Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026

Ὅποιος βρῆκε φίλο ἀληθινὸ, βρῆκε θησαυρό

 

Ἁγίου Νεκταρίου

Ὁ φίλος ὁ ἀληθινός εἶναι ὅμοιος σέ ὅλα μέ τόν φίλο του. Ἡ χαρά τοῦ φίλου του προηγεῖται ἀπό τή δική του καί ἡ θλίψη τοῦ φίλου εἶναι καί δική του θλίψη.

Εἶναι βαθιά εὐαίσθητος καί διαισθάνεται τήν ψυχική διάθεση τοῦ φίλου πάσχει δέ σέ ὅ,τι πάσχει καί ὁ φίλος του.

Προλαβαίνει τήν ἐξομολόγηση τοῦ φίλου του καί τρέχει νά τόν βοηθήσει πρίν τοῦ τό ζητήσει. Εἶναι πάντα ἕτοιμος νά ἀντιληφθεῖ τίς ἐνέργειες τοῦ φίλου του καί εἶναι παρών ὅταν κινδυνεύει.

Οἱ φίλοι τοῦ φίλου του εἶναι καί δικοί του φίλοι˙ οἱ δέ ἐχθροί του καί δικοί του ἐχθροί. Ἀμύνεται ὑπέρ τοῦ φίλου του καί διακινδυνεύει τή ζωή του γι’ αὐτόν.

Στό σῶμα τοῦ φίλου κατοικεῖ ἡ ψυχή τοῦ φίλου πού ἀγαπάει.

Εἶναι ἀγαθός σύμβουλος καί λέει πάντα τά καλύτερα γι’ αὐτόν˙ φροντίζει γιά τήν τιμή καί ὑπόληψη τοῦ φίλου του. Ὅσα τοῦ εἶναι ἱερά, εἶναι ἱερά καί γιά τόν ἴδιο καί σέβεται ὅσα ὁ φίλος του θεωρεῖ σεμνά.

Φίλος ἀληθινός, σκέπη κραταιά καί ὅποιος τόν βρῆκε, βρῆκε θησαυρό. Ὁ ἀγαθός φίλος εἶναι πλοῦτος ἀνεκτίμητος ἀκριβότερος ὅλων τῶν ἀποκτημάτων.

Δέν ὑπάρχει μέτρο τοῦ κάλλους του. Ὁ φίλος καί στίς δυστυχίες καί στήν εὐτυχία τοῦ φίλου, μένει πάντοτε ὁ ἴδιος.

Ὁ ἀληθινός φίλος, μέ πολύ θάρρος, ἐπαινεῖ αὐτά πού εἶναι ἄξια ἐπαίνου καί καταδικάζει τά καταδικαστέα.

Ὁ Εὐριπίδης λέει: «Οἱ φίλοι δέν ἔχουν τίποτε μόνο δικό τους -ὅσοι εἶναι πραγματικά φίλοι-, ἀλλά κοινά πράγματα.

Δέν ὑπάρχει τίποτα καλύτερο ἀπό τόν εἰλικρινῆ φίλο. Ὅταν παρεμβαίνει παρηγορητικά, αὐτό ἐπενεργεῖ δυνατότερα ἀπό κάθε φάρμακο στήν πάσχουσα καί θλιμμένη καρδιά τοῦ φίλου.

Τά λόγια του εἶναι φάρμακο ζωῆς. Ὁ ἀγαθός φίλος καί τήν ψυχή καί τό σῶμα τοῦ φίλου μπορεῖ νά παρηγορήσει.

Ὁ ἀγαθός καί καλός φίλος ἔχει τάξει τόν ἑαυτό του νά ἀναπληρώνει ὅ,τι λείπει στόν φίλο του, καί, ὅταν μέν πράττει καλά, τόν ἐπαινεῖ καί τόν εὐχαριστεῖ, ὅταν δέ σφάλλει, προσπαθεῖ πάρα πολύ γιά νά τόν ἐπαναφέρει.

Ὁ φίλος γίνεται ὁ νοῦς, ἡ καρδιά καί ὁ ὀφθαλμός τοῦ φίλου του. Εἶναι ἡ προσωποποίηση τῆς ἀρετῆς. Δέν γίνεται φίλος ὁ μοχθηρός».

Προσευχή – Προσοχή

 

π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

Δεν είναι άγνωστη η προσευχή ως κίνηση του ανθρώπου - κυρίως σε δύσκολες καταστάσεις - σε κάτι ή Κάποιον που τον υπερβαίνει, ζητώντας συμπαράσταση. Μία αυθόρμητη κίνηση της ψυχής, ήρεμα ή έντονα, ανάλογα με το πρόβλημα που έχει μπροστά της.

Υπάρχει και η προσευχή ως ευχαριστία, αφού αισθανθεί ο άνθρωπος τη θεϊκή βοήθεια και συνειδητοποιήσει την παρουσία του Θεού. Όπως και η δοξολογία με την καρδιακή προσευχή: «Δόξα σοι ο Θεός!».

Στις πιο πάνω περιπτώσεις η προσοχή στην προσευχή είναι αυτονόητη. Το θέμα «μας καίει», η ευχαριστία - δοξολογία είναι αληθινή, και ως εκ τούτου βγαίνει μέσα από την ύπαρξή μας. Αυτό, βέβαια, δεν μπορεί να συμβαίνει συνεχώς. Δεν γίνεται να είμαστε συνέχεια «στην πρίζα». Δεν αντέχει η ανθρώπινη φύση την χωρίς χαλάρωση ζωή.

Για έναν Ορθόδοξο χριστιανό που νοιάζεται για τη σχέση του με τον Τριαδικό Θεό, η προσευχή είναι ουσιαστικό μέσο για την επίτευξή της. Όπως ένας άνθρωπος ο οποίος θέλει να έχει στη ζωή του κάποιον, ως αγαπημένο πρόσωπο, και γι’ αυτό και προσπαθεί και επικοινωνεί συχνότερα μαζί του, όχι ως καθήκον αλλά ως ανάγκη.

Η προσευχή ως «πρέπει» έχει ικανοποίηση - γιατί «κάναμε το καθήκον μας» - αλλά όχι την πληρότητα που φέρνει χαρά. Και, βέβαια, δεν μπορεί το καθήκον να ενώνει τις καρδιές ούτε στο ανθρώπινο επίπεδο ούτε στο θεϊκό.

Και ακόμα, όταν συνομιλούμε με κάποιον και συγχρόνως σκεφτόμαστε άλλα πράγματα (δουλειές, πρόσωπα, κλπ) προσβάλλουμε το πρόσωπο με το οποίο συνομιλούμε, έτσι και η προσευχή χωρίς προσοχή στα λόγια και χωρίς συγκέντρωση του νου και της καρδιάς, δεν έχει αντίκρισμα.

Ο άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ, στο βιβλίο του «Υιέ μου δος μοι σην καρδίαν», σημειώνει πως «η προσευχή χωρίς προσοχή δεν είναι προσευχή. Είναι άχρηστη, ψυχοφθόρα φλυαρία, υβριστική στο Θεό».

Η προσοχή στην προσευχή απαιτεί προσπάθεια, κόπο και χρόνο. Η αποτυχία, αν δεν δικαιολογείται ως ανθρώπινη αδυναμία, αλλά αναγνωρίζεται ως αμαρτία - αστοχία, ταπεινώνει το πνεύμα μας και έρχεται η χάρη του Θεού, που κατορθώνει τα ακατόρθωτα.

Αν οι ανθρώπινες σχέσεις δεν είναι τέλειες, τότε ούτε η σχέση μας με τον Θεόν - τον Αόρατον και Ακατάληπτον - είναι τέλεια. Στην πρώτη περίπτωση, αν το πρόσωπο σ’ ενδιαφέρει, τότε το παλεύεις και προσπαθείς να βελτιώσεις τη σχέση σου μαζί του. Το ίδιο κάνεις και με το Χριστό ως Πρόσωπο Θεανθρώπινο. Αν Τον θέλεις δεν παραιτείσαι από την προσπάθεια να Τον συναντήσεις, να σε συναντήσει, να συμπορευτείτε. Γι’ αυτό και προσεύχεσαι με προσοχή και συμβουλεύεσαι όποιον έχει πείρα.

Τὸ ἀληθινὸ θαῦμα

 

τοῦ Μητροπολίτη Κάλλιστου Ware

-Μίλησέ μας γιά τίς θεῖες ὀπτασίες πού βλέπεις, εἶπε κάποτε ἕνας μοναχός στόν ὅσιο Παχώμιο.

-Ἕνας ἁμαρτωλός σάν ἐμένα δέν προσδοκᾶ ὀπτασίες ἀπό τόν Θεό, ἀπάντησε ὁ Παχώμιος, ἀλλά ἀφῆστε με νά σᾶς πῶ γιά μία μεγάλη ὀπτασία, γιά τόν ἅγιο καί ταπεινό ἄνθρωπο.

Γιατί ποιά ὀπτασία μπορεῖ νά εἶναι μεγαλύτερη ἀπό αὐτή: νά βλέπουμε τόν ἀόρατο Θεό ἀποκαλυπτόμενο στό ναό Του, σ’ ἕνα ὁρατό ἀνθρώπινο πρόσωπο;

Αὐτή εἶναι ἡ ἀνώτερη ἀπ’ ὅλες τίς ὀπτασίες, ἕνα ἀληθινό θαῦμα: μία ἀνθρώπινη ὕπαρξη πλασμένη κατ’ εἰκόνα καί ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ.

«Ἐξομολογήσομαί σοι ὅτι φοβερῶς ἐθαυμαστώθης».

Στήν πνευματική ζωή τοῦ καθενός μας, ἴσως δέν ὑπάρχει ἔργο περισσότερο ἐπεῖγον ἀπό αὐτό: νά ἀνανεώσουμε τήν αἴσθηση τοῦ θαυμασμοῦ καί τοῦ δέους μπροστά στό θαῦμα καί στό μυστήριο τοῦ ἴδιού μας τοῦ προσώπου.

Ἰδιαίτερα δέ πρέπει νά τονιστεῖ ἡ λέξη «μυστήριο».

Ποιός εἶμαι; Τί εἶμαι;

Ἡ ἀπάντηση δέν εἶναι καθόλου προφανής. Δέν γνωρίζω παρά ἕνα πολύ μικρό μέρος τοῦ ἑαυτοῦ μου. Τά ὅρια τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου εἶναι ἐξαιρετικά πλατιά.

Ἐκτείνονται πρός τό ἄπειρο˙ ἁπλώνονται πρός τά πίσω, ἀλλά καί πρός τά ἐμπρός μέσα στό χρόνο, ἀλλά καί πέρα ἀπ’ αὐτόν˙ εἰσέρχονται στήν αἰωνιότητα.

Ἐντός μου ὑπάρχουν κρυμμένα ἀνεξιχνίαστα βάθη πού διαφεύγουν τῆς δικῆς μου ἀντίληψης.

Μέσα στό μυστηριῶδες αὐτό ἀνθρώπινο πρόσωπο, πού ἔχει πλαστεῖ κατά τήν εἰκόνα τοῦ ζῶντος Θεοῦ, ὑπάρχουν τέσσερα στοιχεῖα ἰδιαίτερα μεγάλης σημασίας: ἡ ἐλευθερία, ἡ εὐχαριστία, ἡ κοινωνία καί ἡ ὡρίμανση.

Ο ΑΓΙΟΣ ΘΩΜΑΣ Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ


 


Τη μνήμη του Αγίου Θωμά του Αποστόλου τιμά σήμερα, 6 Οκτωβρίου, η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Θωμάς ο Απόστολος ήταν μεταξύ των δώδεκα μαθητών του Κυρίου και ανήκε σε οικογένεια αλιέων. Ο Θωμάς, λοιπόν, μετά την Ανάσταση του Χριστού και την πρώτη εμφάνισή Του στους μαθητές, δυσπιστούσε σ’ αυτά που του έλεγαν αυτοί.
Αλλά ο Κύριος επανεμφανίστηκε στους μαθητές μέσα στο υπερώον, όταν μεταξύ τους βρισκόταν και ο Θωμάς.
Τότε ο Κύριος προέτρεψε το Θωμά να ψηλαφήσει τις πληγές από τα καρφιά που Τον σταύρωσαν, και να μη γίνεται άπιστος, αλλά πιστός. Εκθαμβωμένος ο Θωμάς, προσκύνησε και ανεβόησε: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου».
Η δε απάντηση του Κυρίου ήταν τέτοια, που θα διδάσκει όλους όσους θέλουν να δυσπιστούν στην αλήθεια του Ευαγγελίου.
Είπε, λοιπόν, ο Κύριος: «ότι εώρακάς με, πεπίστευκας, μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες». Δηλαδή, λέει ο Κύριος στο Θωμά, πίστεψες επειδή με είδες. Μακαριότεροι και περισσότερο καλότυχοι είναι εκείνοι, που αν και δεν με είδαν, πίστεψαν.
Η παράδοση αναφέρει ότι ο Θωμάς μετά την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος πήγε και κήρυξε το Ευαγγέλιο στους Πέρσες, Μήδους και τους Ινδούς. Στην Ινδία, συνελήφθηκε από τον Βασιλία Mισδαίο, γιατί κατήχησε και βάπτισε τον γιό του Aζάνη, την γυναίκα του Tερτία και της κόρες του Mυγδονία και Nάρκα.
Αφού τον φυλάκισε τον παρέδοσε σε πέντε στρατιώτες, οι οποίοι αφού τον ανέβασαν σε κάποιο βουνό τον θανάτωσαν δια λογχισμού. Έτσι, τον αξίωσε ο Θεός όχι μόνο να κηρύξει το Ευαγγέλιό Του, αλλά και να δώσει τη ζωή του γι’ Αυτόν.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως θείος Απόστολος, θεολογίας κρουνούς, ενθέως εξήντλησας, εκ λογχονύκτου πλευράς, Χριστού του Θεού ημών. Όθεν της ευσέβειας, κατασπείρας τον λόγον, έλαμψας εν Ινδία, ως ακτίς ουρανία, Θωμά των Αποστόλων, το θείον αγλάισμα.

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

Μόνο το ‘‘ζων ύδωρ’’ δύναται να μας ξεδιψάσει πνευματικά

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ ΤΗΣ ΠΑΤΜΟΥ προσφέρων ύδωρ πηγή

[...]Ποιο είναι το ‘‘ζων ύδωρ’’; Μα, η ζωοποιός Χάρις του Θεού, αυτή δια της οποίας, όπως γράφει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, η ξηρή και άγονη από αρετές ανθρωπότητα ‘‘περιανθίζεται πολυτρόποις ἀγαθῶν ἰδέαις.’’ 

 Η Χάρις του Αγίου Πνεύματος είναι εκείνη που εργάζεται συνεχώς κι οδηγεί την ψυχή του ανθρώπου προς το αγαθό. Της δίνει την ώθηση προς τα άνω. 

Ήδη ο προφήτης Ησαΐας, όταν λέγει: «Ἀντλήσατε ὕδωρ μετ’ εὐφροσύνης ἐκ τῶν πηγῶν τοῦ σωτηρίου»(Ησ. 12,3),εννοεί την Θεία Χάρη. Είναι η Χάρις του Θεού που φανερώθηκε στον κόσμο με τον ερχομό επί της γης του Θεανθρώπου και συνεχίζει έως τα έσχατα να επιδαψιλεύει όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας. 

 Η Χάρις του Θεού είναι εκείνη που μας αναγεννά, μας καλλιεργεί εν Χριστώ και μας προετοιμάζει για την αιωνιότητα. Είναι εκείνη που κάθε αμαρτάνοντα τον οδηγεί στο λιμάνι της σωτηρίας. Τρανταχτό παράδειγμα η γυναίκα-Σαμαρείτιδα, η οποία όχι μόνο έγινε κοινωνός της Θείας Χάριτος, αλλά ακολούθησε τον δρόμο του Χριστού, λαμβάνοντας το όνομα Φωτεινή και χύνοντας το ίδιο της το αίμα υπέρ του Πρωτομάρτυρος Κυρίου (26 Φεβρουαρίου).

 Όσο ποτέ άλλοτε το αίτημα για την ικανοποίηση της πνευματικής δίψας είναι επίκαιρο. Δυστυχώς οι καθημερινές μας πράξεις απεμπολούν την θεία χάρη από την ζωή μας. Μπορεί να την δεχθήκαμε κατά την διάρκεια του ιερού βαπτίσματός μας αλλά την χάνουμε με τις αμαρτίες μας.

 Έλεγε ο άγιος γέροντας Πορφύριος: ’’Η Θεία Χάρις είναι σαν μια ωραία τριανταφυλλιά με πανέμορφα τριαντάφυλλα. Η ρίζα της είναι μέσα μας. Όσο την ποτίζουμε με την πίστη, την αγάπη, την υπομονή και την ταπείνωση, τόσο παύει να έχει δύναμη το κακό. Όσο δεν ποτίζεται η τριανταφυλλιά μαραίνεται, ξηραίνεται, χάνεται και αμέσως ξεπετάγεται αγκάθι.’’ Μόνο το ‘‘ζων ύδωρ’’ δύναται να μας ξεδιψάσει πνευματικά, να μας σώσει και να οδηγήσει τους βηματισμούς μας στην αιώνια οδό. Αμήν!

Αγιος Γέροντας Πορφύριος: Ο Χριστός περιμένει να Τού ανοίξουμε μόνοι μας τήν πόρτα της καρδιάς μας.

 

Ο Χριστός περιμένει νά Τού ανοίξουμε μόνοι μας τήν πόρτα της καρδιάς μας.
Άν έκανε τά έργα Του μέ τρόπο φανερό – εκκωφαντικό θά μάς ανάγκαζε νά Τόν αποδεχτούμε.

 Άν πάλι επιδίωκε νά συμμορφώσει, θέλοντας καί μή, τόν καθέναν, παρατηρούσε ο π. Πορφύριος, τότε οΊδιος θά έφευγε από τό δρόμο πού έχει χαράξει (δηλ. τό δρόμο τής ελευθερίας). Ο Θεός καί τό αυτεξούσιο τού ανθρώπου Ο Χριστός γεμίζει τήν ψυχή, όταν ο άνθρωπος ανοιχτεί σ’ Αυτόν. Ποτέ όμως δέν τό κάνει αυτοβούλως καί χωρίς τήν συγκατάθεση τού ανθρώπου. Είναι ο Χριστός Μας Ταπεινός, Αφανής, Διακριτικός.

Ο Θεός, παρατηρούσε ο Γέροντας, εργάζεται μυστικά, δέν θέλει νά επηρεάσει τήν ελευθερία τού ανθρώπου. Ο Πανάγαθος Κύριος γνωρίζει καί ρυθμίζει τά πάντα, αλλά δέν θέλει νά φαίνεται. Άν έκανε τά έργα Του μέ τρόπο φανερό – εκκωφαντικό θά μάς ανάγκαζε νά Τόν αποδεχτούμε.
Αν πάλι επιδίωκε νά συμμορφώσει, θέλοντας καί μή, τόν καθέναν, παρατηρούσε ο π. Πορφύριος, τότε ο Ίδιος θά έφευγε από τό δρόμο πού έχει χαράξει (δηλ. τό δρόμο τής ελευθερίας).
Ο Θεός σέβεται τό αυτεξούσιο τού ανθρώπου καί δέν τό ακυρώνει ποτέ, δέν μάς εξαναγκάζει νά γίνουμε καλοί, ούτε μάς πειθαναγκάζει νά Τόν υπακούουμε. «Οάνθρωπος» δίδασκε ο π. Πορφύριος «είναι ελεύθερος νά διαλέξει τό ένα ή τό άλλο… Ο Θεός εργάζεται μυστικά. Δέ θέλει νά επηρεάσει τού ανθρώπου τήν ελευθερία. Τά φέρνει έτσι καί σιγά-σιγά-σιγά-σιγά πάει ο άνθρωπος εκεί πού πρέπει».

Όταν εσύ νόμιζες ότι εγώ δεν έβλεπα

 

Όταν εσύ νόμιζες ότι εγώ δεν έβλεπα,σε είδα να κρεμάς την πρώτη μου ζωγραφιά επάνω στο ψυγείο, και αυτομάτως ήθελα να ζωγραφίσω και άλλη.

Όταν εσύ νόμιζες ότι εγώ δεν έβλεπα,σε είδα να ταΐζεις μια αδέσποτη γάτα, και έμαθα ότι ήταν καλό να είσαι καλός με όλα τα δημιουργήματα Του Θεού.

Όταν εσύ νόμιζες ότι εγώ δεν έβλεπα,σε είδα να φτιάχνεις το αγαπημένο μου κέικ, και έμαθα ότι τα μικρά πράγματα, μπορεί να είναι πολύ σημαντικά πράγματα στην ζωή.

Όταν εσύ νόμιζες ότι εγώ δεν έβλεπα,σε άκουσα να λες μια προσευχή, και ήξερα ότι θα υπήρχε ένας Θεός που πάντα θα μπορούσα να του μιλήσω και έμαθα να πιστεύω στον Θεό.


Όταν εσύ νόμιζες ότι εγώ δεν έβλεπα,σε είδα να φτιάχνεις ένα γεύμα και να το πηγαίνεις σε ένα φίλο που ήταν άρρωστος, και έμαθα ότι όλοι πρέπει να φροντίζουμε ο ένας για τον άλλον.

Όταν εσύ νόμιζες ότι εγώ δεν έβλεπα,σε είδα να δίνεις τον χρόνο σου και τα χρήματα σου για να βοηθήσεις ανθρώπους που δεν είχαν τίποτα, και έμαθα ότι αυτοί που έχουν κάτι πρέπει να δίνουν σε αυτούς που δεν έχουν.

Όταν εσύ νόμιζες ότι εγώ δεν έβλεπα,είδα πώς χειριζόσουν της υποχρεώσεις σου ακόμα και όταν δεν αισθανόσουν τόσο καλά, και έμαθα ότι πρέπει να γίνω υπεύθυνος όταν μεγαλώσω.

Όταν εσύ νόμιζες ότι εγώ δεν έβλεπα,είδα δάκρυα να κυλούν από τα μάτια σου, και έμαθα ότι καμιά φορά ορισμένα πράγματα πονάνε, αλλά είναι καλό να κλαις.

Όταν εσύ νόμιζες ότι εγώ δεν έβλεπα,είδα ότι νοιαζόσουν και ήθελα να είμαι όλα όσα θα μπορούσα να είμαι.

Όταν εσύ νόμιζες ότι εγώ δεν έβλεπα,πήρα ζωής μαθήματα που έπρεπε να μάθω για να είμαι ένας καλός και σωστός άνθρωπος σαν μεγαλώσω.

Όταν έσυ νόμιζες ότι εγώ δεν έβλεπα,σε κοίταξα και ήθελα να σου πω «Ευχαριστώ για όλα τα πράγματα που είδα, όταν εσύ νόμιζες ότι εγώ δεν έβλεπα»

Ο κάθε ένας από μας , μητέρα ή πατέρας , πάππους ή γιαγιά, συγγενής ή φίλος , επηρεάζουμε την ζωή ενός παιδιού. Ας την επηρεάσουμε όσο πιο τρυφερά και όμορφα μπορούμε , για να δούμε μια μέρα το μπουμπούκι μας ν΄ ανθίζει και να ομορφαίνει τη ζωή !

H ΑΓΙΑ ΜΕΘΟΔΙΑ ΤΗΣ ΚΙΜΩΛΟΥ

 

 

kimolos

Οι όσιες γυναίκες συναγωνίστηκαν επάξια τους οσίους άνδρες σε πνευματικούς αγώνες και αγιότητα.
Η Εκκλησίας μας έχει να επιδείξει μια πλειάδα οσίων γυναικών, οι οποίες λαμπρύνουν το εκκλησιαστικό στερέωμα.
Μια από αυτές υπήρξε και η αγία Μεθοδία η εν Κιμώλω. Μια σύγχρονη οσιακή σημαντική μορφή.
Καταγόταν από τη νήσο Κίμωλο και γεννήθηκε την 10η Νοεμβρίου 1865 από γονείς θεοσεβούμενους και ενάρετους.
Ο πατέρας της ονομαζόταν Ιάκωβος και η μητέρα της Μαρία, το δε επίθετό της ήταν Σάρδη. Στην οικογένεια υπήρχαν τρεις γιοι και πέντε θυγατέρες.
Η δεύτερη από αυτές ήταν η Ειρήνη, η οποία μετονομάστηκε αργότερα σε Μεθοδία. Από μικρό κορίτσι διακρίνονταν για τη σεμνότητά της, την πίστη της στο Θεό και την υπακοή της.
Ήταν στολισμένη με αρετές και καλοσύνη και για γι’ αυτό ξεχώριζε από τα άλλα κορίτσια της οικογένειας και της περιοχής.
Οι φτωχοί και αγράμματοι γονείς της φρόντισαν να τη μεγαλώσουν με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Της εμφύτευσαν βαθειά στην ψυχή της την αγάπη στο Χριστό και την αφοσίωση στην Εκκλησία. 
Σε νεαρή ηλικία, όπως ήταν η συνήθεια της εποχής, αποφάσισαν οι γονείς της να την παντρέψουν με έναν νέο ναυτικό από τη Χίο.
Η Ειρήνη, αν και είχε άλλα σχέδια για της ζωή της, να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο, να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο Θεό, υπάκουσε στους γονείς της να μην τους λυπήσει.
Χωρίς λοιπόν τη θέλησή της, παντρεύτηκε τον νέο Χιώτη. Όμως η ευσέβεια της Ειρήνης δεν έπαψε και μετά το γάμο της.
Τηρούσε με ακρίβεια τις νηστείες, εξομολογούνταν τακτικά και κοινωνούσε αδιάκοπα. Ποτέ δεν παραπονέθηκε για την ματαίωση των σχεδίων της να ακολουθήσει τον μονήρη βίο.
Τιμούσε το σύζυγό της και ουδέποτε του φανέρωσε τον κρυφό πόθο της να ακολουθήσει τον Νυμφίο της ψυχής της Χριστό. Μέσα στην ψυχή της έτρεφε την ελπίδα πως κάποτε ίσως πραγματοποιούνταν ο ευσεβής πόθος της.
Ύστερα από λίγο καιρό συνέβη το απροσδόκητο. Το πλοίο που εργάζονταν ο σύζυγός της ναυάγησε στα παράλια της Μ. Ασίας και εκείνος κατέστη αγνοούμενος, αφού δεν επέστρεψε ποτέ στο σπίτι του.
Προφανώς είχε πνιγεί. Μάταια τον περίμενε για πολύ καιρό η Ειρήνη. Όμως αφού είδε ότι δεν εμφανίζονταν, αποφάσισε να ικανοποιήσει την παιδική επιθυμία της να ζήσει πλέον ως μοναχή. Πήγε στον επίσκοπο Σύρου Μεθόδιο και του ζήτησε να ντυθεί το μοναχικό σχήμα.
Εκείνος δέχτηκε και την έκειρε μοναχή στην Ιερά Μονή Οδηγήτριας Κιμώλου, δίνοντάς της το μοναχικό όνομα Μεθοδία. 
Για τη Μεθοδία ανοίχτηκε μπροστά της ένας νέος δρόμος πνευματικού αγώνα. Η ψυχή της αισθάνονταν απέραντη αγαλλίαση και ευχαριστούσε μέρα και νύχτα το Θεό, που την αξίωσε να νοιώσει τις μυστικές εμπειρίες της ασκητικής ζωής.
Άρχισε να μελετά με πάθος ασκητικά βιβλία, θέλοντας να εφαρμόσει η ίδια τα παραγγέλματα των αγίων ασκητών της Εκκλησίας μας.
Άρχισε με ακρίβεια την εφαρμογή τους. αδιάλειπτη προσευχή, νηστεία, αγρυπνία και θεωρία. Ακολουθούσε τον αγώνα αποκοπής των παθών και της νεκρώσεως του παλιού εαυτού της. Ενωρίς φάνηκαν τα σημάδια της αγιότητά της.
Θεώρησε καλό και ωφέλιμο να ζει σε απομόνωση, ώστε να μην αποκόβεται από την προσευχή και τη θεωρία του Θεού.
Κλείστηκε σε ένα μικρό κελί στη θέση «Στιάδι», μέσα στο Κάστρο της Κιμώλου, κοντά στον Ιερό Ναό της Γεννήσεως του Σωτήρος.
Εκεί ζούσε με αδιάλειπτη προσευχή και ουράνιες αναβάσεις. Έβγαινε σπάνια από το κελί της και μόνο σε επείγουσα ανάγκη, ιδιαίτερα να προσφέρει τη βοήθειά της σε ανθρώπους που την είχαν ανάγκη.
Άλλωστε έτρεφε απέραντη αγάπη για όλους τους ανθρώπους, ιδιαίτερα για τους ενδεείς, τους οποίους ωφελούσε όσο μπορούσε. 
Έγκλειστη η Μεθοδία στο στενό κελί της ζούσε ως επίγειος άγγελος. Ο ύπνος της ήταν ελάχιστος, η τροφή της στοιχειώδης.
Κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή δεν έβγαινε καθόλου από το κελί της. Ζούσε με ελάχιστη ξηρή τροφή και νερό, τα οποία της τα έδιναν από ένα μικρό παράθυρο του κελιού της και εκείνη τους ανταπόδιδε λίγο λάδι από το ακοίμητο καντήλι του κελιού της.
Οι ευσεβείς κάτοικοι της Κιμώλου, το έπαιρναν με ευλάβεια και άλειφαν με αυτό τους ασθενείς, οι οποίοι, σε πολλές περιπτώσεις γινόταν καλά με τις ευχές της αγίας μοναχής.
Μια από τις αρετές της ήταν τα αστείρευτα δάκρυα για τον εαυτό της, τον οποίο θεωρούσε αμαρτωλό και για τη σωτηρία του κόσμου.
Η προσευχή της συνοδεύονταν πάντα από ποταμούς δακρύων και γι’ αυτό είχε αποτελεσματικότητα η προσευχή της.
Μια άλλη ευσεβής ενασχόλησή της στο κελί της ήταν η ανάγνωση θεοφιλών συγγραμμάτων.
Τα θεία λόγια της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας μας την έθελγαν και την ευχαριστούσαν αφάνταστα. Ζούσε για το Χριστό και είχε πάψει να ζει για τον εαυτό της.
Το λιπόσαρκο ασκητικό της σαρκίο είχε μεταβληθεί σε σκεύος και κατοικία του Αγίου Πνεύματος και γι’ αυτό αξιώθηκε πολλών θαυμάτων.
Η φήμη της αγίας ασκήτριας είχε διαδοθεί σε όλο το νησί, αλλά και στα άλλα νησιά του Αιγαίου. Πολλοί έτρεχαν στο μικρό κελί της, κυρίως γυναίκες, για να ακούσουν λόγια πνευματικά και παρηγορητικά.
Ποτέ δεν αρνούνταν να τους δεχτεί. Ως στοργική μητέρα τους άκουγε, τους συμπονούσε και τους ωφελούσε με τις νουθεσίες της.
Πάμπολλες κουρασμένες και βασανισμένες ψυχές βρήκαν στην Μεθοδία παρηγοριά και οδηγήθηκαν στη μετάνοια και τη σωτηρία.
Δίδασκε με όλη τη δύναμη της ψυχής της την αγάπη, την υπομονή και την καρτερία στις αντιξοότητας της ζωής.
Έτσι πολιτεύτηκε η αγία μοναχή, ωφελώντας τον εαυτό της και τους άλλους. Ο Κύριος την κάλεσε κοντά Του την Κυριακή 5 Οκτωβρίου του έτους 1908 σε ηλικία μόλις 43 ετών.
Την επομένη της κοιμήσεώς της παρατηρήθηκε η ευκαμψία των μελών του λειψάνου της, ως τεκμήριο της αγιότητάς της.
Ο πιστός λαός της Κιμώλου κήδεψε πάνδημα την αγία μοναχή. Αργότερα έγινε ανακομιδή των ιερών λειψάνων της, τα οποία τοποθετήθηκαν στον Ιερό Ναό Αγίου Σπυρίδωνος Κιμώλου και αποτελούν πηγή θαυμάτων.
Η μνήμη της αγίας Μεθοδίας τιμάται στις 5 Οκτωβρίου.
Απολυτίκιο
Τῆς Κιμώλου τόν γόνον, ἀρετῶν τό κειμήλιον, καί τῶν ἀπ’ αἰῶνος Ὁσίων, ἀληθῶς τήν ὁμόσκηνον, τιμήσωμεν ἐν ὕμνοις οἱ πιστοί, Ὁσίαν Μεθοδίαν
τήν σεπτήν, τάς τοῦ Βίου αὐτῆς πράξεις θεοφιλεῖς, μιμούμενοι κραυγάζοντες• Δόξα τῷ δεδωκότι σοί ἰσχύν, δόξα τῷ Σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ σύν
Ἁγίων τοῖς χοροῖς, Σέ Μῆτερ, ἀριθμήσαντι.

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

Θέλεις το θέλημα του Θεού;

 

π. Ανδρέας Αγαθοκλέους

Η αντίληψη ότι ο Θεός είναι ο παντοδύναμος και εμείς οι αδύνατοι, ότι Εκείνος κάνει ό,τι θέλει και όποτε θέλει και εμείς εξαρτώμαστε από Αυτόν, δημιουργεί μια αίσθηση δουλικότητας.

Άλλωστε, στα μυστήρια ο ιερέας δεν λέει πριν από το όνομα «Ο δούλος του Θεού…»;

Πώς, όμως, ο Χριστός λέει στους μαθητές Του και κατ’ επέκταση σε όσους Τον ακολουθούν:

«Δε σας ονομάζω πια δούλους, γιατί ο δούλος δεν ξέρει τι κάνει ο κύριός του. Εσάς όμως σας ονόμασα φίλους, γιατί σας έκανα γνωστά όλα όσα άκουσα από τον Πατέρα μου» (Ιω. 15,15).

Όταν ο «Κύριος» αποκαλεί τους «δούλους» του φίλους, ο χαρακτηρισμός «Κύριος – δούλος» παύει να έχει την έννοια της απόστασης και της διάστασης.

Και όταν, ακόμα, ο «Κύριος» προσφέρει τον εαυτό του και πεθαίνει για χάρη των δούλων Του, η δουλεία τους γίνεται ευλογία, χαρά και ελευθερία. Ο καθένας θέλει να ονομάζεται «δούλος» τέτοιου «Κυρίου».

Τότε το θέλημά Του κρύβεται στο δικό σου, δηλαδή αυτό που στο βάθος της καρδιάς σου υπάρχει, ακόμα και αν η λογική έχει αντίθετη άποψη.

Ο Θεός μας, ως Θεός της καρδίας, σε αυτήν απευθύνεται και με αυτήν επικοινωνεί.

Σε θλιβερά γεγονότα της ζωής ακούμε το: «Ε, τι να κάνουμε; Έτσι ήθελε ο Θεός! Ας το δεχτούμε και ας υπακούσουμε στο θέλημά Του».

Βέβαια, ο Θεός ως αγάπη βλέπει το αληθινό συμφέρον μας, που εμείς αγνοούμε.

Εδώ είναι που χρειάζεται να αποκτήσουμε πίστη – εμπιστοσύνη σε Αυτόν που μας αγαπά με πάθος, αδιάκοπα και τέλεια. Κι ακόμα, ότι στο Θεό δεν ισχύει το «αποφασίζουμε και διατάσσουμε», αλλά το «συμπορεύομαι».

Στον κόσμο του θανάτου κάθε μορφής, του πόνου και της αδικίας, ο Θεός δεν έχει θέση, δεν είναι ο αίτιος!

Γνωρίζει, βέβαια, τέτοιο κόσμο, γιατί μπήκε σε αυτόν με την ενανθρώπησή Του και άρα ξέρει τι σημαίνει για μας η θλίψη, η αποτυχία, η αδυναμία να κάνουμε ό,τι επιθυμούμε. Ως φίλος συμπάσχει και ως Θεός συμπορεύεται.

Χρειάζεται υπομονή, για να δούμε την παρουσία Του που κρύβεται και δεν επιβάλλεται.

Χρειάζεται ταπείνωση, για να διακρίνουμε το σχέδιό Του για μας.

Χρειάζεται σχέση καρδιακή και ουσιαστική μαζί Του, για να κατανοήσουμε τη σοφία Του που μεταποιεί τον πόνο σε χαρά, τη δυσκολία σε ευλογία και την αποτυχία σε επιτυχία.

Αν έχεις τα πιο πάνω, αφήνεσαι στο θέλημά Του το ωραίο και άγιο, και αποδέχεσαι ό,τι παραχωρήσει, γιατί ξέρεις εμπειρικά πια ότι τον τελευταίο λόγο δεν τον έχει ο διάβολος με τη δύναμη του θανάτου, αλλά ο Χριστός που τον νίκησε και μας έδωσε ζωή και «περισσόν ζωής».

ΔΙΝΩ ΕΠΕΙΔΗ ΛΥΠΑΜΑΙ

 


«Ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός»
(Β’ Κορ. 9,7)

«Καθένας ας δώσει καθώς έχει προτιμήσει στην καρδιά του, όχι από λύπη ή από ανάγκη. Γιατί τον ιλαρό δότη αγαπά ο Θεός». 

            Συχνά βρισκόμαστε μπροστά σε καταστάσεις, στις οποίες οι άλλοι δείχνουν ότι χρειάζονται τη βοήθειά μας. Στους οικείους μας η προσφορά μοιάζει αυτονόητη. Μας ενώνουν δεσμοί αγάπης. Στους ξένους όμως πάντα υπάρχει ένας λογισμός. Να δώσω, να βοηθήσω ή όχι; Ιδίως στους καιρούς μας, οπότε έχει πλεονάσει και η οκνηρία, μαζί με την κατ’ επάγγελμα ζητιανιά, ο προβληματισμός αυξάνει. Τα κίνητρα των ανθρώπων που δείχνουν ότι έχουν ανάγκη συχνά είναι αμφίβολης αξίας. Και η ανάγκη δεν είναι πάντοτε χρηματική. Μπορεί να είναι να τους ακούσεις, γιατί δείχνουν ότι δεν μπορούνε μόνοι τους ή είναι σε αδιέξοδο. Είναι να τους βοηθήσεις με μια συμβουλή ή μια στήριξη, γιατί είναι εγκαταλελειμμένοι. Να αναλάβεις γι’ αυτούς μια εργασία που δεν έχουν διάθεση να την κάνουν. Να τους υπερασπιστεί, για να μη λερώσουν τα χέρια τους. Οι γονείς να συμμαζέψουν  το δωμάτιο του παιδιού τους, να του εκπληρώσουν κάθε επιθυμία που τη βαφτίζει ανάγκη και λειτουργεί χειριστικά έναντί τους, να μην το αφήσουν να κουραστεί, «διότι είναι παιδί».  Αυτές οι καταστάσεις και στιγμές μάς καλούν να δούμε τι έχουμε να δώσουμε μέσα από την καρδιά μας.

            Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Κορινθίους, θέτει μία προϋπόθεση για να ξεκινήσουν οι ανθρώπινες σχέσεις: την προαίρεση της ανθρώπινης καρδιάς. Ποιο επιλέγει ο άνθρωπος να είναι το κίνητρό του στη συνάντηση και στη συνύπαρξη. Είναι η λύπη, είναι η ανάγκη, είναι η χαρά; Αν δίνω διότι λυπάμαι, τότε αισθάνομαι ανώτερος από τον άλλον, αλλά και το συναίσθημά μου δεν αποβλέπει στην ελευθερία του, στην ισχυροποίηση της προσωπικότητάς του, στην ανάληψη των ευθυνών του. Αν δίνω από ανάγκη, στην πραγματικότητα η σκέψη και η καρδιά μου βρίσκονται σε αντίθεση, όπως επίσης δεν αισθάνομαι ελεύθερος να το πράξω, αλλά δεσμευμένος. Αυτό μου φέρνει άγχος και, συχνά, ψυχική πίεση. Αν δίνω από χαρά, αυτό σημαίνει ότι η αγάπη που έχω μέσα μου με κάνει να μην αποβλέπω σε αντάλλαγμα για την όποια κίνησή μου, ενώ η βοήθεια θα είναι αφόρμηση για τον άλλον να αναλάβει την ευθύνη στη ζωή του, ώστε να μη με χρειάζεται.

            Πολλές φορές, αυτοί που λυπούνται, στην πραγματικότητα μπλέκουν σε μία διαδικασία σωτηρίας του άλλου. Και υφίστανται εντός τους ένα κύμα λογισμών, το οποίο τους κάνει να αισθάνονται ότι ο άλλος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτούς. Και αυτό φέρνει εξαρτητικές καταστάσεις και όχι μόνο. Μπορεί να γκρεμίσει άλλες σχέσεις, διότι όταν λυπόμαστε κάποιον, τον καθιστούμε εξαρτημένο από εμάς και τα κίνητρα εκείνου μπορούν να μας οδηγήσουν σε δικά μας μικρά ή μεγάλα ναυάγια. Διότι δεν είμαστε συνήθως ισχυροί, ώστε να χαράξουμε όρια. Και είτε αδειάζει η τσέπη μας είτε κλονίζονται οι σχέσεις μας, συχνά με τους οικείους. Γι’ αυτό θέλει προσοχή.

            Για να είναι η χαρά το κίνητρο της καρδιάς μας θέλει να μην περιμένουμε ανταλλάγματα και να μην τα ζητάμε. Ο ιλαρός δότης, τον οποίο αγαπά ο Θεός, είναι αυτός που μέσα στην καρδιά του είναι αποφασισμένος να αγαπήσει, να δώσει ό,τι μπορεί και ό,τι ενισχύει αληθινά τον άλλον, βάζοντας τα όρια και γνωρίζοντας ότι δεν μπορείς να κρατάς κάποιον εξαρτημένο από σένα, ούτε να τον βοηθάς για να μην αναλάβει τις ευθύνες του. Δεν είναι η επιστροφή της βοήθειας που τον ενδιαφέρει, αλλά η ελευθερία του άλλου. Και αυτός είναι ένας δρόμος αληθινά λυτρωτικός.   

            Και κάτι ακόμη. Στην εποχή μας οι περισσότερες σχέσεις είναι απρόσωπες. Όσοι μας συναντούν στον δρόμο και ζητούνε τη βοήθειά μας, λειτουργούν στην προοπτική της λύπης και της ενοχής που μας προκαλούν. Ούτε τους γνωρίζουμε ούτε θα τους μάθουμε ποτέ. Είναι καρποί απρόσωπων πόλεων και κοινωνιών, συνήθως με πονηρία στην σκέψη και στην καρδιά τους. Εδώ χρειάζεται διάκριση. Και να σκεφτούμε ότι κι εμείς και εκείνοι χρειαζόμαστε Εκκλησία να ανήκουμε και όχι ατομική ζωή και πορεία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ

 


Τη μνήμη του Αγίου Ιεροθέου του Επισκόπου Αθηνών τιμά σήμερα, 4 Οκτωβρίου, η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Ιερόθεος ήταν πλατωνικός φιλόσοφος και ένας από τα εννέα μέλη του Συμβουλίου της Γερουσίας του Αρείου Πάγου.
Αφού δέχθηκε και διδάχθηκε την πίστη του Χριστού από τον Απόστολο Παύλο, χειροτονήθηκε πρώτος επίσκοπος Αθηνών. Μαθητής του υπήρξε ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο οποίος στα συγγράμματά του πλέκει εγκώμια για τον δάσκαλό του.
Εκοιμήθη εν ειρήνη σε βαθιά γεράματα, μετά από πολύχρονη ποιμαντική και συγγραφική δραστηριότητα. Η τίμια κάρα του φυλάσσεται στο ομώνυμο μοναστήρι στα Μέγαρα Αττικής. Επίσης λείψανά του σώζονται στο Άγιον Όρος (Ι. Μ. Αγ. Παύλου) καθώς και στο παρεκκλήσιο του Αγίου Ανδρέα (Αρχιεπισκοπή Αθηνών).
Ο Μ. Γαλανός στο Συναξαριστή του αναφέρει ότι, είναι αδύνατο να διδάχτηκε από τον Απόστολο Παύλο ο Ιερόθεος πρώτος τη χριστιανική πίστη, διότι οι Πράξεις βεβαιώνουν ρητά ότι πρώτος πίστεψε με τη διδασκαλία του Απόστόλου Παύλου ο Διονύσιος. Αλλά και αν ακόμη ήταν Αρεοπαγίτης ή ακόμα σπουδαιότερο, πρώτος επίσκοπος της εκκλησίας Αθηνών, ήταν δυνατόν να παραλειφθεί μια τέτοια μεγάλη φυσιογνωμία για να συμπεριληφθεί απλά στη γενική έκφραση «ότι επίστευσαν και έτεροι»;
Γι’ αυτό λοιπόν λογικότερο είναι – συνεχίζει ο Μ. Γαλανός – να δεχτούμε, ότι μάλλον ο Ιερόθεος πίστεψε κατόπιν του Διονυσίου και απ’ αυτόν διδάχτηκε, αφού έφυγε από την Αθήνα ο Παύλος. Αλλά όπως και αν έχουν τα πράγματα, βέβαιο είναι ότι ο Ιερόθεος ήταν άνδρας μεγάλης κοινωνικής παιδείας, έκανε πρώτος επίσκοπος Αθηνών και εργάστηκε για το ποίμνιο του με πίστη και πολύ ζήλο. Σύμφωνα μάλιστα με κάποια παράδοση, ο Ιερόθεος ήταν παρών και κατά την κοίμηση της Παναγίας στην Ιερουσαλήμ.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Τού Παύλου ηλίευσαι, ταίς θεηγόροις πλοκαίς, και όλος γεγένησαι, ιερωμένος Θεώ, σοφέ Ιερόθεε, συ γαρ φιλοσοφίας, ταίς ακτίσιν εκλάμπων, ώφθης θεολογίας, ακριβούς υποφήτης, δι’ ης μυσταγωγούμεθα, Πάτερ τα κρείττονα.

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026

ΚΑΝΕ ΦΙΛΟ ΤΟΝ ΕΧΘΡΟ ΣΟΥ (Κυριακή Β΄ Λουκά).

 

π. Δημητρίου Μπόκου

Ο Χριστός λέει ότι ο ζυγός του είναι απαλός και μαλακός στον τράχηλό μας και το φορτίο του ελαφρό. Αν τον υπακούσουμε και πάρουμε πάνω μας τον σταυρό του, όσα δηλαδή μας διδάσκει να κάνουμε, θα βρούμε ανάπαυση, ειρήνη και χαρά στην ψυχή μας (Ματθ. 11, 29-30).

Και όμως, υπάρχει μια εντολή που μας φαίνεται πολύ βαριά και ασήκωτη. Η αγάπη. Μα δεν είναι στη φύση μας να αγαπάμε; Και βέβαια. Άλλος πολύ, άλλος λίγο, όλοι το έχουμε μέσα μας αυτό. Ο Χριστός όμως το πάει στα άκρα. Θέλει να αγαπάμε και τον εχθρό μας ακόμα (Κυριακή Β΄ Λουκά).

Μα είναι δυνατόν κάτι τέτοιο; Όντως, δεν είναι καθόλου εύκολο για κανέναν αυτό. Ακατόρθωτο όχι, αφού το ζητάει ο Θεός που, ως δημιουργός μας, γνωρίζει τέλεια τις δυνατότητές μας, αλλά υπερβαλλόντως δύσκολο. Στο θέμα αυτό οι άνθρωποι εμφανίζουμε όλες τις διαβαθμίσεις.

α) Υπάρχουν αυτοί που μισούν τους εχθρούς τους. Παραβλέπουν εντελώς την εντολή του Χριστού. Αυτοί δυστυχώς βρίσκονται σε σκοτάδι βαθύ. «Ο μισών τον αδελφόν αυτού εν τη σκοτία εστί και εν τη σκοτία περιπατεί, και ουκ οίδε πού υπάγει, (δι)ότι η σκοτία ετύφλωσε τους οφθαλμούς αυτού». Το μίσος είναι ισοδύναμο με τον φόνο. Όταν μισείς, γίνεσαι ανθρωποκτόνος. Σκοτώνεις τον αδελφό σου. Και βουλιάζεις και συ στον αιώνιο θάνατο (Α΄ Ιω. 2, 11. 3, 14-15).

Όταν μισείς, δεν είσαι καν Χριστιανός. Δεν υπάρχει καμμιά ανάσταση για σένα. Μάταια σταυρώθηκε για σένα ο Χριστός.

β) Υπάρχουν και άλλοι που λένε ότι δεν μισούν τους εχθρούς τους, αλλά ούτε και τους αγαπούν. Προτιμούν να μην ασχολούνται καθόλου μαζί τους. Τους διαγράφουν άπαξ και διαπαντός απ’ τη ζωή τους. Τους αγνοούν επιδεικτικά και με περιφρόνηση. Οι εχθροί τους δεν υπάρχουν γι’ αυτούς.

Όμως δεν επιτρέπεται να περιφρονήσουμε κανέναν. Στο πρόσωπο και του πιο ασήμαντου ανθρώπου υπάρχει ο Χριστός. Ακόμα και ο χειρότερος άνθρωπος παραμένει εικόνα του Θεού, για την οποία ο Χριστός σαρκώνεται, σταυρώνεται και ανασταίνεται. Ας μη θεωρούμε ποτέ τον άλλο κατώτερο, χειρότερο από εμάς, αλλά ας βάζουμε ενσυνειδήτως τον εαυτό μας «υποκάτω πάντων» και ας λέμε με τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό: «Όχι μόνον δεν είμαι άξιος να σας διδάξω, αλλά μήτε τα ποδάρια σας να φιλήσω, διότι ο καθένας σας είναι τιμιότερος από όλον τον κόσμο… Είμαι λοιπόν και εγώ άνθρωπος αμαρτωλός, χειρότερος από όλους».

γ) Άλλοι πάλι δεν κάνουν καμμιά ενέργεια αντεκδίκησης εναντίον των εχθρών τους, θέλουν όμως να το βρουν από τον Θεό. Να τους τιμωρήσει για όλα ο Θεός. Προδίδουν έτσι την κακία που σιγοβράζει μέσα τους και ανάγουν σε πρωταρχική τους ικανοποίηση την αιώνια τιμωρία των εχθρών τους. Θα χαίρονται βλέποντάς τους να καίγονται στην κόλαση. Μα έτσι καταριούνται τους εχθρούς τους. Δείχνουν σκληρή, ανελεήμονη καρδιά (αγ. Πορφύριος, αγ. Σιλουανός).

δ) Και κάποιοι, κάνοντας αγώνα να υπερκεράσουν τα εσωτερικά εγωκεντρικά τους κινήματα, απαρνούμενοι το πείσμα τους, το δίκιο τους, όλες τις εύλογες προφάσεις της «δίκαιης» οργής τους, καταφέρνουν με κόπο να φτάσουν στη συγχώρηση των εχθρών. Αλλά ως εκεί. Είναι όμως κάτι κι αυτό. Όχι το άριστα, αλλά η βάση. Λογίζεται Χριστιανός, ακόμα και έτσι, ο άνθρωπος.

ε) Μα ο δρόμος μπροστά μας είναι ακόμα μακρύς. Ο τρόπος όμως απλός: Πριν από κάθε άλλο αίτημά μας, ας συγχωρούμε τους εχθρούς μας καθημερινά στην προσευχή μας, από καρδίας, με πολλή ταπείνωση και απάρνηση των θελημάτων μας. Για να μη χαθούν, αλλά να σωθούν, να φωτισθούν, να ελεηθούν και αυτοί. Για να τιθασευτεί η αγριάδα των παθών μας, να γίνει χώρος μέσα μας για όλους. Να κάνουμε φίλο τον εχθρό μας και να νιώθουμε έτσι βαθμηδόν όλο και καλύτερα γι’ αυτόν. Και ίσως φτάσουμε και στο να ζήσουμε, σε κάποιο βαθμό, αγαπημένα και χαρούμενα μαζί του.

Και εδώ στη γη, αλλά κυρίως αιώνια, δίπλα-δίπλα στη Βασιλεία του Θεού.

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 04/10/2026-ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑ ΣΤ' 31-36

 Β΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ (ΣΤ΄, 31-36)


Πρωτότυπο Κείμενο

Εἶπεν ὁ Κύριος· καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως. Καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; Καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι. Καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; Καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι. Καὶ ἐὰν δανείζητε παρ᾿ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; Καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα. Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς. Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί.

Νεοελληνική Απόδοση

Είπε ο Κύριος: «Όπως θέλετε να σας συμπεριφέρονται οι άνθρωποι, έτσι ακριβώς να συμπεριφέρεστε κι εσείς σ’ αυτούς. Γιατί, αν αγαπάτε αυτούς που σας αγαπούν, ποια εύνοια περιμένετε από το Θεό; Αφού και οι αμαρτωλοί αγαπούν αυτούς που τους αγαπούν. Κι αν κάνετε καλό σ’ αυτούς που σας κάνουν καλό, ποια εύνοια περιμένετε από το Θεό; Και οι αμαρτωλοί το ίδιο κάνουν. Αν δανείζετε σ’ όσους ελπίζετε να σας τα επιστρέψουν, ποια εύνοια περιμένετε από το Θεό; Και οι αμαρτωλοί δανείζουν στους ομοίους τους για να τα πάρουν πίσω. Αντίθετα, εσείς ν’ αγαπάτε τους εχθρούς σας, να κάνετε το καλό και να δανείζετε, χωρίς να περιμένετε να πάρετε πίσω τίποτα. Έτσι, ο Θεός, που είναι καλός ακόμα και με τους αχάριστους και τους κακούς, θα σας ανταμείψει με το παραπάνω και θα σας κάνει παιδιά του. Να είστε λοιπόν σπλαχνικοί, όπως σπλαχνικός είναι κι ο Θεός Πατέρας σας».

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 04/10/2026-ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΘΙΟΥΣ Θ' 6-11

 Παύλος: Ο Απόστολος που κατέστησε τον Χριστιανισμό οικουμενική θρησκεία -  Βιογραφία - Σαν Σήμερα .gr

 Πρωτότυπο Κείμενο

Αδελφοί, ὁ σπείρων φειδομένως φειδομένως καὶ θερίσει, καὶ ὁ σπείρων ἐπ' εὐλογίαις ἐπ' εὐλογίαις καὶ θερίσει. Ἓκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός. Δυνατὸς δὲ ὁ Θεὸς πᾶσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς ὑμᾶς, ἵνα ἐν παντὶ πάντοτε πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν, καθὼς γέγραπται· «Ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν, ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα». Ὁ δὲ ἐπιχορηγῶν σπέρμα τῷ σπείροντι καὶ ἄρτον εἰς βρῶσιν χορηγήσαι καὶ πληθύναι τὸν σπόρον ὑμῶν καὶ αὐξήσαι τὰ γενήματα τῆς δικαιοσύνης ὑμῶν· ἐν παντὶ πλουτιζόμενοι εἰς πᾶσαν ἁπλότητα, ἥτις κατεργάζεται δι' ἡμῶν εὐχαριστίαν τῷ Θεῷ·

 

Μετάφραση

Αδελφοί, ὅποιος σπέρνει μέ φειδώ, θά ἔχει λίγη σοδειά· κι ὅποιος σπέρνει ἁπλόχερα ἡ σοδειά του θά εἶναι ἄφθονη. Ὁ καθένας ἄς δώσει ὅτι τοῦ λέει ἡ καρδιά του χωρίς νά στενοχωριέται ἤ νά ἐξαναγκάζεται, γιατί «ὁ Θεός ἀγαπάει αὐτόν πού δίνει μέ εὐχαρίστηση». Ὁ Θεός ἔχει τή δύναμη νά σᾶς χορηγήσει πλουσιοπάροχα κάθε δωρεά, ὥστε νά εἶστε πάντοτε σέ ὅλα τελείως αὐτάρκεις, καί νά δίνετε μέ τό παραπάνω γιά κάθε καλό σκοπό. Τό λέει καί ἡ Γραφή: Σκόρπισε, ἔδωσε στούς φτωχούς, ἡ ἀγαθοεργία του θά διαρκεῖ αἰώνια. Αὐτός πού δίνει στό σποριά τό σπόρο καί τό ψωμί γιά νά τραφεῖ, θά δώσει καί θά πληθύνει καί τό δικό σας σπόρο καί θά αὐξήσει τούς καρπούς τῆς ἀγαθοεργίας σας. Ὁ Θεός θά σᾶς κάνει πλούσιους σέ ὅλα, γιά νά μπορεῖτε νά δίνετε γενναιόδωρα. Αὐτοί πού θά πάρουν ἀπό μᾶς τή δική σας εἰσφορά θά εὐχαριστοῦν τό Θεό.

ΜΕΤΑΝΟΙΑ

 


  Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν τον Χριστιανισμό. Μερικοί όμως τον έχουν καταλάβει. Κατάλαβαν ότι το πιό σημαντικό πράγμα είναι να αναγκάζουμε τον εαυτό μας και να εκτελούμε τις Εντολές του Χριστού, να ΜΕΤΑΝΟΟΥΜΕ για τα ελαττώματά μας και τις παραβάσεις των Εντολών, να ΜΕΤΑΝΟΟΥΜΕ παντοτινά, να θεωρούμε τον εαυτό μας ακατάλληλο για την Βασιλεία του Θεού, να ικετεύουμε τον Κύριο να μας δώσει την Χάρη Του όπως στον Τελώνη. 
 Αυτή είναι η εντολή μου, εντολή ανθρώπου που σε λίγο θα πεθάνει. Να ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ, να θεωρείτε τον εαυτό σας σαν τον Τελώνη, αμαρτωλό, να ικετεύετε τον Κύριο για να σας δώσει την Χάρη και να σπλαγχνίζεσθε ο ένας τον άλλον.

Στάρετς Νίκων Βορομπιώφ

Ο ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

 

 


Τη μνήμη του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου τιμά σήμερα, 3 Οκτωβρίου, η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Διονύσιος καταγόταν από την πόλη των Αθηνών. Έζησε και μαρτύρησε τα χρόνια που αυτοκράτορας ήταν ο Δομετιανός. Διακρίθηκε για τη φιλοσοφική του κατάρτιση κα τη βαθιά του καλλιέργεια.
Αρχικά ήταν ειδωλολάτρης και μέλος της Βουλής του Αρείου Πάγου. Το κήρυγμα όμως του Αποστόλου Παύλου άγγιξε την παιδευμένη και ευαίσθητη ψυχή του και βαπτίσθηκε. Αργότερα διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο των Αθηνών τον ευσεβή Ιερόθεο. Επιβραβεύθηκε από το θεό για τη χριστιανική του δράση με το χάρισμα να επιτελεί θαύματα.
Περιόδευσε σε πολλά μέρη της Δύσης, όπου κήρυξε τον ευαγγελικό λόγο και ερμήνευσε τις ιερές γραφές. Όταν έφθασε στο Παρίσι συνελήφθη και αργότερα αποκεφαλίσθηκε. Μαζί του μαρτύρησαν και δύο μαθητές του, ο Ρουστικός και ο Ελευθέριος. Ο ηγεμόνας της περιοχής έδωσε εντολή να μη θάψει κανείς τα άγια λείψανα των μαρτύρων, όμως κάποιοι χριστιανοί τα φύλαξαν και όταν δεν υπήρχε πλέον φόβος τα ενταφίασαν με τιμές.
Ο Άγιος Διονύσιος υπήρξε συγγραφέας πλήθους θεολογικών συγγραμμάτων, από τα όποια παραθέτουμε σε μετάφραση ορισμένα λόγια του, σχετικά με την Αγιότητα, τη Βασιλεία και την Κυριότητα του Θεού: «Αγιότητα, λοιπόν, είναι κατά τη γνώμη μας η καθαρότητα η ασημάδευτη από οποιοδήποτε μίασμα, η πλήρης και ολότελα άσπιλη. Βασιλεία είναι η τακτοποίηση κάθε ορίου, κάθε τάξης, κανονισμού, κατάστασης.
Κυριότητα δεν είναι μόνο η υπεροχή πάνω στους χειρότερους, άλλο και η συνολική των καλών και αγαθών και πλήρης ολοκτησία, καθώς και η αληθινή και αμετάβλητη βεβαιότητα. Γι΄ αυτό και η κυριότητα ετυμολογείται από το «κύρος» και το «κύριο» και το «κυρίευαν». Θεότητα είναι η πρόνοια που θεάται τα πάντα και με τέλεια αγαθότητα «περιθέει» (περιέχει) και συνέχει τα πάντα, τα γεμίζει με τον εαυτό της και υπερέχει από όλα όσα απολαμβάνουν τα δώρα της πρόνοιας της» (Διονυσίου Αρεοπαγίτου, «Περί Θείων Ονομάτων». Εκδόσεις Π. Πουρναρό).
Περισσότερες και πιο συγκεκριμένες ιστορικές πληροφορίες για τη ζωή του Αγίου Διονυσίου δεν έχουμε πλην αυτών των λίγων που προαναφέραμε. Τα υπόλοιπα που αναφέρουν ορισμένοι Συναξαριστές ανήκουν στα πλαίσια της παραδόσεως και μόνο.
Ύστερα από την με αριθμ. 22/30 Σεπτεμβρίου 1999 μ.Χ. εγκύκλιο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, η μνήμη του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου συμπεριελήφθηκε να τιμάται επιπρόσθετα και στις 12 Οκτωβρίου όπου και ορίσθηκε να τιμάται η Σύναξη των εν Αθήναις Αγίων.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’.
Χρηστότητα εκδιδαχθείς, και νήφων εν πάσιν, αγαθήν συνείδησιν ιεροπρεπώς ενδυσάμενος, ήντλησας εκ του Σκεύους της εκλογής τα απόρρητα, και την πίστιν τηρήσας, τον ίσον δρόμον τετέλεκας, Ιερομάρτυς Διονύσιε. Πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, σωθήναι τας ψυχάς ημών.

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

Ὅσιος Πορφύριος - Ἡ ὅραση τῆς ἀγάπης

 

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιοσ πορφυριοσ

Γιὰ τὸν ὅσιο Πορφύριο μπορεῖ νὰ εἰπωθεῖ τοῦτο:

Ἐκπυρωθεὶς ἀπὸ τὴν ἕνωσή του μὲ τὸ ἄστεκτον πῦρ, ἔγινε γιὰ μᾶς ζωτικὴ δύναμις.

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐμπειρία ὅλων, ὅσοι τὸν γνωρίσαμε, ἀλλὰ καὶ πολλῶν ποὺ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν γνωρίσουν κατὰ τὴν ἐπίγεια ζωή του. Ἦταν, καὶ εἶναι ἀκόμη, ἡ παράκλησις τοῦ κόσμου. Ἔχοντας τὴν ἁγία εὐαισθησία τῶν Ἁγίων, εἶχε ἀπὸ τὸν Θεὸ ἕνα ἰδιαίτερο χάρισμα: νὰ βλέπει. Κι ὅταν δυσκολευόταν νὰ βλέπει στὸ φυσικὸ φῶς, εἶχε τὸ χάρισμα νὰ βλέπει ὅσα συνέβαιναν μακριὰ ἢ κοντά, σὰν μέσα σὲ μιὰ ἀχτίδα φωτός.

Οἱ έμπειρίες ποὺ μοῦ χάρισε ὁ Θεὸς κοντά του εἶναι θαυμαστές. Ὅμως ὁ ἴδιος δὲν θεωροῦσε τὰ θαυμαστὰ σημεῖα ὡς τεκμήρια ἁγιότητας. Ἐκεῖνο ποὺ ἦταν ἀναμφισβήτητα τεκμήριο ἁγιότητας ἦταν ὅτι οἱ παρεμβάσεις του ἔσωζαν ἀνθρώπους. Ἐξίσου ἀδιαμφισβήτητο τεκμήριο ἦταν καὶ ἡ σωστικὴ καὶ ζωντανὴ παρουσία του μετὰ τὴν ὁσία του κοίμηση.

Ἀναφέρω μόνο ἐνδεικτικά αὐτὸ ποὺ μοῦ συνέβη ἕνα χρόνο περίπου μετὰ τὴν κοίμησή του. Ἦταν ἕνα τηλεφώνημα. Καλοῦσα ἐπανειλημμένως τὴν γερόντισσα τῆς μονῆς στὸν Ὠρωπό, γιὰ ἕνα θέμα ποὺ ἀφοροῦσε καὶ στὴ δική μας μονή. Κάποια στιγμή, τὸ τηλέφωνο ἀπάντησε, κι ἄκουσα στὴν ἄλλη γραμμή, άπότομη, ὡς συνήθως, τὴν φωνὴ τοῦ γέροντος: “Ἐμπρός, ἔλα.” Στὴν ἀρχὴ δὲν κατάλαβα τί συνέβαινε, καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο συνεχίζει, “Ἔλα, ἐγὼ εἶμαι, ὁ Πορφύριος.” Τοῦ εἶπα, ὅταν συνῆλθα, “Γέροντα, δὲν ἔχεις φύγει πρὸς τὴν ἄλλη ζωή;” Μοῦ λέει “Ναί. Ἀλλὰ ἐφόσον θέλεις ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτό, καὶ ἡ γερόντισσα ἀπουσιάζει, ὁ Θεὸς παραχώρησε νὰ σοῦ ἀπαντήσω.”

Ὁ γέρων Πορφύριος ἔμεινε πάντα νέος. Ἀγαποῦσε τὴ ζωή, ἀγαποῦσε τὴ φύση, τὴ δημιουργία, ἀλλὰ καὶ τὸν πολιτισμό. Δὲν ἀπέρριπτε τίποτε, γνώριζε νὰ δοκιμάζει καὶ νὰ κατέχει τὸ καλό. 

Ἦταν ἔξω ἀπὸ τὶς συμβάσεις τοῦ καθωσπρέπει, κοινωνικοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἦταν ὅλος φωτιά, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἦταν ἡ φωτιὰ στὴν ὁποία ζοῦσε, καὶ μὲ τὴν ὁποία φώτιζε τὸν κόσμο.

Γι αὐτὸ καὶ συνιστοῦσε τὴν ὁδὸ τῆς ἀγάπης. Μὴν πολεμᾶτε τὸ κακό, ἔλεγε. Ἀνοῖξτε τὴν ἀγκαλιά σας στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, δοθεῖτε σ’ Αὐτὸν μὲ οὐράνιο ἔρωτα, χωρὶς νὰ ξέρει ἡ δεξιά σας τί ποιεῖ ἡ ἀριστερά σας, δηλ. χωρὶς ὑπολογισμούς, ὅτι θὰ κάνω αὐτὸ καὶ θὰ κερδίσω ἐκεῖνο.

Ὁ ἅγιος δὲν χρειάζεται οὔτε τὴν τιμή μας, οὔτε κἄν τὴν ἀναγνώριση. Εἶναι πάντα κοντά μας, γιατὶ ζεῖ μέσα στὸν Θεό, ποὺ εἶναι ὁ τόπος τῶν ὅλων. Ὁ λόγος του εἶναι πάντοτε ζωντανός, παρηγορητικὸς ὅσο καὶ κοφτερός.

Ἐὰν συναζόμεθα γιὰ νὰ μιλήσουμε γιὰ ἕναν ἅγιο, εἶναι γιὰ νὰ βρεθοῦμε κάπου στὰ ἴχνη του. Νὰ σπουδάσουμε τὸν τρόπο του, ποὺ εἶναι τὸ ἐφαρμοσμένο Εὐαγγέλιο. Νὰ καθρεφτίσουμε στὴν εἰκόνα του τὸν ἑαυτό μας, νὰ πάρουμε στὰ σοβαρὰ τὴ σχέση μας μὲ τὸν Θεό, καὶ ἐν τέλει, νὰ χαράξουμε ἀπὸ κοινοῦ μιὰ πορεία, ὄχι μὲ βάση τὴν ἰδιοτέλεια καὶ τὶς φιλοδοξίες μας, ἀλλὰ μὲ βάση αὐτὸ ποὺ ἀποτελεῖ χαρακτηριστικὸ τῶν ἁγίων: τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἀγάπη.

Ποιὸς μπορεῖ νὰ φθάσει σ’ αὐτὴ τὴν ἀγάπη;
Ὡστόσο, αὐτὴ ἦταν ἡ συμβουλὴ τοῦ ἁγίου Πορφυρίου: νὰ μελετᾶμε τοὺς βίους τῶν ἁγίων, γιὰ νὰ βροῦμε τοὺς τρόπους ποὺ μεταχειρίσθηκαν. Καθώς ἔλεγε, “ Καλὸ εἶναι νὰ κάνομε αὐτὴ τὴν κλοπή. Νὰ κάνομε κι ἐμεῖς ὅ,τι ἔκαναν ἐκεῖνοι. Αὐτοὶ ρίχθηκαν στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἔδωσαν ὅλη τὴν καρδιά τους. Νὰ κλέψομε λοιπὸν τὸν τρόπο τους.”

Αν ο άνθρωπος ήξερε πόσο τον αγαπά ο Θεός, θα έκλαιγε από χαρά κάθε μέρα.

 


 Αν ο άνθρωπος ήξερε πόσο τον αγαπά ο Θεός, θα έκλαιγε από χαρά κάθε μέρα. Αλλά επειδή δεν το ξέρει, δεν κλαίει... Ο Θεός μας καλεί σε Αυτόν κάθε στιγμή. Και αν στραφούμε λίγο με την καρδιά μας προς Αυτόν, έρχεται με όλη Του την αγάπη και μας γεμίζει με τη χάρη Του.
  Η πνευματική ζωή δεν είναι βάρος, αλλά βαθιά χαρά. Μόνο η αμαρτία καταπιέζει τον άνθρωπο, τον κάνει ανήσυχο και φορτωμένο. Όποιος φεύγει από την αμαρτία και ανοίγει την καρδιά του στον Χριστό, νιώθει αληθινή ελευθερία και ουράνια γαλήνη.
 ΟΣΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΤΗΣ ΚΟΛΙΤΣΟΥ

OI ΑΓΙΟΙ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗ

 

 

Τη μνήμη των Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης τιμά σήμερα, 2 Οκτωβρίου, η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Κυπριανός ήταν πλούσιος, ευγενής, φιλόσοφος από την Καρχηδόνα της Λιβύης. Έζησε στα χρόνια του Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.) και εξασκούσε τη μαγική τέχνη στην Αντιόχεια.
Κάποτε ένας ειδωλολάτρης ονόματι Αγλαΐδας ερωτεύτηκε μια Χριστιανή παρθένο που ονομαζόταν Ιούστα. Η κοπέλα δεν ανταποκρινόταν στον έρωτά του κι εκείνος κατέφυγε στο διάσημο μάγο Κυπριανό. Όλα όμως τα μαγικά τεχνάσματα του Κυπριανού αποδείχθηκαν ανώφελα μπροστά στην σταθερή άρνηση της Χριστιανής κόρης. Παραδεχόμενος την χρεωκοπία της τέχνης του, έκαψε τα μαγικά του βιβλία ενώπιον του Επισκόπου Ανθίμου, ζητώντας να βαπτισθεί και να γίνει ιερεύς.
Πράγματι, ανήλθε όλες τις ιερατικές βαθμίδες και τέλος εξελέγη Επίσκοπος Καρχηδόνος. Μαζί του παρέλαβε και την Ιούστα, την οποία χειροτόνησε διακόνισσα μετονομάζοντάς την Ιουστίνα. Έδειξε αποστολικό ζήλο και γι αυτό το διέβαλαν στον Δέκιο. Εξορίσθηκε στην Αντιόχεια, όπου και φυλακίσθηκε και αργότερα στη Νικομηδεία, όπου ο Κλαύδιος τον αποκεφάλισε μαζί με την Ιουστίνα.
Τα λείψανά τους τα παρέλαβαν ευλαβείς Χριστιανοί και τα μετέφεραν στην Ρώμη, όπου και τα έθαψαν στον επισημότερο λόφο της πόλεως.
Σημείωση:
Ο Μιχαήλ Ι. Γαλανός, στο έργο του «Οι Βίοι των Αγίων» έχει διαφοροποιημένο τον βίο του Άγιου Κυπριανού, και θεωρεί ιστορικές ανακρίβειες όλα τα περί μαγείας, που αναφέρονται για το πρόσωπο του συγκεκριμένου Άγιου.
Απολυτίκιο:
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, τη φωταυγεία, σκότος έλιπες, της ασεβείας, και φωστήρ της αληθείας γεγένησαι ποιμαντικώς γαρ φαιδρύνας τον βίον σου, Κυπριανέ τη αθλήσει δεδόξασαι. Πάτερ Όσιε, τον Κτίστην ημίν ιλέωσαι, ομού συν Ιουστίνη τη Θεόφρονι.

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

Η ΑΙΩΝΙΑ ΝΕΟΤΗΤΑ

         

Ο αδόκητος θάνατος του δημοφιλούς τραγουδιστή έφερε στο προσκήνιο ένα παλαιό ανθρώπινο αίτημα: τη διατήρηση της νεότητας και την υπέρβαση της φθοράς που φέρνουν το γήρας και ο δύσκολος τρόπος ζωής, όταν ο άνθρωπος δεν ακολουθεί τους συνήθεις ρυθμούς. Όταν κάποιος είναι χαρισματικός, ξεχωρίζει, γίνεται είδωλο στα μάτια των πολλών, όταν έχει να διαχειριστεί χρήματα και δόξα, οι ψυχικές του δυνάμεις δεν επαρκούνε. Και είναι γρηγορότερη η φθορά από ό,τι ζούνε οι άνθρωποι του μέσου όρου. Όμως η αγωνία και η αναζήτηση των πολλών είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο θα διατηρηθούνε νέοι, θα αντέξουνε, θα μπορέσουν να ανταποκριθούνε στις απαιτήσεις της εικόνας που έχουν φτιάξει είτε οι ίδιοι για τον εαυτό τους είτε οι άλλοι για εκείνους. Και εδώ έρχονται συχνά όσοι υπόσχονται θαύματα με τη βοήθεια της επιστήμης ή κάποιας τεχνικής που είναι μυστικό που αγοράζεται. Η φιλοσοφική λίθος των αλχημιστών του Μεσαίωνα έχει επανέλθει με άλλη μορφή.
                Θέλουμε να ζήσουμε, ει δυνατόν για πάντα. Πόσο κακό να είναι αυτό; Το εύλογο ερώτημα δεν αγγίζει όσους είναι ακόμη νέοι. Καθώς περνάνε όμως τα χρόνια, η αιώνια νεότητα ως ζητούμενο φυτεύεται και καλλιεργείται στον νου και στην καρδιά. Το ερώτημα όμως θα έπρεπε να τεθεί αλλιώς: γιατί να πεθαίνουμε; Έχουμε καταφέρει με τη βοήθεια της ιατρικής, της φαρμακευτικής, της τεχνολογίας να παρατείνουμε τη ζωή μας κατά πολύ σε σχέση με το παρελθόν. Όμως κανείς δεν μπορεί να νικήσει τον χρόνο, τον θάνατο που είναι ο έσχατος εχθρός του ανθρώπου. Η θεολογική απάντηση ότι ο θάνατος υπάρχει «ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται»  είναι μια ερμηνεία, όχι όμως παρηγοριά. Γι’ αυτό και η εποχή μας, στην οποία η θεολογική ερμηνεία της ζωής θεωρείται παρωχημένη, έχει πέσει με όλη της τη δύναμη, συχνά καλλιεργώντας ψευδαισθήσεις, να μας οδηγήσει στη μακροζωΐα, η οποία όμως ταυτίζεται με την νεότητα.
                Είναι γνωστός ο μύθος του Τιθωνού. Η Ηώς, η Αυγή, η κόρη του Ήλιου, ερωτεύτηκε έναν θνητό, τον Τιθωνό. Ζητά από τον Δία να τον κάνει αθάνατο. Δεν σκέφτηκε όμως να ζητήσει την νεότητα για εκείνον. Έτσι, γερνούσε, αλλά δεν πέθαινε, ζώντας ένα μαρτύριο. Και η Ηώς θα παρακαλέσει τους θεούς να τον απαλλάξουν. Κι αυτοί θα τον μεταμορφώσουν σε τζιτζίκι, που τραγουδά όλη την ημέρα για χατίρι της Ηούς και σιωπά τη νύχτα, όταν η αγαπημένη του κρύβεται.
                Η θεολογική απάντηση δεν περιορίζεται στον θάνατο. Συμπεριλαμβάνει και την ανάσταση και την αιωνιότητα. Πλαστήκαμε για να ζήσουμε. Το σώμα μας υφίσταται τη δοκιμασία του χρόνου και της φθοράς, «ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται», διότι αυτό θα ήταν το μεγαλύτερο μαρτύριο για την ανθρωπότητα. Όμως η σχέση με τον Χριστό μάς οδηγεί στην υπέρβαση του θανάτου, πρώτα με την μία πλευρά της εικόνας του Θεού εν τω προσώπω μας που είναι η ψυχή, διά της οποίας συνεχίζουμε να υπάρχουμε και μετά τον θάνατο, και κατόπιν με την προσδοκία της ανάστασης των νεκρών στην Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, διά της οποίας θα καταργηθεί ο θάνατος.   
                Κλειδί η αγάπη. Η αγάπη είναι ο τρόπος της νεότητας που την καθιστά αιώνια. Αυτός που αγαπά, δεν γερνά, διότι δίνει και δίνεται. Μπορεί οι ρυθμοί του σώματος να πέφτουν. Όμως η αγάπη κρατά την ύπαρξη ακμαία. Τι να την κάνεις τη ζωή αν δεν μπορείς ή δεν θέλεις να αγαπήσεις; Μοιάζει με αυτή του Τιθωνού που μαράζωνε, διότι τόσο η Ηώς όσο κι εκείνος έβλεπαν τη σχέση στη σωματική της διάσταση και ακμή και όχι στην κοινωνία των προσώπων, η οποία δεν νικιέται από τον χρόνο. Και για την πίστη η αγάπη γίνεται ανάσταση. Το μεγαλύτερο δώρο του Θεού στον άνθρωπο, την εικόνα Του.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Ένα από τα πιο δύσκολα μυστήρια της πίστης

 


  Ο Γέροντας Εφραίμ της Σκήτης του Αγίου Ανδρέα έλεγε πως κανένας Άγιος δεν πέρασε από τη ζωή χωρίς θλίψεις και δοκιμασίες.
 Κι ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο δύσκολα μυστήρια της πίστης· να πονάς και να μη νομίζεις πως ο Θεός σε ξέχασε. 
 Γιατί ο Σταυρός δεν είναι η απουσία Του. Είναι η σιωπηλή παρουσία Του μέσα στη δοκιμασία. 
 Ο Χριστός δεν μας υποσχέθηκε δρόμο χωρίς αγκάθια. Μας έδειξε πρώτος τον δρόμο του Σταυρού. 
Κι όταν η ζωή βαραίνει στους ώμους μας, ας μη ρωτάμε μόνο «γιατί;». 
Ας ψιθυρίζουμε μέσα από τα δάκρυά μας: 
«Κύριε, αφού Εσύ περπάτησες πρώτος αυτόν τον δρόμο, κράτησέ με κι εμένα να μη λυγίσω.»
 Γιατί κάποτε θα καταλάβουμε πως πίσω από κάθε σταύρωμα που αντέξαμε με πίστη, κρυβόταν μια Ανάσταση που ακόμη δεν είχαμε δει.

Όλα μπορεί να τα κάνει κανείς, άμα θέλει.

 


Όλα μπορεί να τα κάνει κανείς, άμα θέλει.
Κι άμα είναι λίγο ερωτευμένος με τα ουράνια, κάνει.
Κι άμα είναι ερωτευμένος, και χίλιες δουλείες να ‘χει, φροντίζει και τον ερωτά του.
Έ, όταν είμαστε ερωτευμένοι με τα Θεία, να μην κάνομε κάτι; Αφού είμαστε γι’ αυτό φτιαγμένοι.Είμαστε για τον Κύριο φτιαγμένοι.Και χωρίς Αυτόν δεν μπορούμε να ζήσουμε. 
Το ‘πε και ο ίδιος.«Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδεν».
Τι να κάνουμε, ρε παιδιά. Η αγάπη είναι «κραταιά ως ο θάνατος», τι θέλετε να κάνουμε, λέει το ''Άσμα Ασμάτων''.
 του π. Ανανία Κουστένη.

Ο ΟΣΙΟΣ ΡΩΜΑΝΟΣ Ο ΜΕΛΩΔΟΣ

 

 



Τη μνήμη του Οσίου Ρωμανού του Μελωδού τιμά σήμερα, 1 Οκτωβρίου, η Εκκλησία μας. Οι πληροφορίες για τον βίο του οσίου Ρωμανού δυστυχώς είναι λίγες. Έζησε ή τον 6ο αιώνα μ.Χ. επί του βασιλέως Αναστασίου του Α’ ή κατά μία άλλη εκδοχή, τον 8ο αιώνα μ.Χ. επί τού βασιλέως Αναστασίου του Β’. Γεννήθηκε στην Έμεσα της Συρίας και σύμφωνα με ανώνυμο ύμνο ήταν εβραϊκής καταγωγής.
Αρχικά είχε χρηματίσει διάκονος στην εκκλησία της Βηρυτού. Κατόπιν μετέβηκε στην Κωνσταντινούπολη και έμεινε στα κελιά τού Ναού της Θεοτόκου.
Ο Ρωμανός είχε μέτρια παιδεία και το ποιητικό ταλέντο του ήταν ακόμα άγνωστο.
Διεκατέχετο όμως από μία βαθιά πίστη στην σεπτή μνήμη της Παναγίας της Παρθένου και τακτικά παρακολουθούσε στον Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών τις κατανυκτικές ολονυκτίες. Σε μία τέτοια, στην γιορτή των Χριστουγέννων, που παραβρέθηκε η ψυχή του γέμισε με κατάνυξη και όταν γύρισε στο κελί του είδε όνειρο την Παναγία να του προσφέρει ένα βιβλίο και να του λέει να το καταφάει.
Ο Ρωμανός από την επίδραση τού ονείρου συνέθεσε για την γέννηση τού Χριστού το τροπάριο «Η Παρθένος σήμερον τόν υπερούσιον τίκτει καί η γή τό σπήλαιον τώ απροσίτω προσάγει..». Από την στιγμή αυτή η ποιητική επιφοίτηση του οσίου Ρωμανού έμεινε άσβεστη και αναδείχτηκε ο εξωχότερος και μεγαλύτερος μελωδός της Εκκλησίας μας.
Ο Ρωμανός έγραψε χίλιες περίπου συνθέσεις από τις όποιες διασώθηκε μόνο το ένα δέκατο. Πολυποίκιλα τα θέματά του. Ύμνησε όλους σχεδόν τους Αγίους και τις εορτές της Χριστιανικής Εκκλησίας. Ανεξάντλητος στις συλλήψεις και στον πλούτο ιδεών, γνωρίζοντας τον τρόπο να προσδίνει πρωτοτυπία ακόμη και στα πιο κοινά θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς θέματα. Το άχαρο αλλά και αχάριστο πολλές φορές υλικό του (γεγονότα και βίος Αγίων) μπορούσε να το μετατρέψει σε ζωντανό δραματικό πίνακα. Τα πρόσωπα των Αγίων αλλά και της Παναγίας και του Χριστού παρουσιάζονται απόλυτα ζωντανά χωρίς τίποτα το νεκρικό ή απόκοσμο.
Η ποίηση του Ρωμανού του Μελωδού εκφράζει την ίδια την εποχή του, τους πόθους και τις ελπίδες εκείνων των ανθρώπων. Γι΄ αυτό και το έργο του δεν εξετάζεται μόνο από Θρησκευτικής άποψης ή λογοτεχνικής αλλά και ιστορικής και λαογραφικής. Η γλώσσα του απλή, χωρίς στόμφους και όπου παρουσιάζεται ρητορική μακρολογία επειδή έτσι επιβαλλόταν από την ανάγκη των τότε λειτουργικών πλαισίων, αυτή γίνεται χωρίς να κουράζει. Γενικά οι φράσεις του περιέχουν μια πλαστικότητα, μεστή νοημάτων κατά μια άψογη τεχνική όπως παραδέχονται ειδικοί.
Ο διάσημος Γερμάνος βυζαντινολόγος καθηγητής Κρουμβάχερ, πλέκει το εγκώμιο του Ρωμανού. Η κριτική, λέει, ανακήρυξε τον Ρωμανό σαν τον μεγαλύτερο ποιητή του Βυζαντινού αιώνα, αληθινό Πίνδαρο αυτού. Κατείχε ανεξάντλητο πλούτο ιδεών, ανυπέρβλητη πλαστικότητα φράσεως, μεστή και δυνατή γλώσσα, θησαυρό αρμονίας ποικίλων και καλλιτεχνικών ρυθμών.
Ο Ρωμανός χρησιμοποίησε το ποιητικό εκείνο είδος πού λέγεται εκκλησιαστικός Ύμνος και του χάρισε την τελειότερη μορφή. Ο Ύμνος αποτελείται από το Κοντάκιον (προσόμοιον ή κουκούλιον), τους Οίκους και το Εφύμνιον και στηρίζεται πάνω στο νόμο της Ισοσυλλαβίας και ομοτονίας. Μαζί με το ποιητικό κείμενο συνέθετε ο ίδιος και τη μουσική ή έδενε το νέο ποίημα πάνω σε παλιότερη μουσική σύνθεση. Θεματικά τα έργα του αναφέρονται περισσότερο σε γεγονότα της ζωής του Χριστού και σε ιερά πρόσωπα της Γραφής, όπως και σε βίους άγιων. Το είδος αυτό της ποίησης κυριαρχεί και σήμερα στην εκκλησιαστική ποίηση.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως σάλπιγξ θεόληπτος, των ουρανίων ωδών, ενθέως εφαίδρυνας, την Εκκλησίαν Χριστού, τοις θείοις σου άσμασι, συ γαρ της Θεοτόκου, εμπνευσθείς τη ελλάμψει, ένθεος υμνηπόλος, εγνωρίσθης εν κόσμω, διό σε πόθω τιμώμεν, Ρωμανέ Όσιε.