Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Αφιέρωμα Αυγούστου:Παναγία του Κάστρου ή Μεγάλη Παναγιά

 Η θαυματουργή εικόνα της Παναγιάς του Κάστρου στη Λέρο.. Η θαυματουργή  εικόνα Φυλάσσεται στην εκκλησία της Παναγίας του Μεσαιωνικού Κάστρου, στην  Λέρο. Στις 24 Δεκεμβρίου του 1522, μετά την πολιορκία της Ρόδου,

Στο ψηλότερο σημείο του Χωριού βρίσκεται το κάστρο της Σύμης.

Το σημείο ήταν οχυρωμένο από την αρχαιότητα και υπήρχε εκεί αρχαία ακρόπολη.

 Την 25  Σεπτεμβρίου 1944 και η ιστορία κατέγραφε τη Σύμη το τελευταίο θύμα της ναζιστικής  θηριωδίας. Την ολική καταστροφή της ένδοξης  Μεγάλης Παναγίας που υψωνόταν από τα Βυζαντινά χρόνια  στην ΝΑ πλευρά του Κάστρου . Οι Ιταλο-Γερμανοί  αναχωρώντας από το τυραννισμένο νησί της Σύμης την  ανατίναξαν για να μην βρουν οι σύμμαχοι απελευθερωτές τα πολεμοφόδια που είχαν συγκεντρώσει στην αδειανή στέρνα και στα  κελιά της μεγάλης αυτής εκκλησίας. Μια γυναίκα νεκρή, λένε οι μαρτυρίες και  το Ανατολικό τμήμα του Χωριού κατεστραμμένο. Οι Συμιακοί  για να θυμούνται τον ιστορικό αυτό ναό, που υπήρξε και έδρα της Μητρόπολης της περιοχής τον 14ο ή 15ο αι μετονόμασαν έναν από τους μεγάλους θόλους του Κάστρου, που παλιότερα ήταν αφιερωμένος στον ΄Αγιο Γεώργιο  σε Μεγάλη Παναγιά, το χώρο όπου στεγάστηκε και το φημισμένο Ελληνικό Σχολείο.

Στην περιοχή του Κάστρου υπάρχει η εκκλησία της Παναγίας και κατάλοιπα αρχαίου ναού της Αθηνάς.

«Στην Θεοδόχο Μάνα»

 

π. Θωμάς Ανδρέου

Ο Αύγουστος, είναι βασιλικός μήνας!

Με αυτόν ολοκληρώνεται το εκκλησιαστικό έτος. Το πόσο άρρηκτα λοιπόν είναι συνδεδεμένη η ζωή μας με το πρόσωπο της μεγάλης Μάνας που γιορτάζει μέσα στο μήνα αυτόν, φαίνεται και από το εξής γεγονός.

Με την Γέννηση της Παναγιάς αρχίζει το Εκκλησιαστικό έτος τον Σεπτέμβριο και με την Κοίμηση και της εις ουρανούς μετάσταση Της, τελειώνει τον Αύγουστο.

Σ’ αυτόν λοιπόν το βασιλικό μήνα, μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού, οι Χριστιανοί στα πέρατα του κόσμου γιορτάζουν την Παναγιά, εν ύμνοις και ικεσίες και ωδές πνευματικές.

Τόσο ξέχωρα όμως όπως σε αυτήν την Πατρίδα μας, την ευλογημένη από τον Χριστό και την Παναγία Ελλάδα, πουθενά στον κόσμο δεν γιορτάζει η μεγάλη Μάνα.

Που αλλού μπορείς να το συναντήσεις αυτό το θαύμα; Να γιορτάζει σε μια μέρα, ένας ολάκερος λαός που έχει την σφραγίδα της Κυράς στην ζωή του.

Έχει τις Εικόνες Της, στα σπίτια του, έχει το όνομα Της δοσμένο στα παιδιά του, έχει κτίσει με κόπο Εκκλησιές και Μοναστήρια στην Χάρη Της, όπου το μάτι του ανθρώπου δεν μπορεί να φτάσει.

Από την Μακεδονία μέχρι και την Κρήτη, από το Ιόνιο έως και τις ερατεινές νήσους του Αιγαίου, παντού , σε ξηρά και θάλασσα η Παναγιά γιορτάζει!

Με την ίδια λαμπρότητα που θα γιορταστεί στα μεγάλα Προσκυνήματα Της, όπου δεσπόζουν οι θαυματουργές εικόνες Της, εκτυπώματα Ιερά μιας άλλης αντίληψης της οικειότητας του ανθρώπινου με το Θείο, με τον ίδιο τρόπο θα γιορταστεί και στα μοσκομυρισμένα ολόλευκα ξωκλήσια Της που διαφεντεύουν την γη και την θάλασσα της Ελλάδος, κτισμένα άλλοτε πάνω σε βράχια θαρρείς κρεμασμένα απ’ αυτά, όπως τα τάματα που η ευσέβεια των Ελλήνων κρεμά πάνω στις Εικόνες Της, και άλλοτε πάνω στα νησάκια μας να τα περιβρέχει η αρμύρα της θάλασσας  και να φαντάζουν μικρά θαλασσοπούλια μέσα στο απέραντο γαλάζιο των δύο αποχρώσεων , της θάλασσας και τ’ ουρανού!

Αύριο, γιορτάζει η Ελλάδα, την δική Της Παναγιά!

Την Παναγιά που συντρόφεψε τούτο το Έθνος σε κάθε δύσκολη συγκυρία όταν τα στίφη των βαρβάρων κάθε εποχής , στρέφανε τα αδηφάγα βλέμματα τους σε τούτον τον τόπο, χωρίς να λογαριάζουν το απόρθητο τείχος, την Υπέρμαχο Στρατηγό, την Προστάτιδα των αδικουμένων, την Παράκληση στις θλίψεις, την ελπίδα των απηλπισμένων, την σύμμαχο όλων όσων στρέφουν τα μάτια τους στο πρόσωπο Της, αποζητώντας την ουράνια βοήθεια!

Να μπορούσα να ακούσω τα χείλη που σιγοψιθυρίζουν , μυστικές προσευχές μπροστά στην Εικόνα Της.

Να μπορούσα να δω τα δάκρυα που δώρα, στην γιορτή Της προσφέρουν από την ψυχή τους οι Χριστιανοί. Αυτό, είναι το αντίδωρο των ανθρώπων στην Θεοδόχο Μάνα για όσα Εκείνη διαχρονικά τους προσέφερε.

Να μπορούσα να σταθώ σ’ ένα ψηλό μέρος και να αγναντέψω έτσι από ψηλά τις Εκκλησιές και τα μοναστήρια Της που αύριο θα δεχθούν τρικυμισμένες ψυχές για να τις γαληνέψουν με μια γαλήνη, που όμοια της ο άνθρωπος πουθενά δεν μπορεί να βρει…

Στην Παναγιά των Ελλήνων, χρωστά το Έθνος την σωτηρία του. Και αύριο αυτός ο πολύπαθος λαός, Της το αναγνωρίζει, εις πείσμα όλων όσων θέλουν να πιστεύουν πως οι αξίες έχουν πεθάνει στον τόπο αυτό.

Πάντα θα υπάρχουν μέρες, όπου η αρχαία παράδοση των πατέρων μας, θα ζωντανεύει μέσα σε θυμιάματα και ύμνους δοξολογικούς απέναντι σε πρόσωπα Ιερά που το θρησκευτικό αισθητήριο του λαού μας, τα έχει τόσο ψηλά, ώστε κανείς δεν μπορεί να τα αγγίξει …

ΑΓΑΘΗ ΚΑΙ ΠΟΝΗΡΗ ΚΑΡΔΙΑ (Κυριακή ΙΑ΄ Ματθαίου).

 

  

π. Δημητρίου Μπόκου

Σε μια παραβολή του ο Χριστός λέει, ότι σε κάποιον δούλο που χρωστούσε το υπέρογκο ποσό των μυρίων (δέκα χιλιάδων) ταλάντων (εκατομμύρια σημερινά λεφτά), έγινε παραγραφή του χρέους από τον κύριό του. Ο δούλος όμως δεν χάρισε ένα μηδαμινό χρέος (εκατό δηνάρια) σε κάποιον συνάδελφό του. Το αφεντικό του τότε ακύρωσε την παραγραφή του χρέους και τον φυλάκισε μέχρι να εξοφλήσει τα πάντα έως και το τελευταίο λεπτό (Κυριακή ΙΑ΄ Ματθαίου).

Ο κύριος του δούλου αγανάκτησε, διότι ο δούλος δεν διδάχτηκε τίποτε από τη δική του μεγαλοψυχία και αγαθότητα. Δεν παραδειγματίστηκε από την ευσπλαχνία του αφεντικού του. Χαρακτήρισε τον δούλο ως πονηρό, γιατί έδειξε κακία και τον καταδίκασε ακριβώς γι’ αυτό. «Ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου, ως και εγώ σε ηλέησα;» Δεν έπρεπε και συ να δείξεις ευσπλαχνία στον σύνδουλό σου, όπως σπλαχνίστηκα και εγώ εσένα;

Η ασπλαχνία του δούλου είναι κάτι παράλογο, τη στιγμή που ο ίδιος δέχεται «το μέγα έλεος» από τον κύριό του. Δούλος είναι ο κάθε άνθρωπος, κύριος είναι ο Θεός και χρέος είναι οι αμαρτίες μας. Όλοι μας χρωστάμε υπέρογκα χρέη στον Θεό, αλλά και κάποια χρέη, μικρά ή μεγαλύτερα, μεταξύ μας.

Αυτό που ενδιαφέρει τον Θεό είναι η κατάσταση της καρδιάς μας. Αν έχουμε σπλαχνική ή άσπλαχνη καρδιά. Δεν τον ενδιαφέρει το μικρό ή μεγάλο χρέος μας απέναντί του. Ούτε καν οι καλές μας πράξεις τον ενδιαφέρουν, αν γίνονται για τον τύπο.

Η παραβολή του άσπλαχνου δούλου ειπώθηκε, γιατί ο Πέτρος είχε ρωτήσει αν είναι λογικό να συγχωρήσει τον αδελφό του μέχρι εφτά φορές. Και ο Χριστός του απάντησε ότι έχει κάποιο λάθος στον τρόπο που σκέφτεται. Μια σπλαχνική καρδιά συγχωράει όχι εφτά φορές, αλλά πάντα. Άπειρες φορές. «Έως εβδομηκοντάκις επτά». Όσες φορές και αν μας φταίξει κανείς. Η αγάπη και η ανεξικακία δεν μετράνε τα φταιξίματα του άλλου. Τα μετράει μόνο η πονηρή καρδιά. Που γεμάτη εκδικητικότητα και κακία, δεν εννοεί να συγχωρήσει ποτέ. Ακόμα και αν ευεργετηθεί, όπως ο πονηρός δούλος της παραβολής.

Και όμως η λογική του Χριστού είναι απλούστατη: Θέλετε να ελεηθείτε από τον Θεό; Γίνετε και σεις ελεήμονες στους συνανθρώπους σας. Ο άνθρωπος που έχει μέσα του ευσπλαχνία και αγάπη μοιάζει στον Θεό, ο οποίος «οικτίρμων εστί» προς πάντας.

Επιπλέον η αγάπη αναπληρώνει τις άλλες ελλείψεις και αμαρτίες μας. Λέει ο άγιος Παΐσιος: «Εάν ένας άνθρωπος είναι καλός και πονετικός, μην τον φοβάσαι. Αν π.χ. πίνει ή παίζει χαρτιά και έχει άλλα πάθη και δεν πιστεύει, αλλά όταν δει ένα φτωχό, λυπάται, ταράζεται, θέλει να βοηθήσει, αυτόν μην τον φοβάσαι, θα τον βοηθήσει ο Χριστός. Αλλά αν κάποιος είναι σκληρός και, παρ’ όλο που έχει πολλά, επιμένει και σκληραίνει, …αυτός δεν πάει καλά και θέλει πολλή προσευχή για να αλλάξει αυτός»!

Ελεήμονα καρδιά μπορεί να έχει και εκείνος που δεν έχει καθόλου χρήματα για να ελεήσει φτωχούς. Μπορεί να τους αγαπάει, να τους συμπαρίσταται με την παρουσία του και να προσεύχεται αδιάκοπα γι’ αυτούς.

Αντιστοίχως και όποιος έχει μέσα του σκληρή και άπονη καρδιά, απορρίπτεται ασυζητητί από τον Θεό, ακόμα και αν δεν προβεί σε καμμιά κακή ενέργεια εναντίον άλλων. Μετράει το ποιόν της καρδιάς και όχι τόσο οι εξωτερικές πράξεις, είτε καλές είτε κακές.

Προέχει να αποκτήσουμε σπλαχνική καρδιά. Να ελεούμε από αγάπη και να συγχωρούμε «από των καρδιών ημών τα παραπτώματα» των αδελφών μας.

Όχι τυπικά, απλώς από καθήκον.

Ο«γλυκασμός των Αγγέλων»

 


  Η λέξη γλυκασμός σημαίνει γλυκύτητα.Την λέξη αυτή την χρησιμοποιούν οι Προφήτες Αμώς και Ιωήλ (Αμ.θ΄13-Ιωήλ δ΄18 ) με καθαρά εσχατολογική έννοια για να περιγράψουν την γλυκύτητα που θα ρέει και θα ευφραίνει κάθε κτιστή ύπαρξη κατά την ημέρα Κυρίου ,δηλαδή κατά την ημέρα που ο Θεός θα συντρίψει ολοσχερώς το κακό.

Η Θεοτόκος χαρακτηρίζεται σαν «γλυκασμός των Αγγέλων »,γιατί με την Σάρκωση του Λόγου στην Θεοδόχο γαστέρα της και αυτή η αόρατη κτίση δηλ.τα αγγελικά τάγματα απέλαβαν την ύψιστη δωρεά και χάρη από τον Θεό.

 Ενώ μέχρι τότε «ήταν δύστρεπτα αλλά όχι άτρεπτα προς το κακό,έγιναν πλέον ακίνητα προς αυτό». Έτσι η Παναγία έγινε και για τους Αγίους Αγγέλους η αιτία ανείπωτης γλυκύτητας για την δωρεά αυτή του Θεού,που έρρευσε από τα παρθενικά σπλάχνα Της.

Ιγνάτιος Θεοφόρος

«Εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες Θεοτόκε»

 koimisei ou katelipes

Του Λάμπρου Κ. Σκόντζου Θεολόγου – Καθηγητού στην Romfea.gr


(Η αδιάλειπτη παρουσία της Παναγίας στη ζωή της Εκκλησίας)

«Ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε· μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς Ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν».

Δεν υπάρχει ίσως άλλος ύμνος της Ορθοδόξου Εκκλησίας που να αποδίδει με τόση θεολογική πληρότητα το μυστήριο της Θεοτόκου όσο το απολυτίκιο της εορτής της Κοιμήσεώς της.

Μέσα σε λίγους μόνο στίχους αποκαλύπτεται ολόκληρη η πίστη της Εκκλησίας για το πρόσωπο της Παναγίας, για τη σχέση της με τον Χριστό και για τη διαρκή παρουσία της στη ζωή των πιστών.

Η Εκκλησία αποφεύγει να μιλήσει για τον θάνατο της Παναγίας με τη στενή έννοια της λέξεως. Χρησιμοποιεί τον όρο Κοίμηση, διότι για τον άνθρωπο που ενώθηκε με τον Αναστημένο Χριστό ο θάνατος δεν αποτελεί πλέον οριστικό τέλος, αλλά πέρασμα «ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν» (Ιωάν.5,24).

Η Παναγία, ως η πρώτη μεταξύ των λυτρωμένων, γίνεται το ζωντανό σημείο της νίκης του Χριστού πάνω στη φθορά.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν οικοδομεί τη θεολογία της πάνω σε συναισθηματικές εκδηλώσεις ευλάβειας, αλλά στη σωτηριολογική θέση της Θεοτόκου μέσα στο σχέδιο της θείας οικονομίας.

Εκείνη έγινε το πρόσωπο που ελεύθερα προσέφερε ολόκληρη την ύπαρξή του στον Θεό, ώστε «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο» (Ιωάν.1,14).

Η υπακοή της στην ώρα του Ευαγγελισμού αποκατέστησε την ανυπακοή της Εύας, γι’ αυτό και ήδη από τον 2ο αιώνα ο άγιος Ειρηναίος Λουγδούνου την αποκαλεί «Νέα Εύα», μέσω της οποίας ανοίγει και πάλι η οδός της ζωής.

«Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν»

Η Κοίμηση δεν είναι απλώς μια ανάμνηση ενός γεγονότος του παρελθόντος. Είναι εορτή της ζωής. Η Θεοτόκος μεταβαίνει προς τη ζωή, διότι υπήρξε η Μητέρα Εκείνου που είναι «ἡ Ἀνάστασις καὶ ἡ Ζωή» (Ιωάν.11,25).

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο μεγαλύτερος υμνητής της Κοιμήσεως, αναρωτιέται ρητορικά: πώς ήταν δυνατόν εκείνη που κράτησε στα χέρια της τον Δημιουργό να παραμείνει στη φθορά του τάφου;

Δεν πρόκειται για εξαίρεση από τον νόμο της φύσεως, αλλά για την εκπλήρωση του έργου της θείας Χάριτος. Εκεί όπου βρίσκεται ο Χριστός, εκεί βρίσκεται και η Μητέρα Του, όχι ως ισότιμη με Αυτόν, αλλά ως η πρώτη καρποφορία της λυτρωτικής Του νίκης.

«Τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες»

Η φράση αυτή αποτελεί ίσως την πιο παρηγορητική διαβεβαίωση ολόκληρης της υμνογραφίας. Η Παναγία δεν εγκατέλειψε τον κόσμο. Η μητρότητά της συνεχίζεται μέσα στην Εκκλησία.

Όπως ο Χριστός επάνω στον Σταυρό εμπιστεύθηκε στον αγαπημένο μαθητή Του τη Μητέρα Του λέγοντας «Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου» (Ιωάν.19,27), έτσι η εκκλησιαστική συνείδηση αναγνωρίζει ότι στο πρόσωπο του Ιωάννη αντιπροσωπεύεται κάθε πιστός.

Η παρουσία της Θεοτόκου δεν είναι σωματική αλλά πνευματική, πραγματική όμως και ενεργός. Οι πρεσβείες της δεν είναι μια ποιητική εικόνα· αποτελούν έκφραση της κοινωνίας των αγίων. Εκείνοι που βρίσκονται κοντά στον Θεό αγαπούν ακόμη περισσότερο τον κόσμο και προσεύχονται γι' αυτόν αδιάκοπα.

Η φράση «τον κόσμον ου κατέλιπες» αποτελεί πηγή μεγάλης παρηγοριάς για κάθε χριστιανό.

Σε κάθε δοκιμασία, σε κάθε θλίψη, σε κάθε στιγμή αδυναμίας, η Παναγία παραμένει καταφυγή, προστασία και ελπίδα. Δεν αντικαθιστά τον Χριστό ούτε αποτελεί ανεξάρτητη πηγή σωτηρίας· η δύναμη της πρεσβείας της προέρχεται από τη μοναδική σχέση της με τον Θεάνθρωπο Υιό της.

Γι' αυτό η Εκκλησία την επικαλείται ως «Παντάνασσα», «Γοργοεπήκοο», «Παραμυθία», «Βοήθεια των θλιβομένων» και με πλήθος ακόμη ονομάτων που εκφράζουν την εμπειρία των πιστών ανά τους αιώνες.

Η εορτή της Κοιμήσεως δεν έχει χαρακτήρα πένθους, αλλά αναστάσιμης χαράς. Οι ύμνοι της ημέρας είναι γεμάτοι από το φως της νίκης του Χριστού επί του θανάτου.

Η Παναγία γίνεται η πρώτη από τους ανθρώπους που φανερώνει τον προορισμό κάθε πιστού: τη συμμετοχή στην αιώνια ζωή και στη Βασιλεία του Θεού.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς γράφει ότι η Θεοτόκος είναι η πλησιέστερη προς τον Θεό από κάθε κτιστό ον. Για τον λόγο αυτό η προσευχή της έχει ιδιαίτερη παρρησία, όχι επειδή διαθέτει κάποια αυτόνομη δύναμη, αλλά επειδή ο Υιός της εισακούει τη μητρική της δέηση.

Η εμπειρία της Εκκλησίας

Δεν είναι τυχαίο ότι η Παναγία είναι το περισσότερο αγαπητό πρόσωπο μετά τον Χριστό στην ορθόδοξη λατρεία. Χιλιάδες ναοί, μονές και παρεκκλήσια είναι αφιερωμένα στο όνομά της.

Κάθε γωνιά της Ελλάδος φυλάσσει μια θαυματουργό εικόνα της. Κάθε οικογένεια έχει μια προσωπική ιστορία προστασίας και παρηγοριάς που συνδέεται με την Παναγία.

Αυτή η τιμή δεν αποτελεί υπερβολή ούτε συναισθηματική προσκόλληση. Είναι καρπός της εμπειρίας της Εκκλησίας.

Οι πιστοί όλων των αιώνων αισθάνθηκαν τη μητρική της παρουσία στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής τους.

Από τα χρόνια των διωγμών μέχρι τις ημέρες των πολέμων, των ασθενειών και των προσωπικών δοκιμασιών, η Παναγία υπήρξε η «Πλατυτέρα των Ουρανών», που χωρά μέσα στην αγάπη της κάθε ανθρώπινο πόνο.

Το μήνυμα προς τον σύγχρονο άνθρωπο

Ζούμε σε μια εποχή όπου ο άνθρωπος αισθάνεται ολοένα και πιο μόνος. Η τεχνολογία πολλαπλασιάζει τις δυνατότητες επικοινωνίας, αλλά δεν θεραπεύει την υπαρξιακή απομόνωση. Η ανασφάλεια, η αγωνία και η αβεβαιότητα χαρακτηρίζουν την καθημερινότητα πολλών ανθρώπων.

Μέσα σε αυτήν την πραγματικότητα, η εορτή της Κοιμήσεως διακηρύσσει ότι ο ουρανός δεν είναι κλειστός. Η Παναγία εξακολουθεί να συνοδεύει τον άνθρωπο στον αγώνα του.

Δεν αφαιρεί τον σταυρό από τη ζωή μας, αλλά μας ενισχύει να τον σηκώσουμε με πίστη. Δεν υπόσχεται μια ζωή χωρίς θλίψεις, αλλά οδηγεί πάντοτε στον Αναστάντα Χριστό, ο Οποίος μεταμορφώνει τον πόνο σε ελπίδα.

Γι' αυτό και η αυθεντική τιμή προς τη Θεοτόκο δεν εξαντλείται στην προσκύνηση μιας εικόνας ή στην απαγγελία ενός Παρακλητικού Κανόνα. Εκδηλώνεται κυρίως με τη μίμηση της ζωής της.

Η ταπείνωσή της, η καθαρότητα της καρδιάς της, η υπακοή της στο θέλημα του Θεού και η απόλυτη εμπιστοσύνη της στη θεία Πρόνοια αποτελούν το ασφαλέστερο πρότυπο κάθε χριστιανού.

Η εορτή της Κοιμήσεως δεν έχει χαρακτήρα πένθους, αλλά αναστάσιμης χαράς. Οι ύμνοι της ημέρας είναι γεμάτοι από το φως της νίκης του Χριστού επί του θανάτου. Η Παναγία γίνεται η πρώτη από τους ανθρώπους που φανερώνει τον προορισμό κάθε πιστού: τη συμμετοχή στην αιώνια ζωή και στη Βασιλεία του Θεού.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο λαός μας αποκαλεί την εορτή της 15ης Αυγούστου «Πάσχα του καλοκαιριού». Χιλιάδες προσκυνητές συρρέουν στους ιερούς ναούς και στα μοναστήρια που είναι αφιερωμένα στην Παναγία, για να της εκφράσουν την ευγνωμοσύνη, την αγάπη και την εμπιστοσύνη τους.

Μέσα από την προσευχή, την παράκληση και τη συμμετοχή στη Θεία Λειτουργία, οι πιστοί βιώνουν την παρουσία της ως μητρική αγκαλιά που οδηγεί πάντοτε στον Χριστό.

Η Παναγία μάς διδάσκει την ταπείνωση, την υπακοή στο θέλημα του Θεού, την καθαρότητα της καρδιάς και την αδιάλειπτη εμπιστοσύνη στην πρόνοιά Του.

Η ζωή της αποτελεί το πιο λαμπρό παράδειγμα ανθρώπου που αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στον Θεό και έγινε «τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ».

Επίλογος

«Ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε». Ο ύμνος αυτός δεν αποτελεί μόνο μια δογματική διατύπωση. Είναι ομολογία πίστεως και εμπειρίας.

Η Εκκλησία γνωρίζει ότι η Παναγία ζει, πρεσβεύει και συνοδεύει τον λαό του Θεού μέχρι την τελική φανέρωση της Βασιλείας Του.

Η Θεοτόκος δεν εγκατέλειψε τον κόσμο. Παραμένει η «ἐλπὶς τῶν ἀπηλπισμένων», η «χαρὰ πάντων τῶν θλιβομένων», η ακοίμητη πρέσβειρα του ανθρωπίνου γένους.

Και κάθε φορά που η Εκκλησία ψάλλει το απολυτίκιό της, δεν διατυπώνει απλώς μια δογματική αλήθεια, αλλά ομολογεί μια ζωντανή εμπειρία αιώνων.

Καθώς πλησιάζουμε την πανσεβάσμια εορτή της Κοιμήσεώς της, ας ανανεώσουμε την εμπιστοσύνη μας στη μητρική της προστασία. Και ας θυμόμαστε ότι κάθε γνήσια τιμή προς την Υπεραγία Θεοτόκο καταλήγει πάντοτε στον Υιό της.

Εκείνη δεν κράτησε ποτέ τίποτε για τον εαυτό της. Όλη η ύπαρξή της υπήρξε ένας αδιάκοπος δείκτης προς τον Χριστό, επαναλαμβάνοντας σε κάθε εποχή τα λόγια της στην Κανά της Γαλιλαίας: «Ὅ, τι ἂν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε» (Ιωάν.2,5).

Αυτή είναι και η ουσία της μεγάλης εορτής της Κοιμήσεως: η Θεοτόκος δεν εγκατέλειψε τον κόσμο, διότι η αγάπη δεν πεθαίνει.

Η μητρική της παρουσία συνεχίζει να φωτίζει, να παρηγορεί και να οδηγεί κάθε άνθρωπο στον μόνο Σωτήρα του κόσμου, τον Κύριό μας Ιησού Χριστού.

Ας παρακαλέσουμε, λοιπόν, την Υπεραγία Θεοτόκο να σκεπάζει την Εκκλησία, τις οικογένειές μας και κάθε δοκιμαζόμενο άνθρωπο.

Και ας αγωνισθούμε, ακολουθώντας το παράδειγμά της, ώστε η ζωή μας να γίνει τόπος κατοικήσεως του Θεού.

Τότε θα κατανοήσουμε βιωματικά ότι η Κοίμησή της δεν υπήρξε αποχωρισμός από τον κόσμο, αλλά η αρχή μιας ακόμη πλησιέστερης παρουσίας της κοντά σε κάθε πιστό, έως της συντελείας των αιώνων

Είθε η χάρη και οι πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου να ενισχύουν κάθε πιστό, ώστε, πορευόμενοι με πίστη και μετάνοια, να αξιωθούμε και εμείς της αιώνιας ζωής, την οποία μας χάρισε ο Αναστάς Κύριός μας Ιησούς Χριστός.

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 16/08/2026-ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΗ' 23-2

 

 

Η παραβολή του άσπλαχνου δούλου…


Πρωτότυπο Κείμενο

Είπεν ο Κύριος την παραβολήν ταύτην˙ Ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών ανθρώπω βασιλεί, ος ηθέλησε συνάραι λόγον μετά των δούλων αυτού. Αρξαμένου δε αυτού συναίρειν προσηνέχθη αυτώ εις οφειλέτης μυρίων ταλάντων. Μη έχοντος δε αυτού αποδούναι εκέλευσεν αυτόν ο κύριος αυτού πραθήναι και την γυναίκα αυτού και τα τέκνα και πάντα όσα είχε, και αποδοθήναι. Πεσών ούν ο δούλος προσεκύνει αυτώ λέγων˙ Κύριε, μακροθύμησον επ’ εμοί και πάντα σοι αποδώσω. Σπλαγχνισθείς δε ο κύριος του δούλου εκείνου απέλυσεν αυτόν και το δάνειον αφήκεν αυτώ. Εξελθών δε ο δούλος εκείνος εύρεν ένα των συνδούλων αυτού, ος ώφειλεν αυτώ εκατόν δηνάρια, και κρατήσας αυτόν έπνιγε λέγων˙ απόδος μοι ει τι οφείλεις. Πέσων ουν ο σύνδουλος αυτού εις τους πόδας αυτού παρεκάλει αυτόν λέγων˙ Μακροθύμησον επ’ εμοί και αποδώσω σοι. Ο δε ουκ ήθελεν, αλλά απελθών έβαλεν αυτόν εις φυλακήν εως ου αποδώ το οφειλόμενον. Ιδόντες δε οι σύνδουλοι αυτού τα γενόμενα ελυπήθησαν σφόδρα, και ελθόντες διεσάφησαν τω κυρίω εαυτών πάντα τα γνόμενα. Τότε προσκαλεσάμενος αυτόν ο κύριος αυτού λέγει αυτώ˙ Δούλε πονηρέ, πάσαν την οφειλήν εκείνην αφηκά σοι, επεί παρεκαλεσάς με˙ ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου, ως και εγώ σε ηλεήσα; Και οργισθείς ο κύριος αυτού παρέδωκεν αυτόν τοίς βασανισταίς έως ου αποδώ παν το οφειλόμενον αυτώ. Ούτω και ο Πατήρ μου ο επουράνιος ποιήσει υμίν, εάν μη αφήτε έκαστος τω αδελφώ αυτού από των καρδιών υμών τα παραπτώματα αυτών.

Νεοελληνική Απόδοση

Είπε ο Κύριος αυτή την παραβολή: «Η βασιλεία των ουρανών μοιάζει μ’ ένα βασιλιά, που θέλησε να του αποδώσουν λογαριασμό οι δούλοι του.» Μόλις άρχισε να κάνει τον λογαριασμό, του φέρανε κάποιον που όφειλε δέκα χιλιάδες τάλαντα. Επειδή δεν μπορούσε να τα επιστρέψει, ο κύριος του διέταξε να πουλήσουν τον ίδιο, τη γυναίκα του, τα παιδιά του κι όλα τα υπάρχοντά του και να του δώσουν το ποσό απο την πώληση. Ο δούλος τότε έπεσε στα πόδια του, τον προσκυνούσε κι έλεγε: «δείξε μου μακροθυμία και θα σου τα δώσω όλα τα χρέη μου πίσω». Τον λυπήθηκε λοιπόν ο κύριος του εκείνον τον δούλο και τον άφησε να φύγει˙ του χάρισε μάλιστα και το χρέος. Βγαίνοντας έξω ο ίδιος δούλος, βρήκε έναν απο τους συνδούλους του, που του όφειλε μόνο εκατό δηνάρια˙ τον έπιασε και τον έσφιγγε να τον πνίξει λέγοντάς του: «ξόφλησέ μου αυτά που μου χρωστάς». Ο σύνδουλός του τότε έπεσε στα πόδια του και τον παρακαλούσε: «δείξε μου μακροθυμία, και θα σου τα ξεπληρώσω». Εκείνος όμως δεν δεχόταν, αλλά πήγε και τον έβαλε στη φυλακή, ώσπου να ξεπληρώσει ότι του χρωστούσε. Όταν το είδαν αυτό οι σύνδουλοί του, λυπήθηκαν πάρα πολύ, και πήγαν και διηγήθηκαν στον κύριο τους όλα όσα έγιναν. Τότε ο κύριος τον κάλεσε και του λέει:«κακέ δούλε, σου χάρισα όλο εκείνο το χρέος, επειδή με παρακάλεσες˙ δεν έπρεπε κι εσύ να σπλαχνιστείς τον σύνδουλό σου, όπως κι εγω σπλαχνίστηκα εσένα;». Και οργισμένος τον παρέδωσε στους βασανιστές, ώσπου να ξεπληρώσει όσα του χρωστούσε. «Έτσι θα κάνει και σ’ εσάς ο ουράνιος Πατέρας μου, αν ο καθένας σας δεν συγχωρεί τα παραπτώματα του αδελφού του μ’ όλη του την καρδιά».

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 16/08/2026 ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Θ' 2-12

 

 Παύλος: Ο Απόστολος που κατέστησε τον Χριστιανισμό οικουμενική θρησκεία -  Βιογραφία - Σαν Σήμερα .gr

 Πρωτότυπο Κείμενο

Ἀδελφοί, ἡ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ. Ἡ ἐμὴ ἀπολογία τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσιν αὕτη ἐστί. Μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν φαγεῖν καὶ πιεῖν; Μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν ἀδελφὴν γυναῖκα περιάγειν, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου καὶ Κηφᾶς; Ἤ μόνος ἐγὼ καὶ Βαρνάβας οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν τοῦ μὴ ἐργάζεσθαι;Τίς στρατεύεται ἰδίοις ὀψωνίοις ποτέ; Τίς φυτεύει ἀμπελῶνα καὶ ἐκ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ οὐκ ἐσθίει; Ἤ τίς ποιμαίνει ποίμνην καὶ ἐκ τοῦ γάλακτος τῆς ποίμνης οὐκ ἐσθίει; Μὴ κατὰ ἄνθρωπον ταῦτα λαλῶ; Ἤ οὐχὶ καὶ ὁ νόμος ταῦτα λέγει; Ἐν γὰρ τῷ Μωσέως νόμῳ γέγραπται· «Οὐ φιμώσεις βοῦν ἀλοῶντα». Μὴ τῶν βοῶν μέλει τῷ Θεῷ; Ἤ δι᾿ ἡμᾶς πάντως λέγει; Δι᾿ ἡμᾶς γὰρ ἐγράφη, ὅτι ἐπ᾿ ἐλπίδι ὀφείλει ὁ ἀροτριῶν ἀροτριᾶν, καὶ ὁ ἀλοῶν τῆς ἐλπίδος αὐτοῦ μετέχειν ἐπ᾿ ἐλπίδι. Εἰ ἡμεῖς ὑμῖν τὰ πνευματικὰ ἐσπείραμεν, μέγα εἰ ἡμεῖς ὑμῶν τὰ σαρκικὰ θερίσομεν; Εἰ ἄλλοι τῆς ἐξουσίας ὑμῶν μετέχουσιν, οὐ μᾶλλον ἡμεῖς; Ἀλλ᾿ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ, ἀλλὰ πάντα στέγομεν, ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ.

Νεοελληνική Απόδοση

Κι αν ακόμα άλλοι αρνούνται να με αναγνωρίσουν ως απόστολο, για σας είμαι˙ γιατί η ίδια η ύπαρξη της εκκλησίας σας είναι η απόδειξη πως είμαι απόστολος. Να πώ πως απολογούμαι σ’ αυτούς που αμφισβητούν και συζητούν την αυθεντία μου ως αποστόλου είναι η εξής: Δεν έχω τάχα δικαίωμα να συντηρούμαι με δαπάνη της εκκλησίας που υπηρετώ; Μήπως δε έχω δικαίωμα να έχω μαζί στα ταξίδια μου αδερφή χριστιανή ως οικονόμο, όπως κάνουν και οι άλλοι απόστολοι και τα αεδέρφια του Κυρίου και ο Κηφάς; Ή μήπως είμαστε οι μόνοι, εγώ κι ο Βαρνάβας, που δεν έχουμε δικαίωμα συντηρήσεως, αλλά  πρέπει να ζούμε με την εργασία μας; Ποιος πάει ποτέ στρατιώτης στον πόλεμο με δικά του έξοδα; ποιος φυτεύει αμπέλι και δεν τρώει από τον καρπό του; ή ποιος βόσκει πρόβατα και δεν τρώει από το γάλα του κοπαδιού; Μήπως αυτά που λέω είναι σύμφωνα μόνο με την ανθρώπινη καθημερινή πείρα; Κι ο νόμος δε λεει τα ίδια; Πράγματι, στο Μωσαϊκό νόμο είναι γραμμένο: Μη βάλεις φίμωτρο στο βόδι που αλωνίζει. Μήπως για τα βόδια νοιάζεται ο Θεός; Ή μήπως αυτά που λέει αναφέρονται πραγματικά σ’ εμάς; Ασφαλώς αυτά γράφτηκαν για μας. Γιατί πρέπει αυτός που οργώνει κι αυτός που αλωνίζει να κάνουν τη δουλειά τους με την ελπίδα της συμμετοχής στη συγκομιδή. Εμείς σπείραμε ανάμεσά σας πνευματική σπορά˙ σας φαίνεται πάρα πολύ αν θερίσουμε από σας τα υλικά, που είναι αναγκαία για τη συντήρηση μας; Αν άλλοι κάνουν χρήση αυτού του δικαιώματος απέναντι σας, δε θα ταίριαζε να το κάνουμε περισσότερο εμείς; Εμείς όμως δεν κάναμε χρήση του δικαιώματος αυτού, αλλά υπομένουμε κάθε στέρηση για να μη δημιουργήσουμε κανένα εμπόδιο στη διάδοση του ευαγγελίου του Χριστού.

Η ομορφιά της Παναγίας

 


Ἡ Παναγία εἶχε καὶ τὴν ἐξωτερικὴ καὶ τὴν ἐσωτερικὴ ὀμορφιά· ὅποιος τὴν ἔβλεπε ἀλλοιωνόταν. Ἐκείνη ἡ πνευματικὴ ἁπαλάδα ποὺ σκορποῦσε θεράπευε ψυχές. Μὲ τὴν ἐσωτερική της ὀμορφιὰ καὶ τὴν δύναμη τῆς Χάριτος τί ἱεραποστολὴ ἔκανε! Ἀλλὰ καὶ κάθε ἄνθρωπος, ἂν ἐργασθῆ πνευματικὰ καὶ σμιλέψη τὸν χαρακτήρα του, χαριτώνεται καὶ ὀμορφαίνει ἡ ψυχή του.
….Ὅποιος ἔχει τὴν πνευματικὴ ὀμορφιὰ ποὺ δίνει ἡ ἀρετή, λάμπει ἀπὸ τὴν θεία Χάρη. Γιατί, ὅσο ἀποκτάει ὁ ἄνθρωπος ἀρετές, θεώνεται, καὶ ἑπόμενο εἶναι νὰ ἀκτινοβολῆ καὶ νὰ προδίδεται ἀπὸ τὴν θεία Χάρη. Ἔτσι φανερώνεται στοὺς ἀνθρώπους, χωρὶς νὰ τὸ θέλη καὶ χωρὶς ὁ ἴδιος νὰ τὸ καταλαβαίνη, καὶ δοξάζεται ὁ Θεός.
Άγιος Παΐσιος
* * *

Αν κάποιος ήθελε να σε ζωγραφίσει, Παρθένε,
θα χρειαζόταν το φως των άστρων και όχι των χρωμάτων,
ώστε, σαν Πύλη Φωτός, να σε ζωγράφιζε με φως∙
όμως τα ουράνια σώματα δεν υπακούουν στα λόγια των θνητών∙
με όσα μας εκχώρησαν οι νόμοι της ζωγραφικής κι η φύση,
μ’ αυτά ο άνθρωπος θα σε ιστορίσει και θα σε ζωγραφίσει.
(Κωνσταντίνος ο Ρόδιος, τέλη 9ου αι.)

[Eί ζωγραφεῖν τίς ἤθελεν σε, Παρθένε
ἄστρων ἐδεῖτο μᾶλλον ἀντί χρωμάτων,
ἵν’ ἐγράφης φωστῆρσιν ὡς φωτός πύλη
ἀλλ’ οὐχ ὐπείκει ταῦτα τοῖς βροτῶν λόγοις
ἅ δ’ οὖν φύσις παρέσχε και γραφῆς νόμος,
τούτοις παρ’ ἡμῶν ἱστορῆ τε και γράφη.]
Κωσταντίνος ο Ρόδιος, 9ος αίών]
* * *

Ὅποιος ἔχει πολλὴ εὐλάβεια στὴν Παναγία, ἀκούει τὸ ὄνοµά Της καὶ ἀλλοιώνεται. Ἤ, ἂν τὸ βρῆ κάπου γραµµένο, τὸ ἀσπάζεται µἐ εὐλάβεια καὶ σκιρτάει ἡ καρδιά του. Μπορεῖ νὰ κάνη ὁλόκληρη Ἀκολουθία µὲ ἕναν συνεχῆ ἀσπασµὸ στὸ ὄνοµα τῆς Παναγίας. Καὶ ὅταν προσκυνᾶ τὴν εἰκόνα Της, δὲν ἔχει τὴν αἴσθηση ὅτι εἶναι εἰκόνα, ἀλλὰ ὅτι εἶναι ἡ ἴδια ἡ Παναγία, καὶ πέφτει κάτω λειωµένος, διαλυµένος ἀπὸ τὴν ἀγάπη Της.
Άγιος Παΐσιος
* * *

Δεν θα ονοματίσω θάνατο την ιερή σου κοίμηση,Παναγιά μου, αλλά πιο ταιριαστό είναι μετάσταση ή αποδημία ή ενδημία στους κόλπους του Θεού να την πω. Αποδημώντας από το σώμα πας στη χώρα του Κυρίου.

Από τη γη σε πέρασαν στον ουρανό Άγγελοι κι Αρχάγγελοι. Με τ’ ανέβασμά σου φρίξανε τ’ ακάθαρτα αερικά. Καθώς διαβαίνεις κάνεις ευλογημένο τον αέρα, ο αιθέρας ψηλά αγιάζεται. Χαρούμενος ο ουρανός υποδέχεται την ψυχή σου. Σε προϋπαντούνε με ύμνους ιερούς και ολόφωτες λαμπάδες ολόχαρης γιορτής οι αγγελικές δυνάμεις που σχεδόν λένε: 
«Ποιά είναι τούτη που ανεβαίνει λευκανθισμένη», «που προβαίνει σαν αυγή, ωραία ωσάν φεγγάρι, λαμπερή ωσάν ήλιος;». 
Πόσο ομόρφηνες και γλύκανες! Εσύ «ωσάν άνθος του αγρού», «ωσάν το κρίνο ανάμεσα στ’ αγκάθια»· «γι’ αυτό σ’ αγαπούν οι κοπέλες»· «τρέχουμε πίσω απ’ τ’ άρωμά σου», «ο βασιλιάς σ’ έφερε στο θάλαμό Του». Εκεί έχεις φρουρά τις Εξουσίες, σ’ εγκωμιάζουν οι Αρχές, οι Θρόνοι σ’ ανυμνούνε, τα Χερουβίμ είναι γεμάτα έκπληχτη χαρά, τα Σεραφίμ δοξάζουν εκείνη που στάθηκε φυσική μητέρα του Κυρίου τους χάρη στο αληθινό έλεος του Θεού για μας. Δεν ήλθες μονάχα, καθώς ο Ηλίας, «ως τον ουρανό», ούτε σ’ ανέβασαν, ωσάν τον Απόστολο Παύλο «ως τον τρίτο ουρανό», παρά έφτασες ίσαμε τον ίδιο το βασιλικό θρόνο του Υιού σου, τον βλέπεις με τα μάτια σου, χαίρεσαι και στέκεις δίπλα Του με πολλή κι ανείπωτη σιγουριά. 

Άφατο σκίρτημα χαράς για τους Αγγέλους και όλες τις υπερκόσμιες δυνάμεις, δίχως τέλος ευφροσύνη για τους Πατριάρχες, ανεκλάλητη χαρά για τους Δίκαιους, αγαλλίαση ατέλειωτη για τους Προφήτες! Ευλογείς τον κόσμο, αγιάζεις την πλάση όλη! Ανάσα για τους καταπονεμένους, για αυτούς που πενθούνε, παρηγοριά, γιατρειά των αρρώστων, λιμάνι στους θαλασσοδαρμένους, συγχώρεση για τους αμαρτωλούς, των λυπημένων καλοσυνάτη παρηγορήτρα, για όλους τους ικέτες σου, πρόθυμη βοήθεια.

Τι θαύμα αληθινά υπερφυσικό! Τι πράγματα γεμάτα θάμπος! Εγκωμιάζουμε και καλοτυχίζουμε το βδελυρό και από παλιά μισημένο θάνατο! Αυτός, που πρώτα μας έφερνε το πένθος και το συννεφιασμένο βλέμμα, τα δάκρυα και τη σκυθρωπή όψη, να που μας δίνει τώρα τη χαρά, διώχνει τα σύννεφα της θλίψης και είναι ολάκερος ένα πανηγύρι.
Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός

ΚΑΙ ΠΛΑΤΥΣΜΟΝ ΕΝ ΤΑΙΣ ΘΛΙΨΕΣΙ ΚΟΡΗ



«Ὡς τεῖχος καταφυγῆς κεκτήμεθα καὶ ψυχῶν σε παντελῆ σωτηρίαν καὶ πλατυσμόν ἐν ταῖς θλίψεσι, κόρη, καὶ τῷ φωτί σου ἀεί ἀγαλλόμεθα. Ὦ Δέσποινα, καὶ νῦν ἡμᾶς, τῶν παθῶν καὶ κινδύνων διάσωσον» (από τον Μικρό Παρακλητικό Κανόνα στην Υπεραγία Θεοτόκο)

«Σε έχουμε δικό μας τείχος για να καταφεύγουμε στις δυσκολίες μας και πλήρη σωτηρία για τις ψυχές μας και μια πλατιά αγκαλιά στις θλίψεις, Κόρη, και με το φως που προέρχεται από σένα χαιρόμαστε ολόψυχα. Δέσποινα Παναγία, και τώρα σώσε μας από τα πάθη μας και τους κινδύνους της ζωής» 

            «Πλατυσμό» χαρακτηρίζει την Παναγία ο υμνογράφος της Μικράς Παρακλήσεως. Δεν είναι μόνο η πλατυτέρα των ουρανών, αυτή δηλαδή της οποίας η αγκαλιά χωράει όλους τους ουρανούς και ακόμη περισσότερο, από τη στιγμή που αγκάλιασε ως Μάνα τον Δημιουργό των ουρανών, τον Υιό και Λόγο του Θεού.  Είναι και πλατυσμός, δηλαδή η αγκαλιά της μας χωρά στις θλίψεις και τις δοκιμασίες, οι οποίες κατατραυματίζουν, κατατρώγουν την καρδιά μας με τα βέλη τους. Και δεν μας χωρά μίζερα, τσιγκούνικα, από υποχρέωση, επειδή έχει έναν ρόλο τον οποίο της ανέθεσε ο Χριστός, αλλά και εμείς οι άνθρωποι, αυτόν της Μητέρας όλων μας. Ο πλατυσμός της αγκαλιάς της είναι από την καρδιά της ολόκληρη. Είναι μάνα για τον καθέναν και την καθεμιά μας, είτε τη γνωρίζουμε είτε όχι. Η αγάπη της δεν είναι κλειστή, αλλά ανοιχτή, χωρίς όρια, για τους πάντες. Είναι αυτή η οποία βλέπει τον Υιό και Θεό της στον κάθε Αδάμ, στον κάθε άνθρωπο, και η αγάπη της πλαταίνει κάθε στιγμή, διότι η αγάπη δεν μετριέται, αλλά βιώνεται χωρίς να μπορεί να περιγραφεί με λόγια, χωρίς να εξαντλείται, χωρίς να περιορίζεται. Αρκεί ένα βλέμμα. Αρκεί το δάκρυ της στον Χριστό για τον καθέναν μας. Αρκεί να νιώθουμε την ανάσα της σε κάθε δυσκολία μας και την προσευχή της κι όταν δεν υπάρχει διέξοδος.

            Γι’ αυτό και η έξοδός της από αυτόν τον κόσμο  γίνεται πλατυσμός. Δεν βρίσκεται πλέον σε έναν συγκεκριμένο τόπο, σε έναν συγκεκριμένο χρόνο, συνδεόμενη με τους ανθρώπους που βρίσκονται κοντά της.  Η αγκαλιά της, η έγνοια, η προσευχή της απλώνονται σε όλο τον κόσμο, διότι τώρα μπορούν να τη γνωρίσουν και να την αγαπήσουν όλοι. Απλώνεται η αγκαλιά της με την Εκκλησία μαζί. Και πριν έτσι ήταν, αλλά τώρα φαίνεται κιόλας. Και ο θάνατός της δεν είναι πορεία μόνο της ίδιας προς τον Χριστό, πέρασμα στην όντως ζωή, αλλά και πρόκληση προς όλους να μπούμε στην αγκαλιά της, να ακούσουμε το καρδιοχτύπι της, να μοιραστούμε την προσευχή της, να την ακολουθήσουμε με εμπιστοσύνη στον Χριστό.

            Γι’ αυτό κι εμείς στο Πάσχα του καλοκαιριού χαιρόμαστε και πανηγυρίζουμε. Δεν είναι ένα κατόρθωμα πίστης ο πλατυσμός της Παναγίας. Είναι κατόρθωμα σχέσης. Η Παναγία δεν εκφράζει λόγους ιδεολογικούς. Εκφράζει την εμπειρία της μάνας που γέννησε το Παιδίον Νέον, που Το μεγάλωσε, Το άφησε ελεύθερο, Το ακολούθησε με εμπιστοσύνη μέχρι θανάτου και αναστάσεως, και έγινε το Πρόσωπο αναφοράς για τα ανθρώπινα στην Εκκλησία. Απόστολοι εκ περάτων συναθροίσθηκαν για να την ασπαστούν για τελευταία φορά κατά άνθρωπον. Για να της πούνε το «Χαίρε», όπως ο Γαβριήλ. «Χαίρε» όχι γιατί θα πεθάνεις, αλλά γιατί θα είσαι δίπλα στον Υιό σου και σωματικά. Γιατί δεν θα σε χωρίζει ο χρόνος και ο τόπος, αλλά θα είναι η φωνή Του συνεχώς στα ώτα σου, αλλά και η δική σου στα δικά Του. Γιατί θα είναι το βλέμμα Του επάνω σου και το δικό σου επάνω Του. Γιατί, χωρίς να είσαι θεός κατά φύσιν, θα είσαι θεός κατά χάριν, αυτό για το οποίο πλάστηκε κάθε άνθρωπος ερχόμενος εις τον κόσμον, χωρίς να νικιέται ούτε από τον θάνατο. Γιατί ζεις πλέον αυτό που προσδοκούμε όλοι μας, την ανάσταση των νεκρών και την ζωή του μέλλοντος αιώνος. Γιατί όλοι μας μπορούμε να χωρέσουμε στον πλατυσμό σου, να είμαστε παιδιά σου, «να μας φάει ο Παράδεισος» (άγιος Κλεόπας Ηλίε, ο Ρουμάνος ασκητής του 20ού αιώνα) μαζί σου.

            Πολλές οι θλίψεις του αιώνος τούτου. Συχνά δυσβάστακτες, με μεγαλύτερη τον θάνατο, όχι μόνο τον οικείο, αλλά και των οικείων. Όχι μόνο τον σωματικό, αλλά και κάθε ήττας στη ζωή. Σε έναν κόσμο που ζητά την περιχαράκωση στα ίδια, όταν κάνει την αμαρτία δικαίωμα,  όταν δεν την βλέπει στην άρνηση κάθε σχέσης που υπερβαίνει την ιδιοτέλεια, όταν θεοποιεί τον νου, όταν μετατρέπει την πίστη σε ιδεολόγημα, σε αυτοδικαίωση, σε φανατισμό, σε φόβο, ο πλατυσμός της Παναγίας είναι απάντηση και πρόταση σωτηρίας. Και η γιορτή της Κοιμήσεως μας καλεί να ανοίξουμε την καρδιά μας και την αγκαλιά μας, να μοιραστούμε τον σταυρό τον δικό μας και των άλλων με απλοχεριά, γενναιοδωρία, χωρίς φόβο, ξεκινώντας πορεία εμπιστοσύνης στον Χριστό, με τον τρόπο της Παναγίας, με τον τρόπο της Εκκλησίας. Και Εκείνος παραλαμβάνει πάντοτε το πνεύμα, το νόημα, την πράξη, τη σκέψη, το κάθε τι της ζωής μας, πρώτιστα το αμαρτωλό για να το συγχωρέσει, να το αγιάσει με τις δικές της πρεσβείες και να το κάνει αναστάσιμο, αιώνιο, γιορτινό κοντά της. Κι εμάς παιδιά της και παιδιά Του.

            Χρόνια πολλά κι ευλογημένα! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

 

 

Κάθε φορά που εορτάζουμε την Κοίμηση της Θεοτόκου είναι σαν να έχουμε Πάσχα· το Πάσχα του καλοκαιριού. Πάσχα μάς ετοιμάζει η Κυρία Θεοτόκος. Διάβαση ένδοξη «εκ του θανάτου εις την ζωήν». Δεύτερο Πάσχα, άγιο, άμωμο, ζωοποιό για το ανθρώπινο γένος, γιατί πράγματι σήμερα «νενίκηνται της φύσεως οι όροι».
«Πώς η πηγή της ζωής πηγαίνει προς την ζωή περνώντας από τον θάνατο!», αναφωνεί ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Ο θάνατος της «ζωαρχικής Μητρός» του Κυρίου υπερβαίνει την έννοια του θανάτου, ώστε δεν ονομάζεται κάν θάνατος, αλλά «κοίμησις» και «θεία μετάστασις» και εκδημία ή ενδημία προς τον Κύριο. Και αν ακόμη λεχθεί θάνατος, όμως είναι θάνατος ζωηφόρος, αφού μεταβιβάζει σε ουράνια και αθάνατη ζωή.
Η μετάσταση της Θεοτόκου ως ένα γεγονός αναμφισβήτητο, που διασώθηκε από την ιερά Παράδοση, έχει ενσωματωθεί στην διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας και δεν έχει σχέση με τις ευσεβιστικές δοξασίες των Δυτικών περί ασπόρου συλλήψεως και άνευ θανάτου ζωής της Θεοτόκου.
Η Παρθένος ήταν εκείνο το ιδιαίτερο δημιούργημα του Θεού που υπερέβη όλους τους ανθρώπους και αγγέλους. Αυτή μόνη από τους ανθρώπους έζησε βίο πανάμωμο, και το ακατάληπτο για όλα τα λογικά όντα, κατέστη Μητέρα του Θεού. Επειδή δεν είχε ποτέ αμαρτήσει, δεν υποχώρησε σε κάποιο φιλήδονο λογισμό δικαίως και δεν έζησε επί της γής με οδύνες της σαρκός, με ασθένειες. Αν και είχε σώμα ζωαρχικό εν τούτοις ως άνθρωπος υπέρχεται στην ασθένεια του θανάτου και πεθαίνει. Χωρίς όμως να χωρισθεί η ψυχή και το σώμα Της από τον Θεό· λύνεται προσωρινά ο σύνδεσμος που τα ενώνει μεταξύ τους, όπως είχε γίνει και με τον Χριστό. Μετά τον θάνατο η ψυχή Της ενώνεται αμέσως με τον Χριστό. Διότι ο Κύριος κατά την ώρα της Κοιμήσεως της Μητέρας Του συνοδευόμενος από τα υπερκόσμια τάγματα των αγγέλων και αγίων παίρνει την ιερά ψυχή Της όχι απλώς στον ουρανό, αλλά «έως αυτού του βασιλικού θρόνου Του, εις τα επουράνια Άγια των Αγίων», όπως αναφέρει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Ενώ το ζωαρχικό και θεοδόχο σώμα της Παναγίας μετά από τρεις ημέρες μετατίθεται στους υπερουρανίους χώρους, άφθαρτο, προς τον Μονογενή και αγαπημένο Υιό Της. Δηλαδή μπορούμε να μιλήσουμε και για εν σώματι ανάσταση της Θεοτόκου. Ανάσταση όμως που δεν ενεργήθηκε από την ίδια, αλλά από τον Υιό και Θεό Της.
Μάρτυρας αυτής της αναστάσεως-μεταστάσεως της Θεοτόκου είναι ο απόστολος Θωμάς, ο οποίος δεν παρευρισκόταν στην οσία ταφή Της, αλλά ερχόμενος καθυστερημένος ως συνήθως, μετά από τρεις ημέρες, και μετά από παράκλησή του ανοίγουν οι υπόλοιποι απόστολοι τον τάφο και δεν βρίσκουν το θεοδόξαστο εκείνο σώμα. Βλέπουν όμως την Θεοτόκο να ανεβαίνει στους ουρανούς και να παραδίδει στον απόστολο Θωμά την Τιμία και Αγία Της Ζώνη ως τεκμήριο της μεταστάσεώς Της, κάτι αντίστοιχο που είχε γίνει και με την ψηλάφηση του Κυρίου από τον ίδιο απόστολο.
Το σώμα της Παναγίας -όπως και το σώμα του Υιού Της- δεν υπέστη διαφθορά στον τάφο, δηλαδή δεν αλλοιώθηκε, δεν διαλύθηκε από τα υλικά στοιχεία που το συνέθεταν. Εξάλλου μετά την ανάσταση του Χριστού τα σώματα πολλών αγίων Του δεν διαφθείρονται και γίνονται μερικώς άφθαρτα λείψανα· πόσο μάλλον ήταν λογικό να μην φθαρεί και το «θεοδόχον σκήνωμα» της Μητέρας του Θεού.
Ο άγιος Ανδρέας Κρήτης λέγει ότι το αδιάφθορο της παρθενίας της Θεοτόκου κατά την γέννηση του Χριστού έχει ως φυσικό επακόλουθο και την μή διαφθορά του σώματός Της κατά την ώρα του θανάτου. «Ο τόκος διέφυγε την φθορά και ο τάφος δεν δέχτηκε την διαφθορά».
Η Παναγία Θεοτόκος μετά την κοίμησή Της καθίσταται η Μητέρα της νέας κτίσεως, της Εκκλησίας του Χριστού. Επειδή Αυτή είχε την κεντρική θέση στην οικονομία της σωτηρίας, αφού από Αυτήν σαρκώθηκε ο Κύριος που είναι η κεφαλή της Εκκλησίας, έχει τώρα στην επουράνιο Εκκλησία όλο το πλήρωμα της Χάριτος και δόξας και παρρησίας. Έγινε η ευεργέτιδα πάσης της φύσεως και κτίσεως, γι’ αυτό προσκυνείται από όλη την κτίση ως Κυρία και Δέσποινα και Βασίλισσα και Θεομήτορα.
Διά της Θεοτόκου και εξαιτίας Αυτής η ιστορία όλου του κόσμου εισήλθε σε νέα τροχιά, ασύγκριτα μεγαλειωδέστερη και ανώτερη απ’ ό,τι υπήρχε πριν από Αυτήν. Δεν μπορούσε και ούτε μπορεί κάποιο δημιούργημα να γίνει τελειότερο από Αυτήν, ούτε η ίδια μπορούσε να γίνει τελειότερη απ’ ό,τι είναι. Αλλά και σύμφωνα με τους Πατέρες τρία πράγματα δεν μπορούσε να κάνει τελειότερα ο παντοδύναμος Θεός. Την σάρκωση του Θεού Λόγου, την Παρθένο Θεοτόκο και την μακαριότητα που θα απολαμβάνουν οι σεσωσμένοι.
Η Παναγία μετά την ανάσταση του Χριστού ήταν το στήριγμα των αποστόλων και της νεοϊδρυθείσης Εκκλησίας του Χριστού. Αυτή δίδασκε τους νέους χριστιανούς, τους καθοδηγούσε, τους παρηγορούσε στις θλίψεις τους. Στον κατά πλάτος βίο Της διαβάζουμε ότι ο αρχάγγελος Γαβριήλ τρεις ημέρες πριν από την κοίμησή Της, την επισκέπτεται όπως και στον Ευαγγελισμό, και της αναγγέλει την ένδοξη μετάστασή Της από τον θάνατο στην ζωή. Κατόπιν το Άγιο Πνεύμα με τρόπο θαυματουργικό συγκέντρωσε όλους τους αποστόλους στην Γεθσημανή, στον οίκο της Θεοτόκου, για να παραστούν στην οσία ταφή Της και να πάρουν την ευλογία Της. Αφού εγκωμίασαν την υπερύμνητο Μητέρα του Θεού την παρακαλούσαν να τους πεί κάποια τελευταία διδαχή Της ως παρακαταθήκη. Τότε η Θεοτόκος τους λέγει μία παραβολή, στην οποία ο κόσμος τούτος παρομοιάζεται με μία εμποροπανήγυρη και όποιος κάνει την καλή εμπορία, όποιος δηλαδή κάνει την καλύτερη αγορά αυτός είναι και ο πιο κερδισμένος. Και στην συνέχεια τους εξηγεί ότι έτσι είναι και στα πνευματικά. Όποιος τηρήσει με μεγαλύτερο ζήλο και ακρίβεια τις εντολές του Χριστού, αυτός θα πετύχει το μεγαλύτερο κέρδος, θα δοξασθεί περισσότερο στην βασιλεία των ουρανών. Και τους προτρέπει να επιμένουν στον «καλόν αγώνα».
Πράγματι πόσο ευαρεστείται η Παναγία μας όταν βλέπει ότι αγωνιζόμαστε για την σωτηρία μας! Πόσο αναπαύεται! Και η ίδια όμως πόσο αγωνίστηκε επί της γής με αφανή τρόπο -ενώ ως αναμάρτητη δεν όφειλε να το κάνει- το έκανε όμως για να μας αφήσει παράδειγμα τελείας ασκήσεως. Στην Γεθσημανή εκεί που έμενε, μετά την κοίμησή Της, βρήκαν στις πλάκες όπου έκανε μετάνοιες να έχουν σχηματισθεί βαθουλώματα, λακκούβες από την πολλή χρήση και τριβή.
Ας μιμηθούμε και εμείς την άμεση υπακοή Της, την προσφιλή Της ταπείνωση, την μυστική εσωτερική Της πνευματική εργασία, την πυριφλεγή προσευχή Της, την συνεχή νήψη που ασκούσε, τον θείο έρωτά Της, τον πνευματικό πόνο που ως ρομφαία ένιωσε κάτω από τον Σταυρό του Υιού Της.
Σε όσους αγωνίζονται Αυτή γίνεται «υπέρμαχος σύμμαχος», ασχέτως αν πριν ζούσαν ασώτως. Ας θυμηθούμε ότι και για την οσία Μαρία την Αιγυπτία η Θεοτόκος έγινε η «Εγγυήτρια» για την μετάνοιά της. Και αφού η οσία Μαρία αναχώρησε στην έρημο, όπου εκεί αγωνιζόταν με απαράκλητο τρόπο, η ίδια η Παναγία την παρηγορούσε με τις θείες εμφανίσεις Της.
Η Θεοτόκος ως κουροτρόφος των μοναχών είναι και η χορηγός των θείων χαρίτων για τους μοναχούς και ιδιαίτερα για τους Αγιορείτες. Αυτή έδωσε το χάρισμα της νοεράς προσευχής στον άγιο Μάξιμο τον Καυσοκαλύβη, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, τον άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη, αλλά και στον μακάριο Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή, ο οποίος συνδέεται άμεσα με την συνοδία μας. Και κατά ένα λόγο περισσότερο η σημερινή ημέρα έχει ιδιαίτερη σημασία για εμάς τα πνευματικά εγγόνια του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού, αφού σαν σήμερα, μετά την θεία Λειτουργία, κοιμήθηκε με οσιακό θάνατο το 1959. Αυτός που τόσο αγάπησε την Παναγία μας -τήν γλυκιά του Μανούλα καθώς την αποκαλούσε- ενώ πάμπολλες αντιλήψεις, θείες εμφανίσεις και χαρίσματα έλαβε από Αυτήν. Και πράγματι ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό για τους οσίους Αθωνίτες Πατέρες ήταν η Θεοτοκοφιλία τους. Και στο άκουσμα του ονόματός Της δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους, τα προερχόμενα από τον πάναγνο μητροπαρθενικό έρωτα. Μόνο που ακούγεται το όνομά Της η φιλόθεος ψυχή κινείται σε θαυμασμό, σε ευχαριστία και ευγνωμοσύνη. Έτσι και η μνήμη και μόνο της Θεοτόκου, δηλαδή η διανοητική ενασχόληση με το πρόσωπο της Παναγίας, αγιάζει αυτόν που την χρησιμοποιεί. Έλεγε ο μακαριστός π. Αθανάσιος ο Ιβηρίτης ότι η αγάπη προς την Θεοτόκο σώζει τον άνθρωπο και ας μην έχει έργα.
Ο σύγχρονος άνθρωπος θα πρέπει να αξιοποιήσει την μεσιτεία της Θεοτόκου, η οποία είναι σωστική. Σε κάθε θλίψη και πρόβλημά του να μην ξεχνά ότι υπάρχει «η των θλιβομένων βοηθός, η προστάτις, η αντιλήπτωρ, η παραμυθία των ολιγοψυχούντων» στην οποία μπορεί να προστρέχει και να βρίσκει παρηγορία, άμεση λύση και απάντηση. Ευχόμεθα η Κυρία Θεοτόκος, η οποία «μετέστη προς την Ζωήν», να δίδει πάντοτε την ευλογία Της σε όλους μας ώστε να περάσουμε την παρούσα ζωή όσο το δυνατόν αβλαβή και ακίνδυνο από τις πλάνες και μεθοδείες του πονηρού και να μάς αξιώσει της επουρανίου βασιλείας του Υιού Της. Αμήν.
 Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος α’.
Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε· μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη, ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Παραμονή της Κοιμήσεως

 Ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου

Παραμονή της Κοιμήσεως
Απόψε, η νύχτα μοιάζει πιο ήσυχη.
Σαν να σταματά για λίγο ο κόσμος,
για να ακούσει το μυστήριο
που πλησιάζει.
Τα κεριά καίνε μπροστά στην εικόνα Σου,
Παναγία Μητέρα,
και οι ψυχές αφήνουν στα πόδια Σου
ό,τι δεν μπορούν να πουν με λόγια.
Απόψε δεν υπάρχει αποχωρισμός.
Υπάρχει μετάβαση.
Δεν υπάρχει τέλος.
Υπάρχει η πόρτα της αιωνιότητας
που ανοίγει για Εκείνη
που έγινε Μητέρα όλου του κόσμου.
Κι εμείς στεκόμαστε σιωπηλοί
μπροστά στο μεγάλο αυτό μυστήριο,
με δάκρυα στα μάτια
και ελπίδα στην καρδιά.
Γιατί ξέρουμε πως όπου πηγαίνεις,
δεν μας αφήνεις.
Μας σκεπάζεις.
Μας θυμάσαι.
Μας παίρνεις μαζί Σου
στην προσευχή Σου.
Απόψε, πριν ξημερώσει η μεγάλη ημέρα,
ας ψιθυρίσουμε μόνο:
«Παναγία μου,
μείνε κοντά μας.
Και όταν η καρδιά μας φοβάται,
γίνε Εσύ η γαλήνη της.
Υπεραγία Θεοτόκε,
πρέσβευε υπέρ ημών,
ώστε η αυγή της Κοιμήσεώς Σου
να γίνει για την ψυχή μας
αυγή ελπίδας, πίστης
και επιστροφής στον Υιό Σου».

Αφιέρωμα Αυγούστου:Παναγία η Παντοβλέπουσα

 

Τσαντίρης Νίκος

Φυλάσσεται στον ιστορικό Ιερό Ναό Κοίμησης της Θεοτόκου στην Παναγιά της Θάσου.

Το χωριό Παναγία βρίσκεται σε απόσταση 10 χιλιομέτρων από την πρωτεύουσα του νησιού Λιμένα και η πρόσβαση γίνεται σε αυτό από την περιφερειακή οδό που διατρέχει το νησί με ήπια ανάβαση, μέσα από μια μαγευτική καταπράσινη διαδρομή με πεύκα, πλατάνια και οργιώδη βλάστηση.

Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που βρίσκεται στο κέντρο του χωριού αποτελεί μεγάλο κεφάλαιο της θρησκευτικής ιστορίας του τόπου.

Το πανέμορφο χωριό Παναγία της Θάσου

Δυστυχώς δεν είναι γνωστή από τις ιστορικές πηγές με ακρίβεια η ημερομηνία ανέγερσής του, αν λάβουμε όμως υπόψη μας το όνομα στο χωριό δόθηκε από την εκκλησία, τότε η ανέγερση τοποθετείται πριν από το 1821, έτος έναρξης της Ελληνικής επανάστασης ενώ τα εγκαίνια του Ναού έγινα από τον μητροπολίτη Άνθιμο.

Οι επιθέσεις των πειρατών στην αρχαία πόλη της Θάσου (σημερινός Λιμένας) ανάγκασαν τους κατοίκους του να εγκατασταθούν στην Παναγία ενώ άλλοι έφτασαν εκεί το 1770 όταν έφτασε ο ρωσικός στόλος στο νησί.

Ο ιστορικός και μεγαλοπρεπής Ιερός Ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου Παναγίας στην Παναγία της Θάσου. 

Η αύξηση του πληθυσμού δημιούργησε την ανάγκη για καινούργια εκκλησία και οι προύχοντες του τόπου, ο Σωτήριος Αυγουστής, ο Αυγερινός και Χατζής Κωνστανής με την βοήθεια και της Μονής Βατοπεδίου, χρηματοδότησαν τις εργασίες ανέγερσης του ναού που άρχισαν το 1831 και επιμελήθηκαν καστοριανοί μάστορες πολλοί γνωστοί για την άριστη γνώση της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής και αυτοί ήταν που έδωσαν στον ναό πολλά χαρακτηριστικά των Βυζαντινών εκκλησιών της πόλης τους, ενώ το υπέροχο ξυλόγλυπτο τέμπλο της εκκλησίας ολοκληρώθηκε το 1881 από Βολιώτες τεχνίτες.

Ο αρχιτεκτονικός ρυθμός του ναού είναι βασιλική με τρούλο ενώ τα υλικά για την κατασκευή του πάρθηκαν από την γύρω περιοχή αλλά και από τα ερείπια αρχαίων ναών της Θάσου.

Ο ναός έχει πέντε εισόδους μια μεγάλη κεντρική από την δυτική πλευρά και τέσσερις που μας οδηγούν στα πλαϊνά κλίτη ενώ η εκκλησία διατηρεί με ξεχωριστή ευλάβεια την εικόνα της Παναγίας της Πανταβλεπούσας με ημερομηνία 1814 που είναι το σύμβολο του χωριού.

Η Παναγία Παντοβλέπουσα, ένα μοναδικό προσωνύμιο στην Ελλάδα, στο προσκυνητάρι της στον Ιερό Ναό της Κοίμησης της Παναγίας, στην Παναγία της Θάσου.

Η Θαυματουργή Εικόνα με την επωνυμία «Παναγία η Παντοβλεπούσα», όπως χαρακτηριστικά αναγράφεται στην χρυσή ετικέτα και που είναι μοναδικό προσωνύμιο στην Ελλάδα, εικονίζει την Παναγία εστεμμένη και στολισμένη με πέτρες να κρατά τον Χριστό και βρίσκεται στην είσοδο του κυρίως Ναού στο δεξί προσκυνητάρι.

Το βλέμμα της Παναγίας είναι λυπημένο και δημιουργεί έντονα την εντύπωση ότι κοιτάζει απ΄όλες τις πλευρές ενώ κατά ιστορική μαρτυρία η εικόνα πιθανόν να είναι ρωσικής προελεύσεως και τεχνοτροπίας και την μετέφεραν στη Θάσο κάποιοι ομογενείς από την Ρωσία και την δώρισαν στον ιερό Ναό της Παναγίας, στο ασημένιο επικάλυμμα της υπάρχει η χρονολογία 1814, όμως η αγιογραφία είναι βέβαιο ότι είναι πολύ παλαιότερη.

Δέηση στην Παναγία

 


π. Βασίλειος Φιλιππάκης – Ι.Ν. Παναγίας Λατομίτισσας Χίου

Στήν Παναγία μας ὅλα τά προβλήματά μου ἀναθέτω.

Ἀλλά γιά περισσότερη ἐγρήγορση…

Μιλῶ στήν Όδηγήτρια,στην Γλυκοφιλοῦσα, ὅταν μοῦ λείπη ἡ ἀγάπη τῶν δικῶν μου.
Παρακαλῶ τήν Ὁδηγήτρια, γιά νά μήν χάσω τόν δρόμο μου.

Κλαίω μπροστά στήν Παυσολύπη, ὅταν ὁ οὐρανός μου εἶναι μαῦρος.

Δέομαι στήν Γοργοϋπήκοο, γιατί τό πρόβλημα μου “δέν παίρνει” ἄλλο.

Γονατίζω στήν Παραμυθία, ὅταν οἱ λύπες εἶναι ἀβάσταχτες, πολλές καί ὄχι μία.

Χαμογελώντας παρακαλῶ τήν Πάντων Χαρά, ὅταν ἡ χαρά μου εἶναι για μένα μακρινό ὄνειρο.

Κοκκινίζοντας ἐκλιπαρῶ τό Ρόδο τό Ἀμάραντο,γιά τήν χαμένη μου ντροπή στις αμαρτίες.

Κι ἄν ἡ μάνδρα τῆς ψυχῆς μου ἀπειληθῆ, κρούω στήν Πορταΐτισσα.

Δοξολογώντας τόν Κύριο, ψάλλω μπροστά στό Ἄξιον Ἐστί.

Εὐχαριστώντας τόν Θεό γιά ὅσα μοῦ ἔδωσε, ζητῶ ἀπό τήν Παναγία Δεξιά νά Τοῦ τό πῆ.

Κι ὅταν θέλω τό “χάδι” τοῦ Θεοῦ μου, κλείνω ευλαβικά τό γόνυ της ψυχής μου στήν Μεσσίτρια.

Ἀλλ’ ὅταν δέν ἀντέχω τόν θρῆνο τῶν ἀδελφῶν, ζητῶ ἀπό τήν Θρηνωδοῦσα νά κλαύσω μαζί της.

Κι ὅσες φορές, ὡς ἄλλοι “Φιλισταῖοι”, ἐχθρικά σύννεφα πυκνώνουν στόν οὐρανό τῆς Πατρίδος μου, ἱκετεύω τήν Ἁγία Σκέπη.

Γιά τήν προστασία τῶν απανταχού της γης ἀδελφῶν μου, γονυπετῶ μπροστά στήν Τριχεροῦσα.

Κι ὡς Μάνα τοῦ κόσμου ὅλου, μπροστά στην Βρεφοκρατοῦσα, ἱκετεύω γιά τίς μάνες…

Ἀπό τήν Γερόντισσα τοῦ Ἁγίου Ὄρους ζητῶ νά φυλάει τά ἀδέλφια μου τούς μοναχούς…

Ὦ Δέσποινα τοῦ κόσμου,
γενοῦ μεσίτρια,
πρός τόν Φιλάνθρωπο Θεόν,
μή μοῦ ἐλέγξῃ τάς πράξεις,
ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων.

ΚΑΛΗ ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ Η ΓΛΥΚΙΑ ΜΑΣ ΠΑΝΑΓΙΑ
ΝΑ ΜΑΣ ΦΥΛΑΕΙ ΟΛΟΥΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ.

Η μητρότητα στην πυρηνική οικογένεια. Η γυναίκα ως μητέρα και σύζυγος

 

Η μητρότητα είναι ίσως η πιο αθόρυβη και συγχρόνως η πιο δυνατή ισχυρή λειτουργία μέσα στην οικογένεια. Δεν εξαντλείται στη φροντίδα των παιδιών, αλλά γίνεται τρόπος ζωής, προσφοράς, υπομονής και αγάπης, η οποία απλώνεται σε ολόκληρη την οικογένεια και συχνά ξεπερνά τα όριά της. Παραμονές της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, το πρόσωπο της Παναγίας μάς θυμίζει αυτή ακριβώς τη διάσταση της μητρότητας: την αγάπη που συνοδεύει, στηρίζει και παραμένει κοντά στον άνθρωπο σε κάθε στιγμή της ζωής του. Μέσα σε αυτό το φως αποκτούν ιδιαίτερη αξία και οι απλές, καθημερινές μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν από κοντά μια τέτοια οικογενειακή σχέση.

Δανείζομαι την περιγραφή ενός γιού στο πώς βίωνε τις σχέσεις των γονέων του. «Συμπλήρωναν ο ένας τον άλλον. Η μητέρα μας ακολουθούσε τον πατέρα μας σε όλες του τις αποφάσεις, αλλά και ο πατέρας μας δεν μπορούσε να αποφασίζει χωρίς την μητέρα μας. Ήταν πάντοτε μαζί. Ο ένας για τον άλλον, αλλά μαζί και για τον πλησίον. Η μητέρα μας ζούσε σε απόλυτη αρμονία με τον αγαπητό της σύζυγο. Για τα παιδιά της ήταν μία γλυκειά και τρυφερή μητέρα, γιαγιά και προγιαγιά. Μεγάλοι και μικροί σαν σε μυθιστόρημα. Όλοι φιλοξενήθηκαν με εγκαρδιότητα και τιμή».

Η απλή αλλά ουσιαστική περιγραφή καταδεικνύει, ότι αυτό το οποίο χαρακτηρίζουμε ως «ανδρόγυνο», σχέση, δηλαδή, άνδρα και γυναίκας σε έναν κοινόν οίκο, καθορίζεται από την συναντίληψη και ενότητα, όχι μόνο «σαρκός και αίματος», αλλά και έργων, δράσεων, σκέψεων, αποφάσεων, ενεργειών, και αντιλήψεων, αφού υπηρετούν έναν κοινό σκοπό, την δημιουργία, την ανάπτυξη και την προσφορά στην μικρογραφία μιάς κοινωνίας, των μελών μιάς οικογένειας. Αντίθετα, εάν σ’ αυτόν τον κοινόν οίκο, ο άνδρας και η γυναίκα βρίσκονταν σε διάσταση και σύγκρουση, τότε δεν θα προχωρούσε τίποτε, θα έμενε ο οίκος στάσιμος και ακυβέρνητος και σε άσχημη κατάσταση, όπως λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, είναι ένα αφύσικο καράβι που θαλασσοδέρνεται.

Απολύτως ευκταία και προτιμηταία, συνεπώς, η συζυγική αρμονία, ομόνοια, ενότητα και συνεργασία ως συνισταμένη μιάς συνεχούς κατάστασης αγώνος και αλληλοπεριχωρήσεων. Ένας διττός αγώνας, αντικείμενος σε κάθε μορφής εξουσίας, με την οποία επιδιώκεται η θυσία των άλλων προς ικανοποίηση ατομικών απόψεων και προτιμήσεων, συγκείμενος όμως στην κατάκτηση του πραγματικού νοήματος της συμβίωσης και της ομοζυγίας. Στον γάμο είναι ανοίκεια η εξουσιαστική δύναμη, όπως ακριβώς ισχύει και στην Εκκλησία και στην κατά Χριστόν σωτηρία. Στον γάμο υπάρχει αμοιβαιότητα, ισότητα και μία αξιοπρόσεκτη ισοτιμία μεταξύ των συζύγων, γιαυτό είναι συγχρόνως και ομόζυγοι.

Υπ’ αυτήν την προοπτική ο πραγματικός και ουσιαστικός γάμος δεν είναι μία απλή μορφή συμβίωσης αλλά είναι ένα συνεχές και δυναμικό γεγονός, πάντοτε με θετικό πρόσημο στην πορεία του, όταν μάλιστα βρίσκεται σε αναφορά προς τις διανθρώπινες σχέσεις και την κοινωνία.

Σ’ αυτή την ισορροπία των ομοζύγων σχέσεων η γυναίκα, ως μητέρα και σύζυγος, καλείται να διαδραματίσει έναν σημαντικό ρόλο, να συμπληρώσει τον σύζυγό της στον κοινό τους αγώνα για την βιοτική μέριμνα της οικογένειας του, να καταστεί ασφαλής και σταθερός βοηθός και συνεργάτης του συζύγου της.

Επαναλαμβάνω τα λόγια της περιγραφής. «Συμπλήρωναν ο ένας τον άλλον, ο ένας δίπλα στον άλλο… η μητέρα ακολουθούσε τον πατέρα σ’ όλες τις αποφάσεις αλλά και ο πατέρας δεν μπορούσε να αποφασίσει χωρίς την μητέρα».

Αυτή ακριβώς η περιγραφική μορφή σχέσης αποτελεί το «κάτοπτρο» της γυναίκας μητέρας και συζύγου, της γυναίκας στις σχέσεις της προς τον σύζυγό της και προς τα παιδιά της.

Μία σύζυγος, η οποία καλλιεργεί την κοινωνία με τον σύζυγό της και συγχρόνως προβάλλει το πρότυπο κοινωνίας και σχέσης προς τα παιδιά της, ως το δομικό στοιχείο σε ό,τι χαρακτηρίζουμε οικογένεια. Η γυναίκα ως σύζυγος πρέπει να καλλιεργεί την σωφροσύνη μέσα στην οικογένεια και να συμπληρώνει τον σύζυγό της, διαφορετικά τα προβλήματα σχέσεων και συναντίληψης θα επιφέρουν οδυνηρά αποτελέσματα.

Ο περιγραφόμενος τρόπος ζωής των συζύγων, ας παραδεχθούμε, ότι δημιουργεί πάντως -ως μη όφειλε- προκλήσεις στις σύγχρονες κοινωνίες, επειδή νοηματοδοτείται από τον αλληλοσεβασμο, την θυσιαστική αγάπη και την ισότητα τόσο στα δικαιώματά τους όσο και στις υποχρεώσεις τους. Ο Μέγας Βασίλειος χαρακτηρίζει τον τρόπο αυτό ως «αγαπητική δύναμη» και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ως «δύναμη αγαπήσεως» και «ορμή προς το έτερον». Αυτή η «δύναμις» αποτελεί την κινητήρια ισχύ ώστε οι σχέσεις μεταξύ των συζύγων, ανδρός και γυναικός, να καρποφορήσουν και να καρπογονήσουν σε κάθε επίπεδο της ζωής και να αποτελέσουν πραγματική συμβίωση.

Η ισότητα, η ισοτιμία και ο αλληλοσεβασμός δεν επιτρέπουν να εμφιλοχωρήσει μεταξύ των συζύγων η πλεονεξία ούτε η αφροσύνη ενώ η σωφροσύνη και η σύνεση είναι απαραίτητα στοιχεία μεταξύ των συζύγων όχι μόνο για τις ουσιώδεις αποφάσεις αλλά και για τις τρέχουσες ανάγκες της καθημερινότητας.

Η ισότητα αυτή ως αλληλοπεριχώρηση δεν συνιστά κάποια «πάλη διεκδικήσεων» αλλά την εκούσια παραίτηση ενός εκάστου κατά περίπτωση και υπέρ του κοινού καλού. Επίσης, δεν εξετάζεται δικανικά σε σχέση προς την ικανοποίηση του ατομικού μας δικαιώματος, αφού ουσιαστικά η ισότητα και η σωφροσύνη, η σύνεση και η συζυγία είναι άσκηση και δοκιμασία πάνω στην ελευθερία του άλλου, στο κατά πόσο, δηλαδή, σέβομαι και αποδέχομαι τον άλλον και δεν τον χρησιμοποιώ ως προς το σώμα του ή και ως προς τις πνευματικές και ψυχικές του λειτουργίες. Γι’ αυτό και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στους λόγους του περί της «εννόμου συζυγίας» αποδίδει και αναγνωρίζει πρωτεύοντα ρόλο στη σύζυγο αναφερόμενος στην καλλιέργεια της σωφροσύνης και της σύνεσης μέσα στην οικογένεια.

Αντίστοιχα είναι και τα λειτουργήματα της γυναίκας ως μητέρας χωρίς να διαφοροποιείται από τα διακονήματά της ως συζύγου. Δύο ρόλοι σε ένα πρόσωπο, «δύο όψεις του ιδίου νομίσματος».

Είναι γνωστό, ότι η έννοια της συζυγίας και της ομοζυγίας περικλείει μέσα της και την σχέση της μητέρας – συζύγου προς τα παιδιά, της οποίας ο ρόλος δεν περιορίζεται μόνο στο θέμα της «ανατροφής», γιατί στο έργο αυτό και οι δύο γονείς αγωνίζονται, αλλά κυρίως στον τρόπο ανάπτυξης του παιδιού ως μιάς ολοκληρωμένης ψυχοσωματικής προσωπικότητας, μέσα από την υπόδειξη του ορθού ρόλου της μητέρας ως γυναίκας και του πατέρα ως ανδρός. Γι’ αυτό και καμμία πράξη υιοθεσίας (τεκνοθεσίας) μεταξύ ομοφύλων ζευγαριών, όσο δημοκρατικό και δικαιωματικό και αν ακούγεται, δεν μπορεί στην πράξη να γίνει αποδεκτό, τουλάχιστον από την Εκκλησία, αφού οι ρόλοι των δύο γονέων-συζύγων, ανδρός και γυναικός, είναι αλληλοσυμπληρούμενοι και αλληλοπεριχωρούμενοι σε σχέση προς τα παιδιά τους.

Αυτή η σχέση μητέρας – συζύγου και παιδιών είναι σχέση ζωής. Ξεκινά από τη στιγμή της σύλληψης και στη βάση αυτή καθορίζονται όλες οι άλλες λειτουργικές σχέσεις ως πράξεις συμβίωσης. Η μητέρα προσφέρει ολόκληρη τη βιολογική της υπόσταση και ύπαρξη για την σύλληψη και την ανάπτυξη του παιδιού της και το αποτέλεσμα είναι μία συμπορευτική συμβίωση για μία κοινή περίοδο ζωής, όπου η ζωή της μητέρας εξαρτάται και από τη ζωή του κυοφορούμενου εμβρύου, όπως άλλωστε και η ζωή του εμβρύου εξαρτάται καθοριστικά από τη ζωή της μητέρας του.

Σ’ αυτήν την σχέση όμως έχει συμβάλλει και ο πατέρας, γι’ αυτό και για εκείνον ακόμη η σχέση πατέρα, μητέρας και εμβρύου είναι μία σχέση ζωής συμπληρωματική και αλληλοπεριχωρούμενη. Η ζωτική αυτή ιδιαίτερη σχέση πατέρα, μητέρας και εμβρύου δημιουργεί υποχρεώσεις και δικαιώματα τόσο για τους γονείς όσο και για το έμβρυο. Κανένας παράγοντας ή οποιαδήποτε άλλη αιτία δεν μπορούν να αποφασίζουν για την διακοπή αυτής της ζωτικής σχέσης. Στην λογική αυτή θεωρώ δικαιολογημένη την αντίδραση και την άρνηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας να αποδεχθεί την άμβλωση, όταν η πράξη διακοπής της κύησης, η οποία συνεπάγεται και την διακοπή της ζωής του εμβρύου, γίνεται με σκοπό την μονομερή ικανοποίηση ατομικών δήθεν δικαιωμάτων του καθενός γονέα ή του οικογενειακού περιβάλλοντος ή κάποιας άλλης κοινωνικής αιτίας. Στη βάση αυτή το θέμα των αμβλώσεων δεν είναι μόνο νομικό αλλά κυρίως υπαρξιακό και ζήτημα οντολογίας στο πλαίσιο των σχέσεων γονέων και εμβρύου.

Ακόμη λοιπόν ένας λόγος όπου η κάθε μορφή υιοθεσίας, μάλιστα μεταξύ των ομοφύλων ως τεκνοθεσίας, δεν είναι «συμβατή» και προς αυτό το γεγονός της ζωής, γιατί η ζωή καθεαυτή είναι θέμα σχέσεων, συνεισφοράς και συμβίωσης σε κάθε φάση της ζωτικής ανάπτυξης και δεν κατανοείται μόνο ως ένα στιγμιαίο γεγονός ή ως μία έκφραση ή κατάσταση ατομικής επιβίωσης, ανεξάρτητης από τη ζωή των άλλων, κυρίως των γονέων, ή μόνο ως ένα γεγονός βιολογικής και φυσικής σύλληψης ούτε βέβαια ως μία έκφραση κοινωνικής ευαισθησίας.

Αυτή η σχέση ζωής μεταξύ των γονέων και των παιδιών συνεχίζεται και μετά την γέννηση των παιδιών τους «έως εσχάτων» και ο ρόλος τους  δεν εξαντλείται μόνο στη βιολογική ανάπτυξη και συντήρηση των παιδιών αλλά και στην πνευματική και ψυχική ολοκλήρωσή τους.

Εάν λοιπόν ο ρόλος της γυναίκας, ως μητέρας και συζύγου, είναι τόσο σημαντικός, και όντως είναι σημαντικός, διερωτώμαι σε τί χρησιμεύουν τα κάθε μορφής σύγχρονα φεμινιστικά κινήματα είτε η ανάπτυξη μιάς σύγχρονης «φεμινιστικής θεολογίας»; Νομίζω ότι δεν εξυπηρετούν σε τίποτε. Αποτελούν απλά ένα υποκατάστατο και μόνο κοινωνικής καταξίωσης, το οποίο έρχεται να τονίσει «κατ’ επίφασιν» την διακριτότητα του φύλου της γυναίκας έναντι του ανδρός. Η ίδια η φύση έχει δώσει την διακριτότητα αυτή του φύλου κυρίως ως προς την λειτουργικότητα του, να είναι δηλαδή σύζυγος και ομόζυγος, τροφός και μητέρα, και όχι κάποιο δικαιωματικό δεδομένο. Οι όροι άλλωστε «μητέρα» και «μάνα» αυτό ακριβώς υποδηλώνουν: Την λειτουργικότητα της μητρότητας, ως έκφραση συνεχούς «θρέψης» και «συντήρησης», και τη συμβολή της στην ανάπτυξη των παιδιών της, ως συνεχής αναγέννηση ενδοοικογενειακή και στην κοινωνία.

Η μητρότητα δεν είναι ιδιότητα αλλά λειτούργημα χαρισματικό της γυναικείας φύσης. Είναι παράγοντας δομικός της οικογένειας, καθίσταται η αιτιώδης συνάφεια για την πρόοδο και ευημερία και για τον λόγο αυτό η κοινωνική της συμβολή δεν εξαντλείται στους ρόλους, οι οποίοι καθορίζονται μόνο από την αναπαραγωγική τους λειτουργία αλλά και από το ρόλο της ως σημαντικού παράγοντα ανάπτυξης μέσα στο ίδιο το οικογενειακό περιβάλλον.

Ο συγγραφέας του βιβλίου των Παροιμιών (31,10-28) περιγράφει την «ουσία» της αληθινής γυναίκας, ως μητέρας και συζύγου, την οποία θεωρεί ασυγκρίτως ανωτέρα και από τους πλέον πολύτιμους λίθους. Η αφηγηματική αυτή αναφορά του Παροιμιαστή επιβεβαιώνει τον ουσιαστικό της ρόλο μέσα στην οικογένεια αλλά και την καταξίωσή της ως μητέρας και συζύγου, ιδιότητες και λειτουργήματα με τα οποία καταξιώνονται και τα δικαιώματά της, ενώ η επιδιωκόμενη «χειραφέτησή» της οδηγεί με βεβαιότητα στη διάλυση και διάσπαση, όχι μόνο της οικογένειας αλλά και της κοινωνίας γενικότερα, γιατί η πραγματικά αληθινή ελευθερία δεν σημαίνει απουσία δεσμεύσεων και περιορισμών αλλά σύμπραξη και συνέργεια σε μία δυναμική δημιουργικότητα, με την ανάπτυξη και διατήρηση μιάς σχέσης όπου κάθε μέρος αλληλοπεριχωρείται και αλληλοσυμπληρώνεται, ώστε τα έργα και οι επιδιώξεις τους ως γονέων να έχουν την ανάλογη σκοποθεσία. Διαφορετικά οδηγούμεθα σε μία ασυδοσία ενδοοικογεειακή, η οποία συνεπάγεται την διάσπαση της.

Υπ’ αυτήν την προοπτική η παραδοσιακά πυρηνική οικογένεια καθίσταται θεσμικά τρόπος επιβίωσης και ανάπτυξης, γιατί με τον τρόπο αυτό δεν μπορεί να εμφιλοχωρήσει ο ακραίος ατομοκεντρισμός και ανταγωνισμός και ο γάμος, ως γεγονός σχέσης και κοινωνίας, δεν μετατρέπεται σε καταναλωτικό αγαθό αλλά μέσο υπέρβασης των διαφόρων προβλημάτων και δυσλειτουργιών, οι οποίες επιλύονται με την υπομονή και την συναντίληψη. Άλλωστε με την συμμετοχή και των δύο γονέων, πατέρα και μητέρας, ως προτύπων σε μία οικογένεια, προσφέρονται ως προς την ανατροφή των παιδιών, τα εχέγγυα εκείνα τα οποία απαιτούνται για την διαμόρφωση μιάς ισορροπημένης προσωπικότητας των παιδιών τους.

Στην σύγχρονη όμως εποχή της μετανεωτερικότητας, ακόμη και στην πυρηνική οικογένεια, η μητρότητα αμφισβητείται. Η στοχοποίηση των γονέων γενικά, του πατέρα και της μητέρας, συνεπάγεται μία στάση και μία τελμάτωση, αφού η ευθύνη και η αυτοθυσία αποδυναμώνονται και η ανατροφή των παιδιών από πράξη δημιουργικότητας μετατρέπεται σε «βάρος», γεγονός το οποίο οδηγεί με μεγάλη ευκολία στην αντικατάσταση της τεκνογονίας με τα «κατοικίδια συντροφιάς», ως υποκατάστατο δήθεν ισοτίμων σχέσεων και στάση ζωής.

Ανάλογη προβληματική εμφανίζεται και στις εναλλακτικές ή συμπεριληπτικές μορφές συνύπαρξης, οι οποίες όμως δεν μπορούν να διεκδικούν ή να επιδιώκουν τον χαρακτηρισμό «οικογένεια». Η αρχή μάλιστα, ότι «όλα τα μοντέλα οικογένειας είναι ισότιμα και προς την πυρηνική οικογένεια», σχετικοποιεί «θεμελιώδεις ρόλους» και αποδυναμώνει την ίδια την λειτουργικότητα της μητρότητας. Θα πρέπει όμως να γνωρίζουμε ότι εάν διαλυθεί η πυρηνική οικογένεια, εξαιτίας του εκσυγχρονισμού, δεν θα υπάρχει κανένας άλλος παράγοντας ουσιαστικός και αναγκαίος για να μην ερημοποιηθεί η ανθρώπινη κοινωνία, ψυχικά, οντολογικά και λειτουργικά, έστω και αν έχει επικρατήσει η αντίληψη ότι η συνέχεια της ζωής είναι απλά και μόνο μία συγκυριακή ή συμβατική κατάσταση ατομικών απολαύσεων ή κατ΄επιλογήν δομών.

Είναι λοιπόν απαραίτητο να προστατέψουμε την μητρότητα, εάν θέλουμε η κατ’ ουσίαν πυρηνική οικογένεια, να λειτουργήσει επωφελώς εντός της ελληνικής κοινωνίας.

Όσο η γυναίκα καταξιώνεται στη λειτουργικότητα της γυναικείας φύσης της, ως μητέρα και σύζυγος, τόσο η καταξίωση της αυτή έχει το θετικό της αποτύπωμα στην οικογένεια της και στην κοινωνία μας. Τότε μόνο θα υπάρχει ελπίδα ότι, όχι μόνο θα επιτύχουμε την μεταμόρφωση και την πλήρωση της καθημερινής μας ζωής, που τόσο συχνά μας φαίνεται κενή και δυσβάστακτη, αλλά συγχρόνως ότι θα μπορέσουμε να εκπληρώσουμε τον λόγο  για τον οποίο γεννηθήκαμε, ανατραφήκαμε και βρισκόμαστε τώρα πάνω στη γη, σε μία συνεχή πορεία ευδαίμονος καλλιέργειας, ισόρροπης ανάπτυξης, καθολικής πρόοδου και ευημερίας «έως εσχάτων».