχε επιδεινωθεί και μια τέτοια εξορία ήταν πολύ επικίνδυνη για τη ζωή του. Αυτός ήταν και ο σκοπός των διωκτών του. Εκεί, στο Πλάχινο, υπέφερε τα πάνδεινα, τόσο λόγω των καιρικών συνθηκών, όσο και λόγω τις αντιμετώπισης από τους κατοίκους της περιοχής. Ευτυχώς, δύο μήνες αργότερα, με αιτία το θάνατο ενός αγρότη οι κάτοικοι του Τουρουχάνσκ ξεσηκώθηκαν και απαίτησαν την επιστροφή του επισκόπου. Οι αρχές δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να υποχωρήσουν. Έτσι ο επίσκοπος Λουκάς, που από όραμα είχε ειδοποιηθεί για το πέρας της δοκιμασίας του, επέστρεψε στο Τουρουχάνσκ και συνέχισε απερίσπαστος τις ασχολίες του για οκτώ ακόμη μήνες, μέχρι, δηλαδή, το τέλος της εξορίας του.
Παρόλες τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, δεν ξέχασε ποτέ τα παιδιά του και επικοινωνούσε μαζί τους όσο πιο συχνά μπορούσε.
Στο Κρασνογιάρσκ παρουσιάζεται στη G.P.U. για ανάκριση. Εκεί ο βοηθός του διοικητή ανακοίνωσε στον επίσκοπο πως μπορούσε να πάει όπου ήθελε, ήταν ελεύθερος. Όπως ήταν φυσικό ο επίσκοπος ξεκίνησε για την Τασκένδη. Δυστυχώς εκεί αντιμετωπίζει τις συκοφαντίες ακόμη και συνεργατών του, γεγονός που τον οδήγησε σε παραίτηση από την έδρα του επισκόπου.
Στην Τασκένδη συνεχίζει τις φιλανθρωπίες του, μα οι αντίπαλοί του δεν έπαψαν να ψάχνουν ευκαιρία για να τον διώξουν.
Η αφορμή δεν άργησε να βρεθεί και ο επίσκοπος βρέθηκε πάλι υπόλογος απέναντι στα κομματικά στελέχη. Ο σκοπός αυτή τη φορά ήταν να τον αναγκάσουν να παραιτηθεί από το ιερό του αξίωμα. Μετά από εξαντλητικές ανακρίσεις και απεργίες πείνας και αφού πέρασε ένα ολόκληρο χρόνο στη φυλακή, ο επίσκοπος, εξορίστηκε για μια ακόμη φορά στη Βόρεια Ρωσία. Οι δραστηριότητές του εκεί ενόχλησαν όχι μόνο τις αρχές αλλά και τους κατοίκους. Σύντομα ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας τον ανάγκασε να πάει στο Λένινγκραντ.
Μετά την ανάρρωσή του πέρασε μια μακρά περίοδο δοκιμασιών και περιπλανήσεων. Οι εκπρόσωποι του Κόμματος πιέζουν τον επίσκοπο να εγκαταλείψει την ιερωσύνη. Στην περίοδο αυτή της πνευματικής δοκιμασίας αρχίζει να χάνει την όραση από το αριστερό μάτι λόγω αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς χιτώνα. Επίσης, τα «Δοκίμια για τη χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων» εκδίδονται χωρίς να αναγραφεί το αξίωμά του. Εν καιρώ επανακτά την εσωτερική γαλήνη, που είχε στερηθεί, και περνά δύο χρόνια ηρεμίας και ειρήνης κοντά στα παιδιά του.
Ο επίσκοπος Λουκάς ήταν 60 ετών, όταν συνελήφθη για τέταρτη φορά. Από το φάκελλο που διατηρούσαν στην Ασφάλεια, μπορούμε να γνωρίζουμε τις δραστηριότητές του. Ενώ από τους ασθενείς του δεν έπαιρνε ποτέ χρήματα, έδινε και το μισθό του σε αγαθοεργίες, δηλαδή βοηθούσε όσους φτωχούς, άπορους και εξόριστους ανθρώπους τύχαινε να γνωρίζει. Οι φιλανθρωπικές ενέργειές του ενόχλησαν και πάλι το καθεστώς που τον συνέλαβε εκ νέου και τον οδήγησε στη Σιβηρία.
Όταν στις 21 Ιουνίου 1941 μ.Χ. τα χιτλερικά στρατεύματα μπαίνουν στη Ρωσία, ο επίσκοπος – γιατρός, αν και εξόριστος, προσφέρεται εθελοντικά να εργαστεί για τη θεραπεία των τραυματιών. Τα Κόμμα αναγνωρίζει την αξία του ως γιατρού και τον διορίζει αρχίατρο του στρατιωτικού νοσοκομείου και σύμβουλο όλων των νοσοκομείων της περιοχής. Παρόλα αυτά οι συνθήκες είναι οικτρές ενώ παράλληλα δεν του αναγνωρίζουν κανένα πολιτικό δικαίωμα.
Την Άνοιξη του 1942 μ.Χ. αλλάζει η στάση της πολιτείας απέναντι στον ίδιο, αλλά και απέναντι στην Εκκλησία. Σε όλη την επικράτεια της Ρωσίας ανοίγουν εκκλησίες και ο λαός βρίσκει καταφύγιο στους ναούς από την παραφροσύνη του πολέμου. Για να καλυφθούν οι υπάρχουσες ανάγκες ο επίσκοπος Λουκάς προάγεται σε αρχιεπίσκοπο Κρασνογιάρσκ.
Οι Γερμανοί υποχωρούν και ο αρχιεπίσκοπος μεταφέρεται δυτικότερα, στο Ταμπώφ. Εκείνη την εποχή είναι υπεύθυνος για 150 στρατιωτικά νοσοκομεία. Η Εκκλησία για να τον διευκολύνει τον μεταθέτει στην Αρχιεπισκοπή Ταμπώφ και Μιτσούρινσκ.
Το 1946 μ.Χ. ο αρχιεπίσκοπος Λουκάς βραβεύθηκε με το βραβείο Στάλιν για την ηρωική εργασία του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και για την μεγάλη προσφορά του στην ιατρική επιστήμη.
Στα 70 του χρόνια γίνεται αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας. Εκεί το έργο του είναι δύσκολο. Η φτώχεια έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις που αναγκάζεται να ταΐζει καθημερινά, στο σπίτι του, τους άπορους της περιοχής. Στρέφει το ενδιαφέρον του στην εκκλησιαστική ζωή, καθώς τον αποκλείουν από κάθε επιστημονικό συνέδριο. Κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες για να ανοίξουν εκκλησίες. Ταυτόχρονα προσπαθεί να πατάξει την αμέλεια και την αδιαφορία των ιερέων τονίζοντας πως πρέπει οι ίδιοι να αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση για τους πιστούς. Παράλληλα εξασκεί το έργο του ιατρού προσφέροντας αναργύρως τις υπηρεσίες του στον πάσχοντα άνθρωπο. Ακολουθώντας το υπόδειγμα του Θεανθρώπου όλη του τη ζωή «διήλθεν ευεργετών και ιώμενος».
Με τη βελτίωση στις σχέσεις Εκκλησίας – Κράτους ο αρχιεπίσκοπος βρίσκει την ευκαιρία να επιστρέψει στην αγαπημένη του ασχολία, δηλαδή το κήρυγμα. «Θεωρώ βασικό αρχιερατικό μου καθήκον να κηρύττω παντού και πάντα το Χριστό». Σημειώνει ο ίδιος. Από τα κηρύγματά του καταγράφηκαν περίπου 750, τα οποία αποτέλεσαν 12 τόμους (4500 σελίδες), και έχουν χαρακτηριστεί «εξαιρετικό φαινόμενο στη σύγχρονη εκκλησιαστική ζωή και θεολογία».
Την Άνοιξη του 1952 επιδεινώνεται η όρασή του, ενώ στις αρχές του 1956 τυφλώνεται οριστικά.
Το 1953 μ.Χ. τον Στάλιν διαδέχεται ο Νικήτας Κρουτσώφ, ο οποίος ξεκίνησε νέο κύμα διωγμών κατά της Εκκλησίας που κορυφώνονται το 1959 μ.Χ. Ο Αρχιεπίσκοπος μεριμνά για το ποίμνιό του και προσπαθεί να του δώσει κουράγιο.
Εκείνη την εποχή γράφει στο μεγαλύτερο γιό το Μιχαήλ: «Είναι όλο και πιο δύσκολο να διευθύνει κανείς τις υποθέσεις της Εκκλησίας. Οι εκκλησίες κλείνουν η μία μετά την άλλη, δεν υπάρχουν ιερείς και ο αριθμός του όλο και ελαττώνεται…Κατά τόπους η αντίδραση φτάνει μέχρι εξεγέρσεως κατά της αρχιερατικής εξουσίας μου. Δεν μπορώ να το υποφέρω στα ογδόντα μου χρόνια. Αλλά με τη βοήθεια του Κυρίου, συνεχίζω το δύσκολο έργο μου».
Η αγάπη του κόσμου προς τον αρχιεπίσκοπο Λουκά ήταν έκδηλη. Ακόμα και αλλόθρησκοι η άπιστοι τον έβλεπαν με σεβασμό.
Ο αρχιεπίσκοπος είναι ήδη 84 ετών. Διαισθάνεται πως το τέλος του πλησιάζει. Τα Χριστούγεννα του 1960 μ.Χ. λειτουργεί για τελευταία φορά και για τον καιρό που απομένει, περιορίζεται στο να κηρύττει. Τελικά την Κυριακή 11 Ιουνίου 1961 μ.Χ., ημέρα που γιορτάζουν οι Άγιοι Πάντες της Αγίας Ρωσίας, κοιμήθηκε ο αρχιεπίσκοπος – γιατρός Λουκάς Βόινο – Γιασενέτσκι. Παρά την έντονη αντίδραση των Κομματικών, η κηδεία του αρχιεπισκόπου μετατράπηκε σε λαϊκή επανάσταση. Η Ε.Π. Λέικφελντ περιγράφει: «Οι δρόμοι πλημμύρησαν από γυναικούλες με άσπρα μαντίλια στα κεφάλια. Προχώρησαν σιγά – σιγά μπροστά από τη σορό του Δεσπότη. Ακόμη και οι γερόντισσες δεν πήγαιναν πίσω. Τρείς σειρές τεντωμένων χεριών λες και οδηγούσαν το αυτοκίνητο. Ο δρόμος μέχρι και το κοιμητήριο ήταν στρωμένος με τριαντάφυλλα. Και μέχρι την πόρτα του κοιμητηρίου ακουγόταν πάνω από τα κεφάλια με τα άσπρα μαντίλια, ο ύμνος: «Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς». Ό,τι και να έλεγαν σε αυτό το πλήθος, όσο κι’ αν προσπαθούσαν να τους κάνουν να σιωπήσουν, η απάντηση ήταν μία, κηδεύουμε τον αρχιεπίσκοπό μας».
Το Νοέμβριο του 1995 μ.Χ. ανακηρύχτηκε άγιος από την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία.
Στις 17 Μαρτίου 1996 μ.Χ. έγινε με επισημότητα η ανακομιδή των λειψάνων του, που τέθηκαν για λαϊκό προσκύνημα στο ναό του κοιμητηρίου, αφιερωμένο στη μνήμη των Αγίων Πάντων. Τα λείψανά του εξέπεμπαν μιάν άρρητη ευωδία, ενώ πολλοί ασθενείς θεραπεύτηκαν θαυματουργικά. Τρείς μέρες αργότερα, στις 20 Μαρτίου 1996 μ.Χ., τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στον Ι. Ναό Αγ. Τριάδος. Η μνήμη του ορίστηκε να τιμάται στις 11 Ιουνίου επέτειο της κοιμήσεώς του.
Αξίζει να σημειωθεί ότι όταν ο Άγιος Λουκάς ήταν στο Γενισέισκ επιχείρησε μια πρωτοποριακή και δυσκολότατη επέμβαση. Του έφεραν ένα νέο άνδρα με βαριά νεφρική ανεπάρκεια σε απελπιστική κατάστασή. Ο επίσκοπος γιατρός, μην έχοντας άλλη λύση, αποφάσισε να κάνει μια «ηρωική» επέμβαση κι επεχείρησε μεταμόσχευση νεφρού από μοσχάρι στο νεαρό ασθενή, παρά τα πενιχρά μέσα που διέθετε. Ο γιατρός που διηγήθηκε το γεγονός αυτό, χαρακτηρίζει επιτυχημένη την επέμβαση, δίχως άλλες λεπτομέρειες για το πόσο έζησε ο ασθενης, τα μετεγχειρητικά προβλήματα κ.λπ. Παρόλο που ήταν η πρώτη εγχείρηση μεταμόσχευσης, δεν έγινε ευρύτερα γνωστή, προφανώς για πολιτικούς λόγους. Δεν θα έπρεπε να προβληθεί ένας «εχθρός του λαού»! Γι’ αυτό επίσημα ως πρώτη τέτοια εγχείρηση θεωρείται του καθηγητή Ι. Ι. Βορόνη το 1934 (μια δεκαετία μετά), όταν έκανε μεταμόσχευση νεφρού χοίρου σε μια γυναίκα με ουραιμία.
Ἀπολυτίκιον
Νέον ἅγιον τοῦ Παρακλήτου, σέ ἀνέδειξεν, Λουκᾶ ἡ Χάρις, ἐν καιροῖς διωγμῶν τε καί θλίψεων Νόσους μέν ὡς ἰατρός ἐθεράπευσας, καί τάς ψυχάς ὡς ποιμήν καθοδήγησας πάτερ τίμιε, ἐγγάμων τύπος καί μοναστῶν, πρέσβευε σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Τί σημασία ἔχει

 

π. Ἀνδρέα Ἀγαθοκλέους

Ἀλήθεια, τί σημασία ἔχει ἄν καθημερινά κάνεις αὐτό πού δέν θέλεις, ἀφοῦ ζεῖς καί πορεύεσαι καί ἄρα ἔχεις ἐλπίδα;

Τί σημασία ἔχει ἄν δέν ἔρχονται τά γεγονότα καθώς περιμένεις, ἀφοῦ τελικά ἀνακαλύπτεις πώς ἔγιναν καλύτερα ἀπ’ ὅ,τι ὑπολόγιζες;

Τί σημασία ἔχει ἄν ἀπογοητεύτηκες ἀπό ἀνθρώπους πού ἀγάπησες καί στηρίχτηκες, ἀφοῦ στό τέλος ἀπόχτησες τή σοφία καί τήν ἀπεξάρτηση πού, βέβαια, τίς πλήρωσες μέ τά δίδακτρα τοῦ καρδιακοῦ πόνου;

Τί σημασία ἔχει ἄν ἔθεσες στόχους στή ζωή σου καί ἄλλοι ἔγιναν κι ἄλλοι ὄχι, ἀφοῦ οὔτε οἱ ἐπιτυχίες οὔτε οἱ ἀποτυχίες σου θά σέ συνοδεύουν ἕως τέλους;

Τί σημασία ἔχει ἄν ἡ πίστη σου εἶναι κάποιες φορές χλιαρή καί ἀδύνατη, ἀφοῦ ὑπάρχουν καί στιγμές τῆς Χάριτος πού κάνουν τήν καρδιά σου νά χαίρεται καί νά βεβαιώνει ὅτι «ζεῖ Κύριος!»;

Τί σημασία ἔχει ἄν ἡ ἀγάπη σου γιά τόν Θεό δέν εἶναι αὐτή πού ὁ Χριστός μᾶς καλεῖ νά ἔχουμε, δηλαδή «μέ ὅλη τήν καρδιά μας, μέ ὅλη τήν ψυχή μας, μέ ὅλο τό νοῦ μας» (Ματθ. 22,37), ἀφοῦ θέλεις ἀλλά ἀδυνατεῖς;

Τί σημασία ἔχει ἄν καί τό δικό σου σῶμα, ὡς φθαρτό καί προσωρινό, ἀρρωστᾶ, γερνᾶ καί βαδίζει πρός τό θάνατο, ἀφοῦ ὁ Χριστός νίκησε τό θάνατο καί γι’ αὐτό βεβαιωνόμαστε πώς θά μᾶς ἀναστήσει καί θά τό ἀφθαρτοποιήσει;

Τί σημασία ἔχει ἄν ἁμαρτάνεις, ἀφοῦ ὑπάρχει μετάνοια πού ἀνατρέπει τίς πονηριές καί τά ἔργα τοῦ διαβόλου γιά μᾶς καί μᾶς ἐπανασυνδέει μέ τόν Θεόν πού χάσαμε;

Τί σημασία ἔχουν οἱ ὅποιες δοκιμασίες καί δυσκολίες τῆς ζωῆς, μικρές ἤ μεγάλες, προσωρινές ἤ συνεχόμενες, ἀφοῦ μποροῦν νά γίνουν μέσα πού θά συγχωρήσουν τίς ὅποιες ἁμαρτίες καί θά ἑλκύσουν τή χάρη τοῦ Θεοῦ πού θά μᾶς δώσουν εὐλογίες καί χαρίσματα πού θέλουμε;

Τελικά, τί σημασία ἔχει ὁ ἑαυτός μας, ἀφοῦ ὑπάρχει «ὁ Θεός τῶν πατέρων ἡμῶν» πού μᾶς ἀγαπᾶ καί ἔχει τήν ἔννοια μας καί μᾶς φροντίζει ἀόρατα;

Σημασία ἔχει Αὐτός καί ὄχι ἐμεῖς. Γιατί μέ Αὐτόν καί δι’ Αὐτοῦ ὑπάρχουμε καί ἐμεῖς, ζοῦμε καί πορευόμαστε πρός τήν αἰώνια Βασιλεία Του. Ἀμήν!

Οι πιο πολλές εξομολογησεις είναι αποκύημα της αγάπης του εαυτού μας.

 


Οι πιο πολλές εξομολογησεις είναι αποκύημα της αγάπης του εαυτού μας.Εξομολογουμεθα, διότι θέλουμε να τα έχουμε καλά με τον Θεό,για να έχουμε παρρησία ενώπιον του. 

 Η αληθινή εξομολογηση όμως είναι από τις πιο οδυνηρες πράξεις, συγκλονίζεται συγκορμα η ύπαρξη του ανθρώπου και πονάει. 
Εξομολογηση σημαίνει να εξευτελισω τον εαυτό μου, όπως η αιμορρουσα που ομολόγησε το πάθημα της, δηλαδή μπροστά στα πλήθη των ανθρώπων ομολόγησε την ασθένεια της. Σε πόσους από εμάς κοστίζει η εξομολογηση;

Πόσες φορές η εξομολογηση μας είναι διάθεση να αποκαλύψουμε την ασχήμια μας, την κενότητα μας, την γυμνοτητα μας;Η εξομολογηση είναι εισπηδηση του Ουρανού εντός μας, καταβιβαση της δύναμης του Θεού. 
Καταλαβαίνουμε τι μας χρειάζεται; Για να τραβήξεις έναν γάντζο, βάζεις δύναμη. Για να ελκυσεις από τον ουρανό την δύναμη, ώστε να συγχωρεθουν οι αμαρτίες σου, καταλαβαίνεις τι αγώνας χρειάζεται; Είναι ένα σημείο το οποίο απωθουμε, γιατί δεν θέλουμε να μετανοήσουμε αληθινα.

Οι εξομολογησεις μας τις περισσότερες φορές είναι θωπεια του εαυτου μας, για να είμαστε καλύτεροι με τον Θεό, ίσως και με τους ανθρώπους. Ειναι μια ανακούφιση. Δημιουργούμε ένα χρεωλυσιο, δηλαδή μια αίσθηση ότι είμαστε καλά, ότι μπορούμε πιο άνετα να συνεχίσουμε να αμαρτανουμε, να συνεχίσουμε την ψεύτικη χαμοζωη μας.
Μπορεί παρά δείγματος χάριν να υπαρχει μετάνοια, αλλά να συνεχίσουμε μια ζωή κουβεντολογιου;
Μπορει να υπαρχει μετάνοια και να συνεχίζεται η κρίση; 
Είναι δυνατόν να έχω μετανοήσει και να συνεχίζω να θυμώνω, να εκνευρίζομαι, να παρεξηγουμαι, να αντιμιλω, να κατακρεουργω το άλλο;
 Αυτο είναι εξομολογηση;Ειναι δυνατόν-όταν έχω μετανοήσει - σήμερα σε αγαπώ και αυριο σε μισώ, σήμερα να υπακουω και αύριο να μην σε ακούω, σήμερα σε υπηρετώ και αύριο σε κατηγορω;Δυστυχως οι εξομολογησεις μας ειναι κάποια ζεστασιά που προσφέρουμε στην ύπαρξη μας, για να αντέχουμε την ζωή, η είναι ικανοποίηση μιας ψυχολογικής ανάγκης.
Αλλα ο Θεός δεν ικανοποιεί ψυχολογικές ανάγκες. Ο Θεος είναι"Θεός των πνευμάτων". Εκείνος ο οποίος έταξε σωτηρία και σταυρό. Ως επί το πλείστον όμως εξομολογηση για μας είναι:
Λέμε τον πόνο μας για να γιατρευτουμε.
Λεμε το πρόβλημα μας για να πάρουμε θάρρος. Λεμε την σκέψη μας για να δικαιωθουμε και να ακουσουμε:"Ναι παιδι μου έτσι είναι ". Τι περίπλοκος ειναι ο άνθρωπος!

Ερχονται περιπτώσεις ανθρώπων που εξομολογουνται επί μία, τρεις, πέντε ώρες και καθόμαστε με τα μάτια ορθάνοιχτα και τους κοιτάζουμε ακίνητοι, διοτι εαν τυχόν κουνηθούμε λιγακι, Θα νιώσουν οτι δεν τους παρακολουθούμε. Εαν δεν καθίσουμε ετσι, θα αρχίσουν να κλαίνε ακατάπαυστα, και τότε θα αναρωτηθούμε τι επαθε; μηπως μετενοησε;Οχι κλαίει για να ελκυσει την προσοχή μας να ελκυσει την καρδιά μας, να μας κάνει να τον συμπονεσουμε, να τον νοιώσουμε, να τον αγαπήσουμε.
Αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΩΝΙΝΑ

 

 Άγιοι Αλέξανδρος και Αντωνίνα, Άγιος Τιμόθεος - Συναξαριστής

Τη μνήμη των Αγίων Αλεξάνδρου και Αντωνίνης τιμά σήμερα, , η Εκκλησία μας. Η Αγία μάρτυς Αντωνίνα, ήταν μία χριστιανή παρθένος, η οποία αποτελούσε ένα τηλαυγή αστέρα της κωμόπολης Καρδάμου (ή Kροδάμου), όπου και γεννήθηκε.
 Προικισμένη με εξωτερική και εσωτερική ομορφιά, ζούσε με εγκράτεια, σεμνότητα και άσκησε και έθεσε όλες τις δυνάμεις και τις οικονομίες της, στη διακονία, την περίθαλψη και ανακούφιση των πτωχών και δυστυχισμένων συνανθρώπων της.
Η χριστιανική της διαγωγή και συμπεριφορά, καταγγέλθηκε στον έπαρχο Φύστο, ο οποίος τη συνέλαβε και την ανέκρινε. Η Αντωνίνα με ακατάβλητο φρόνημα και θεία υπερηφάνεια, ομολόγησε την πίστη της στο Χριστό και κάλεσε και τον Έπαρχο να μετανοήσει και να βαπτισθεί χριστιανός. Απογοητευμένος ο έπαρχος, επειδή όλες του οι προσπάθειες έπεφταν στο κενό και γνωρίζοντας ότι η Αγία έδιδε μεγάλη βαρύτητα στην παρθενική της τιμή, διέταξε να την ρίξουν σε κάποιο πορνείο.
Η θερμή προσευχή της παρθένου, προκάλεσε τρομερό σεισμό στο σπίτι αυτό με αποτέλεσμα οι ίδιες οι γυναίκες να την διώξουν απ’ αυτό. Ο Φύστος την συνέλαβε ξανά και την έριξε σε κάποιο άλλο καταφύγιο. Κάποιος όμως χριστιανός ονόματι Αλέξανδρος, επισκέφθηκε το πορνείο και τη φυγάδευσε δανείζοντάς της τα δικά του ρούχα. Έξαλλος ο Φύστος όταν πληροφορήθηκε το γεγονός διέταξε την άμεση σύλληψή τους.
Μετά την απολογία τους διέταξε το σκληρό βασανισμό τους. Και όντως αφού τους ακρωτηρίασαν, τους άλειψαν με πίσσα και έριξαν τα σώματά τους στη φωτιά, χαρίζοντάς τους και στεφάνους του μαρτυρίου. Ήταν το έτος 313 μ.Χ.
Η σύναξη τους τελείται στο μοναστήρι του Μαξιμίνου, που βρίσκεται στην Kωνσταντινούπολη, όπου βρίσκονται και τα τίμια λείψανα τους.
Απολυτίκιο:
Ήχος α’. Τής ερήμου πολίτης.
Ξυνωρίς η αγία τών Μαρτύρων υμνείσθω μοί, σύν τώ ευκλεεί Αλεξάνδρω, Αντωνίνα η πάνσεμνος, αγάπη γάρ καί πίστει ευσεβεί, εκλάμψαντες εν άθλοις ιεροίς, ιαμάτων εφαπλούσι μαρμαρυγάς, τοίς ποθώ ανακράζουσα δόξα τώ ενισχύσαντι υμάς, δόξα τώ στεφανώσαντι, δόξα τώ ενεργούντι δι’ υμών, πάσιν ιάματα.

Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

«Οὔτε αὐτό τό μποροῦμε»…

 

 

Γεροντικοῦ Διδάγματα

Ἐπισκέφθηκαν κάποιοι ἀδελφοί τόν ἀββᾶ Ἀντώνιο καί τοῦ λένε: – Πές μας ἕνα λόγο για τό πῶς θά σωθοῦμε.

Καί ὁ γέροντας τούς ἀπάντησε: – Ἀκούσατε τήν Ἁγία Γραφή; Αὐτό σᾶς ἀρκεῖ.

Ἐκεῖνοι, ὅμως, τοῦ εἶπαν: – Θέλουμε ν’ ἀκούσουμε κι ἀπό σένα μιά συμβουλή, ἀββᾶ.

Ὁ γέροντας, λοιπόν, τούς ἀπάντησε: – Λέει τό Εὐαγγέλιο, «ἄν κάποιος σέ χτυπήσει στή δεξιά πλευρά, γύρισε  νά σέ χτυπήσει καί στήν ἄλλη».

Ἐκεῖνοι τοῦ ἀπαντοῦν: – Αὐτό δέν μποροῦμε νά τό κάνουμε.

Τούς λέει, λοιπόν, ὁ γέροντας: – Ἄν δέν μπορεῖτε νά γυρίσετε καί τήν ἄλλη πλευρά, τοὐλάχιστον ὑπομείνετε τό ἕνα χτύπημα.

Ἐκεῖνοι τοῦ ἀπαντοῦν: – Οὔτε αὐτό τό μποροῦμε.

Καί ὁ γέροντας ξαναλέει: – Ἄν οὔτε αὐτό μπορεῖτε, τότε μήν ἀνταποδώσετε τό χτύπημα.

Ἐκεῖνοι, πάλι, τοῦ ἀπάντησαν: – Οὔτε αὐτό τό μποροῦμε.

Τότε ὁ γέροντας λέει στόν μαθητή του: – Φτιάξε τους λίγο τραχανᾶ, γιατί εἶναι ἄρρωστοι.

Καί σ’ ἐκείνους λέει: – Ἄν δέν μπορεῖτε αὐτό καί δέν θέλετε τό ἄλλο, τί νά σᾶς κάνω; Χρειάζεται προσευχή.

Στην εποχή μας που έχουμε τα πάντα, αλλά δεν έχουμε το Παν.



Στην εποχή μας που έχουμε τα πάντα, αλλά δεν έχουμε το Παν.

Φιλουμένη μοναχή
Ηγουμένη Ιερὰς Μονής Αγίου Νικολάου Ορούντας Κύπρου

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

 

Τη μνήμη του τιμά σήμερα, 9 Ιουνίου, η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Κύριλλος έζησε επί βασιλείας Θεοδοσίου του Μικρού και γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 370 μ.Χ. από εύπορους γονείς της ελληνικής κοινωνίας της πόλεως.
Ανεψιός του αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας Θεοφίλου ο Κύριλλος, έλαβε μεγάλη θεολογική μόρφωση, ώστε έγινε κατόπιν διάδοχος του θείου του, στον αρχιεπισκοπικό θρόνο Αλεξανδρείας.
Όταν έγινε η Γ’ Οικουμενική Σύνοδος το 431 μ.Χ. στην Έφεσο, ο Κύριλλος υπήρξε πρόεδρος αυτής και συνετέλεσε να γκρεμιστούν οι κακοδοξίες του δυσεβούς Νεστορίου, για το πρόσωπο της υπεραγιάς Δεσποίνης ημών Θεοτόκου.
Με πολλά πνευματικά κατορθώματα στο ενεργητικό του, ο Κύριλλος παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στον Κύριο την 27η Ιουνίου του 444 μ.Χ., αφού πατριάρχευσε για 32 περίπου χρόνια. Δικαίως ο Άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης τον προσονόμασε «σφραγίδα των Πατέρων».
Να σημειώσουμε τέλος, ότι η μνήμη του Αγίου Κυρίλλου επαναλαμβάνεται και στις 18 Ιανουαρίου.
Ἀπολυτίκιον
Hχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ως κύρος ουράνιον θεολογία η ση, βραβεύει εν πνεύματι τη εκκλησία Χριστού την χάριν την ένθεον· συ γαρ καθυπογράψας της Τριάδος την δόξαν, μύστης της Θεοτόκου και υπέρμαχος ώφθης, παρ’ ης λαμπρώς εδοξάσθης, ιεράρχα Κύριλλε.

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Ἡ νηστεία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων

 Η νηστεία των Αγίων Αποστόλων: Γιατί και πώς νηστεύουμε

Μία ακόμη περίοδος νηστείας είναι η λεγόμενη νηστεία των Αγίων Αποστόλων. Ονομάζεται έτσι διότι προηγείται των δύο αποστολικών εορτών: της εορτής των Αγίων πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου (29 Ιουνίου) και της “Συνάξεως των Αγίων Αποστόλων” (30 Ιουνίου).

Η χρονική διάρκεια αυτής της νηστείας είναι μεταβλητή επειδή η έναρξή της εξαρτάται από την κινητή εορτή του Πάσχα.

Αρχίζει την Δευτέρα μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων και λήγει σταθερά την 28η Ιουνίου. Κατά το ισχύον (νέο) ημερολόγιο δεν υπερβαίνει ποτέ τις 30 ημέρες. Υπάρχει ακόμα και περίπτωση (όταν το Πάσχα εορτάζεται μεταξύ 5 και 8 Μαϊου) να μήν έχουμε καθόλου νηστεία.

Κατά την περίοδο της νηστείας αυτής δεν καταλύουμε κρέας, γαλακτερά και αυγά, ενώ επιτρέπεται η κατάλυση ψαριού. (Φυσικά πάντοτε εκτός Τετάρτης και Παρασκευής).

Αν η εορτή των Αγ. Αποστόλων Πέτρου και Παύλου πέσει Τετάρτη ή Παρασκευή, καταλύουμε μόνο ψάρι.

Ψάρι καταλύουμε και κατά την εορτή του Γενεσίου του Τιμίου Προδρόμου (24 Ιουνίου), οποιαδήποτε ημέρα κι αν πέσει.

Η νηστεία αυτή είναι αρχαιοπαράδοτος στην Εκκλησία μας.

Πρώτος ο Μέγας Αθανάσιος αναφέρει νηστεία μιάς εβδομάδος μετά την Πεντηκοστή. «Τη γαρ εβδομάδι μετά την αγίαν πεντηκοστήν ο λαός νηστεύσας εξήλθε περί το κοιμητήριον εύξασθαι» (εγράφη περί το 357). Αυτός μεν αναφέρει την νηστεία αυτή αμέσως μετά την Πεντηκοστή, αλλά το βιβλίο των Αποστολικών Διαταγών, το οποίο έχει γραφεί πενήντα περίπου έτη αργότερα και απηχεί αποστολοπαράδοτες εντολές και συνήθειες, την αναφέρουν μία εβδομάδα μετά την Πεντηκοστή, δηλαδή μετά την εορτή των Αγίων Πάντων.«Μετά ουν το εορτάσαι υμάς την πεντηκοστήν εορτάσατε μίαν εβδομάδα και μετ’ εκείνην νηστεύσατε μίαν, δίκαιον γαρ και ευφρανθήναι επί τη εκ Θεού δωρεά και νηστεύσαι μετά την άνεσιν».

Όπως φαίνεται από το χωρίο των Αποστολικών Διαταγών, η περί ης ο λόγος νηστεία σχετιζόταν με την χαρμόσυνη περίοδο από το Πάσχα μέχρι την Πεντηκοστή, μετά την οποία έπρεπε να επέλθει κάποιας μορφής αντίδραση, ώστε να μετριασθεί η χαρμόσυνη διάθεση.

Επειδή οι απόστολοι είχαν αρχίσει το κήρυγμα μετά την Πεντηκοστή, οι μετ’ αυτήν ημέρες ήσαν αφιερωμένες σ’ αυτούς.

Ἀπὸ τὴν ἑβδομάδα, ἀγαπητοί μου, ἀπὸ τὴν ἑβδομάδα ποὺ ἀκολουθεῖ μετὰ τὴν Κυρι­ακὴ τῶν ἁγίων Πάντων ἕως τὶς 29 Ἰουνίου εἶ­νε περίοδος νηστείας· εἶνε ἡ νηστεία τῶν ἁ­γί­ων ἀποστόλων. Μὲ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἡμερολο­γίου δυστυχῶς ὡρισμένες χρονιές, ὅταν τὸ Πάσχα πέφτῃ ἀργά, ἡ νηστεία αὐτὴ μειώνε­­ται καὶ κάποτε μηδενίζεται. Ἡ νηστεία αὐ­τὴ εἶνε σχετικῶς εὔκολη, διότι ἐπιτρέπεται τὸ ψάρι. Δὲν ξέρω ἂν ἐσεῖς τὴν τηρῆτε.

Ἡ νηστεία αὐτὴ θεσπίσθηκε γιὰ νὰ προετοι­μάζῃ τοὺς Χριστιανοὺς γιὰ τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῶν ἀποστόλων. Καὶ ἡ σημερινὴ Κυριακή, ἡ δευτέρα (Β΄) Κυριακὴ τοῦ Ματθαίου, τὶς περισσότερες φορὲς πέφτει μέσα στὴ νηστεία τῶν ἁ­γί­ων ἀποστόλων. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσαμε σήμερα εἶνε σχετικὸ μὲ τοὺς ἁγίους ἀποστόλους. […]

Τοὺς γιορτάζουμε. Τί πρέπει νὰ κάνουμε; Νὰ νηστέψουμε αὐτὲς τὶς μέρες. Νὰ προετοι­μαστοῦμε, νὰ ἐξομολογηθοῦμε, νὰ πᾶμε νὰ κοινωνήσουμε. Κι ὅταν χτυπήσουν οἱ καμπάνες στὴ γιορτὴ τῶν ἁγίων ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, νὰ πλησιάσουμε κ᾿ ἐμεῖς καὶ νὰ τοὺς ἐκφράσουμε τὴν εὐγνωμοσύνη μας.

Τί ἄλλο νὰ κάνουμε; Νὰ θυμηθοῦμε. Εἴπαμε· ἐργατικοὶ ἦταν αὐτοί, δούλευαν ὅλη νύχτα στὴ λίμνη. Ἐργατικοὶ αὐτοί, ἐργατικοὶ κ᾿ ἐμεῖς. Ἐργατικὸς πρέπει νὰ εἶνε ὁ ἄνθρωπος. Πότε ὅμως ἐργατικός; Σᾶς τό ᾿πα καὶ ἄλλοτε, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα· Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο δουλειά, σὰν τὰ μυρμήγκια. Εἶνε εὐλογημένη ἡ δουλειά. Κυριακὴ ὅμως ὄχι. Τὶς ἄλλες μέρες δουλειά! Γιατὶ τὸ νερὸ ποὺ δὲν τρέχει σκουληκιάζει, καὶ τὸ σίδερο ποὺ δὲν δουλεύει τὴ γῆ σκουριάζει· καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν δουλεύει σαπίζει.

Δουλειὰ ὅλες τὶς καθημερινές. Κυριακὴ πρωὶ ὅμως; ἦρθε ἡ ὥρα; χτύπησε ἡ καμπάνα; Νὰ σταματήσουν ὅλα. Ἡ γυναίκα θ᾿ ἀφήσῃ τὸ ῥάψιμο, τὸ σκούπισμα, τὸ μαγειρειό. Ὁ ἄντρας θ᾿ ἀφήσῃ τὴν τσάπα, ὁ τσοπᾶνος τὰ πρόβατα στὸ μαντρί, ὁ δάσκαλος τὸ σχολεῖο, ὁ ὑπάλληλος τὸ γραφεῖο, οἱ πάντες. Φτερὰ στὰ πόδια καὶ ὅλοι στὴν ἐκκλησία. Τὸ κάνουμε; εὐλογία· δὲν τὸ κάνουμε; θὰ τὸ πληρώσου­­με, θά ᾿ρθῃ ἡ ὥρα αὐτή… Σᾶς πονῶ καὶ σᾶς φωνάζω, πρὶν νά᾿ νε ἀργά. Χτυπάει ἡ καμ­πάνα καὶ περνᾶνε τὰ ἅγια καὶ διαβάζεται τὸ Εὐ­αγγέλιο, καὶ κάθεσαι ἐσὺ μὲ τὸ τσιγάρο στὸ στόμα καὶ κοροϊδεύεις μέσ᾿ στὴν πλατεῖα; ἔρ­χεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ!….

Ἂς πέσουμε κι ἂς παρακαλέσουμε νὰ γίνῃ ἵλεως ὁ Θεός. Καὶ νὰ μιμηθοῦμε τοὺς ἀποστό­λους, γιὰ νὰ ἔχουμε τὴν εὐχὴ τῶν ἁγίων ἀ­ποστόλων καὶ τῶν ἁγίων πατέρων. Εἴθε ὁ Θεὸς διὰ τῶν πρεσβειῶν καὶ τῆς Παναγίας Θεοτόκου νὰ ἐλεήσῃ καὶ σώσῃ πάντας ἡμᾶς· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος