Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Εκκλησία: το κάτι άλλο

 

Μητροπολίτη Γερμανίας Αυγουστίνου

Η εκκλησία είναι ένας χώρος που ο άνθρωπος θέλει να ζήσει κάπως αλλιώτικα από τον κόσμο. Η εκκλησία είναι ένας χώρος που η αγάπη πρέπει να βασιλεύει και η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη. Όταν δεν μπορείς να μιλήσεις με τον Ιερέα, όταν δεν μπορείς να χαιρετήσεις τον συνάνθρωπό σου, όταν μετά από την Θεία Λειτουργία δεν μπορείς να κάνεις παρέα με τους ανθρώπους, ν' ανταλλάξετε γνώμες, τι είδους εκκλησία είναι αυτό το πράγμα;

«Και σε μεσίτριαν έχω»

 

panagia 1

Αρχιμ. Φιλίππου Χαμαργιά
Πρωτοσυγκέλλου 
Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας


«Καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω, πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν, μή μου ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων· παρακαλῶ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι ἐν τάχει».

Στην παράδοση του τόπου μας ο Δεκαπενταύγουστος ονομάζεται «Πάσχα του καλοκαιριού». Μέσα στο “ἱλαρόν φῶς” του Αυγούστου, συγκεντρωνόμαστε στους ναούς, ψάλλουμε τους Παρακλητικούς Κανόνες και καταθέτουμε ονόματα ζώντων, ασθενών και δοκιμαζομένων, προσφέροντάς Της ως άνθη ευώδη τις προσευχές μας και στεκόμαστε με δέος και συγκίνηση ιδιαιτέρως σε έναν ύμνο: “Καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω, πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν, μή μου ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων, παρακαλῶ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι ἐν τάχει”. 

Ο αυτός ύμνος, συγκαταλέγεται στα Εξαποστειλάρια που ψάλλονται στο τέλος του Μικρού και του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος κατά την περίοδο αυτή και περικλείει μέσα σε λίγες λέξεις ολόκληρη την θεολογία της σχέσεως του πιστού ανθρώπου με την Υπεραγία Θεοτόκο.

Εάν τολμήσουμε να του δώσουμε έναν ορισμό, αυτός θα ήταν ένας ορισμός με τέσσερις προσδιορισμούς. Πρώτον είναι λόγος εμπιστοσύνης, δεύτερον είναι λόγος ομολογίας, τρίτον είναι λόγος μετάνοιας και τέλος αποτελεί λόγο ελπίδας. 

Αναλύοντας εκτενέστερα το περιεχόμενό του και το ύφος του, διαπιστώνουμε ότι δεν αποτελεί απλώς έναν ποιητικό “στολισμό” της λατρείας ούτε μία συναισθηματική υπερβολή, απέναντι στην Μητέρα του Θεού και όλων μας, αλλά είναι, ουσιαστικά, η φωνή του ανθρώπου που παραδέχεται την αδυναμία του, βιώνει το βάρος των έργων του, αναμένει την ώρα της κρίσεως και συγχρόνως δεν απελπίζεται, επειδή τελικά προσβλέπει στην μεσιτεία της Κυρίας Θεοτόκου, ως πρέσβειρας προς τον φιλάνθρωπο Θεό.

Η εναρκτήριος φράση «καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω» γίνεται μια έκφραση προσωπική για τον κάθε χριστιανό. Διότι μέσα από την γραφίδα και την σκέψη του υμνωδού, ο κάθε άνθρωπος δεν απευθύνεται προς την Παναγία ως μεσίτρια των χριστιανών γενικώς, αλλά μέσα από μια προσωπική αναφορά λέγει: «Σε έχω εγώ». Σε έχω μέσα στην φτώχεια μου, στον φόβο μου, στην πτώση μου, στον αγώνα μου.

Σε έχω όχι ως μία μακρινή ουράνια μορφή, αλλά ως ζωντανή παρουσία μέσα στην Εκκλησία και κατ’ επέκταση στην όλη ζωή μου.

Και μέσα από αυτήν την αναφορά η πίστη γίνεται σχέση και ο πιστός άνθρωπος δεν περιορίζεται σε μία θεωρητική παραδοχή για την Θεοτόκο, αλλά της εκφράζει την εμπιστοσύνη του, την επικαλείται σε ένα προσωπικό επίπεδο, της ανοίγει την καρδιά του και της ζητά να σταθεί δίπλα του σε όσα δεν μπορεί μόνος του να σηκώσει.

Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι η λέξη «ἔχω» δεν δηλώνει μια κατοχή ή μια εγωιστική διάθεση αλλά μια βεβαιότητα κοινωνίας, μέσα από την οποία γνωρίζει ότι δεν πορεύεται μόνος, αλλά έχει σίγουρο συνοδοιπόρο την πρεσβεία της Θεοτόκου, η οποία μας συναγάγει αυτές τις ημέρες σε μια κοινή πορεία προς το “Πάσχα του καλοκαιριού”. 

Πολλοί βέβαια αντιμάχονται την ιδιότητα της Παναγίας ως Μεσίτριας, λέγοντας ότι στην Εκκλησία ο Ιησούς Χριστός είναι ο ένας και μοναδικός Μεσίτης, μεταξύ Θεού και ανθρώπων, αφού κατά τον Απ. Παύλο: «Εἷς γὰρ Θεός, εἷς καὶ μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἄνθρωπος Χριστὸς Ἰησοῦς» (Α΄ Τιμ. 2,5).

Φυσικά ο Χριστός είναι ο μοναδικός Μεσίτης, διότι Αυτός, ως τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ένωσε στο πρόσωπό Του την θεία και την ανθρώπινη φύση και με την Σταύρωση και την Ανάστασή Του, νίκησε την αμαρτία και τον θάνατο, συμφιλίωσε τον άνθρωπο με τον Θεό και άνοιξε τον δρόμο προς την Βασιλεία των Ουρανών.

Η μεσιτεία της Θεοτόκου δεν ανταγωνίζεται ούτε συμπληρώνει το λυτρωτικό έργο του Χριστού. Υπάρχει μέσα σε αυτό, εξαρτάται από αυτό και αντλεί όλη την δύναμή της από αυτό. Η Παναγία δεν είναι σωτήρας αντί του Χριστού.

Είναι κατά το λεγόμενον “η πρώτη των σεσωσμένων” και διά στόματος του Αρχαγγέλου η “Κεχαριτωμένη”. Η Θεοτόκος δεν στέκεται ανάμεσα σε έναν οργισμένο Θεό και σε έναν φοβισμένο άνθρωπο, σαν να προσπαθεί να μεταβάλει την διάθεση του Θεού αλλά προσφέρει στον αδύναμο άνθρωπο την μεσιτεία Της προς τον  «φιλάνθρωπον Θεόν».

Το ότι η Παναγία μας δεν σκέφτηκε ποτέ να προσπεράσει το θέλημα του Θεού, φαίνεται καθαρά και στο γεγονός του γάμου της Κανά. Διακρίνει την δυσκολία των ανθρώπων πριν ακόμη εκείνοι εκφράσουν δημόσια την ανάγκη τους.

Δεν υπαγορεύει στον Υιό της τι πρέπει να πράξει. Δεν Του επιβάλλει την θέλησή Της αλλά του εκφράζει ταπεινά και  αθόρυβα την ανθρώπινη ανάγκη λέγοντάς του: «Οἶνον οὐκ ἔχουσιν» και έπειτα στρέφεται προς τους διακόνους και τους λέγει: «Ὅ,τι ἂν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε».

Μέσα από αυτήν την προτροπή δεν κρατά τον άνθρωπο κοντά στον εαυτό Της, αλλά τον οδηγεί στην υπακοή προς τον Χριστό. Δεν επιθυμεί να γίνει η ίδια το κέντρο, αλλά κατευθύνει πάντοτε προς τον Υιό της. 

Γι’ αυτό η Παναγία μπορεί να μεσιτεύει με τέτοια παρρησία, διότι η ζωή της υπήρξε ολοκληρωτική προσφορά στον Θεό. 

Το ίδιο κάνει και κατά τον Ευαγγελισμό, όπου δεν προσφέρει απλώς μία συγκατάθεση της στιγμής αλλά παραδίδει ολόκληρη την ύπαρξή της στο θείο θέλημα, με το  «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου».

Κι έτσι αυτό το «γένοιτο» της Παρθένου γίνεται η θύρα από την οποία εισέρχεται στην ανθρωπότητα ο Σωτήρας Χριστός. 

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η συνέχεια του ύμνου: «Μή μου ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων».

Μέσα από αυτήν την παράκληση μας δεν ζητάμε από την Θεοτόκο να μας βοηθήσει να κρύψουμε την αμαρτία μας, αλλά να την ομολογήσουμε χωρίς να συντριβούμε από το βάρος της. Και Εκείνη ακούγοντάς την παράκληση αυτή, μας  διδάσκει να στεκόμαστε με ταπείνωση, αλήθεια και εμπιστοσύνη ενώπιον του Υιού Της.

Αυτό το «μή μου ἐλέγξῃ τὰς πράξεις» δεν είναι αίτημα ατιμωρησίας, ούτε αναζήτηση μιας εύκολης σωτηρίας χωρίς αλλαγή ζωής.

Η επίκληση μας αυτή προς την Παναγία δεν υποκαθιστά την μετάνοια, την εξομολόγηση, την αποκατάσταση της αδικίας, την συγχώρηση του αδελφού και τον καθημερινό πνευματικό αγώνα.

Δεν μπορούμε να ζητούμε την βοήθειά Της και να περιφρονούμε τις εντολές του Χριστού, δεν μπορούμε να ασπαζόμαστε την εικόνα Της και την ίδια στιγμή να πληγώνουμε τον συνάνθρωπο, ο οποίος είναι εικόνα του Θεού.

Διότι όποιος λέγει «καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω», καλείται συγχρόνως να ακούσει τον λόγο Της: «Ὅ,τι ἂν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε» και να πράττει το θέλημα του Κυρίου.

«Παρακαλῶ σε, Παρθένε», συνεχίζει ο ύμνος. Σκεπτόμενοι την προσφώνηση «Παρθένε», χωρίς να παραμένουμε στην έννοια της σωματικής παρθενίας μόνο, διαπιστώνουμε και την ακεραιότητα της υπάρξεώς Της.

Η καρδιά Της δεν ήταν διχασμένη, όπως συμβαίνει πολλές φορές στον άνθρωπο. Δεν υπηρετούσε δύο κυρίους ούτε διαπραγματευόταν με το Θείο θέλημα αλλά ήταν ολοκληρωτικά αφιερωμένη προς Αυτό.

Στον σύγχρονο κόσμο, που ο άνθρωπος ζει πολλές φορές απομονωμένος, ανάμεσα σε πολλές φωνές, πληροφορίες, φόβους και απαιτήσεις, η Παναγία μας καλεί να ξαναβρούμε τον εσωτερικό χώρο μέσα στον οποίο ακούγεται ο λόγος του Θεού, να μάθουμε την σιωπή που δεν είναι αδράνεια, αλλά προσευχή και να κάνουμε υπακοή στο θέλημά Του που δεν είναι μια μορφή δουλικότητας, αλλά ελευθερία από καθετί που παραμορφώνει την πίστη μας στον Θεό.

Και καταλήγει ο ύμνος : «Βοήθησόν μοι ἐν τάχει», δίνοντας στην  φράση αυτή την έκφραση μιας αμεσότητας ενός παιδιού το οποίο  καλεί τη μητέρα του.

Μέσα από αυτήν την αμεσότητα, αποβάλλεται κάθε αξίωση και εκφράζεται εμπιστοσύνη, κι έτσι πριν η αμαρτία γίνει συνήθεια και πριν η συνήθεια γίνει δεσμός και ο δεσμός γίνει απελπισία, ο άνθρωπος ζητάει βοήθεια «ἐν τάχει».

Αυτή όμως η ταχύτητα της Θεομητορικής βοήθειας δεν σημαίνει επ’ ουδενί λόγω κατάργηση της δοκιμασίας, αλλά επιβεβαιώνει ότι η Παναγία βοηθάει όχι απομακρύνοντας τον σταυρό μας, αλλά δίνοντάς μας δύναμη να τον σηκώσουμε.

Δεν εξαφανίζει τα δάκρυά μας, αλλά τα μεταβάλλει σε προσευχή και η προσευχή αυτή γίνεται δύναμη και αντοχή στις δυσκολίες.

Πόσοι άνθρωποι, σε ώρες ασθενείας, πένθους, οικογενειακής δοκιμασίας, φτώχειας ή μοναξιάς, δεν βρήκαν καταφυγή μπροστά σε μία μικρή εικόνα της Παναγίας; Πόσοι δεν ψιθύρισαν μόνο το όνομά Της, όταν δεν είχαν δύναμη για περισσότερα λόγια;

«Καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω» λοιπόν, ως μία βαθιά πνευματική ασφάλεια, όχι όμως ασφάλεια της αμεριμνησίας. Δεν πρέπει να σκεφτούμε ότι : «Έχω την Παναγία, άρα δεν χρειάζεται να αγωνιστώ», αλλά να λέμε: «Έχω την Παναγία, άρα μπορώ να σηκωθώ και να αγωνιστώ», διότι η Παναγία δεν χρησιμοποιεί τη μητρική της προστασία ως κάλυμμα της αμαρτίας, αλλά ως πυξίδα μεταστροφής και μετάνοιας.

Αυτή είναι η δύναμη του ύμνου. Δεν καλλιεργεί φόβο χωρίς ελπίδα, ούτε ελπίδα χωρίς μετάνοια, αλλά ενώνει την παραδοχή για την αμαρτία μας με την φιλανθρωπία του Θεού.

Και ανάμεσα στις δύο αυτές αλήθειες στέκεται η Παναγία, όχι ως εμπόδιο, αλλά ως οδηγός προς τον Χριστό και την Εκκλησία Του.

Ως η Μητέρα που μας παίρνει από το χέρι και μας οδηγεί στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, όπως τότε που ήμασταν μικρά παιδιά και μας επαναλαμβάνει διδακτικά πάντοτε: «Ὅ,τι ἂν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε» και εμείς, με ταπείνωση και πίστη, να επαναλαμβάνουμε: «Καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω, πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν».

Εμφανίσεις: 10400
H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το Romfea.gr με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
FOLLOW ROMFEA:

ΟΛΗ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΕ ΕΝΑ click!

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΦΩΤΙΟΣ ΚΑΙ ΑΝΙΚΗΤΟΣ

 



Τη μνήμη των Αγίων Φωτίου και Ανικήτου τιμά σήμερα, 12 Αυγούστου, η Εκκλησία μας. Ο Φώτιος ήταν ανεψιός του Ανίκητου. Κατάγονταν και οι δύο από τη Νικομήδεια. Όταν ο Διοκλητιανός θέλησε να κινήσει διωγμό κατά των χριστιανών, μίλησε μπροστά στη Σύγκλητο με τους πιο υβριστικούς λόγους εναντίον τους.
Εκεί ήταν παρών και ο Ανίκητος, που όταν άκουσε αυτά τα λόγια του βασιλιά, όχι μόνο δεν φοβήθηκε, αλλά σηκώθηκε με θάρρος δήλωσε ότι είναι χριστιανός και είπε στο Διοκλητιανό:
«Πλανάσαι, βασιλιά, αν νομίζεις ότι με τα μέτρα κατά των Χριστιανών θα πετύχεις τους ασεβείς σκοπούς σου. Μάθε ότι οι χριστιανοί αποτελούν σήμερα την υγιέστερη μερίδα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Και θα ήταν ανόητοι και αναίσθητοι αν πίστευαν στα είδωλα. Γι’ αυτό όποια μέτρα και αν πάρεις εναντίον τους, στο τέλος ζημιωμένος θα είσαι εσύ, ενώ αυτοί ένδοξοι μάρτυρες».
Ο Διοκλητιανός, προσβεβλημένος από την παρατήρηση του Ανίκητου, διέταξε και τον έριξαν τροφή σε ένα τρομερό λιοντάρι. Αλλά το λιοντάρι σταμάτησε την άγρια ορμή του και ημέρεψε σαν πρόβατο. Τότε έγινε μεγάλος σεισμός και συνετρίβησαν πολλά ειδωλολατρικά αγάλματα.
Κατόπιν τον έβαλαν σε τροχό με αναμμένη φωτιά από κάτω. Αλλά ω του θαύματος, ο τροχός σταμάτησε και η φωτιά έσβησε. Τότε έτρεξε και τον αγκάλιασε ο ανεψιός του Φώτιος. Μόλις είδαν αυτό οι ειδωλολάτρες, έδεσαν και τους δύο μέσα στο λεγόμενο λουτρό του Αντωνίου. Και αφού υπερθέρμαναν το νερό, παρέδωσαν και οι δύο ένδοξα το πνεύμα τους.
Απολυτίκιο:
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, τη συμφωνία, την οικείωσιν, της συγγενείας, δι’ αγώνων ιερών ελαμπρύνατε, θεομακάριστε Μάρτυς Ανίκητε, συν τω Φωτίω φωτός τω θεράποντι. Αλλά αιτήσασθε, δοθήναι πταισμάτων άφεσιν, τοις μέλπουσιν υμών την θείαν άθλησιν.

Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ:Η Παναγία του Κομμένου: ένα προσκύνημα πίστης και ιστορίας

kommeno artas 6

Από τα κατάλευκα νησιά του Αιγαίου ως τα πετρόχτιστα χωριά της στεριανής Ελλάδας κάθε τόπος καυχιέται για τη δικιά του Παναγιά προς τιμή της οποίας έχτισε Ναούς, ζωγράφισε Εικόνες, συνέθεσε ύμνους και ύψωσε προσευχητικά τα χέρια.

Η βαθιά αυτή πνευματική σχέση εκφράζεται και μέσα από τα εκατοντάδες διαφορετικά προσωνύμια που αποδίδονται στο πρόσωπό Της και συνοδεύουν κάποια θαυματουργό Εικόνα Της.

Η ευλάβεια προς την Παναγία φώλιασε βαθιά ιδίως στην ψυχή της Ηπείρου.

Σε μια γη πολυβασανισμένη από μακροχρόνιες δοκιμασίες η βεβαία πίστη προς τη Θεοτόκο έγινε πηγή ελπίδας και οδός για τη διατήρηση της ταυτότητας του τόπου.

Για τον Ηπειρώτη η Παναγία υπήρξε πάντοτε η μάνα, η προστάτιδα και η συμπαραστάτρια στους πόνους και τους καημούς του.

Και ως ευλογία Εκείνη αξίωσε την Ήπειρο να φιλοξενεί πλήθος θαυματουργών Της Εικόνων, οι οποίες εξακολουθούν να μεταδίδουν στους πιστούς τη χάρη των πρεσβειών Της.

Ανάμεσα στις πολλές και γνωστές θαυματουργές εικόνες της Παναγίας που κοσμούν την ηπειρωτική γη, συγκαταλέγεται και η λιγότερο γνωστή, πλην όμως ιδιαίτερης πνευματικής και ιστορικής αξίας, Εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας, που φυλάσσεται στο Μαρτυρικό χωριό, Κομμένο, νότια της Άρτας.

Η Εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας (19ος αιώνας) είναι έργο του Ιωαννίτη αγιογράφου Θεοδοσίου ή του υιού του Κωνσταντίνου, περίφημων στα χρόνια τυραννίας του Αλή Πασά και τελευταίων της Σχολής του Καπεσόβου.

Η Θεοτόκος εικονίζεται σε μετωπική στάση με την κεφαλή της να κλίνει ελαφρώς προς τα αριστερά και το δεξί της χέρι να δείχνει τον Υιό Της «οδηγώντας» τα βλέμματα των πιστών στη θέαση του Θείου και επιβεβαιώνοντας τα λόγια του υμνωδού: «χαῖρε Κύριον φιλάνθρωπον ἐπιδείξασα Χριστόν».

Η τοπική προφορική παράδοση του χωριού βρίθει θαυμαστών διηγήσεων για τα θαύματα και τις ευεργεσίες της Παναγίας.

Με επέμβαση της Θεοτόκου συνδέεται η απελευθέρωση του Κομμένου από τον δυσβάσταχτο κεφαλικό φόρο που επέβαλε ο Τούρκος Αγάς στα χωριά του Κάμπου.

Ακόμη οι παλαιοί αναφέρονται στην αποσόβηση μεταδοτικών ασθενειών, όπως ήταν η πανούκλα. Ιδιαίτερα, όμως, τονίζεται η βροχοποιός χάρη της Παναγίας.

Την Εικόνα της Οδηγήτριας λιτάνευαν οι κάτοικοι σε περιόδους εκτεταμένης ανομβρίας και η Εκείνη με θαυμαστό τρόπο έφερνε στο χωριό βροχή για να ξεδιψάσουν οι άνθρωποι και η γη με τα ζωντανά της.

Πολλές είναι και οι εμφανίσεις της Παναγίας• δεν είναι λίγοι εκείνοι που μαρτυρούν ότι Την είδαν σε ενύπνια ως μία μαυροφόρα γυναίκα να περπατά εντός του Ναού Της ή να τους μιλά.

Όμως η Παναγία του Κομμένου έμελλε να συνδεθεί και με μια από τις δραματικότερες στιγμές της Νεοελληνικής Ιστορίας.

Στις 16 Αυγούστου 1943 τα Γερμανικά Στρατεύματα Κατοχής εισέβαλαν και κατέκαυσαν το χωριό σφαγιάζοντας τους κατοίκους του.

Μπροστά από την κεντρική πύλη του περιβόλου του Ναού και κρατώντας το Ιερό Ευαγγέλιο βρήκε μαρτυρικό θάνατο ο Ιερέας του χωριού, π. Λάμπρος Σταμάτης.

Το ίδιο εκείνο Ιερό Ευαγγέλιο φυλάσσεται μέχρι σήμερα στην Ενορία Κομμένου και αποτελεί τον συγκλονιστικότερο μάρτυρα της θυσίας 317 θυμάτων της Σφαγής, ανάμεσα στα οποία συναριθμούνται 97 παιδιά έως και ελαχίστων μηνών.

Ο Ναός της Παναγίας πανηγυρίζει στις 15 Αυγούστου και η χάρη της συγκεντρώνει προσκυνητές από διάφορα μέρη της Άρτας, οι οποίοι καταφθάνουν στον Ναό φέρνοντας τάματα και σεβάσματα προς τιμήν της Παναγίας.

Οι παλαιότερες μαρτυρίες καταδεικνύουν ότι η πρακτική αυτή λάμβανε ποικίλες μορφές.

Πέρα από τα συνήθη μεταλλικά αφιερώματα, πολλά από τα οποία κοσμούν μέχρι σήμερα την Ιερά Εικόνα, οι πιστοί προσέφεραν ακόμη και ζώα, πολυτιμότατα αγαθά για τους αγροτικούς πληθυσμούς των περασμένων χρόνων.

Ιδιαίτερα διαδεδομένο υπήρξε και το έθιμο της περιζώσεως του Ναού με κέρινο «ζωνάρι», το μήκος του οποίου αντιστοιχούσε στην περίμετρό του.

Η συμβολική αυτή πράξη αποτελούσε μαρτυρία της ολοκληρωτικής αφιέρωσης του πιστού και τη δέσμευση της Παναγίας για την εκπλήρωση του τάματος και συνδεόταν συχνά με αιτήματα θεραπείας ασθενειών.

Η παράδοση των ταμάτων διατηρείται ζωντανή μέχρι και σήμερα εκφράζοντας την αδιάκοπη συνέχεια μιας λατρευτικής πρακτικής που μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά.

kommeno artas 1

kommeno artas 2

kommeno artas 3

kommeno artas 4

kommeno artas 5


Ο Αύγουστος της Θεογεννήτριας

 

Νώντας Σκοπετέας

Πιαστείτε από τον μανδύα της Παναγίας και μη χωριστείτε ποτέ από την μητέρα μας, γιατί αυτή είναι η εγγύησις της σωτηρίας μας.

Και αμαρτωλοί να είμαστε και ανάξιοι να είμαστε η Παναγία θα μας βοηθήσει να σωθούμε εφ’ όσον όμως και εμείς έχομε φιλότιμο και αγωνιζόμαστε. (π. Γεώργιος Καψάνης)

Κάθε ημέρα μέσα στον ευλογημένο ενιαυτό της Αγίας μας Πίστης, αγιάζεται από την ολοζώντανη παρουσία της Παναγίας μας. Η Πανύμνητος Πλατυτέρα σκεπάζει ελπίδες και ικεσίες, στεναγμούς  και δάκρυα, ανάγκες και περιστάσεις…

Η Διαπορθμεύουσα κυρία Θεοτόκος, αναζητά εναγωνίως τις παρακλήσεις μας και τα αιτήματά μας, να τα περάσει απέναντι να τα διαβιβάσει στον Υιό και Θεό της. Είναι ο Αύγουστος τόσο δικός της. Από την πρώτη έως την τελευταία του μέρα.

Ευλογημένος με την μνήμη της μεταστάσεώς της, με την μεγάλη γιορτή της, το δικό της Πάσχα. Είναι η μάνα όλου του κόσμου, η Κυρία Θεοτόκος που θα ενώνει πάντοτε γη και ουρανό.

«Ἀπειρόγαμε νύμφη Θεογεννήτρια, ἡ τῆς Εὔας τὴν λύπην χαροποιήσασα, ἀνυμνοῦμεν οἱ πιστοὶ καὶ προσκυνοῦμέν σε,ὅτι ἀνήγαγες ἡμᾶς ἐκ τῆς ἀρχαίας ἀρᾶς καὶ νῦν δυσώπει ἀπαύστως, πανύμνητε Παναγία, εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς.»….  «…Θεογεννήτρια, τῶν πόθῳ προσιόντων, τῇ σκέπῃ Σου τῇ θείᾳ, θεραπεύειν ἀξίωσον.»

Θεογεννήτρια! Πόσο συνταρακτικό αυτό το προσωνύμιο, αν συναισθανθούμε το τι περιγράφει. Μηχανικά πολλές φορές το απαγγέλουμε ή και το ψέλνουμε για Εκείνην που γέννησε τον Θεό…Αν το συλλάβουμε αδελφοί μου, κάθε φορά που θα βγαίνει από τα χείλη μας θα είναι μια τρανή ομολογία της Αγίας μας πίστης.

Για αυτό το οφείλουμε στις ψυχές μας, να γνωρίζουμε την Κυρία των Αγγέλων. Να μην είναι αυτή μόνο μια καλή αφορμή για γιορτές, σχόλες, εκδρομές και πανηγύρια, αλλά για δάκρυα δοξολογικά συντριβής και μετανοίας που τολμάμε-μη μας παραδειγματίσεις Κύριε- εμείς οι Έλληνες μόνο!!! να βλασφημούμε ανείπωτα αισχρά το Πανάγιο πρόσωπό της…

Στα χέρια μας ένα βιβλίο αφιερωμένο σε Εκείνην. Γραμμένο με χάρη για την Θεογεννήτρια και Φωτογεννήτρια Μητέρα…Να μάθουμε περισσότερα, να νιώσουμε περισσότερα, να αυτομεμφθούμε περισσότερο για την ολέθρια άγνοιά μας..Τούτον τον Αύγουστο μην χωριστούμε ούτε ελάχιστα από Εκείνην..

«Ο,τι θέλει ο Θεός να το θέλης και συ. Και ό.τι εσύ θέλεις να το θέλη και ο Θεός»!

 

Το ηλιοτρόπιο είναι ένα φυτό, πού πολύ µοιάζει µε τον ήλιο στο σχήµα και στην µορφή. Από την ανατολή του έως την δύση τον παρακολουθεί στο ταξίδι του, στρέφοντας προς αυτόν τα χρυσοκίτρινα πέταλά του.

Το βράδυ µαζεύεται στον εαυτό του και το πρωί χαρούµενο τον χαιρετά. Δεν θέλει να ανήκει σε κανένα άλλον, παρά µόνο στον ήλιο! Γι’ αυτό τον παρακολουθεί πιστά όχι µόνον όταν είναι ορατός και λαµπερός, αλλά και όταν τα µαύρα σύννεφα τον κρύβουν και δεν φαίνεται! Σαν να διαθέτη µιά µυστική διαίσθησι, ξέρει κατά που τραβά ο βασιλιάς αυτός του ουρανού…

Ο Ρώσος άγιος Επίσκοπος Ιωάννης Μαξίµοβιτς του Τομπόλσκ σε ένα βιβλίο του, επισηµαίνει ότι το ηλιοτρόπιο µπορεί να αποτελέση ένα υπόδειγµα για τον άνθρωπο. Όπως το χαριτωµένο αυτό φυτό ακολουθεί πιστά την τροχιά του ήλιου, έτσι και ο άνθρωπος πρέπει να ακολουθή το θέληµα του Θεού, σε όλη την διάρκεια της ζωής του, χωρίς παρέκκλιση. 
«Χριστιανέ -γράφει- πρόσεξέ το αυτό το φυτό. Ακόµη και στις συννεφιασµενες ηµέρες παρακολουθεί τον ήλιο.
Έτσι και συ όταν τα σκοτεινά σύννεφα των θλίψεων αποκρύψουν προς στιγµήν το θείο Πρόσωπό Του, να είσαι ταυτισµένος µε το άγιο θέληµά Του». Και καταλήγει όµορφα :
«Ο,τι θέλει ο Θεός να το θέλης και συ. Και ό.τι εσύ θέλεις να το θέλη και ο Θεός»!
 

Είμαστε εικόνες και αντικρίσματα του Θεού

 

panagia1

Μπορεῖ κάποιος νά βρεῖ πόλεις ἐγκαταλειμμένες–ἐρείπια, ἀλλά πόλεις χωρίς θρησκευτικότητα δέν πρόκειται νά βρεῖ, ὅπως διαπιστώνει ὁ νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πλούταρχος.

Τί εἶναι τελοσπάντων αὐτή ἡ δική μας θρησκευτικότητα, πού τήν ἐκδηλώνουμε λίγο ἤ πολύ ὁ καθένας μέ τούς παραπάνω τρόπους; Μιά ἀτομική ἀνάγκη “θρησκεύειν”;

Μιά ἀνεπίγνωστη τάση ἀπαλλαγῆς ἀπό ἐνοχές γιά τά λάθη μας; Μιά ὠφελιμιστική διέξοδος ἐξασφαλίσεως κάποιων δωρεῶν ἀπό τήν “ἀνώτερη δύναμη”;

Μιά ἀναπόδραστη ὑποσυνείδητη ἀποδοχή τῆς θρησκευτικότητας τῶν πρό ἡμῶν; Μιά συνειδητή ἀναζήτηση μεταφυσικῆς διεξόδου ἀπό τήν καθημερινή ἰσοπέδωση;

Καί ἄν περίπου ἔτσι κατανοοῦμε καί ἐξηγοῦμε ἐμεῖς τήν θρησκευτικότητά μας, τί σχέση ἔχει μέ τήν θρησκευτικότητα καί τήν ἐμπειρία ὅλων τῶν πρό ἡμῶν καί μεθ’ ἡμῶν εὐσεβῶν καί ὀρθοδόξων χριστιανῶν; Μέ τήν ἐμπειρία καί τή θεογνωσία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ; Ταυτίζονται ἤ ἀποκλίνουν; Σχετίζονται ἤ εἶναι διαφορετικές;

Ὁ Θεός ὅπως ἐμεῖς τόν φανταζόμαστε καί τόν ἐξευμενίζουμε εἶναι ὁ Θεός τοῦ ὀρθοδόξου χριστιανικοῦ “Πιστεύω”, ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα ὅπως ἀποκαλύφθηκε στόν κόσμο συνιστώντας τήν Ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς ἀληθινή ἐμπειρική θεανθρώπινη κοινωνία μας μετ’ Αὐτοῦ;

Κι ἄν διαφέρει ἡ ἀτομική μας θρησκευτικότητα ἀπό τήν θρησκευτικότητα τῆς Ἐκκλησίας, τότε μήπως ἡ ἀτομική θρησκευτικότητά μας —ἀντί νά μᾶς λυτρώνει— μᾶς γεμίζει μέ τήν πιό ὀλέθρια ψευδαίσθηση, αὐτήν πού ἀλλοτριώνει τήν ζωή μας σέ ματαιοπονία, τούς κόπους σέ σισσύφεια τραγωδία, τά ὄνειρα σέ παγίδες θανάτου;

Γιατί ζοῦμε; Γιατί πεθαίνουμε; Ποιοί τελικά εἴμαστε ἐμεῖς σ’ αὐτήν τήν ἀδιάκοπη διελκυστίνδα μεταξύ ζωῆς καί θανάτου, ὑπάρξεως καί φθορᾶς; Γιά νά δώσουμε ἀπάντηση σ’ αὐτά τά διαιώνια ὑπαρξιακά ἐρωτήματα, πρέπει πρῶτα νά ἀπαντήσουμε στό καίριο ἐρώτημα: ποιά εἶναι ἡ σχέση μας μέ τόν ἀληθινό Θεό μας.

Ἡ πίστη δέν εἶναι ἀποδοχή ἰδεῶν, ἀλλά σχέση ζωῆς μέ τόν ζῶντα Θεό. Κι ὁ θάνατος δέν εἶναι ἐκμηδένιση, ἀλλά διαβατήριο ζωῆς πρός τόν ζῶντα Θεό.

Αὐτό μᾶς λέει ἡ Ὀρθοδοξία. Τό λέει στό ὄνομα τοῦ ἀληθινοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, Αὐτοῦ πού ἔφτιαξε ἐκ τοῦ μηδενός τά σύμπαντα κι ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους.

Αὐτοῦ πού ἀνέμειξε τήν ζωή Του μέ τήν ζωή μας γιά νά μᾶς σώσει. “Ὁ ἥνωται Θεῷ τοῦτο καί σῴζεται”, διδάσκουν οἱ θεόπτες τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅσοι εἶδαν τό Θεό –καθώς ἠδύναντο–, ὅσοι μίλησαν μέ τό Θεό, ὅσοι ἑνώθηκαν μέ τόν Θεό. Νά τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία: “ὅ ἥνωται Θεῷ”. Νά ποιός εἶναι ὁ στόχος καί ἡ μοναδικότητά της: “κοινωνία τοῦ ζῶντος Θεοῦ”.

***

Ἡ Παναγία μας φρόντιζε καί φροντίζει γιά ὅλους ὅσους ἔζησαν, ζοῦν καί θά ζήσουν σ᾽ αὐτά τά εὐλογημένα καί μαρτυρικά χώματα τῆς ἑλληνικῆς ἐπικράτειας. Δοξολογοῦμε τόν Κύριό μας καί Θεό μας, τό Δημιουργό καί Σωτήρα μας, πού ἄλλη μιά χρονιά θά μᾶς συνάξει στόν ἑορτασμό μιᾶς τόσο σημαδιακῆς θεομητορικῆς ἑορτῆς.

Ἡ εὐλάβειά μας εἶναι ὅ,τι πιό φυσικό διαθέτουμε στή φυσικότητα τῆς ὕπαρξής μας. Γιατί νά καυχηθοῦμε γι᾽ αὐτήν τή φυσικότητα;

Ἄς ἔχει χίλιες δόξες ἡ Παναγία μας, πού μᾶς χάρισε καί μᾶς προσφέρει αἰσθητά τόν ἑαυτό Της ὡς ἀναφαίρετο δῶρο Μητροπρεπές σέ μᾶς τά παιδιά Της.

Δῶρο Μητροπρεπές, ἀποκάλυψη ζωῆς καί χάρισμα σωτηρίας, εὐλογία ἐλπίδας στά μίζερα χρόνια πού ζοῦμε. Σέ χρόνια ὅπου διακινδυνεύεται ἡ ἠθική καί ἡ ἀξιοπρέπεια, ἡ θρησκευτικότητα καί ἡ ἀνθρωπιά, ἡ εἰρήνη καί ἡ ἐπιβίωση, ἀκόμη καί ἡ ὑγεία!

***

ΑΠΟ παιδιά ὅλοι μας νιώσαμε καί νιώθουμε τή ζωή σάν ἕνα αἰσθητό σωματικό γεγονός. Οἱ σκέψεις μας γίνονται σωματικές κινήσεις, καί οἱ σωματικές ἐκδηλώσεις μᾶς γεμίζουν μέ ἀναμνήσεις καί νέες σκέψεις.

Οἱ σωματικές αἰσθήσεις γεμίζουν μέ τόσα ἀποτυπώματα τοῦ ὑλικοῦ κόσμου τήν ψυχή μας (τά συναισθήματα καί τά ἐσώτερα βιώματα καί τή λογικότητα πού συγκροτοῦν τόν ἑαυτό μας). Ζοῦμε καί ἐκφραζόμαστε καί δημιουργοῦμε μέ ἕνα τρόπο σωματικό. 

Ἀκόμη καί ὁ εἰκονικός ἠλεκτρονικός κόσμος, θέλει τά χέρια μας ἤ τό στόμα μας ἤ τό βλέμμα μας, γιά νά λειτουργήσει. Ὅλη ἡ ζωή μας εἶναι κάτι τό χειροπιαστό. Ζοῦμε τούς ἄλλους μέσα ἀπό τή σωματική μας ὀντότητα. Καί οἱ ἄλλοι γύρω μας ἔτσι μᾶς νιώθουν. Ἡ σωματικότητα εἶναι ἡ δυνατότητα νά βαδίσουμε στόν κόσμο καί νά τόν ζήσουμε.

Βεβαίως ἡ ψυχικότητα εἶναι αὐτή πού δίνει λειτουργική κίνηση στή σωματικότητα. Ἀλλά καί ἡ σωματικότητα προσφέρεται ὡς τρόπος λειτουργικῆς ἔκφρασης στήν ψυχικότητα. Εἴμαστε μιά ψυχική σωματικότητα ἤ μιά σωματική ψυχικότητα.

Καί τά δύο μαζί ἀπό τήν πρώτη-πρώτη στιγμή τῆς συλλήψεως (ἡ σωματικότητα καί ἡ ψυχικότητα) εἶναι ἡ ἑνιαία διπλή ὄψη τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἀπό τότε πού καταλαβαίνουμε τόν ἑαυτό μας, ὑποσυνείδητα ἤ συνειδητά, ἀπό ἔμβρυα καί μωρά μέχρι πού ὡριμάζουμε καί ἀναχωροῦμε, μέ αὐτήν τή διπλή ὄψη ζοῦμε αὐτήν τή ζωή.

Δισεκατομμύρια καί τρισεκατομμύρια ἀνθρώπων, ὅσοι ζήσαμε, ὅσοι ζοῦμε καί ὅσοι θά προλάβουμε νά ζήσουμε, ὑπάρχουμε ὡς ψυχοσωματικές ἤ σωματοψυχικές ὀντότητες.

***

ΟΜΩΣ, ὁ καθένας μας ἔχει μιά ἀνεπανάληπτη μοναδικότητα.

Ἀκόμη κι ἐκεῖ πού ἐντοπίζει κανείς ἐπαναληπτικά στοιχεῖα χαρακτηριστικῶν καί χαρακτήρων…· ἀκόμη κι ἐκεῖ πού παρατηρεῖ κάποιος ἐξωτερικές ὁμοιότητες νοοτροπίας καί συμπεριφορᾶς…· ἀκόμη κι ἐκεῖ πού βλέπει ἕνας κοινωνιολόγος παρομοιότητες πολιτισμικές ἤ κοινωνικές…· διαπιστώνεται ὅτι κανείς δέν εἶναι ἀντίγραφο ἑνός ἄλλου! Κανείς δέν προέκυψε σάν φωτοτυπία ἑνός ἄλλου πρωτοτύπου! 

Εἴμεθα μοναδικοί καί ἀνεπανάληπτοι.

Αὐτό εἶναι ἕνα δεδομένο τῆς κτιστῆς μας φυσικότητας, τῆς ἀνθρώπινης ὀμορφιᾶς μας, τῆς παρουσίας μας.

Ἀλλά, ἐάν ἔχουμε μιά τέτοια ἀσύμπτωτη μοναδική φυσικότητα, μέ ποιό τρόπο ἀνανεωθήκαμε σάν ἀνθρωπότητα; Ποῦ βρήκαμε τόσες καί τόσες λεπτότατες ἑνοποιούς συμπτώσεις; Πῶς οἱ ἀναρίθμητες μοναδικές ἀνθρώπινες ὑπάρξεις καλλιεργήσαμε σημεῖα ἐπικοινωνίας, ὥστε νά συγκροτήσουμε πολιτισμούς καί ἱστορία;

***

ΕΔΩ ἀνακαλύπτουμε ἕνα ἄλλο πολύ μεγάλο μυστικό μας.

Νιώθουμε καί χαιρόμαστε τή σωματο-ψυχική μας μοναδικότητα μόνο μέσα ἀπό τή σχέση.

Ἀποκτοῦμε συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ μας σέ σχέση μέ τίς ἄλλες ἀνθρώπινες ὑπάρξεις καί σέ τελευταία ἀνάλυση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Ἀκόμη καί ἡ ἀρχαία λέξη “συνείδηση” σημαίνει ὅτι γνωρίζουμε τόν ἑαυτό μας μέσα ἀπό τό «σύν», μέσα ἀπό τή σχέση καί τήν κοινωνία, ὡς συνυπάρξεις, ὡς συνάνθρωποι πού τελικά συγκροτοῦμε τή συνανθρωπότητα. Ἔστω κι ἄν ἀκόμη ἐπιχειροῦμε καί προσπαθοῦμε νά τήν ἀνεύρουμε καί νά τήν συγκροτήσουμε, ἀλλά μᾶλλον τήν ἀποδομοῦμε.

Καταλαβαίνουμε ὅτι εἴμαστε ἀνεπανάληπτοι καί μοναδικοί, συνειδητά ὡς προσφερόμενοι καί προσδεχόμενοι. Προσφερόμαστε ἐμεῖς στούς ἄλλους καί ἀποδεχόμαστε σ᾽ ἐμᾶς τούς ἄλλους. Μέ ἕνα τρόπο μοναδικῆς ἐλευθερίας καί ἐπιλογῆς, πού δείχνει τήν κτιστή ὑπεραξία τοῦ κάθε ἀνθρώπου.

Κι ἐκεῖ πού καταλαβαίνουμε ὅτι ὁ ἑαυτός μας εἶναι μιά ὕπαρξη σέ σχέση μέ τούς ἄλλους, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, μαθαίνουμε τελικά τό πιό μεγάλο μυστικό μας.

Εἴμαστε εἰκόνες καί ἀντικρίσματα τοῦ Θεοῦ.

Ἐκεῖνος θέλησε καί μᾶς ἔφτιαξε, ὥστε νά εἰκονίζουμε τόν Υἱό Του, ὅταν θά γινόταν καί ἄνθρωπος (Θεός καί ἄνθρωπος).

Ἐκεῖνος θέλησε καί μᾶς ἔφτιαξε, ὥστε νά ὁμοιάσουμε τόν Υἱό του, ὅταν θά γινόταν καί ἄνθρωπος (Θεάνθρωπος).

Τό ὑπαρκτικό μας πρότυπο δέν βρισκόταν στήν ἀρχή τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, ἀλλά στήν ἀναμέτρησή της μέ τό Δημιουργό της. Καί ἦταν τόσο φιλάνθρωπος ὁ Θεός, ὥστε νά μᾶς προσμετρήσει μέ τή συγκατάβαση τῆς πιό τέλειας προσωπικῆς σχέσης Του πρός ἐμᾶς.

Ὁ Θεός θέλησε καί μᾶς ἔφτιαξε, ὥστε νά εἴμαστε ἀληθινοί, ὅταν ἀφήνουμε στήν ἄκρη τή λήθη, τή λησμονιά τοῦ ἄλλου καί τή λησμονιά τοῦ Θεοῦ.

Ὅταν ζοῦμε λησμονώντας ὅτι εἴμαστε σέ ἀναλογία καί σχέση, τότε χάνουμε τήν αὐτοσυνειδησία μας ὅτι εἴμαστε ἄνθρωποι.

Ὅταν θέλουμε καί ζοῦμε σέ ἀναλογία καί σχέση, σέ κοινωνία καί μετοχή μέ τό συνάνθρωπο καί τό Θεό, τότε ζοῦμε καί χαιρόμαστε τήν αὐτοσυνειδησία ὅτι εἴμαστε ἄνθρωποι. Καί αὐτό τό προσδέχεται ὁ Θεός ὡς δική μας συνάντηση στήν ἐνανθρώπησή Του καί γίνεται Ἐκεῖνος κεφαλή κι ἐμεῖς σῶμα, τόσο στενά κοινωνημένοι καί ἑνωμένοι.

***

ΑΥΤΟ τό μεγάλο δῶρο καί τό μεγάλο μυστικό τό ἔζησαν καί τό χάρηκαν καί τό χαίρονται αἰώνια ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ.

Ἔζησαν προσφερόμενοι καί μετέχοντες, βάζοντας στήν ἄκρη τήν ἰδιοτέλεια τῆς ἀπομόνωσης πού συνεπιφέρει ἡ ἀνομία καί ἡ ἁμαρτία. Ὅλοι οἱ Ἅγιοι κατόρθωσαν νά ζήσουν τή χριστιανική τους ταυτότητα ὡς σχέση προσφορᾶς καί μετοχῆς στό Θεό καί στό συνάνθρωπο.

Αὐτό τό μεγάλο μυστικό μᾶς τό διδάσκει ὁ ἐνανθρωπισμένος Θεός μας, ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός.

Μέ μιά ἐκστατική πληρότητα μᾶς τό μαθαίνει πρώτη σέ τελειότητα ἀπό ὅλους μας ἡ Μητέρα τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του, ἡ Παναγία μας.

Παναγία στήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική παράδοση σημαίνει τέλεια ἀφοσίωση στό Θεό καί τέλεια προσφορά στούς ἀνθρώπους.

Μέ τήν πανάχραντη ἁγνότητα καί ὑπακοή καί ἀειπαρθενική Της Μητρότητα ἔζησε καί ζεῖ κατενώπιον τοῦ Θεοῦ. Ζεῖ ὡς ἄνθρωπος τῆς τέλειας σχέσης ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Μέ τήν πανάγια καί ἐκστατική Της ἀγάπη ἔζησε καί ζεῖ πρός ὅλη τήν ἀνθρωπότητα καί πρός τούς ἀγγέλους καί πρός τήν κτίση ὅλη ὡς ὁλάνοιχτη ἀκοίμητη σχέση θείων δωρεῶν, εὐλογιῶν, χαρίτων, προστασίας, μεσιτείας.

***

Καί ὅπως τά μικρά παιδιά νιώθουν μέ τό ἐνδοκάρδιό τους καί χαίρονται τή μητέρα τους, ἀπολαμβάνουν, προστρέχουν, ἐμπιστεύονται, προσκαλοῦν καί φωνάζουν ἀνά πᾶσα στιγμή, τρέφονται καί ἀποκοιμοῦνται στή μητρική ἀγκαλιά καί προστασία· ἔτσι κι ἐμεῖς ζοῦμε σήμερα (καί κάθε μέρα) τήν σωματοψυχική μας ὑπαρκτικότητα ὡς ὀρθόδοξοι χριστιανοί σέ σχέση καί ἀναφορά πρός τήν Παναγία μας.

Καταλαβαίνουμε, μέ τή μέσα καρδιά μας καί μέ κάθε κομμάτι τῆς ὕπαρξής μας, ὅτι ἡ ζωή μας εἶναι ἕνα δῶρο Θεοῦ.

Καί ὅτι ἡ Παναγία μας (πού ἔζησε τόν ἑαυτό Της σέ σχέση μέ τήν πανανθρωπότητα κατενώπιον Θεοῦ ὡς Μητέρα τῆς σωτηρίας μας) συνεχίζει ἀκατάπαυστα μέχρι σήμερα καί μοιράζεται τό δικό Της ἑαυτό ὡς σχέση μέ μᾶς!

Αὐτό εἶναι τό μεγαλύτερο δῶρο τῆς Παναγίας μας. Τόν ἑαυτό Της τό δοσμένο στό Χριστό μας γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου, τόν μοιράζεται μέ μᾶς!

Τήν προσκυνοῦμε εὐλαβικά καί ἄς ἀποφασίζουμε νά ζήσουμε τή ζωή μας ὡς σχέση καί ἑνότητα, μέ τρόπο πού νά μή λαθέψουμε ποτέ καί μακρύνουμε ἀπό αὐτήν τή δική Της πανάχραντη κοινωνία.

†Ὁ Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως & Πολυκάστρου Δημήτριος

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΕΥΠΛΟΣ




Τη μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Εύπλου του Διακόνου τιμά σήμερα, 11 Αυγούστου, η Εκκλησία μας. Έζησε στα τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ., όταν αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός. Γεννήθηκε στην Κατάνη της Σικελίας, όπου ήταν και διάκονος της εκεί Εκκλησίας.
Θερμός κήρυκας του Ευαγγελίου ο Εύπλος, προσπαθούσε να στερεώσει την πίστη των διωκόμενων χριστιανών και τους προέτρεπε να προτιμούν τα πιο φρικτά μαρτύρια παρά να αρνηθούν το Χριστό.
Διότι «ει υπομένομεν, και συμβασιλεύσομεν ει αρνούμεθα. Κακείνος αρνήσεται ημάς» (Β’ προς Τιμόθεον, 6 12). Εάν, δηλαδή, δείχνουμε υπομονή, τότε και θα βασιλεύσουμε μαζί μ’ αυτόν (το Χριστό). Εάν, όμως, Τον αρνούμαστε, και Εκείνος θα μας αρνηθεί.
Οι ειδωλολάτρες, βλέποντας αυτή τη δραστηριότητα του Εύπλου, τον κατήγγειλαν στον Έπαρχο Καλβισιανό. Αυτός προσπάθησε με συζήτηση να πείσει τον Εύπλο ότι ήταν μωρία να πιστεύει στον Τριαδικό Θεό και έπρεπε το συντομότερο να Τον αρνηθεί.
Ο Εύπλος ακαταμάχητος συζητητής, διέλυσε ένα προς ένα όλα τα επιχειρήματα του έπαρχου. Ο Καλβισιανός, αφού είδε ότι δεν τα έβγαζε πέρα με τον Εύπλο, διέταξε και του έσχισαν τις σάρκες με σιδερένια νύχια. Κατόπιν του έσπασαν τις κνήμες με σφυριά και στο τέλος τον αποκεφάλισαν.
Ενώ ο Εύπλος εξακολουθούσε να μην αρνείται το Χριστό, μέχρι και την τελευταία του πνοή.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάβαλε.
Ως θείος διάκονος, της Εκκλησίας Χριστού, οσίως διήγαγες, τα προς Θεόν και πιστώς, και ήθλησας άριστα, συ γαρ εν τω πελάγει, των ποικίλων αγώνων, εύπλοος ανεδείχθης, παμμακάριστε Εύπλε. Καί νυν προς λιμένας ημάς, θείους κυβέρνησαν.

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

Αφιέρωμα Αυγούστου:Κάμπου Παναγία, Χοιροκοιτία


Image
facebook sharing button

Η εκκλησία της Παναγίας του Κάμπου βρίσκεται στα δυτικά του χωριού Χοιροκοιτία, όχι μακριά από τα ερείπια του οικήματος του τάγματος των Ναϊτών που αργότερα ήλθε στα χέρια των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη.

Είναι εκκλησία μονόκλιτη με τρούλλο κι έχει σήμερα διαστάσεις 12,50X4 μ. χωρίς την αψίδα. Η αψίδα έχει χορδή 3 μ. και βέλος 1,80 μ. Το αρχικό μήκος όμως της εκκλησίας ήταν μόνο 8 μ. Πραγματικά είναι φανερή η επέκταση της εκκλησίας στα δυτικά. Η αρχική εκκλησία είναι κτισμένη με μεγαλύτερους πωρόλιθους αδρά λαξευμένους, ενώ η προσθήκη είναι κτισμένη με μικρότερους πωρόλιθους. Εσωτερικά πάλι είναι φανερή η κατεδάφιση του δυτικού τοίχου και η αντικατάστασή του με οξυκόρυφο τόξο. Επίσης η καμάρα του δυτικού τμήματος της εκκλησίας είναι οξυκόρυφη, ενώ οι καμάρες και τα τυφλά τόξα του βόρειου και του νότιου τοίχου της αρχικής εκκλησίας είναι ημικυκλικά. Επίσης το κλειδί του δυτικού οξυκόρυφου τόξου επεκτείνεται ψηλότερα και το κλειδί του περιθύρου που το περιβάλλει είναι σκαλισμένο με ανθρώπινη μορφή με αμπελόφυλλα, που μπορεί να χρονολογήσουν τη δυτική προσθήκη στο 15ο αιώνα. Τότε ή λίγο αργότερα , πάντως πριν από το 1552, το ανατολικό τμήμα της εκκλησίας έπαθε κάποια καταστροφή.

 Για να στηρίξουν τον τρούλλο πρόσθεσαν ποδαρικά στις εντοιχισμένες ανατολικές παραστάδες που στήριζαν το βόρειο και νότιο κεντρικό τόξο και κατασκεύασαν οξυκόρυφο τόξο στο δυτικό άκρο της ανατολικής καμάρας. Ταυτόχρονα τοποθέτησαν προβόλους στις δυο δυτικές παραστάδες που στήριζαν το βόρειο και νότιο κεντρικό τόξο και κατασκεύασαν άλλο οξυκόρυφο τόξο. Άλλο οξυκόρυφο τόξο κτίσθηκε κάτω από το βόρειο κεντρικό τόξο. Έτσι αλλοιώθηκε σημαντικά το εσωτερικό της εκκλησίας.

 Ο τρούλλος έχει τέσσερα μικρά παράθυρα. Άλλο μικρό παράθυρο υπάρχει στο μέσο του νότιου τοίχου. Στο δυτικό τυφλό τόξο του νότιου τοίχου υπάρχει σήμερα θύρα.


Στην εκκλησία σώζονται δυο στρώματα τοιχογραφιών. Οι τοιχογραφίες του πρώτου στρώματος δεν διακρίνονται. Οι τοιχογραφίες του δευτέρου στρώματος δεν είναι όλες της ίδιας εποχής ούτε έργο του ίδιου ζωγράφου. Εκείνες της αψίδας και του ανατολικού τμήματος είναι επηρεασμένες από τη δυτική τέχνη. Ορθή όμως αξιολόγησή τους δεν μπορεί να γίνει γιατί είναι καλυμμένες με άλατα και άλλες ακαθαρσίες.

 Στην αψίδα σώζεται η Πλατυτέρα ανάμεσα στους αρχαγγέλους και πιο κάτω η κοινωνία των αποστόλων. Πιο χαμηλά σώζονται 4 ιεράρχες στο βόρειο μισό του ημικυκλικού τοίχου της αψίδας και η κεφαλή ενός άλλου δεξιότερα. Όλες όμως οι τοιχογραφίες είναι καλυμμένες με άλατα, καπνιά και ασβεστοχρίσματα έτσι που η τεχνοτροπική εκτίμησή τους είναι σχεδόν αδύνατη.

 Στον τρούλλο σώζεται τμήμα από τον Παντοκράτορα και στο τύμπανο όρθιοι προφήτες. Στα σφαιρικά τρίγωνα του τρούλλου σώζονται μεγάλα τμήματα των ευαγγελιστών. Μικρότερα τμήματα τοιχογραφιών υπάρχουν και σε άλλα μέρη της εκκλησίας.

 Πιο σημαντική είναι η τοιχογραφία του αγίου Γεωργίου που σώζεται σε καλή σχετικά κατάσταση, στο δυτικό τυφλό τόξο του βόρειου τοίχου της αρχικής εκκλησίας. Η τοιχογραφία αυτή περιβάλλεται από σκηνές του μαρτυρίου του αγίου. Η τοιχογραφία είναι αναθηματική και είναι έργο κάποιου ζωγράφου Συμεών. Ο ζωγράφος αυτός είναι άλλος από τον Συμεών Αξέντη όπως φαίνεται από την τεχνοτροπία της τοιχογραφίας. Η τοιχογραφία έγινε το 1509 με δαπάνη κάποιου Σάββα και της οικογένειάς του. Άλλη αναθηματική τοιχογραφία είναι εκείνη του αγίου Ιλαρίου στο νεότερο τόξο που στηρίζει τον τρούλλο στα δυτικά. Στον κιλλίβαντα του τόξου αυτού υπάρχει η αναθηματική επιγραφή και η χρονολογία 1552.

Η Οικουμενικότητα της Εκκλησίας στον ύμνο «Απόστολοι εκ περάτων»


apostoloi ek peraton

Δρ. Αχιλλέως Παπατόλιου

Διδάσκοντος Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας 

και Χριστιανικού Πολιτισμού ΑΠΘ


Μέσα στην εκκλησιαστική περίοδο του δεκαπενταύγουστου ιδιαίτερη θεολογική σημασία παρουσιάζει η φράση «Ἀπόστολοι ἐκ περάτων», με την οποία ξεκινάει το εξαποστειλάριο της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

Η εικόνα των Αποστόλων που συγκεντρώνονται από τα «πέρατα» της οικουμένης για να παρευρεθούν στην Κοίμηση και την ταφή της Θεοτόκου σηματοδοτεί την καθολικότητα και την οικουμενικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Οι Απόστολοι κατά την εκκλησιαστική παράδοση βρίσκονταν διασκορπισμένοι στα διάφορα μέρη του κόσμου, επιτελώντας το ιεραποστολικό τους χρέος για τη μετάδοση του Ευαγγελικού μηνύματος κατά το: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αὐτοῦς εἰς τό ὄνομα τοῦ πατρός καί τοῦ υἱοῦ καί ἁγίου πνεύματος, διδάσκοντες αὐτούς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν». (Ματθ. 28,16-20).

Η φράση αυτή «Ἀπόστολοι ἐκ περάτων», αναδεικνύει την παγκοσμιότητα της Εκκλησίας, η οποία δεν απευθύνεται σε έναν συγκεκριμένο λαό, σε μία συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή ή σε μία συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα.

Το Ευαγγελικό μήνυμα έχει καθολικό και εσχατολογικό χαρακτήρα και απευθύνεται σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. «Καί κηρυχθήσεται τοῦτο τό εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ εἰς μαρτύριον πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν καί τότε ἥξει τό τέλος» (Ματθ. 24,14).

Υποτίμηση η αναστολή του χρέους της προσωπικής αυτής μαρτυρίας θα σήμαινε ουσιαστική άρνηση του Ευαγγελίου.

Η Εκκλησία είναι οικουμενική επειδή συγκεντρώνει σε ένα Σώμα ανθρώπους διαφορετικούς ως προς την καταγωγή, το έθνος, το φύλο, τη γλώσσα, τον πολιτισμό και την κοινωνική τους προέλευση.

Η ενότητα της Εκκλησίας δεν στηρίζεται στην ομοιομορφία των ανθρώπων, αλλά στην ποικιλομορφία και στην κοινή συμμετοχή τους στο Σώμα του Χριστού. Υπό αυτή την έννοια, η εικόνα των Αποστόλων που έρχονται από διαφορετικά μέρη αποτελεί εικόνα μιας ενότητας εν τη ποικιλία των διατυπώσεων, εθνικών, φυλετικών, κοινωνικών και πολιτισμικών.

Το αυθεντικό νόημα της Εκκλησίας εξάγεται από την ίδια τη σημασία της λέξης προσαρμοσμένη στα νέα συμφραζόμενα, δηλ. «εκκλησία» σημαίνει «κλήση προς τα έξω για συνάθροιση του λαού του Θεού».

Τα «πέρατα» δεν δηλώνουν μόνο την απόσταση από την Ιερουσαλήμ, αλλά παραπέμπουν σε ολόκληρη την οικουμένη, η οποία καλείται να συμμετάσχει στο γεγονός της Σωτηρίας.

Επιπλέον, η Σύναξη των Αποστόλων γύρω από την Θεοτόκο μπορεί να θεωρηθεί ως προτύπωση της καθολικής Εκκλησίας, η οποία συνέρχεται γύρω από τον Χριστό και ζει την ενότητα της πίστεως κατά το «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν» (Ιωάν. 17,21).

Προσέτι, η οικουμενικότητα της Εκκλησίας συνδέεται άμεσα με την έννοια της αποστολικότητας. Κρίνεται σκόπιμο να τονιστεί πως η Εκκλησία είναι Αποστολική όχι ασφαλώς μόνο με την έννοια της αποστολικής διαδοχής, αλλά και την έννοια της συνέχισης του έργου των Αποστόλων, το οποίο πρέπει να επεκτείνεται και να μεταδίδεται με κάθε δυνατό τρόπο και μέσο έως εσχάτου της γης, με κάθε έννοια γεωγραφική, χρονική, πολιτιστική και κοινωνική.

Οι Απόστολοι λοιπόν εμπνεόμενοι από την προσδοκία έλευσης της Βασιλείας του Θεού, δηλαδή ενός νέου κόσμου αγάπης και δικαιοσύνης, μέσα σε πνεύμα αμοιβαίου αλληλοσεβασμού και αλληλοϋποστήριξης και ελευθερίας, ανέδειξαν με το λόγο και τη ζωή τους το διαχρονικό «ἔρχου καὶ ἴδε» (Ἰωαν. 1,46) του Αποστόλου Φιλίππου προς τον οποιονδήποτε καλοπροαίρετο Ναθαναήλ.

Εξάλλου, ο Θεός της αγάπης δεν επιβάλλει ή δεν απαιτεί την ελευθερία μας, αλλά την «επαιτεί» και την περιμένει μέσα από την αγάπη μας, καθώς χωρίς την ελευθερία ο άνθρωπος θα ήταν ισότιμος με τα λοιπά ζώα, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός: «η δουλεία θα υπέτασσε τις ενέργειές του, και θα οδηγούσε τις σκέψεις του μέσα σε έναν περιορισμένο κύκλο, όπου θα περιεστρέφετο.

Οι ιδέες του καλού και του αγαθού θα ήσαν άγνωστοι σ΄ αυτόν, θα αγνοούσε τι είναι αισχρό, τι κακό, τι ψευδές, και δεν θα είχε εξουσία αυτενεργείας, δυνατότητα να εξέλθει από τον περιορισμένο κύκλο των έμφυτων ορμών».

Οι Απόστολοι λοιπόν, απευθύνθηκαν προς όλους τους ανθρώπους περί της Σωτηριολογικής διάστασης του χριστιανικού ιδεώδους, χωρίς να υποχρεώσουν κανέναν για τον ενστερνισμό αυτού και το αυτό διδάσκουν και προς εμάς να συνεχίσουμε αυτήν την ιεραποστολή η οποία πρέπει να τείνει προς μια διαλεκτική σχέση, προς μια δυναμική διαδικασία αλληλεπίδρασης και αμοιβαίας αναγνώρισης, η οποία ενώνει χωρίς να ισοπεδώνει.

Οι περίοδοι αποστολικής αδράνειας και ποιμαντικής αδιαφορίας για τη Σωτηρία του κόσμου και των ανθρώπων φανερώνουν, χωρίς αμφιβολία, αλλοτρίωση και εκκοσμίκευση.

Η Εκκλησία δεν αποτελείται μόνο από τα πιστά μέλη της, αντιθέτως ως μέλη της θεωρούνται οι πιστοί που υπήρξαν, είναι και θα γίνουν· «οἱ πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης πιστοί καί ὄντες καί γενόμενοι καί ἐσόμενοι». 

Περισσότερο αδικημένοι στην εποχή μας, είχε διατυπώσει εμφαντικά ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας κ. Αναστάσιος, είναι όσοι στερήθηκαν τον Θείο Λόγο, «όχι γιατί οι ίδιοι αρνήθηκαν να τον ακούσουν, αλλά γιατί εκείνοι που επί αιώνες τον κατέχουν αδιαφόρησαν να τους τον γνωρίσουν». 

Ο Ευαγγελισμός λοιπόν στα πέρατα της γης δεν είναι ευκαιριακή, περιθωριακή υπόθεση της Εκκλησίας, την οποία θα μπορούσε και να παραμελήσει ή να παραλείψει ο άνθρωπος σήμερα αλλά έκφραση της αγάπης του Χριστού.

Ο Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης αναφέρει χαρακτηριστικά περί της συνέχισης της διαδόσεως του Ευαγγελίου της αγάπης του Χριστού στα πέρατα του κόσμου: «Η αγάπη προς τον Χριστό δεν έχει όρια, το ίδιο και η αγάπη προς τον πλησίον.

Να εκτείνεται παντού, στα  πέρατα της γης. Παντού σε όλους τους ανθρώπους. Εγώ ήθελα να πάω να ζήσω μαζί με τους χίπηδες στα Μάταλα χωρίς, βέβαια αμαρτίες, για να δείξω την αγάπη του Χριστού, πόσο είναι μεγάλη και πώς μπορεί να τους αλλάξει, να τους μεταμορφώσει. Η αγάπη είναι πάνω απ’ όλα».

«Η Μητέρα μας η Παναγία»

 Σκέπασε, Παναγία, τα παιδιά και τους νέους! Σκέπασε, Παναγία, την Ελλάδα  μας! - Ορθοδοξία News Agency

Τόσο γλυκιά, τόσο αγνή,
σαν πρωινό του Αυγούστου φως και δροσιά,
η Παναγία μας κατεβαίνει
και μας σκεπάζει με την ποδιά της.
Είναι η Μητέρα που δεν κουράζεται,
η φωνή της σαν απαλό ανέμιo,
μας καλεί να σηκωθούμε όρθιοι,
να αγκαλιάσουμε τη μετάνοια.
Όταν πονάει η ψυχή μας,
όταν ο κόσμος μας σκοτεινιάζει, όταν μας κυκλώνουν οι του βίου μας ζάλες,
απλώς ψιθυρίζουμε το όνομά Της,
και η αγκαλιά της μας ζεσταίνει.
Είμαι σίγουρος αδελφέ μου, εσύ που διαβάζεις αυτές τις λίγες αράδες τώρα εδώ ότι έχεις νιώσει Την παρουσία Της στην καθημερινότητα σου!
Δεν μας αφήνει μόνους ποτέ,
στη δοκιμασία, στη θλίψη, στη μάχη, στον πόλεμο, στη χαρά ή στη λύπη!
Στον Υιό της Πρεσβεύει
για μας…. ζητώντας χάρη και λυτρώση.
Ας Την δοξάζουμε κάθε μέρα,
στην ευχή, στη δοξολογία,
στη σιωπή, στο κλάμα, στη χαρά,
γιατί Εκείνη μας οδηγεί στον ουρανό!
Και όταν λες:
«Παναγία μου, σ’ εσένα παρακαλώ,
δείξε μου το δρόμο για τον Χριστό!»
θα δεις πώς η καρδιά σου φωτίζεται,
και η ψυχή σου ελευθερώνεται.
Τελειώνοντας τις φτωχές μου σκέψεις, ένα έχω να σου πω!
Μην Την αφήνεις ποτέ από το χέρι σου!
Το φουστάνι Της να κρατάς,
γιατί Εκείνη είναι η Βασίλισσα του Ουρανού, του πόνου και των δακρύων!
Και εμάς, τα παιδιά της, ποτέ δεν εγκαταλείπει!
Καλό υπόλοιπο ημέρας!
Ⲡⲁⲧⲏⲣ ⲀⲐⲁⲛⲁⲥⲓⲟⲥ
Ἱερὰ Μονὴ ΠⲀνⲀγίⲀς ΜⲀλεβῆς

Η μεγαλύτερη ζημιά της εποχής μας δεν είναι ότι οι άνθρωποι δεν πηγαίνουν στην εκκλησία. Είναι ότι θέλουν να πηγαίνουν με τους δικούς τους όρους.

 

μ. Θεόκτιστος ο Κρης

«Η μεγαλύτερη ζημιά της εποχής μας δεν είναι ότι οι άνθρωποι δεν πηγαίνουν στην εκκλησία. Είναι ότι θέλουν να πηγαίνουν με τους δικούς τους όρους. Θέλουν έναν Χριστό που να χωράει στο πρόγραμμά τους, μια Θεία Λειτουργία κομμένη στα μέτρα τους και μια Θεία Κοινωνία χωρίς κόπο, χωρίς αναμονή, χωρίς προετοιμασία. Αυτό όμως δεν είναι εκκλησιαστικό φρόνημα, είναι το κοσμικό πνεύμα που μπήκε μέσα στην πνευματική ζωή. Η Εκκλησία δεν προσαρμόζεται στη δική μας ευκολία. Εμείς καλούμαστε να προσαρμόσουμε τη ζωή μας στον ρυθμό της Εκκλησίας.

Και ξέρετε ποιο είναι το πιο λυπηρό; Τηλεφωνούν στις ενορίες και στα μοναστήρια και μας ρωτούν: «Τι ώρα βγαίνει η Θεία Κοινωνία;» Τι ερώτηση είναι αυτή, παιδί μου; Ποιος άνθρωπος που αγαπά πραγματικά τον Χριστό μπορεί να κάνει αυτή την ερώτηση; Είναι σαν να λέει: «Πείτε μου πότε να έρθω, για να χάσω όσο το δυνατόν περισσότερη Θεία Λειτουργία και να κρατήσω μόνο αυτό που με εξυπηρετεί». Αν κάποιος αγαπά έναν άνθρωπο, δεν ρωτά πότε θα τελειώσει η συνάντηση, ρωτά πότε αρχίζει, για να μην χάσει ούτε ένα λεπτό. Όταν όμως η καρδιά ψυχρανθεί, τότε αναζητά πάντοτε το ελάχιστο. Πόσο πρέπει να μείνω; Πότε θα τελειώσει; Πόσο διαρκεί; Αυτές δεν είναι ερωτήσεις αγάπης. Είναι ερωτήσεις μιας καρδιάς που ακόμη δεν γεύθηκε τη γλυκύτητα της παρουσίας του Θεού.

Από το «Ευλογημένη η Βασιλεία» αρχίζει η είσοδος στον Ουρανό. Δεν είναι μια φράση που προηγείται της Λειτουργίας γιατί είναι η ίδια η αρχή της Βασιλείας. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει ότι κατά τη Θεία Λειτουργία η γη γίνεται ουρανός και οι άγγελοι συλλειτουργούν μαζί με τους ανθρώπους. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας διδάσκει ότι κάθε μέρος της Θείας Λειτουργίας προετοιμάζει την ψυχή για την ένωση με τον Χριστό. Ποιος λοιπόν τολμά να περιφρονήσει αυτή την πορεία και να κρατήσει μόνο το τέλος; Δεν κόβεται η Θεία Λειτουργία σε κομμάτια. Δεν παίρνουμε μόνο εκείνο που μας αρέσει. Όποιος κόβει τη Λειτουργία στα μέτρα του, σιγά-σιγά θα κόψει και το Ευαγγέλιο στα μέτρα του.

Να σας πω κάτι που πονάει. Για μια θεατρική παράσταση φθάνουμε μισή ώρα νωρίτερα. Για έναν κινηματογράφο καθόμαστε υπομονετικά μέχρι να τελειώσουν ακόμη και οι τίτλοι. Για μια πτήση βρισκόμαστε στο αεροδρόμιο μία ή δύο ώρες πριν. Μη χάσουμε τη θέση μας. Μη χάσουμε την αρχή. Μη χάσουμε τίποτε. Μπροστά όμως στον Χριστό δεν έχουμε την ίδια ευαισθησία. Εκεί αρκούμαστε στο να προλάβουμε την ουρά της Θείας Κοινωνίας. Αυτό δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι ο χρόνος. Είναι η αγάπη. Εκεί όπου βρίσκεται η αγάπη, βρίσκεται και ο χρόνος.

Ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει ότι κάθε πράξη της Θείας Λειτουργίας έχει θεολογικό νόημα και οδηγεί τον άνθρωπο στη μέθεξη των θείων Μυστηρίων. Τίποτε δεν είναι περιττό. Καμία εκφώνηση, καμία δέηση, κανένα «Κύριε, ἐλέησον». Όλα παιδαγωγούν την καρδιά. Όλα καθαρίζουν τον νου. Όλα προετοιμάζουν τον άνθρωπο να σταθεί μπροστά στο Φοβερό Μυστήριο. Όταν λοιπόν περιφρονούμε την αρχή, στην πραγματικότητα περιφρονούμε την παιδαγωγία της Εκκλησίας. Και τότε κινδυνεύουμε να συνηθίσουμε ακόμη και τα πιο άγια.

Ας το προσέξουμε αυτό. Η Θεία Κοινωνία δεν είναι δικαίωμα που πρέπει να προλάβουμε. Είναι δώρο που πρέπει να αξιωθούμε. Και δεν αξιώνεται κανείς επειδή βρέθηκε την κατάλληλη ώρα στον ναό, αλλά επειδή άφησε τη Θεία Λειτουργία να εργασθεί μέσα του από την πρώτη ευλογία μέχρι το τελευταίο «Δι’ ευχών». Οι άγιοι δεν αναζητούσαν το ελάχιστο. Δεν ρωτούσαν «πόσο πρέπει;». Ρωτούσαν «πώς θα αγαπήσω περισσότερο τον Χριστό;». Εκεί αρχίζει η αληθινή εκκλησιαστική ζωή. Όλα τα άλλα είναι ευκολίες που παρηγορούν τη συνείδηση, αλλά δεν θεραπεύουν την ψυχή.»

Ὁ Θεός φταίει γιά ὅλα!

 

π. Ἀνδρέα Ἀγαθοκλέους

Νόμιζα πώς οἱ γύρω μου δύσκολοι ἄνθρωποι φταῖνε γιά τήν ἐσωτερική μου ἀναστάτωση.

Θεωροῦσα πώς οἱ δοκιμασίες, πού ἔρχονται ἀναπάντεχα, εἶναι ἡ αἰτία πού δέν ἔχω χαρά.

Πίστευα πώς ὁ Θεός μέ τιμωρεῖ γιά τίς ἁμαρτίες μου - γνωστές καί ἄγνωστες σέ μένα⸱ πώς δέν ἐνδιαφέρεται καί οὔτε ἀσχολεῖται μέ τήν καθημερινότητά μου.

Ἤθελα νά εἶχα καλή σχέση μαζί Του γιά νά νιώθω ὡραῖα, γιά νά μοῦ κάμνει τά θελήματά μου καί νά ἑτοιμάσω, ἔτσι, μιά θέση στόν παράδεισο. Γι’ αὐτό, αἰσθανόμουν ἱκανοποίηση, ὅταν τά κατάφερνα καί λύπη, ὅταν ἀποτύγχανα. Δέν καταλάβαινα τό λόγο τοῦ Χριστοῦ: «Ἐγώ ἦλθον ἵνα ζωήν ἔχωσι καί περισσόν ἔχωσιν»(Ἰω. 10,10). Δέν καταλάβαινα τί νά σήμαινε «ζωή καί περίσσια ζωή».

Μέχρι πού ὁ πόνος, οἱ δοκιμασίες, ἡ θλῖψις «ἕως θανάτου», μοῦ ἀποκάλυψαν τό ἐνδιαφέρον τοῦ Χριστοῦ γιά μένα - ἐνδιαφέρον προσωπικό πού πηγάζει ἀπό τήν προσωπική Του ἀγάπη.

Μέχρι πού ἡ καρδιά συντρίβηκε καί ἔμαθα τί σημαίνει ὁ λόγος Του: «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾶος εἰμί καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν»(Ματθ. 11,29). Ἔμαθα μέν μέσα ἀπό τά πρακτικά μαθήματα τῆς ζωῆς, ἀλλά... ἀπολυτήριο δέν πῆρα ἀκόμα!

Εὐχαρίστησα μέ τήν καρδιά μου τό Θεό γιά ὅσα ἄφησε νά περάσω, νά ζήσω μέ πόνο, νά καταλάβω ἐμπειρικά τί σημαίνει σταυρός. Κατάλαβα πώς δέν δίνει Ἐκεῖνος τίς ὅποιες δοκιμασίες, ἀλλά τίς ἐπιτρέπει γιά νά καθαρίσει τό πρίν τῆς ἱστορίας μας καί νά ἑτοιμάσει τήν καρδιά μας νά Τόν δεκτεί «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ», ὄχι ὅπως Τόν γνώριζα ἀλλά ὅπως Ἐκεῖνος ἤθελε νά ἀποκαλυφθεῖ.

 

Τελικά, δέν φταῖμε ἐμεῖς γιά ὅσα μᾶς συμβαίνουν οὔτε οἱ ἄλλοι γύρω μας. Ὁ Θεός φταίει γιά ὅλα! Γιατί ἡ χωρίς ὅρια ἀγάπη Του δέν Τόν ἀφήνει νά ἀδιαφορήσει γιά τή λάθος πορεία μας. Καί ὅταν οἱ ψίθυροί Του καί τά χαϊδέματά Του δέν μᾶς ἀγγίζουν, ἀφήνει τόν πονηρό (ὅπως τόν ἄφησε στόν Ἰώβ) νά μᾶς πειράξει ὄχι ὅσο θέλει (θά μᾶς κατέστρεφε) ἀλλά ὅσο ἀντέχουμε.

Καί ὅταν ὅλα θά ἔχουν περάσει καί θά βρεθοῦμε, «συντετριμμένοι καί τεταπεινωμένοι», στόν πραγματικό δρόμο Του, θά συνειδητοποιήσουμε τήν ὀμορφιά τῆς ὄντως Ζωῆς καί τῆς ὄντως Ὁδοῦ καί θά τοῦ ποῦμε μέ τήν καρδιά μας τό «Σ’ εὐχαριστῶ!».

Κι αὐτό ὄχι μόνο ἐγώ ἀλλά καί ἐσύ! Γιατί τά πιό πάνω δέν εἶναι μόνο γιά μένα, ἀφοῦ εἴμαστε ὅλοι τό ἴδιο καί ὅλοι «βαδίζουμε τόν ἴδιο δρόμο», ἀπό τό νῦν στό ἀεί.

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Ο ΑΡΧΙΔΙΑΚΟΝΟΣ

 

Άγιος Μάρτυς Λαυρέντιος ο Αρχιδιάκονος


Η ορθόδοξη χριστιανική Δύση έχει να μας επιδείξει μέγα, ανάλογο αριθμό μαρτύρων, με την ορθόδοξη Ανατολή. Η κοσμοκράτειρα Ρώμη αποτέλεσε, για τρεις και πλέον αιώνες το κέντρο όπου διαδραματίζονταν η πάλη του παλιού και γερασμένου προχριστιανικού κόσμου με τον νέο και εύρωστο χριστιανικό κόσμο, τη νέα ελπίδα της ανθρωπότητας.
Εκεί συντελέστηκε η μεγάλη σύγκρουση μεταξύ της θνήσκουσας ειδωλολατρίας και της Εκκλησίας του Χριστού. Η ρωμαϊκή εξουσία είχε κηρύξει την ολοκληρωτική εξόντωση του Χριστιανισμού, υποβάλλοντας σε ανείπωτους διωγμούς.
Η πλειοψηφία των χριστιανών Μαρτύρων της αρχαίας Εκκλησίας ήταν Ρωμαίοι, διότι ως πολίτες της πρωτεύουσας του απέραντου ρωμαϊκού κράτους, βρισκόταν κοντά στην εξουσία και ως εκ τούτου ήταν πιο εύκολο να συλληφθούν και να μαρτυρήσουν για την χριστιανική τους πίστη, η οποία θεωρούνταν έγκλημα. Ένας από αυτούς ήταν και ο άγιος Μάρτυρας Λαυρέντιος ο Αρχιδιάκονος της Εκκλησίας της Ρώμης. 
Γεννήθηκε περί το 225 στην πόλη Ουέσκα της Ισπανίας και υπηρετούσε ως ένας από τους επτά διακόνους στην Εκκλησία της Ρώμης, ως αρχιδιάκονος στον άγιο Πάπα Σίξτο Β΄ (+258). 
Δεν μας είναι γνωστή η πρότερη ζωή του. Το όνομά του Laurentius, σημαίνει στα λατινικά «Στεφανωμένος». Αρχαία παράδοση αναφέρει ότι από μικρός διδάχτηκε την χριστιανική πίστη, αποκήρυξε την ειδωλολατρία και βαπτίστηκε χριστιανός. Κατηχητής του ήταν ο ελληνικής καταγωγής χριστιανός ιεραπόστολος και αρχιδιάκονος Ξύστος ή Ξυστός, στην Σαραγόσα. Είχε μια ασυνήθιστη αγάπη για το Χριστό και ήταν αφοσιωμένο μέλος της Εκκλησίας και έγινε ακόλουθος και βοηθός του Ξύστου. 
Περί το έτος 257 ο Ξύστος με τον Λαυρέντιο βρέθηκαν στη Ρώμη, όπου ο Ξύστος εκλέχτηκε πάπας (επίσκοπος) Ρώμης με το λατινικό όνομα Σίξτος Β΄. Ο Σίξτος χειροτόνησε τον Λαυρέντιο ως αρχιδιάκονο και τον όρισε ως έναν από τους έμπιστους και πολύτιμους συνεργάτες του. Μάλιστα του ανέθεσε να φυλάγει τα ιερά σκεύη της Εκκλησίας και όλα τα πολύτιμα αντικείμενα και τιμαλφή, κάτι σαν σκευοφύλακας. Μάλιστα λέει η παράδοση ότι το πλέον πολύτιμο αντικείμενο που του εμπιστεύτηκε η Εκκλησία της Ρώμης ήταν το Ιερό Δισκοπότηρο, που είχε χρησιμοποιήσει ο Κύριος στο Μυστικό Δείπνο. 
Διευκρινίζουμε πως η χριστιανική πίστη ήταν απαγορευμένη και θεωρούνταν ως έγκλημα κατά του κράτους. Η συνάξεις και η λατρεία γινόταν κρυφά σε απομονωμένα υπόγεια ιδιωτών χριστιανών, στην ύπαιθρο και στις περίφημες κατακόμβες, οι οποίες ήταν τεράστιες υπόγειες στοές, υπόγεια νεκροταφεία, έξω από τη Ρώμη. Παροιμιώδεις είναι οι τερατώδεις αντιλήψεις στις λαϊκές μάζες για τους χριστιανούς.
Επειδή η έννοια της αγάπης και της συναδέλφωσης ήταν άγνωστη στον ειδωλολατρικό κόσμο, παρεξηγούσαν την άσκηση αγάπης στους χριστιανούς, τους αδελφικούς ασπασμούς, ως …οιδιπόδειους μίξεις! Την Θεία Κοινωνία ως κανιβαλισμό μικρού παιδιού κλπ! Επίσης τη μη συμμετοχή τους στις παγανιστικές λατρείες και ιδιαίτερα στους εμετικούς και αισχρούς βακχισμούς και την «ιερή πορνεία» ως …απόκοσμη δεισιδαιμονία. Γι’ αυτό και τους μισούσαν θανάσιμα και όταν ανακάλυπταν τις συνάξεις τους τις κατέστρεφαν με μανία. 
Τον Αύγουστο του 258 ο ρωμαίος αυτοκράτορας Βαλεριανός (253-259) ανανέωσε τους διωγμούς εναντίον των Χριστιανών, ύστερα από μια μικρή ανάπαυλα. Οι Χριστιανοί άρχισαν να προετοιμάζονται για νέους ηρωικούς αγώνες και μαρτύρια. Από τις πρώτες ενέργειές τους ήταν να διαφυλάξουν ό, τι πολύτιμο είχε η Εκκλησία.
Γι’ αυτό ο πάπας Σίξτος έδωσε εντολή στο σκευοφύλακα Λαυρέντιο να κρύψει τα τιμαλφή της ρωμαϊκής εκκλησίας. 
Θεώρησε ότι η ασφαλέστερη κρύπτη ήταν οι κατακόμβες. Εκεί κατάφυγε και έκρυψε τα πολύτιμα εκκλησιαστικά σκεύη και ιδιαίτερα το θρυλικό Άγιο Ποτήριο. Όμως, φαίνεται ότι κάποιοι τον πρόδωσαν και ρωμαϊκό στρατιωτικό απόσπασμα τον εντόπισε και τον συνέλαβε, χωρίς όμως να βρει τα πολύτιμα σκεύη. Του έδωσαν τρεις ημέρες προθεσμία για να τους τα παραδώσει. 
Ο Λαυρέντιος, αντί να παραδώσει τους θησαυρούς της Εκκλησίας στους ειδωλολάτρες διώκτες, τους μετέφερε κρυφά τη νύχτα και τους μοίρασε στους φτωχούς, στους αρρώστους, τις χήρες και τα ορφανά. 
Την Τρίτη ημέρα, πήρε μαζί του μερικούς από αυτούς τους αναξιοπαθούντες και πήγε στις ρωμαϊκές αρχές, στους οποίους είπε ότι οι θησαυροί της Εκκλησίας «αποταμιεύτηκαν» σε αυτούς τους ανθρώπους! Οι Ρωμαίοι ειδωλολάτρες έγιναν έξαλλοι από το θυμό τους συνέλαβαν τον Λαυρέντιο και τον παρότρυναν να θυσιάσει στα είδωλα και να κάψει θυμίαμα στο άγαλμα του αυτοκράτορα και να υπογράψει τον απαιτούμενο λίβελο, ότι απαρνιόταν την χριστιανική «δεισιδαιμονία».
Εκείνος αρνήθηκε και ομολόγησε την πίστη του στο Χριστό, ως τον αληθινό Θεό. Αποκάλεσε δε τους «θεούς» των ειδώλων δαιμόνια. Έτσι τον υπέβαλλαν σε φρικτά βασανιστήρια. Αφού τον βασάνισαν για μέρες, πυράκτωσαν μια πελώρια σχάρα, έβαλαν το μάρτυρα επάνω και τον έψησαν ζωντανό. Έτσι παρέδωσε την ψυχή του στο Θεό. Στη Ρώμη καταδεικνύεται σημείο όπου μαρτύρησε ο άγιος Λαυρέντιος και υπάρχει ναός των παπικών, αφιερωμένος σ’ αυτόν. Είναι η γνωστή βασιλική του San Lorenzo in Panisperna. 
Η μνήμη του εορτάζεται στις 10 Αυγούστου. Η παράδοση αναφέρει πως πριν συλληφθεί ο Λαυρέντιος πρόλαβε να φυγαδεύσει το Ιερό Δισκοπότηρο στην Ισπανία.
Αλλά η παράδοση περί του «Ιερού Δισκοπότηρου» δεν ανήκει στην Εκκλησία, αλλά είναι ένας μεσαιωνικός μύθος, τον οποίο εφεύρε και καλλιέργησε ο αιρετικός παπισμός και ενέχει αφελή και αποκρυφιστικά στοιχεία. Όπως είναι γνωστό ο μύθος αυτός προβλήθηκε ιδιαζόντως από τους ναζί της Γερμανίας, για να θεμελιώσουν τη ναζιστική ιδεολογία.
Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τῷ θείῳ Πνεύματι, καταυγαζόμενος, ὡς ἄνθραξ ἔφλεξας, πλάνης τὴν ἄκανθαν, Ἀρχιδιάκονε Χριστοῦ, Λαυρέντιε Ἀθλοφόρε, ὅθεν ὡς θυμίαμα, λογικὸν ὁλοκαύτωσαι, τῷ σὲ μεγαλύναντι, τῷ πυρὶ τελειούμενος, διό τούς σὲ τιμώντας θεόφρον, σκέπε ἐκ πάσης ἐπήρειας.

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Αφιέρωμα Αυγούστου:Παναγία των Αμπελιών ή Παναγία Αιματούσα

 Παναγία Δεομένη - OramaWorld Blog

Είναι το αρχαιότερο και το πιο σημαντικό αγιολογικό τοπωνύμιο στην Αραδίππου. Το αγιώνυμο αυτό και η ομώνυμη εκκλησία παρουσιάζουν θρησκευτικό, ιστορικό, γλωσσικό και αρχαιολογικό ενδιαφέρον.

Κατά την παράδοση του τόπου, η Παναγία Αιματούσα θεραπεύει τις αιμορραγούσες μητέρες, ιδίως μετά τον τοκετό. Οι παλαιότεροι θυμούνται πως πολύ παλαιά υπήρχε στον προαύλιο χώρο του ναού μια πέτρα πάνω στην οποία καθόταν η γυναίκα που αναζητούσε θεραπεία. Η Παναγία λέγεται επίσης και Παναγία των Αμπελιών, γιατί παλαιότερα περιβαλλόταν από φυτείες αμπελιών.

Η Παναγία Αιματούσα ως εκκλησία έχει μεγάλο ιστορικό ενδιαφέρον. Η σημερινή εκκλησία είναι κτισμένη στα χαλάσματα παλαιότερης εκκλησίας, η οποία πιθανόν να καταστράφηκε κατά τις αραβικές επιδρομές το 648 μ.Χ. Οι Άραβες επιδρομείς τότε παρέμειναν στην Κύπρο για αρκετούς μήνες, καταστρέφοντας και λεηλατώντας χωριά, πολιτείες, εκκλησίες και μοναστήρια. Η πρώτη εκκλησία πιθανολογείται ότι κτίστηκε κατά την πρωτοχριστιανική ή βυζαντινή περίοδο (4ος – 7ος μ.Χ.). Αφού ο χριστιανισμός είχε επικρατήσει στην Κύπρο αρχής γενομένης από το 45-49 μ.Χ., με βάση σχετικές ιστορικές πληροφορίες, η εκκλησία της Κύπρου ήταν ήδη καλά οργανωμένη τον 4ο μ.Χ. αιώνα, όπως διαπιστώνεται από τους μεγάλους και μικρούς ναούς που χρονολογούνται εκείνη την περίοδο.

Ο πρωτοχριστιανικός οικισμός της Παναγίας Αιματούσας είχε εγκαταλειφθεί τον 1ο αιώνα μ.Χ. και κατοικήθηκε ξανά κατά την πρωτοχριστιανική περίοδο (400-600 μ.Χ.). Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι η εκκλησία υπήρχε εδώ στην περιοχή των αμπελιών από τον 4ο αιώνα μ.Χ. Το τοπωνύμιο αυτό παρουσιάζει και αρχαιολογική σημασία, γιατί από τις ανασκαφές που έγιναν στην περιοχή της εκκλησίας, βρέθηκε αρχαίος οικισμός. Τα ευρήματα των ανασκαφών δείχνουν ότι υπήρχε ανθρώπινη δραστηριότητα από τη λίθινη εποχή, μέχρι και τον 4ο-6ο αιώνα μ.Χ.

Κατά την αρχαιολόγο δρα Μαρία Χατζηκωστή, ο χώρος αυτός κατοικήθηκε κατά την τελευταία Εποχή του Χαλκού, δηλαδή τον 13ο αιώνα π.Χ., άνθησε στην Αρχαϊκή Εποχή και στα Ρωμαϊκά χρόνια, ενώ αποτελούσε ένα από τα σημαντικά προάστια της πόλης του Κιτίου. Οι πρώτοι άποικοι, Μυκηναίοι, έφτασαν στην Κύπρο το 1400 μ.Χ. και ίδρυσαν οικισμούς κοντά στις ακτές. Δύο από τους οικισμούς που ίδρυσαν στον κόλπο της Λάρνακας, ήταν εκείνοι της Αραδίππου και της Λαξιάς του Ρηγός.

Ο Αντρέας Μιτσηγιώργης σημειώνει ότι με βάση ιστορικές μαρτυρίες, μετά την άλωση της Τροίας τον 13ο αιώνα π.Χ. και την κάθοδο των Δωριέων το 1200 π.Χ., νέοι άποικοι άρχισαν να καταφτάνουν στην Κύπρο και αυτοί ήσαν Αχαιοί από την Πελοπόννησο (Αρκαδία, Αργολίδα, Λακωνία κ.α.), που φαίνεται ότι εγκαταστάθηκαν και στην περιοχή της Παναγίας των Αμπελιών.

Οι ανασκαφές από το Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, έφεραν στο φως ένα μεγάλο κτηριακό συγκρότημα και άφθονο αρχαϊκό υλικό. Σε μερικές από τις αποθήκες του κτηρίου βρέθηκαν αναθήματα προς τους θεούς. Η ύπαρξη τέτοιων αποθηκών δείχνει ότι στην περιοχή υπήρξε χώρος για θρησκευτικές τελετές. Στον ίδιο αυτό χώρο φαίνεται ότι κτίστηκε ο πρώτος χριστιανικός ναός. Και εδώ πάλι, μετά την καταστροφή από τους Άραβες, κτίστηκε η «Παναγιά Αιματούσα».

Από διάφορες ιστορικές πληροφορίες, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι στον χώρο της εκκλησίας της Παναγίας Αιματούσας υπήρχε στα αρχαία χρόνια ιερό ή ναός αφιερωμένος στη θεά Άρτεμη (θεά της γέννας και της γονιμότητας). Η λατρεία της θεάς Άρτεμης ήταν πολύ διαδεδομένη στην Πελοπόννησο. Η σύντροφος και νύφη Καλλιστώ που συνόδευε στο κυνήγι την Άρτεμη γέννησε τον Αρκάδα, γενάρχη των Αρκάδων της Πελοποννήσου. Εάν οι πρώτοι άποικοι ήταν Αρκάδες, τότε φυσιολογικά λάτρευαν την εθνική τους θεά Άρτεμη και λογικά στην περιοχή των αμπελιών λατρευόταν η Άρτεμη και αργότερα στον ίδιο χώρο χτίστηκε ναός, σήμερα αφιερωμένος στην Παναγία Θεοτόκο.

Το εξωκκλήσι της Παναγίας Αιματούσας βρίσκεται ανάμεσα στον παλιό δρόμο και τον σύγχρονο αυτοκινητόδρομο Λάρνακας – Λευκωσίας, βορειοδυτικά της Αραδίππου και είναι κτισμένο πάνω στα ερείπια ενός παλιότερου ναού που καταστράφηκε από τους Σαρακηνούς. Πολλές ήταν και οι ζημιές που υπέστη ο ναΐσκος από πυρκαγιές λόγω των αναμμένων κεριών που άφηναν οι πιστοί. Με τις κατά καιρούς επιδιορθώσεις καλύφθηκαν και οι αγιογραφίες που κοσμούσαν το εκκλησάκι.

Η Παναγία των Αμπελιών γιορτάζει και τιμά κάθε χρόνο στις 8 Σεπτεμβρίου το Γενέθλιον της Θεοτόκου. Την ημέρα αυτή τελείται θεία λειτουργία και γίνεται μεγάλο πανηγύρι. Το όμορφο φυσικό περιβάλλον της περιοχής γίνεται πόλος έλξης για τις υπαίθριες εξόδους των Αραδιππιωτών, κυρίως την Καθαρά Δευτέρα.

Σήμερα τελείται λειτουργία το πρώτο Σάββατο κάθε μήνα. Στο εξωκκλήσι της Παναγίας των Αμπελιών γίνονται επίσης βαφτίσεις και γάμοι.