Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

Το να μπορείς να μοιράζεσαι είναι παράδεισος

 


Λιγοστεύουν οι λύπες όταν τις μοιράζεσαι;

Μήπως τα αλμυρά δάκρυα γίνονται γλυκά, όταν τα ανακατεύεις με τα δάκρυα του άλλου;

Ποιος ξέρει;

Πάντως όλοι μας το κάνουμε.

Μαλακώνει η καρδιά όταν μοιράζεται την λύπη της με κάποιον άλλο.

Ανάβει μέσα της ξανά η ελπίδα.

Μεγάλη ελεημοσύνη να ακούς τον άλλο, να τον παρηγορείς.

Κι ας είναι με λόγια, κι ας είναι με σιωπή.

Ας είναι με δάκρυα, ας είναι μ’ ένα χαμόγελο.

Λιγοστεύουν οι λύπες όταν τις μοιράζεσαι;

Μάλλον, ναι.

Όπως αυξάνονται και οι χαρές όταν τις μοιράζεσαι.

Διότι τελικά το να μπορείς να μοιράζεσαι, είναι παράδεισος.

Στην ταπεινότητά μας ο Κύριος Ευλογεί.

 


Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

Είμαι έκπληκτος με το πώς μια μόνο ταπεινή σκέψη ενεργοποιεί αμέσως τη χάρη του Θεού. Μια μέρα, ένα γατάκι περιπλανήθηκε στην πόρτα του κελιού μου.

Το καημένο πρέπει να έφαγε κάτι κακό, να δηλητηριάστηκε και τώρα παρακαλούσε για βοήθεια – στριφογυρίζοντας από τον πόνο, πηδώντας πάνω κάτω σαν χταπόδι όταν χτυπιέται σε πέτρες…

Ήταν κρίμα να το κοιτάζω, αλλά τι μπορούσα να κάνω; Το σταύρωσα μία, δύο φορές, αλλά τίποτα.

«Κοίτα τον εαυτό σου», είπα τότε στον εαυτό μου. «Πόσα χρόνια είσαι μοναχός και δεν μπορείς να βοηθήσεις ούτε ένα καημένο γατάκι!»

Ακριβώς τη στιγμή που κατηγορούσα τον εαυτό μου, το γατάκι, ήδη στα τελευταία του πόδια, ξαφνικά συνήλθε, έτρεξε πάνω, άρχισε να τρίβεται στα πόδια μου και να πηδάει πάνω κάτω με χαρά…

Τέτοια είναι η δύναμη της ταπεινότητας! Γι’ αυτό λέγεται: Στην ταπεινότητά μας ο Κύριος Ευλογεί.

Έχω παρατηρήσει ότι μια μόνο ταπεινή σκέψη κάνει έναν άνθρωπο να λάμπει και να ακτινοβολεί.

Όταν ένας άνθρωπος δέχεται κάθε ευθύνη, η χάρη του Θεού ξεχύνεται πάνω του.

Άγιε τού Θεού Πρέσβευε υπέρ ημών

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ



Τη μνήμη του Αγίου Ιακώβου του Αποστόλου και αδελφού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου τιμά σήμερα, 30 Απριλίου, η Εκκλησία μας.

 Ο Απόστολος Ιάκωβος ήταν υιός του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης και πρεσβύτερος αδελφός του Ευαγγελιστού Ιωάννου. Καταγόταν κι αυτός από την Βησθαϊδά της Γαλιλαίας. Ασχολούνταν με την αλιεία μαζί με τον Ιωάννη, έχοντας και οι δύο μαζί τους και τον πατέρα τους, καθώς και πολλούς εργάτες.
Είχαν δικό τους πλοίο και συνεργάτης τους ήταν και ο Απόστολος Πέτρος. Παρ’ όλα αυτά όταν άκουσαν το κήρυγμα του Ιησού «αφέντες τον πατέρα αυτών Ζεβεδαίον εν τω πλοίω μετά των μισθωτών απήλθον οπίσω αυτού» ( Μαρκ. 1, 20).
Ο Ιάκωβος μαζί με τον Ιωάννη επέδειξαν μεγάλο ζήλο ως Μαθητές του Κυρίου. Γι’ αυτό και εκλήθησαν υιοί βροντής και έγιναν μάρτυρες πολλών μεγάλων γεγονότων, που δεν τα εβίωσαν οι άλλοι Απόστολοι. Έγιναν αποκλειστικοί μάρτυρες της Μεταμορφώσεως του Κυρίου.
Είδαν την θαυμαστή ανάσταση της θυγατέρας του αρχισυνάγωγου Ιάρειου και είχαν την ευλογία να προσκληθούν από τον Ιησού κοντά Του κατά τις ώρες της προσευχής και της αγωνίας Του στο κήπο της Γεσθημανή.
Η οικειότητα αυτή οδήγησε προφανώς τον Ιάκωβο με τον αδελφό του Ιωάννη να ζητήσουν μέσω της μητέρας τους από τον Κύριο πρωτοκαθεδρία στην εγκόσμια βασιλεία Του, παρανοώντας την αποστολή του Μεσσία. Οι δύο Μαθητές εζητούσαν από τον Χριστό δόξα με ανθρώπινα κριτήρια, έχοντας κατά νου ότι η Βασιλεία Του είναι αισθητή.
Ο Χριστός όμως, διορθώνοντας την εσφαλμένη δοξασία τους, υποδεικνύει την πραγματική και αιώνια δόξα, η οποία διέρχεται μέσα από το «ποτήριον», που είναι τα Πάθη και ο Σταυρός. Γι’ αυτό τους λέγει: «Ουκ οίδατε τι αιτείσθε. Δύνασθε πιείν το ποτήριον ο εγώ πίνω, και το βάπτισμα ο εγώ βαπτίζομαι;».
Μετά την Πεντηκοστή ο Απόστολος Ιάκωβος εκήρυξε το Ευαγγέλιο στην ευρύτερη περιοχή της Παλαιστίνης. Μεγάλο πλήθος ανθρώπων μεταστρεφόταν στη νέα πίστη και άλλαζε τρόπο ζωής χάρη στο έργο του Ιακώβου. Αυτό εθορύβησε ιδιαίτερα τους άρχοντες των Ιουδαίων, οι οποίοι, το έτος 44 μ.Χ. τον συνέλαβαν και τον αποκεφάλισαν, ως αμνό, με διαταγή του Ηρώδου του Αγρίππα.
Απολυτίκιο:
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Γόνος άγιος, βροντής υπάρχων, κατεβρόντησας, τη οικουμένη, την του Σωτήρος Ιάκωβε κένωσιν, και το ποτήριον τούτου εξέπιες, μαρτυρικώς εναθλήσας Απόστολε, όθεν πάντοτε, εξαίτει τοις σε γεραίρουσι, πταισμάτων ιλασμόν και μέγα έλεος.

Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

ΖΗΣΕ ΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ, ΦΤΙΑΞΕ ΤΗΝ ΚΑΡΙΕΡΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

            

    Αυτό είναι το μότο των καιρών μας στα παιδιά που μεγαλώνουν: «ζήσε τη ζωή σου, φτιάξε την καριέρα σου και μετά οικογένεια». Η οικογένεια δεν θεωρείται προτεραιότητα σήμερα. Αντίθετα, θεωρείται ως η τελευταία σοβαρή κίνηση δύο ανθρώπων, πριν προχωρήσουν στη μέση ηλικία. Ζω τη ζωή μου σημαίνει περνάω καλά, ταξιδεύω, δεν έχω ευθύνες, βγαίνω έξω, δεν χρειάζεται να δεσμεύομαι. Για να κάνω οικογένεια πρέπει να έχω όχι απλώς σταθερή εργασία, αλλά καλά λεφτά, ώστε όταν θα έρθει η ώρα να κάνω παιδιά, να μη μου λείψει και να μην τους λείψει τίποτα. Διότι ένα παιδί δεν έχει ανάγκη την επιβίωση μόνο, αλλά οι γονείς πρέπει να έχουν χρήματα τόσα, ώστε να καλύπτουν τη μόρφωση, τις εξωσχολικές δραστηριότητες (για τις οποίες το παιδί δεν ερωτάται αν τις θέλει, αλλά οι γονείς αποφασίζουν, συχνά με κριτήριο τι κάνουν οι πολλοί, αλλά και για να μην τα έχουν το παιδί συνεχώς στο σπίτι). Επομένως, πρέπει να φτιάξω την καριέρα μου, ώστε να αισθάνομαι άνετα. Το παλιό ρητό «δύο μισθοί είναι πολύ καλύτεροι από τον ένα», και δύο άνθρωποι, όταν ενώνουν τις δυνάμεις τους, μπορούν να χτίσουν οικογένεια δεν φαίνεται να πολυαπασχολεί τους νέους σήμερα. Υπάρχει, κατά βάθος μια ανασφάλεια, αν η σχέση, ο γάμος, η οικογένεια θα κρατήσουν, και είναι προτιμότερο να μην υπάρχει εξάρτηση του ενός από τον άλλον. Και η αγάπη;

                Το μεγάλο πρόβλημα που γεννά η νοοτροπία της εποχής έχει να κάνει με τη σημασία της αγάπης για τη ζωή του ανθρώπου. Έχοντας αφήσει κατά μέρος τη σχέση με τον Θεό, ο νέος της εποχής δεν νοιάζεται να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Ή, ακόμη κι αν στο βάθος της ψυχής του, ακριβώς επειδή είμαστε πλασμένοι κατ’ εικόνα και ομοίωση Θεού, δηλαδή πλασμένοι για να αγαπάμε, ο νέος αισθάνεται αυτό το κενό νοήματος που προέρχεται από το έλλειμμα της αγάπης, εντούτοις ο πειρασμός της αυτάρκειας και του «παραπάνω» υπερνικά την ανάγκη να μοιραστούμε, αγαπώντας. Δεν ωριμάζουν γρήγορα οι νέοι. Παραμένουν μεγάλα παιδιά, τα οποία βολεύονται να μένουν στο πατρικό σπίτι, να έχουν καλυμμένες αρκετές από τις ανάγκες τους από τους γονείς και τους παππούδες, χωρίς να νιώθουν ότι προορισμός του ανθρώπου είναι να χτίσει την ταυτότητά του συνθέτοντας ό,τι έλαβε, απορρίπτοντας ό,τι δεν μπορεί ή δεν πρέπει να σηκώσει και προσθέτοντας  το δικό του όνειρο, το οποίο δεν μπορεί να είναι χρήματα, καριέρα, καλή ζωή και όταν προκύψει άλλος άνθρωπος βλέπουμε.

                Αναρωτιόμαστε γιατί ένας νέος να κάνει οικογένεια όταν από τις ήδη υπάρχουσες  οι μισές είναι διαλυμένες, όταν προβάλλονται νέα πρότυπα οικογένειας, όπως η μονογονεϊκή, η ομόφυλη, η ανασυγκροτημένη, η συνεργατική, η χωρίς παιδιά από επιλογή. Η απάντηση έχει να κάνει με τη φύση μας, το ότι δηλαδή πλαστήκαμε ως όντα που σχετίζονται, δημιουργούν δεσμούς ισχυρούς, μοιράζονται, θυσιάζονται. Εδώ είναι το κλειδί. Η θυσία, η παραίτηση δηλαδή από το «εγώ και μόνο» και το μοίρασμα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, δηλαδή η αναζήτηση της ευτυχίας στην αγάπη που είναι πρώτα προσφορά και μετά λήψη, δεν συγκινεί την εποχή μας. Και η παιδοκεντρική νοοτροπία, ότι το παιδί είναι ο βασιλιάς και το κέντρο του κόσμου, οδηγεί τον άνθρωπο, εκ νεότητός του, να μη θέλει να μοιραστεί, να αναλάβει ευθύνες, να κοπιάσει, να υπομείνει, να δώσει, για να πάρει. Έτσι, μεταθέτει όσο πιο αργά γίνεται την δημιουργία οικογένειας, παραθεωρώντας το ότι όσο μεγαλώνουμε, τόσο δυσκολευόμαστε, και σωματικά και ψυχικά, να μοιραστούμε.   

                Οι μεγαλύτεροι ας κάνουμε την αυτοκριτική μας  και ας εμπιστευθούμε πρώτοι τον Θεό και την πρόνοιά του, δείχνοντας θυσία και αγάπη. Αυτό είναι το πρότυπο για να αλλάξει η νοοτροπία. Και οι νεώτεροι, ας σπουδάσουν στην προτεραιότητα και την προοπτική της αγάπης, που γίνεται ζωή. Πιο νωρίς.   

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Άγιος Παΐσιος: Το «δόξα σοι ο Θεός» να μη λείπει ποτέ από τα χείλη σας

 

– Γέροντα, αισθάνομαι την ανάγκη να λέω περισσότερο το «δόξα σοι ο Θεός» παρά το «Κύριε ελέησον». Μήπως δεν είναι σωστό;

– Καλό είναι αυτό, ευλογημένη. Εγώ μπορεί να περάσω ολόκληρη μέρα κάνοντας εργόχειρο και λέγοντας «Δόξα σοι ο Θεός. Δόξα σοι ο Θεός, γιατί ζω. Δόξα σοι ο Θεός, γιατί θα πεθάνω και θα πάω κοντά στον Θεό. Δόξα σοι Θεός, ακόμη και αν με βάλη στην κόλαση και πάρη έναν κολασμένο στον Παράδεισο. Και εάν θέλη να μη με θυμάται στην κόλαση και λυπάται, ας πάρη πολλούς κολασμένους στον Παράδεισο, ώστε η χαρά Του γι’ αυτούς να είναι περισσότερη και να λιγοστέψη η στενοχώρια Του για μένα».

Το «δόξα σοι ο Θεός» να μη λείπη ποτέ από τα χείλη σας. Εγώ, όταν πονάω, το «δόξα σοι ο Θεός» έχω για χάπι του πόνου∙ τίποτε άλλο δεν με πιάνει. Το «δόξα σοι ο Θεός» είναι ανώτερο και από το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Έλεγε ο Παπα- Τύχων: «Το “ Κύριε ελέησον” έχει εκατό δραχμές, το “δόξα σοι ο Θεός” έχει χίλιες δραχμές∙ είναι δηλαδή πολύ πιο ακριβό».

Ήθελε να πη ότι ο άνθρωπος ζητάει το έλεος του Θεού από ανάγκη, ενώ δοξολογεί τον Θεό από φιλότιμο, και αυτό έχει μεγαλύτερη αξία. Συνιστούσε μάλιστα να λέμε το «δόξα σοι ο Θεός», όχι μόνον όταν είμαστε καλά, αλλά και όταν περνάμε δοκιμασίες, γιατί και τις δοκιμασίες τις επιτρέπει ο Θεός για φάρμακα της ψυχής.

– Γέροντα, μερικές φορές όταν λέω «δόξα τω Θεώ», νιώθω μέσα μου ένα φτερούγισμα. Τι είναι αυτό;

– Αγαλλίαση πνευματική είναι. Τώρα, επειδή μου έδωσες χαρά που λες «δόξα τω Θεώ», από την χαρά μου θα αρχίσω να γράφω «δόξα τω Θεώ, δόξα τω Θεώ», και θα γεμίσω μία κόλλα χαρτί με το «δόξα τω Θεώ». Ο Θεός να σε αξιώση στην άλλη ζωή να είσαι μαζί με τους Αγγέλους που δοξολογούν συνέχεια τον Θεό. Αμήν.

Στην εποχή μας αρκετοί από εμάς τους χριστιανούς πάσχουμε και από την πνευματική ασθένεια του «έτοιμου»….

 

Στην εποχή μας αρκετοί από εμάς τους χριστιανούς πάσχουμε και από την πνευματική ασθένεια του «έτοιμου»….

Τι εννοώ: Τα θέλουμε όλα έτοιμα, ιδίως στην πνευματική ζωή, και χωρίς να κουρασθούμε και να αγωνισθούμε εμείς. Το ζω πολύ έντονα στην Άπω Ανατολή όπου αρκετοί επισκέπτες χριστιανοί παραπονούνται διότι δεν βρίσκουν τα «έτοιμα».

Παραδείγματα υπάρχουν πολλά.

Στην ενορία θέλουμε παπά δραστήριο, θαυματουργό και διορατικό… εμείς όμως στην οικογένεια θεωρούμε δυστύχημα ένα παιδί μας να ιερωθεί και βεβαίως ούτε κουβέντα να το οδηγήσουμε προς αυτή την κατεύθυνση….

Θέλουμε Ψάλτες με αγγελική φωνή να σολάρουν και να σείεται ο τόπος… σιγά μην μπούμε στην διαδικασία να συμψάλλουμε… τσάμπα παράσταση…

Θέλουμε να επισκεπτόμασθε Μοναστήρια και να θαυμάζουμε τα έργα των μοναχών… ούτε λόγος όμως να γίνουμε εμείς μοναχοί ή να αφήσουμε κάποιο παιδί μας να ακολουθήσει την μοναχική πολιτεία… μακριά από εμάς…

«Ενθρονίζουμε» στους ναούς μας αντίγραφα θαυματουργών εικόνων… ετοιματζίδικο και δοκιμασμένο… γιατί να κουρασθούμε να προσευχηθούμε εμείς μπροστά στις υπάρχουσες εικόνες του ναού; Γιατί να τις βαπτίσουμε εμείς με τα δάκρυα της μετανοίας μας και να τις καθαγιάσουμε με την ως θυμίαμα αναπεμπομένη θερμή προσευχή μας; Αγωνίσθηκαν άλλοι… Γιατί να κουρασθούμε εμείς;

Καμαρώνουμε για την χριστιανική μας ιδιότητα… σε λειτουργίες όμως δεν πατάμε, μετάνοια δεν έχουμε, ακούμε για εξομολόγηση και ανατριχιάζουμε, νομίζουμε ότι ο Θεός μας το χρωστάει να μας βάλει στον παράδεισο και μάλιστα πρώτο τραπέζι πίστα…

Ξεχνάμε, όμως, ότι δίχως λίγο έστω κόπο, θέση κοντά στον Χριστό δεν έχουμε… Θυμηθείτε μετά την Ανάσταση το περιστατικό όπου οι μαθητές βγήκαν στην στεριά μετά από μια νύχτα ψαρέματος και συνάντησαν στην παραλία τον Ιησού… Είχε φτιάξει μια ωραία θράκα με αναμμένα κάρβουνα και μόλις τους είδε τους είπε: φέρατε κανά ψαράκι να ψήσουμε;

Οι μαθητές απάντησαν ότι δεν έπιασαν τίποτα.

Τους ξαναέστειλε ο Ιησούς και τώρα οι μαθητές έπιασαν πλήθος ιχθύων. Βγαίνουν για δεύτερη φορά στην στεριά και βλέπουν στην θράκα ένα ψάρι να ψήνεται και ψωμί. Κι ο Ιησούς τους λέγει: Φέρτε και από τα ψάρια που πιάσατε, να τα ψήσουμε και να γευματίσουμε όλοι μαζί…

Συμπέρασμα: Στην πνευματική ζωή «έτοιμο» δεν υπάρχει…

Η σωτηρία επιτυγχάνεται με την κοινωνία με τον Χριστό, όχι με την εξωτερική επαφή μαζί Του.



 Στην Θεία Λειτουργία ζητούμε από τον Θεό να μας δώσει να τον δοξάζουμε και να τον ανυμνούμε «εν ενί στόματι και μια καρδία». Αυτή η μία κοινή σε όλους δοξολογική καρδία επιτυγχάνεται μόνο στην Εκκλησία την ώρα της λατρείας. Όπως οι Άγγελοι εν μια καρδία δοξολογούν τον Θεό ψάλλοντας το «Άγιος, Άγιος, Άγιος» ενώπιον της παρουσίας του Θεού, έτσι και εμείς οι χοϊκοί τον δοξάζουμε, μην μπορώντας να έχουμε την αισθητή παρουσία του Θεού αλλά την πνευματική. Ο Χριστός είναι «ο πνευματικώς παρών και ορώμενος» στην περίοδο της χάριτος που διανύουμε.

Στην ώρα της Θείας Λειτουργίας γίνεται μία θαυμαστή αλλοίωση στην καρδιά μας και το μόνο που κυριαρχεί είναι τα λόγια της θείας λατρείας: «Σε υμνούμεν, Σε ευλογούμεν, Σοι ευχαριστούμεν, Κύριε, και δεόμεθά Σου ο Θεός ημών». Η αληθινή ενότητα του ανθρώπινου γένους είναι η εν Αγίω Πνεύματι ενότητα των ορθοδόξως δοξαζόντων καρδιών. Αυτός είναι ο πυρήνας όλου του ανθρώπινου γένους που κρατάει την διαρκή κοινωνία αγάπης Θεού-ανθρώπου. Αυτοί που λέγουν ότι η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου Ιησού θα γίνει όταν πλέον δεν θα τελείται η Θεία Λειτουργία πάνω στην γη έχουν δίκιο.

Η σωτηρία επιτυγχάνεται με την κοινωνία με τον Χριστό, όχι με την εξωτερική επαφή μαζί Του. Ο Θεός μας έπλασε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν Του. Νοιάζεται για μας σε έναν κόσμο που κυριαρχεί η μέριμνα του καθενός για τον εαυτό του και μόνο. Σήμερα μας αντιμετωπίζουν σαν νούμερα στις στατιστικές. Στο σώμα του Χριστού, που είναι η Εκκλησία, σου συμπεριφέρονται ως πρόσωπο μοναδικό και ανεπανάληπτο. Ο άνθρωπος βρίσκει δικαίωση μόνο στην Εκκλησία, με την κοινωνία του με τον Θεό. Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη προσφορά της Εκκλησίας στον κόσμο. Σε αντιμετωπίζει ως πρόσωπο. Όταν κοινωνείς των αχράντων μυστηρίων ο ιερέας λέγει: «Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού τάδε..» και προφέρει το όνομά σου. Για τον Χριστό έχεις όνομα που αυτός σου έδωσε. Υπάρχουμε μόνο εν Χριστώ, που είπε, «εγώ είμαι η ζωή» (Ιω. 14:6).
Αρχιμ. Δωροθέου

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΙΑΣΩΝΑΣ ΚΑΙ ΣΩΣΙΠΑΤΡΟΣ ΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ


 

 Ορθόδοξος Συναξαριστής :: Άγιοι Ιάσονας και Σωσίπατρος οι Απόστολοι

Άγιοι Ιάσονας και Σωσίπατρος οι Απόστολοι: Απόστολοι εκ των Ο’ (εβδομήκοντα), που εκχριστιάνισαν τους κατοίκους της Κέρκυρας

Η μνήμη τους τιμάται στις 29 Απριλίου. Την ημέρα αυτοί γιορτάζουν όσοι φέρουν το όνομα Ιάσων και Σωσίπατρος.

Ο Ιάσων και ο Σωσίπατρος ήταν μαθητές του Αποστόλου Παύλου και αφοσιώθηκαν με ιδιαίτερο ζήλο στο ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας και στη διάδοση του μηνύματος του Ευαγγελίου. Ο Ιάσων ήταν επίσκοπος Καρσού και ο Σωσίπατρο Ικονίου.

Η ιεραποστολική τους δράση τους οδήγησε στην Κέρκυρα για να κηρύξουν και να διαδώσουν το Θείο Λόγο. Εκεί, ο ειδωλολάτρης άρχοντας Κερκυλλίνος τους συνέλαβε και τους φυλάκισε. Μέσα στη φυλακή κατόρθωσαν να κάνουν χριστιανούς επτά διαβόητους λήσταρχους του νησιού (Ιακισχόλο, Ιανουάριο, Ευφράσιο, Μαμμίνο, Μαρσάλιο, Σατορνίνο, Φαυστιανό), το δεσμοφύλακα Αντώνιο, ακόμη κι αυτή τη θυγατέρα του άρχοντα, Κέρκυρα, η μεταστροφή της οποίας έγινε αφορμή να πιστέψουν πολλοί στο νησί.

Όταν ο Κερκυλλίνος πνίγηκε σε κάποιο ναυάγιο, τον διαδέχθηκε ο Δατιανός, η πρώτη ενέργεια του οποίου ήταν να οδηγήσει στην πυρά τον Σωσίπατρο. Ο Ιάσονας, όμως, κατόρθωσε τελικά να εκχριστιανίσει τον Δατιανό και ολόκληρη την οικογένειά του.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Δυὰς ἡ ὁμότροπος, τῶν Ἀποστόλων Χριστοῦ, Ἰάσων ὁ ἔνδοξος, Σωσίπατρος ὁ κλεινός, συμφώνως τιμάσθωσαν οὗτοι γὰρ δεδειγμένοι, τὸν τῆς χάριτος λόγον, ηὔγασαν ἐν Κερκύρᾳ, εὐσεβείας τὸ φέγγος, πρεσβεύοντες τῷ Κυρίῳ, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.

Τρίτη 28 Απριλίου 2026

Στην πνευματική ζωή «έτοιμο» δεν υπάρχει...



Στην εποχή μας αρκετοί από εμάς τους χριστιανούς πάσχουμε και από την πνευματική ασθένεια του «έτοιμου»....
Τι εννοώ: Τα θέλουμε όλα έτοιμα, ιδίως στην πνευματική ζωή, και χωρίς να κουρασθούμε και να αγωνισθούμε εμείς. Το ζω πολύ έντονα στην Άπω Ανατολή όπου αρκετοί επισκέπτες χριστιανοί παραπονούνται διότι δεν βρίσκουν τα «έτοιμα».

Παραδείγματα υπάρχουν πολλά.
 Στην ενορία θέλουμε παπά δραστήριο, θαυματουργό και διορατικό... εμείς όμως στην οικογένεια θεωρούμε δυστύχημα ένα παιδί μας να ιερωθεί και βεβαίως ούτε κουβέντα να το οδηγήσουμε προς αυτή την κατεύθυνση....

 Θέλουμε Ψάλτες με αγγελική φωνή να σολάρουν και να σείεται ο τόπος... σιγά μην μπούμε στην διαδικασία να συμψάλλουμε... τσάμπα παράσταση...

 Θέλουμε να επισκεπτόμασθε Μοναστήρια και να θαυμάζουμε τα έργα των μοναχών... ούτε λόγος όμως να γίνουμε εμείς μοναχοί ή να αφήσουμε κάποιο παιδί μας να ακολουθήσει την μοναχική πολιτεία... μακριά από εμάς...

 «Ενθρονίζουμε» στους ναούς μας αντίγραφα θαυματουργών εικόνων... ετοιματζίδικο και δοκιμασμένο... γιατί να κουρασθούμε να προσευχηθούμε εμείς μπροστά στις υπάρχουσες εικόνες του ναού; Γιατί να τις βαπτίσουμε εμείς με τα δάκρυα της μετανοίας μας και να τις καθαγιάσουμε με την ως θυμίαμα αναπεμπομένη θερμή προσευχή μας; Αγωνίσθηκαν άλλοι... Γιατί να κουρασθούμε εμείς;

Καμαρώνουμε για την χριστιανική μας ιδιότητα... σε λειτουργίες όμως δεν πατάμε, μετάνοια δεν έχουμε, ακούμε για εξομολόγηση και ανατριχιάζουμε, νομίζουμε ότι ο Θεός μας το χρωστάει να μας βάλει στον παράδεισο και μάλιστα πρώτο τραπέζι πίστα...

Ξεχνάμε, όμως, ότι δίχως λίγο έστω κόπο, θέση κοντά στον Χριστό δεν έχουμε... Θυμηθείτε μετά την Ανάσταση το περιστατικό όπου οι μαθητές βγήκαν στην στεριά μετά από μια νύχτα ψαρέματος και συνάντησαν στην παραλία τον Ιησού... Είχε φτιάξει μια ωραία θράκα με αναμμένα κάρβουνα και μόλις τους είδε τους είπε: φέρατε κανά ψαράκι να ψήσουμε; 
Οι μαθητές απάντησαν ότι δεν έπιασαν τίποτα.
 Τους ξαναέστειλε ο Ιησούς και τώρα οι μαθητές έπιασαν πλήθος ιχθύων. Βγαίνουν για δεύτερη φορά στην στεριά και βλέπουν στην θράκα ένα ψάρι να ψήνεται και ψωμί. Κι ο Ιησούς τους λέγει: Φέρτε και από τα ψάρια που πιάσατε, να τα ψήσουμε και να γευματίσουμε όλοι μαζί...
Συμπέρασμα: Στην πνευματική ζωή «έτοιμο» δεν υπάρχει...
Mητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης: “Πες στον εαυτό σου “Στώμεν καλώς”, στάσου ακλόνητος”

 

Όταν, αγαπητέ μου, η χριστιανική σου ζωή αρχίζει να γίνεται δύσκολη και να σου φαίνεται ασήκωτος σταυρός, εκεί στάσου ακλόνητος, γίνε μάρτυρας.

Πες στον εαυτό σου “Στώμεν καλώς”, στάσου ακλόνητος.

Πες, όπως ο προφήτης, “ιδού εγώ, Κύριε, στέκομαι εδώ να εκτελέσω το θέλημα σου”, ή όπως η Παναγία, “ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου”.

Εάν επιμείνεις, μετά από την καταιγίδα θα έρθει η γαλήνη, θα ξαναγίνει γιορτινή η ζωή σου. Θα έχεις επιπλέον και την πείρα του πνευματικού αγώνος, θα έχεις εμπειρία.

Μετά από την δοκιμασία αυτή, μετά από το σήκωμα του σταυρού σου, θα ανάψουν πια μέσα σου οι φλόγες του Θείου έρωτος, θα αποκτήσεις την ωραιότερη, την δυνατότερη, την αγνότερη, την αγγελικότερη αγάπη, την αγάπη του Θεού.

Η Εκκλησία είναι το γενικό νοσοκομείο. Μέσα εδώ όλοι είμαστε ασθενείς πάσης φύσεως.



  Παλαιότερα οι άνθρωποι είχαν μια συνεργασία μεταξύ τους. Είχαν μια ανθρώπινη επικοινωνία. Σήμερα μένουν στην ίδια πολυκατοικία και δεν ξέρουν ποιος είναι δίπλα τους.
Σαν να είμαστε ξεμοναχιασμένοι όλοι μας. Και όσο ξεμοναχιάζεται κανείς, τόσο φεύγει από την αλήθεια του Θεού, της Εκκλησίας.

  Να δεχόμαστε τον αδελφό έτσι όπως είναι. Αυτό είναι το μυστικό. Έτσι αρχίζει κανείς και ξεμπλοκάρεται και βγαίνει από τη δική του ασφυκτική κατάσταση. Έτσι βοηθάει και τον άλλο να αρχίσει να ξεσφίγγει και τις δικές του αλυσίδες.

  Εχθρός μπορεί να είναι ο πλησίον – ο σύζυγος, ο γιος, η κόρη, οι συγγενείς, οι γείτονες, οι συνεργάτες. Αυτοί γίνονται εχθροί μας εξαιτίας των μη σωστών εκδηλώσεών μας και με την όλη δική μας στάση. Αν δηλαδή μέσα μας δεν μπορούμε να αγκαλιάσουμε αυτόν τον άνθρωπο έτσι όπως είναι – όχι αφού διορθωθεί πρώτα και γίνει όπως εμείς θα τον θέλαμε – δεν φτάσαμε ακόμη σε μέτρα, δεν γίναμε έτσι όπως μας θέλει ο Θεός.

  Αν δεν καταλάβουμε ότι κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και ανεπανάληπτος – έχει δική του προσωπικότητα, δική του οντότητα, και δεν μπορούμε εμείς να τον αλλάξουμε – θα υποφέρουμε.

  Να δεχόμαστε τους συνανθρώπους μας έτσι όπως είναι. Δεν θα τους μάθουμε εμείς το μάθημα· είναι ο Θεός πάνω από μας. Αυτός κάποια συγκεκριμένη στιγμή θα δώσει όλη την ευχέρεια και την ευκαιρία στον καθένα μας να αφυπνισθεί. Θα βρει τον τρόπο να μας αγγίξει όλους στο τέλος, όσοι φυσικά έχουμε καλή διάθεση. Δεν θα αφήσει κανέναν ο Θεός έξω από αυτή την πραγματικότητα, κανέναν που επιθυμεί τη σωτηρία.

  Ο αληθινά χριστιανός ποτέ δεν πιστεύει ότι έφτασε σε υψηλά μέτρα. Αντίθετα, πιστεύει ότι είναι ένα τίποτε, και με πολλή συγκατάβαση, ταπείνωση, συμπόνοια, συμμετέχει στην όλη δυσκολία του πλησίον. Συγκαταβαίνει, βλέπει το πρόβλημα του πλησίον και προσπαθεί να κάνει το παν για να τον ειρηνεύσει, να τον βοηθήσει να βγει από το πρόβλημά του.

  Να έχουμε την ικανότητα να εντοπίζουμε στον πλησίον – μέσα σε όλα τα άσχημα που βλέπουμε ότι έχει – και κάποια καλά στοιχεία· από εκεί να πιαστούμε. Αυτά είναι ψήγματα χρυσού, έχουν αξία.

  Η Εκκλησία είναι το γενικό νοσοκομείο. Μέσα εδώ όλοι είμαστε ασθενείς πάσης φύσεως. Επομένως, έχουμε υποχρέωση ο ένας να στηρίζει τον άλλο, να κατανοεί τον άλλο, να μπαίνει στη θέση του άλλου, και όλοι μαζί να έχουμε στόχο τη θεραπεία της ψυχής μας· θεραπεία που δίνεται δωρεάν τελείως από το πολύ έλεος, τη μεγάλη ευσπλαχνία του Θεού. Αυτήν να νιώσουμε.

 Γερόντισσα Φιλοθέη

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΝΝΕΑ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΕΝ ΚΥΖΙΚΩ

 

 



Τη μνήμη των Αγίων Εννέα Μαρτύρων εν Κυζίκω τιμά σήμερα, 28 Απριλίου, η Εκκλησία μας.
Οι Άγιοι εννέα μάρτυρες της Κυζίκου δηλ. ο Θεόγνις, ο Ρούφος, ο Αντίπατρος, ο Θεόστιχος, ο Αρτεμάς, ο Μάγνος, ο Θεόδουλος, ο Θαυμάσιος και ο Φιλήμονας καταγόταν από διάφορους τόπους.
Συνελήφθησαν όμως όλοι μαζί στη Κύζικο την περίοδο των διωγμών. Όταν οδηγήθηκαν μπροστά στον τοπικό άρχοντα επέδειξαν θαυμαστή γενναιότητα και υπερασπίσθηκαν με παρρησία και θάρρος την πίστη τους.
Για το λόγο αυτό και για να καμφθεί το σθένος τους ρίχθηκαν στη φυλακή.
Εκεί χωρίς νερό και ψωμί προσευχόταν και δοξολογούσαν τον Κύριό τους ο οποίος τούς αξίωσε να υποφέρουν για Εκείνον και ο ένας έδινε θάρρος στον άλλον.
Όταν ο άρχοντας από τη φυλακή και τούς ρώτησε για τελευταία φορά αν επιμένουν να πιστεύουν στο Χριστό όλοι «εν ενί στόματι και μία καρδία» του απάντησαν ότι προτιμούν το μαρτύριο από το να αρνηθούν τον Πλάστη και Δημιουργό και Σωτήρα του κόσμου.
Έξαλλος από οργή ο άρχοντας διέταξε αμέσως τον αποκεφαλισμό τους χαρίζοντάς τους την ουράνια δόξα.
Απολυτίκιο:
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, τη συμφωνία, εννεάριθμος, Μαρτύρων δήμος, εν Κυζίκω ιερώς ηνδραγάθησε, τον γαρ Υπέρθεον Λόγον κηρύξαντες, υπέρ αυτού ως αμνοί σφαγιάζονται, όθεν άφεσιν, αιτούνται ημίν και έλεος, τοις μέλπουσιν αυτών την θείαν άθλησιν.

Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

Κανείς δεν μπαίνει τυχαία στη ζωή μας, γιατί ο Θεός δεν κάνει λάθη…

 

Κανείς δεν μπαίνει τυχαία στη ζωή μας, γιατί ο Θεός δεν κάνει λάθη. Όλοι μπαίνουν για κάποιο σκοπό, κι όλοι μας αφήνουν με κάτι πολύτιμο.

Δεν υπάρχουν συμπτώσεις, ούτε τυχαία γεγονότα. Όλα είναι μέρος ενός σχεδίου, μιας θεϊκής οικονομίας που εμείς δεν μπορούμε να δούμε ολόκληρη, αλλά την εμπιστευόμαστε. 

Ο Θεός φέρνει στο δρόμο μας ανθρώπους που χρειαζόμαστε  ή που μας έχουν ανάγκη.

Άλλοι είναι δώρο: έρχονται να μας στηρίξουν, να μας αγαπήσουν, να μας θυμίσουν ότι δεν είμαστε μόνοι. Άλλοι είναι δοκιμασία: έρχονται να μας πονέσουν, να μας κλονίσουν, να σπάσουν όσα έπρεπε να γκρεμιστούν για να χτίσουμε πάνω σε γερά θεμέλια. Κι άλλοι είναι δάσκαλοι: μας διδάσκουν υπομονή, συγχώρεση, ταπείνωση, δύναμη.

Όσο κι αν πονάει ένας αποχαιρετισμός, όσο κι αν χωρίζουν οι δρόμοι, κανένας από αυτούς δεν φεύγει ανεπιστρεπτί. Αφήνουν ένα αποτύπωμα στην ψυχή μας  μια ανάμνηση, μια πληγή που έγινη σοφία, μια ευγνωμοσύνη που δεν περιμέναμε.

Και πρέπει να ευχαριστούμε τον Θεό γι’ αυτούς. Γιατί όλοι τους, είτε μας χάιδεψαν είτε μας χτύπησαν, υπήρξαν εργαλεία στα χέρια Του για να μας πλάσουν. Χάρη σε αυτούς  στους καλούς, στους δύσκολους, στους πρόσκαιρους, στους αιώνιους είμαστε σήμερα αυτό που είμαστε.

Και αυτό που είμαστε, όσο ατελές κι αν φαίνεται, είναι ακριβώς αυτό που ο Θεός ήθελε να γίνουμε. 

Ο εαυτός μας: Να μάθει να λέει “συγγνώμη”

 

του Μητροπολίτη Λεμεσού Γέροντα Αθανασίου

Μία φορά στό μοναστήρι μας, παλαιά στό Ἅγιον Ὄρος, ἕνας νεαρός ἱερομόναχος εἶχε μία παρεξήγηση καί τοῦ εἶπα ὅτι ὁ Γέροντας τῆς μονῆς κάτι ἄλλαξε στό πρόγραμμα καί στίς δουλειές πού εἶχε νά κάνει.

Ὁπότε ἐκεῖνος, μέσα στή νεανικότητά του καί συνεργείᾳ τοῦ πειρασμοῦ, ἄρχισε νά λέει «καί τί σημαίνει καί ποιός εἶν’ αὐτός καί κάθε λίγο μᾶς ἀλλάζει ἐδῶ μέσα τά προγράμματά μας;» κι ἄρχισε νά μιλᾶ ἐναντίον τοῦ Γέροντος.

Ἐμεῖς οἱ ἄλλοι, μικρότεροι καί ἀφελεῖς κι ἐπιπόλαιοι, δέν χάσαμε εὐκαιρία καί τό εἴπαμε στόν Γέροντα, ὅτι ὁ τάδε εἶπε στήν αὐλή ποιός εἶσαι σύ πού τά κάμνεις ὅλα ἐδῶ μέσα ἔτσι κλπ.

«Εἶπε τέτοιο πράγμα;», λέει ὁ Γέροντας.

«Ναί εἶπε».

«Τώρα νά δεῖς τί θά τοῦ κάνω, ὅταν κατέβω ἀπό τόν ἑσπερινό. Θά τόν κάνω νά μήν ξέρει ποῦ νά πάει!».

«Ἄ! λέω ἐγώ, ὡραῖα τώρα, θά πάει νά τόν τακτοποιήσει. Θά τοῦ βάλει τίς φωνές, γιά νά μάθει ἄλλη φορά νά μήν μιλᾶ ἐναντίον τοῦ Γέροντα μές στήν αὐλή μ’ αὐτό τόν τρόπο».

Ἦταν Σάββατο πρίν τόν ἑσπερινό. Κατεβαίνει ὁ Γέροντας κάτω, φωνάζει τόν ἱερομόναχο καί τοῦ λέει ἔλα μέσα στό ἱερό καί σέ θέλω.

Λέμε ἄν πάει τώρα, ἀλλοίμονό του! Θά τά ἀκούσει τώρα. Περίμεναν ὅλοι ἀπ’ ἔξω ν’ ἀκούσουν φωνές καί κραυγές ἀπό τό μάλωμα.

Ἐγώ ἤμουν στό ἱερό – ἤμουν διάκος τότε. Καί τί κοιτάζω; Μπαίνουν μέσα στό ἱερό καί πέφτει ὁ Γέροντας, 65 χρονῶν, μπροστά στό παιδάκι πού ἦταν 25 χρονῶν, τοῦ φίλησε τά πόδια καί τοῦ λέει:

«Συγγνώμη ἀδελφέ μου. Κάτι ἔκανα καί σέ λύπησα. Νά μέ συγχωρέσεις».

Ὁ ἄλλος κατέρρευσε. Ἀμέσως ἔβαλε τά κλάματα καί εἶπε,

Γέροντα, συγγνώμη.

Μποροῦσε νά τιμωρήσει τόν νεαρό μοναχό, γιατί μίλησε ἄσχημα, ἀλλά πῆγε κι ἔπεσε στά πόδια του, τά φίλησε, καί τοῦ εἶπε σίγουρα κάτι ἔκανα γιά νά σέ στενοχωρήσω. Νά μέ συγχωρέσεις.

Κι ἔτσι ἐπανέφερε τά πράγματα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Νά πιάσεις τόν ἑαυτό σου νά τόν σύρεις στό δικαστήριο, ὅπως σέρνεις κάποιον ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος εἶναι ἔνοχος. «Θά πάω νά σέ δικάσω, δέν θά σ’ ἀφήσω ἀδίκαστο, καί θά σέ καταδικάσω ἀκόμα».

Σάν, τρόπον τινά, ἕνας ἀνελέητος κριτής, νά πιάνουμε τόν ἑαυτό μας καί νά τόν ὁδηγοῦμε ἐκεῖ νά ταπεινωθεῖ. Νά μάθει νά λέει συγγνώμη.

Στην λειτουργία, ο Χριστός, είναι παρών και μας φωνάζει τον καθένα με το όνομά μας.

 


 Θυμάστε την Μαγδαληνή; Όταν κατάλαβε ότι μπροστά της είχε τον Χριστόν, «ραββουνί», διδάσκαλέ μου, του λέγει και πάει να ακουμπήση το ιμάτιόν του, το σώμα του. 

 Θυμάστε την αιμορροούσαν; Εκεί που τόσο πλήθος ανθρώπων συνέθλιβε τον Χριστόν, εκείνη επήγε να τον ακουμπήση με πίστη και με δέος.

 Θυμάστε τον Θωμά; Έβαλε τα χέρια του στις πληγές και φώναξε· «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου». 

Αυτό κάνομε και εμείς την ώρα της λειτουργίας. Και ερωτάμε μετά που είναι ο Χριστός! Νάτος! Μπροστά μας είναι, μαζί μας είναι, πλάι μας είναι.
 «Ο διδάσκαλος πάρεστι και φωνεί σε», είχαν πει στην Μαρία που έκλαιγε για τον νεκρό Λάζαρο, τον αδελφό της.

Στην λειτουργία, ο Χριστός, είναι παρών και μας φωνάζει τον καθένα με το όνομά μας. Όσοι το νοιώθουν, πετούν σπίθες τα μάτια τους και ζουν την χαρά του Χριστού. Τα πάντα πεπλήρωται χαράς. Τα πάντα πεπλήρωται φωτός. Τα πάντα δοξολογούν τον Χριστόν.
+Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

O ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ

 

 


Τη μνήμη του Αγίου Συμεών του Αδελφόθεου Επισκόπου Ιεροσολύμων τιμά σήμερα, 27 Απριλίου, η Εκκλησία μας.
Ο Άγιος Συμεών ήταν ένας από τους τέσσερις γιους του μνήστορος Ιωσήφ και αδελφός του αδελφοθέου Ιακώβου, που έγινε πρώτος επίσκοπος Ιεροσολύμων.
Μετά τη δολοφονία του Ιακώβου, επίσκοπος ανέλαβε ο Συμεών. Σ’ όλη τη διάρκεια της επισκοπικής του θητείας, υπήρξε αντάξιος του αδελφού του. Η ανεξάντλητη αγωνιστικότητα του, η τέλεια αυταπάρνηση του, καθώς και το απαράμιλλο θάρρος του, κατέστησαν τον Συμεών φωτεινό πνευματικό αστέρι, δια του οποίου στηρίχθηκαν και οδηγήθηκαν πολλές ψυχές στη σωτηρία. Το εντυπωσιακότερο, όμως, χαρακτηριστικό του Συμεών ήταν το ακατάβλητο φρόνημα του. Αν και 120 χρονών γέροντας, δεν κάμφθηκε μπροστά στο μαρτύριο.
Υπέστη με νεανική φλόγα το σταυρικό θάνατο το έτος 107 μ.Χ. Και η νεανική ψυχή του γέροντα Συμεών αποδήμησε κοντά στο στεφανοδότη Κύριο. Βέβαια, με το παράδειγμα του άφησε διδαχή στο ποίμνιο του την εντολή του Αποστόλου Παύλου: «Τα άνω φρονείτε, μη τα επί της γης» (Προς Κολασσαεΐς, γ’ 2). Δηλαδή, προς τα πάνω, προς το Θεό, διευθύνετε και προσηλώνετε τις σκέψεις σας, όχι στα γήινα και φθαρτά. Διότι και ο Συμεών, αν και 120 χρονών γέροντας, από τέτοιο φρόνημα εμπνεόμενος αντιμετώπισε παλικαρίσια το μαρτύριο. Στους Παρισινούς Κώδικες βρίσκεται Ακολουθία του Αγίου Συμεών, ποίημα του υμνογράφου Θεοφάνους. (Ορισμένοι Συναξαριστές επαναλαμβάνουν τη μνήμη του και 18 Σεπτεμβρίου).
Απολυτίκιον
Ηχος α’. Χορός Αγγελικός.

Χριστού σε συγγενή, Συμεών Ιεράρχα, και Μάρτυρα στερρόν, ιερώς ευφημούμεν, την πλάνην ολέσαντα, και την πίστιν τηρήσαντα· όθεν σήμερον, την παναγίαν σου μνήμην, εορτάζοντες, αμαρτημάτων την λύσιν, ευχαίς σου λαμβάνομεν.

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

Μυροφόρες υπάρξεις....


Δίχως να έχουν τα έκδηλα χαρίσματα των μαθητών του Χριστού μα φέροντας στα στήθη μια καρδιά που αγαπούσε τον Χριστό, όχι για αυτά που έκανε αλλά για Εκείνο που είναι,άνοιξαν δρόμο και προχώρησαν εκεί όπου η λογική έβλεπε τέλος!

Τα εμπόδια πραγματικά ήταν πολλά,το σκοτάδι του φόβου, η μανία των Εβραίων,
η κουστωδία των στρατιωτών,η βαριά πέτρα που έκλινε την είσοδο του τάφου.
Στο μυαλό τους υπήρχε όντως ο προβληματισμός
«Τίς αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου;»
(ποιός θα καταφέρει να μετακινήσει τον λίθο....).
Οι Μυροφόρες λειτουργούν με πλήρη επίγνωση της πραγματικότητας,
δεν κινούνται από συναισθηματική παρόρμηση.
Και εδώ βρίσκεται το μεγαλείο της ψυχής τους γιατί ενώ δεν καταργούν τον λογισμό τους ωστόσο δεν τον αφήνουν και να τις ακινητοποιήσει.
Δυστυχώς στην ζωή μας συμβαίνει το αντίθετο.
Εμείς συνήθως περιμένουμε να ανοίξει ο δρόμος για να προχωρήσουμε.
Θέλουμε να είναι όλα έτοιμα, ασφαλή και τακτοποιημένα για να κάνουμε το επόμενο βήμα.
Η αγάπη όμως δεν κινείται εκ του ασφαλούς κινείται εκ της αληθινής πίστης(εμπιστοσύνης).
Ξέρεις παλιά όταν είχε καιρό να βρέξει κι υπέφερε απ’ την ανομβρία σύμπασα η κτίση έκαναν λιτανείες με τις Εικόνες και τα σεπτά Λείψανα των Αγίων κι ο κόσμος έπαιρνε μαζί του τις ομπρέλες απ’ όταν ξεκινούσαν ....

Εν τω μεταξύ οι Μυροφόρες αυτό τον λογισμό τον είχαν όχι αφού ξεκίνησαν να πηγαίνουν αλλά καθώς έφταναν και αυτό γιατί είχε υπερισχύσει μέσα τους
η λαχτάρα της καρδιάς έναντι της λογικής της φυσικής.
Βλέπεις οι λογισμοί σαν τραφούν απ’ τους φόβους, τις ανασφάλειες μας
αποκτούν απίστευτη δυναμική....
Ένας λογισμός που επιμένει, μια σκέψη μονάχα μπορεί όχι απλά να προκαλέσει κατολισθήσεις και να φράξει τον δρόμο μας, μα και να ακινητοποιήσει την ζωή μας,να μας τρελάνει,να γκρεμίσει τις όποιες γέφυρες έχει απλώσει η φιλανθρωπία του Θεού προκειμένου να Τον συναντήσουμε.

Ένας σύγχρονος πατέρας συνδέει τις μυροφόρες με τον Μωυσή που βρέθηκε μπροστά στην κλειστή θάλασσα.
Είχε στην πλάτη του την ευθύνη ενός λαού αλλά και τους Αιγυπτίους να έρχονταν εχθρικά κατά πάνω τους.
Δείλιασε; κρύφτηκε; Όχι!
Ήξερε ότι δεν μπορεί να κάνει πίσω αλλά και μπροστά έβλεπε ‘’τοίχο’’
με την κλειστή Ερυθρά Θάλασσα.
Και από την στιγμή που πίσω δεν μας συμφέρει να πάμε αλλά και μπροστά δεν μπορούμε να προχωρήσουμε, τότε τι κάνουμε;
Τότε...πάμε προς τα πάνω!
Κραύγασε λοιπόν με όλη του την ψυχή στον Θεό κι ο Θεός άνοιξε εκεί που δεν υπήρχε άνοιγμα….Η πίστη του Μωυσή έγινε δρόμος σωτηρίας…
Αυτοί είναι οι άνθρωποι της αγάπης…Αυτοί που ανοίγουν θάλασσες,αυτοί που μετακινούν λίθους, άνθρωποι ελεύθεροι από κάθε φόβο γιατί αγαπάνε πραγματικά κι εμπιστεύονται αληθινά!

Ο δρόμος προς το μνημείο είναι ανοιχτός σ᾽ αυτούς που η καρδούλα τους
λαχταρά την συνάντηση, την σχέση με Εκείνον...
Τούτη η πορεία είναι πορεία έχει προς τον Θάνατο αλλά προς την Ζωή!
Και κάθε τέτοια πορεία αξίζει τον κάθε κόπο, την κάθε θυσία μας άλλωστε κανένας δεν μετάνιωσε που βρήκε την χαμένη του Αγάπη…..

Πίστη και απιστία: Ένα γράμμα διαφορά, αλλά εντελώς άλλες καταστάσεις!

 

Αγαπητοί Αναγνώστες Χριστός Ανέστη! Είναι ενδιαφέρον πως αν σταθούμε και παρατηρήσουμε για μια στιγμή μπροστά στην ελληνική γλώσσα, θα παρατηρήσουμε κάτι σχεδόν ποιητικό, αλλά και βαθιά ουσιαστικό.

Η λέξη «πίστη» και η λέξη «απιστία» χωρίζονται από ένα μόλις γράμμα: το στερητικό «α». Κι όμως, αυτό το ένα γράμμα δεν είναι απλώς μια γραμματική διαφορά· είναι η απόσταση ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, ανάμεσα στην ελπίδα και την απόγνωση, ανάμεσα στη ζωή και τον πνευματικό θάνατο.

   Δυστυχώς στη σημερινή εποχή, που όλα μετριούνται με την ψυχρή λογική και την οθόνη του κινητού, η έννοια της πίστης συχνά παρεξηγείται. Πολλοί τη θεωρούν μια τυφλή αποδοχή ιδεών ή μια ψυχολογική ανάγκη για παρηγοριά. Για την Ορθόδοξη Θεολογία, όμως, η πίστη είναι κάτι πολύ πιο ζωντανό και συγκλονιστικό κάτι που εκτός από ελπίδα δίνει και προοπτική στη ζωή του ανθρώπου.

   Αξίζει σε αυτό το σημείο να ορίσουμε τι είναι τελικά η Πίστη; Σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο, «πίστις έστιν ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων» (Εβρ. 11:1). Δηλαδή, η πίστη είναι η βεβαιότητα για όσα ελπίζουμε και η φανέρωση πραγμάτων που δεν βλέπουμε με τα μάτια του σώματος αλλά κυρίως με την ψυχή. Δεν είναι μια απλή διανοητική συγκατάθεση ότι «υπάρχει ένας Θεός». Όπως έλεγαν οι Άγιοι Πατέρες, και τα δαιμόνια πιστεύουν ότι υπάρχει Θεός και φρίττουν, αλλά δεν έχουν πίστη. Η αληθινή Ορθόδοξη πίστη είναι εμπιστοσύνη. Είναι το να αφήνεσαι στα χέρια του Θεού όπως το παιδί στην αγκαλιά του πατέρα του. Είναι μια προσωπική σχέση, μια «ερωτική» ανταπόκριση της καρδιάς στην αγάπη του Κυρίου.

 

   Αφού ορίσαμε τι είναι πίστη ας δούμε τι είναι η απιστία, η οποία δεν είναι πάντα η άρνηση της ύπαρξης του Θεού όπως επιφανειακά θα όριζε κάποιος. Συχνά η απιστία ταυτίζεται και είναι η αυτονομία! Δηλαδή είναι η απόφαση του ανθρώπου να στηριχτεί αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις, να γίνει ο ίδιος «Θεός του εαυτού του» ή αλλιώς «η αυτοθέωση». Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος μας διδάσκει ότι η απιστία είναι μια αρρώστια της ψυχής που πηγάζει από την υπερηφάνεια. Όταν ο άνθρωπος κλείνεται στο «εγώ» του, οι πνευματικοί του ορίζοντες στενεύουν. Ο κόσμος γίνεται ένας κρύος τόπος, όπου τα πάντα ξεκινούν και τελειώνουν στη φθορά και τον θάνατο.

 

   Επομένως όποιος πιστεύει και όποιος δεν πιστεύει, με βάση τα παραπάνω, έχει  συνέπειες στη ζωή μας και άμεσες αλλά και μακροπρόθεσμες! Ο ίδιος ο Χριστός μας έδωσε συγκλονιστικές επαγγελίες (υποσχέσεις). Είπε: «Πάντα δυνατά τω πιστεύοντι» γιατί πολύ απλά η πίστη δεν είναι απλά ένα θεωρητικό εφόδιο, αλλά μια δύναμη που μεταμορφώνει κυριολεκτικά την καθημερινότητά μας. Προσοχή όμως οφείλουμε να καταλάβουμε ότι ο πιστός άνθρωπος δεν είναι απαραίτητα εκείνος που δεν έχει προβλήματα. Είναι όμως εκείνος που έχει νόημα. Όταν πονάει, ξέρει ότι ο Χριστός πόνεσε πρώτος για εκείνον. Όταν αποτυγχάνει, ξέρει ότι η αξία του δεν κρέμεται από την κοινωνική αναγνώριση, αλλά από το ότι είναι εικόνα Θεού. Η πίστη φέρνει την ειρήνη της καρδιάς, αυτή που «υπερέχει πάντα νούν».

   Αντίθετα, όταν απιστούμε, γινόμαστε πνευματικά ορφανοί. Η απιστία φέρνει το υπαρξιακό άγχος. Χωρίς την ελπίδα της Αναστάσεως, ο θάνατος γίνεται ένας ανίκητος εχθρός και η ζωή μια τυχαία σειρά γεγονότων χωρίς σκοπό. Ο άνθρωπος που απιστεί, ακόμα κι αν έχει όλα τα υλικά αγαθά, νιώθει ένα εσωτερικό κενό που τίποτα κτιστό δεν μπορεί να τον γεμίσει όση αξία και αν έχει.

   Θα πει κάποιος: «Εντάξει να πιστεύουμε, αλλά πως ξέρουμε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει την αλήθεια και όχι τόσοι ετερόδοξοι ή αλλόδοξοι»; Γιατί αξίζει η Ορθόδοξη Πίστη; Θα απαντήσουμε ότι φυσικά αξίζει, γιατί η Ορθοδοξία δεν είναι θρησκεία, αλλά η αποκάλυψη Του Θεού και αποτελεί την θεραπεία των πιστών. Δεν μας ζητά ο Θεός να γίνουμε «καλοί άνθρωποι» με την ηθική έννοια, αλλά να γίνουμε ότι είναι ο Θεός οντολογικά «Θεοί κατά χάριν»! Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης έλεγε συχνά: «ότι ο Θεός θέλει να μας δώσει ολόκληρο τον Παράδεισο, κι εμείς με την απιστία μας Του ζητάμε μόνο λίγα ψίχουλα από τη γη». Η Ορθόδοξη πίστη μας συνδέει με τα Μυστήρια, όπου η Χάρη του Αγίου Πνεύματος εισέρχεται στο DNA της ψυχής μας. Μας μαθαίνει να αγαπάμε τους εχθρούς μας, να συγχωρούμε και να βλέπουμε στο πρόσωπο του κάθε συνανθρώπου μας τον ίδιο τον Χριστό.

   Όταν η απιστία φωλιάζει στην καρδιά, η πρώτη απώλεια είναι η χαρά. Παρατηρήστε τους ανθρώπους που ζουν μακριά από τον Θεό· συχνά διακατέχονται από μια μόνιμη γκρίνια, έναν φόβο για το μέλλον και μια επιθετικότητα. Χωρίς το «φίλτρο» της πίστης, η αδικία του κόσμου μας πνίγει. Ο Άγιος Πορφύριος έλεγε: «Όποιος δεν έχει τον Χριστό, όλα του φταίνε». Η απιστία μας κάνει να βλέπουμε τον άλλον ως απειλή, ενώ η πίστη μας κάνει να τον βλέπουμε ως αδελφό.

   Η απόσταση από την πίστη στην απιστία μπορεί να είναι ένα «α», αλλά η γέφυρα που τις ενώνει είναι η προσευχή. Ακόμα και στις στιγμές που νιώθουμε την πίστη μας να τρεμοσβήνει σαν κερί στον άνεμο, ας θυμόμαστε τα λόγια του πατέρα του σεληνιαζόμενου νέου στο Ευαγγέλιο: «Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τη απιστία». Αξίζει να έχουμε Ορθόδοξη πίστη, γιατί είναι ο μόνος δρόμος που δεν οδηγεί σε αδιέξοδο. Είναι η σιγουριά ότι ο Δημιουργός μας αγαπά με πάθος και ότι ο προορισμός μας είναι η αιώνια αγκαλιά Του. Ας μη χαθούμε σε αυτό το «άλφα» της απιστίας. Ας επιλέξουμε την πίστη, όχι ως καθήκον, αλλά ως ανάσα ζωής. Γιατί στο τέλος της ημέρας, η πίστη δεν είναι αυτό που εμείς κρατάμε, αλλά αυτό που κρατάει εμάς όρθιους στις δυσκολίες της ζωής. Αμήν!

 π. Αντώνιος Χρήστου

ΑΓΟΡΑΣΑΣ ΣΙΝΔΟΝΑ


«Καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου» (Μάρκ. 15, 46).

«᾿Εκεῖνος ἀγόρασε ἕνα σεντόνι, κατέβασε τὸν ᾿Ιησοῦ, τὸν τύλιξε μ’ αὐτὸ καὶ τὸν τοποθέτησε σ’ ἕνα μνῆμα ποὺ ἦταν λαξεμένο σὲ βράχο· μετὰ κύλησε ἕνα λιθάρι κι ἔκλεισε τὴν εἴσοδο τοῦ μνήματος». 

Δύο Κυριακές μετά από το Πάσχα και η Εκκλησία μάς υπενθυμίζει δύο άνδρες και επτά γυναίκες, που δεν δείλιασαν και  δεν εγκατέλειψαν τον Χριστό μόνο στο μαρτύριο του Σταυρού και στον θάνατο. Οι Μυροφόρες γυναίκες, Μαρία η Μαγδαληνή, Μαρία η του Κλωπά, Μάρθα και Μαρία, οι αδελφές του Λαζάρου, Σαλώμη, Ιωάννα, σύζυγος του Χουζά, βασιλικού επιτρόπου του Ηρώδη, και  Σωσσάνα, στάθηκαν στο πλευρό της Παναγίας αυτές τις απίστευτα δύσκολες ώρες και στιγμές. Και όλες, άλλες νωρίτερα, άλλες αργότερα  έμαθαν το μήνυμα της Ανάστασης και συναντήθηκαν με τον Αναστημένο Χριστό, ο Οποίος τις προσφώνησε με τη φράση «Χαίρετε», να έχετε χαρά, διότι ο θάνατος πατήθηκε θανάτω, διότι ο πόνος και το κακό καταργούνται ως βάσανα του ανθρώπου και γίνονται πεδία άθλησης προς την αγιότητα και την ανάσταση, διότι ο Θεάνθρωπος Κύριος παίρνει μαζί Του στη βασιλεία Του όλους, όσοι πιστεύουν σ’ Εκείνον και ζούνε την Εκκλησία ως σπίτι τους. Μόνο χαρά λοιπόν ταιριάζει στην Ανάσταση!

Υπάρχουν όμως και οι δύο άνδρες, ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, βουλευτής, ο οποίος έχει αποδεχτεί στην καρδιά του τη βασιλεία των ουρανών, και ο Νικόδημος, ο κρυφός μαθητής, ο οποίος τόλμησε να πάει ενάντια στο Μεγάλο Συνέδριο των θρησκευτικών αρχόντων των Ιουδαίων, επισκεπτόμενος νύχτα τον Χριστό και συζητώντας μαζί Του για την άνωθεν αναγέννηση εξ ύδατος και Πνεύματος, αλλά και αντιστεκόμενος στην απόρριψη και ισοπέδωση του προσώπου του Χριστού από τους θρησκευτικούς ηγέτες, όταν αυτοί δεν ήθελαν να επιτρέψουν στον Ιησού να απολογηθεί για όσα Τον κατηγορούσαν, για παραβίαση δηλαδή των διατάξεων του Μωσαϊκού Νόμου. Η παράδοση αναφέρει ότι τόσο ο Ιωσήφ, όσο και ο Νικόδημος μειοψήφησαν στην απόφαση του Συνεδρίου να καταδικάσει τον Ιησού σε θάνατο και γι’ αυτό και τόλμησαν να φροντίσουν το σώμα του νεκρού Διδασκάλου, αψηφώντας τις περαιτέρω αντιδράσεις.

Ο ευαγγελιστής Μάρκος επισημαίνει ότι ο Ιωσήφ αγόρασε σεντόνι, όταν πήρε την άδεια από τον Πιλάτο να κατεβάσει τον Ιησού από τον Σταυρό. Το σεντόνι ήταν στα νεκρικά έθιμα των Ιουδαίων, για να τυλίγουν τους νεκρούς, πριν τους αλείψουν με αρώματα και τους καταδέσουν με τις ταινίες, τα εντάφια σπάργανα, για να τους τοποθετήσουν στον τάφο.  Ο Ιωσήφ πλήρωσε ο ίδιος την αγορά του σεντονιού, δείχνοντας την αγάπη, τον σεβασμό, αλλά και την αφοσίωση προς τον Κύριο, ο Οποίος δεν είχε χρήματα, ούτε καμία ιδιοκτησία, αλλά και για την τελευταία του κατοικία δέχτηκε την ελεημοσύνη και την αγάπη των ανθρώπων. Και βρέθηκαν ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, οι οποίοι ως άντρες μπορούσαν να αγοράσουν και να προσφέρουν στον νεκρό Ιησού τα απαραίτητα για την ταφή, χωρίς να υπολογίζουν ότι η αφή του νεκρού σώματος του καθιστούσε μολυσμένους σύμφωνα με την ιουδαϊκή παράδοση και ότι έπρεπε να περάσουν μέρες καθαρμού, κάτι που θα τους έκανε να χάσουν τη δυνατότητα να εορτάσουν το Πάσχα με τους οικείους τους. Δεν το υπολόγισαν όμως αυτό, μπροστά στην αγάπη και την αφοσίωση στον Κύριο.

Ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, όπως και ο Νικόδημος, ο κρυφός μαθητής, αποτελούν παράδειγμα ανθρώπων, οι οποίοι μπροστά στην αγάπη νικούν την άποψη της κοινής γνώμης, νικούν την τυπολατρία, νικούν τον φόβο, νικούν τη νοοτροπία ότι «κάποιος άλλος ας κάνει κάτι για έναν ανήμπορο».  Η αγάπη τούς κάνει να μην υπολογίζουν χρήματα, αποδοκιμασία, ηρεμία,  τον ρυθμό της ζωής τους, αλλά τους οδηγεί στην ομολογία του Χριστού, στην φροντίδα του Χριστού, στο να κάνουν αυτό που ούτε οι μαθητές του Κυρίου δεν θέλησαν ούτε μπόρεσαν: να προσφέρουν τις τελευταίες φροντίδες που ένας άνθρωπος έχει ανάγκη, όταν πεθάνει. Αυτοί φρόντισαν το σώμα, δείχνοντας όμως ότι η ψυχή τους ήταν γεμάτη από την αγάπη που νικά τον θάνατο.

Ο Ιωσήφ, εκτός από το σεντόνι, προσέφερε στον Ιησού και τον οικογενειακό τάφο, που είχε ο ίδιος, για να ταφεί ο Κύριος. Η αγάπη δεν είναι θεωρία, αλλά θυσία και προσφορά. Και γι’ αυτό η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του την Τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα, μαζί με τη μνήμη του Νικοδήμου και των επτά μυροφόρων γυναικών, για να μας παραδειγματίσει, ότι ο Χριστός την αγάπη έφερε στον κόσμο και έδειξε και όσοι Τον ακολουθούν, την αγάπη καλούνται να δείξουν και να προσφέρουν. Δύσκολος δρόμος, που θέλει τόλμη, αυταπάρνηση, πίστη, αφοσίωση στον Κύριο. Δρόμος αιωνιότητας και αγιότητας όμως, ο οποίος μάς σώζει. Ας τον ακολουθήσουμε!

            Χριστός Ανέστη! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Ο ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΜΑΣΕΙΑΣ

 

Την μνήμη του Αγίου Βασιλείου, του Επισκόπου Αμασείας, εορτάζει σήμερα, 26 Απριλίου, η Εκκλησία μας.

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Βασιλεύς έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Λικινίου (307-323 μ.Χ.) και ήταν Επίσκοπος της Αμασείας του Πόντου. Ο Επίσκοπος Βασιλεύς διακρινόταν για τον ζήλο του υπέρ της πίστεως και την ακοίμητη δραστηριότητα στην επιτέλεση των καθηκόντων του. Επειδή παντού υπήρχαν και πλάνες και κίνδυνοι, έσπευδε παντού και ο ίδιος κηρύττοντας, συμβουλεύοντας, παρηγορώντας, ενισχύοντας, στηρίζοντας, ελκύοντας, πυκνώνοντας και εγκαρδιώνοντας τις Χριστιανικές τάξεις και αναδεικνύοντας αυτές όσο το δυνατόν ισχυρότερες πνευματικά έναντι του ειδωλολατρικού κόσμου.

Γι’ αυτόν τον λόγο οι ιερείς και οι άρχοντες των ειδωλολατρών, έτρεφαν εναντίον του σφοδρή έχθρα. Και όταν ο Λικίνιος, το έτος 322 μ.Χ., προέβη στα δυσμενή και διωκτικά μέτρα εναντίον των Χριστιανών, κατήγγειλαν προς αυτόν τον Επίσκοπο Αμασείας, Βασιλέα.

Ένα ιδιαίτερο περιστατικό κορύφωσε την οργή του Λικινίου εναντίον του Επισκόπου Βασιλέως. Κοντά στην αυτοκράτειρα Κωνσταντία διέμενε άλλοτε ως ακόλουθος μια νεαρή και ωραιότατη κόρη, που ονομαζόταν Γλαφύρα. Εξαιτίας της ομορφιάς της ο Λικίνιος ανεφλέγη από αμαρτωλό πάθος, ως δούλος σαρκικών παθών, καθώς ήταν. Η κόρη αντιλήφθηκε τον κίνδυνο που απειλούσε την τιμή της. Ως γνήσια Χριστιανή όμως δεν δελεάσθηκε καθόλου από το βασιλικό έρωτα, αλλά έφριξε και ζήτησε την σωτηρία της στην φυγή. Ενδύθηκε λοιπόν με ανδρικά ρούχα και κάποια νύχτα, βοηθούμενη από την βασίλισσα που έμαθε όσα συμβαίνουν, άφησε την Κωνσταντινούπολη και έφθασε στην Αμάσεια, όπου παρουσιάσθηκε στον Επίσκοπο Βασιλέα και ζήτησε την ηθική του προστασία.

Ο Επίσκοπος επαίνεσε την γνήσια ευσέβεια και την αδούλωτη σύνεση της νέας, την τοποθέτησε δε κοντά σε ηλικιωμένη Χριστιανή γυναίκα που ήταν εντελώς αφοσιωμένη στην υπηρεσία του Χριστού και βοηθούσε σημαντικότατα τον Επίσκοπο στο έργο των γυναικών της Εκκλησίας. Η Γλαφύρα εξέφρασε την βαθιά ευγνωμοσύνη της και χάρηκε ιδιαίτερα που της δόθηκε η ευκαιρία να ασχοληθεί και αυτή με θεάρεστες ασχολίες. Βοηθούσε λοιπόν στην κατήχηση γυναικών και νεαρών κοριτσιών, που ήθελαν να ασπασθούν την χριστιανική πίστη και να γίνουν μέλη της Εκκλησίας, ευεργετούσε φτωχά και ορφανά παιδιά και επιπλέον κατέβαλε όλη τη δαπάνη που προϋπολογίσθηκε για την οικοδομή Χριστιανικού ναού στην Αμάσεια.

Μάταια ο Λικίνιος την είχε αναζητήσει σε όλη την πρωτεύουσα και στα περίχωρα. Όμως οι εχθροί του Επισκόπου Βασιλέως, πληροφόρησαν τον Λικίνιο ότι η κόρη εκείνη είχε καταφύγει κοντά στον Ιεράρχη της Αμάσειας και ότι την προστάτευσε και κατόρθωσε να εκμεταλλευθεί τα πλούτη της υπέρ των σκοπών της Εκκλησίας. Η είδηση άναψε πυρκαγιά στη σαρκοβόρα και μοχθηρή ψυχή του Λικινίου. Υπέθετε ότι η Γλαφύρα ζούσε ακόμη και ότι θα την έφερνε κάτω από την εξουσία του. Αλλά η σεμνή κόρη, είχε ήδη πεθάνει και ο τάφος ματαίωσε για πάντα τους χυδαίους πόθους του. Τότε η μανία του έγινε σφοδρότερη κατά του Επισκόπου Βασιλέως. Διέταξε, λοιπόν, να τον φέρουν σιδηροδέσμιο στη Νικομήδεια. Η διαταγή εκτελέσθηκε και ο Άγιος κλείσθηκε στη φυλακή.

Τον Άγιο ακολούθησαν δύο από τους διακόνους της Εκκλησίας της Αμάσειας, ο Θεότιμος και ο Παρθένιος, τους οποίους φιλοξένησε ένας ευσεβής και φιλάνθρωπος Χριστιανός, ονόματι Ελπιδοφόρος. Οι παρεχόμενες αγαθοεργίες του Ελπιδοφόρου προς όλους είχαν καταστήσει φίλους του ακόμα και τους φρουρούς των φυλακών. Μπορούσαν λοιπόν οι δύο διάκονοι να εισέρχονται ορισμένη ώρα στη φυλακή, όπου απολάμβαναν την ευχαρίστηση να συνδιαλέγονται με τον Επίσκοπό τους, να ακούνε από το στόμα του τον λόγο της αλήθειας και να δέχονται ηθική ενίσχυση και παρηγοριά.

Λίγες ημέρες μετά, ο Λικίνιος διέταξε να φέρουν τον φυλακισμένο Επίσκοπο ενώπιον του. Τον έλεγξε με δριμύτητα ως ένοχο για την απόκρυψη της Γλαφύρας και για τον ζήλο με τον οποίο υπεράσπιζε την χριστιανική του πίστη περιφρονώντας τα βασιλικά διατάγματα. Ο Επίσκοπος για την Γλαφύρα, απάντησε ότι δεν μπορούσε να μην παράσχει άσυλο και προστασία στη χριστιανική κόρη, η οποία ήταν εξόριστη και ήθελε η ίδια να περισώσει και να διαφυλάξει την τιμή της, και ότι αυτή η ίδια από ευσεβή διάθεση χρησιμοποίησε την περιουσία της υπέρ των φτωχών και για την ανέγερση ναού, πράγματα για τα οποία ένας Επίσκοπος οφείλει να προτρέπει τους πιστούς και όχι αν τους εμποδίζει. Και για την περιφρόνηση των βασιλικών διαταγών, οι οποίες απέβλεπαν στην εξόντωση της χριστιανικής πίστεως, ο Άγιος αποκρίθηκε ότι ο ίδιος ο βασιλέας Λικίνιος άλλοτε είχε αναγνωρίσει μαζί με τον Κωνσταντίνο το καθήκον του να επιτρέψουν στους Χριστιανούς την πλήρη ελευθερία της λατρείας τους και του δόγματός τους και ότι αυτός (ο Επίσκοπος) εξακολουθεί να θεωρεί ορθό και έγκυρο το παλαιότερο εκείνο βασιλικό διάταγμα, διότι ήταν αξιότερο σε όλα. Εν τέλει δε, παρακάλεσε τον Λικίνιο, στο όνομα της ίδιας της δικής του σωτηρίας και του μέλλοντος του κράτους του, να ανακαλέσει τα νέα μέτρα και να αναγνωρίσει στους Χριστιανούς την ελευθερία της θρησκευτικής τους συνειδήσεως.

Ο βασιλέας Λικίνιος απέπεμψε τον Επίσκοπο, κρατώντας επιφυλακτική στάση και ανέθεσε σε έναν από τους άρχοντές του να τον δει κατ’ ιδίαν και να προσπαθήσει να τον αποσπάσει από την πίστη του. Η συγκεκριμένη αποστολή απέτυχε και διατάχθηκε έτσι η καταδίκη του Επισκόπου. Αυτός άκουσε ατάραχος την απόφαση και προσευχήθηκε προς τον Θεό να δεχθεί με έλεος την ψυχή του. Προσευχήθηκε, επίσης, υπέρ της ασφάλειας του ποιμνίου του και για τη νίκη της Εκκλησίας. Ύστερα ασπάσθηκε και ευλόγησε τους δύο διακόνους και τον Ελπιδοφόρο, τους παρηγόρησε στην θλίψη τους και τους επιτίμησε γιατί έκλαιγαν, λέγοντας τον έξοχο εκείνο λόγο ότι σε τέτοιου είδους κινδύνους οι Χριστιανοί οφείλουν να φυλάνε τα δάκρυά τους και να χύσουν με προθυμία το αίμα τους. Έπειτα με προθυμία έκλινε την τίμια κεφαλή του στον δήμιο, ο οποίος την απέκοψε. Έτσι ο Άγιος έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου.

Μετά από αυτό η τίμια κεφαλή και το λείψανο του Αγίου Βασιλέως ρίχθηκαν στη θάλασσα με βασιλική διαταγή. Αλλά ένα αλιευτικό πλοίο, που έριχνε τα δίχτυα του στον κόλπο της Σινώπης, ανέσυρε από εκεί το λείψανο του Αγίου. Ο δε Ελπιδοφόρος, καθώς πληροφορήθηκε το γεγονός σε όνειρο, ήλθε με τους διακόνους Θεότιμο και Παρθένιο και αφού παρέλαβαν το Άγιο λείψανο, το έφεραν στην Αμάσεια, στην ιερή αυτή ακρόπολη των Αγίων του κόπων και αγώνων και το ενταφίασαν στο προσφιλές του έδαφος.

Η Σύναξη του Αγίου Βασιλέως ετελείτο στην Μεγάλη Εκκλησία, στην οποία ίσως φυλασσόταν μέρος του ιερού σκηνώματός του.

Εορτολόγιο: Γλαφυρός, Γλαφύρα, Γλαφυρή, Γλαφυρούλα. Πάγκαλος.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς Λειτουργὸς τοῦ Βασιλέως τῆς δόξης, τῷ παρανόμῳ βασιλεῖ ἀντετάξω, Ἱερομάρτυς ἔνδοξε παμμάκαρ Βασιλεῦ, ὅθεν τὸν αὐχένα σου, ἐκτμηθεῖς διὰ ξίφους, χαίρων προσεχώρησας, πρὸς οὐράνιον λῆξιν, ἧς καὶ ἠμᾶς δυσώπει μετασχεῖν, τοὺς εὐφημούντας τὴν ἔνθεον μνήμην σου.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ



«Τολμήσας εἰσῆλθε πρός Πιλᾶτον καί ᾐτήσατο τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ» (Μαρκ. 15.43).
Τρίτη Κυριακή μετά τήν Κυριακή τῆς λαμπροφόρου Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καί ἡ ἑορτή τῶν ἁγίων μυροφόρων γυναι­κῶν καί τῶν εὐσχημόνων βουλευτῶν Ἰω­σήφ καί Νικο­δήμου, τήν ὁποία ὅρισε ἡ Ἐκκλησία μας νά ἑορτά­ζεται αὐτή τήν Κυριακή, μᾶς ξαναφέρνει στή μνήμη τίς συγκλονι­στι­κές στιγμές ἐκείνης τῆς ἡμέ­ρας, «τῆς μιᾶς τῶν σαββά­των». Καί μαζί μέ αὐτές μᾶς φέρνει στή μνήμη τίς συγκλο­νι­στικές πρά­ξεις ἐκεί­νων τῶν ἀνθρώπων, γυναι­κῶν καί ἀνδρῶν, πού περιέβαλλαν μέ ὑπέρ­­τατο σεβασμό καί ἀνυπόκριτη ἀγάπη τόν διδάσκαλό τους.
Ἄνθρωποι τόσο διαφο­ρε­τικοί καί ὅμως οἱ πράξεις τους συνδέονται μέ ἕνα κοινό χα­ρακτηριστικό γνώρισμα, τήν τόλμη. Τολ­μᾶ ὁ Ἰωσήφ καί ζητᾶ ἀπό τόν Πιλάτο τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Τολμᾶ ὁ Ἰωσήφ, καί μα­­ζί μέ τόν Νικόδημο ἐνταφιάζουν εὐλα­βι­κά τόν νε­κρό διδάσκαλο. Τολμοῦν οἱ μυ­ροφόρες γυναῖκες καί μόνες αὐτές βα­δί­ζουν ἐκεῖ­νο τό ξημέρωμα «ἐπί τό μνη­μεῖο», στόν τάφο τοῦ Ἰησοῦ, γιά νά ἀλεί­ψουν τό πανακήρατο σῶμα του ὄχι μόνο μέ ἀρώματα ἀλλά κυρίως μέ τά μύρα τῆς εὐσεβείας τους.
Ποιός θά μποροῦσε νά μή θαυμάσει αὐ­τούς τούς ἀνθρώπους, διερωτᾶται ὁ ἅγιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας; Ποιός θά μπο­ροῦ­σε νά μή θαυμάσει αὐτούς τῶν ὁποίων ἡ εὐ­σέβεια καί ἡ ἀγάπη στόν Θεό τούς ἔδωσε τή δύναμη νά ξεπεράσουν κάθε ἀν­θρώπινο φόβο, τούς ἔδωσε τή δύναμη νά ξεπεράσουν ὅλα τά ἐμπόδια πού ἡ ἀνθρώ­πινη φύση τους μπο­­ροῦσε νά προβάλλει. Καί ἀκριβῶς ἐπειδή δέν ἦταν δέσμιοι τῆς ἀγάπης τοῦ ἑαυτοῦ τους, δέν ἦταν δέσμιοι τῆς ἀγάπης τῆς δόξης, τοῦ πλούτου, τῆς γνώμης τῶν ἀνθρώπων, γι’ αὐτό καί ἀξι­ώ­θηκαν νά ἀποκτήσουν αὐτό πού ζητοῦ­σαν· διότι, ὅπως μᾶς διαβεβαιώνει καί ὁ ἴδι­ος ὁ Χριστός, «πᾶς ὀ αἰτῶν λαμβάνει καί ὁ ζητῶν εὐρίσκει».
Ζήτησε, ἀδελφοί μου, ὁ Ἰωσήφ τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ καί τό ἔλαβε· ἔλαβε ὅ,τι πολυ­τι­­μό­­τε­ρο ὑπῆρξε ποτέ ἐπάνω στή γῆ, τό θεανθρώπινο σῶμα τοῦ Κυρίου. Καί δέν τό ἔλαβε μόνο ἀλλά καί τό ἀγκάλιασε, τό κατέβασε ἀπό τόν Σταυρό καί μαζί μέ τόν Νικό­δημο τό τύλιξαν στά ὀθόνια καί τό ἐνεταφίασαν μέ σεβασμό. Ζήτησαν οἱ δύο μαθητές τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ ὄχι γιά νά ἱκανοποιήσουν κάποια δική τους φιλοδο­ξία ἤ ματαιοδοξία, ἀλλά γιά νά τοῦ προσ­φέ­ρουν τίς νεκρικές τιμές. Καί αὐτή ἡ ἀνι­διοτελής τους ἀγάπη καί τόλμη ἦταν πού τούς χάρισαν τή μεγάλη, τήν ὕψιστη εὐ­λο­γία, νά κρατήσουν στά χέρια τους καί νά διακονήσουν τόν Ἰησοῦ.
Ζήτησαν οἱ μυροφόρες γυναῖκες νά δια­κονήσουν τόν νεκρό τους διδάσκαλο, προσ­φέ­ροντάς του τά βαρύτιμα ἀρώματα καί δέν ὑπολόγισαν οὔτε τήν ὥρα, οὔτε τούς κινδύνους, οὔτε τίς δυσκολίες τοῦ ἐγ­χειρήματός τους. Ζήτησαν τόν Χριστό, γιατί αἰσθανόταν ὅτι οἱ ψυχές τους δέν μποροῦσαν νά ζήσουν χωρίς τήν παρου­σία του. Καί ἐπειδή τόν ζήτησαν καί αὐτές κι­νούμενες ἀπό ἀγάπη, γι’ αὐτό καί ἀξι­ώ­θηκαν νά τόν βροῦν τόσο ἀνέλπιστα καί τόσο ἀπροσδόκητα, νά τόν συναντή­σουν ἀνα­στημένο καί νά γίνουν αὐτές οἱ πρῶ­τοι κήρυκες τῆς ἀναστάσεώς του.
«Τολμήσας εἰσῆλθε πρός Πιλᾶτον καί ᾐτήσατο».
Μαθητές τοῦ Χριστοῦ καί ἐμεῖς, ἀδελ­φοί μου, ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἐπιδει­κνύ­ουμε ἀλήθεια στή ζωή μας καί στή σχέ­ση μας μέ τόν Χριστό τήν τόλμη πού ἐπέδειξαν ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος, τήν τόλμη πού ἐπέδειξαν οἱ μυροφόρες γυναῖ­κες; Ἤ ἐπιλέ­γου­με τήν εὔκολη πίστη, πού ὑποχωρεῖ, ὅταν χρειάζεται νά τήν ὁμολο­γήσουμε, καί τήν ἄκο­πη χριστιανική ζωή πού δέν προϋποθέτει καμιά θυσία, πού δέν προϋποθέ­τει ἀγώ­­να, μετάνοια, ἀπελευθέ­ρω­ση ἀπό πάθη καί ἐπιθυμίες κοσμικές; Καί ἀκόμη, ἀδελφοί μου, ζητοῦμε ἀπό τόν Θεό ἤ ζητοῦμε τόν Θεό; Μήπως ζητοῦμε ἀπό τόν Θεό ὅ,τι νομί­ζουμε ὅτι χρειαζό­μα­στε γιά μᾶς ἤ γιά τούς οἰκείους μας, ἀλλά ξε­χνοῦμε ὅτι ὅλα αὐτά εἶναι πρόσκαιρα καί δευτερεύοντα καί ὅτι τό πρώτιστο καί ση­μαντικότερο εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ἡ πα­ρουσία του στή ζωή μας, ἡ αἰώνια ζωή καί σω­τηρία μας· «ζη­τεῖτε πρῶτον τήν βασι­λεί­αν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐ­τοῦ καί ταῦτα πάντα προστε­θήσεται ὑ­μῖν», εἶχε διδάξει ὁ Χριστός τούς μαθητές του.
Ἀδελφοί μου, ἡ σημερινή Κυριακή τῶν Μυροφόρων ἄς ὑπενθυμίσει σέ ὅλους μας πό­σο σημαντικό εἶναι νά προσθέσουμε στήν πίστη μας τόλμη καί στά αἰτήματά μας πρός τόν Θεό τό αἴτημα νά τόν συναν­τήσουμε. Καί νά εἴμαστε βέβαιοι ὅτι, ἄν τοῦ τό ζητοῦμε μέ ἀγάπη καί εἰλικρινῆ διά­­θεση, θά μᾶς ἀξιώσει καί ἐμᾶς νά συν­αν­­τηθοῦμε μαζί του ὅποτε καί ὅπου ἐκεῖ­νος κρίνει, ὅπως συνέβη καί μέ τίς μυ­ρο­φόρες γυναῖκες, ὅπως συνέβη καί μέ τόν Ἰωσήφ καί τόν Νικόδημο.
Μητροπολίτης Βεροίας κ. Παντελεήμων

Σάββατο 25 Απριλίου 2026

ΤΑ ΒΙΑΣΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ (Κυριακή των Μυροφόρων).

 


Στις δύσκολες ώρες του σταυρικού θανάτου του Χριστού και ενώ οι μαθητές του διασκορπίστηκαν «εις τα ίδια» τρομοκρατημένοι, αναλαμβάνουν δράση και κηδεύουν τον Ιησού οι κρυφοί μαθητές Ιωσήφ και Νικόδημος, συνεπικουρούμενοι από τις πανταχού παρούσες Μυροφόρες, που πλαισίωναν πάντα τη Μητέρα του Κυρίου (Κυριακή των Μυροφόρων).

«Άνθρωπος πλούσιος από Αριμαθαίας» ήταν ο Ιωσήφ και «ευσχήμων βουλευτής». Κατείχε το αξίωμα του βουλευτή, ήταν δηλαδή σεβαστό και επίσημο μέλος του ιουδαϊκού συνεδρίου. Αλλά ήταν και μαθητής του Ιησού, «κεκρυμμένος δε διά τον φόβον των Ιουδαίων». Είχε μαθητεύσει στον Χριστό, αλλά κρυφά, για να μη διακινδυνεύσει τη θέση του. Είχε εγκολπωθεί το κήρυγμα του Χριστού περί της Βασιλείας του Θεού και ανέμενε και αυτός τον ερχομό της.

Παρομοίως και ο Νικόδημος ήταν μέλος του συνεδρίου, από την τάξη των Φαρισαίων, «άρχων των Ιουδαίων» και «διδάσκαλος του Ισραήλ». Για να αποφύγει την πολεμική εκ μέρους των Φαρισαίων, πήγαινε και συνομιλούσε με τον Χριστό κρυφά τη νύχτα. Και πολλοί άλλοι «εκ των αρχόντων επίστευσαν» στον Χριστό, αλλά από τον φόβο των Φαρισαίων δεν το ομολογούσαν αυτό φανερά, για να μην τους διώξουν από τη συναγωγή. «Ίνα μη αποσυνάγωγοι γένωνται».

Θα έλεγε κανείς ότι ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος και άλλοι άρχοντες που πίστευαν κρυφά στον Χριστό, δεν τηρούσαν στάση σωστή. Μήπως αγάπησαν και αυτοί τη δόξα των ανθρώπων περισσότερο από τη δόξα του Θεού, όπως λέει για κάποιους ο ευαγγελιστής Ιωάννης; Όμως οι βιαστικές κρίσεις είναι πάντα επισφαλείς. Καλό είναι να αποφεύγονται. Όταν δεν περιμένουμε την τελική έκβαση των πραγμάτων, αλλά προδικάζουμε το αποτέλεσμα, μπορεί να πέσουμε έξω.

Έτσι και τα γεγονότα που συνόδευσαν το Πάθος του Χριστού, έφεραν τα άνω κάτω, ανέτρεψαν άρδην τις υπάρχουσες ισορροπίες. Οι φανεροί μαθητές κρύφτηκαν περιδεείς, ενώ οι κρυφοί τόλμησαν το αδιανόητο. Ο Ιωσήφ διαχώρισε τη θέση του στο συνέδριο και, κόντρα στη γνώμη των πολλών, αρνήθηκε ευθαρσώς να συνυπογράψει την καταδίκη του Χριστού. Και επειδή οι καταδικασμένοι σε σταυρικό θάνατο δεν θάπτονταν, αλλά ρίπτονταν βορά στα θηρία, ο Ιωσήφ δεν δίστασε να παρουσιαστεί στον Πιλάτο και να ζητήσει άδεια ταφής του Χριστού, την οποία και πραγματοποίησε με τη βοήθεια του Νικοδήμου. «Θάρσος έλαβον οι πρώην δειλιώντες».

Πόσο θα τους αδικούσαμε, αν σπεύδαμε να τους κρίνουμε πρόωρα, προ του τέλους, επιπόλαια!

Τον παλιό καιρό κάποτε ένα δεκάχρονο παιδί μπήκε σε κάποιο ζαχαροπλαστείο, κάθισε σ’ ένα τραπέζι και ρώτησε τη σερβιτόρα:

«Πόσο κάνει ένα παγωτό σοκολάτα με αμύγδαλα;»

«Εξήντα δραχμές», απάντησε εκείνη.

Το παιδί έβγαλε από την τσέπη μια χούφτα κέρματα κι άρχισε να μετράει.

«Και πόσο κάνει χωρίς αμύγδαλα;» ρώτησε ξανά λίγο μουδιασμένο.

Άλλοι πελάτες περίμεναν, η κοπέλα άρχισε να χάνει την υπομονή της με το παιδί που την καθυστερούσε.

«Σαράντα πέντε δραχμές», του είπε ενοχλημένη.

Το παιδί μέτρησε πάλι τα κέρματα και είπε:

«Θέλω ένα παγωτό σοκολάτα χωρίς αμύγδαλα».

Η σερβιτόρα έφερε την παραγγελία με την απόδειξη. Το παιδί έφαγε το παγωτό, πλήρωσε στο ταμείο και έφυγε. Όταν η σερβιτόρα ήρθε στο τραπέζι να μαζέψει, τα μάτια της δάκρυσαν. Δίπλα στο άδειο πιατάκι, τακτοποιημένα όμορφα, βρίσκονταν κέρματα αξίας δέκα πέντε δραχμών. Το παιδί στερήθηκε τα αμύγδαλα στο παγωτό του για να της αφήσει φιλοδώρημα.

Μήπως ανήκεις και συ σ’ αυτούς που βγάζουν βιαστικά συμπεράσματα; 

 π. Δημητρίου Μπόκου