


Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος χαιρετίζει με ιδιαίτερη ικανοποίηση τη σημαντική συμφωνία επιστροφής στη χώρα μας, ύστερα από έναν και πλέον αιώνα και κατόπιν πολυετών επίπονων διαπραγματεύσεων, των 48 ιερών κειμηλίων που είχαν κλαπεί από τους Βούλγαρους κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου από την Ιερά Μονή της Παναγίας Εικοσιφοινίσσης, από την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και από την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης.
Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος εκφράζει μάλιστα την ελπίδα και την ευχή το Μνημόνιο Κατανόησης, που υπογράφηκε χθες από τους Υπουργούς Πολιτισμού Ελλάδας και Βουλγαρίας Λίνα Μενδώνη και Evtim Miloshev, να είναι μόνον η καλή αρχή και να ακολουθηθεί από πρόσθετες συμφωνίες για την επιστροφή των λοιπών εκκλησιαστικών κειμηλίων, που είχαν κλαπεί από Ιερούς Ναούς, Ιερές Μονές και άλλους χώρους της Ανατολικής Μακεδονίας μας και της Θράκης μας.
Πρόκειται για μια επιτυχία για την πατρίδα μας, που, μεταξύ άλλων, αντανακλά και την σταθερή συναντίληψη και την διαρκή συνέργεια Πολιτείας και Εκκλησίας για την επίτευξη εθνικών στόχων με ιδιαίτερο αποτύπωμα.
Η Ιερά Σύνοδος εκφράζει τέλος την ευαρέσκειά της και τα θερμά της συγχαρητήρια προς τους Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες Σερρών και Νιγρίτης κ. Θεολόγο και Δράμας κ. Δωρόθεο για τις άοκνες και επίμονες προσπάθειές τους για την επιστροφή του εθνικού θρησκευτικού και πολιτιστικού πλούτου μας, ενώ μνημονεύει με ιδιαίτερη συγκίνηση τον μακαριστό Μητροπολίτη Δράμας κυρό Παύλο, που υπήρξε ο αρχιτέκτων και πρωτεργάτης του όλου εγχειρήματος.
π. Φιλόθεου Φάρου
Στίς μέρες μας φαίνεται νά κυριαρχεῖ ἕνα αἴσθημα ματαιοπονίας. Οἱ πιό πολλοί, ἄν ὄχι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι λιγότερο ἤ περισσότερο, φαίνεται νά ἔχουμε τό αἴσθημα ὅτι αὐτό πού γίνεται καί μᾶς τρομάζει ἀπερίγραπτα, θά συνεχίσει νά γίνεται καί δέν πρόκειται τίποτε νά τό σταματήσει.
Ὅλα ἐκεῖνα, πού ἄλλοτε πιστεύαμε ὅτι ἄν δοκιμάζονταν κάποια βελτίωση θά ἔφερναν, δοκιμάστηκαν, ἀλλά ὁ κατήφορος ὄχι μόνο δέν φαίνεται νά σταματάει ἀλλά γίνεται ὅλο καί πιό κατηφορικός.
Ἔχουμε ὅλο καί περισσότερο τό αἴσθημα πώς ὅσο περισσότερα λέγονται τόσο λιγότερο ἐπικοινωνοῦμε, ὅσο πιό πολλά ἀνακαλύπτουμε τόσο πυκνότερο γίνεται τό σκοτάδι μας.
Μερικές ἀνάλογες προσπάθειες στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας φαίνεται νά καταλήγουν στό ἴδιο ἀποτέλεσμα. Κάποτε ὀνειρευόμασταν περισσότερο μορφωμένους κληρικούς καί πιστεύαμε ὅτι μία ἄνοδος τοῦ μορφωτικοῦ ἐπιπέδου τῶν κληρικῶν θά δημιουργοῦσε ἕναν ἐκκλησιαστικό χρυσοῦν αἰῶνα. Ἔ, λοιπόν, ἔχουν αὐξηθεῖ δραματικά οἱ κληρικοί πού ἔχουν ἕνα καί δύο πτυχία, διδακτορικά διπλώματα καί ἄλλες ἀκαδημαϊκές περγαμηνές, ἀλλά αὐτό δέν φαίνεται νά λιγοστεύει καθόλου τήν πνευματική μας μιζέρια.
Ἄλλοτε πάλι εἴχαμε εὐχηθεῖ νά ἀκούγεται περισσότερο ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, μέ τήν πεποίθηση ὅτι αὐτό θά δημιουργοῦσε πιό συνειδητούς χριστιανούς. Ἀλλά, κηρύγματα ἀκούγονται πολλά, πού ὅμως εἴτε εἶναι μεγαλόστομα, ἄσχετα καί συχνά ἀνυπόφορα, εἴτε φαίνεται νά πέφτουν στό κενό καί ὅταν ἀκόμη ἔχουν, καί κάποτε ἔχουν, ἀξιόλογο περιεχόμενο.
Κι αὐτές ἀκόμη οἱ ἀπαισιόδοξες ἐκτιμήσεις ἔχουν γίνει κοινός τόπος, χωρίς καμιά πρωτοτυπία καί ἐξ ἴσου πληκτικές. Λέμε ὅτι ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό ἐλπίδα, ἀπό κάποιες αἰσιόδοξες διαπιστώσεις, ἀπό κάποιες θετικές παρατηρήσεις,
Ἀλλά μήπως καί ἡ ἐλπίδα δέν ἔχει ἐκπορνευθεῖ τόσο, ὥστε νά ἔχει καταντήσει ἐντελῶς ἀναξιόπιστη καί ἀνέντιμη;
Μήπως ἄραγε ἔχει ἔλθει ἡ στιγμή τῆς σιωπῆς; Γιατί, τί νά πεῖ κανείς; Νά μιλήσει γιά τήν πρόσκληση πού μᾶς κάνει ὁ Θεός στό τραπέζι τῆς χάριτός Του, στήν ὁποία ὁ καθένας ἀπό μᾶς ἀπαντᾶ μέ τό «ἔχεμε παρητημένον», εἴτε γιατί «ἀγρόν», ἤ «ζεύγη βοῶν ἤγορασα» ἤ «γυναῖκα ἔγημα» καί δέν μπορῶ νά ἀσχοληθῶ μέ τίποτε ἄλλο;
Ἀλλά ὅλα αὐτά τά ἔχουμε ἀκούσει καί τά ἔχουμε σκεφθεῖ ἀμέτρητες φορές κι ὅμως δέν μπορέσαμε νά κάνουμε ἀλλιῶς.
Ἡ κατάσταση στήν ὁποία βρισκόμαστε περιγράφεται μέ πολλή ἀκρίβεια στήν καταληκτική εὐχή τοῦ ἱκετηρίου κανόνα εἰς τόν Κύριον Ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, πού λέει «...οὔκ ἔχω μετάνοιαν, οὔκ ἔχω κατάνυξιν, οὔκ ἔχω δάκρυον παρακλητικον τά ἐπανάγοντα μέ τέκνα πρός ἰδίαν κληρονομίαν. Ἐσκότισμαι τόν νοῦν ἐν τοῖς βιοτικοῖς πάθεσι καί οὔκ ἰσχύω ἀτενίσαι πρός σέ ἐν ὀδύνῃ, οὗ δύναμαι θερμανθῆναι τοῖς δάκρυσι τῆς πρός σέ ἀγάπης».
Πόσο εἶναι πραγματικά ἀλήθεια ὅτι οἱ βιοτικές μέριμνες μολύνουν ὁλοκληρωτικά κι αὐτήν ἀκόμη τήν προσευχή μας, ἔτσι πού οὐσιαστικά νά μήν μποροῦμε νά συνομιλήσουμε μέ τόν Θεό. Κι ἄν δέν συνομιλήσουμε μέ τόν Θεό, πῶς θά μπορέσουμε νά Τόν ἀγαπήσουμε, νά δημιουργήσουμε μιά σχέση καί πολύ περισσότερο νά ἑνωθοῦμε μαζί Του;
Τί ἀπομένει; Τί μποροῦμε νά ποῦμε; Ποιά διέξοδο μποροῦμε νά βροῦμε στό ἀδιέξοδο μας; Πῶς νά κλείσουμε αὐτές τίς ζοφερές σκέψεις; Ἴσως θάπρεπε νά ἐπαναλάβουμε τίς τελευταῖες φράσεις τῆς εὐχῆς τοῦ κανόνος στόν Ἰησοῦ Χριστό: «Κατέλιπον σέ, μή μέ ἔγκαταλίπής- ἔξελθε εἰς ἀναζήτησίν μου, ἐπανάγαγέ με πρός τήν νομήν σου, συγκαταρίθμισόν με τοῖς προβάτοις τῆς ἐκλεκτῆς σου ποίμνης καί διάθρεψον μέ σύν αὐτοῖς ἐκ τῆς χλόης τῶν θείων σου μυστηρίων πρεσβείαις της πανάγνου μητρός σου καί πάντων τῶν ἁγίων σου. Ἀμήν».
Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης: Μόνον ο Χριστός νικά τους μεγάλους πειρασμούς.
~ Ο Γέροντας μου είχε φύγει από την ζωή και ανέλαβα πολλές ευθύνες. Κάποτε είχα ένα πολύ μεγάλο πειρασμό εξωτερικό, πολύ άσχημο. Από πουθενά φως, από παντού ήταν απειλητικά όλα. Εκείνη την δύσκολη και σκοτεινή ημέρα γονάτισα και παρακάλεσα πάρα πολύ θερμά.
Μια ακτίνα φωτός ήλθε και μου έδωσε στην καρδιά μου την πληροφορία: «Ο πειρασμός αυτός θα λήξη. Μη φοβού!». Αμέσως απλώθηκε η γαλήνη και η ηρεμία στην ψυχή μου. Πράγματι το αποτέλεσμα ήταν ότι έληξε ο πειρασμός με μεγάλη ωφέλεια, πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια.
Όταν ο άνθρωπος τον κάθε πειρασμό τον υπομένη με προσευχή, καρτερία, αγώνα και δώση εκεί όλο τον εαυτό του, τελικά θα υποχωρήση και η νίκη θα αποδοθή στον Χριστό. Γιατί μόνον ο Χριστός νικά αυτούς τους μεγάλους πειρασμούς. Αλλά εμείς είμεθα αδύναμοι άνθρωποι κι έχουμε τα μάτια της ψυχής μας κλειστά. Δεν βλέπουμε πίσω από κάθε πειρασμό τι κρύβεται. Κρύβεται μεγάλη ωφέλεια.
Ο Άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν σαλός, όταν ο Χριστός τον είχε καλέσει σ’ αυτήν την εργασία, δηλαδή να κάνει τον σαλό, να υβρίζεται, να χλευάζεται, να πτωχεύση, να υποφέρη, κ.λ.π., ήθελε πρωτίστως να τον πληροφορήση ότι ήταν δικό Του θέλημα να εργασθή την σαλότητα αυτή. Σαν παιδί νεαρό, που ήταν, είχε πόθο να μαρτυρήση για τον Θεό, αλλά τότε δεν υπήρχε μαρτύριο. Σκεπτόταν πως να ευαρεστήση στον Θεό και με τις σκέψεις αυτές αποκοιμήθηκε.
Τότε βλέπει ένα στάδιο, όπου γινόταν αγωνίσματα. Από την μία πλευρά ήταν άγιοι άνθρωποι λευχείμονες κι από την άλλη μαύρα δαιμόνια. Και σηκώνεται ένας μεγάλος πειρασμός, ένας διάβολος στην θεωρία μεγάλος, που μιλούσε υπερήφανα, εγωϊστικά κι απειλητικά εναντίον των λευχειμόνων αγίων ανθρώπων.
Μεταξύ τους οι άγιοι έλεγαν: «Εγώ πάλαιψα μαζί του την τάδε χρονολογία, άλλος την τάδε, άλλος με μαρτύριο, άλλος με ομολογία, άλλος με άσκησι, άλλος με αρετή κ.λ.π. Τώρα ποιος μένει να παλαίψη μαζί του;» Κι ακούγεται φωνή: «Ο Ανδρέας!» Μόλις ο Ανδρέας είδε τον πειρασμό έτσι μεγάλο, στην αρχή φοβήθηκε. Τότε είδε να κάθεται σ’ ένα τραπέζι ένας νεαρός και να λάμπη γύρω όλος ο τόπος από φως. Επάνω στο τραπέζι είχε δύο στεφάνια. Το ένα στεφάνι ήταν από μαργαριτάρια κι από χρυσά και το άλλο ήταν από άνθη του ουρανού. Πήγε κοντά του και λέγει:
– Πόσο τα πουλάς αυτό;
– Νεαρέ μου, αυτά δεν αγοράζονται με χρήματα αυτού του κόσμου. Αγοράζονται με την πάλη με εκείνον τον μαύρο. Όποιος παλαίψη μαζί του και τον νικήση, τα παίρνει και τα δύο.
– Εγώ θα παλαίψω να τα πάρω.
– Αφού θέλεις να παλάιψης, έλα μέσα να σου διδάξω την πάλη.
Κι άρχισε να τον διδάσκη, πως να παλαίψη με τον μαύρο και του λέγει:
– Όταν σε φέρη γύρω-γύρω, τότε χτύπησε τον σταυροειδώς και θα τον νικήσης.
Προχωρεί, τον καλεί σε πάλη κι αρχίζει ο αγώνας. Στην αρχή φαινόταν να νικά ο διάβολος, αλλά μετά ενθυμούμενος τον τρόπο της πάλης, που του είχε διδάξει ο Κύριος, τον χτύπησε σταυροειδώς και τον νέκρωσε. Τότε οι λευχείμονες τον πήραν στα χέρια σαν νικητή και τον πήγαν στον Κύριο και ο Κύριος του έδωσε τα δύο στεφάνια λέγοντας:
– Από του νυν γίνε δι’ Εμέ σαλός, πτωχός, ρακένδυτος και θα σε αξιώσω της Βασιλείας Μου.
Από τότε του δόθηκε μία χάρις, να μπορή να κάνη τον σαλό δια τον Χριστόν κι έγινε πτωχός και ρακένδυτος και τελικά κέρδισε το στεφάνι της νίκης.
Με τις τρικυμίες της ζωής μαθαίνουμε εκ πείρας της προσευχής την μεγάλη ωφέλεια, την λύτρωσι. Χωρίς προσευχή δεν δυνάμεθα να αντιμετωπίζουμε την σφοδρότητα της τρικυμίας. Τα μποφώρ σηκώνονται συνεχώς από θλίψεις, στενοχώριες, βάσανα ή από τα παιδιά και τους συζύγους, τους συγγενείς, ή τα οικονομικά, τις ασθένειες, τα δαιμόνια, τα πάθη μας. Κάθε στιγμή έχουμε πειρασμό και φουρτούνα μεγάλη ή μικρή.
Τότε χρειαζόμεθα αμέσως το φάρμακο της προσευχής. Να γονατίζουμε, να σηκώνομαι τα χέρια μας, να ικετεύουμε, να δεώμεθα και να κλαίμε και ο Θεός θα απαντά από τον ουρανό. Να μην απελπιζώμεθα, όταν τα μαύρα κύματα της ζωής μας απειλούν. Όλα κατευνάζονται, όλα ισοπεδώνονται.
Ἁγίου Ἰσαάκ τοῦ Σύρου
Ὅσο ὁ ἄνθρωπος τελειοποιεῖται στήν ἀρετή, τόσο περισσότερο πλησιάζει τόν Θεό καί Τόν ἀκολουθεῖ. Ὅπως ὅταν ρίχνει κανείς ξερά ξύλα στή φωτιά, αὐτή δύσκολα σβήνει, ἔτσι κι αὐτός πού ἀγαπάει ἀληθινά τόν Θεό· ἡ ἀγάπη του ὅλο καί αὐξάνει, ὅσο προοδεύει στήν ἀρετή.

π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
Η αντίληψη ότι ο Θεός είναι ο παντοδύναμος και εμείς οι αδύνατοι, ότι Εκείνος κάνει ό,τι θέλει και όποτε θέλει και εμείς εξαρτώμαστε από Αυτόν, δημιουργεί μια αίσθηση δουλικότητας. Άλλωστε, στα μυστήρια ο ιερέας δεν λέει πριν από το όνομα «Ο δούλος του Θεού...»;
Πώς, όμως, ο Χριστός λέει στους μαθητές Του και κατ’ επέκταση σε όσους Τον ακολουθούν: «Δε σας ονομάζω πια δούλους, γιατί ο δούλος δεν ξέρει τι κάνει ο κύριός του. Εσάς όμως σας ονόμασα φίλους, γιατί σας έκανα γνωστά όλα όσα άκουσα από τον Πατέρα μου» (Ιω. 15,15).
Όταν ο «Κύριος» αποκαλεί τους «δούλους» του φίλους, ο χαρακτηρισμός «Κύριος – δούλος» παύει να έχει την έννοια της απόστασης και της διάστασης. Και όταν, ακόμα, ο «Κύριος» προσφέρει τον εαυτό του και πεθαίνει για χάρη των δούλων Του, η δουλεία τους γίνεται ευλογία, χαρά και ελευθερία. Ο καθένας θέλει να ονομάζεται «δούλος» τέτοιου «Κυρίου».
Τότε το θέλημά Του κρύβεται στο δικό σου, δηλαδή αυτό που στο βάθος της καρδιάς σου υπάρχει, ακόμα και αν η λογική έχει αντίθετη άποψη. Ο Θεός μας, ως Θεός της καρδίας, σε αυτήν απευθύνεται και με αυτήν επικοινωνεί.
Σε θλιβερά γεγονότα της ζωής ακούμε το: «Ε, τι να κάνουμε; Έτσι ήθελε ο Θεός! Ας το δεχτούμε και ας υπακούσουμε στο θέλημά Του». Βέβαια, ο Θεός ως αγάπη βλέπει το αληθινό συμφέρον μας, που εμείς αγνοούμε. Εδώ είναι που χρειάζεται να αποκτήσουμε πίστη - εμπιστοσύνη σε Αυτόν που μας αγαπά με πάθος, αδιάκοπα και τέλεια. Κι ακόμα, ότι στο Θεό δεν ισχύει το «αποφασίζουμε και διατάσσουμε», αλλά το «συμπορεύομαι».
Στον κόσμο του θανάτου κάθε μορφής, του πόνου και της αδικίας, ο Θεός δεν έχει θέση, δεν είναι ο αίτιος! Γνωρίζει, βέβαια, τέτοιο κόσμο, γιατί μπήκε σε αυτόν με την ενανθρώπησή Του και άρα ξέρει τι σημαίνει για μας η θλίψη, η αποτυχία, η αδυναμία να κάνουμε ό,τι επιθυμούμε. Ως φίλος συμπάσχει και ως Θεός συμπορεύεται.
Αν έχεις τα πιο πάνω, αφήνεσαι στο θέλημά Του το ωραίο και άγιο, και αποδέχεσαι ό,τι παραχωρήσει, γιατί ξέρεις εμπειρικά πια ότι τον τελευταίο λόγο δεν τον έχει ο διάβολος με τη δύναμη του θανάτου, αλλά ο Χριστός που τον νίκησε και μας έδωσε ζωή και «περισσόν ζωής».
π. Δημητρίου Μπόκου
Η κλήση των πρώτων αποστόλων τονίζεται εμφαντικά στο Ευαγγέλιο. Ο Χριστός συνάντησε την πρώτη τετράδα των μαθητών του, Ανδρέα και Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη, εν ώρα της εργασίας τους, «ήσαν γαρ αλιείς», μίλησε ενώπιόν τους περί της Βασιλείας του Θεού και τους κάλεσε να τον ακολουθήσουν. Και οι πρώτοι μαθητές, σαγηνευμένοι από όσα είδαν και άκουσαν, υπάκουσαν στο κάλεσμά του και «αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ» (Κυριακή Α΄ Λουκά).
Όλοι οι απόστολοι έγιναν «κλητοί Ιησού Χριστού», έλαβαν από το ίδιο το στόμα του Χριστού την κλήση να τον ακολουθήσουν και το έπραξαν αυτό με απόλυτη συνέπεια μέχρις εσχάτης πνοής. Προβάλλουν το γεγονός της κλήσης τους ως τεκμήριο της θεϊκής τους αποστολής και της αυθεντικότητας του κηρύγματός τους, όμως δεν παραλείπουν να τονίζουν ότι δεν είναι οι μόνοι κλητοί από τον Θεό. Μας υπενθυμίζουν ότι και όλοι εμείς, οι πιστοί, είμαστε «κλητοί Ιησού Χριστού». Ο Παύλος, π. χ., τιτλοφορούμενος «κλητός απόστολος Ιησού Χριστού διά θελήματος Θεού», επιστέλλει «πάσι… κλητοίς αγίοις». Είστε και σεις, λέει, οι αποδέκτες όλοι των επιστολών μου, «κλητοί Ιησού Χριστού» (Α΄ Κορ. 1, 1. Ρωμ. 1, 1-7).
Μια μεγάλη τιμητική κλήση έχει επιφυλαχθεί από τον Θεό για όλους μας. Είμαστε η εκλογή του Κυρίου, οι «ηγαπημένοι υπό Θεού». Μας διάλεξε η αγάπη του Θεού «προ καταβολής κόσμου είναι ημάς αγίους και αμώμους», με σκοπό να γίνουμε άγιοι κι εμείς, αφού αυτός που μας κάλεσε είναι άγιος. Μας διάλεξε ο Θεός απ’ αρχής, προ πάντων των αιώνων, «εις σωτηρίαν», που την εξασφαλίζει ο αγιασμός του Αγίου Πνεύματος και η αληθινή πίστη. Μας κάλεσε «εις περιποίησιν της δόξης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Αδιανόητο μεγαλείο! Εμείς, οι μικροί άνθρωποι, να αποκτήσουμε τη δόξα του Χριστού! Να γίνουμε «θείας κοινωνοί φύσεως». Μας προόρισε ο Θεός «εις υιοθεσίαν διά Ιησού Χριστού». Μπορούσε να υπάρξει κάτι πιο τιμητικό από αυτό για τον άνθρωπο; (Α΄ Θεσ. 1, 4. Α΄ Πέτρ. 1, 15. Εφ. 1, 4. Β΄ Θεσ. 2, 13-14. Β΄ Πέτρ. 1, 3).
Έγινε έτσι η αποκάλυψη «μυστηρίου χρόνοις αιωνίοις σεσιγημένου». Φανερώθηκε το προαιώνιο σχέδιο του Θεού (Ρωμ. 14, 24).
Και τώρα; Ο Θεός έκανε απ’ τη μεριά του το τέλειο. Εμείς όμως τί κάνουμε; Έχουμε κατανοήσει ότι είμαστε «κλήσεως επουρανίου μέτοχοι»; (Εβρ. 3, 1). Το θεωρούμε τιμή μας αυτό; Αν μας καλούσε ένας δυνατός επίγειος άρχοντας, θα αδιαφορούσαμε; Θα περιφρονούσαμε την κλήση του; Ή θα σκοτωνόμασταν να ανταποκριθούμε;
Το ίδιο, λένε οι απόστολοι, να κάνουμε και απέναντι στον Θεό. «Αξίως περιπατήσαι της κλήσεως» που έχουμε λάβει (Εφ. 4, 1). Μας κάλεσε ο Θεός να γίνουμε γνήσια παιδιά του. Ας ζήσουμε ανάλογα. Μη μείνουμε απλώς κλητοί, ας γίνουμε εκλεκτοί. Μα εμείς νομίζουμε ότι υποχρεώσεις προς τον Θεό έχουν μόνο οι απόστολοι και οι μοναχοί. Όσοι αφιερώνονται αποκλειστικά σ’ αυτόν.
Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος όμως διαφωνεί.
Βλέπω, λέει, πολλούς κοσμικούς να τεμπελιάζουν για τα πνευματικά και να λένε: Πώς είναι δυνατόν παντρεμένοι άνθρωποι εμείς, με πλήθος κοινωνικές υποχρεώσεις, να ανταποκριθούμε στην κλήση του Θεού;
Σ’ αυτούς λοιπόν απαντώ: Όλα τα καλά που μπορείτε να κάνετε, κάντε τα. Μην περιγελάσετε κανένα, μην κλέψετε κανένα, μην πείτε ψέματα σε κανένα, μην περιφρονήσετε κανένα, μη μισήσετε κανένα. Μην απουσιάζετε από τις λειτουργικές συνάξεις (από τη Θεία Λειτουργία), να συμπονάτε τους φτωχούς, μη σκανδαλίσετε κανένα. Ξένο πράγμα μην αγγίξετε. Να αρκείσθε στη γυναίκα σας. Αν κάνετε έτσι, δεν είστε μακριά από τη Βασιλεία των ουρανών (Κλίμαξ, Λόγος Α΄, Περί αποταγής, 42).
Να, που δεν είναι και τόσο εξωπραγματικά εν τέλει τα όσα μας ζητάει ο Θεός.

Πρωτότυπο Κείμενο
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἑστὼς ὁ Ἰησοῦς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ, εἶδε δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ᾿ αὐτῶν ἀπέπλυναν τὰ δίκτυα. Ἐμβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν τοῦ Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους. Ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Σίμων εἶπεν αὐτῷ· ἐπιστάτα, δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον. Καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν. Καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά. Ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν Ἰησοῦ λέγων· ἔξελθε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε· θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον, ὁμοίως δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι. Καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ Ἰησοῦς· μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν. Καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν, ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ.
Νεοελληνική Απόδοση
Εκείνο τον καιρό, καθώς ο Ιησούς στεκόταν στην όχθη της λίμνης Γεννησαρέτ, είδε δύο ψαροκάικα στην άκρη της λίμνης. Οι ψαράδες είχαν κατέβει απ’ αυτά και έπλεναν τα δίχτυα. Εκείνος ανέβηκε σ’ ένα από τα ψαροκάικα, σ’ αυτό που ήταν του Σίμωνα, και τον παρακάλεσε να τραβηχτεί λίγο από την ξηρά. Κάθισε στο ψαροκάικο και απ’ αυτό δίδασκε τα πλήθη. Όταν τελείωσε την ομιλία του, είπε στο Σίμωνα: «Πήγαινε στα βαθιά και ρίξτε τα δίχτυα σας για ψάρεμα». Ο Σίμων του αποκρίθηκε: «Διδάσκαλε, όλη τη νύχτα παιδευόμασταν και δεν πιάσαμε τίποτε· επειδή όμως το λες εσύ, θα ρίξω το δίχτυ». Το έριξαν κι έπιασαν πάρα πολλά ψάρια, τόσα που το δίχτυ τους άρχισε να σκίζεται. Με νεύματα ειδοποίησαν τους συνεταίρους τους, που ήταν στο άλλο πλοίο να έρθουν να τους βοηθήσουν. Εκείνοι ήρθαν και γέμισαν και τα δύο ψαροκάικα σε σημείο που να κινδυνεύουν να βυθιστούν. Όταν ο Σίμων Πέτρος είδε τι έγινε, έπεσε στα γόνατα του Ιησού και του είπε: «Βγες από το καΐκι μου, Κύριε, γιατί είμαι άνθρωπος αμαρτωλός». Αυτά τα είπε γιατί είχε κυριευτεί από δέος, αυτός και όλοι όσοι ήταν μαζί του, για τα πολλά ψάρια που είχαν πιάσει. Το ίδιο συνέβη και με τα παιδιά του Ζεβεδαίου, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, που ήταν συνεργάτες του Σίμωνα. Ο Ιησούς τότε είπε στο Σίμωνα: «Μη φοβάσαι, από τώρα θα ψαρεύεις ανθρώπους». Ύστερα, αφού τράβηξαν τα ψαροκάικα στη στεριά, άφησαν τα πάντα και τον ακολούθησαν.
Αρχαίο κείμενο
Αδελφοί, ὑμεῖς ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι «ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός. Διὸ ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ». Ταύτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ.
Αδελφοί, ἐσεῖς εἶστε ναός τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ὅπως ὁ ἴδιος εἶπε: Θά κατοικήσω ἀνάμεσά τους καί θά πορεύομαι μαζί τους. Θά εἶμαι Θεός τους, κι αὐτοί θά εἶναι λαός μου. Γι΄ αὐτό λέει ὁ Κύριος: Φύγετε μακριά ἀπ΄ αὐτούς καί ξεχωρίστε. Μήν ἀγγίζετε ἀκάθαρτο πράγμα, κι ἐγώ θά σᾶς δεχτῶ. Θά εἶμαι γιά σᾶς ὁ πατέρας, κι ἐσεῖς θά εἶστε γιοί καί θυγατέρες μου, λέει ἀκόμα ὁ παντοκράτορας Κύριος. Ἀφοῦ λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ἔχουμε αὐτές τίς ὑποσχέσεις, ἄς καθαρίσουμε τούς ἑαυτούς μας ἀπό καθετί πού μολύνει τό σῶμα καί τήν ψυχή. Ἄς ζήσουμε μία ἅγια ζωή μέ φόβο Θεοῦ.