Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

ΚΑΙ ΠΛΑΤΥΣΜΟΝ ΕΝ ΤΑΙΣ ΘΛΙΨΕΣΙ ΚΟΡΗ



«Ὡς τεῖχος καταφυγῆς κεκτήμεθα καὶ ψυχῶν σε παντελῆ σωτηρίαν καὶ πλατυσμόν ἐν ταῖς θλίψεσι, κόρη, καὶ τῷ φωτί σου ἀεί ἀγαλλόμεθα. Ὦ Δέσποινα, καὶ νῦν ἡμᾶς, τῶν παθῶν καὶ κινδύνων διάσωσον» (από τον Μικρό Παρακλητικό Κανόνα στην Υπεραγία Θεοτόκο)

«Σε έχουμε δικό μας τείχος για να καταφεύγουμε στις δυσκολίες μας και πλήρη σωτηρία για τις ψυχές μας και μια πλατιά αγκαλιά στις θλίψεις, Κόρη, και με το φως που προέρχεται από σένα χαιρόμαστε ολόψυχα. Δέσποινα Παναγία, και τώρα σώσε μας από τα πάθη μας και τους κινδύνους της ζωής» 

            «Πλατυσμό» χαρακτηρίζει την Παναγία ο υμνογράφος της Μικράς Παρακλήσεως. Δεν είναι μόνο η πλατυτέρα των ουρανών, αυτή δηλαδή της οποίας η αγκαλιά χωράει όλους τους ουρανούς και ακόμη περισσότερο, από τη στιγμή που αγκάλιασε ως Μάνα τον Δημιουργό των ουρανών, τον Υιό και Λόγο του Θεού.  Είναι και πλατυσμός, δηλαδή η αγκαλιά της μας χωρά στις θλίψεις και τις δοκιμασίες, οι οποίες κατατραυματίζουν, κατατρώγουν την καρδιά μας με τα βέλη τους. Και δεν μας χωρά μίζερα, τσιγκούνικα, από υποχρέωση, επειδή έχει έναν ρόλο τον οποίο της ανέθεσε ο Χριστός, αλλά και εμείς οι άνθρωποι, αυτόν της Μητέρας όλων μας. Ο πλατυσμός της αγκαλιάς της είναι από την καρδιά της ολόκληρη. Είναι μάνα για τον καθέναν και την καθεμιά μας, είτε τη γνωρίζουμε είτε όχι. Η αγάπη της δεν είναι κλειστή, αλλά ανοιχτή, χωρίς όρια, για τους πάντες. Είναι αυτή η οποία βλέπει τον Υιό και Θεό της στον κάθε Αδάμ, στον κάθε άνθρωπο, και η αγάπη της πλαταίνει κάθε στιγμή, διότι η αγάπη δεν μετριέται, αλλά βιώνεται χωρίς να μπορεί να περιγραφεί με λόγια, χωρίς να εξαντλείται, χωρίς να περιορίζεται. Αρκεί ένα βλέμμα. Αρκεί το δάκρυ της στον Χριστό για τον καθέναν μας. Αρκεί να νιώθουμε την ανάσα της σε κάθε δυσκολία μας και την προσευχή της κι όταν δεν υπάρχει διέξοδος.

            Γι’ αυτό και η έξοδός της από αυτόν τον κόσμο  γίνεται πλατυσμός. Δεν βρίσκεται πλέον σε έναν συγκεκριμένο τόπο, σε έναν συγκεκριμένο χρόνο, συνδεόμενη με τους ανθρώπους που βρίσκονται κοντά της.  Η αγκαλιά της, η έγνοια, η προσευχή της απλώνονται σε όλο τον κόσμο, διότι τώρα μπορούν να τη γνωρίσουν και να την αγαπήσουν όλοι. Απλώνεται η αγκαλιά της με την Εκκλησία μαζί. Και πριν έτσι ήταν, αλλά τώρα φαίνεται κιόλας. Και ο θάνατός της δεν είναι πορεία μόνο της ίδιας προς τον Χριστό, πέρασμα στην όντως ζωή, αλλά και πρόκληση προς όλους να μπούμε στην αγκαλιά της, να ακούσουμε το καρδιοχτύπι της, να μοιραστούμε την προσευχή της, να την ακολουθήσουμε με εμπιστοσύνη στον Χριστό.

            Γι’ αυτό κι εμείς στο Πάσχα του καλοκαιριού χαιρόμαστε και πανηγυρίζουμε. Δεν είναι ένα κατόρθωμα πίστης ο πλατυσμός της Παναγίας. Είναι κατόρθωμα σχέσης. Η Παναγία δεν εκφράζει λόγους ιδεολογικούς. Εκφράζει την εμπειρία της μάνας που γέννησε το Παιδίον Νέον, που Το μεγάλωσε, Το άφησε ελεύθερο, Το ακολούθησε με εμπιστοσύνη μέχρι θανάτου και αναστάσεως, και έγινε το Πρόσωπο αναφοράς για τα ανθρώπινα στην Εκκλησία. Απόστολοι εκ περάτων συναθροίσθηκαν για να την ασπαστούν για τελευταία φορά κατά άνθρωπον. Για να της πούνε το «Χαίρε», όπως ο Γαβριήλ. «Χαίρε» όχι γιατί θα πεθάνεις, αλλά γιατί θα είσαι δίπλα στον Υιό σου και σωματικά. Γιατί δεν θα σε χωρίζει ο χρόνος και ο τόπος, αλλά θα είναι η φωνή Του συνεχώς στα ώτα σου, αλλά και η δική σου στα δικά Του. Γιατί θα είναι το βλέμμα Του επάνω σου και το δικό σου επάνω Του. Γιατί, χωρίς να είσαι θεός κατά φύσιν, θα είσαι θεός κατά χάριν, αυτό για το οποίο πλάστηκε κάθε άνθρωπος ερχόμενος εις τον κόσμον, χωρίς να νικιέται ούτε από τον θάνατο. Γιατί ζεις πλέον αυτό που προσδοκούμε όλοι μας, την ανάσταση των νεκρών και την ζωή του μέλλοντος αιώνος. Γιατί όλοι μας μπορούμε να χωρέσουμε στον πλατυσμό σου, να είμαστε παιδιά σου, «να μας φάει ο Παράδεισος» (άγιος Κλεόπας Ηλίε, ο Ρουμάνος ασκητής του 20ού αιώνα) μαζί σου.

            Πολλές οι θλίψεις του αιώνος τούτου. Συχνά δυσβάστακτες, με μεγαλύτερη τον θάνατο, όχι μόνο τον οικείο, αλλά και των οικείων. Όχι μόνο τον σωματικό, αλλά και κάθε ήττας στη ζωή. Σε έναν κόσμο που ζητά την περιχαράκωση στα ίδια, όταν κάνει την αμαρτία δικαίωμα,  όταν δεν την βλέπει στην άρνηση κάθε σχέσης που υπερβαίνει την ιδιοτέλεια, όταν θεοποιεί τον νου, όταν μετατρέπει την πίστη σε ιδεολόγημα, σε αυτοδικαίωση, σε φανατισμό, σε φόβο, ο πλατυσμός της Παναγίας είναι απάντηση και πρόταση σωτηρίας. Και η γιορτή της Κοιμήσεως μας καλεί να ανοίξουμε την καρδιά μας και την αγκαλιά μας, να μοιραστούμε τον σταυρό τον δικό μας και των άλλων με απλοχεριά, γενναιοδωρία, χωρίς φόβο, ξεκινώντας πορεία εμπιστοσύνης στον Χριστό, με τον τρόπο της Παναγίας, με τον τρόπο της Εκκλησίας. Και Εκείνος παραλαμβάνει πάντοτε το πνεύμα, το νόημα, την πράξη, τη σκέψη, το κάθε τι της ζωής μας, πρώτιστα το αμαρτωλό για να το συγχωρέσει, να το αγιάσει με τις δικές της πρεσβείες και να το κάνει αναστάσιμο, αιώνιο, γιορτινό κοντά της. Κι εμάς παιδιά της και παιδιά Του.

            Χρόνια πολλά κι ευλογημένα! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

 

 

Κάθε φορά που εορτάζουμε την Κοίμηση της Θεοτόκου είναι σαν να έχουμε Πάσχα· το Πάσχα του καλοκαιριού. Πάσχα μάς ετοιμάζει η Κυρία Θεοτόκος. Διάβαση ένδοξη «εκ του θανάτου εις την ζωήν». Δεύτερο Πάσχα, άγιο, άμωμο, ζωοποιό για το ανθρώπινο γένος, γιατί πράγματι σήμερα «νενίκηνται της φύσεως οι όροι».
«Πώς η πηγή της ζωής πηγαίνει προς την ζωή περνώντας από τον θάνατο!», αναφωνεί ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Ο θάνατος της «ζωαρχικής Μητρός» του Κυρίου υπερβαίνει την έννοια του θανάτου, ώστε δεν ονομάζεται κάν θάνατος, αλλά «κοίμησις» και «θεία μετάστασις» και εκδημία ή ενδημία προς τον Κύριο. Και αν ακόμη λεχθεί θάνατος, όμως είναι θάνατος ζωηφόρος, αφού μεταβιβάζει σε ουράνια και αθάνατη ζωή.
Η μετάσταση της Θεοτόκου ως ένα γεγονός αναμφισβήτητο, που διασώθηκε από την ιερά Παράδοση, έχει ενσωματωθεί στην διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας και δεν έχει σχέση με τις ευσεβιστικές δοξασίες των Δυτικών περί ασπόρου συλλήψεως και άνευ θανάτου ζωής της Θεοτόκου.
Η Παρθένος ήταν εκείνο το ιδιαίτερο δημιούργημα του Θεού που υπερέβη όλους τους ανθρώπους και αγγέλους. Αυτή μόνη από τους ανθρώπους έζησε βίο πανάμωμο, και το ακατάληπτο για όλα τα λογικά όντα, κατέστη Μητέρα του Θεού. Επειδή δεν είχε ποτέ αμαρτήσει, δεν υποχώρησε σε κάποιο φιλήδονο λογισμό δικαίως και δεν έζησε επί της γής με οδύνες της σαρκός, με ασθένειες. Αν και είχε σώμα ζωαρχικό εν τούτοις ως άνθρωπος υπέρχεται στην ασθένεια του θανάτου και πεθαίνει. Χωρίς όμως να χωρισθεί η ψυχή και το σώμα Της από τον Θεό· λύνεται προσωρινά ο σύνδεσμος που τα ενώνει μεταξύ τους, όπως είχε γίνει και με τον Χριστό. Μετά τον θάνατο η ψυχή Της ενώνεται αμέσως με τον Χριστό. Διότι ο Κύριος κατά την ώρα της Κοιμήσεως της Μητέρας Του συνοδευόμενος από τα υπερκόσμια τάγματα των αγγέλων και αγίων παίρνει την ιερά ψυχή Της όχι απλώς στον ουρανό, αλλά «έως αυτού του βασιλικού θρόνου Του, εις τα επουράνια Άγια των Αγίων», όπως αναφέρει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Ενώ το ζωαρχικό και θεοδόχο σώμα της Παναγίας μετά από τρεις ημέρες μετατίθεται στους υπερουρανίους χώρους, άφθαρτο, προς τον Μονογενή και αγαπημένο Υιό Της. Δηλαδή μπορούμε να μιλήσουμε και για εν σώματι ανάσταση της Θεοτόκου. Ανάσταση όμως που δεν ενεργήθηκε από την ίδια, αλλά από τον Υιό και Θεό Της.
Μάρτυρας αυτής της αναστάσεως-μεταστάσεως της Θεοτόκου είναι ο απόστολος Θωμάς, ο οποίος δεν παρευρισκόταν στην οσία ταφή Της, αλλά ερχόμενος καθυστερημένος ως συνήθως, μετά από τρεις ημέρες, και μετά από παράκλησή του ανοίγουν οι υπόλοιποι απόστολοι τον τάφο και δεν βρίσκουν το θεοδόξαστο εκείνο σώμα. Βλέπουν όμως την Θεοτόκο να ανεβαίνει στους ουρανούς και να παραδίδει στον απόστολο Θωμά την Τιμία και Αγία Της Ζώνη ως τεκμήριο της μεταστάσεώς Της, κάτι αντίστοιχο που είχε γίνει και με την ψηλάφηση του Κυρίου από τον ίδιο απόστολο.
Το σώμα της Παναγίας -όπως και το σώμα του Υιού Της- δεν υπέστη διαφθορά στον τάφο, δηλαδή δεν αλλοιώθηκε, δεν διαλύθηκε από τα υλικά στοιχεία που το συνέθεταν. Εξάλλου μετά την ανάσταση του Χριστού τα σώματα πολλών αγίων Του δεν διαφθείρονται και γίνονται μερικώς άφθαρτα λείψανα· πόσο μάλλον ήταν λογικό να μην φθαρεί και το «θεοδόχον σκήνωμα» της Μητέρας του Θεού.
Ο άγιος Ανδρέας Κρήτης λέγει ότι το αδιάφθορο της παρθενίας της Θεοτόκου κατά την γέννηση του Χριστού έχει ως φυσικό επακόλουθο και την μή διαφθορά του σώματός Της κατά την ώρα του θανάτου. «Ο τόκος διέφυγε την φθορά και ο τάφος δεν δέχτηκε την διαφθορά».
Η Παναγία Θεοτόκος μετά την κοίμησή Της καθίσταται η Μητέρα της νέας κτίσεως, της Εκκλησίας του Χριστού. Επειδή Αυτή είχε την κεντρική θέση στην οικονομία της σωτηρίας, αφού από Αυτήν σαρκώθηκε ο Κύριος που είναι η κεφαλή της Εκκλησίας, έχει τώρα στην επουράνιο Εκκλησία όλο το πλήρωμα της Χάριτος και δόξας και παρρησίας. Έγινε η ευεργέτιδα πάσης της φύσεως και κτίσεως, γι’ αυτό προσκυνείται από όλη την κτίση ως Κυρία και Δέσποινα και Βασίλισσα και Θεομήτορα.
Διά της Θεοτόκου και εξαιτίας Αυτής η ιστορία όλου του κόσμου εισήλθε σε νέα τροχιά, ασύγκριτα μεγαλειωδέστερη και ανώτερη απ’ ό,τι υπήρχε πριν από Αυτήν. Δεν μπορούσε και ούτε μπορεί κάποιο δημιούργημα να γίνει τελειότερο από Αυτήν, ούτε η ίδια μπορούσε να γίνει τελειότερη απ’ ό,τι είναι. Αλλά και σύμφωνα με τους Πατέρες τρία πράγματα δεν μπορούσε να κάνει τελειότερα ο παντοδύναμος Θεός. Την σάρκωση του Θεού Λόγου, την Παρθένο Θεοτόκο και την μακαριότητα που θα απολαμβάνουν οι σεσωσμένοι.
Η Παναγία μετά την ανάσταση του Χριστού ήταν το στήριγμα των αποστόλων και της νεοϊδρυθείσης Εκκλησίας του Χριστού. Αυτή δίδασκε τους νέους χριστιανούς, τους καθοδηγούσε, τους παρηγορούσε στις θλίψεις τους. Στον κατά πλάτος βίο Της διαβάζουμε ότι ο αρχάγγελος Γαβριήλ τρεις ημέρες πριν από την κοίμησή Της, την επισκέπτεται όπως και στον Ευαγγελισμό, και της αναγγέλει την ένδοξη μετάστασή Της από τον θάνατο στην ζωή. Κατόπιν το Άγιο Πνεύμα με τρόπο θαυματουργικό συγκέντρωσε όλους τους αποστόλους στην Γεθσημανή, στον οίκο της Θεοτόκου, για να παραστούν στην οσία ταφή Της και να πάρουν την ευλογία Της. Αφού εγκωμίασαν την υπερύμνητο Μητέρα του Θεού την παρακαλούσαν να τους πεί κάποια τελευταία διδαχή Της ως παρακαταθήκη. Τότε η Θεοτόκος τους λέγει μία παραβολή, στην οποία ο κόσμος τούτος παρομοιάζεται με μία εμποροπανήγυρη και όποιος κάνει την καλή εμπορία, όποιος δηλαδή κάνει την καλύτερη αγορά αυτός είναι και ο πιο κερδισμένος. Και στην συνέχεια τους εξηγεί ότι έτσι είναι και στα πνευματικά. Όποιος τηρήσει με μεγαλύτερο ζήλο και ακρίβεια τις εντολές του Χριστού, αυτός θα πετύχει το μεγαλύτερο κέρδος, θα δοξασθεί περισσότερο στην βασιλεία των ουρανών. Και τους προτρέπει να επιμένουν στον «καλόν αγώνα».
Πράγματι πόσο ευαρεστείται η Παναγία μας όταν βλέπει ότι αγωνιζόμαστε για την σωτηρία μας! Πόσο αναπαύεται! Και η ίδια όμως πόσο αγωνίστηκε επί της γής με αφανή τρόπο -ενώ ως αναμάρτητη δεν όφειλε να το κάνει- το έκανε όμως για να μας αφήσει παράδειγμα τελείας ασκήσεως. Στην Γεθσημανή εκεί που έμενε, μετά την κοίμησή Της, βρήκαν στις πλάκες όπου έκανε μετάνοιες να έχουν σχηματισθεί βαθουλώματα, λακκούβες από την πολλή χρήση και τριβή.
Ας μιμηθούμε και εμείς την άμεση υπακοή Της, την προσφιλή Της ταπείνωση, την μυστική εσωτερική Της πνευματική εργασία, την πυριφλεγή προσευχή Της, την συνεχή νήψη που ασκούσε, τον θείο έρωτά Της, τον πνευματικό πόνο που ως ρομφαία ένιωσε κάτω από τον Σταυρό του Υιού Της.
Σε όσους αγωνίζονται Αυτή γίνεται «υπέρμαχος σύμμαχος», ασχέτως αν πριν ζούσαν ασώτως. Ας θυμηθούμε ότι και για την οσία Μαρία την Αιγυπτία η Θεοτόκος έγινε η «Εγγυήτρια» για την μετάνοιά της. Και αφού η οσία Μαρία αναχώρησε στην έρημο, όπου εκεί αγωνιζόταν με απαράκλητο τρόπο, η ίδια η Παναγία την παρηγορούσε με τις θείες εμφανίσεις Της.
Η Θεοτόκος ως κουροτρόφος των μοναχών είναι και η χορηγός των θείων χαρίτων για τους μοναχούς και ιδιαίτερα για τους Αγιορείτες. Αυτή έδωσε το χάρισμα της νοεράς προσευχής στον άγιο Μάξιμο τον Καυσοκαλύβη, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, τον άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη, αλλά και στον μακάριο Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή, ο οποίος συνδέεται άμεσα με την συνοδία μας. Και κατά ένα λόγο περισσότερο η σημερινή ημέρα έχει ιδιαίτερη σημασία για εμάς τα πνευματικά εγγόνια του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού, αφού σαν σήμερα, μετά την θεία Λειτουργία, κοιμήθηκε με οσιακό θάνατο το 1959. Αυτός που τόσο αγάπησε την Παναγία μας -τήν γλυκιά του Μανούλα καθώς την αποκαλούσε- ενώ πάμπολλες αντιλήψεις, θείες εμφανίσεις και χαρίσματα έλαβε από Αυτήν. Και πράγματι ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό για τους οσίους Αθωνίτες Πατέρες ήταν η Θεοτοκοφιλία τους. Και στο άκουσμα του ονόματός Της δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους, τα προερχόμενα από τον πάναγνο μητροπαρθενικό έρωτα. Μόνο που ακούγεται το όνομά Της η φιλόθεος ψυχή κινείται σε θαυμασμό, σε ευχαριστία και ευγνωμοσύνη. Έτσι και η μνήμη και μόνο της Θεοτόκου, δηλαδή η διανοητική ενασχόληση με το πρόσωπο της Παναγίας, αγιάζει αυτόν που την χρησιμοποιεί. Έλεγε ο μακαριστός π. Αθανάσιος ο Ιβηρίτης ότι η αγάπη προς την Θεοτόκο σώζει τον άνθρωπο και ας μην έχει έργα.
Ο σύγχρονος άνθρωπος θα πρέπει να αξιοποιήσει την μεσιτεία της Θεοτόκου, η οποία είναι σωστική. Σε κάθε θλίψη και πρόβλημά του να μην ξεχνά ότι υπάρχει «η των θλιβομένων βοηθός, η προστάτις, η αντιλήπτωρ, η παραμυθία των ολιγοψυχούντων» στην οποία μπορεί να προστρέχει και να βρίσκει παρηγορία, άμεση λύση και απάντηση. Ευχόμεθα η Κυρία Θεοτόκος, η οποία «μετέστη προς την Ζωήν», να δίδει πάντοτε την ευλογία Της σε όλους μας ώστε να περάσουμε την παρούσα ζωή όσο το δυνατόν αβλαβή και ακίνδυνο από τις πλάνες και μεθοδείες του πονηρού και να μάς αξιώσει της επουρανίου βασιλείας του Υιού Της. Αμήν.
 Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος α’.
Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε· μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη, ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Παραμονή της Κοιμήσεως

 Ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου

Παραμονή της Κοιμήσεως
Απόψε, η νύχτα μοιάζει πιο ήσυχη.
Σαν να σταματά για λίγο ο κόσμος,
για να ακούσει το μυστήριο
που πλησιάζει.
Τα κεριά καίνε μπροστά στην εικόνα Σου,
Παναγία Μητέρα,
και οι ψυχές αφήνουν στα πόδια Σου
ό,τι δεν μπορούν να πουν με λόγια.
Απόψε δεν υπάρχει αποχωρισμός.
Υπάρχει μετάβαση.
Δεν υπάρχει τέλος.
Υπάρχει η πόρτα της αιωνιότητας
που ανοίγει για Εκείνη
που έγινε Μητέρα όλου του κόσμου.
Κι εμείς στεκόμαστε σιωπηλοί
μπροστά στο μεγάλο αυτό μυστήριο,
με δάκρυα στα μάτια
και ελπίδα στην καρδιά.
Γιατί ξέρουμε πως όπου πηγαίνεις,
δεν μας αφήνεις.
Μας σκεπάζεις.
Μας θυμάσαι.
Μας παίρνεις μαζί Σου
στην προσευχή Σου.
Απόψε, πριν ξημερώσει η μεγάλη ημέρα,
ας ψιθυρίσουμε μόνο:
«Παναγία μου,
μείνε κοντά μας.
Και όταν η καρδιά μας φοβάται,
γίνε Εσύ η γαλήνη της.
Υπεραγία Θεοτόκε,
πρέσβευε υπέρ ημών,
ώστε η αυγή της Κοιμήσεώς Σου
να γίνει για την ψυχή μας
αυγή ελπίδας, πίστης
και επιστροφής στον Υιό Σου».

Αφιέρωμα Αυγούστου:Παναγία η Παντοβλέπουσα

 

Τσαντίρης Νίκος

Φυλάσσεται στον ιστορικό Ιερό Ναό Κοίμησης της Θεοτόκου στην Παναγιά της Θάσου.

Το χωριό Παναγία βρίσκεται σε απόσταση 10 χιλιομέτρων από την πρωτεύουσα του νησιού Λιμένα και η πρόσβαση γίνεται σε αυτό από την περιφερειακή οδό που διατρέχει το νησί με ήπια ανάβαση, μέσα από μια μαγευτική καταπράσινη διαδρομή με πεύκα, πλατάνια και οργιώδη βλάστηση.

Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που βρίσκεται στο κέντρο του χωριού αποτελεί μεγάλο κεφάλαιο της θρησκευτικής ιστορίας του τόπου.

Το πανέμορφο χωριό Παναγία της Θάσου

Δυστυχώς δεν είναι γνωστή από τις ιστορικές πηγές με ακρίβεια η ημερομηνία ανέγερσής του, αν λάβουμε όμως υπόψη μας το όνομα στο χωριό δόθηκε από την εκκλησία, τότε η ανέγερση τοποθετείται πριν από το 1821, έτος έναρξης της Ελληνικής επανάστασης ενώ τα εγκαίνια του Ναού έγινα από τον μητροπολίτη Άνθιμο.

Οι επιθέσεις των πειρατών στην αρχαία πόλη της Θάσου (σημερινός Λιμένας) ανάγκασαν τους κατοίκους του να εγκατασταθούν στην Παναγία ενώ άλλοι έφτασαν εκεί το 1770 όταν έφτασε ο ρωσικός στόλος στο νησί.

Ο ιστορικός και μεγαλοπρεπής Ιερός Ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου Παναγίας στην Παναγία της Θάσου. 

Η αύξηση του πληθυσμού δημιούργησε την ανάγκη για καινούργια εκκλησία και οι προύχοντες του τόπου, ο Σωτήριος Αυγουστής, ο Αυγερινός και Χατζής Κωνστανής με την βοήθεια και της Μονής Βατοπεδίου, χρηματοδότησαν τις εργασίες ανέγερσης του ναού που άρχισαν το 1831 και επιμελήθηκαν καστοριανοί μάστορες πολλοί γνωστοί για την άριστη γνώση της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής και αυτοί ήταν που έδωσαν στον ναό πολλά χαρακτηριστικά των Βυζαντινών εκκλησιών της πόλης τους, ενώ το υπέροχο ξυλόγλυπτο τέμπλο της εκκλησίας ολοκληρώθηκε το 1881 από Βολιώτες τεχνίτες.

Ο αρχιτεκτονικός ρυθμός του ναού είναι βασιλική με τρούλο ενώ τα υλικά για την κατασκευή του πάρθηκαν από την γύρω περιοχή αλλά και από τα ερείπια αρχαίων ναών της Θάσου.

Ο ναός έχει πέντε εισόδους μια μεγάλη κεντρική από την δυτική πλευρά και τέσσερις που μας οδηγούν στα πλαϊνά κλίτη ενώ η εκκλησία διατηρεί με ξεχωριστή ευλάβεια την εικόνα της Παναγίας της Πανταβλεπούσας με ημερομηνία 1814 που είναι το σύμβολο του χωριού.

Η Παναγία Παντοβλέπουσα, ένα μοναδικό προσωνύμιο στην Ελλάδα, στο προσκυνητάρι της στον Ιερό Ναό της Κοίμησης της Παναγίας, στην Παναγία της Θάσου.

Η Θαυματουργή Εικόνα με την επωνυμία «Παναγία η Παντοβλεπούσα», όπως χαρακτηριστικά αναγράφεται στην χρυσή ετικέτα και που είναι μοναδικό προσωνύμιο στην Ελλάδα, εικονίζει την Παναγία εστεμμένη και στολισμένη με πέτρες να κρατά τον Χριστό και βρίσκεται στην είσοδο του κυρίως Ναού στο δεξί προσκυνητάρι.

Το βλέμμα της Παναγίας είναι λυπημένο και δημιουργεί έντονα την εντύπωση ότι κοιτάζει απ΄όλες τις πλευρές ενώ κατά ιστορική μαρτυρία η εικόνα πιθανόν να είναι ρωσικής προελεύσεως και τεχνοτροπίας και την μετέφεραν στη Θάσο κάποιοι ομογενείς από την Ρωσία και την δώρισαν στον ιερό Ναό της Παναγίας, στο ασημένιο επικάλυμμα της υπάρχει η χρονολογία 1814, όμως η αγιογραφία είναι βέβαιο ότι είναι πολύ παλαιότερη.

Δέηση στην Παναγία

 


π. Βασίλειος Φιλιππάκης – Ι.Ν. Παναγίας Λατομίτισσας Χίου

Στήν Παναγία μας ὅλα τά προβλήματά μου ἀναθέτω.

Ἀλλά γιά περισσότερη ἐγρήγορση…

Μιλῶ στήν Όδηγήτρια,στην Γλυκοφιλοῦσα, ὅταν μοῦ λείπη ἡ ἀγάπη τῶν δικῶν μου.
Παρακαλῶ τήν Ὁδηγήτρια, γιά νά μήν χάσω τόν δρόμο μου.

Κλαίω μπροστά στήν Παυσολύπη, ὅταν ὁ οὐρανός μου εἶναι μαῦρος.

Δέομαι στήν Γοργοϋπήκοο, γιατί τό πρόβλημα μου “δέν παίρνει” ἄλλο.

Γονατίζω στήν Παραμυθία, ὅταν οἱ λύπες εἶναι ἀβάσταχτες, πολλές καί ὄχι μία.

Χαμογελώντας παρακαλῶ τήν Πάντων Χαρά, ὅταν ἡ χαρά μου εἶναι για μένα μακρινό ὄνειρο.

Κοκκινίζοντας ἐκλιπαρῶ τό Ρόδο τό Ἀμάραντο,γιά τήν χαμένη μου ντροπή στις αμαρτίες.

Κι ἄν ἡ μάνδρα τῆς ψυχῆς μου ἀπειληθῆ, κρούω στήν Πορταΐτισσα.

Δοξολογώντας τόν Κύριο, ψάλλω μπροστά στό Ἄξιον Ἐστί.

Εὐχαριστώντας τόν Θεό γιά ὅσα μοῦ ἔδωσε, ζητῶ ἀπό τήν Παναγία Δεξιά νά Τοῦ τό πῆ.

Κι ὅταν θέλω τό “χάδι” τοῦ Θεοῦ μου, κλείνω ευλαβικά τό γόνυ της ψυχής μου στήν Μεσσίτρια.

Ἀλλ’ ὅταν δέν ἀντέχω τόν θρῆνο τῶν ἀδελφῶν, ζητῶ ἀπό τήν Θρηνωδοῦσα νά κλαύσω μαζί της.

Κι ὅσες φορές, ὡς ἄλλοι “Φιλισταῖοι”, ἐχθρικά σύννεφα πυκνώνουν στόν οὐρανό τῆς Πατρίδος μου, ἱκετεύω τήν Ἁγία Σκέπη.

Γιά τήν προστασία τῶν απανταχού της γης ἀδελφῶν μου, γονυπετῶ μπροστά στήν Τριχεροῦσα.

Κι ὡς Μάνα τοῦ κόσμου ὅλου, μπροστά στην Βρεφοκρατοῦσα, ἱκετεύω γιά τίς μάνες…

Ἀπό τήν Γερόντισσα τοῦ Ἁγίου Ὄρους ζητῶ νά φυλάει τά ἀδέλφια μου τούς μοναχούς…

Ὦ Δέσποινα τοῦ κόσμου,
γενοῦ μεσίτρια,
πρός τόν Φιλάνθρωπο Θεόν,
μή μοῦ ἐλέγξῃ τάς πράξεις,
ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων.

ΚΑΛΗ ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ Η ΓΛΥΚΙΑ ΜΑΣ ΠΑΝΑΓΙΑ
ΝΑ ΜΑΣ ΦΥΛΑΕΙ ΟΛΟΥΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ.

Η μητρότητα στην πυρηνική οικογένεια. Η γυναίκα ως μητέρα και σύζυγος

 

Η μητρότητα είναι ίσως η πιο αθόρυβη και συγχρόνως η πιο δυνατή ισχυρή λειτουργία μέσα στην οικογένεια. Δεν εξαντλείται στη φροντίδα των παιδιών, αλλά γίνεται τρόπος ζωής, προσφοράς, υπομονής και αγάπης, η οποία απλώνεται σε ολόκληρη την οικογένεια και συχνά ξεπερνά τα όριά της. Παραμονές της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, το πρόσωπο της Παναγίας μάς θυμίζει αυτή ακριβώς τη διάσταση της μητρότητας: την αγάπη που συνοδεύει, στηρίζει και παραμένει κοντά στον άνθρωπο σε κάθε στιγμή της ζωής του. Μέσα σε αυτό το φως αποκτούν ιδιαίτερη αξία και οι απλές, καθημερινές μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν από κοντά μια τέτοια οικογενειακή σχέση.

Δανείζομαι την περιγραφή ενός γιού στο πώς βίωνε τις σχέσεις των γονέων του. «Συμπλήρωναν ο ένας τον άλλον. Η μητέρα μας ακολουθούσε τον πατέρα μας σε όλες του τις αποφάσεις, αλλά και ο πατέρας μας δεν μπορούσε να αποφασίζει χωρίς την μητέρα μας. Ήταν πάντοτε μαζί. Ο ένας για τον άλλον, αλλά μαζί και για τον πλησίον. Η μητέρα μας ζούσε σε απόλυτη αρμονία με τον αγαπητό της σύζυγο. Για τα παιδιά της ήταν μία γλυκειά και τρυφερή μητέρα, γιαγιά και προγιαγιά. Μεγάλοι και μικροί σαν σε μυθιστόρημα. Όλοι φιλοξενήθηκαν με εγκαρδιότητα και τιμή».

Η απλή αλλά ουσιαστική περιγραφή καταδεικνύει, ότι αυτό το οποίο χαρακτηρίζουμε ως «ανδρόγυνο», σχέση, δηλαδή, άνδρα και γυναίκας σε έναν κοινόν οίκο, καθορίζεται από την συναντίληψη και ενότητα, όχι μόνο «σαρκός και αίματος», αλλά και έργων, δράσεων, σκέψεων, αποφάσεων, ενεργειών, και αντιλήψεων, αφού υπηρετούν έναν κοινό σκοπό, την δημιουργία, την ανάπτυξη και την προσφορά στην μικρογραφία μιάς κοινωνίας, των μελών μιάς οικογένειας. Αντίθετα, εάν σ’ αυτόν τον κοινόν οίκο, ο άνδρας και η γυναίκα βρίσκονταν σε διάσταση και σύγκρουση, τότε δεν θα προχωρούσε τίποτε, θα έμενε ο οίκος στάσιμος και ακυβέρνητος και σε άσχημη κατάσταση, όπως λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, είναι ένα αφύσικο καράβι που θαλασσοδέρνεται.

Απολύτως ευκταία και προτιμηταία, συνεπώς, η συζυγική αρμονία, ομόνοια, ενότητα και συνεργασία ως συνισταμένη μιάς συνεχούς κατάστασης αγώνος και αλληλοπεριχωρήσεων. Ένας διττός αγώνας, αντικείμενος σε κάθε μορφής εξουσίας, με την οποία επιδιώκεται η θυσία των άλλων προς ικανοποίηση ατομικών απόψεων και προτιμήσεων, συγκείμενος όμως στην κατάκτηση του πραγματικού νοήματος της συμβίωσης και της ομοζυγίας. Στον γάμο είναι ανοίκεια η εξουσιαστική δύναμη, όπως ακριβώς ισχύει και στην Εκκλησία και στην κατά Χριστόν σωτηρία. Στον γάμο υπάρχει αμοιβαιότητα, ισότητα και μία αξιοπρόσεκτη ισοτιμία μεταξύ των συζύγων, γιαυτό είναι συγχρόνως και ομόζυγοι.

Υπ’ αυτήν την προοπτική ο πραγματικός και ουσιαστικός γάμος δεν είναι μία απλή μορφή συμβίωσης αλλά είναι ένα συνεχές και δυναμικό γεγονός, πάντοτε με θετικό πρόσημο στην πορεία του, όταν μάλιστα βρίσκεται σε αναφορά προς τις διανθρώπινες σχέσεις και την κοινωνία.

Σ’ αυτή την ισορροπία των ομοζύγων σχέσεων η γυναίκα, ως μητέρα και σύζυγος, καλείται να διαδραματίσει έναν σημαντικό ρόλο, να συμπληρώσει τον σύζυγό της στον κοινό τους αγώνα για την βιοτική μέριμνα της οικογένειας του, να καταστεί ασφαλής και σταθερός βοηθός και συνεργάτης του συζύγου της.

Επαναλαμβάνω τα λόγια της περιγραφής. «Συμπλήρωναν ο ένας τον άλλον, ο ένας δίπλα στον άλλο… η μητέρα ακολουθούσε τον πατέρα σ’ όλες τις αποφάσεις αλλά και ο πατέρας δεν μπορούσε να αποφασίσει χωρίς την μητέρα».

Αυτή ακριβώς η περιγραφική μορφή σχέσης αποτελεί το «κάτοπτρο» της γυναίκας μητέρας και συζύγου, της γυναίκας στις σχέσεις της προς τον σύζυγό της και προς τα παιδιά της.

Μία σύζυγος, η οποία καλλιεργεί την κοινωνία με τον σύζυγό της και συγχρόνως προβάλλει το πρότυπο κοινωνίας και σχέσης προς τα παιδιά της, ως το δομικό στοιχείο σε ό,τι χαρακτηρίζουμε οικογένεια. Η γυναίκα ως σύζυγος πρέπει να καλλιεργεί την σωφροσύνη μέσα στην οικογένεια και να συμπληρώνει τον σύζυγό της, διαφορετικά τα προβλήματα σχέσεων και συναντίληψης θα επιφέρουν οδυνηρά αποτελέσματα.

Ο περιγραφόμενος τρόπος ζωής των συζύγων, ας παραδεχθούμε, ότι δημιουργεί πάντως -ως μη όφειλε- προκλήσεις στις σύγχρονες κοινωνίες, επειδή νοηματοδοτείται από τον αλληλοσεβασμο, την θυσιαστική αγάπη και την ισότητα τόσο στα δικαιώματά τους όσο και στις υποχρεώσεις τους. Ο Μέγας Βασίλειος χαρακτηρίζει τον τρόπο αυτό ως «αγαπητική δύναμη» και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ως «δύναμη αγαπήσεως» και «ορμή προς το έτερον». Αυτή η «δύναμις» αποτελεί την κινητήρια ισχύ ώστε οι σχέσεις μεταξύ των συζύγων, ανδρός και γυναικός, να καρποφορήσουν και να καρπογονήσουν σε κάθε επίπεδο της ζωής και να αποτελέσουν πραγματική συμβίωση.

Η ισότητα, η ισοτιμία και ο αλληλοσεβασμός δεν επιτρέπουν να εμφιλοχωρήσει μεταξύ των συζύγων η πλεονεξία ούτε η αφροσύνη ενώ η σωφροσύνη και η σύνεση είναι απαραίτητα στοιχεία μεταξύ των συζύγων όχι μόνο για τις ουσιώδεις αποφάσεις αλλά και για τις τρέχουσες ανάγκες της καθημερινότητας.

Η ισότητα αυτή ως αλληλοπεριχώρηση δεν συνιστά κάποια «πάλη διεκδικήσεων» αλλά την εκούσια παραίτηση ενός εκάστου κατά περίπτωση και υπέρ του κοινού καλού. Επίσης, δεν εξετάζεται δικανικά σε σχέση προς την ικανοποίηση του ατομικού μας δικαιώματος, αφού ουσιαστικά η ισότητα και η σωφροσύνη, η σύνεση και η συζυγία είναι άσκηση και δοκιμασία πάνω στην ελευθερία του άλλου, στο κατά πόσο, δηλαδή, σέβομαι και αποδέχομαι τον άλλον και δεν τον χρησιμοποιώ ως προς το σώμα του ή και ως προς τις πνευματικές και ψυχικές του λειτουργίες. Γι’ αυτό και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στους λόγους του περί της «εννόμου συζυγίας» αποδίδει και αναγνωρίζει πρωτεύοντα ρόλο στη σύζυγο αναφερόμενος στην καλλιέργεια της σωφροσύνης και της σύνεσης μέσα στην οικογένεια.

Αντίστοιχα είναι και τα λειτουργήματα της γυναίκας ως μητέρας χωρίς να διαφοροποιείται από τα διακονήματά της ως συζύγου. Δύο ρόλοι σε ένα πρόσωπο, «δύο όψεις του ιδίου νομίσματος».

Είναι γνωστό, ότι η έννοια της συζυγίας και της ομοζυγίας περικλείει μέσα της και την σχέση της μητέρας – συζύγου προς τα παιδιά, της οποίας ο ρόλος δεν περιορίζεται μόνο στο θέμα της «ανατροφής», γιατί στο έργο αυτό και οι δύο γονείς αγωνίζονται, αλλά κυρίως στον τρόπο ανάπτυξης του παιδιού ως μιάς ολοκληρωμένης ψυχοσωματικής προσωπικότητας, μέσα από την υπόδειξη του ορθού ρόλου της μητέρας ως γυναίκας και του πατέρα ως ανδρός. Γι’ αυτό και καμμία πράξη υιοθεσίας (τεκνοθεσίας) μεταξύ ομοφύλων ζευγαριών, όσο δημοκρατικό και δικαιωματικό και αν ακούγεται, δεν μπορεί στην πράξη να γίνει αποδεκτό, τουλάχιστον από την Εκκλησία, αφού οι ρόλοι των δύο γονέων-συζύγων, ανδρός και γυναικός, είναι αλληλοσυμπληρούμενοι και αλληλοπεριχωρούμενοι σε σχέση προς τα παιδιά τους.

Αυτή η σχέση μητέρας – συζύγου και παιδιών είναι σχέση ζωής. Ξεκινά από τη στιγμή της σύλληψης και στη βάση αυτή καθορίζονται όλες οι άλλες λειτουργικές σχέσεις ως πράξεις συμβίωσης. Η μητέρα προσφέρει ολόκληρη τη βιολογική της υπόσταση και ύπαρξη για την σύλληψη και την ανάπτυξη του παιδιού της και το αποτέλεσμα είναι μία συμπορευτική συμβίωση για μία κοινή περίοδο ζωής, όπου η ζωή της μητέρας εξαρτάται και από τη ζωή του κυοφορούμενου εμβρύου, όπως άλλωστε και η ζωή του εμβρύου εξαρτάται καθοριστικά από τη ζωή της μητέρας του.

Σ’ αυτήν την σχέση όμως έχει συμβάλλει και ο πατέρας, γι’ αυτό και για εκείνον ακόμη η σχέση πατέρα, μητέρας και εμβρύου είναι μία σχέση ζωής συμπληρωματική και αλληλοπεριχωρούμενη. Η ζωτική αυτή ιδιαίτερη σχέση πατέρα, μητέρας και εμβρύου δημιουργεί υποχρεώσεις και δικαιώματα τόσο για τους γονείς όσο και για το έμβρυο. Κανένας παράγοντας ή οποιαδήποτε άλλη αιτία δεν μπορούν να αποφασίζουν για την διακοπή αυτής της ζωτικής σχέσης. Στην λογική αυτή θεωρώ δικαιολογημένη την αντίδραση και την άρνηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας να αποδεχθεί την άμβλωση, όταν η πράξη διακοπής της κύησης, η οποία συνεπάγεται και την διακοπή της ζωής του εμβρύου, γίνεται με σκοπό την μονομερή ικανοποίηση ατομικών δήθεν δικαιωμάτων του καθενός γονέα ή του οικογενειακού περιβάλλοντος ή κάποιας άλλης κοινωνικής αιτίας. Στη βάση αυτή το θέμα των αμβλώσεων δεν είναι μόνο νομικό αλλά κυρίως υπαρξιακό και ζήτημα οντολογίας στο πλαίσιο των σχέσεων γονέων και εμβρύου.

Ακόμη λοιπόν ένας λόγος όπου η κάθε μορφή υιοθεσίας, μάλιστα μεταξύ των ομοφύλων ως τεκνοθεσίας, δεν είναι «συμβατή» και προς αυτό το γεγονός της ζωής, γιατί η ζωή καθεαυτή είναι θέμα σχέσεων, συνεισφοράς και συμβίωσης σε κάθε φάση της ζωτικής ανάπτυξης και δεν κατανοείται μόνο ως ένα στιγμιαίο γεγονός ή ως μία έκφραση ή κατάσταση ατομικής επιβίωσης, ανεξάρτητης από τη ζωή των άλλων, κυρίως των γονέων, ή μόνο ως ένα γεγονός βιολογικής και φυσικής σύλληψης ούτε βέβαια ως μία έκφραση κοινωνικής ευαισθησίας.

Αυτή η σχέση ζωής μεταξύ των γονέων και των παιδιών συνεχίζεται και μετά την γέννηση των παιδιών τους «έως εσχάτων» και ο ρόλος τους  δεν εξαντλείται μόνο στη βιολογική ανάπτυξη και συντήρηση των παιδιών αλλά και στην πνευματική και ψυχική ολοκλήρωσή τους.

Εάν λοιπόν ο ρόλος της γυναίκας, ως μητέρας και συζύγου, είναι τόσο σημαντικός, και όντως είναι σημαντικός, διερωτώμαι σε τί χρησιμεύουν τα κάθε μορφής σύγχρονα φεμινιστικά κινήματα είτε η ανάπτυξη μιάς σύγχρονης «φεμινιστικής θεολογίας»; Νομίζω ότι δεν εξυπηρετούν σε τίποτε. Αποτελούν απλά ένα υποκατάστατο και μόνο κοινωνικής καταξίωσης, το οποίο έρχεται να τονίσει «κατ’ επίφασιν» την διακριτότητα του φύλου της γυναίκας έναντι του ανδρός. Η ίδια η φύση έχει δώσει την διακριτότητα αυτή του φύλου κυρίως ως προς την λειτουργικότητα του, να είναι δηλαδή σύζυγος και ομόζυγος, τροφός και μητέρα, και όχι κάποιο δικαιωματικό δεδομένο. Οι όροι άλλωστε «μητέρα» και «μάνα» αυτό ακριβώς υποδηλώνουν: Την λειτουργικότητα της μητρότητας, ως έκφραση συνεχούς «θρέψης» και «συντήρησης», και τη συμβολή της στην ανάπτυξη των παιδιών της, ως συνεχής αναγέννηση ενδοοικογενειακή και στην κοινωνία.

Η μητρότητα δεν είναι ιδιότητα αλλά λειτούργημα χαρισματικό της γυναικείας φύσης. Είναι παράγοντας δομικός της οικογένειας, καθίσταται η αιτιώδης συνάφεια για την πρόοδο και ευημερία και για τον λόγο αυτό η κοινωνική της συμβολή δεν εξαντλείται στους ρόλους, οι οποίοι καθορίζονται μόνο από την αναπαραγωγική τους λειτουργία αλλά και από το ρόλο της ως σημαντικού παράγοντα ανάπτυξης μέσα στο ίδιο το οικογενειακό περιβάλλον.

Ο συγγραφέας του βιβλίου των Παροιμιών (31,10-28) περιγράφει την «ουσία» της αληθινής γυναίκας, ως μητέρας και συζύγου, την οποία θεωρεί ασυγκρίτως ανωτέρα και από τους πλέον πολύτιμους λίθους. Η αφηγηματική αυτή αναφορά του Παροιμιαστή επιβεβαιώνει τον ουσιαστικό της ρόλο μέσα στην οικογένεια αλλά και την καταξίωσή της ως μητέρας και συζύγου, ιδιότητες και λειτουργήματα με τα οποία καταξιώνονται και τα δικαιώματά της, ενώ η επιδιωκόμενη «χειραφέτησή» της οδηγεί με βεβαιότητα στη διάλυση και διάσπαση, όχι μόνο της οικογένειας αλλά και της κοινωνίας γενικότερα, γιατί η πραγματικά αληθινή ελευθερία δεν σημαίνει απουσία δεσμεύσεων και περιορισμών αλλά σύμπραξη και συνέργεια σε μία δυναμική δημιουργικότητα, με την ανάπτυξη και διατήρηση μιάς σχέσης όπου κάθε μέρος αλληλοπεριχωρείται και αλληλοσυμπληρώνεται, ώστε τα έργα και οι επιδιώξεις τους ως γονέων να έχουν την ανάλογη σκοποθεσία. Διαφορετικά οδηγούμεθα σε μία ασυδοσία ενδοοικογεειακή, η οποία συνεπάγεται την διάσπαση της.

Υπ’ αυτήν την προοπτική η παραδοσιακά πυρηνική οικογένεια καθίσταται θεσμικά τρόπος επιβίωσης και ανάπτυξης, γιατί με τον τρόπο αυτό δεν μπορεί να εμφιλοχωρήσει ο ακραίος ατομοκεντρισμός και ανταγωνισμός και ο γάμος, ως γεγονός σχέσης και κοινωνίας, δεν μετατρέπεται σε καταναλωτικό αγαθό αλλά μέσο υπέρβασης των διαφόρων προβλημάτων και δυσλειτουργιών, οι οποίες επιλύονται με την υπομονή και την συναντίληψη. Άλλωστε με την συμμετοχή και των δύο γονέων, πατέρα και μητέρας, ως προτύπων σε μία οικογένεια, προσφέρονται ως προς την ανατροφή των παιδιών, τα εχέγγυα εκείνα τα οποία απαιτούνται για την διαμόρφωση μιάς ισορροπημένης προσωπικότητας των παιδιών τους.

Στην σύγχρονη όμως εποχή της μετανεωτερικότητας, ακόμη και στην πυρηνική οικογένεια, η μητρότητα αμφισβητείται. Η στοχοποίηση των γονέων γενικά, του πατέρα και της μητέρας, συνεπάγεται μία στάση και μία τελμάτωση, αφού η ευθύνη και η αυτοθυσία αποδυναμώνονται και η ανατροφή των παιδιών από πράξη δημιουργικότητας μετατρέπεται σε «βάρος», γεγονός το οποίο οδηγεί με μεγάλη ευκολία στην αντικατάσταση της τεκνογονίας με τα «κατοικίδια συντροφιάς», ως υποκατάστατο δήθεν ισοτίμων σχέσεων και στάση ζωής.

Ανάλογη προβληματική εμφανίζεται και στις εναλλακτικές ή συμπεριληπτικές μορφές συνύπαρξης, οι οποίες όμως δεν μπορούν να διεκδικούν ή να επιδιώκουν τον χαρακτηρισμό «οικογένεια». Η αρχή μάλιστα, ότι «όλα τα μοντέλα οικογένειας είναι ισότιμα και προς την πυρηνική οικογένεια», σχετικοποιεί «θεμελιώδεις ρόλους» και αποδυναμώνει την ίδια την λειτουργικότητα της μητρότητας. Θα πρέπει όμως να γνωρίζουμε ότι εάν διαλυθεί η πυρηνική οικογένεια, εξαιτίας του εκσυγχρονισμού, δεν θα υπάρχει κανένας άλλος παράγοντας ουσιαστικός και αναγκαίος για να μην ερημοποιηθεί η ανθρώπινη κοινωνία, ψυχικά, οντολογικά και λειτουργικά, έστω και αν έχει επικρατήσει η αντίληψη ότι η συνέχεια της ζωής είναι απλά και μόνο μία συγκυριακή ή συμβατική κατάσταση ατομικών απολαύσεων ή κατ΄επιλογήν δομών.

Είναι λοιπόν απαραίτητο να προστατέψουμε την μητρότητα, εάν θέλουμε η κατ’ ουσίαν πυρηνική οικογένεια, να λειτουργήσει επωφελώς εντός της ελληνικής κοινωνίας.

Όσο η γυναίκα καταξιώνεται στη λειτουργικότητα της γυναικείας φύσης της, ως μητέρα και σύζυγος, τόσο η καταξίωση της αυτή έχει το θετικό της αποτύπωμα στην οικογένεια της και στην κοινωνία μας. Τότε μόνο θα υπάρχει ελπίδα ότι, όχι μόνο θα επιτύχουμε την μεταμόρφωση και την πλήρωση της καθημερινής μας ζωής, που τόσο συχνά μας φαίνεται κενή και δυσβάστακτη, αλλά συγχρόνως ότι θα μπορέσουμε να εκπληρώσουμε τον λόγο  για τον οποίο γεννηθήκαμε, ανατραφήκαμε και βρισκόμαστε τώρα πάνω στη γη, σε μία συνεχή πορεία ευδαίμονος καλλιέργειας, ισόρροπης ανάπτυξης, καθολικής πρόοδου και ευημερίας «έως εσχάτων».

Η ΟΡΓΗ

 

             

  Ρωτήθηκε ο Αββάς Ησαΐας τι είναι οργή και απάντησε: «Φιλονικία και ψεύδος και έλλειψη Θεογνωσίας» (από το «Γεροντικό»).

                Στις ανθρώπινες σχέσεις εύκολα εμφανίζεται η οργή. Δεν είναι απλώς ένας θυμός διότι τα πράγματα δεν πάνε όπως τα θέλουμε. Είναι μία ένταση ψυχική, στην οποία ο άλλος θεωρείται όχι μόνο απορριπτέος, αλλά εχθρός μας.  Του φορτώνουμε την ευθύνη για ό,τι στραβό. Δεν θέλουμε να τον βλέπουμε. Τον κατακρίνουμε με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην του δίνουμε περιθώριο να εκφραστεί. Η οργή έχει ως αποτελέσματα την επιθετικότητα, την κακία, τη βία, την εσωτερική ταραχή που κρατά. Άλλοτε η οργή μπορεί να γίνει αφόρμηση να χτίσουμε καινούργιες σχέσεις, καινούργιο εαυτό για να αποδείξουμε ότι το πρόσωπο ή η κατάσταση που μας κάνουν να οργιζόμαστε, δεν θα μας καθηλώσουν  στη στασιμότητα, στην εκδικητικότητα, στην ενασχόληση αποκλειστικά μαζί τους, αλλά θα αποδείξουμε ότι αξίζουμε περισσότερα και καλύτερα. Συνήθως όμως η οργή γίνεται αιτία καθήλωσης και σπατάλης χρόνου και κεφαλαίου ζωής, που δεν μας αφήνει να κάνουμε βήματα.

                Η ασκητική παράδοση της Εκκλησίας επισημαίνει ότι η οργή είναι πνευματικό πρόβλημα. Οργίζεται ο φιλόνικος άνθρωπος, αυτός ο οποίος έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και λειτουργεί συγκρουσιακά έναντι των άλλων που δεν αναγνωρίζουν την αξία του, δεν κάνουν υπακοή στο δικό του θέλημα, δεν εκπληρώνουν τις επιθυμίες του. Κι ενώ η σύγκρουση κάποτε είναι αναγκαία, για να εκτονωθεί η οργή, στον φιλόνικο  άνθρωπο είναι μόνιμη κατάσταση, διότι τρέφεται από αυτήν, γίνεται επίδειξη και τον οδηγεί στην άρνηση της υγιούς συνύπαρξης. Ο φιλόνικος γίνεται εξουσιαστής με κάθε τρόπο, αγιάζοντας κάθε μέσο, αλλά και παλεύοντας με όλη του τη δύναμη να είναι ο πρώτος, χωρίς να ακούσει, να αγαπάει, να μοιράζεται.

                Οργίζεται αυτός που επιλέγει το ψεύδος ως στοιχείο της ζωής του. Ο αληθινός άνθρωπος είναι ταπεινός. Βλέπει ποιο είναι το τάλαντό του και σε τι υστερεί. Ο ψεύτικος άνθρωπος θεοποιεί τον εαυτό του, θεωρεί ότι αξίζει ως προς όλα, πείθει τον εαυτό του ότι έχει δίκιο και ότι δικαιούται τα πάντα, με αποτέλεσμα να οργίζεται όταν διαπιστώνει ότι δεν έχει την ανταπόκριση που θέλει.

                Οργίζεται αυτός που δεν έχει Θεογνωσία. Ο Θεός στον Οποίο πιστεύουμε είναι αγάπη, ταπείνωση, συγχώρηση, φως. Για να έχεις Θεογνωσία, δεν είναι αρκετό να γνωρίζεις με το μυαλό, τον νου, αλλά να εμπιστεύεσαι τον Θεό, το πώς είναι, το τι σου ζητά με την καρδιά σου. Όταν όμως θεοποιούμε τον εαυτό μας, τότε ούτε ο Θεός έχει για μας νόημα, αλλά, συχνά, τον φέρνουμε στα μέτρα μας, για να δικαιολογούμε την οργή μας εναντίον του κόσμου, του συστήματος, των άλλων. Ο Χριστός συγχώρεσε τους σταυρωτές Του, δείχνοντάς μας τον δρόμο της αυθεντικής πορείας προς τη βασιλεία Του. Αντί να οργιζόμαστε, ας αλλάξουμε, ας εμπιστευθούμε τον Θεό, το θέλημά Του, την πρόνοιά Του και ας παλέψουμε, όπου και όπως μπορούμε να συμβάλουμε στην αλλαγή και των άλλων. Και όπου δεν γίνεται κάτι, με ταπείνωση ας προσευχόμαστε, διότι έχουμε όρια.

                Οι μεγαλύτεροι, όταν διαπιστώνουμε ότι οι μικρότεροι οργίζονται, με κατανόηση, διάλογο, υπομονή και επιμονή  ας οδηγούμε στον προβληματισμό που δεν γκρεμίζει μόνο, αλλά και χτίζει. Το ίδιο ας κάνουμε και με τον εαυτό μας. Να μην τον θεοποιούμε, ούτε να απορρίπτουμε συλλήβδην τους πάντες και τα πάντα, αλλά να διαλεγόμαστε, να κρίνουμε, να προτείνουμε. Κι ας ακούμε και τους άλλους. Κάποτε, μας ελέγχουν γόνιμα, ακόμη και στην απόρριψή μας από την πλευρά τους.  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Ό,τι και αν ζητούσα από την καλή Παναγία μας μου το έδινε…

 


  Η προσευχή πρώτα έρχεται στον λάρυγγα, μετά ανεβαίνει στον νουν, ύστερα κατέρχεται στην καρδιά. Ε, και τότε, τότε στα μάτια έρχονται τα δάκρυα. Από εδώ και πέρα τίποτε δεν λέγεται. Είναι αλήθεια ότι στην αρχή θα συναντήσης δυσκολίες. Θα πηγαίνεις να προσευχηθής και πότε δεν θα μπορής, πότε θα έχης λογισμούς και πειρασμούς, και πότε δεν θα μπορής να ξυπνήσης την νύκτα. 

Συ να επιμένης. Και ο Κύριος που θα βλέπη την διάθεσή σου θα σε ενισχύη και θα σε βγάλη από τους πειρασμούς. Την νύκτα όμως δεν πρέπει να την χαραμίζωμαι όλη στον ύπνο, διότι τότε ο σατανάς μας κάνει ό,τι θέλει.Εγώ από μικρό παιδί μ’ άρεσε να προσεύχωμαι. Πήγαινα σε τόπο ήσυχο και έκραζα εις τον Θεόν, Τον διψούσε η καρδιά μου. Είχα μάθει και τους Χαιρετισμούς απ’ έξω και τους έλεγα. Τι ευφροσύνη, αγαλλίαση και ειρήνη που είχα στην καρδιά! Ό,τι και αν ζητούσα από την καλή Παναγία μας μου το έδινε…

Η Παναγία πολύ με βοήθησε. Τώρα έχω αυξήσει τους Χαιρετισμούς. Όσο τους λέω, τόσο και περισσότερο γλυκαίνεται η καρδιά μου…

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΜΙΧΑΙΑΣ

 



Τη μνήμη του Αγίου Προφήτου Μιχαίου τιμά σήμερα, 14 Αυγούστου, η Εκκλησία μας. Ο προφήτης Μιχαίας έζησε στην Ιερουσαλήμ το 748 – 696 π.Χ., επί των βασιλέων Ιωάθαμ, Άχαζ και Εζεκίου. Ανήκε στη φυλή του Ιούδα και γεννήθηκε στη Μορασθή, γι’ αυτό και ονομάσθηκε και Μορασθίτης.
Ο Μιχαίας, σχεδόν σύγχρονος με τον προφήτη Ησαΐα, είναι έκτος από τους μικρούς λεγόμενους προφήτες. Η προφητεία του αποτελείται από επτά κεφάλαια. Στα πρώτα τρία, προαναγγέλλει την καταστροφή της Σαμάρειας.
Στα επόμενα δύο μιλάει για την έλευση του Μεσσία και στα δύο τελευταία ελέγχει το λαό του Ισραήλ, που για να εξιλεωθεί ζήτα να κάνει διάφορες θυσίες στο Θεό, ενώ ο Μιχαίας του υπενθυμίζει το πραγματικό καθήκον που έχει στο Θεό, με την εξής ερώτηση:
«Τί Κύριος εκζητεί παρά σου αλλά η του ποιείν κρίμα και αγαπάν έλεον και έτοιμον είναι του πορεύεσθαι μετά Κυρίου Θεού σου;» (Μιχαίας, στ’ 8). Δηλαδή, τι ζητάει από σένα ο Θεός, παρά μόνο να είσαι δίκαιος, ευσπλαγχνικός και πρόθυμος να πορεύεσαι σύμφωνα με τις εντολές του Κυρίου του Θεού σου;
Μια διαχρονική υπενθύμιση, που ανταποκρίνεται φυσικά και στους ανθρώπους της εποχής μας. Γενικά, το βιβλίο του Μιχαία, που γράφηκε στην εβραϊκή, διακρίνεται για τη γλαφυρότητα και τη σαφήνεια των φράσεων του.
Να αναφέρουμε επίσης, ότι ο Μιχαίας, λόγω του ότι ήταν σφοδρός ελεγκτής των παρανομιών του Αχαάθ, βασιλιά του Ιούδα, καταδιώκετο απ’ αυτόν και σωζόταν φεύγοντας στα όρη. Αλλά όταν βασίλευσε ο γιος του Αχαάβ Ιωράμ, συνελήφθη απ’ αυτόν, μη ανεχόμενος τους ελέγχους του, κρεμάστηκε και έτσι θανατώθηκε. Το δε σώμα του περισυνέλεξαν οι συγγενείς του και το έθαψαν στη Μορασθή, κοντά στο πολυανδρίο Ενακείμ.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως ορός περίοπτον, και εμφανές αληθώς, προείδες εν Πνεύματι, την Εκκλησίαν Χριστού, Μιχαία θεόπνευστε, όθεν οι ευρηκότες, εν αύτη σωτηρίαν, βαίνουσιν ως προέφης, εν ταίς τρίβοις Κυρίου, γεραίροντες προφήτα, την πάνσεπτον μνήμην σου.

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

Αφιέρωμα Αυγούστου:Παναγία η Νιαμονίτισσα της Χίου

 
Λίγα χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα του νησιού, στους πρόποδες του Προβάτιου όρους, προβάλλει το πιο αξιόλογο μοναστήρι της Χίου, η παλαίφατη Νέα Μονή. Το πατριαρχικό αυτό σταυροπήγιο, με τα βασιλικά χρυσόβουλα και τα περίφημα ψηφιδωτά, είναι οχυρωμένο από φυσικά και τεχνητά τείχη και πύργους, τμήματα των οποίων σώζονται μέχρι και σήμερα.
Οι κτιριακές εργασίες της μονής άρχισαν το 1034 από τους χιώτες ασκητές Νικήτα, Ιωσήφ και Ιωάννη. Πολύτιμο συμπαραστάτη στην προσπάθειά τους αυτή είχαν τον βυζαντινό αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Θ’ τον Μονομάχο.

Στα ιστορικά της μονής είναι διάχυτη η παράδοση για τη θαυμαστή εύρεση της Παναγίας Νιαμονίτισσας. Αυτή τη θαυματουργή εικόνα ανακάλυψαν μέσα σε πυκνό δάσος οι τρεις κτήτορες, τριγυρισμένη από αδιαπέραστα βάτα και χαμόκλαδα.
Η θεία μορφή της Θεοτόκου παριστάνεται σε μια ιδιότυπη και μοναδική στάση: δεν κρατά στα χέρια το θείο Βρέφος, αλλά εικονίζεται όρθια, με ανοιχτή τη μητρική αγκαλιά και τα πόδια σε στάση βηματισμού.

Η ιερή εικόνα της Νιαμονίτισσας σώζεται συχνά η ίδια θαυματουργικά από πυρκαγιές, αλλά και σώζει από σφαγές, επιδρομές και λοιπές περιπέτειες, που δοκίμασε η Νέα Μονή στην ιστορική διαδρομή της.
Ο χρυσοχόος.
 Κάποτε οι μοναχοί ανέθεσαν σ’ ένα χιώτη χρυσοχόο να επενδύσει με χρυσό ένα μέρος της ιερής εικόνας, για να την προφυλάξουν από τη φθορά. Ο εκκλησιάρχης την τοποθέτησε στον κυρίως ναό, και ο τεχνίτης άρχισε την εργασία με ευλάβεια.
Ξαφνικά ακούει μια γλυκιά φωνή να του λέει ψιθυριστά:
– Ελαφρά χτύπα, ελαφρά· να’ χεις την ευχή μου, γιατί η εικόνα είναι παλαιά!
Σηκώνει τα μάτια ο χρυσοχόος και βλέπει μια μεγαλόπρεπη γυναίκα με ολόχρυση φορεσιά. Δεν πρόλαβε να τη ρωτήσει ποια ήταν, γιατί μπήκε αμέσως στο ιερό βήμα από τη νότια πύλη. Τρέχει να την προφτάσει, αλλά Εκείνη είχε εξαφανιστεί. Μπαίνει στο ιερό, και τότε αναγνωρίζει στη μορφή της πλατυτέρας τη γυναίκα, που πριν από λίγο του είχε φανερωθεί.

Η καμπάνα. 
Το καμπαναριό της Νέας Μονής μοιάζει με τετράγωνο πύργο και υψώνεται σχεδόν τριώροφο μέχρι τον θόλο του καθολικού. Είναι στεγασμένο με μολύβι και στολίζεται στην κορυφή με ωραίο σιδερένιο σταυρό. Αρχικά είχε τέσσερις καμπάνες και δύο πολυτελέστατα ρολόγια. Όλα όμως εξαφανίστηκαν το 1822 από τις ασιατικές ορδές.
Κάποτε μια από τις μεγαλύτερες καμπάνες ράγισε. Οι μοναχοί τη φόρτωσαν σ’ ένα βενετσιάνικο πλοίο και την έστειλαν στη Βενετία για να την ξαναχύσουν.
Το πλοίο ταξιδεύοντας χτυπήθηκε από ένα κουρσάρικο των πειρατών του Βαρβαρόσσα και κινδύνεψε να βουλιάξει. Οι ναύτες, στη δύσκολη εκείνη στιγμή, επικαλέστηκαν τη βοήθεια της Παναγίας Νιαμονίτισσας. Ύστερα έσπασαν ένα κομμάτι από την καμπάνα, το έβαλαν για μπάλα στο κανόνι και χτύπησαν το εχθρικό πλοίο. Το χτύπημα ήταν καίριο και το πειρατικό βυθίστηκε.
Το βενετσιάνικο καράβι συνέχισε το ταξίδι κι έφθασε στον προορισμό του. Ο καπετάνιος, από ευγνωμοσύνη για τη σωτηρία τους, έφτιαξε με δικά του έξοδα την καμπάνα και την πρόσφερε στην Παναγία. Λέγεται μάλιστα πως η καμπάνα αυτή ήταν η πιο μελωδική απ’ όλες.

Το ξύλο και το σχοινί.
 Ένα χιώτικο καράβι, ταξιδεύοντας, συνάντησε μεγάλη θαλασσοταραχή. Ο καπετάνιος, μπροστά στον κίνδυνο, φώναξε με τη θερμή νησιώτικη πίστη του:
– Παναγιά μου Νιαμονίτισσα, σώσε μας! Και σου τάζω μια λαμπάδα τόσο ψηλή, όσο το κατάρτι του πλοίου!
Δεν πρόλαβε να τελειώσει το λόγο του, και βλέπει πάνω στην αφρισμένη θάλασσα την ίδια τη Θεοτόκο, να κρατά στο χέρι ένα ξύλο κι ένα σχοινί. Ύστερα βυθίστηκε στο κύμα.
Αμέσως η τρικυμία κόπασε και το πλοίο προσορμίστηκε σώο στο λιμάνι. Εκεί, με μεγάλη τους έκπληξη, ανακάλυψαν στα ύφαλά του μία τρύπα. Η τρύπα αυτή ήταν φραγμένη μ’ ένα κομμάτι ξύλο κι ένα κομμάτι σχοινί…
Το θαύμα της Παναγίας ήταν ολοφάνερο. Αμέσως ξεκίνησαν όλο το πλήρωμα γεμάτοι ευγνωμοσύνη για τη Νέα Μονή. Προσκύνησαν τη θαυματουργή εικόνα, πρόσφεραν το τάμα τους, μια πελώρια λαμπάδα, κι άφησαν στον εξωνάρθηκα το σωτήριο ξύλο και το σχοινί, τα οποία σώζονται εκεί μέχρι και σήμερα.
Για την ίδια αιτία, καθώς λέγεται, υπάρχει στον εξωνάρθηκα κι ένα σφουγγάρι. Με τη χάρη της Νιαμονίτισσας το σφουγγάρι αυτό έφραξε τη σχισμή ενός ιστιοφόρου πλοίου, που κινδύνευε να καταπονιστεί.

Το μουλάρι. 
Τον 17ο αιώνα, καθώς σημειώνουν ξένοι περιηγητές, η Νέα Μονή αριθμούσε 100 έως και 150 μοναχούς, κι έμοιαζε με μικρή πόλη. Ανάλογος ήταν και ο αριθμός των υποζυγίων για τη μεταφορά των πολλών εισοδημάτων.
Κάποτε ένας προσκυνητής από τη Μυτιλήνη παρέδωσε στον βουρδουνάρη – επιστάτη των ζώων– της Νέας Μονής ένα φορτίο λάδι για το μοναστήρι. Ο βουρδουνάρης φόρτωσε ένα μουλάρι και ξεκίνησε.
Όταν έφτασαν στο εκκλησάκι του αγίου Φανουρίου, σε μια κακοτοπιά, το ζώο παραπάτησε και γκρεμίστηκε στο βάραθρο μέχρι το ποτάμι. Ο βουρδουνάρης, βέβαιος πως σκοτώθηκε, δεν ασχολήθηκε περισσότερο μαζί του. Διηγήθηκε όμως στους μοναχούς το θλιβερό επεισόδιο.
Δεν πέρασε πολλή ώρα κι ακούστηκαν στην πύλη της μονής χτυπήματα και χλιμιντρίσματα. Τρέχει ο πορτάρης ν’ ανοίξει και αντικρίζει το μουλάρι που είχε γκρεμιστεί. Το πιο θαυμαστό ήταν, πως είχε φορτωμένα στην πλάτη τα τουλούμια με το λάδι ακέραια. Ο πορτάρης το έβαλε μέσα και το ξεφόρτωσε. Τότε όμως συνέβη το εξής παράδοξο: Το ζώο έπεσε αμέσως στη γη νεκρό. Είχε εκπληρώσει την αποστολή του.

Η ευλαβής δωρήτρια. 
Κάποια ευλαβής χιώτισσα, από το χωριό Καλιμασσιά, αφιέρωσε όλη την περιουσία της στη Νέα Μονή. Κάποτε όμως αρρώστησε και βρέθηκε σε μεγάλη οικονομική ανάγκη. Τότε οι συγγενείς της, αντί να τη βοηθήσουν, την εγκατέλειψαν και την πίκραιναν με λόγια σκληρά:
– Ας έρθει, της έλεγαν, να σε κοιτάξει η Νέα Μονή, αφού της έγραψες την περιουσία σου.
Εκείνη δεν έπαυε να προσεύχεται θερμά στην Παναγία ζητώντας τη βοήθειά της. Κι ένα βράδυ, μέσα στον πόνο και την απελπισία της, βλέπει στον ύπνο της μια γυναίκα. Η γυναίκα αυτή την πλησίασε, την παρηγόρησε και μεταξύ άλλων της είπε:
– Μη φοβάσαι. Η ασθένειά σου θεραπεύτηκε. Πάρε αυτό το φλουρί και θα φροντίζω εγώ για σένα.
– Ποια είσαι; ρώτησε η άρρωστη.
–Είμαι η Νέα Μονή.
Με τα λόγια αυτά ξύπνησε η γυναίκα θεραπευμένη, κρατώντας στο δεξί της χέρι το φλουρί. Πήγε στο μοναστήρι, διηγήθηκε τ’ όνειρό της στον ηγούμενο Άνθιμο και του παρέδωσε το φλουρί, που της είχε χαρίσει η Παναγία.

Θαυμαστά γεγονότα. 
Όταν το μοναστήρι μετατράπηκε σε γυναικείο, οι μοναχές έζησαν ορισμένα θαυμαστά γεγονότα:
Το 1959, τα μεσάνυχτα της 4ης Απριλίου, χτύπησαν χαρμόσυνα οι καμπάνες. Χτυπούσαν μόνες τους ενώ συγχρόνως έβγαινε από την εκκλησία μια εκτυφλωτική λάμψη.
Αρκετές φορές κινούνται μόνα τους τα καντήλια μπροστά στη θαυματουργή εικόνα και συχνά, ενώ οι μοναχές ψάλλουν στο αναλόγιο, ακούγονται βήματα στο ιερό, δυνατοί θόρυβοι και γλυκύτατες ψαλμωδίες. Οι ψαλμωδίες αυτές, καθώς βεβαιώνουν οι αδελφές, ακούγονται κυρίως όταν ψάλλεται η Θ’ ωδή, το “Άξιον εστί” και οι χαιρετισμοί της Παναγίας.
Με τα θαυμαστά αυτά σημεία η Νιαμονίτισσα κάνει αισθητή την παρουσία της στο μοναστήρι και μεταδίδει χαρά και παρηγορία στη μοναστική αδελφότητα.

Ο «μαγνήτης» της Παναγίας

 

παπα Γιώργης Δορμπαράκης

Τί εἶναι ἐκεῖνο πού κάνει ὅλους τούς χριστιανούς, ἀκόμη καί τούς «ἀσχέτους» καί ἀπομακρυσμένους ἀπό τήν πίστη, νά θεωροῦν τήν Παναγία ὡς τό κατεξοχήν ἀγαπητό πρόσωπο, ἐκεῖνο πού νιώθουν ὅτι τούς τραβᾶ σάν μαγνήτης καί δέν θέλουν νά «ξεκολλήσουν» ἀπ’ αὐτό;

Ὄχι ἀσφαλῶς τό μεγαλεῖο της πού τήν κάνει νά ὑπέρκειται ὅλων τῶν ἄλλων ἁγίων, ἀκόμη δέ καί τῶν ἴδιων τῶν ἀγγέλων καί τῶν ἀρχαγγέλων – ἕνα τέτοιο μεγαλεῖο τό μόνο πού προκαλεῖ εἶναι ἴσως ὁ φόβος καί ἕνα δέος πού σέ τελική ἀνάλυση μᾶς κάνει νά κλίνουμε γόνυ, γιατί δέν μποροῦμε νά κάνουμε ἀλλιῶς·

οὔτε ἐπίσης ἡ «παντοδυναμία» της, ἐκχωρημένη ἀπό τόν Υἱό καί Θεό της, πού βαίνει παράλληλα πρός τήν παραπάνω μεγαλειότητά της καί τό ἀποτέλεσμα στό ὁποῖο ὁδηγεῖ· αὐτό πού «ἔχει» ἡ Παναγία μας καί μᾶς τραβᾶ καί μᾶς ἕλκει εἶναι ἀκριβῶς αὐτό πού συνιστᾶ τήν ἁγιότητά της, δηλαδή ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού καταλαμβάνει ὁλόκληρη τήν ὕπαρξή της – «Κεχαριτωμένη» ἄλλωστε τήν προσφωνεῖ ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ – εἶναι ἡ ἑλκτική δύναμη πού στρέφει καί τόν πιό «δύστροπο» πρός αὐτήν καί τόν κάνει νά νιώθει ἄνετα μαζί της, σάν τό μικρό παιδί πού νιώθει ἄνετα πάντοτε μέ τή μάνα του.

Στήν πραγματικότητα ἡ ἕλξη τῆς χάρης της εἶναι ἕλξη τελικῶς πρός τήν ταπείνωσή της.

Γιατί τί εἶναι ἐκεῖνο πού «ἀναγκάζει» τόν Θεό νά προσφέρει τή χάρη Του, δηλαδή τόν ἴδιο τόν Ἑαυτό Του, σ’ ἕνα πλάσμα Του, παρά μόνον τό στοιχεῖο πού ἀφήνει χῶρο γιά τή δική Του ἐγκατοίκηση σ’ αὐτό: τήν ταπείνωση τοῦ πλάσματός Του;

Ὅπου ὁ Θεός ἐπισημαίνει τήν ταπείνωση, ἐκεῖ κλίνει καί τή βούλησή Του, ἐκεῖ βρίσκει «τόπον καταπαύσεώς» Του. «Πρός τίνα ἐπιβλέψω, εἰ μή πρός τόν ταπεινόν καί ἡσύχιον καί ἀκούοντά μου τούς λόγους καί τρέμοντα αὐτούς;»

Διαρκῶς ἄλλωστε δέν τονίζει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, ὅτι «Κύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν;»

Μαγνήτης τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ταπείνωση στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, γι’ αὐτό καί θεωρεῖται ἡ ταπείνωση τό μοναδικό ἔδαφος στό ὁποῖο μπορεῖ νά φυτρώσει καί νά ἀναπτυχθεῖ καί ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου.

Ὅπως τό ἔλεγε καί ὁ ἅγιος Γέροντας τοῦ ὁσίου Παϊσίου π. Τύχων: «ὁ Θεός εὐλογεῖ κάθε ἡμέρα τόν κόσμο Του, ὅταν ὅμως βλέπει ταπεινό ἄνθρωπο, τόν εὐλογεῖ καί μέ τά δυό Του χέρια».

Τήν πραγματικότητα αὐτή λοιπόν ἐπισημαίνουμε καί στό πάντιμο πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἤδη ἀπό τήν ὥρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ της ἐξαγγέλλεται ἐν χάριτι ἀπό τήν ἴδια ὅτι ὁ Θεός «ἐπέβλεψε ἐπί τήν ταπείνωσιν τῆς δούλης Αὐτοῦ».

Καί ποιό τό χαρακτηριστικό τῆς ταπείνωσης πού φέρνει τή χάρη τοῦ Θεοῦ; Μά τίποτε ἄλλο ἀπό τήν ἑτοιμότητα τῆς ὑπακοῆς πρός τό ἅγιο θέλημα Ἐκείνου. «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά Σου».

Πρόκειται γιά ὅ,τι συνιστᾶ καί τό ἦθος τοῦ σαρκωμένου Θεοῦ μας, ὅπως μᾶς τό ἀποκαλύπτει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Φιλιππησίους ἐπιστολή του:

«Τοῦτο φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὅ καί ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὅς ἐν μορφῂ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμόν ἡγήσατο τό εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ’ ἑαυτόν ἐκένωσεν, μορφήν δούλου λαβών…καί σχήματι εὑρεθείς ὡς ἄνθρωπος, ἐταπείνωσεν ἑαυτόν, γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ».

Στήν Παναγία μας βλέπουμε αὐτήν τήν ὑπακοή πού ἐπέδειξε ὁ Υἱός καί Θεός της, συνεπῶς τήν ἁγία ταπείνωσή Του καί τήν ἅγια χάρη Του.

Κι αὐτό τό ἦθος, τό ἦθος τῆς ταπείνωσης πού ἐκφράζεται ὡς ἀπόλυτη ὑπακοή στό ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἐκεῖνο πού δείχνει τό πῶς πράγματι τιμᾶται ἡ Παναγία στίς ἑορτές της, κατεξοχήν δέ στήν Κοίμησή της.

Καλά τά ἐγκώμια καί ὅλες οἱ ἄλλες δοξολογικές φωνές ἀπέναντί της, ἀλλά ἄν δέν καταλήγουν στήν ἀκολουθία τοῦ ἤθους της, στό μαρτυρικό φρόνημα τῆς ταπείνωσής της, μᾶλλον δέν ἔχουν καμία σημασία πνευματική γιά ἐμᾶς.

Γιατί μοιάζουν μᾶλλον μ’ αὐτό πού ἐπεσήμαναν οἱ προφῆτες, κυρίως δέ ὁ μέγας Ἡσαΐας, ὁ ὁποῖος γινόταν τό στόμα τοῦ Θεοῦ γιά νά λέει: «Ὁ λαός αὐτός μέ τό στόμα μέ τιμᾶ, ἐνῶ ἡ καρδιά του πόρρω ἀπέχει ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀποστρέφω τό πρόσωπό μου ἀπ’ αὐτούς».

“Όταν έχουμε δίκιο σε κάτι, μια φορά μόνο θα μιλήσουμε γι΄αυτό.

 

Γέροντας Εφραίμ της Σκήτης του Αγίου Ανδρέα+
 
“Όταν έχουμε δίκιο σε κάτι, μια φορά μόνο θα μιλήσουμε γι΄αυτό.
Αν εισακουστούμε έχει καλώς. Αν όχι, σωπαίνουμε και προσευχόμαστε να φωτιστούν οι νόες των άλλων, για το θέμα αυτό. Δεν επιμένουμε, γιατί αυτό δεν έχει ταπείνωση.”

Η ΑΓΙΑ ΕΥΔΟΚΙΑ Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

 

Αγία Ευδοκία. Η φωτισμένη αυτοκράτειρα του Βυζαντίου - Pemptousia

 Τη μνήμη της Αγίας Ευδοκίας της Βασίλισσας τιμά σήμερα, 13 Αυγούστου, η Εκκλησία μας. Η Αγία Ευδοκία ήταν κόρη του αθηναίου φιλοσόφου Λεοντίου και γεννήθηκε το 401 μ.Χ. Σπούδασε κατά τον καλύτερο τρόπο τη γραμματική, τη ρητορική και τη φιλοσοφία.

Όταν πέθανε ο Λεόντιος, άφησε όλη την περιουσία του στους γιους του, και σ’ αυτή άφησε μόνο 100 χρυσά νομίσματα.
Όταν, λοιπόν, ήλθε στην Κωνσταντινούπολη για να διεκδικήσει τα κληρονομικά της δικαιώματα, παντρεύτηκε τον Θεοδόσιο τον Β’, μέσω της αδελφής του Πουλχερίας, που είχε κατενθουσιαστεί από τα σπάνια χαρίσματα της αθηναίας κόρης. Έτσι βαπτίστηκε χριστιανή και πήρε το όνομα Ευδοκία, από Αθηναΐδα που την έλεγαν πρώτα.
Η Ευδοκία από τη φύση της γυναίκα σεμνή, δεν ανακατεύθηκε καθόλου με τις βασιλικές υποθέσεις. Την είλκυσε περισσότερο η αλήθεια του Χριστού, γι’ αυτό και επεδίωξε να επισκεφθεί τους Άγιους Τόπους. Όταν ο σκοπός της πραγματοποιήθηκε, αισθάνθηκε την ψυχή της να φτερουγίζει στο θρόνο του Θεού.
Η επιστροφή της, όμως, στη Βασιλεύουσα, επεφύλασσε εκπλήξεις. Οι σχέσεις της με τον Θεοδόσιο ψυχράνθηκαν, λόγω συκοφαντιών. Γι’ αυτό, με την άδεια του επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ, όπου ίδρυσε πολλά μοναστήρια. Και με προσευχή, μελέτη και «εν πάση ευσέβεία και σεμνότητι» (Α’ πρός Τιμόθεον, 6.2), τελείωσε τη ζωή της.

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Αφιέρωμα Αυγούστου:Παναγία η Αντιφωνήτρια

 

Πρόκειται για τοιχογραφία στον χώρο του «μεσονυκτικού» του καθολικού. Ονομάσθηκε έτσι γιατί από αυτή την εικόνα ακούσθηκε μία φωνή (αντιφώνησε). Η παράδοση αναφέρει ότι επισκέφθηκε κάποτε την μονή η βασίλισσα Πλακιδία, κόρη του Μ. Θεοδοσίου. Ενώ προχωρούσε με σκοπό να μπεί στο καθολικό από την πλάγια μικρή πόρτα, άκουσε μία φωνή που προερχόταν από την εικόνα· «Στάσου και μην προχωρείς, γιατί τόλμησες ως γυναίκα και ήλθες σ’αυτό τον τόπο;». Έντρομη τότε η βασίλισσα ζήτησε συγχώρεση από την Παναγία και αναχώρησε αμέσως από το Άγιον Όρος. Εις ανάμνησιν εξ άλλου του θαύματος εκείνου ανήγειρε με δικά της έξοδα το παρεκκλήσιο του Αγίου Δημητρίου.

Η Παναγία μεσιτεύει ακατάπαυστα για όλους μας.

 

Παύλος Σαββίδης, Θεολόγος

Όλα τα βλέμματα και οι καρδιές, τούτες τις δίσεχτες ημέρες, ικετευτικά, παρακλητικά στρέφονται στο καλοκαιριάτικο αυγουστιανό Πάσχα. Τον Δεκαπενταύγουστο .

Στον ζωηφόρο θάνατο, στην αθάνατη Κοίμηση της Κυρίας Θεοτόκου.

Συντονισμένα και τα πόδια μας –έστω και βαρυφορτωμένα από την ένοχη συνείδησή μας, την οικονομική δυσπραγία και τα όποια ασήκωτα βάρη της καθημερινότητας-μας οδηγούν ανεπίστροφα μπροστά στην θαυματουργική εικόνα, για να αποθέσουμε στα αγιασμένα πόδια της τον οφειλόμενο σεβαστικό ασπασμό μας.

Για να δροσίσουμε τα φρυγμένα από το κακό και την αμαρτία χείλη μας και να δηλώσουμε αμετάκλητα την αγάπη μας στην τόσο πονεμένη αλλά και πληγωμένη από τα δικά μας λάθη, τα δικά της  παιδιά, Θεομάνα.

Ελάτε λοιπόν χρεωστικά να υμνήσουμε και κυρίως να τιμήσουμε «την Θεοτόκο και Μητέρα του φωτός».

H Δαμασκηνή θεολογία πανέμορφα μας υπενθυμίζει πως « ουδείς κατ’ αξίαν της Θεομήτορος την ιεράν εκδημίαν ευφημήσαι δυνήσεται-επειδή- αύτη θεσμόν εγκωμίων υπέρκειται».  

Ο ίδιος Πατέρας ομολογεί πολύ παρήγορα πως δεν υπάρχει πτυχή, λεπτομέρεια ζωής, την οποία να μη γνωρίζει η Θεοτόκος και να μην μπορεί να δώσει ανάσα ζωής και ελπίδα σωτηρίας.

Ο αγιορείτικος μοναχισμός νιώθει βαθύτατο συγκλονισμό στο να την επικαλείται και να μην την αφήνει ήσυχη «υπέρ πάσης ψυχής  θλιβομένης τε και καταπονουμένης».

Η Παναγία δεν ξεκουράζεται, αναπαύεται στην υπέρ των τέκνων της κόπωση, γι’ αυτό και ποτέ δεν χαμηλώνει τα δεόμενα πανάχραντα χέρια της.

Η Παναγία επανέρχεται συχνά μέσα στην ανθρώπινη ιστορία κυρίως ως μητέρα. Και μία καλή μητέρα ξέρει ν’ ακούει, να πονά και ν’ αγαπά. (γ. Μωϋσής).

Είναι αδίστακτη η πίστη όλων μας, ότι η Υπεραγία Θεοτόκος μετέχει στη δόξα του Υιού της, συμβασιλεύει μαζί του διευθύνει κοντά στο πλευρό του τις τύχες και όλα τα γεγονότα της Εκκλησίας και του κόσμου που εκτυλίσσονται μέσα στο χρόνο, μεσιτεύει «ημέρας και νυκτός» για όλους μας προς Εκείνον, ο οποίος θα έρθει να κρίνει τον κόσμο.

Ο  π. Θεόκλητος Διονυσιάτης στοχάζεται : « Εκείνη έχει το πλήθος των πολλών οικτιρμών. Έχει πολλή αγάπη στο ανθρώπινο γένος, προπάντων στους αμαρτωλούς.

Ο Υιός της παίρνει μεγάλη χαρά, όταν τον παρακαλεί η Μητέρα του, διότι θέλει να σώσει τον άνθρωπο. Δια τούτο και μόνο έφερε την Μητέρα του και μας την εχάρισε, για να την έχουμε μέσον προς σωτηρίαν.»

Θαυμάζοντας το μεγαλείο της ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφωνεί: «Πού ημπορώ εγώ να απαριθμώ όλα τα μεγαλεία όσα εποίησεν ο Θεός εις την Αειπάρθενον; Αυτά είναι άπειρα κατά το μέγεθος και αναρίθμητα κατά το πλήθος.

Και αν ήταν δυνατόν να ενωθούν όλοι όσοι εσώθησαν με τον άσπορον Τόκον της, και να γίνουν ένα στόμα και μία γλώσσα πάλιν δεν ήθελαν δυνηθή να αριθμήσουν τα μεγαλεία της Θεοτόκου και να τα εγκωμιάσουν  κατά την αξίαν τους…».

Η εποχή μας φαίνεται να είναι η εποχή της μεγάλης αποστασίας και πραγματικά αντίχριστες οι ημέρες που ζούμε, αφού οι κυβερνήτες μας «έδιωξαν» κυριολεκτικά από την αγκαλιά της Θεομήτορος, Αυτόν που βαστάζει τα πάντα.

Με τον τρόπο αυτό εξορίζεται ο Χριστός από την κατ’ εξοχήν  δική Του ημέρα, την Κυριακή, για να μην ακούν την κυριακάτικη καμπάνα και τους θυμίζουν ενοχές.

Και όμως όλοι αυτοί θα τρέξουν να δώσουν ανερυθρίαστα το παρόν στην μεγάλη γιορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου, όχι από ευλάβεια αλλά και πάλι για εμπορία ψήφων και κάλυψη ενόχων κατατρεγμών συνειδήσεων.

Η Κυρία Θεοτόκος όμως αποστρέφει το πρόσωπό της από όσους «ύβρισαν» τον Υιόν της, και να θυμηθούμε τους σοφούς λόγους του γέροντος Παϊσίου ότι «θα δουλέψουν οι πνευματικοί νόμοι»!

Όσοι πιστοί ορθόδοξοι «προσέλθωμεν τω τάφω της Θεομήτορος»!

Να γονατίσουμε ικετευτικά, να προσκυνήσουμε λατρευτικά, να υμνήσουμε δοξολογικά και ταπεινά να παρακαλέσουμε την Κυρία Θεοτόκο να πρεσβεύει για κάθε ψυχή πονεμένη, πικραμένη και παραπονεμένη, και για τούτη την πολυβασανισμένη πατρίδα μας Ελλάδα.

Εκκλησία: το κάτι άλλο

 

Μητροπολίτη Γερμανίας Αυγουστίνου

Η εκκλησία είναι ένας χώρος που ο άνθρωπος θέλει να ζήσει κάπως αλλιώτικα από τον κόσμο. Η εκκλησία είναι ένας χώρος που η αγάπη πρέπει να βασιλεύει και η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη. Όταν δεν μπορείς να μιλήσεις με τον Ιερέα, όταν δεν μπορείς να χαιρετήσεις τον συνάνθρωπό σου, όταν μετά από την Θεία Λειτουργία δεν μπορείς να κάνεις παρέα με τους ανθρώπους, ν' ανταλλάξετε γνώμες, τι είδους εκκλησία είναι αυτό το πράγμα;

«Και σε μεσίτριαν έχω»

 

panagia 1

Αρχιμ. Φιλίππου Χαμαργιά
Πρωτοσυγκέλλου 
Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας


«Καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω, πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν, μή μου ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων· παρακαλῶ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι ἐν τάχει».

Στην παράδοση του τόπου μας ο Δεκαπενταύγουστος ονομάζεται «Πάσχα του καλοκαιριού». Μέσα στο “ἱλαρόν φῶς” του Αυγούστου, συγκεντρωνόμαστε στους ναούς, ψάλλουμε τους Παρακλητικούς Κανόνες και καταθέτουμε ονόματα ζώντων, ασθενών και δοκιμαζομένων, προσφέροντάς Της ως άνθη ευώδη τις προσευχές μας και στεκόμαστε με δέος και συγκίνηση ιδιαιτέρως σε έναν ύμνο: “Καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω, πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν, μή μου ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων, παρακαλῶ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι ἐν τάχει”. 

Ο αυτός ύμνος, συγκαταλέγεται στα Εξαποστειλάρια που ψάλλονται στο τέλος του Μικρού και του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος κατά την περίοδο αυτή και περικλείει μέσα σε λίγες λέξεις ολόκληρη την θεολογία της σχέσεως του πιστού ανθρώπου με την Υπεραγία Θεοτόκο.

Εάν τολμήσουμε να του δώσουμε έναν ορισμό, αυτός θα ήταν ένας ορισμός με τέσσερις προσδιορισμούς. Πρώτον είναι λόγος εμπιστοσύνης, δεύτερον είναι λόγος ομολογίας, τρίτον είναι λόγος μετάνοιας και τέλος αποτελεί λόγο ελπίδας. 

Αναλύοντας εκτενέστερα το περιεχόμενό του και το ύφος του, διαπιστώνουμε ότι δεν αποτελεί απλώς έναν ποιητικό “στολισμό” της λατρείας ούτε μία συναισθηματική υπερβολή, απέναντι στην Μητέρα του Θεού και όλων μας, αλλά είναι, ουσιαστικά, η φωνή του ανθρώπου που παραδέχεται την αδυναμία του, βιώνει το βάρος των έργων του, αναμένει την ώρα της κρίσεως και συγχρόνως δεν απελπίζεται, επειδή τελικά προσβλέπει στην μεσιτεία της Κυρίας Θεοτόκου, ως πρέσβειρας προς τον φιλάνθρωπο Θεό.

Η εναρκτήριος φράση «καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω» γίνεται μια έκφραση προσωπική για τον κάθε χριστιανό. Διότι μέσα από την γραφίδα και την σκέψη του υμνωδού, ο κάθε άνθρωπος δεν απευθύνεται προς την Παναγία ως μεσίτρια των χριστιανών γενικώς, αλλά μέσα από μια προσωπική αναφορά λέγει: «Σε έχω εγώ». Σε έχω μέσα στην φτώχεια μου, στον φόβο μου, στην πτώση μου, στον αγώνα μου.

Σε έχω όχι ως μία μακρινή ουράνια μορφή, αλλά ως ζωντανή παρουσία μέσα στην Εκκλησία και κατ’ επέκταση στην όλη ζωή μου.

Και μέσα από αυτήν την αναφορά η πίστη γίνεται σχέση και ο πιστός άνθρωπος δεν περιορίζεται σε μία θεωρητική παραδοχή για την Θεοτόκο, αλλά της εκφράζει την εμπιστοσύνη του, την επικαλείται σε ένα προσωπικό επίπεδο, της ανοίγει την καρδιά του και της ζητά να σταθεί δίπλα του σε όσα δεν μπορεί μόνος του να σηκώσει.

Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι η λέξη «ἔχω» δεν δηλώνει μια κατοχή ή μια εγωιστική διάθεση αλλά μια βεβαιότητα κοινωνίας, μέσα από την οποία γνωρίζει ότι δεν πορεύεται μόνος, αλλά έχει σίγουρο συνοδοιπόρο την πρεσβεία της Θεοτόκου, η οποία μας συναγάγει αυτές τις ημέρες σε μια κοινή πορεία προς το “Πάσχα του καλοκαιριού”. 

Πολλοί βέβαια αντιμάχονται την ιδιότητα της Παναγίας ως Μεσίτριας, λέγοντας ότι στην Εκκλησία ο Ιησούς Χριστός είναι ο ένας και μοναδικός Μεσίτης, μεταξύ Θεού και ανθρώπων, αφού κατά τον Απ. Παύλο: «Εἷς γὰρ Θεός, εἷς καὶ μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἄνθρωπος Χριστὸς Ἰησοῦς» (Α΄ Τιμ. 2,5).

Φυσικά ο Χριστός είναι ο μοναδικός Μεσίτης, διότι Αυτός, ως τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ένωσε στο πρόσωπό Του την θεία και την ανθρώπινη φύση και με την Σταύρωση και την Ανάστασή Του, νίκησε την αμαρτία και τον θάνατο, συμφιλίωσε τον άνθρωπο με τον Θεό και άνοιξε τον δρόμο προς την Βασιλεία των Ουρανών.

Η μεσιτεία της Θεοτόκου δεν ανταγωνίζεται ούτε συμπληρώνει το λυτρωτικό έργο του Χριστού. Υπάρχει μέσα σε αυτό, εξαρτάται από αυτό και αντλεί όλη την δύναμή της από αυτό. Η Παναγία δεν είναι σωτήρας αντί του Χριστού.

Είναι κατά το λεγόμενον “η πρώτη των σεσωσμένων” και διά στόματος του Αρχαγγέλου η “Κεχαριτωμένη”. Η Θεοτόκος δεν στέκεται ανάμεσα σε έναν οργισμένο Θεό και σε έναν φοβισμένο άνθρωπο, σαν να προσπαθεί να μεταβάλει την διάθεση του Θεού αλλά προσφέρει στον αδύναμο άνθρωπο την μεσιτεία Της προς τον  «φιλάνθρωπον Θεόν».

Το ότι η Παναγία μας δεν σκέφτηκε ποτέ να προσπεράσει το θέλημα του Θεού, φαίνεται καθαρά και στο γεγονός του γάμου της Κανά. Διακρίνει την δυσκολία των ανθρώπων πριν ακόμη εκείνοι εκφράσουν δημόσια την ανάγκη τους.

Δεν υπαγορεύει στον Υιό της τι πρέπει να πράξει. Δεν Του επιβάλλει την θέλησή Της αλλά του εκφράζει ταπεινά και  αθόρυβα την ανθρώπινη ανάγκη λέγοντάς του: «Οἶνον οὐκ ἔχουσιν» και έπειτα στρέφεται προς τους διακόνους και τους λέγει: «Ὅ,τι ἂν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε».

Μέσα από αυτήν την προτροπή δεν κρατά τον άνθρωπο κοντά στον εαυτό Της, αλλά τον οδηγεί στην υπακοή προς τον Χριστό. Δεν επιθυμεί να γίνει η ίδια το κέντρο, αλλά κατευθύνει πάντοτε προς τον Υιό της. 

Γι’ αυτό η Παναγία μπορεί να μεσιτεύει με τέτοια παρρησία, διότι η ζωή της υπήρξε ολοκληρωτική προσφορά στον Θεό. 

Το ίδιο κάνει και κατά τον Ευαγγελισμό, όπου δεν προσφέρει απλώς μία συγκατάθεση της στιγμής αλλά παραδίδει ολόκληρη την ύπαρξή της στο θείο θέλημα, με το  «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου».

Κι έτσι αυτό το «γένοιτο» της Παρθένου γίνεται η θύρα από την οποία εισέρχεται στην ανθρωπότητα ο Σωτήρας Χριστός. 

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η συνέχεια του ύμνου: «Μή μου ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων».

Μέσα από αυτήν την παράκληση μας δεν ζητάμε από την Θεοτόκο να μας βοηθήσει να κρύψουμε την αμαρτία μας, αλλά να την ομολογήσουμε χωρίς να συντριβούμε από το βάρος της. Και Εκείνη ακούγοντάς την παράκληση αυτή, μας  διδάσκει να στεκόμαστε με ταπείνωση, αλήθεια και εμπιστοσύνη ενώπιον του Υιού Της.

Αυτό το «μή μου ἐλέγξῃ τὰς πράξεις» δεν είναι αίτημα ατιμωρησίας, ούτε αναζήτηση μιας εύκολης σωτηρίας χωρίς αλλαγή ζωής.

Η επίκληση μας αυτή προς την Παναγία δεν υποκαθιστά την μετάνοια, την εξομολόγηση, την αποκατάσταση της αδικίας, την συγχώρηση του αδελφού και τον καθημερινό πνευματικό αγώνα.

Δεν μπορούμε να ζητούμε την βοήθειά Της και να περιφρονούμε τις εντολές του Χριστού, δεν μπορούμε να ασπαζόμαστε την εικόνα Της και την ίδια στιγμή να πληγώνουμε τον συνάνθρωπο, ο οποίος είναι εικόνα του Θεού.

Διότι όποιος λέγει «καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω», καλείται συγχρόνως να ακούσει τον λόγο Της: «Ὅ,τι ἂν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε» και να πράττει το θέλημα του Κυρίου.

«Παρακαλῶ σε, Παρθένε», συνεχίζει ο ύμνος. Σκεπτόμενοι την προσφώνηση «Παρθένε», χωρίς να παραμένουμε στην έννοια της σωματικής παρθενίας μόνο, διαπιστώνουμε και την ακεραιότητα της υπάρξεώς Της.

Η καρδιά Της δεν ήταν διχασμένη, όπως συμβαίνει πολλές φορές στον άνθρωπο. Δεν υπηρετούσε δύο κυρίους ούτε διαπραγματευόταν με το Θείο θέλημα αλλά ήταν ολοκληρωτικά αφιερωμένη προς Αυτό.

Στον σύγχρονο κόσμο, που ο άνθρωπος ζει πολλές φορές απομονωμένος, ανάμεσα σε πολλές φωνές, πληροφορίες, φόβους και απαιτήσεις, η Παναγία μας καλεί να ξαναβρούμε τον εσωτερικό χώρο μέσα στον οποίο ακούγεται ο λόγος του Θεού, να μάθουμε την σιωπή που δεν είναι αδράνεια, αλλά προσευχή και να κάνουμε υπακοή στο θέλημά Του που δεν είναι μια μορφή δουλικότητας, αλλά ελευθερία από καθετί που παραμορφώνει την πίστη μας στον Θεό.

Και καταλήγει ο ύμνος : «Βοήθησόν μοι ἐν τάχει», δίνοντας στην  φράση αυτή την έκφραση μιας αμεσότητας ενός παιδιού το οποίο  καλεί τη μητέρα του.

Μέσα από αυτήν την αμεσότητα, αποβάλλεται κάθε αξίωση και εκφράζεται εμπιστοσύνη, κι έτσι πριν η αμαρτία γίνει συνήθεια και πριν η συνήθεια γίνει δεσμός και ο δεσμός γίνει απελπισία, ο άνθρωπος ζητάει βοήθεια «ἐν τάχει».

Αυτή όμως η ταχύτητα της Θεομητορικής βοήθειας δεν σημαίνει επ’ ουδενί λόγω κατάργηση της δοκιμασίας, αλλά επιβεβαιώνει ότι η Παναγία βοηθάει όχι απομακρύνοντας τον σταυρό μας, αλλά δίνοντάς μας δύναμη να τον σηκώσουμε.

Δεν εξαφανίζει τα δάκρυά μας, αλλά τα μεταβάλλει σε προσευχή και η προσευχή αυτή γίνεται δύναμη και αντοχή στις δυσκολίες.

Πόσοι άνθρωποι, σε ώρες ασθενείας, πένθους, οικογενειακής δοκιμασίας, φτώχειας ή μοναξιάς, δεν βρήκαν καταφυγή μπροστά σε μία μικρή εικόνα της Παναγίας; Πόσοι δεν ψιθύρισαν μόνο το όνομά Της, όταν δεν είχαν δύναμη για περισσότερα λόγια;

«Καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω» λοιπόν, ως μία βαθιά πνευματική ασφάλεια, όχι όμως ασφάλεια της αμεριμνησίας. Δεν πρέπει να σκεφτούμε ότι : «Έχω την Παναγία, άρα δεν χρειάζεται να αγωνιστώ», αλλά να λέμε: «Έχω την Παναγία, άρα μπορώ να σηκωθώ και να αγωνιστώ», διότι η Παναγία δεν χρησιμοποιεί τη μητρική της προστασία ως κάλυμμα της αμαρτίας, αλλά ως πυξίδα μεταστροφής και μετάνοιας.

Αυτή είναι η δύναμη του ύμνου. Δεν καλλιεργεί φόβο χωρίς ελπίδα, ούτε ελπίδα χωρίς μετάνοια, αλλά ενώνει την παραδοχή για την αμαρτία μας με την φιλανθρωπία του Θεού.

Και ανάμεσα στις δύο αυτές αλήθειες στέκεται η Παναγία, όχι ως εμπόδιο, αλλά ως οδηγός προς τον Χριστό και την Εκκλησία Του.

Ως η Μητέρα που μας παίρνει από το χέρι και μας οδηγεί στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, όπως τότε που ήμασταν μικρά παιδιά και μας επαναλαμβάνει διδακτικά πάντοτε: «Ὅ,τι ἂν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε» και εμείς, με ταπείνωση και πίστη, να επαναλαμβάνουμε: «Καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω, πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν».