Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Ο Άγιος Κοσμάς αποτελεί τη σημαντικότερη προσωπικότητα του Γένους μας κατά τη διάρκεια της τουρκικής σκλαβιάς

 


π. Σπυρίδων Ιωάννου

Ο άγιος Κοσμάς αποτελεί τη σημαντικότερη προσωπικότητα του Γένους μας κατά τη διάρκεια της τουρκικής σκλαβιάς.

Ο λαός το ανεγνώρισε αυτό και τον τίμησε με ποικίλους τρόπους, όπως ανέγερση ναών προς τιμήν του, κατασκευή ανδριάντων και προτομών, ιστόρηση πλήθους αγιογραφιών και φορητών εικόνων σε ναούς της χώρας.

Ο άγιος Κοσμάς, υπήρξε η σημαντικότερη φυσιογνωμία, αλλά δεν ήταν οπαδός του «διαφωτισμού». Έτσι δεν δικαιούται να προβάλλεται από τα εγχειρίδια της υποδούλωσης στο «δυτικό πνεύμα».

Το έργο του υπήρξε πολυσχιδές και εθνοσωτήριο:

210 Ελληνικά σχολεία και 1100 κοινά, ιδρύθηκαν με παρότρυνσή του.

4000 κολυμβήθρες αγοράστηκαν με προσφορές εχόντων.

1500 παραμάνες παραιτήθηκαν από την υπηρεσία τους σε μουσουλμανικές οικογένειες.

500.000 κομποσκοίνια και σταυρουδάκια μοιράστηκαν, ώστε να αναθερμανθεί η πίστη των υποδούλων που λυγίζοντας από τα βάσανα (πού δεν είδε η συντακτική ομάδα του βιβλίου, καθώς παρέθεσε μία μόνο γνώμη, αυτή κάποιου απεσταλμένου του Γάλλου βασιλιά στο σουλτάνο) εξισλαμίζονταν.

Εκατομμύριο και πλέον άρχισε να προσέρχεται στα Μυστήρια της Εκκλησίας και να ζωντανεύει μέσα του η πίστη και μ’ αυτή και η ελπίδα για το «ποθούμενο».

Χιλιάδες δένδρα εμβολιάστηκαν και η τέχνη του εμβολιασμού μεταδόθηκε σε μεγάλη έκταση.

Ο άγιος Κοσμάς είπε σε κάποια από τις σωζόμενες διδαχές του:

«Δεν έχω μήτε σακκούλα, μήτε σπίτι, μήτε κασέλλα, μήτε άλλο ράσο, αλλά παρακαλώ τον Θεό να μη μου δώσει μέχρι το τέλος της ζωής μου, διότι ωσάν κάμνω αρχήν να παίρνω άσπρα έχασα τον αδελφόν μου».

Ο άγιος Κοσμάς πρόσφερε τη ζωή του θυσία για να μην χαθεί το Γένος αποκαμωμένο από τα βάσανα της σκλαβιάς.

Δεν έπεσε όμως θύμα του κατακτητή, αλλά της «ευγενικής» τάξης των πλουσίων αστών Εβραίων, των οποίων έθιγε τα οικονομικά συμφέροντα. Σήμερα οι Εβραίοι πανηγυρίζουν την πλανητική, μέσω του χρήματος, κυριαρχία.

Πρόσφατα πέτυχαν μία ακόμη νίκη στη χώρα μας: Το μάθημα των θρησκευτικών εξοβελίζεται από τον κατάλογο των υποχρεωτικών για λόγους ελευθερίας της συνειδήσεως.

Οι εχθροί της πίστης μας εργάζονται ευσυνείδητα. Εμείς τι κάνουμε;


Μη νομίσεις


π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

Μη νομίσεις πως εύκολα μπορείς να καταλάβεις τις προθέσεις σου, να ερμηνεύσεις τις συμπεριφορές σου και να αναλύσεις τον εαυτό σου. Γιατί «άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου» κατά τη λαϊκή έκφραση. Και ο προφήτης Δαυίδ γράφει για την «καρδία βαθεία» (Ψαλμ.63), δηλαδή για τις ανεξερεύνητες σκέψεις του ανθρώπου. Γι’ αυτό, δεν μπορείς να είσαι απόλυτος στις κρίσεις σου, ούτε για τον εαυτό σου, ούτε για τους άλλους.

Μη νομίζεις ότι μπορείς να δημιουργήσεις «δίαυλο επικοινωνίας» με όποιον και όποτε θέλεις. Γιατί ο άλλος είναι μοναδική προσωπικότητα, με ελευθερία που καθορίζει τα «θέλω» του, με ένα DNA δικό του, με παρελθόν, συνήθειες και εμπειρίες διαφορετικές από τις δικές σου. Και έτσι, στην πραγματικότητα, μόνο αν επικοινωνήσουν οι καρδιές και όχι η λογική, μπορείτε να αρχίσετε να σχετίζεστε είτε με φιλία, είτε με έρωτα, είτε με πνευματικότητα. Τότε, δεν χρειάζεται να γνωρίζει ο ένας το παρελθόν του άλλου, αφού το παρελθόν είναι ανύπαρκτο. Ζεις στην ομορφιά του μυστηρίου της σχέσης μέσα στη δυναμική του παρόντος. Βιώνεις το «αγαπήσεις τον πλησίον όπως τον εαυτό σου».

Μη νομίσεις ότι το να γνωρίσεις τον Θεό είναι εύκολη υπόθεση. Χρειάζεται να παλέψεις με τον νουν, να ποθήσεις με την καρδιά, να υπομένεις και να επιμένεις. Γιατί, τελικά, δεν είσαι εσύ που θα γνωρίσεις τον Θεόν, αλλά ο Θεός θα σου αποκαλυφθεί και θα σου γνωρίσει τον εαυτό Του (πρβλ. Γαλ. 4,9), σε χρόνο ανυποψίαστο, όταν θα δει την καρδιά σου ανοιχτή και τον εαυτό σου έτοιμο για τη νέα ζωή. Γιατί, αλήθεια, η Γνώση του Θεού στο Πρόσωπο του Ιησού Χριστού, είναι κρίση. Ανατρέπεται η πορεία σου, αλλάζουν οι συνήθειές σου, απολαμβάνεις άλλες χαρές. Στην πραγματικότητα ανα-γεννάσαι!

Μη νομίσεις ότι η γνώση του εαυτού μας, του συνανθρώπου και του Θεού, έχει μόνο πάλη και δυσκολίες. Αυτά είναι τα μέσα που οδηγούν - αν γίνουν όπως οι Πατέρες και οι Μητέρες μας διδάσκουν - σε χαρά ανεκλάλητη. Το «απαρνησάσθω εαυτόν» εμπερικλείει πόνο, αλλά και ελευθερία. Γεννά «ωδίνες ως τικτούσης», αλλά και ευφροσύνη αιώνια.

Και όλα αυτά πραγματώνονται με την ελευθερία που έχουμε ως δώρο από το δημιουργό μας. Μία ελευθερία «φοβερή», κατά τον Άγιο Σωφρόνιο του Έσσεξ, γιατί μπορεί να σε οδηγήσει στον ουρανό ή να σε κατεβάσει στον άδη. Όπως, και με βάση αυτή, να αλλάξεις πορεία, σύμφωνα με το λόγο του Χριστού «έσονται οι έσχατοι πρώτοι και οι πρώτοι έσχατοι» (Ματθ. 20,16).

Λέγε ψιθυριστά τήν εὐχή καί μήν ἀργολογῆς… ~ γερ. Εφραίμ Φιλοθεΐτου

 

Εἶσαι στό διακόνημά σου, στήν ἐργασία σου; Ἐνθυμοῦ τούς ἁγίους Πατέρες οἱ ὁποῖοι ἐργαζόμενοι ἔλεγαν καθ᾿ ἑαυτούς:

Σῶμα ἔργασαι, ἵνα τραφῇς
Ψυχή, νῆφε, ἵνα σωθῇς.

Περισπᾶται ὁ νοῦς σου;

Λέγε ψιθυριστά τήν εὐχή καί μήν ἀργολογῆς, διότι βλάπτεις ἐκτός ἀπό τόν ἑαυτό σου καί ἄλλον καί ἄλλους μέ τήν ἀργολογία.

Λέγει ὁ Ἀββᾶς Φιλήμων, ὅτι· “Πολλοί τῶν ἁγίων Πατέρων ἐθεώρουν τούς Ἀγγέλους παραφυλάττοντας ἑαυτούς· διό καί τῇ σιωπῇ ἐφύλαττον ἑαυτούς, πρός τινα μή διαλεγόμενοι”.

Ἀντί νά χάνης τό χρόνο σου, λέγε τήν προσευχή.

Καί ὅσο σοῦ ἔρχεται ἀκηδία καί ἀμέλεια τόσο νά φοβᾶσαι τήν ἀπειλή τήν ὁποία ἀπηύθυνε ὁ Κύριος στό δοῦλο τόν πονηρό καί ὀκνηρό.

Ἐάν ἀφήνης νά σέ παραπέμπη διαδοχικά ἡ μέρα πρός τή νύκτα καί ἡ νύκτα πρός τή μέρα ἀμελῆ καί ἀμελέστερο, σέ λίγο διάστημα θά καταντήσης ἀμελέστατος.

Μήπως γιά τήν ἀμέλειά σου θά καυχηθῆς ἐσύ, ὅταν οἱ ἄλλοι θά λαμβάνουν τούς στεφάνους γιά τούς κόπους τους;

Κοπίασε λίγο, ἀδελφέ, στήν προσευχή καί στή νῆψι καί θά δῆς χαρά νά ἀναβρύη στήν καρδιά σου καί φῶς νά ἀνατέλλη στό στερέωμα τῆς διανοίας σου.

Χαρά ὄχι σάν αὐτή, ὅπου πρίν τήν χαρῆς χάνεται, ἀλλά γλυκειά σάν τό γλυκασμό τῶν Ἀγγέλων, καί φῶς ἀνέσπερο τοῦ ἄλλου κόσμου, τό ὁποῖο ὁ Χριστός, τό φῶς τοῦ κόσμου, διά τῆς εὐχῆς ἐρχόμενος θά σοῦ δωρήση πρίν ἀναχωρήσης τούτου τοῦ κόσμου.

Μήπως δέν ἔγιναν αὐτά στούς Πατέρες μας ἤ μήπως δέν μποροῦν νά γίνουν καί σέ μᾶς, ἄν δέν τά ἐμποδίση ἡ ὀλιγοπιστία μας καί ἡ ἀκηδία μας;

~ Άγιος γερ. Εφραίμ ο Φιλοθεΐτης

Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός: Να έχετε ευλάβειαν εις όλους τους Αγίους της Εκκλησίας, και περισσότερον εις την Δέσποιναν Μαρίαν

 

Να έχετε ευλάβειαν εις όλους τους Αγίους της Εκκλησίας, και περισσότερον εις την Δέσποιναν Μαρίαν, διότι όλοι οι Άγιοι είνε δούλοι του Χριστού, η δε Θεοτόκος είνε Βασίλισσα του ουρανού και της γης, ήτις παρακαλεί τον εύσπλαχνον Χριστόν διά τας αμαρτίας μας.

Διά τούτο πρέπει και ημείς να τιμώμεν την Δέσποινάν μας με νηστείας και ελεημοσύνας.

[…]

Ήτο μία κόρη ονομαζομένη Μαρία. Ο πατήρ της ήτο χριστιανός και εζήτει να την υπανδρεύση· εκείνη δεν ήθελε, θέλουσα να φυλάξη παρθενίαν. Την έβαλεν εις ένα μοναστήριον γυναικείον και την παρέδωκε της ηγουμένης να την έχη ως παιδί της.

Και αφού απέθανεν ο πατήρ της, έγινεν άλλος αφέντης εις την χώραν εκείνην, όστις εβγήκε μίαν ημέραν και υπήγεν εις το μοναστήριον οπού ήτο η Μαρία.

Και ευθύς οπού την είδεν ο αφέντης, ετρώθη η καρδιά του έρωτα σατανικόν· και γυρίζοντας σπίτι του έστειλε γράμματα εις την ηγουμένην και της έλεγε: Αμέσως να μου στείλης την Μαρίαν, διότι την είδον και με είδε, με ηγάπησε και την ηγάπησα.

Διαβάζει το γράμμα η ηγουμένη, κράζει την Μαρίαν και της λέγει: Παιδί μου, τι καλόν είδες εις πασάν και τον εκοίταξες με αγάπην; Κοίταξε τι μου γράφει εδώ!

Λέγει η Μαρία: Εγώ δεν ηξεύρω τίποτε· τον εκοίταξα με άλλον σκοπόν και είπα: Άρα, Θεέ μου, ταύτην την δόξαν οπού έχει εδώ τούτος ο πασάς, θα την έχη και εις άλλον κόσμον; Και αυτός μ’ εκοίταξε με διαβολικόν σκοπόν. Εγώ αν ήθελα υπανδρείαν, με υπάνδρευε και ο πατέρας μου και έπαιρνα χριστιανόν.

Τότε γράφει η ηγουμένη εις τον πασάν: Καλύτερα σου στέλνω το κεφάλι μου, παρά την Μαρίαν.

Στέλλει πάλιν ο πασάς και λέγει της ηγουμένης: Ή να μου στείλης την Μαρίαν, ηη έρχομαι και την παίρνω μόνος μου και καίω το μοναστήρι.

Το ήκουσεν η Μαρία και λέγει της ηγουμένης: Όταν έλθουν οι απεσταλμένοι, στείλε τους εις το κελλί μου και εγώ τους αποκρίνομαι. Ήλθον οι απεσταλμένοι εις το κελλίον της Μαρίας, και τους ηρώτησε τι θέλουν.

Της είπον εκείνοι: Μας έστειλεν ο πασάς να σε πάρωμεν, διότι είδε τα μάτια σου και τα ωρέχθηκε.

Τους είπε να περιμείνουν να υπάγη εις την εκκλησίαν. Τότε παίρνει ένα μαχαίρι και ένα πιάτο, και πηγαίνει εις τον Ιησούν Χριστόν εμπρός και λέγει:

Κύριέ μου, μου έδωκες τα μάτια τα αισθητά διά να πηγαίνω εις τον καλόν δρόμον, και εγώ να πηγαίνω με το θέλημά μου εις τον κακόν δεν είνε πρέπον. Και επειδή αυτά τα αισθητά θα μου βγάλουν τα νοητά, ιδού οπού τα βγάνω διά την αγάπην σου, διά να φύγω από τον βόρβορον της αμαρτίας. Και ευθύς βάζει το μαχαίρι μέσα εις το μάτι της και το βγάνει εις το πιάτο. Επήγεν εμπρός και εις την Παναγίαν και βγάζει και το άλλο της μάτι και τα βάνει μαζί.

Τότε τα στέλλει του πασά· και αφού τα είδεν ο πασάς, εγύρισεν ευθύς ο σατανικός έρως εις κατάνυξιν· και σηκώνεται ευθύς και πηγαίνει εις το μοναστήριον, και παρακαλεί τας καλογραίας να υπάγουν να κάμουν δέησιν εις τον Θεόν, να ιατρευθή η Μαρία.

Πηγαίνουν πάραυτα όλαι μαζί με τον πασάν και πίπτουσαι κατά γης παρεκάλουν τον Κύριον και την Θεοτόκον να δώση το φως της Μαρίας.

Εφάνη η Θεοτόκος τότε ως αστραπή εις την Μαρίαν και της λέγει: Χαίρε, Μαρία! Επειδή επροτίμησες να βγάλης τα μάτια σου διά την αγάπην του Υιού και την ιδικήν μου, ιδού πάλιν έχε τα μάτια σου και πλέον πειρασμός να μη σου συμβή.

Βλέποντας δε το θαύμα οι παρόντες εχάρησαν πολύ και εδόξασαν τον Θεόν και την Παναγίαν.

Έπειτα ο πασάς αφιέρωσε πολύ χρυσίον εις το μοναστήρι και επήρε συγχώρησιν από τας καλογραίας και ανεχώρησε και έκαμε καλά και εσώθη.

Ακούετε, αδελφοί μου, τι έκαμεν η Μαρία με την δύναμιν της Παναγίας; Διά τούτο πρέπει και ημείς να τιμώμεν την Παναγίαν Θεοτόκον με έργα καλά.

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ

 

 


Τη μνήμη του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού τιμά σήμερα, 24 Αυγούστου, η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Κοσμάς υπήρξε φωτοφόρος απόστολος του Ευαγγελίου, στα μαύρα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς. Η Εκκλησία του Χριστού, για να τιμήσει τον αγώνα και την προσφορά του, τον ονόμασε Ισαπόστολο.
 Ο Άγιος Κοσμάς γεννήθηκε στο χωριό Ταξιάρχης της επαρχίας Αποκούρου που βρίσκεται κοντά στο χωριό Μεγάλο Δένδρο Ναυπακτίας, το 1714 μ.Χ., από γονείς ευσεβείς, που τον ανέθρεψαν εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Είκοσι χρονών μετέβη στο Άγιο Όρος, για να σπουδάσει στο εκεί νεοσύστατο σχολείο του Βατοπεδίου.
Ο Ο Άγιος Κοσμάς, ονομαζόταν αρχικά Κωνσταντίνος και μετά την αποφοίτηση του, πήγε στη Μονή Φιλόθεου, όπου έγινε μοναχός και κατόπιν Ιερομόναχος και έλαβε το όνομα Κοσμάς.
Ο Άγιος γνωρίζοντας ότι το Έθνος κινδύνευε, δεν ησύχαζε και φλεγόταν νύχτα-μέρα από τον πόθο να βγει και να διδάξει στους σκλαβωμένους Έλληνες τα Άγια Γράμματα. Όμως, θεωρούσε τον εαυτό του ταπεινό και αδύνατο να επωμισθεί τέτοιο φορτίο. Με θεία αποκάλυψη, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνάντησε τον αδελφό του Χρύσανθο, που ήταν δάσκαλος. Αυτός του έκανε μερικά μαθήματα ρητορικής, που θα βοηθούσαν τον Κοσμά στο κήρυγμα. Έπειτα, αφού πήρε την άδεια του Πατριάρχη Σεραφείμ, όργωσε στην κυριολεξία την Ελλάδα, διδάσκοντας στους «ραγιάδες» το λόγο του Θεού.
Έτσι, ο Άγιος Κοσμάς, αρχικά κήρυξε στην Κωνσταντινούπολη και στην συνέχεια μετέβη στην Αιτωλοακαρνανία. Με νέα άδεια περιήλθε τα Δωδεκάνησα και το Άγιο Όρος. Ακολούθως περιόδευσε στην Θεσσαλονίκη, Βέροια, σε ολόκληρη την Μακεδονία, έφθασε στην Χειμάρα, επέστρεψε στην Νότιο Ήπειρο και από εκεί κατέληξε στη Λευκάδα και την Κεφαλληνία. Πήγε ακόμη στη Ζάκυνθο, Κέρκυρα και ξανά στην Βόρειο Ήπειρο.
Απ’ οπού περνούσε, έκτιζε σχολεία, εκκλησίες, και πλήθος λαού συνέρεε και «ρουφούσε» το «νέκταρ» της αγίας διδασκαλίας του.
Τελικά, ο φθόνος των Εβραίων, σε συνεργασία με τους Τούρκους, είχε σαν αποτέλεσμα τον απαγχονισμό του Αγίου στο Κολικόντασι, στα χώματα της Βορείου Ηπείρου το 1779 μ.Χ.
Τα λόγια του ήταν προφητικά, γεμάτα θεία χάρη και απλότητα. Κάποτε είπε στους κατοίκους κάποιου χωριού: «Ήρθα στο χωριό σας και σας κήρυξα. Δίκαιο είναι λοιπόν να με πληρώσετε για τον κόπο μου. Με χρήματα μήπως; Τι να τα κάνω; Η πληρωμή η δική μου είναι να βάλετε τα λόγια του Θεού στην καρδιά σας, για να κερδίσετε την αιώνια ζωή».
Απολυτίκιο:
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, διδασκαλία, κατεκόσμησας, την Εκκλησία, ζηλωτής των Αποστόλων γενόμενος και κατασπείρας τα θεία διδάγματα, μαρτυρικώς τον αγώνα ετέλεσας. Κοσμά ένδοξε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημιν το μέγα έλεος.

Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Πόσοι ύμνοι έχουν γραφτεί παγκοσμίως για την Θεοτόκο!

 


Πόσοι ύμνοι έχουν γραφτεί παγκοσμίως για την Θεοτόκο! Κι ανάμεσά τους, της Ελληνικής Ορθόδοξης Υμνολογίας οι ύμνοι, μοναδικοί σε ομορφιά, βάθος, πλοκή.

Ένας τέτοιος ύμνος, όχι ευρύτερα γνωστός, φέρεται να έχει τεχνουργηθεί από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Σέργιο. Τον άντλησα από το βιβλίο «Εκλογή Ελληνικής Ορθοδόξου Υμνολογίας», του αειμνήστου καθηγητού Παναγιώτη Τρεμπέλα και θέλω να τον μοιραστώ μαζί σας. 

Ο συγκεκριμένος ύμνος αναφέρεται ειδικά στην πανσεβάσμια Κοίμηση της Παναγίας μας. Είναι απλός αλλά παράλληλα τόσο όμορφος και ποιητικά άρτιος! Μας παρουσιάζει ενωμένα τα ουράνια και τα επίγεια, γύρω απ' τον «σκίμποδα», τη νεκρική κλίνη, ας την πούμε έτσι δηλαδή, που είναι ξαπλωμένη η Τιμιωτέρα των Χερουβείμ.

Πρώτα-πρώτα εμφανίζονται οι άγγελοι Του Παντοδύναμου Υιού της κι αρχίζουν την υμνωδία, χαιρετίζοντας την Παναγία:
«Xαίρε κλίμαξ αναφέρουσα από γης εις ουρανόν! Χαίρε γέφυρα εισάγουσα εις παράδεισον τερπόν! Χαίρε, ότι χοροί σε ανυμνούσιν οι άνω! Χαίρε, ότι βροτοί σε προσκυνούσιν οι κάτω».
Οι βροτοί της γης που αναφέρει να προσκυνούν την Παναγία, είναι οι Άγιοι Απόστολοι. Όσο οι άγγελοι ψάλλουν τον ύμνο τους, ένας-ένας αυτοί καταφθάνουν. Και πρώτος, ο Απόστολος Πέτρος αρχίζει την υμνωδία. Της λέει:
«Κόρη, πως εσύ που εγέννησες την Ζωήν όλου του κόσμου, είσαι τώρα νεκρά; Κι όμως, δεν πρέπει να σε κλαύσω. Δεν στέκει να σε θρηνήσω. Είσαι η αιτία της μεγάλης μας χαράς. Λοιπόν, θα σε δοξάσω!».

Τον Απόστολο Πέτρο, ακολουθεί ο άλλος κορυφαίος, ο Απόστολος των Εθνών Παύλος, ο οποίος σκύβει και προσκυνεί ευλαβικά τα άχραντα πόδια της. Τη θεωρεί φωτεινό λυχνάρι που έφεξε τα σκοτάδια της πλάνης του:
«Χαίρε αβλεψίας εμής λύχνε άσβεστε! Χαίρε στάμνε, κήπε, τράπεζα και πανάγιε ναέ! Χαίρε βάτε ακατάφλεκτε και παράδεισε τερπνέ!».

Ιδιαίτερη συγκίνηση όμως προκαλεί η στιγμή που πλησιάζει ο Ιωάννης. Έρχεται στη μνήμη του η οδυνηρή εκείνη στιγμή που ο Χριστός του την εμπιστεύθηκε πάνω από τον Σταυρό. Αναλογιστείτε πόση προσπάθεια καταβάλλει ο αγαπημένος μαθητής να επιβληθεί στη θλίψη του! Στη δύσκολη αυτή στιγμή, τον υποστηρίζει ο Πρωτόκλητος Ανδρέας και «τον διεγείρει μέλπειν προς αυτού», λέει. Τον προτρέπει δηλαδή να ψάλλει την Πάναγνο. Το πρώτο πράγμα που έρχεται στο νου του Ιωάννη, είναι να την παρομοιάσει με το πύρινο άρμα του Προφήτη Ηλία:
«Χαίρε του Θεσβίτου πυρίμορφον όχημα!».

Ύστερα, θυμάται την αγνότητά της. Εκείνη την γλυκύτητα και την ταπείνωσή της. Εκείνη την υποταγή της στο θέλημα Του Θεού:
«Χαίρε άσπιλε, πανάσπιλε και ακήρατε αμνάς!».
Και κλείνει παρομοιάζοντας όλη της τη ζωή με δέσμη ηλιακών ακτίνων που έκτοτε θα φωταγωγεί και θα θερμαίνει όλους τους Χριστιανούς απ' άκρη σ' άκρη της γης:
«Xαίρε βολίς πιστούς καταυγάζουσα!».

Έκπληκτος βλέπει ο Ανδρέας πως ο Ιωάννης γέμισε χαρά, ύστερα απ' τον ύμνο που έψαλε. Πλέκει λοιπόν κι εκείνος αμέσως ύμνους αρμονικούς κι ύστερα απ' αυτόν συνεχίζει ένα γλυκύτατο εγκώμιο ο Ιάκωβος.

Οι μαθητές, όσο περισσότερο παρατηρούν την Αειπάρθενο Μητέρα Του Χριστού, τόσο καταλαμβάνονται από δέος. Αυτά τα συναισθήματα γεμίζουν και τις ψυχές των αγαπημένων φίλων, Φιλίππου και Ναθαναήλ. Ο πρώτος, την παρομοιάζει με δοχείο που ακτινοβολεί έντονο φως. Ως τόπο που βγάζει δυνατή φωτιά.
Όλ' αυτά τα συναισθήματα των μαθητών, όλες αυτές οι αναμνήσεις τους, δίνουν στο εν λόγω ποίημα, τον απλό, τον ωραίο, τον συγκινητικό χαρακτήρα του και μοιάζουν ακριβό θυμίαμα που απ' τα βάθη των ψυχών προσφέρεται στην κεκοιμημένη κόρη.

Ας σταθούμε όμως σε μερικές ακόμη σκηνές:
O Aπόστολος Ματθαίος, γονατίζει με ταπείνωση και με σεμνότητα μπροστά της:
«Παρθένε, ιστόρησά σου κύησιν πάλαι και νυν την ιεράν ευσεβώς ανυμνήσαι θέλων και σεπτήν κοίμησιν, φοβούμαι και συστέλλομαι».
Δεν θα μπορούσε να λείπει απ' το πλάνο του ποιητή, ο ευαγγελιστής-ζωγράφος, ο Λουκάς:
«Ο Παύλος», λέει, «τη χειρί προσκαλείται Λουκάν τον θεηγόρον, υμνείν την αγνήν Παρθένον».

Και ο ιερός ευαγγελιστής, εκείνος που με το πινέλο του απεικόνισε την Υψηλοτέρα των Ουρανών, ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση του Πρωτοκορυφαίου, ψάλλει:
«Χαίρε άρουρα(=η καλλιεργήσιμη-εύφορη γη) εκτρέφουσα τας καρδίας των πιστών! Χαίρε άγκυρα βυθίζουσα τας χορείας των εχθρών!».

Η υμνολογία των Αποστόλων, κλείνει με τον δεύτερο ευαγγελιστή, τον Μάρκο, ο οποίος την παρουσιάζει ν' ανοίγει τις πύλες του Παραδείσου. Να υψώνει στην πρώτη δόξα του τον Αδάμ:
«Χαίρε δι' ης η Εδέμ διηνοίχθη! Χαίρε, δι' ης ο Αδάμ ανεκλήθη!».
Είθε κι εμείς, που σταθήκαμε σήμερα προσκυνητές της σεπτής Κοιμήσεώς της, να μη μείνουμε μόνο στους ύμνους των χειλέων αλλά να Της προσφέρουμε το θυμίαμα μιας καρδιάς μετανοούσης και πιστής. Κι Εκείνη, η Μητέρα της Ζωής, που μετέστη προς την Ζωή, ας σκεπάζει την Εκκλησία, τις οικογένειές μας και κάθε πονεμένη ψυχή και, με τις μητρικές Της πρεσβείες, ας μας οδηγεί πάντοτε προς Τον Υιό της και Θεό, Τον μόνο νικητή του θανάτου και χορηγό της αιωνίου ζωής!

Ο ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (Απόδοση Κοιμήσεως Θεοτόκου).

 

   

π. Δημητρίου Μπόκου

Σε κάθε γιορτή της Παναγίας διαβάζεται το Ευαγγέλιο για τις δύο αδελφές, Μάρθα και Μαρία, που φιλοξένησαν κάποτε τον Χριστό. Η Μάρθα είχε καταπιαστεί με την ετοιμασία του φαγητού, ενώ η Μαρία καθόταν και άκουε τον Χριστό. Στο παράπονο της Μάρθας για την απραξία της Μαρίας, ο Χριστός απάντησε ότι η Μαρία διάλεξε το σωστό και έκανε αυτό που ήταν πιο αναγκαίο από όλα. Άκουε τον λόγο του Θεού.

Μετά από αυτό και άλλα παρόμοια περιστατικά, μια γυναίκα από το πλήθος που άκουε τον Χριστό, μακάρισε τη μητέρα που τον κυοφόρησε στην κοιλιά της και τον θήλασε στο στήθος της, δηλαδή την Παναγία (Απόδοση Κοιμήσεως Θεοτόκου).

Ήδη ο Γαβριήλ είναι ο πρώτος που εξυμνεί και μακαρίζει την Παναγία κατά τη στιγμή του Ευαγγελισμού. «Χαίρε, Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου. Ευλογημένη συ εν γυναιξίν».

Αμέσως μετά η Ελισάβετ, στον έκτο μήνα κυοφορίας του Προδρόμου, επαναλαμβάνει τα ίδια λόγια. «Ευλογημένη συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου». Είσαι μακάρια, ευτυχισμένη, γιατί πίστεψες ότι θα εκπληρωθούν όσα ειπώθηκαν για σένα από τον Κύριο.

Και η Παναγία απάντησε: Ναι, πράγματι χαίρομαι πάρα πολύ για όλα αυτά. «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί». Προφητεύει ότι θα είναι η πιο ευτυχισμένη γυναίκα του κόσμου και θα την καλοτυχίζουν όλες οι ανθρώπινες γενιές. Πράγμα που όντως συμβαίνει, χιλιάδες χρόνια τώρα, μια και όλοι επαναλαμβάνουμε τα λόγια της άγνωστης γυναίκας: «Μακαρία η γαστήρ η χωρήσασα Χριστόν».

Και ο Χριστός; Πώς στέκεται απέναντι στη Μητέρα του; «Υιοπρεπώς». Επί γης την έχει παντού και πάντα δίπλα του, μαζί του. Την αξιώνει να δει πρώτη από όλους την Ανάστασή του, να τον υποδεχθεί λαμπρό, αναστημένο, ένδοξο. Και τη συνδοξάζει κατά την πάνσεπτη Κοίμησή της, παραλαμβάνοντας στον ουρανό την παναγία ψυχή της «ταις αγίαις αυτού χερσί», αλλά και το «θεοδόχον σώμα» της μετά από τρεις ημέρες, αποδίδοντας πάντα «το σέβας τη εμψύχω κιβωτώ».

Μα ο Χριστός έκανε και κάτι περισσότερο ακόμα, για χάρη μας. Όταν η γυναίκα από το πλήθος μακάρισε τη Μητέρα του, ο Χριστός της είπε: Δεν έχεις άδικο. Έτσι ακριβώς είναι, όπως το λες. Αλλά κι εσύ μπορείς να είσαι εξ ίσου καλότυχη με τη Μητέρα μου. Πώς; Αν ακούς τον λόγο του Θεού και τον τηρείς. Και κάθε άνθρωπος που θα το κάνει αυτό, θα είναι μακάριος σαν τη Μητέρα μου.

Ο Χριστός συμφωνεί ότι η Μητέρα του είναι όντως καλότυχη, μακάρια. Μα όχι μόνο επειδή τον γέννησε. Αλλά επειδή άκουε τον λόγο του Θεού και τον τηρούσε πάντα προσεκτικά, «συμβάλλουσα εν τη καρδία αυτής». Είχε γεννήσει τον Χριστό στην καρδιά της, προτού τον κυοφορήσει στην κοιλιά της. Τον γέννησε κατά σάρκα, γιατί συγγένεψε μαζί του πρώτα εξόχως κατά πνεύμα.

Και όταν κάποτε η Μητέρα του και τα (νομιζόμενα ως) αδέλφια του (παιδιά του Ιωσήφ) τον αναζήτησαν, και λόγω του πλήθους δεν μπορούσαν να τον πλησιάσουν, ο Χριστός είπε το συγκλονιστικό: Για ποια μητέρα και αδέλφια μου μιλάτε; Μα εσείς όλοι που με ακούτε, είστε η μητέρα μου και τα αδέλφια μου. Κάθε άνθρωπος που κάνει το θέλημα του Θεού, είναι αδελφός μου και αδελφή μου και μητέρα μου, γιατί μου επιτρέπει να γεννηθώ στην καρδιά του.

Δεν είναι η σαρκική συγγένεια το πρώτιστο που μετράει. Στην Παναγία βέβαια συνέβη διπλό το θαυμάσιο.

Γι’ αυτό και εξαιρέτως η Παναγία είναι η μόνη που μακαρίζεται διττώς, για την απόλυτα μοναδική, κατά σάρκα και κατά πνεύμα, συγγένεια μαζί του.

ΕΝΟΣ ΔΕ ΕΣΤΙ ΧΡΕΙΑ

 

 

“Ἀποκριθεὶς δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά·  ἑνὸς δέ ἐστι χρεία· Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ᾿ αὐτῆς” (Λουκ. 10, 42)

Αποκρίθηκε τότε ο Κύριος και της είπε: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και αγωνιάς  για πολλά,  ενώ για ένα πράγμα υπάρχει ανάγκη. Η Μαρία, πράγματι, διάλεξε την αγαθή μερίδα, που δε θα της αφαιρεθεί»

    “Ενός δε έστι χρεία”, λέει ο Χριστός στην Μάρθα, την αδερφή του Λαζάρου, όταν εκείνη διαμαρτύρεται, διότι η αδερφή της Μαρία δεν βοηθά στην προετοιμασία της δοχής, της φιλοξενίας, της τράπεζας που η Μάρθα από την καρδιά της ήθελε να παραθέσει στον Ιησού και τους μαθητές Του. Και ο Κύριος, χωρίς να αρνείται την αγάπη της Μάρθας, της υποδεικνύει ότι δεν είναι η τροφή με την οποία ο άνθρωπος μπορεί να βρει νόημα στη ζωή του, αλλά το να χορτάσει η καρδιά του με τον λόγο του Θεού, επιζητώντας, αφήνοντας παραπίσω κάθε τι άλλο, ακούγοντας και ζώντας τη χαρά και τη χάρη.
    “Ενός δε έστι χρεία”. Και η χρεία είναι η κοινωνία με τον Χριστό, η σχέση μαζί Του, που κάνει τον άνθρωπο να αγαπά, να φωτίζεται, να γνωρίζει γιατί ζει, να μη φοβάται το κακό, την αμαρτία, τον θάνατο, αλλά να χαίρεται γιατί είναι παιδί του Θεού.
    “Ενός δε έστι χρεία”. Αυτό έζησε η Κυρία Θεοτόκος. Από την πρώτη στιγμή της ζωής της αφιερώθηκε στον Θεό. Μεγάλωσε στον ναό. Εμπιστεύθηκε την ύπαρξή της διά της προσευχής και της αφιερώσεως στον Κύριο και όταν κλήθηκε να ζήσει εν τω κόσμω, στο σπίτι του Ιωσήφ στη Ναζαρέτ, εκεί είπε το μεγάλο ΝΑΙ στον ευαγγελισμό του ουρανού. Και έφερε στον κόσμο τον Χριστό και συνοδοιπόρησε με τον Χριστό μέχρις Σταυρού, Ταφής, Αναστάσεως. Και έμεινε εν τη Εκκλησία μέχρι την Κοίμησή της και την εις ουρανούς μετάστασή της. Και παραμένει εν τη Εκκλησία, αγκαλιάζοντας και προσευχόμενη τον καθέναν μας μέχρι τέλους. Και μας δείχνει ότι αν υπάρχει ο Χριστός στη ζωή μας, όλα μπορούμε να τα διαχειριστούμε. Αν είμαστε εν τω φωτί της αγάπης Του και μοιραζόμαστε την αγάπη, τότε θάνατος ου κυριεύει. 
    “Ενός δε έστι χρεία”. Στον καιρό της εγωκεντρικής ευτυχίας, της ψευδαίσθησης ότι μπορούμε να υπάρξουμε χωρίς Θεό, ότι δεν χρειαζόμαστε συνεκτικούς ιστούς, ότι το παν είναι ο παρών χρόνος, ότι τα προβλήματά μας μάς τα λύνουν οι ιδεολογίες, η δύναμη, το χρήμα, η Υπεραγία Θεοτόκος μάς καλεί να αναζητήσουμε όχι το εν, αλλά τον Ένα. Τον Υιό και Θεό της. Και να ελπίσουμε, να μοιραστούμε, να ζήσουμε, να αφεθούμε στη χάρη Του εν τη Εκκλησία. Κι εκείνη δεν θα μας εγκαταλείψει.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

 

Η Εκκλησία εόρτασε πανηγυρικά πριν από οκτώ ημέρες την Κοίμηση και τη Μετάσταση της υπεραγίας Θεοτόκου και σήμερα, με την ίδια εορταστική διάθεση κλείνει την εορτή. Με τους ωραιότερους ύμνους κήδεψε τη μητέρα της ζωής, τους ίδιους ύμνους, που σαν απόηχος ακούονται και σήμερα στην Ιερή ακολουθία. Γιατί άλλη καλύτερη γλώσσα, για να εκφράσει το μυστήριο της πίστεως, η Εκκλησία δεν έχει παρά τη γλώσσα της ψαλμωδίας, που είναι μαζί ποίηση και μουσική στην πιο απλή και καθαρή της μορφή. Η Εκκλησία, δηλαδή ο λαός του Θεού εορτάζομε και τιμούμε τα πρόσωπα και τα γεγονότα της πίστεως, καθώς γράφει ο Απόστολος, «άδοντες και ψάλλοντες εν τη καρδία ημών τω Κυρίω». Ο ύμνος, το εκκλησιαστικό τροπάριο είναι η ζωντανή έκφραση της αμώμητης λατρείας της Ορθοδοξίας. Ας ξεχωρίσουμε λοιπόν κι ας αναλύσουμε ιεροπρεπώς κάποια τροπάρια της μεγάλης εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, κι ας είναι αυτό σήμερα το κήρυγμα του θείου λόγου.

Ας μη ρωτήσουμε κι ας μη ζητήσουμε για να βρούμε ποιοι είναι οι ποιητές και οι μελουργοί των τροπαρίων.

Αυτό δεν έχει καμιά απολύτους σημασία. Είναι η Εκκλησία, ο λαός του Θεού. Η ιερά υμνογραφία είναι η φωνή της πίστεως, η παράδοση και η ζωή των γενεών των πιστών. Ποιος ρώτησε για τους ποιητές των δημοτικών τραγουδιών; Είναι ο κάθε λαός μέσα στις ιστορικές περιπέτειες και τους αγώνες του. Το ίδιο και του μεγάλου θησαυρού της υμνογραφίας ποιητής είναι η Εκκλησία· κι αν κάπου ακούονται κάποια ονόματα ιερών ποιητών και υμνογράφων, αλλά και τα ονόματα αυτά και τα πρόσωπα μένουν πάλι και είναι πνευματική περιουσία της Εκκλησίας.

Τα τρία λοιπόν ανώνυμα τροπάρια της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που ψάλλονται στην αρχή του Εσπερινού, είναι από τα πιο χαρακτηριστικά και γνωστά της Εκκλησιαστικής υμνολογίας. Στη γλώσσα της ψαλμωδίας ονομάζονται αυτόμελα, που θα πει πως έχουν ένα δικό τους και ξεχωριστό μουσικό μέλος. Θέλουν να είναι εξόδια άσματα στην Κοίμηση της Θεοτόκου, αλλά η πίστη της Εκκλησίας τα μετατρέπει σε εγκωμιαστικό χαιρετισμό προς τη μητέρα της ζωής. Αν δεν υπάρχει θάνατος για τους πιστούς, όταν εκδημούν από το σώμα και ενδημούν προς το Θεό, πώς λοιπόν μπορεί να πέθανε η Παναγία Παρθένος Μαριάμ; Παράδοξο πραγματικά είναι το θαύμα· «η πηγή της ζωής εν μνημείω τίθεται και κλίμαξ προς ουρανόν ο τάφος γίνεται». Η γυναίκα λοιπόν που γέννησε τη ζωή του κόσμου απέθανε, άλλ’ όμως το πανάχραντο σώμα της ανέβηκε στον ουρανό. Σαν άνθρωπος και η Θεοτόκος πληρώνει το κοινό χρέος, αποθνήσκει και ενταφιάζεται με κάθε ιερή τάξη στη Γεθσημανή από τους Αποστόλους. Αλλά ύστερ’ από τρεις ημέρες το καθαρότατο και αμόλυντο σώμα της δεν βρίσκεται στον τάφο. Ο τάφος που για κάθε άνθρωπο, μέχρι την ημέρα της κοινής αναστάσεως, είναι το κρεβάτι της αναπαύσεως του και το χωνευτήρι του κορμιού του, για την Υπεραγία Θεοτόκο γίνεται η κλίμακα που την ανεβάζει στον ουρανό.

Η Εκκλησία μπροστά σ’ αυτό το γεγονός χαιρετίζει τη Γεθσημανή, που έγινε το άγιο τέμενος της Θεοτόκου. Ύστερα στέκει με έκσταση και μιλάει με θαυμασμό στη Δέσποινα του κόσμου, γιατί αυτή και πρώτα υπήρξε θρόνος του Υψίστου και τώρα μετέστη από τη γη στον ουρανό. Τέλος βλέπει να δοξάζουν την κοίμηση της άγιας Παρθένου όλες οι αγγελικές δυνάμεις στον ουρανό κι όλοι οι άνθρωποι στη γη, οι βασιλιάδες κι ο λαός. Κι αντί να ξεφύγει από το στόμα της κάποιος λυπητερός λόγος, η Εκκλησία ξεσπάει και στα τρία τροπάρια στο «χαίρε» του Αγγέλου· «Κεχαριτωμένη, χαίρε μετά σου ο Κύριος». Αυτός είναι ο μοναδικός χαιρετισμός του ουρανού προς τη γη, το μήνυμα που έφερε ο Άγγελος προς την αγνή Παρθένο της Ναζαρέτ. «Ο Κύριος μετά σου» είπε ο αρχάγγελος Γαβριήλ, και η Εκκλησία συμπληρώνει, ερμηνεύοντας το μυστήριο της θείας ενανθρωπήσεως «ο παρέχων τω κόσμω διά σου το μέγα έλεος». Γιατί όλο το μυστήριο της θείας οικονομίας για τη σωτηρία του άνθρωπου είναι η έκφραση του ελέους και της αγάπης του Θεού, που θύρα για να μπει σαν άνθρωπος στον κόσμο, μεταχειρίστηκε μια ταπεινή παιδούλα, τήν παρθένο Μαρία.

* * *

Μέσα στην υμνολογία της εορτής ξεχωρίζουν οι δυό Κανόνες, που φέρουν τα ονόματα των δυό μεγάλων ποιητών της Εκκλησίας, του Κοσμά και του Δαμάσκηνου. Είναι δυο άνθρωποι αυτοί, που μεγάλωσαν κι έζησαν πολύν καιρό μαζί και με θεοκίνητη γλώσσα ύμνησαν όλες τις μεγάλες Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές της Εκκλησίας. Για να μπορέσουμε, όχι να καταλάβουμε την ποιητική και φιλολογική αξία των εκκλησιαστικών ύμνων, αλλά να αισθανθούμε και να ζήσουμε την ιερή ομορφιά τους, δεν χρειάζεται να είμαστε θεολόγοι και φιλόλογοι. Φτάνει μόνο να μιλά μέσα μας η πίστη· όχι αόριστα και άχρωμα η θρησκευτική πίστη, αλλά η πίστη της Εκκλησίας. Γιατί άλλο πράγμα είναι να μιλάμε τάχα για θρησκεία κι άλλο πράγμα να μιλά μέσα μας η πίστη κι ο κόσμος της Εκκλησίας. Τα τροπάρια της κάθε εορτής, τα τροπάρια τώρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, για τα οποία είναι σήμερα ο λόγος, δεν είναι απλώς θρησκευτικοί ύμνοι, αλλά είναι τροπάρια της λατρείας της Εκκλησίας.

Σταματάμε στον Ειρμό, δηλαδή στο πρώτο τροπάριο του πρώτου Κανόνα, που είναι η Καταβασία της πρώτης Ωδής. Είναι τάχα άγνωστα και ακατάληπτα αυτά που λέμε τώρα;

Άλλ’ αυτό ακριβώς εννοούμε, όταν λέμε ότι πρέπει να μιλά μέσα μας η πίστη και ο κόσμος της Εκκλησίας. Το μεγάλο μας σχολείο, ένα σχολείο στο όποιο φοιτάμε σ’ όλη μας τη ζωή, είναι η Εκκλησία. Δεν είναι τώρα για να πούμε και να διδάξουμε τί είναι Κανόνας και τί είναι Ειρμός και τί είναι Ωδή και τί είναι Καταβασία· αυτά δεν μαθαίνονται σαν κάθε γνώση στο σχολείο, αλλά όπως η μητρική γλώσσα μέσα στο σπίτι· ο κάθε ορθόδοξος χριστιανός, που κάθε Κυριακή και εορτή συνήθισε να είναι στην Εκκλησία, έμαθε και ξέρει τί λέγεται και τί γίνεται εδώ μέσα. Η κοινή θεία λατρεία της Εκκλησίας δεν είναι μόνο προσευχή, αλλά είναι και διδασκαλία, μια διδασκαλία εποπτική, σαν στο καλύτερο πρότυπο σχολείο.

Σταματάμε λοιπόν στην Καταβασία της πρώτης Ωδής. Είναι το τροπάριο, που ξεχωρίζει μέσα στην ακολουθία του Όρθρου, που ψάλλεται πανηγυρικά σ’ έναν καθαρά ελληνικό ήχο. Γιατί αυτό εννοούμε όταν λέμε και το καυχιόμαστε πώς η Ορθοδοξία είναι Ελληνική. Το σώμα της είναι ευαγγελικό και μόνο το ένδυμά της είναι Ελληνικό· η γλώσσα και η μουσική της ορθόδοξης λατρείας είναι ελληνικά. Κι όπου ακόμα μεταφράστηκαν οι ιερές ακολουθίες και η θεία Λειτουργία σε άλλες εθνικές γλώσσες κι εκεί κάτω από τη μετάφραση φαίνεται η ελληνική γλώσσα κι ακούμε τη φωνή της.

Η Καταβασία λοιπόν της πρώτης Ωδής της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ακούεται σαν ένα γνώριμο στ’ αφτιά μας ελληνικό δημοτικό τραγούδι. «Πεποικιλμένη τη θεία δόξη, η ιερά και ευκλεής, Παρθένε, μνήμη σου, πάντας συνηγάγετο προς ευφροσύνην τους πιστούς…». Μη σας τρομάζει που λέμε για τραγούδι. Ο άγιος της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ο Σκιαθίτης Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έλεγε κι έγραφε πως τα τροπάρια της Εκκλησίας είναι τα τραγούδια του Θεού. Και η Καταβασία, για την οποία τώρα είναι ο λόγος, έγινε αφορμή για να γράψει ένα από τα μικρά διηγήματα του με τον τίτλο: «Η πεποικιλμένη».

Να σε μια πρόχειρη μετάφραση τα παραπάνω λόγια της Καταβασίας· «Στολισμένη με τη θεία δόξα η ιερή και παινεμένη, Παρθένε, μνήμη σου, σύναξε όλους τούς πιστούς, για να γιορτάσουν με χαρά…». Τί είναι λοιπόν οι εορτές μας; Τί είναι οι ετήσιες πανηγύρεις της Εκκλησίας; Είναι οι ιερές συνάξεις των πιστών στη μνήμη των προσώπων και των γεγονότων της πίστεως. Αυτό το τονίζομε πάντα· όχι κάποιων ιδεών ή πολιτικών σχημάτων, αλλά των προσώπων και των γεγονότων, γιατί ενυπόστατη και εμπράγματη είναι η πίστη της Εκκλησίας. Η Εκκλησία εορτάζει όχι την ελευθερία, αλλά τον άγιο Ελευθέριο· όχι την ειρήνη, αλλά την άγια Ειρήνη· όχι την μητέρα, αλλά τον Ευαγγελισμό και την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου· όχι τον ΟΗΕ και το ΝΑΤΟ, αλλά το Πάσχα και τα Χριστούγεννα. Γιατί η πίστη και η λατρεία της Εκκλησίας δεν είναι κάποια θεωρητική και, ιδεολογική διδασκαλία, αλλά κήρυγμα γεγονότων, βίος και ζωή αγίων προσώπων του Ιησού Χριστού, της Υπεραγίας Θεοτόκου και όλων των Άγιων. Στην Εκκλησία δεν υπάρχει η αγιοσύνη σαν ένα ιδεολογικό σχήμα, αλλά υπάρχουν άγιοι άνθρωποι. Στην Εκκλησία δεν υπάρχει μια αόριστη πίστη στο «υπέρτατο ον», που δεν θα πει τίποτα, αλλά υπάρχει η πίστη στην αγία και ομοούσιο και ζωοποιό και αδιαίρετη Τριάδα· στον Πατέρα, που ακούσαμε τη φωνή του στη Βάπτιση και στη Μεταμόρφωση· στο Υιό, που αναστράφηκε μεταξύ μας σαν άνθρωπος· και στο Άγιο Πνεύμα, που το είδαμε στον Ιορδάνη «ωσεί περιστεράν» και στην Πεντηκοστή «εν είδει πύρινων γλωσσών». Αυτά λοιπόν τα πρόσωπα και τα γεγονότα συνάζουν κάθε φορά τους πιστούς, για να εορτάσουν γεμάτοι χαρά και πνευματική ευφροσύνη.

Σ’ έναν ύμνο ακόμα της εορτής της Κοιμήσεως θα σταματήσουμε και θα κλείσουμε το σημερινό κήρυγμα. Είναι το Κοντάκιο. Ας μη ρωτάμε πάλι γιατί λέγεται Κοντάκιο και τί στην εκκλησιαστική υμνογραφία είναι το Κοντάκιο. Αυτό είν’ ένα μάθημα για άλλη περίσταση· άλλ’ αυτό μόνο μπορούμε να πούμε τώρα, πώς το Κοντάκιο είναι ο ύμνος που ψάλλεται στη θεία Λειτουργία από τους ιερείς μέσα στο άγιο Βήμα πριν από το «Άγιος ο Θεός…». Το Κοντάκιο στην Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου, αλλά και σε κάθε εορτή, είναι το τροπάριο που με πολύ σύντομο και επιγραμματικό τρόπο συνοψίζει όλη την υπόθεση της εορτής. Να πώς το ακούσαμε από το χορό των ιερέων τώρα πριν από λίγο· «Την εν πρεσβείαις ακοίμητον Θεοτόκον και προστασίαις αμετάθετον ελπίδα, τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν, ως γαρ ζωής μητέρα προς την ζωήν μετέστησεν, ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον».

Θα προσπαθήσω να μεταφέρω στη γλώσσα μας όσο μπορώ καλύτερα τα λόγια του τροπαρίου αυτού, προσθέτοντας έναν ελαφρό σχολιασμό. Την Υπεραγία Θεοτόκο, που ακοίμητα πρεσβεύει για κάθε πιστό, που όλη μας η ελπίδα είναι στην προστασία της, ο τάφος κι ο θάνατος δεν την κράτησε, γιατί σαν μητέρα της ζωής την πήρε στη ζωή εκείνος που σαρκώθηκε μέσα της «εκ Πνεύματος Αγίου». Δεν κοιμήθηκε, αλλά πρεσβεύει ακοίμητα για μας· δεν μας άφησε, αλλά μας προστατεύει πάντα. Ο τάφος κι ο θάνατος δεν μπόρεσαν να την κρατήσουν. Πώς θα γινότανε τάχα αυτό; Αυτή γέννησε το Χριστό, που είναι η ζωή, κι ο Χριστός την πήρε στα χέρια του μαζί του. Γι’ αυτό λοιπόν και σήμερα και πάντα στη θεία Λειτουργία αυτή είναι η δική μας θερμή δέηση και προσευχή προς το Σωτήρα Χριστό· «Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς». Αμήν. 
 Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
Ἐν τὴ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τὴ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε, Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταὶς πρεσβείαις ταὶς σαὶς λυτρουμένη, ἐκ θανάτου τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.

Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

Σχόλιο στο Ευαγγέλιο της Κυριακής(Κατα Ματθαίον ΙΒ')

 Ὁ πλούσιος νεανίσκος

Ἡ σημερινὴ Εὐαγγελικὴ περικοπὴ εἶναι ἰδιαιτέρως ἐπίκαιρη. Ἕνας πλούσιος νέος πλησίασε τὸ Χριστὸ καὶ Τὸν ρώτησε τί καλὸ πρέπει νὰ κάνει στὴ ζωή του, γιὰ νὰ κερδίσει τὴν αἰωνιότητα, νὰ σώσει τὴν ψυχή του. Καὶ ὁ Χριστὸς τοῦ εἶπε, «ξέρεις τὶς ἐντολές. Νὰ μὴν φονεύσεις, νὰ μὴν κλέψεις, νὰ μὴ ψευδομαρτυρήσεις, νὰ τιμᾶς τὸν πατέρα σου καὶ τὴ μητέρα σου καὶ νὰ ἀγαπᾶς τον πλησίον σου ὅπως τὸν ἑαυτό σου». Ὁ νεαρὸς ἀπάντησε, «ὅλα αὐτὰ ἀπὸ μικρὸ παιδὶ τὰ τηρῶ». «Τότε, ἕνα σοῦ λείπει γιὰ νὰ σώσεις τὴν ψυχή σου», λέγει ὁ Χριστός: «νὰ ἐκποιήσεις τὰ πλούτη σου καὶ νὰ μοιράσεις τὰ χρήματα στοὺς φτωχοὺς καὶ τότε θὰ ἀποκτήσεις θησαυρὸ στὸν Οὐρανό. Τότε μπορεῖς νὰ μὲ ἀκολουθήσεις». Ὁ πλούσιος νέος ἔφυγε πολὺ λυπημένος, γιατί εἶχε πολλὰ χρήματα, ποὺ δὲ μποροῦσε ν’ ἀπαρνηθεῖ. Ὁ Χριστὸς τότε στράφηκε στοὺς μαθητές: «Ἀλήθεια σας λέω, εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ εἰσέλθουν οἱ πλούσιοι στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ περάσει ἡ καμήλα μέσα ἀπὸ τὴν τρῦπα τῆς βελόνας, παρὰ οἱ πλούσιοι στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Οἱ Μαθητὲς Τὸν ρώτησαν, «ἂν συμβαίνει αὐτό, ποιός θὰ σωθεῖ, τελικᾶ» καὶ ὁ Χριστὸς τοὺς ἀπάντησε, «αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀδύνατο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι δυνατὸ γιὰ τὸ Θεό». Αὐτή, μὲ λίγα λόγια, ἦταν ἡ Εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ ἀκούσαμε σήμερα.

Γιατί ὁ Χριστὸς διδάσκει ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ διαθέτουν τὸν πλοῦτο δύσκολα θὰ σώσουν τὴν ψυχή τους; Γιατί, κατ' ἀρχάς, ὁ πλοῦτος καθιστᾶ, πολλὲς φορές, τὸν ἄνθρωπο δέσμιο τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν, αἰχμάλωτο τῆς καθημερινότητας καὶ τοῦ ἄγχους ν’ ἀποκτήσει περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἔχει ἢ νὰ διατηρήσει, εἰ δυνατόν, αὐτὰ ποὺ ἔχει. Δυσκολεύει ὁ πλοῦτος τὴν πνευματικὴ ζωή, γιατί δημιουργεῖ στὸν ἄνθρωπο τὴν αἴσθηση ὅτι, γιὰ νὰ διατηρήσει, νὰ πολλαπλασιάσει καὶ νὰ περισώσει αὐτὰ ποὺ ἔχει, πρέπει νὰ κάνει τὰ πάντα, ἀκολουθῶντας ἀκόμα καὶ ἀπάνθρωπες πρακτικές. Καὶ εἶναι γεμάτη ἡ ἱστορία καὶ ἡ ἐποχή μας ἀπὸ παραδείγματα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι μετῆλθαν ὅλα τὰ μέσα γιὰ νὰ κατακτήσουν καὶ νὰ πολλαπλασιάσουν τὴν οἰκονομική τους δύναμη, λειτουργῶντας, ἐνίοτε, μὲ ἀνήθικο καὶ παράνομο τρόπο.

Δυσκολεύει τὴν πνευματικὴ ζωὴ ὁ πλοῦτος, γιατί δημιουργεῖ στὸν ἄνθρωπο πνευματικὴ χαλαρότητα, ποὺ τοῦ στερεῖ τὴ δυνατότητα νὰ δεῖ στὴν ψυχή του καὶ νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι αὐτὰ ποὺ ἔχει εἶναι πρόσκαιρα καὶ ἀργὰ ἢ γρήγορα, θὰ ἔρθει ἡ ὥρα τῆς αἰωνιότητας. Θὰ ἀφήσει πίσω του χρήματα, κτήματα, δόξα καὶ μεγαλεῖα καὶ θὰ πάρει μαζί του αὐτὰ ποὺ κατέθεσε στὸν Οὐρανό, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός. Γι’ αὐτὸ ὁ πλοῦτος δυσκολεύει νὰ ζήσουν κατὰ Χριστὸν ἐκείνους ποὺ τὸν κατέχουν, νὰ ζήσουν πνευματικᾶ καὶ νὰ προετοιμάσουν τὴ ζωή τους γιὰ τὴν αἰωνιότητα.

Βέβαια, μπορεῖ ὁ πλοῦτος νὰ καθιστᾶ δύσκολη τὴ σωτηρία, δὲν τὴν καθιστᾶ, ὅμως, ἀδύνατη. Εἶναι λάθος νὰ πιστέψουμε ὅτι κάθε πλούσιος εἶναι χαμένος, ὅτι θὰ στερηθεῖ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ἔχουμε πολλὰ παραδείγματα στὴν ἱστορία, ποὺ ἀποδεικνύουν τοῦ λόγου τὸ ἀληθές. Ἄλλωστε, τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς πλούτισε τὸν κόσμο. Τοῦ προσέφερε ὅλα τὰ δῶρα τῆς ἀγάπης Του. Ἄρα, τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ δὲν εἶναι καταδικαστέα, γιατί εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ, ἀνήκουν στὸν Θεὸ καὶ εἶναι προσφορὰ τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους.

Ἂς θυμηθοῦμε τοὺς γενάρχες τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, ὅπως τὸν Ἀβραάμ. Διέθετε ὅλον τὸ κοσμικὸ πλοῦτο τῆς ἐποχῆς, ὅμως, δὲν τὸν κράτησε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Μὲ αὐτὸν ἔτρεφε καὶ συντηροῦσε τὸν λαό του. Ἀλλὰ καὶ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἦταν πάμπλουτοι. Ὁ Μέγας Βασίλειος, ἦταν γόνος μιᾶς πάρα πολὺ πλούσιας οἰκογένειας. Κι ὅμως, γρήγορα κατάλαβε ὅτι, γιὰ νὰ κερδίσεις τὴν ψυχή σου καὶ νὰ ζήσεις κατὰ Χριστόν, πρέπει νὰ ἐπιλέξεις τὸν πλοῦτο τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι τὸν πλοῦτο τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι, ἐκποίησε τὴν περιουσία του καὶ δημιούργησε τὴ γνωστὴ σὲ ὅλους «Βασιλειάδα», μιὰ πόλη γεμάτη ἱδρύματα, ὀρφανοτροφεῖα, φτωχοκομεία, νοσοκομεῖα, γηροκομεῖα, περιέθαλψε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ εἶχαν ἀνάγκη καὶ ἔτσι μεγαλύνθηκε στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ καὶ δοξάζεται καὶ τιμᾶται μέχρι σήμερα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἦταν ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἀντάλλαξε «τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια», δηλ. μὲ τὴ φτώχεια ἀντάλλαξε τὸν πλοῦτο. Εἶχε καὶ κεῖνος τὰ πάντα, ἀλλὰ ἐπέλεξε νὰ ζεῖ φτωχικᾶ καὶ νὰ καταστεῖ μέγας εὐεργέτης τοῦ λαοῦ καὶ μέγας Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας.

Καὶ στὴν ἐποχή μας ὑπάρχουν τέτοιοι ἄνθρωποι, οἱ μεγάλοι εὐεργέτες τοῦ Ἔθνους. Τὸ ἐμπόριο τοὺς εἶχε χαρίσει ἀμέτρητα πλούτη. Δὲν τὰ κράτησαν, ὅμως, γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Τὰ χάρισαν στὸ ἔθνος, τὰ προσέφεραν στὴν πατρίδα, τὰ δώρισαν στὴν Ἐκκλησία καὶ κοσμεῖται σήμερα ἡ πατρίδα μας ἀπὸ τὰ ἔργα τους, στὰ ὁποῖα τὸ ἔθνος ἔδωσε τὸ ὄνομά τους, γιὰ νὰ θυμίζουν στὸν αἰῶνα τὴν μεγίστη προσφορά τους.

Ὑπάρχει, ὅμως, ἕνας πειρασμὸς ἐδῶ, τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ ἀποφύγουμε. Εἶναι ἡ σκέψη ὅτι ἡ φτώχεια, ἀπὸ μόνη της, εἶναι ἱκανὴ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν αἰώνια ζωή. Εἶναι λανθασμένη σκέψη. Ὑπάρχουν φτωχοὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι στρέφονται κατὰ τοῦ Θεοῦ, ἀποδίδοντας σ’ Ἐκεῖνον τὴν κατάσταση ποὺ βιώνουν. Ὑπάρχουν φτωχοί, ποὺ ἐξεγείρονται ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κατέχουν τὸν ὑλικὸ πλοῦτο, υἱοθετῶντας λογικὲς διχασμοῦ, κοινωνικῶν ἀνισοτήτων καὶ ἐντάσεων, οἱ ὁποῖες, ὄχι μόνο δὲ λύνουν τὸ πρόβλημα, ἀλλὰ τὸ ὀξύνουν, δημιουργῶντας περαιτέρω προβλήματα στοὺς ἴδιους καὶ στὴν κοινωνικὴ συνοχή.

Οὔτε ὁ πλοῦτος ἀπὸ μόνος του, οὔτε ἡ φτώχεια ἀπὸ μόνη της μποροῦν νὰ μᾶς στερήσουν ἢ νὰ μᾶς ἐξασφαλίσουν τὴ σωτηρία. Τὴν ἴδια στιγμή, ὅμως, μποροῦν νὰ γίνουν τὰ κλειδιὰ ποὺ θὰ ἀνοίξουν τὶς πύλες τοῦ Παραδείσου, ἀρκεῖ νὰ διαχειριζόμαστε αὐτὲς τὶς καταστάσεις μὲ τρόπο εὐχαριστιακό, νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι δὲν μᾶς ἀνήκει τίποτα. Ὅλα ἀνήκουν σὲ ὅλους, ὅλοι εἴμαστε ἴσοι σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο κι ἔναντι τοῦ Θεοῦ. Ὅλοι ἔχουμε τὰ ἴδια δικαιώματα στὴ διαχείριση τοῦ πλούτου, ἀρκεῖ νὰ νιώσουμε καὶ νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι δὲν ὑπάρχουμε μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ ὅτι, ἂν θέλουμε νὰ σώσουμε τὴν ψυχή μας, δὲν μποροῦμε νὰ τὴ σώσουμε μόνοι μας, ἀλλὰ μόνο ἂν κινηθοῦμε καὶ ζήσουμε ὅλοι μαζί, μὲ πνεῦμα ἀγάπης καὶ ἀλληλεγγύης μέσα στὴν κοινωνία καὶ κάτω ἀπὸ τὴ σκέπη τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐπιλογὴ τῆς σωτηρίας εἶναι δική μας. Ἀμήν!

Να γίνεσαι μικρό παιδί...

 


Πέρα από όλα τα θεολογικά σπουδαία που οφείλει και μπορεί να πει κανείς για την Παναγία μας, χρειάζεται και μια προσωπική γνωριμία μαζί της. Μια σχέση, ένα βίωμα οικείωσης της ελπιδοφόρας και παραμυθητικής Παρουσίας της. Τι χρειάζεται θα ρωτήσει κανείς για να αρχίσει να γνωρίζει και να γεύεται την αισθητή παρουσία της; 

Πίστη θα απαντήσει κάποιος. Σωστά. Να νηστέψει και να προσεύχεται θα μας πουν κάποιοι άλλοι, και πάλι σωστά. Όμως μαζί με όλα αυτά θα προσθέσω τρία ακόμη που για μένα είναι πάρα πολύ σημαντικά.

Πρώτον να αγαπήσει κανείς με πάθος και έρωτα τον Υιό της, τον Χριστό μας.

Δεύτερον, να επιτρέψει στο εαυτό του να γίνει και πάλι παιδί.

Τρίτον να έχει ταπείνωση και απλότητα.

Όταν αγαπάς τον Χριστό η Παναγία χαίρεται. Ποια μάνα δεν θέλει να αγαπάνε το παιδί της, πόσο δε μάλλον όταν γνωρίζει ότι αυτός είναι ο σωτήρας μας. Η ζωή και η ανάσταση μας.

Όταν επιτρέπεις στον εαυτό σου να γίνει παιδί, στην πραγματικότητα του επιτρέπεις να γευθεί το θαύμα. Άλλωστε μια πλευρά του εαυτού μας ποτέ δεν μεγάλωσε, έμεινε αθώα, αγνή γεμάτη επιθυμία για ζωή. Επίτρεψε στο παιδί που ζει μέσα σου να εκδηλωθεί, να μιλήσει, να ζητήσει το παιγνίδι, την χαρά και την ζωή.

Δεν το κάνουμε όμως, γιατί έχουμε εγωισμό. Έχουμε χάσει την απλότητα μας. Δεν ενεργούμε φυσικά και αυθόρμητα, καρδιακά και αγαπητικά. Δεν είμαστε εμείς αλλά οι σοβαροί κύριοι και κυρίες που κλεισμένοι μέσα στα πρέπει και μη, χάσαμε την άμεση επαφή με την ζωή, τον εαυτό μας και τον Θεό.

Ας δούμε λοιπόν ένα τεράστιο ασκητή, έναν σκληρό αγωνιστή, πως μέσα στην σκληρή άσκηση του, διατηρούσε την απλότητα και παιδικότητα της καρδιας του, την ταπείνωση και την αγάπη, τον σφοδρό έρωτα στον Χριστό και την Παναγία. Δείτε πόσο απλά, ανθρώπινα, παιδικά και ουσιαστικά της μιλούσε σε δύσκολες κι ευχάριστες στιγμές της ζωής του, κι ας παραδειγματιστούμε, σε έναν Αύγουστο όλο Παναγία.....

«..Γίνου λοιπόν ένα παιδάκι μικρόν, με την παιδικήν του απλότητα, και ρίξου στους πόδας της γλυκιάς σου Μανούλας, της Παναχράντου Μητρός Του, όπου βαστάζει ως βράφος μικρόν, τον Μέγαν Θεόν.

Και κλάψε και φώναζε με αγάπη πολλήν:

«Γλυκιά μου Μανούλα, βοήθησέ με, οδήγησέ με πως να σωθώ! Μεσίτευσε, Μάνα μου, εις τον Υιόν σου να με οδηγήσει πως να σωθώ. Τι είναι το θέλημά Του να κάνω, και τι από Αυτόν να ζητώ.

Να μου ανοίξει τους οφθαλμούς της ψυχής, όπου είναι κλειστοί και δεν Τον βλέπω, όταν εκείνος με βλέπει εις κάθε στιγμή, αλλά συνεχώς τον λυπώ...

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 23/08/2026-ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΘ' 16-26

 

 Κυριακή ΙΒ' Ματθαίου Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Μτθ. ιθ' 16-26 (04-09-2022) - Ιερά  Μητρόπολη Κωνσταντίας και Αμμοχώστου | Diocese Of Constantia - Ammochostos


Πρωτότυπο Κείμενο

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, νεανίσκος τις προσῆλθε τὸ ᾿Ιησοῦ, γονυπετῶν αὐτῷ, καὶ λέγων· Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθὸν ποιήσω ἵνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον; Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· Τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς, εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός. Εἰ δὲ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωήν, τήρησον τὰς ἐντολάς. Λέγει αὐτῷ· Ποίας; Ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπε· Τὸ· Οὐ φονεύσεις· Οὐ μοιχεύσεις· Οὐ κλέψεις· Οὐ ψευδομαρτυρήσεις· Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα· καὶ· Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. Λέγει αὐτῷ ὁ νεανίσκος· Πάντα ταῦτα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου· τί ἔτι ὑστερῶ;  Ἔφη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε, πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα, καὶ δὸς πτωχοῖς· καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ· καὶ δεῦρο, ἀκολούθει μοι. Ἀκούσα ἀπῆλθε λυπούμενος· ἦν γὰρ ἔχων κτήματα πολλά. ῾Ο δὲ ῾Ιησοῦς εἶπε τοῖς Μαθηταῖς αὐτοῦ· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι πλούσιος δυσκόλως εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν, εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ῥαφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν. Ἀκούσαντες δὲ οἱ Μαθηταὶ αὐτοῦ, ἐξεπλήσσοντο σφόδρα, λέγοντες· Τίς ἄρα δύναται σωθῆναι; Ἐμβλέψας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Παρὰ ἀνθρώποις τοῦτο ἀδύνατόν ἐστι, παρὰ δὲ Θεῷ πάντα δυνατά ἐστι.

 Νεοελληνική Απόδοση 

Εκείνο τον καιρό, κάποιος πλησίασε τον Ιησού και του είπε: «Αγαθέ Διδάσκαλε, τι καλό να κάνω για ν’ αποκτήσω αιώνια ζωή;» Κι αυτός του είπε: «Γιατί με ονομάζεις αγαθό; Κανένας δεν είναι αγαθός, παρά μόνο ένας ο Θεός. Αν θέλεις πάντως να μπεις στη ζωή, τήρησε τις εντολές». Του λέει: «Ποιές;» Κι ο Ιησούς είπε: «Το μη σκοτώσεις, μη μοιχεύσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα και τη μητέρα σου και αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου». Του λέει ο νεαρός: « Όλα αυτά τα τηρώ από πολύ μικρός∙ σε τι υστερώ ακόμα»; Του είπε ο Ιησούς: «Αν θέλεις να γίνεις τέλειος, πήγαινε πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα χρήματα στους φτωχούς, και θα έχεις θησαυρό κοντά στο Θεό, κι έλα να με ακολουθήσεις». Μόλις άκουσε την απάντηση ο νεαρός, έφυγε λυπημένος, γιατί είχε μεγάλη περιουσία.

Κι ο Ιησούς είπε στους μαθητές του: «Σας βεβαιώνω πως δύσκολα θα μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού. Και σας το επαναλαμβάνω: Είναι ευκολότερο να περάσει καμήλα από βελονότρυπα, παρά να μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού». Όταν το άκουσαν οι μαθητές του, ένιωσαν μεγάλη κατάπληξη κι έλεγαν: «Τότε ποιος μπορεί να σωθεί;» Ο Ιησούς τους κοίταξε και είπε: « Αυτό είναι αδύνατο για τους ανθρώπους∙ για το Θεό όμως όλα είναι δυνατά».

O AΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 23/08/2026-ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ ΙΕ' 1-11

 Ο Απόστολος Παύλος: Ο αληθινά Μεγάλος

Ἀπόστολος (Α΄ Κορ. ιε΄ 1-11)

Αδελφοί, γνωρίζω ὑμῖν τὸ εὐαγγέλιον ὃ εὐηγγελισάμην ὑμῖν, ὃ καὶ παρελάβετε, ἐν ᾧ καὶ ἑστήκατε, δι' οὗ καὶ σῴζεσθε, τίνι λόγῳ εὐηγγελισάμην ὑμῖν εἰ κατέχετε, ἐκτὸς εἰ μὴ εἰκῇ ἐπιστεύσατε. Παρέδωκα γὰρ ὑμῖν ἐν πρώτοις, ὃ καὶ παρέλαβον, ὅτι Χριστὸς ἀπέθανεν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν κατὰ τὰς γραφάς, καὶ ὅτι ἐτάφη, καὶ ὅτι ἐγήγερται τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ κατὰ τὰς γραφάς, καὶ ὅτι ὤφθη Κηφᾷ, εἶτα τοῖς δώδεκα· ἔπειτα ὤφθη ἐπάνω πεντακοσίοις ἀδελφοῖς ἐφάπαξ, ἐξ ὧν οἱ πλείους μένουσιν ἕως ἄρτι, τινὲς δὲ καὶ ἐκοιμήθησαν· ἔπειτα ὤφθη Ἰακώβῳ, εἶτα τοῖς ἀποστόλοις πᾶσιν· ἔσχατον δὲ πάντων ὡσπερεὶ τῷ ἐκτρώματι ὤφθη κἀμοί. Ἐγὼ γάρ εἰμι ὁ ἐλάχιστος τῶν ἀποστόλων, ὃς οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς καλεῖσθαι ἀπόστολος, διότι ἐδίωξα τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ· χάριτι δὲ Θεοῦ εἰμι ὅ εἰμι· καὶ ἡ χάρις αὐτοῦ ἡ εἰς ἐμὲ οὐ κενὴ ἐγενήθη, ἀλλὰ περισσότερον αὐτῶν πάντων ἐκοπίασα, οὐκ ἐγὼ δὲ, ἀλλ' ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σὺν ἐμοί. Εἴτε οὖν ἐγὼ εἴτε ἐκεῖνοι, οὕτω κηρύσσομεν καὶ οὕτως ἐπιστεύσατε.

Μετάφραση  

Αδελφοί, σᾶς θυμίζω τό χαρμόσυνο μήνυμα πού σᾶς ἔφερα μέ τό κήρυγμά μου. Αὐτό τό μήνυμα τό δεχτήκατε, σ΄ αὐτό παραμείνατε σταθεροί, μ΄ αὐτό καί σώζεστε, ἄν βέβαια μένετε προσκολλημένοι σ΄ αὐτό, μέ τό νόημα πού σᾶς τό κήρυξα· ἐκτός ἐάν μάταια πιστέψατε. Σᾶς παρέδωσα τή διδασκαλία πού εἶχα κι ἐγώ παραλάβει καί πού ἔχει πρωταρχική σημασία: ὅτι δηλαδή ὁ Χριστός πέθανε, σύμφωνα μέ τίς Γραφές, γιά τίς ἁμαρτίες μας· ὅτι ἐνταφιάστηκε καί ὅτι, σύμφωνα μέ τίς Γραφές ἀναστήθηκε τήν τρίτη ἡμέρα καί ὅτι ἐμφανίστηκε στόν Κηφά, ἔπειτα στούς Δώδεκα. Ἔπειτα ἐμφανίστηκε σέ περισσότερους ἀπό πεντακόσιους ἀδερφούς συχρόνως, ἀπό τούς ὁποίους μερικοί πέθαναν, οἱ περισσότεροι ὅμως εἶναι ἀκόμα στή ζωή. Ἔπειτα ἐμφανίστηκε στόν Ἰάκωβο, ἔπειτα σέ ὅλους τούς ἀποστόλους. Τελευταία ἀπό ὅλους, ἐμφανίστηκε καί σ΄ ἐμένα σάν σέ ἔκτρωμα. Γιατί ἐγώ πραγματικά εἶμαι ὁ τελευταῖος ἀνάμεσα σέ ὅλους τους ἀποστόλους· ἐγώ δέν εἶμαι ἄξιος οὔτε νά ὀνομάζομαι ἀπόστολος, γιατί καταδίωξα τήν ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Μέ τή χάρη ὅμως τοῦ Θεοῦ ἔγινα αὐτό πού ἔγινα· κι αὐτή ἡ χάρη πρός ἐμένα δέν ὑπῆρξε ἄκαρπη: ἐργάστηκα περισσότερο ἀπ΄ ὅλους τούς ἀποστόλους, ὄχι βέβαια ἐγώ, ἀλλά ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού μέ συνοδεύει. Εἴτε ἐγώ, λοιπόν, εἴτε ἐκεῖνοι, αὐτά κηρύττουμε καί αὐτά πιστέψατε.

Δεν αγιάζουν οι αναμάρτητοι μα εκείνοι που άντεξαν να δουν τις αμαρτίες τους

 


Αγιότητα είναι μια βαθιά ευαισθησία. Μια βαθιά ποιητική ματιά που μπορεί να μεταμορφώνει τα πάντα σε άγγιγμα ψυχής. Ο άγιος είναι ποιητής και ευαίσθητος.

«Για να γίνει κανείς Χριστιανός, πρέπει να έχει ποιητική ψυχή, πρέπει να γίνει ποιητής. “Χοντρές” ψυχές κοντά Του ο Χριστός δεν θέλει» (άγ. Πορφύριος).

Ο άγιος αγαπάει ακόμη κα τα μη αξιαγάπητα. Εκείνον που όλοι θα περιφρονούσαν με μεγάλη χαρά, η αγιότητα τον μαζεύει, τον αγκαλιάζει, τον φιλά με πάθος μέχρι να τον θεραπεύσει.

Η αγιότητα μεταμορφώνει τα έρημα. Κυκλώνει τα διεσπαρμένα. Ενώνει τα διαιρεμένα. Μπορεί και αντέχει πάνω και πέρα από τις πληγές και τις καταστροφές. Κοιτάει εκεί που δεν κοιτάει κανείς άλλος. Δεν χωρίζει τα πράγματα σε καλά και κακά. Δεν τους βάζει ταμπέλες. Δεν κατηγοριοποιεί τη ζωή σε ανώτερη και κατώτερη. Δεν διχάζει, δεν μοιράζει, δεν αποσπά, ενώνει, συνενώνει, και δυναμώνει το αδύνατο να συμβεί και το όνειρο να πραγματωθεί.

Η αγιότητα είναι μια βαθιά ποίηση που συντονίζει το σύμπαν στους στίχους του δημιουργού του. Είναι ο ίδιος ο Χριστός που μέσα από τον άγιο μιλάει ξανά για την αγάπη. Που μέσα από την ματιά του αγίου στέλνει το τρυφερό βλέμμα Του σε όλους τους κουρασμένους. Στους αποτυχημένους και τους κουρελιασμένους στις μάχες της ζωής. Μια τεράστια αγκαλιά να ξαποστάσουν πάντες.

Η αγιότητα είναι μεταξένια αίσθηση της ζωής. Ευαισθησία που ξαναζωντανεύει εντός μας την ματιά του παραδείσου. Τότε που τα πάντα ήταν έκπληξη και θαυμασμός. Τότε που τίποτε δεν ήταν βαρετά το ίδιο ή επαναλαμβανόμενο. Η αγιότητα αναδεικνύει ξανά την ξεχασμένη μας παιδικότητα. Εκείνο το ξάφνιασμα μπροστά στο μυστήριο της ζωής.

Η αγιότητα δεν είναι τελειότητα, μα αποδοχή της ασημαντότητας. Δεν είναι επιτυχία μα δώρο. Δεν είναι κατόρθωμα αλλά χάρισμα. Δεν είναι δύναμη μα κένωση και άδειασμα. Ταπείνωση και εκούσια απόσυρση από τα φώτα του ψεύτικου, πρόσκαιρου και μάταιου.

Δεν αγιάζουν οι αναμάρτητοι μα εκείνοι που άντεξαν να δουν τις αμαρτίες τους. Να τις ακουμπήσουν δίχως να φοβούνται μη λερωθούν και χαλάσει το προφίλ τους. Είναι ανώτερος, λέει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, εκείνος που είδε τις αμαρτίες του από εκείνον που ανέστησε νεκρούς.

Ο άγιος δεν ξέρει ότι είναι άγιος. Εάν το ήξερε, απλά δεν θα ήταν. Όπως ο αθώος δεν γνωρίζει την αθωότητά του. Πολλώ δε μάλλον δεν την προασπίζει. Αθωότητα που προασπίζεται είναι «ευγενής» ναρκισσισμός. Ο άγιος το μόνο που γνωρίζει είναι η έντονη παρουσία του Χριστού εντός του.

Βιώνει μια εσωτερική αποδοχή του Θεού. Μια αγκαλιά που δεν τον κρίνει, παρά μονάχα τον καλύπτει από το ψύχος του κόσμου τούτου.

Ο άγιος μονάχα αγαπά. Γιατί ο ίδιος έχει βιώσει την αγάπη του Θεού. Ξέρει από πάθη και οδύνη. Γνωρίζει τι σημαίνει υπαρξιακή αστοχία, λάθος, σφάλμα και πτώση, γιατί δεν γεννήθηκε άγιος, ούτε τέλειος, μα ούτε προνομιούχος. Πόνεσε, έπεσε, έπαθε, έμαθε. Έτσι μας καταλαβαίνει, μας κατανοεί και ποτέ δεν μας κρίνει. Μονάχα μας αγαπά. Παντού και πάντοτε.

Ο άγιος δεν απορρίπτει. Αποδέχεται απόλυτα, διακρίνοντας την πράξη από το πρόσωπο. Την πράξη την επικρίνει, το ανθρώπινο πρόσωπο ποτέ. Το καταλαβαίνει και το συμπαθεί. Όχι ηθικά. Μα οντολογικά. Γνωρίζει ότι αυτός είναι ο άνθρωπος. Φοβισμένος, τραυματισμένος, χαμένος και πτωτικός.

Εκφράζοντας το πνεύμα του Χριστού, συγχωρεί όχι μια πράξη, αλλά τον όλο άνθρωπο. Όπως το έκανε ο Χριστός. Δεν σώζει τον άνθρωπο από τις αμαρτίες του απλώς, αλλά μεταμορφώνει τη σύνολη φύση του.

Η αγιότητα είναι ένα παράθυρο για να μπορούν εκείνοι που θέλουν και το επιθυμούν, να κοιτάζουν την βασιλεία του Θεού.

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΓΑΘΟΝΙΚΟΣ

 


Τη μνήμη του Αγίου Αγαθονίκου και των συν αυτώ Μαρτυρησάντων τιμά σήμερα, 22 Αυγούστου, η Εκκλησία μας. Όταν ο κόμης Ευτόλμιος επέστρεφε από την περιοδεία του στον Πόντο, οπού είχε πάει για να καταδιώξει χριστιανούς, σταμάτησε στην Κάρπη όπου βρήκε τον Ζωτικό και τον θανάτωσε μαζί με τους μαθητές του.
 Εκεί έμαθε ότι ο πρίγκιπας της πόλης έγινε χριστιανός από κάποιο Αγαθόνικο. Τότε, συνέλαβε τον πρίγκιπα και τον Αγαθόνικο (που ήταν από τη Νικομήδεια), και αφού τους τιμώρησε μαζί με άλλους χριστιανούς, κατόπιν όλους μαζί τους οδήγησε στο βασιλιά, που βρισκόταν στη Θράκη.
Αλλά στο δρόμο, κοντά σε ένα χωριό ονομαζόμενο Ποταμός, σκότωσε τους Ζήνωνα, Θεοπρέπιο, Ακίνδυνο και Σεβηριανό, διότι από τις πολλές πληγές που είχαν στα πόδια τους, δεν μπορούσαν πλέον να βαδίσουν.
Όταν έφθασε στο χωριό Άμμους κοντά στη Σιλυβρία, με βασιλική διαταγή αποκεφάλισε, έτσι όπως τους είχε δεμένους, τον Αγαθόνικο, τον πρίγκιπα και τους άλλους χριστιανούς. Έτσι, όλοι ακολούθησαν το παράδειγμα του εσφαγμένου Αρνίου, του Χριστού, και άξια θα συναριθμηθούν μ’ αυτούς που θα είναι «γεγραμμένοι εν τω βιβλίω της ζωής του αρνίου» (Αποκάλυψη, κα’ 27).
Δηλαδή, μ’ αυτούς που θα είναι γραμμένοι στο βιβλίο της αιώνιας ζωής του Αρνίου, δηλαδή του Χριστού.
Απολυτίκιο:
Ήχος γ’ . Θείας πίστεως.
Νίκης τρόπαιον, κατά της πλάνης, Αγαθόνικε, λαμπρόν εγείρας, των άφθαρτων αγαθών, κατηξίωσαι του γαρ Δεσπότου ζηλώσας τον θάνατον, της αθανάτου ζωής ώφθης μέτοχος. Μάρτυς ένδοξε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

Καρέκλες...αφημένες στο πεζοδρόμιο περιμένοντας την επόμενη παρέα.


Παλιότερα ήταν πολλά τα σπίτια που έβγαζαν καρέκλες έξω. Σε αυτές καθόντουσαν οι γείτονες και συζητούσαν τα καθημερινά τους προβλήματα, μοιράζονταν τις χαρές και τις λύπες τους.

Μαζί με τις καρέκλες, οι γλάστρες, τα τραπεζάκι, έβγαζαν το σπίτι έξω στο πεζοδρόμιο, λειτουργούσαν ως προέκτασή του. Αυτή η οικειοποίηση του δημόσιου χώρου, η ανάπτυξη της καθημερινής κοινωνικότητας, φέρει έντονο το σημάδι των Μικρασιατών προσφύγων του 1922.

Ήταν οι άνθρωποι που περνούσαν πολλές ώρες κάθε μέρα εκτός σπιτιού, γιατί πολύ απλά δεν χωρούσαν στα σπίτια τους. Οικογένειες 6, 7 ή και 10 ατόμων, ασφυκτιούσαν στα 50 τετραγωνικά, που έπρεπε να ζήσουν.

Έξω από το σπίτι, μαζί με τους γείτονες, που επίσης έβγαζαν καρέκλες στο πεζοδρόμιο, δημιουργήθηκαν ισχυρά δίκτυα αλληλεγγύης, «συντρεγμού» όπως μου τα έλεγε ο κύριος Γιάννης Κουβάς, γεννημένος το 1925 από πρόσφυγες γονείς στην Καισαριανή.
Αυτά τα δίκτυα βοήθησαν τους πρόσφυγες να ξεπεράσουν πολλές από τις δυσκολίες των πρώτων χρόνων της εγκατάστασης και βέβαια να επιβιώσουν, όσοι επιβίωσαν, της κατοχής.

Χρωστάμε πολλά σε αυτές τις καρέκλες που είναι αφημένες στο πεζοδρόμιο, περιμένοντας την επόμενη παρέα.

Η ευλάβεια προς την Παναγία

 Η ευλάβεια προς την Παναγία

«Προσπάθησε ο νούς σου να βρίσκεται συνέχεια στον Χριστό, στην Παναγία, στους Αγγέλους και στους Αγίους στον Ουρανό»

– Πέστε μας , Γέροντα, κάτι για την Παναγία.

– Τι να σας πω; Με φέρνετε σε πολύ δύσκολη θέση. Για να μιλήση κανείς για την Παναγία, πρέπει να Την ζήση.

– Γέροντα, και το όνομα της Παναγίας έχει δύναμη πνευματική , όπως και το όνομα του Χριστού;

-Ναι. Όποιος έχει πολλή ευλάβεια την Παναγία, ακούει το όνομά Της και αλλοιώνεται.

Ή, να το βρη κάπου γραμμένο, το ασπάζεται με ευλάβεια και σκιρτάει η καρδιά του.

Μπορεί να κάνη ολόκληρη Ακολουθία με έναν συνεχή ασπασμό στο όνομα της Παναγίας (1).

Και όταν προσκυνά την εικόνα Της, δεν έχει την αίσθηση ότι είναι εικόνα, αλλά ότι είναι η ίδια η Παναγία, και πέφτει κάτω λειωμένος , διαλυμένος από την αγάπη Της.

– Γέροντα, να μας λέγατε κάτι από το προσκύνημά σας στην Παναγία της Τήνου.

– Τι να πω; Μια τόσο μικρή εικόνα κι έχει τόση Χάρη!

Δεν μπορούσα να ξεκολλήσω από κοντά της. Παραμέρισα λίγο, για να μην εμποδίζω τους άλλους που ήθελαν να προσκυνήσουν.

– Μερικοί, Γέροντα, σκανδαλίζονται από τα πολλά αφιερώματα που έχουν οι θαυματουργές εικόνες της Παναγίας.

-Να σας πω τι έπαθε μια φορά ένας πολύ απλός και ευλαβής προσκυνητής.

Πήγε στην Μονή Ιβήρων και προσκύνησε την Παναγία την Πορταϊτισσα.

Εκεί, η εικόνα είναι γεμάτη φλουριά. Στον γυρισμό, πηγαίνοντας για την Μονή Σταυρονικήτα, μπήκε σε λογισμούς.

«Παναγία μου, είπε, εγώ ήθελα να Σε δω αλλιώς∙ απλή, όχι με φλουριά».

Τι παθαίνει εν τω μεταξύ; Τον έπιασε ένας πόνος δυνατός, ζαλίστηκε και έμεινε εκεί, στην μέση του δρόμου. Άρχισε λοιπόν να ζητάη βοήθεια από την Παναγία: «Παναγία μου, έλεγε, κάνε με καλά και θα σου φέρω δυό φλουριά!».

Τότε του παρουσιάστηκε η Παναγία και του είπε: «Έτσι μου τα έφεραν τα φλουριά.

Μήπως εγώ τα ζήτησα; Μήπως τα ήθελα εγώ;». Και αμέσως ο πόνος σταμάτησε. Βλέπετε, επειδή είχε καλή διάθεση, πολλή πίστη , τον βοήθησε η Παναγία.

Εγώ μερικές φορές εκεί στο Καλύβι, όταν θέλω να προσευχηθώ στην Παναγία, σκέφτομαι:

«Πώς να πάω πίσω με άδεια χέρια να Την παρακαλέσω;».

Κόβω λίγα αγριολούλουδα, τα πηγαίνω στην εικόνα Της και λέω:

«Παναγία μου, πάρε αυτά τα λουλούδια από το Περιβόλι Σου».

Πριν πάω στο Άγιον Όρος , άκουγα να λένε ότι είναι «το Περιβόλι της Παναγίας» και περίμενα να δω λουλούδια, δένδρα οπωροφόρα κ.λπ.

Όταν πήγα και είδα άγριες καστανιές, κουμαριές, κατάλαβα ότι είναι πνευματικό το περιβόλι της Παναγίας.

Αργότερα ένιωσα μέσα σε αυτό και την παρουσία Της.

– Πώς θα αισθανθώ , Γέροντα, της παρουσία της Παναγίας, για να μου θερμάνη την καρδιά;

-Μια που φέρεις το όνομα της Μεγάλης Μητέρας του Χριστού και κατά χάριν Μητέρας όλων των ανθρώπων, να Την επικαλήσαι συνέχεια:

«Παναγία μου, να λες, Εσύ που καταδέχτηκες να έχω το όνομά Σου, βοήθησέ με να ζήσω όπως είναι ευάρεστο σε Σένα.
Άλλοι μόνον το όνομά Σου ακούνε και συγκινούνται, κι εγώ τι κάνω;».

Εύχομαι η Παναγία μας να μένη συνέχεια κοντά σου και να σε σκεπάζη σαν το κλωσσοπούλι κάτω από τα Αγγελικά φτερά Της.

1. Ο Γέροντας από πολλή ευλάβεια στην Παναγία κάποιες φορές ασπαζόταν διαρκώς το όνομά Της.

Θες αλήθεια να Τον συναντήσεις;

 



Πολλές φορές στα χείλη μας σαρκώνεται ένα έντονο παράπονο για την απουσία του Θεού από την ζωή μας.
-Μα που είναι ο Θεός; Γιατί δεν μας ακούει;
Ενώ το ερώτημα αυτό είναι λογικοφανές και στηρίζετε πάνω στην οδύνη του ανθρώπου, τα πάθη και τους καημούς του, δεν είναι πάντοτε και για όλες τις περιπτώσεις απόλυτα αληθινό.

Δηλαδή διερωτώμαι και πρώτα για τον εαυτό μου, είναι σίγουρο ότι το γλωσσικό αίτημα μας, είναι και καρδιακό; Ότι η αρθρωμένη και πολλές φορές νάρκισση επιθυμία μας είναι και πραγματική ανάγκη μας, που της δίνουμε πρωτεύοντα λόγο;
Λέμε "που είναι ο Θεός", είμαστε σίγουροι ότι θέλουμε πραγματικά να το συναντήσουμε; Γιατί η οποιαδήποτε συνάντηση έχει μέσα ένα κόστος. Είμαστε διατεθειμένοι να το αναλάβουμε; Θέλουμε ειλικρινά να σχετιστούμε με τον Θεό;
Γιατί η πίστη ή η συνάντηση με τον Θεό είναι σχέση με ένα πρόσωπο, που ρεαλιστικά σημαίνει, κόστος, ρίσκο, ηρεμία αλλά και ένταση, στιγμές παρουσίας και στιγμές απουσίας, ανάταση αλλά και πτώση, χαρά και θλίψη, έρωτας και «μίσος» μα και οτιδήποτε άλλο συνεπάγεται μια ουσιαστική σχέση.
Μήπως τελικά δεν είμαστε διατεθειμένοι να δούμε την παρουσία του Θεού  στην ζωή μας γιατί αυτό θα μας δέσμευε ή θα μας έβαζε μπροστά σε σημαντικά υπαρξιακά διλλήματα και αποφάσεις; 
Άραγε θέλουμε να αναλάβουμε τις ευθύνες που δημιουργεί αυτή η συνάντηση μαζί Του; 
Είμαστε έτοιμοι να αφήσουμε συνήθεις παγιωμένες και αυτοκαταστροφικές νοοτροπίες ; Θέσεις και ρόλους μέσα από τους οποίους έχουμε παιδιόθεν εκπαιδευτεί να επιβιώνουμε. π.χ το παιγνίδι του «ισχυρού» που απειλεί και τρομοκρατεί τους άλλους για να παίρνει δύναμη επιβολής και να έρθουμε στην ταπείνωση του Χριστού; 
Μπορούμε να εγκαταλείψουμε τον ρόλο π.χ. του «θύματος» μέσα από το οποίο κερδίζουμε συμπάθειες και βλέμματα; Να αφήσουμε ίσως την θέση του «παιδιού» και να ενηλικιωθούμε, άρα να αναλάβουμε τις ευθύνες της ζωής μας εγκαταλείποντας την θέση του προστατευόμενου που οι πάντες τον υπηρετούν και τον προσέχουν;
Ίσως λοιπόν σε βαθύτερο επίπεδο πέραν των λεκτικών κορόνων και των συναισθηματισμών να μην είμαστε έτοιμοι για μια τέτοια συνάντηση. Το χειρότερο; τελικά στην πραγματικότητα να επιζητούμε την συνάντηση με ένα Θεό κατά εικόνα και καθ ομοιωσιν μας που θα ικανοποιεί απόλυτα τις αυτοκαταστροφικές και εγωτικές μας ψευδοανάγκες, μα όχι τον Θεό Πατέρα που μας αποκάλυψε ο Χριστός.
 Το λέω αυτό, γιατί πολλές φορές δεν είμαστε έτοιμοι και ειλικρινείς για αυτή την συνάντηση για αυτή την ουσιαστική σχέση. Και τότε ενεργοποιούνται άμυνες που δεν μας αφήνουν ούτε να δούμε μα ούτε και να ακούσουμε την λεπτή σαν αύρα φωνή του Θεού. 

π. Λίβυος

Ο μεγαλύτερός μας εχθρός

 

Αγίου Σωφρονίου του Έσσεξ

Ο πιο τρομερός εχθρός μας είναι η υπερηφάνεια. Η δύναμή της είναι τεράστια. Η υπερηφάνεια υποσκάπτει κάθε ευγενή μας φιλοδοξία, ακυρώνει κάθε μας προσπάθεια. Οι περισσότεροι από εμάς πέφτουμε θύματα στις εισηγήσεις της.