Τη
Μεγάλη Τετάρτη ακόμα και αυτοί που δεν έρχονται στην Εκκλησία όλο τον
χρόνο θα έρθουν αυτή την ημέρα για να πάρουν το λαδάκι του Ευχελαίου. Ο
λόγος; Στους περισσότερους παγανιστικός. Να πάρουμε λάδι για να έχουμε
υγεία, μην πάθουμε κάτι κακό και πεθάνουμε.
Λυπάμαι,
αλλά ο Χριστός μας χαλάει τα σχέδια. Δεν ήρθε για να μας δώσει
βιολογική υγεία για περισσότερα χρόνια. Τέτοιος Χριστός δεν υπάρχει και
φυσικά τέτοια ζωή δεν έχει νόημα. Για άλλους λόγους ήρθε. Ας τους
αναζητήσουμε. Η υγεία είναι καλή αλλά θα τη χάσουμε κάποια στιγμή. Είναι
το μοναδικό δεδομένο. Αν η παράταση και η συνέχιση της βιολογικής ζωής
δεν είναι συνδεδεμένη με την καλλιέργεια της μετάνοιας, τότε είναι για
πέταμα. Δεν λέμε βέβαια, ότι είναι κακό όταν κάποιος πονάει, να θέλει να
γίνει καλά. Όλους τους αγκαλιάζουμε, αλλά μην θεοποιούμε την υγεία και
τη παράταση της ζωής.
Τέλος,
άλλη μια πλάνη. Το Ευχέλαιο, δεν μας δίνει «πνευματική άδεια» για να
κοινωνήσουμε. Πολλοί νομίζουν ότι επειδή πήγανε στο Ευχέλαιο, παίρνουν
άδεια από «τη σημαία» για να κοινωνήσουν. Χωρίς αγώνα για καθαρή καρδιά,
συντριβή και πόθο για ένωση με τον Χριστό δεν έχει κανένα νόημα το
Μυστήριο της Θείας Κοινωνίας.
ΥΓ.
Υπάρχουν κάποιες κυρίες με σύριγγα στην τσέπη ώστε πηγαίνουν στο τέλος
για να «αρμέξουν» το λαδάκι του Ευχελαίου. Χαλαρώστε λιγάκι, η ευλογία
δεν πάει με το κιλό, δεν είμαστε στο super market, αλλά με τον πόθο και
τη μετάνοια της καρδιάς.
Έτσι για την ιστορία . . . Καλή μετάνοια να έχουμε όλοι μας…
Το
απόγευμα της Μεγάλης Τετάρτης τελείται το μυστήριο του Μεγάλου
Ευχελαίου.Κατά τη διάρκεια του, διαβάζονται επτά Ευαγγέλια και επτά
Ευχές. Με αυτό τον τρόπο ευλογείται το λάδι με το οποίο ο ιερέας
«σταυρώνει» τους πιστούς στο μέτωπο, στο πιγούνι, στα μάγουλα και στις
παλάμες.
Η θεία σύσταση του Μυστηρίου αυτού αναφέρεται από τον Αδελφόθεο Ιάκωβο: «Εάν
κάποιος από σας είναι άρρωστος, ας προσκαλέσει τους πρεσβυτέρους της
Εκκλησίας και ας προσευχηθούν γι’ αυτόν, αφού τον αλείψουν με έλαιο στο
όνομα του Κυρίου. Και η προσευχή που γίνεται με πίστη, θα θεραπεύσει τον
ασθενή. Ο Κύριος θα τον σηκώσει από το κρεβάτι της αρρώστιας, και αν
έχει κάνει αμαρτίες θα του συγχωρηθούν».
Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφερόμενος στους λόγους του Αδελφόθεου, γράφει ότι «η αποστολική διδασκαλία, αποδεικνύεται δια των πραγμάτων αληθινή. Επειδή
όταν μαζευτούν οι άγιοι ιερείς… και τελέσουν το ιεροπρεπέστατο μυστήριο
του θείου Ευχελαίου, βλέπουμε φανερά πολλούς ασθενείς ή να
μεταβάλλονται προς το καλύτερο ή και τελείως να θεραπεύονται. Πρώτον μεν
δια της επικλήσεως του ονόματος του Κυρίου και της θείας του Χρίστου
και παντοδυνάμου Χάριτος. Δεύτερον δια της χρίσεως του πνευματικού
ελαίου και τρίτον δια της θερμής και πιστής προσευχής των ιερωτάτων
ανδρών. Ώστε από τούτο κινούμεθα να στοχαστούμε ως αληθές και εκείνο
όπου λέγει ακολούθως ο μέγας Αδελφόθεος, ότι και αι αμαρτίαι όπου
έπραξεν ο ασθενών συγχωρούνται παρά Κυρίου δια της δεήσεως των αγίων
ιερέων και αρχιερέων Του».
Η πρωταρχική σημασία του αγίου Ευχελαίου είναι η προσευχή των ιερέων για τους ασθενείς αδελφούς μας.
Μαζί με τη θεραπεία του σώματος δίνεται από την Εκκλησία και η άφεση των αμαρτιών.
Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι το Ευχέλαιο αντικαθιστά την ιερά
Εξομολόγηση. Αλλά επειδή πολλές φορές μία σωματική ασθένεια είναι
συνέπεια μιας αμαρτίας, ο Χριστός συνέδεσε την άφεση των αμαρτιών με τη
θεραπεία του σώματος. Το βλέπουμε αυτό και στη περίπτωση των Μαθητών του
Χριστού. Όταν τους εξέλεξε ο Κύριος και τους έστειλε στο κήρυγμα,
κήρυτταν ότι πρέπει να μετανοήσουν οι άνθρωποι· έβγαζαν δαιμόνια και
άλειφαν τους αρρώστους με λάδι και τους θεράπευαν.
Η άφεση των αμαρτιών που λαμβάνουμε με το ιερό Ευχέλαιο
προϋποθέτει τη μετάνοια μας και την τέλεση του μυστηρίου της
Εξομολογήσεως. Αυτός είναι ο λόγος που γίνεται το μυστήριο του
Ευχελαίου στο Ναό για όλους τους πιστούς κατά τη Μεγάλη Τετάρτη και τη
παραμονή των Χριστουγέννων, ημέρες κατά τις οποίες οι πιστοί έχουν
προετοιμαστεί με την Εξομολόγηση για τη συμμετοχή τους στην θεία
Κοινωνία.
Κατά την τέλεση του μυστηρίου του Ευχελαίου διαβάζεται ένας Κανόνας,
ψάλλονται αρκετά τροπάρια διαφόρων Αγίων και κατόπιν διαβάζονται επτά
Αποστολικές και επτά Ευαγγελικές περικοπές. Ακολουθεί η ανάγνωση επτά
Ευχών. Όλη αυτή η θαυμάσια ιερολογία εκφράζει την φιλανθρωπία και το
έλεος του Κυρίου που προσφέρεται αφθονοπάροχα στους ασθενείς αδελφούς
μας.
Στην πρώτη από τις Ευχές ο λειτουργός παρακαλεί τον Κύριο: «Ας
γίνει, Κύριε, το έλαιο τούτο έλαιο αγαλλιάσεως, έλαιο αγιασμού, ένδυμα
βασιλικό, θώρακας δυνάμεως, αγαλλίαμα καρδίας, ευφροσύνη αιώνια».
Σε άλλη πάλι Ευχή παρακαλούμε το Κύριο να ενώσει το έλεός Του με το άγιο
έλαιο, και σε όσους χρίονται από αυτό, να είναι για τη θεραπεία της
ψυχής και του σώματός τους. Λέει ο λειτουργός: «Κύριε, στείλε από τον
ουρανό την ιατρική σου δύναμη. Ακούμπησε το άρρωστο σώμα, σβήσε τον
πυρετό. Γίνε γιατρός του δούλου Σου. Σήκωσε τον από το κρεβάτι του πόνου
και χάρισε τον στην Εκκλησία σου σώο και υγιή».
Όπως είπαμε, η συμμετοχή του πιστοί στο Ευχέλαιο γίνεται με την
προσευχή του και με τη χρίση που του κάνει ο ιερέας με το άγιο έλαιο.
Καθώς τον χρίει, παρακαλεί το Θεό: «Πάτερ άγιε, ιατρέ των ψυχών και
των σωμάτων, Σι που έστειλες το Μονογενή σου Υιό, για να θεραπεύσει κάθε
αρρώστια και να λυτρώσει από το θάνατο, θεράπευσε και αυτόν το δούλο
Σου από την ψυχική και σωματική αρρώστια που τον κατέχει και ζωοποίησέ
τον με τη χάρη του Χριστού».
Πρέπει βέβαια να γνωρίζουμε ότι μετά από την τέλεση του Ευχελαίου δεν
ακολουθεί πάντοτε η θεραπεία του ασθενούντος. Εάν θα δοθεί η θεραπεία
από το Χριστό, αυτό θα το κρίνει ο Ίδιος. Ασφαλώς όμως το Μυστήριο, με
τη χάρη του Κυρίου, δίνει ουράνια παρηγοριά στον ασθενή, για να μπορέσει
αυτός να δεχτεί την αρρώστια με υπομονή.
Κάθε φορά που αντιμετωπίζουμε μία αρρώστια ψυχική ή πνευματική, ο
Χριστός μας καλεί να προσέλθουμε σ’ Αυτόν, που είναι ο φιλάνθρωπος
ιατρός των ψυχών και των σωμάτων, να ζητήσουμε το έλεος Του για τη
θεραπεία μας και να εμπιστευθούμε στην αγάπη Του ότι θα μας δώσει τα
καλά και συμφέροντα για τη ψυχή μας.
Εάν προσερχόμαστε στο Κύριο μ’ αυτή τη πίστη, τότε το ιερό
Ευχέλαιο, θα γίνει η σωτηρία μας. Ο Κύριος θα μας αναστήσει και θα μας
κροτήσει κοντά Του για πάντα. Αμήν.
Αδελφοί μου, καθώς αρχίζουν να ηχούν οι κατανυκτικοί ύμνοι
των αγίων ημερών αυτών, η Εκκλησία μάς εισάγει σε μια πορεία βαθιά και
ιερή, σε μια πορεία που δεν είναι απλώς ανάμνηση γεγονότων, αλλά βίωμα
μυστηρίου.
Οι ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδος δεν έρχονται να μας
πληροφορήσουν, αλλά να μας μεταμορφώσουν· να μας οδηγήσουν από την
επιφάνεια στο βάθος, από τη συνήθεια στην εγρήγορση, από τη λήθη στη
ζωντανή σχέση με τον Χριστό.Μέσα από ύμνους, εικόνες και σιωπές,
ξεδιπλώνεται μπροστά μας το δράμα της θείας αγάπης· ο Χριστός πορεύεται
εκούσια προς το Πάθος, όχι ως θύμα αδυναμίας, αλλά ως Νυμφίος που
προσφέρεται για τον άνθρωπο. Και εμείς καλούμαστε όχι να
παρακολουθήσουμε από μακριά, αλλά να συμπορευθούμε, να αναγνωρίσουμε τον
εαυτό μας μέσα σε αυτή την πορεία, να δούμε τις πτώσεις, τις αρνήσεις,
αλλά και τη δυνατότητα της επιστροφής.
Είναι μια πρόσκληση σε εγρήγορση καρδιάς, σε αλήθεια, σε μετάνοια που
δεν είναι φόβος, αλλά άνοιγμα προς την αγάπη του Θεού. Γιατί σε κάθε
ακολουθία, σε κάθε λόγο, σε κάθε σιωπή αυτών των ημερών, ο Χριστός
στέκεται και πάλι μπροστά μας και περιμένει· περιμένει όχι την
τελειότητά μας, αλλά τη διάθεσή μας να Του ανοίξουμε.Ας μπούμε, λοιπόν,
σε αυτή την αγία πορεία με ταπείνωση και εσωτερική προσοχή, όχι ως
θεατές, αλλά ως άνθρωποι που διψούν για ζωή. Και τότε θα ανακαλύψουμε
πως μέσα από το Πάθος αρχίζει ήδη να γεννιέται το φως, και πως η νύχτα
της ανθρώπινης αδυναμίας γίνεται τόπος συνάντησης με την άπειρη αγάπη
του Θεού.«Ιδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται…»· και ο λόγος αυτός δεν είναι
απλώς λειτουργική φράση, αλλά αποκάλυψη μιας σχέσεως· ο Χριστός
παρουσιάζεται ως Νυμφίος, δηλαδή ως Εκείνος που αγαπά μέχρι τέλους, που
προσφέρει τον εαυτό Του ολοκληρωτικά, που ζητά όχι δούλους αλλά πρόσωπα,
όχι υποταγή αλλά κοινωνία αγάπης.
Και εδώ φανερώνεται το βαθύτερο θεολογικό νόημα: ο Θεός δεν εισβάλλει
στη ζωή μας· δεν επιβάλλεται· στέκεται «ἔξωθεν» και κρούει. Η
παντοδυναμία Του μεταμορφώνεται σε ταπείνωση, και η δόξα Του σε σιωπηλή
αναμονή. Αυτό είναι το παράδοξο της θείας αγάπης: ενώ μπορεί τα πάντα,
επιλέγει να περιμένει την ελευθερία μας. Έτσι, η συνάντηση Θεού και
ανθρώπου δεν γίνεται με βία, αλλά με συγκατάθεση καρδιάς.Κι όμως, η
καρδιά μας συχνά είναι κουρασμένη, διασπασμένη, γεμάτη από μέριμνες και
θορύβους. Ζούμε σε μια επιφάνεια πραγμάτων, με «φύλλα πολλά», αλλά χωρίς
τον καρπό της ζωντανής σχέσεως με τον Θεό. Η εικόνα της άκαρπης συκιάς
δεν είναι μια απλή ηθική διδασκαλία· είναι μια υπαρξιακή αποκάλυψη: ο
άνθρωπος μπορεί να φαίνεται ζωντανός, αλλά να είναι εσωτερικά
αποξηραμένος, να έχει εξωτερική ευσέβεια αλλά εσωτερική απουσία.
Και τότε έρχεται ο Νυμφίος… όχι για να καταστρέψει, αλλά για
να αναστήσει· όχι για να απορρίψει, αλλά για να αναζητήσει· όχι για να
καταγγείλει, αλλά για να καλέσει. Έρχεται μέσα στη «νύχτα», δηλαδή μέσα
στην άγνοια, στον φόβο, στην πτώση μας. Δεν περιμένει να γίνουμε άξιοι·
έρχεται για να μας καταστήσει ικανούς να αγαπήσουμε. Αυτό είναι το
σωτηριολογικό βάθος της Εκκλησίας: δεν σώζεται ο άνθρωπος επειδή αξίζει,
αλλά επειδή αγαπιέται.Και μπροστά σε αυτή την αγάπη, γεννιέται
το ερώτημα της προσωπικής μας ανταπόκρισης. Δεν είναι ένα θεωρητικό
ερώτημα· είναι υπαρξιακό. Θα ανοίξουμε ή θα παραμείνουμε κλειστοί; Θα
Τον δεχθούμε ή θα Τον αφήσουμε να περάσει; Η σωτηρία δεν είναι κάτι
αφηρημένο· είναι μια συνάντηση, μια στιγμή όπου η καρδιά λέει «ναι».Ίσως
να μην έχουμε πολλά να προσφέρουμε. Ίσως η προσευχή μας να είναι
αδύναμη, η πίστη μας ταραγμένη, η ζωή μας γεμάτη αντιφάσεις. Κι όμως,
αυτό που ζητά ο Χριστός δεν είναι η τελειότητα, αλλά η αλήθεια. Ένα
ταπεινό άνοιγμα, μια ειλικρινής κίνηση, ένα βαθύ και αληθινό «Κύριε,
έλα».
Και τότε αρχίζει να συντελείται το θαύμα της χάριτος: η καρδιά που
ήταν παγωμένη αρχίζει να θερμαίνεται, η ψυχή που ήταν σκοτεινή
φωτίζεται, ο άνθρωπος που ήταν μόνος βρίσκει κοινωνία. Η παρουσία του
Νυμφίου δεν καταργεί απλώς το σκοτάδι· το μεταμορφώνει σε τόπο
συνάντησης, σε τόπο ζωής.
Ας μην αφήσουμε, λοιπόν, αυτή τη στιγμή να περάσει. Ας μην
μείνουμε στην επιφάνεια των πραγμάτων. Ας τολμήσουμε να σταθούμε
αληθινά, να δούμε τον εαυτό μας, να αισθανθούμε την ανάγκη μας για τον
Θεό. Και μέσα σε αυτή την αλήθεια, ας Του ανοίξουμε.Γιατί ο Νυμφίος δεν
έρχεται για να μας βρει έτοιμους, αλλά για να μας κάνει έτοιμους· δεν
έρχεται για να επιβεβαιώσει τη δικαιοσύνη μας, αλλά για να θεραπεύσει
την ύπαρξή μας· δεν έρχεται για να μείνει έξω, αλλά για να κατοικήσει
μέσα μας.Και τότε, ακόμη κι αν όλα γύρω μοιάζουν νύχτα, μέσα μας θα έχει
ήδη αρχίσει να ανατέλλει το φως.
Μεγάλη Τετάρτη– Γυνή, βαλούσα σώματι Χριστού μύρον, Την Νικοδήμου προύλαβε σμυρναλόην.
Κατά την Μεγάλη Τετάρτη επιτελούμε ανάμνηση του γεγονότος της αλείψεως
του Κυρίου με μύρο από μια πόρνη γυναίκα. Επίσης φέρεται στη μνήμη μας, η
σύγκλιση του Συνεδρίου των Ιουδαίων, του ανωτάτου δηλαδή Δικαστηρίου
τους, προς λήψη καταδικαστικής αποφάσεως του Κυρίου, καθώς και τα σχέδια
του Ιούδα για προδοσία του Διδασκάλου του.
Δύο μέρες πριν το Πάσχα, καθώς ο Κύριος ανέβαινε προς τα Ιεροσόλυμα, κι
ενώ βρισκόταν στο σπίτι στου λεπρού Σίμωνα, τον πλησίασε μια πόρνη
γυναίκα κι άλειψε το κεφάλι Του με πολύτιμο μύρο. Η τιμή του ήταν γύρω
στα τριακόσια δηνάρια, πολύτιμο άρωμα και γι’ αυτό οι μαθητές την
επέκριναν και περισσότερο απ’ όλους ο Ιούδας.
Γνώριζαν οι μαθητές καλά πόσο μεγάλο ζήλο έδειχνε πάντοτε ο Χριστός
για την ελεημοσύνη προς τους φτωχούς. Ο Χριστός όμως την υπερασπίσθηκε,
για να μην αποτραπεί απ’ το καλό της σκοπό. Ανέφερε μάλιστα και τον
ενταφιασμό Του, προσπαθώντας να αποτρέψει τον Ιούδα από τη προδοσία,
αλλά μάταια. Τότε απέδωσε στη γυναίκα την μεγάλη τιμή να διακηρύσσεται
το ενάρετο έργο της σε ολόκληρο την οικουμένη.
Ο Ιερός Χρυσόστομος υποστηρίζει ότι δύο ήταν οι γυναίκες που άλειψαν
με μύρο τον Κύριο. Οι τρεις πρώτοι Ευαγγελιστές αναφέρουν μια και την
ίδια γυναίκα, που πήρε την ονομασία πόρνη. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης όμως
κάνει λόγο για άλλη γυναίκα, αξιοθαύμαστη και σεμνή, τη Μαρία την αδελφή
του Λαζάρου, που άλειψε τα άχραντα πόδια Του σκουπίζοντας τα με τις
τρίχες των μαλλιών της.
Απολυτίκιον: Ήχος πλ. δ’.
Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός, και μακάριος ο δούλος, ον
ευρήσει γρηγορούντα, ανάξιος δε πάλιν, ον ευρήσει ραθυμούντα. Βλέπε ούν
ψυχή μου, μη τω ύπνω κατενεχθής, ίνα μη τω θανάτω παραδοθής, και της
βασιλείας έξω κλεισθής, αλλά ανάνηψον κράζουσα· Άγιος, Άγιος, Άγιος ει ο
Θεός, διά της Θεοτόκου ελέησον ημάς.
Τη μνήμη των Αγ. Αγάβου, Ρούφου, Φλέγων και Ασύγκριτου από τους 70 Αποστόλους τιμά σήμερα, 8 Απριλίου, η Εκκλησία μας.
Από αυτούς τους ιερούς Αποστόλους, ο μεν Άγαβος ήταν εκείνος που
αναφέρει ο ευαγγελιστής Λουκάς στις Πράξεις των Αποστόλων, ο όποιος αφού
πήρε τη ζώνη του Αποστόλου Παύλου, του έδεσε τα χέρια και τα πόδια και
προφήτευσε γι’ αυτόν αυτά:
«Τάδε λέγει το Πνεύμα το Άγιον. Τον άνδρα, ου εστίν ή ζώνη αυτή, ούτω
δήσουσιν εις Ιερουσαλήμ οι Ιουδαίοι και παραδώσουσιν εις χείρας εθνών»
(Πράξεις των Αποστόλων, κα’11). Πράγματι, έτσι και έγινε. Διότι όχι μόνο
έδεσαν τον Παύλο οι Ιουδαίοι, αλλά και προσπάθησαν να τον σκοτώσουν. Ο
Άγαβος, αφού κήρυξε το Ευαγγέλιο στο μέρος όπου ζούσε, αποδήμησε
ειρηνικά στον Κύριο.
Τον δε Ρούφο αναφέρει ο Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή:
«Άσπάσασθε Ρούφον τον έκλεκτόν εν Κυρίω και την μητέρα αυτού και έμοϋ»
(Προς Ρωμαίους, ιστ’ 13). Αυτός αργότερα έγινε επίσκοπος Θηβών στην
Ελλάδα.
Οι δε Φλέγων (που έγινε Επίσκοπος Μαραθώνος) και Ασύγκριτος,
αφού κήρυξαν το Ευαγγέλιο σε διάφορα μέρη του κόσμου, έφεραν πολλούς
απίστους στην αληθινή πίστη. Τελικά βασανίστηκαν με διάφορους τρόπους
από Ιουδαίους και Έλληνες, με αποτέλεσμα να πεθάνουν και οι δύο την ίδια
μέρα. Έτσι, πήραν από τον Κύριο τα ουράνια αγαθά, που προορίζονται για
τους αληθινούς εργάτες του Ευαγγελίου.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
Σε αρκετά συναξάρια, μαζί με τους παραπάνω αποστόλους εορτάζονται και οι Απόστολοι από τους Εβδομήκοντα Ερμής και Ηρωδίων.
Ο Απόστολος Ερμής έγινε Επίσκοπος Δαλματίας (τιμάται 5 Nοεμβρίου και 8 Mαρτίου) και κοιμήθηκε με ειρήνη.
Ο Απόστολος Ηρωδίων (τιμάται 10 Nοεμβρίου και 28 Mαρτίου) ανήκε στον
κύκλο των Εβδομήκοντα Αποστόλων του Κυρίου. Ακολουθώντας τους Αγίους
Αποστόλους βοηθούσε αυτούς στο κήρυγμα του Χριστού, προσφέροντας
υπηρεσίες σε όλους και υποτασσόμενος ως μαθητής του Χριστού, που έλεγε
ότι αυτός που θέλει να είναι πρώτος σε όλους, ας είναι υπηρέτης όλων και
διάκονος αυτών. Στην συνέχεια χειροτονήθηκε από αυτούς Επίσκοπος της
πόλεως των Νέων Πατρών και οδήγησε στην αλήθεια του Ευαγγελίου πολλούς
Εθνικούς. Επειδή όμως οι Ιουδαίοι τον φθόνησαν, συναθροίστηκαν εναντίων
του μαζί με τους ειδωλολάτρες, τον συνέλαβαν και τον βασάνισαν ανηλεώς.
Του συνέτριψαν το στόμα με πέτρες και του κτύπησαν την κεφαλή πάνω σε
ξύλα. Στην συνέχεια οι παράνομοι, ως άγριοι και αιμοβόροι κυνηγοί, τον
κατάσφαξαν με μαχαίρι. Έτσι παρέδωσε την μακάρια ψυχή του στον Κύριο,
για την αγάπη του Οποίου υπέστη μαρτυρικό θάνατο.
Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή,
την σήν αισθομένη Θεότητα μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν,
οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει.
Οίμοι! λέγουσα, ότι νύξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας,
ζοφώδης τε και ασέληνος έρως της αμαρτίας.
Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων,
ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ,
κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας,
ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει.
Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας,
αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις,
ων εν τω Παραδείσω Εύα το δειλινόν κρότον τοις ώσιν ηχηθείσα,
τω φόβω εκρύβη.
Αμαρτιών μου τα πλήθη
και κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει,
ψυχοσώστα Σωτήρ μου;
Μη με την σην δούλην παρίδης,
Ο αμέτρητον έχων το έλεος.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Κύριέ μου, Θεέ και πλαστουργέ μου, μια αμαρτωλή και
απεγνωσμένη γυναίκα, η οποία κυλιόταν, εδώ και χρόνια, στο βόρβορο
των πολλών και ακατανόμαστων αμαρτιών, αφότου ένοιωσε στα
κατάβαθα της ταραγμένης ψυχής της τη θεϊκή Σου φύση, ότι δεν είσαι
ένας απλός άνθρωπος, αλλά ο Σαρκωμένος Θεός, αισθάνθηκε την
ανάγκη να γίνει μυροφόρα, να αλείψει με πολύτιμα μύρα το άχραντο
Σώμα Σου, λίγο πριν τον σωματικό Σου θάνατο και ενταφιασμό Σου.
Όταν Σε πλησίασε άρχισε να κράζει με λυγμούς και οδυρμούς: Οϊμέ σε
μένα τη δύστυχη, αλίμονο μου, γιατί υπάρχει στην ψυχή μου
φωλιασμένη κατάμαυρη νυχτιά, μια μανιακή ροπή προς την ασωτία ένας
ολοσκότεινος, χωρίς φεγγάρι, ασυγκράτητος έρωτας προς την αμαρτία.
Δέξου Κύριέ μου τις αστείρευτες πηγές των δακρύων μου, Εσύ, που
μεταβάλλεις τα θαλάσσια νερά σε νεφέλες των ουρανών και γεμίζεις τις
απέραντες αποθήκες του ουράνιου θόλου. Λύγησε, μπροστά στους
αδιάκοπους και βαρείς αναστεναγμούς της καρδιάς μου και σκύψε να με
ακούσεις, Εσύ, που έγειρες και άνοιξες τους απέραντους ουρανούς για να
κατέβεις στη γη να σαρκωθείς και διά της ανείπωτης και ακατανόητης
αυτοταπείνωσής Σου, να επιτελέσεις τη σωτηρία του κόσμου.
Αισθάνομαι την ανάγκη να φιλήσω, με όλη τη δύναμη των χειλιών
μου, τα άχραντα και αμόλυντα ποδάρια Σου και αφού τα μουσκέψω και
τα πλύνω με τα πανάκριβά μου μυρωδικά, να ξεπλέξω τις πλούσιες
πλεξούδες του κεφαλιού μου, με αυτές, που σαγήνευα τους πορνικούς
μου πελάτες και να τα σφουγγίσω με τα μαύρα μου μαλλιά. Αυτά τα
αμόλυντα και θεϊκά ποδάρια, θα φιλήσω, θα μυρώσω και θα σκουπίσω,
των οποίων τα βήματα σαν άκουσε εκείνο το μοιραίο δειλινό στον
Παράδεισο η προμήτορα Εύα, από το φόβο της κρύφτηκε.
Ψυχοσώστη Σωτήρα μου, την πληθώρα των τόσων πολλών, μεγάλων
και ακατανόμαστων αμαρτημάτων μου, αλλά και των αβυσσαλέων
διαστάσεων κριμάτων Σου, ποιος άλλος μπορεί να τα καταλάβει και να
τα εξιχνιάσει, εκτός από Σένα; Γι’ αυτό σε ικετεύω από τα κατάβαθα της
ψυχής μου, μην με απορρίψεις την αχρεία δούλα Σου. Τολμώ να σε
επικαλεστώ, διότι Μόνος Εσύ, έχεις και σκορπίζεις τους αστείρευτους
οικτιρμούς και τα αμέτρητα ελέη Σου.
Ας αφήσουμε τα μεγάλα λόγια, την φλυαρία των λογισμών και ας πάρουμε τον άλλο μια αγκαλιά.
Το σώμα ξέρει καλύτερα να ηρεμεί την ταραχή του νου, από τις ακροβασίες των θεωριών.
Και για εκείνους που δεν έχουν κάποιον στην ζωή τους, ας αγκαλιάσουν τον εαυτό τους. Τότε θα συμβεί κάτι θαυμαστό.
Όσο
θα αγαπάς τα μέσα σου, όσο θα αποδέχεσαι τα σκοτάδια σου, όσο ο Χριστός
θα διαλύει τις βαθύτερες σκιές του είναι σου, τόσο κι οι άλλοι θα
ερωτεύονται αυτό που είσαι και εσύ είχες ξεχάσει στην σταυρική ψυχική
σου νύχτα.
Κατά την Μεγάλη Τρίτη
επιτελούμε ανάμνηση της περί των δέκα παρθένων γνωστής παραβολής του
Κυρίου. Η Εκκλησία μας καλεί να είμεθα έτοιμοι για να υποδεχθούμε,
κρατούντες τις λαμπάδες των αρετών μας, τον ουράνιον Νυμφίο, τον Κύριον
Ιησού, ο Οποίος θα έλθει αιφνίδια, είτε ειδικά κατά τη στιγμή του
θανάτου μας, είτε γενικά κατά τη Δευτέρα Παρουσία.
Επίσης μας καλεί, φέρουσα ενώπιό μας και τη παραβολή των ταλάντων, να
καλλιεργήσουμε και να αυξήσουμε τα χαρίσματα που μας έδωσε ο Θεός.
Ο Κύριός μας, ο Ιησούς Χριστός, όταν ανέβαινε στα Ιεροσόλυμα και
πλησίαζε προς το εκούσιο Πάθος, έλεγε στους μαθητές Του ορισμένες
παραβολές για να τους προετοιμάσει. Μερικές, μάλιστα, τις έλεγε για να
καυτηριάσει και να χτυπήσει του Γραμματείς και τους Φαρισαίους.
Μια από αυτές, τη σημερινή των δέκα παρθένων, την είπε για να
παρακινήσει μεν όλους προς την ελεημοσύνη, αλλά και να διδάξει όλους μας
να είμαστε έτοιμοι πριν μας προλάβει το τέλος του θανάτου. Επειδή έχει
πολλή δόξα η παρθενία (πραγματικά είναι μεγάλο κατόρθωμα!) και για να μη
βρεθεί κάποιος που κατορθώνει αυτό το μεγάλο έργο, αλλά παραμελεί τα άλλα και ιδίως την ελεημοσύνη, προβάλλει αυτή τη παραβολή.
Τρέχει πολύ γρήγορα η νύκτα της παρούσης ζωής, έτσι οι παρθένες όλες
νύσταξαν και κοιμήθηκαν, δηλαδή πέθαναν, γιατί ο θάνατος λέγεται και
ύπνος. Καθώς κοιμόντουσαν, στη μέση της νύχτας ακούσθηκε μια δυνατή φωνή
που έλεγε: «Να ΄τος ο Νυμφίος, έρχεται! Βγείτε όλες να Τον
προϋπαντήσετε!».
Τότε οι φρόνιμες παρθένες που είχαν φροντίσει να έχουν άφθονο λάδι,
συνάντησαν τον Νυμφίο και μπήκαν μέσα μαζί Του, όταν ανοίχθηκαν οι
πύλες. Αυτές κοντά στις άλλες αρετές και μάλιστα της παρθενίας,
φρόντισαν να έχουν άφθονο και το λάδι της ελεημοσύνης.
Αντίθετα οι άλλες πέντε παρθένες που δεν είχαν αρκετό λάδι, όταν
ξύπνησαν ζητούσαν λίγο από τις φρόνιμες, αλλά μετά θάνατο δεν είναι
εύκολο να αγοράσεις λάδι από αυτούς που το πουλούν, δηλαδή τους φτωχούς.
Αυτές, η παραβολή, τις ονομάζει μωρές, γατί ενώ κατόρθωσαν το
δυσκολότερο, την »παρθενία», παραμέλησαν το ευκολότερο γιατί ήταν
ανελεήμονες καρδιές.
Όποιος λοιπόν κατορθώσει μια αρετή – έστω μεγάλη – αλλά δε φροντίσει
και για τις άλλες και ιδίως την ελεημοσύνη, δε μπορεί να μπει μαζί με το
Χριστό στην αιώνια ανάπαυση και γυρίζει πίσω ντροπιασμένος. Και τίποτα
δεν είναι πιό λυπηρό και πιο ντροπιαστικό από μια «παρθένο» που νικιέται
απ’ τον έρωτα των χρημάτων.
Απολυτίκιον:
Ήχος πλ. δ’.
Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός, και μακάριος ο δούλος, ον
ευρήσει γρηγορούντα, ανάξιος δε πάλιν, ον ευρήσει ραθυμούντα. Βλέπε ούν
ψυχή μου, μη τω ύπνω κατενεχθής, ίνα μη τω θανάτω παραδοθής, και της
βασιλείας έξω κλεισθής, αλλά ανάνηψον κράζουσα· Άγιος, Άγιος, Άγιος ει ο
Θεός, διά της Θεοτόκου ελέησον ημάς.
Ο Άγιος Καλλιόπιος καταγόταν από την Πέργη της Παμφυλίας και έζησε στο
χρόνια του μεγάλου διώκτου της Ορθοδοξίας Διοκλητιανού. Σε πολύ μικρή
ηλικία έμεινε ορφανός από πατέρα η ενάρετη όμως μητέρα του Θεόκλεια τον
μεγάλωσε και τον γαλούχησε με τα αθάνατα ρήματα της χριστιανικής πίστης.
Έτσι στην περίοδο των διωγμών ο νεαρός Καλλιόπιος όχι μόνο δε φοβήθηκε αλλά αντιθέτως εμψύχωνε και παρηγορούσε τους ολιγόψυχους.
Όταν έφθασε στην περιοχή ο έπαρχος Μάξιμος και άρχισε να βασανίζει
και να σκοτώνει πολλούς χριστιανούς ο Καλλιόπιος χωρίς κανένα δισταγμό
αλλά με την τόλμη και παρρησία που τον διέκριναν παρουσιάσθηκε
αυτοβούλως στον έπαρχο να τον προειδοποιήσει ότι θα λογοδοτήσει στο Θεό για τα εγκλήματά τα οποία διαπράττει εναντίον πιστών ανθρώπων.
Έξαλλος ο έπαρχος διέταξε να τον συλλάβουν, να τον βασανίσουν και να
τον κλείσουν στη φυλακή. Όταν μετά από λίγες ημέρες τον οδήγησαν και
πάλι μπροστά στον έπαρχο και ο Καλλιόπιος παρά τις κακουχίες και τα
βασανιστήρια με στεντόρεια φωνή ομολόγησε με θάρρος την πίστη του ο
έπαρχος διέταξε την θανάτωσή του. Μαρτύρησε με σταυρικό θάνατο
κατά σύμπτωση την Μεγάλη Παρασκευή και έλαβε κατ’ αυτό το τρόπο το
αμαράντινο στεφάνι του μαρτυρίου.
Η δε μητέρα του Θεόκλεια – κατά την παράδοση – αφού αγκάλιασε το σώμα του γιου της, επί τόπου ξεψύχησε και αυτή.
Απολυτίκιο: Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.
Εκβλαστήσας ως ρόδον Μάρτυς αμάραντον, αθλητικώς κατευφραίνεις την
Εκκλησίαν Χριστού, τη ευπνοία των λαμπρών κατορθωμάτων σου, ου γαρ παθών
ζωοποιών, ανεδείχθης κοινωνός, νομίμως ανδραγαθήσας, ω Καλλιόπιε μάκαρ,
υπέρ της δόξης του Σωτήρος ημών.
Στο Γενικό
Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Πειραιά «ΜΕΤΑΞΑ», βρέθηκε σήμερα Μεγάλη Δευτέρα
(6 Απριλίου 2026) ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ ο
οποίος, συνεχίζοντας τις ποιμαντικές του επισκέψεις με την ευκαιρία της
επερχόμενης μεγάλης εορτής της Αναστάσεως του Κυρίου μας, τέλεσε το
Μυστήριο του Ιερού Ευχελαίου.
Τον Σεβασμιώτατο υποδέχθηκε ο Διοικητής του Νοσοκομείου Σαράντος Ευσταθόπουλος.
Στον σύντομο
χαιρετισμό του ο Σεβασμιώτατος υπογράμμισε ότι η αληθινή αρετή και ο
θεμελιώδης τρόπος υπάρξεως του ανθρώπου είναι η αγάπη, η οποία, όπως
τόνισε, είναι και η ίδια η ουσία του Θεού.
«Δεν υπάρχει
ιερότερος, σπουδαιότερος και πλέον υπέροχος χώρος για να κατανοήσει
κανείς το Πάθος και το Σταυρό του Κυρίου μας από αυτό εδώ το Ίδρυμα της
Αγάπης και της Προσφοράς» είπε αρχικά ο Σεβασμιώτατος απευθυνόμενος προς
το ιατρικό, νοσηλευτικό και διοικητικό προσωπικό του νοσοκομείου,
σημειώνοντας ότι «μέσα σε αυτόν τον χώρο, πραγματώνεται το μεγάλο
Μυστήριο της Αγάπης».
Επισημαίνοντας
ότι ο τρόπος υπάρξεως του Θεού είναι η αγάπη, υπογράμμισε: «Σε αυτόν
εδώ τον χώρο περισσεύει η αγάπη. Θα έλεγα ότι είναι το φυτώριο της
αγάπης, γιατί όλοι εσείς είστε οι διάκονοι αυτής της αγάπης, οι οποίοι
από το ιδεώδες της ανθρώπινης συναντιλήψεως και από την επιστημονική
σας, βεβαίως, πληρότητα και επίγνωση, έχετε αναλάβει στους ώμους σας τον
σταυρό του μαρτυρίου των αδερφών μας».
«Σε αυτόν εδώ
τον χώρο κανείς αντιλαμβάνεται τα όρια της ανθρώπινης υπάρξεως και
ταυτόχρονα κατανοεί το μεγαλείο του ανθρώπου, διότι αντιπαλέει όχι απλώς
τον θάνατο, αλλά και το κακό γενικότερο», υπογράμμισε στη συνέχεια ο
Σεβασμιώτατος, τονίζοντας ότι «αυτό το οποίο προσφέρετε δεν αποτιμάται
ούτε με υλικά οφέλη, ούτε με ευγνώμονες ευχαριστίες. Είναι κάτι υπέροχο
που σας καθιστά – και το λέω με πλήρη επίγνωση του λόγου μου – ‘’μικρούς
θεούς’’, διότι γίνεστε μιμητές του Παναγίου Θεού που είναι η πηγή της
ζωής, του ελέους, των οικτιρμών και της Χάριτος». «Μέσα στο ογκολογικό
νοσοκομείο μας, που έχει μια τεράστια φήμη ακριβώς διότι εσείς είστε η
αιτία αυτού του ιερού γεγονότος» «πραγματώνεται ακριβώς το μυστήριο της
αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο και γίνεται αυτός ο χώρος εφαλτήριο
πνευματικής αναγωγής», συμπλήρωσε.
Στη συνέχεια ο
Σεβασμιώτατος ευχαρίστησε θερμά για τη συνεργασία με την Αγία μας
Εκκλησία τόσο τον Διοικητή, όσο και «τους αγαπητούς γιατρούς, τους
νοσηλευτές, στο διοικητικό προσωπικό, όλους εκείνους οι οποίοι
εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο δίνουν στον συνάνθρωπο που
υποφέρει τη στοργή, και την αγάπη που τόσο ανάγκη έχει».
«Κάθε λόγος
σας, κάθε χαμόγελό σας, κάθε ιατρική σας πράξη δεν μένει στον χωροχρόνο
του σήμερα, αλλά έχει μία μεταφυσική αναγωγή και μεταβαίνει στην
αιωνιότητα και θα αποτελεί το στέφανο της ζωής σας», επεσήμανε προς
όλους ο Σεβασμιώτατος, τονίζοντας τη σημασία της συνύπαρξης ψυχής και
σώματος.
«Εκείνο που
είναι θαυμαστό, είναι αυτή η συνάντηση της αθανάτου ψυχής μας με το σώμα
μας», είπε χαρακτηριστικά ο Σεβασμιώτατος, σημειώνοντας πως
«‘’άνθρωπος’’ σημαίνει ακριβώς αυτό: σώμα και ψυχή εν πληρότητι,
κοινωνία και αλληλοπεριχώρηση. Και μέσα σε αυτόν τον ιερό χώρο όλα αυτά
γίνονται αξίες πολυτίμητες. Και εσείς γνωρίζετε, κάλλιον εμού, πόσο η
ψυχή μπορεί, εάν έχει αυτή την έφεση της Χάριτος, να θεραπεύσει ακόμα
και το άρρωστο σώμα της και πως και το σώμα συμμετέχει στην ωραιότητα ή
στην απαξία της ψυχής».
«Ο Χριστός
ήρθε για να μας σώσει από τον έσχατο εχθρό μας, τον πνευματικό θάνατο
και να μας χαρίσει την αιώνια προοπτική του ανθρωπίνου προσώπου»,
σημείωσε ολοκληρώνοντας ο Σεβασμιώτατος, τονίζοντας παράλληλα προς τους
ιατρούς ότι «διάκονοι σε αυτό το μεγάλο έργο είστε κι εσείς». «Εύχομαι
σε όλους να έχετε αυτή τη δύναμη, γιατί δεν είναι απλό πράγμα κανείς να
προσφέρει τον εαυτό του συνεχώς». «Αυτό που κάνετε είναι πράγματι έργο
του Θεού, έργο των ουρανών», είπε καταλήγοντας, ευχόμενος σε όλους «Καλή
Ανάσταση».
Στο τέλος του
Μυστηρίου, το ιατρικό, το νοσηλευτικό και το διοικητικό προσωπικό
χρίστηκαν με το Άγιο Έλαιο και ο Σεβασμιώτατος ευχαριστώντας θερμά όλους
τόσο για τη συνεργασία τους, όσο και για την πλούσια και σημαντική
προσφορά τους στους πάσχοντες αδελφούς μας, πρόσφερε ως ευλογία μία
εικόνα της Αναστάσεως του Κυρίου μας.
Ο
Κύριος της ζωής ονομάζει τον θάνατο «κοίμηση». Τι άρρητη ανάπαυση είναι
αυτό για εμάς! Ω τι γλυκιά είδηση για τον κόσμο! Ο φυσικός θάνατος,
επομένως, δεν σημαίνει τον αφανισμό του ανθρώπου, αλλά μόνο έναν ύπνο,
από τον οποίο μόνο Εκείνος μπορεί να ξυπνήσει τον άνθρωπο. Αυτός που με
το λόγο Του εμφύσησε την ζωή στο πρώτο χώμα.
Όταν
ο Κύριος κραύγασε: “Λάζαρε!” (Ιωάννης 11:43), ο νεκρός άνθρωπος ηγέρθη
και έζησε. Ο Κύριος γνωρίζει το όνομα του καθενός από εμάς. Εφόσον ο
Αδάμ γνώριζε τα ονόματα κάθε πλάσματος του Θεού, πως ο Κύριος δεν θα
γνωρίζει καθέναν από εμάς με το όνομα μας; Όχι μόνο γνωρίζει, αλλά μας
καλεί επίσης με το όνομα μας. Ω, η γλυκιά και ζωοποιός φωνή του
μοναδικού Εραστή της ανθρωπότητας! Αυτή η φωνή μπορεί να δημιουργήσει
από τις πέτρες τέκνα του Θεού. Τότε πως δεν μπορεί να μας ξυπνήσει από τον αμαρτωλό ύπνο μας;
Λέγεται
ότι κάποτε κάποιος άνθρωπος σήκωσε μια πέτρα για να σκοτώσει τον αδερφό
του. Αλλά, εκείνη τη στιγμή, του φάνηκε ότι άκουσε τη φωνή της μητέρας
του να τον καλεί με τ’ όνομά του. Άκουσε μόνο τη φωνή της μητέρας του
και το χέρι του άρχισε να τρέμει. Έριξε κάτω την πέτρα, ντροπιασμένος
για την κακή του πρόθεση. Η φωνή της μητέρας του τον ξύπνησε, από τη
διάπραξη μιας θανατηφόρας αμαρτίας. Εάν η φωνή μιας μητέρας σώζει και
ξυπνά από το θάνατο, πόσο μάλλον, η φωνή του Δημιουργού και Ζωοδότη! Όποτε ο Κύριος φώναζε σε κάποιον που ήταν νεκρός στο σώμα [σωματικά νεκρός] όλοι ξυπνούσαν και ανορθώνονταν. Όμως, όσοι δεν ξύπνησαν και δεν ανορθώθηκαν ήταν αυτοί που ήταν νεκροί στην ψυχή [πνευματικά
νεκροί] όταν ο Κύριος τους κάλεσε. Για αυτήν την αφύπνιση και την
ανάσταση, είναι απαραίτητη η συναίνεση της θέλησης του κεκοιμημένου.
“Ἰούδα,
φιλήματι τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου παραδίδως;” (Λουκάς 22:48). Έτσι φώναξε η
Φωνή της Ζωής, αλλά ο νεκρός [Ιούδας] παρέμεινε νεκρός και ο αμαρτωλός
δεν ξύπνησε. “Σαούλ, Σαούλ, γιατί με διώκεις;” (Πράξεις των Αποστόλων 9:
4).
Η
ίδια φωνή που δημιουργούσε τη ζωή φώναξε και αυτός που κοιμόταν στην
αμαρτία ξύπνησε και ο νεκρός ανέζησε. Στην πραγματικότητα, βαθύτερος
είναι ο ύπνος της αμαρτίας από τον ύπνο του θανάτου και αυτός που κοιμάται [στην αμαρτία] δεν ξυπνά εύκολα. Ω Γλυκύτατε Κύριε, ξύπνησε μας από τον ύπνο της αμαρτίας. Αφύπνισε μας, Κύριε! Ότι Σοι πρεπει πασα δοξα, τιμή και προσκυνησις εις τους αιωνας των αιωνων . Αμήν.
Βαδίζοντας προς την Ἁγία και Μεγάλη Ἑβδομάδα, ύστερα από την
πορεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και τις κατανυκτικές Ακολουθίες των
Χαιρετισμών, ο άνθρωπος αρχίζει να αισθάνεται πιο έντονα μια εσωτερική
νοσταλγία∙ μια δίψα για τον Θεό.
Είναι σαν να αναζητά ξανά εκείνη τη χαμένη οικειότητα μαζί Του, που
μέσα στη βιασύνη και τη φθορά της καθημερινότητας έχει ξεθωριάσει. Μαζί
με αυτόν τον πόθο, γεννιέται και ένας προβληματισμός: γιατί οι σχέσεις
μας έγιναν τόσο επιφανειακές; γιατί η ζωή μας έχασε το βάθος και την
αληθινή της ποιότητα; Μέσα σε αυτή την αναζήτηση προβάλλει το πρόσωπο
του Χριστού. Ο Χριστός που δεν αποφεύγει τον πόνο, αλλά πορεύεται
ελεύθερα προς τον Σταυρό. Δεν οδηγείται εκεί από ανάγκη, αλλά από αγάπη.
Σηκώνει επάνω Του το βάρος του κόσμου και των ανθρώπων, δίνοντας ένα
διαφορετικό νόημα στη ζωή: τη ζωή της θυσίας, της προσφοράς, της αγάπης
χωρίς όρους. Και ενώ ο Σταυρός φαίνεται ως ήττα, στην πραγματικότητα
γίνεται πηγή φωτός και ελπίδας. Από αυτόν αναβλύζει η Ανάσταση.
Αυτή η αλήθεια δεν γίνεται πάντοτε φανερή στους πολλούς.
Υπάρχουν όμως άνθρωποι απλοί, αφανείς, που τη ζουν καθημερινά. Είναι
εκείνοι που σηκώνουν τον δικό τους σταυρό μέσα στην οικογένεια, στην
εργασία, στον αγώνα της ζωής. Δεν φαίνονται, δεν προβάλλονται,
αλλά ζουν με πίστη, υπομονή και αγάπη. Αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς θόρυβο,
γίνονται μέτοχοι της χάριτος του Θεού. Είναι γνωστοί μόνο σε
Εκείνον.Παρόμοιο παράδειγμα δίνουν και οι μοναχοί του Αγίου Όρους. Με
σιωπή, προσευχή και ταπείνωση συμμετέχουν στο μυστήριο των Παθών του
Χριστού. Η σιωπή τους δεν είναι απουσία, αλλά τρόπος ακρόασης. Όταν ο
άνθρωπος σιωπά, αρχίζει να ακούει∙ και όταν ακούει, μπορεί να βιώσει
βαθύτερα την αλήθεια ότι ο Χριστός σταυρώθηκε για τον καθένα προσωπικά.
Αυτή η εσωτερική στροφή οδηγεί στην αυτογνωσία και στη μετάνοια.
Από την άλλη πλευρά, τα γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδας αποκαλύπτουν και την ανθρώπινη αδυναμία. Η
προδοσία για λίγα αργύρια, η αστάθεια του όχλου που εύκολα αλλάζει
στάση, η υποκρισία και ο φόβος δείχνουν πόσο εύκολα ο άνθρωπος
απομακρύνεται από την αλήθεια. Η ελευθερία που του δόθηκε από τον Θεό
μπορεί να γίνει ακόμη και άρνηση του ίδιου του Θεού. Και όταν χάνεται η
σχέση με τον Θεό, τότε διαλύεται και η σχέση με τον συνάνθρωπο. Η αγάπη
ψυχραίνεται και στη θέση της γεννιέται ο φθόνος και η απομόνωση.Στη
σύγχρονη εποχή αυτή η κρίση γίνεται ακόμη πιο εμφανής. Ο άνθρωπος διψά
για νόημα, αλλά συχνά το αναζητά σε λάθος δρόμους. Προσπαθεί να γεμίσει
την ψυχή του με υλικά αγαθά, με κατανάλωση, με εξωτερικές απολαύσεις.
Όμως τίποτε από αυτά δεν μπορεί να ικανοποιήσει την εσωτερική του πείνα.
Ακόμη και όταν τα αποκτήσει, μένει ανικανοποίητος. Γιατί η ψυχή δεν
χορταίνει με ύλη, αλλά με χάρη.
Η αληθινή πληρότητα βρίσκεται αλλού: στη σχέση με τον Θεό και τον άνθρωπο. Όταν η καρδιά γεμίσει από αγάπη, τότε φωτίζεται.
Και κανένας εξωτερικός περιορισμός δεν μπορεί να τη σκοτεινιάσει. Το
φως της Αναστάσεως γίνεται εσωτερική εμπειρία.Αυτό εκφράζεται και μέσα
από την εικόνα της Αναστάσεως στην ορθόδοξη παράδοση. Ο Χριστός δεν
παρουσιάζεται απλώς να εξέρχεται από τον τάφο, αλλά να κατεβαίνει στον
Άδη και να ανασύρει τον Αδάμ και την Εύα. Δηλαδή, δεν σώζει μόνο τον
εαυτό Του, αλλά ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Η Ανάσταση δεν είναι ένα
ατομικό γεγονός, αλλά μια κοινή σωτηρία. Είναι πρόσκληση να βαδίσουμε
μαζί.Έτσι και ο άνθρωπος καλείται να μιμηθεί αυτή την πορεία. Να μη ζει
εγωιστικά, αλλά να κρατά το χέρι του άλλου. Να στηρίζει τον αδύναμο, να
παρηγορεί τον πονεμένο, να μοιράζεται τον χρόνο και την αγάπη του. Να
νικά τον θάνατο όχι με δύναμη, αλλά με αγάπη.
Η Μεγάλη Εβδομάδα, λοιπόν, δεν είναι απλώς μια ανάμνηση
γεγονότων. Είναι ένα κάλεσμα ζωής. Ένα πέρασμα από την επιφάνεια στο
βάθος, από την απομόνωση στη σχέση, από τον θάνατο στη ζωή. Και όταν
αυτή η πορεία γίνει αληθινή μέσα μας, τότε η Ανάσταση δεν είναι μόνο μια
γιορτή, αλλά μια εμπειρία φωτός που μεταμορφώνει ολόκληρη την ύπαρξή
μας.
Από σήμερα, ξεκινούν τα άγια Πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Τύπος του Κυρίου μας Ιησού είναι ο πάγκαλος Ιωσήφ που σήμερα επιτελούμε την ανάμνησή του (Γεν. 37 – 50).
Ήταν ο μικρότερος γιός του Πατριάρχη Ιακώβ και ο πιο αγαπητός. Όμως
φθονήθηκε από τα αδέλφια του και αρχικά τον έρριξαν σ’ ένα βαθύ λάκκο
και εξαπάτησαν το πατέρα τους χρησιμοποιώντας ένα ματωμένο ρούχο ότι
δήθεν τον κατασπάραξε κάποιο θηρίο. Στη συνέχεια τον πούλησαν για
τριάντα αργύρια σε εμπόρους, οι οποίοι τον ξαναπούλησαν στον αρχιμάργειρα του βασιλιά της Αιγύπτου, τον Πετεφρή.
Ο Ιωσήφ ήταν πανέμορφος και τον ερωτεύθηκε η γυναίκα του Πετεφρή, που
θέλησε να τον παρασύρει σε ανήθικη πράξη βιαίως. Μόλις εκείνη έπιασε
τον Ιωσήφ, εκείνος άφησε στα χέρια της το χιτώνα του και έφυγε. Εκείνη
από το θυμό της τον συκοφάντησε στο σύζυγό της, ότι δήθεν αυτός
επιτέθηκε εναντίον της με ανήθικους σκοπούς. Ο Πετεφρής την πίστευσε και φυλάκισε τον Ιωσήφ.
Κάποτε όμως ο Φαραώ, ο βασιλιάς της Αιγύπτου, είδε ένα παράξενο
όνειρο και ζήτησε έναν εξηγητή. Με το φωτισμό του Θεού, μόνο ο Ιωσήφ
μπόρεσε να το εξηγήσει. Ότι θα έλθουν στη χώρα του επτά χρόνια ευφορίας
και επτά ακαρπίας και πείνας. Ενθουσιάσθηκε ο Φαραώ από τη σοφία του και
τον έκανε γενικό άρχοντα, σαν πρωθυπουργό.
Ο Ιωσήφ διαχειρίσθηκε άριστα την εξουσία και φρόντισε στα δύσκολα
χρόνια της πείνας όλο το λαό. Με αφορμή τη διανομή του σιταριού,
φανερώθηκαν τ’ αδέλφια του που τον είχαν φθονήσει. Εκείνος δεν τους κράτησε κακία, αντίθετα τα προσκάλεσε μόνιμα στην Αίγυπτο μαζί με τους γονείς.
Αυτός λοιπόν αποτελεί προεικόνηση του Χριστού, διότι και Αυτός,
αγαπητός γιός του Πατέρα, φθονήθηκε από τους ομοφύλους Του Ιουδαίους,
πουλήθηκε από το μαθητή Του για τριάντα αργύρια και κλείσθηκε στο
σκοτεινό λάκκο, τον τάφο.
Επίσης, σήμερα μνημονεύουμε και τη άκαρπο συκή, την οποία καταράσθηκε ο Κύριος και ξεράθηκε αμέσως Ματθ. 21:19, Μαρκ. 11:13). Συμβολίζει
τόσο τη Συναγωγή των Εβραίων, η οποία δεν είχε πνευματικούς καρπούς,
όσο και κάθε άνθρωπο που στερείται πνευματικών καρπών, αρετών.
Έδειξε ο Κύριος τη δύναμή Του στο άψυχο δένδρο και ποτέ πάνω σε
άνθρωπο, για να δείξει ότι δεν έχει μόνο δύναμη να ευεργετεί, αλλά και
να τιμωρεί.
Ο ευαγγελιστής Μάρκος αναφέρει πως την ώρα που ο Κύριος επιτίμησε τη
συκή και ξηράθηκε, κατέπεσαν αμέσως τα καταπράσινα φύλλα της και την
επόμενη μέρα ξεράθηκε και η ρίζα της (Μαρκ. 11:21). Οι μαθητές έκθαμβοι
από το θαύμα αυτό δεν ζητούσαν να μάθουν την βαθύτερη έννοιά του, αλλά
είχαν την απορία «πως παραχρήμα εξηράνθη η συκή;» (Ματθ. 21:20). Πρώτη φορά είχαν δει τιμωρία της άψυχης φύσεως.
Ο Κύριος παίρνοντας αφορμή από την απορία των μαθητών, χωρίς να
εξηγήσει την συμβολική σημασία του θαύματος, τους δίδαξε για τη μεγάλη
δύναμη της πίστεως, η οποία όταν συνοδεύεται από εσωτερική θέρμη και
χωρίς τον παραμικρό δισταγμό μπορεί να κατορθώσει αφάνταστα πράγματα.
Τους είπε: «Aμήν λέγω υμιν, εάν έχητε πίστιν και μη διακριθήτε, ου
μόνον το της συκής ποιήσετε, αλλά καν τω όρει τούτω είπητε, άρθητι και
βλήθητι εις την θάλασσαν, γενήσεται·» (Ματθ. 21:21). Αυτή την πίστη θέλει η Εκκλησία μας να μεταδώσει και σε μας.
Η υμνογραφία αναφέρεται σήμερα στα δύο παραπάνω θέματα, αλλά και επί
πλέον στο θέμα της πορείας του Κυρίου προς το Πάθος. Από το τροπάριο:
«Ιδού ο Νυμφίος έρχεται…» οι ακολουθίες της Μ. Δευτέρας έως Τετάρτης λέγονται και «Ακολουθίες του Νυμφίου».
Απολυτίκιο: Ήχος πλ. δ’. Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός, και μακάριος ο
δούλος, ον ευρήσει γρηγορούντα, ανάξιος δε πάλιν, ον ευρήσει ραθυμούντα.
Βλέπε ούν ψυχή μου, μη τω ύπνω κατενεχθής, ίνα μη τω θανάτω παραδοθής,
και της βασιλείας έξω κλεισθής, αλλά ανάνηψον κράζουσα· Άγιος, Άγιος,
Άγιος ει ο Θεός, διά της Θεοτόκου ελέησον ημάς.
Ο Άγιος Ευτύχιος γεννήθηκε το έτος 512 μ.Χ. και έζησε κατά την εποχή
του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α’ του Μεγάλου. Καταγόταν από την πόλη Θεία
Κώμη της Φρυγίας και ήταν υιός του Αλεξάνδρου, σχολαρίου υπό τον
στρατηγό Βελισσάριο και της Συνεσίας. Διδάχθηκε το ιερό Ευαγγέλιο και
βαπτίσθηκε Χριστιανός από τον ιερέα Ησύχιο, ο οποίος ήταν παππούς του και λειτουργούσε στην Εκκλησία της Αυγουστοπόλεως.
Σύμφωνα με το Συναξάρι ο Ησύχιος είχε το οφφίκιο του σκευοφύλακος και
λόγω της αγιότητας του βίου του είχε λάβει από τον Θεό το χάρισμα της
θαυματουργίας.
Ο Άγιος χειροτονήθηκε αναγνώστης από τον τότε Επίσκοπο Αμασείας στο
ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου Ουρβικίου. Στην συνέχεια χειροτονήθηκε
διάκονος και πρεσβύτερος και εισήλθε σε μονή της Αμασείας, που είχε ιδρυθεί από τους Αρχιερείς Μελέτιο και Σέλευκο, της οποία αργότερα ανεδείχθη και ηγούμενος.
Τα χρόνια που ακολούθησαν δεν ήταν ειρηνικά για την Εκκλησία, λόγω
των αιρετικών δοξασιών που δίδασκαν νέοι Ωριγενιστές και
κρυπτομονοφυσίτες. Οι έριδες των μοναχών της Παλαιστίνης περί του
Ωριγένους αποτελούν την Τρίτη και τελευταία φάση των ωριγενιστικών
ερίδων.
Προοίμιο αυτών υπήρξε η κατά το έτος 507 μ.Χ. διάσταση λογίων μοναχών
της Μεγάλης Λαύρας προς τον ηγούμενο αυτής, τον Όσιο Σάββα τον
Ηγιασμένο, που έφυγαν από την Λαύρα και ίδρυσαν περί το 514 μ.Χ. τη Νέα
Λαύρα, η οποία κατέστη κέντρο του ωριγενισμού. Οι αντιωριγενιστές μοναχοί έκαναν έκκληση προς τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό να καταδικάσει τον Ωριγένη. Την αίτηση αυτή υποστήριξε ο Πατριάρχης Μηνάς.
Έτσι, το έτος 543 μ.Χ., συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη Ενδημούσα
Σύνοδος, ύστερα από πρόσκληση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μηνά, με
σκοπό την ειρήνευση της Εκκλησίας και την καταδίκη των αιρετικών. Διά
διατάγματος που εκδόθηκε το έτος 543 μ.Χ. ο Ιουστινιανός εστράφη κατά
των αιρετικών.
Καταδίκασε τις κακοδοξίες του Ωριγένους, θεώρησε τα συγγράμματα αυτού
κακόδοξα και καταδίκασε αυτό το πρόσωπο του Ωριγένους. Διά τρίτου
διατάγματος ο Ιουστινιανός, το έτος 544 μ.Χ., καταδίκασε τα «Τρία
Κεφάλαια», δηλαδή α) τον Θεόδωρο Μοψουεστίας και τα αιρετικά του
συγγράμματα, β) τα κατά του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας και της Γ’
Οικουμενικής Συνόδου και υπέρ του Νεστορίου συγγράμματα του Θεοδωρήτου
Κύρου και γ) την επιστολή του Ίβα Εδέσσης προς τον Πέρση Μάρη.
Όταν το έτος 552 μ.Χ. κοιμήθηκε ο Πατριάρχης Μηνάς, ο Άγιος Ευτύχιος
ήλθε από την Αμάσεια στη Βασιλεύουσα και εξελέγη Πατριάρχης
Κωνσταντινουπόλεως.
Οι ταραχές όμως των αιρετικών συνεχίζονταν και ταλάνιζαν την
Εκκλησία. Η Ε’ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία συνήλθε στην
Κωνσταντινούπολη, το έτος 553 μ.Χ. υπό την προεδρία του Αγίου Ευτυχίου, επικύρωσε την απόφαση της Ενδημούσης Συνόδου και προέβη στην καταδίκαση των «Τριών Κεφαλάιων».
Ο σκοπός όμως της καταδίκης των «Τριών Κεφαλαίων» δεν επετεύχθη,
διότι οι μονοφυσίτες ενέμεναν στην απόσχιση και στις αιρετικές δοξασίες
τους. Ένεκα τούτου ο Ιουστινιανός το έτος 564 μ.Χ. εξέδωσε διάταγμα, διά
του οποίου επέβαλε τον αφθαρτοδοκητισμό.
Η διδασκαλία αυτή είχε διατυπωθεί από τον καταφυγόντα στην Αίγυπτο
μονοφυσίτη Επίσκοπο Αλικαρνασσού Ιουλιανό. Συγκεκριμένα ο Ιουλιανός
δίδασκε ότι το Σώμα του Χριστού, ήδη από της συλλήψεως και γεννήσεως
Αυτού, απηλλάγη της φθοράς και επομένως των φυσικών αναγκών (πείνας,
δίψας, καμάτου, ιδρώτος, δακρύων κ.τ.λ) –των λεγομένων «αδιαβλήτων παθών» – και μόνο «κατ’ οικονομίαν» και «κατά χάριν» φαινόταν υποκείμενο σε αυτά.
Ο Άγιος Ευτύχιος και οι λοιποί Πατριάρχες της Ανατολής, προς τους
οποίου απευθύνθηκε, δεν δέχθηκαν το δυσσεβές διάταγμα. Γι’ αυτό τον λόγο
ο Άγιος, το έτος 565 μ.Χ., καθαιρέθηκε από τον πατριαρχικό θρόνο υπό
Συνόδου ερήμην, αφού αρνήθηκε να παρουσιασθεί και εξορίσθηκε αρχικά στην
Πρίγκηπο. Στο Συναξάρι του αναφέρεται ότι μετά κατέφυγε σε μοναστήρι
της Αμασείας στο οποίο ζούσε ασκητικά και αξιώθηκε από τον Θεό να
επιτελεί θαύματα.
Μετά από δώδεκα χρόνια εξορίας, ο αυτοκράτορας Ιουστίνος ο Β’, το έτος 577 μ.Χ., αποθανόντος του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως
Ιωάννου του Γ’, επανέφερε με τιμή και δόξα τον Άγιο στον πατριαρχικό
θρόνο. Κατά την δεύτερη πατριαρχία του ο Άγιος με την προσευχή του έσωσε
τον λαό που μαστιζόταν από θανατηφόρα επιδημία. Το ορθόδοξο φρόνημά του
και ο αγώνας του για την ακεραιότητα της πίστεως τον οδήγησαν σε
αντίθεση με τον αποκρισάριο της Ρώμης Γρηγόριο, τον μετέπειτα Πάπα, λόγω
των δοξασιών του περί αναστάσεως σαρκός.
Ο Άγιος Ευτύχιος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 582 μ.Χ. Το ιερό λείψανό
του εναποτέθηκε στο θυσιαστήριο των Αγίων Αποστόλων, μετά την κρηπίδα
της Αγίας Τραπέζης, όπου κατέκειντο και τα ιερά λείψανα Ανδρέου, Τιμοθέου και Λουκά των Αποστόλων.
Σώζονται αποσπάσματα του έργου αυτού «Περί Ευχαριστίας», «Επιστολή
προς Πάπαν Βιγίλιον περί των Τριών Κεφαλαίων» και «Συνοδική Επιστολή».
Τρία άλλα έργα του χάθηκαν, ήτοι το «Περί αναστάσεως σαρκός», το «Κατά
Αφθαρτοδοκητών» και το «Κατά της μονοφυσιτικής διασκευής του Τρισαγίου».
Τον Βίο του Αγίου συνέταξε ο μαθητής του Ευστράτιος.
Απολυτίκιο: Ήχος γ’. Την ωραιότητα.
Βίον ουράνιον, Πάτερ κτησάμενος, σκεύος επάξιον, ώφθης της χάριτος, λόγω
και πράξει βέβαιων, την θείαν σοι χορηγίαν όθεν ιεράτευσας, ισαγγέλως
τω Κτίσαντι, ένδοξε Ευτύχιε, Εκκλησίας ωράισμα, ην φύλαττε ταίς σαίς
προστασίαις, πάσης ανάγκης ανωτέραν.