Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Αν προσέξουμε τη ζωή μας, θα δούμε ότι δεν πιστεύουμε. Αν πιστέψεις, αμέσως αλλάζεις, αμέσως τρέχεις στον Χριστό..

 

Αν πιστέψεις στον Χριστό, σιγά-σιγά θα αρχίσει να σε ελκύει. Και αν είσαι ειλικρινής και πραγματικά τον πιστεύεις, λίγο-λίγο περνάει μέσα σου η χάρη, η αγάπη, η ενέργεια του Χριστού και ανακαλύπτεις καινούργιο δρόμο, καινούργια ζωή.

Όλοι οι άγιοι βρήκαν και αγάπησαν τον Χριστό κατά έναν ειδικό και μοναδικό τρόπο. Αλλιώς, χαραμίζουμε τη ζωή. Ο Χριστός για όλους είναι αυτή η φωτιά, η δύναμη η θεϊκή. Αν εσύ δεν απομακρύνεσαι μεν αλλά σαν να μην τον βρήκες τον Χριστό κατά έναν μοναδικό τρόπο, χαραμίζεσαι. Σιγά-σιγά να έρθει αυτή η ώρα: να ανακαλύψεις τον Χριστό κατά μοναδικό τρόπο, όχι απλώς να κλωθογυρίζεις στην Εκκλησία και να κάνεις άψυχα τα της σχέσεώς σου με τον Χριστό. Τα πιο αθώα πράγματα να κάνεις, αν ξεχνιέσαι σ’ αυτά σαν να είναι αυτά ο Θεός, αμαρτάνεις τελικά.

Αν προσέξουμε τη ζωή μας, θα δούμε ότι δεν πιστεύουμε. Αν πιστέψεις, αμέσως αλλάζεις, αμέσως τρέχεις στον Χριστό. Είναι αδιανόητο μετά να αμαρτάνεις με τον τρόπο που αμαρτάνει ο σημερινός άνθρωπος· που αμαρτάνει σαν να μη συμβαίνει τίποτε. Εάν φυτοζωούμε ως χριστιανοί, αν είμαστε χλιαροί, είναι γιατί δεν πιστεύουμε. Αν όμως πιστέψεις αληθινά – που η πίστη αυτή έχει αγάπη μέσα· το παν για σένα είναι ο Θεός – μόνο που κινείσαι έτσι, αλλάζεις· πόσο μάλλον που την ώρα που πιστεύεις έτσι, έρχεται η χάρη του Χριστού μέσα σου και σε ενδυναμώνει και, ούτε λίγο ούτε πολύ, σε κάνει να μπορείς να κάνεις όσα κάνει ο Χριστός.

Να θυμάσαι: “Κάθε τέλος είναι μια μεταμφιεσμένη αρχή. Κι εσύ είσαι πιο δυνατός απ’ ό,τι νομίζει ο φόβος σου”

 

Κάθε πρωί που ξυπνάς, ο ήλιος δεν περιμένει να μάθει αν άξιζες τη νέα μέρα. Απλά υπάρχει, σκορπώντας το φως του χωρίς όρους.

Έτσι κι εσύ. Δεν χρειάζεται να είσαι τέλειος για να προσφέρεις κάτι καλό στον κόσμο. Η καρδιά σου δεν μετράει τα λάθη σου απλά χτυπάει, ακόμα κι όταν εσύ έχεις πάψει να πιστεύεις σ’ αυτήν.

Μάθε απ’ το κύμα: δεν επιλέγει πού θα σπάσει, μα επιλέγει να σπάσει με ορμή. Μάθε απ’ το δέντρο: κλαδεύεται, κι όμως ανθίζει ξανά.

Κι αν κάποια μέρα νιώσεις πως η χαρά καθυστερεί, θυμήσου ότι ακόμα κι ο ωραιότερος κήπος θέλει χειμώνα για να προετοιμαστεί για την άνοιξη.

Να είσαι ευγνώμων ακόμα και για τον πόνο που σε έμαθε να στέκεσαι. Γιατί το φως που μπαίνει μέσα από την πληγή, είναι το ίδιο που σε κάνει αληθινό.

Να θυμάσαι: κάθε τέλος είναι μια μεταμφιεσμένη αρχή. Κι εσύ είσαι πιο δυνατός απ’ ό,τι νομίζει ο φόβος σου.

Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΥΚΕΩΤΗΣ

 


Τη μνήμη του Οσίου Θεοδώρου του Συκεώτου και Επίσκοπου Αναστασιουπόλεως τιμά σήμερα, 22 Απριλίου, η Εκκλησία μας.
Ο Όσιος Θεόδωρος γεννήθηκε στο χωριό Συκέα ή Συκεών της Αναστασιοπόλεως, πρώτης πόλεως της επαρχίας Αγκυρανών και ήταν υιός της πόρνης Μαρίας και του Κοσμά, αποκρισάριου (ταχυδρόμος) του βασιλέως Ιουστινιανού.
Η εκ πορνείας γέννηση του Οσίου δεν εμπόδισε τον Θεό να τον αναδείξει Αρχιερέα τιμιότατο και να τον πλουτίσει με παράδοξες θεοσημείες και θαυματουργίες.
Στο σχολείο προέκοπτε στη μάθηση και σε ηλικία δέκα ετών έδειξε κλίση στο μοναχικό βίο.
Μια νύχτα και ενώ ο Όσιος είχε γίνει δωδεκαετής, εμφανίσθηκε σε αυτόν ο Άγιος Μεγαλομάρτυρας Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος και αφού τον ξύπνησε του είπε: «Σήκω, Θεόδωρε, έφθασε ο όρθρος, πάμε να προσευχηθούμε».
Ο Όσιος είχε τόση ευλάβεια προς τον Άγιο Γεώργιο, ώστε κάθε μεσημέρι φεύγοντας από το σχολείο ανέβαινε στο γειτονικό πετρώδες όρος, όπου ήταν το προσκύνημα του Αγίου Γεωργίου. Τον οδηγούσε ο ίδιος ο Άγιος με τη μορφή ενός παλικαριού.
Ο Όσιος ακολούθησε τη μοναχική πολιτεία σε νεαρή ηλικία με την ευλογία του Επισκόπου Αναστασιοπόλεως Θεοδοσίου. Λίγο αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος. Αμέσως επισκέφθηκε τους Αγίους Τόπους και έλαβε το σχήμα του μοναχού στη μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου του Χουζιβά.
Στην συνέχεια επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του και παρέμεινε μόνιμα στο παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου. Εκεί οικοδομούσε τον εαυτό του με νηστείες και χαμαικοιτίες, με αγρυπνίες και ψαλμωδίες, γι’ αυτό και απολάμβανε από μέρος του Θεού, ποταμό από περισσότερα χαρίσματα εναντίων των ακαθάρτων πνευμάτων και των κάθε είδους ασθενειών.
Η μητέρα του, έχοντας φρόνημα σαρκικό, εγκατέλειψε τον υιό της και αφού πήρε όσο μέρος της περιουσίας της αναλογούσε, νυμφεύθηκε τον Δαβίδ, άνδρα της αυτοκρατορικής φρουράς της Άγκυρας.
Η αδελφή της μητέρας του, η Δεσποινία, η μητέρα της Ελπιδία και η αδελφή του Οσίου, η Βλάττα, δεν δέχονταν να αποχωρισθούν από αυτόν. Απεναντίας παρατηρούσαν με προσοχή την ενάρετη ζωή του και προσπαθούσαν να τον μιμηθούν όσο μπορούσαν, εξαγνίζοντας και αγιάζοντας τον εαυτό τους με σωφροσύνη και καθαρότητα βίου, με ελεημοσύνες και προσευχές.
Μετά τον θάνατο του Επισκόπου Αναστασιοπόλεως, Τιμοθέου, οι κάτοικοι της πόλεως, κληρικοί και λαϊκοί, πήγαν στην Άγκυρα και ζήτησαν από τον Μητροπολίτη Αγκύρας, Παύλο, να αναδείξει Επίσκοπο της πόλεώς τους τον Όσιο Θεόδωρο. Ο Όσιος δεν δεχόταν με κανένα τρόπο την πρόταση αυτή. Έτσι οι Χριστιανοί κατέφυγαν στη βία. Τον έβγαλαν έξω και αφού τον τοποθέτησαν επάνω σε ένα φορείο, τον απήγαγαν.
Κατά την χειροτονία του σε Επίσκοπο κάποιος είδε ένα τεράστιο αστέρι που ακτινοβολούσε, να κατέρχεται από τον ουρανό και να στέκεται επάνω στην εκκλησία, αστράφτοντας και φωτίζοντας την πόλη και την γύρω περιοχή.
Ο Όσιος Θεόδωρος έφθασε στην Αναστασιόπολη μαζί με τον Επίσκοπο της πόλεως Κίννας, Αμίαντο, από τον οποίο ενθρονίσθηκε. Έκτοτε έλαμπε συνεχώς ως ήλιος με τα θεία χαρίσματα των ιαμάτων, με την αυστηρότητα του βίου του, με όλες τις αρετές και τις αγαθοεργίες.
Ο Όσιος Θεόδωρος επιθύμησε να επισκεφθεί για δεύτερη φορά τα Ιεροσόλυμα. Εκεί προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό, τον Τάφο του Κυρίου και όλα τα αγιάσματα που υπήρχαν στην περιοχή, καθώς και τα κοντινά μοναστήρια. Τον ενοχλούσε όμως ο λογισμός και τον έπεισε τελικά να μην επιστρέψει πίσω στην πατρίδα του, αλλά να ζήσει ησυχαστική ζωή σε κάποιο από τα μοναστήρια που υπήρχαν εκεί.
Νόμισε πως είχε πέσει έξω από το μοναχικό μέτρο, επειδή ανέλαβε την πνευματική ευθύνη της Επισκοπής και διότι τον στεναχωρούσαν οι ενοχλητικές καταστάσεις που υπήρχαν σε αυτήν. Πήγε λοιπόν στη Λαύρα του Αγίου Σάββα και ζούσε εκεί σε ένα κελλί κάποιου αγωνιστή μοναχού, που τον έλεγαν Ανδρέα.
Κάποια νύχτα όμως παρουσιάσθηκε στον ύπνο του ο Άγιος Γεώργιος και, αφού του έδωσε ένα ραβδί, του είπε: «Σήκω και περπάτα, διότι πολλοί άνθρωποι λυπούνται, γιατί απουσιάζεις. Δεν είναι επιτρεπτό να εγκαταλείψεις την Επισκοπή σου και να ζεις εδώ». Έτσι ο Όσιος αποχαιρέτισε τους πατέρες της μονής και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Όταν έφθασε στα μέρη της Γαλατίας, κοντά στο μοναστήρι των Δρυΐνων, τους παρήγγειλε να μην μιλήσουν σε κανέναν γι’ αυτό, καθώς αυτοί που βρίσκονταν εκεί δεν τον γνώριζαν. Ωστόσο η φήμη του Οσίου κυκλοφόρησε παντού. Έτσι έρχονταν πολλοί στο μοναστήρι, για να λάβουν την ευλογία του.
Από εκεί ο Όσιος επέστρεψε στην Αναστασιόπολη προξενώντας έτσι με την επιστροφή του, χαρά σε όλους. Όμως ο Όσιος είχε αποφασίσει να παραιτηθεί, για να ακολουθήσει την ησυχαστική οδό. Για τον λόγο αυτό συνάντησε τον Επίσκοπο Αγκύρας Παύλο και τον παρακάλεσε να αποδεχθεί την παραίτησή του.
Ο Επίσκοπος Παύλος δεν ήθελε να δεχθεί την παραίτηση του Οσίου. Και αφού έγινε έντονη συζήτηση μεταξύ τους, στο τέλος αποφάσισαν να στείλουν μήνυμα στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Κυριακό, για να του θέσουν το θέμα αυτό.
Ο Πατριάρχης Κυριακός, με την προτροπή του βασιλέως, έδωσε εντολή στον Μητροπολίτη Αγκύρας να δεχθεί το αίτημα του Οσίου, να του δώσει μάλιστα και το ωμοφόριο της Επισκοπής, για να διατηρεί το αξίωμά του, καθώς ήταν άγιος άνθρωπος και αποχωρούσε από την Επισκοπή χωρίς να έχει διαπράξει αδίκημα.
Έτσι ο Όσιος ήρθε στην περιοχή της Ηλιουπόλεως και απομονώθηκε στο ναό του Αρχαγγέλου στην Άκρηνα, πολύ κοντά στο χωριό Πίδρος. Την ίδια εποχή ο Όσιος έλαβε επιστολές και από τον βασιλέα Μαυρίκιο και τον Πατριάρχη Κυριακό, οι οποίοι τον προέτρεπαν να επισκεφθεί την Κωνσταντινούπολη και να τους ευλογήσει. Έτσι λοιπόν πήγε στη θεοφύλακτη πόλη, όπου κήρυξε το λόγο του Θεού και θεράπευσε πολλούς.
Ο Όσιος επέστρεψε στη Γαλατία, αλλά επισκέφθηκε για δεύτερη φορά την Κωνσταντινούπολη, το έτος 610 μ.Χ., επί Πατριάρχου Θωμά, στον θάνατο του οποίου βρέθηκε. Και αφού τιμήθηκε από τον Πατριάρχη Σέργιο επανήλθε στο μοναστήρι του, όπου συνέχισε το θεοφιλή βίο του.
Ο Όσιος Θεόδωρος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 613 μ.Χ.
Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.
Εκ σπάργανων επλήσθης της θείας χάριτος, και τω Θεώ ανετέθης ως Σαμουήλ ο κλεινός, την υπέρτιμον στολήν Πάτερ κληρούμενος, όθεν θαυμάτων αυτουργός, και Χριστού μυσταγωγός, Θεόδωρε ανεδείχθης, θεοδωρήτως εκλάμπων, τας ψυχοτρόφους δωρεάς τοις πιστοίς.

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Και τότε κατάλαβα…πως η πίστη δεν διδάσκεται… αποκαλύπτεται.

 

Αποψε η Νότια Μαδαγασκάρη δεν ήταν φτωχή.
Μέσα στη σιωπή ενός ταπεινού ναού, εδώ στη Νότια Μαδαγασκάρη, στεκόμουν απόψε και παρατηρούσα κάτι που δεν μπορεί να χωρέσει εύκολα σε λόγια… ένα μικρό παιδί να πλησιάζει τον Σταυρό και να Τον ασπάζεται με μια καθαρότητα που μόνο η καρδιά γνωρίζει.
Δεν υπήρχαν πολλά. Ούτε πολυτέλειες, ούτε φώτα λαμπερά. Μόνο ένα κερί που τρεμόπαιζε… και όμως, το φως του έφτανε μέχρι τον ουρανό. Γιατί εκείνη τη στιγμή, δεν φώτιζε απλώς έναν χώρο φώτιζε μια ψυχή.
Απόψε, μέσα σε αυτόν τον μικρό ναό, ένιωσα την καρδιά μου να σπάει… και ταυτόχρονα να γεμίζει.

Το παιδί αυτό δεν γνωρίζει θεολογίες, δεν διάβασε βιβλία… αλλά γνώρισε τον Χριστό με τον πιο αληθινό τρόπο με την αγάπη. Έσκυψε και φίλησε τον Σταυρό, σαν να ακουμπούσε όλο του τον πόνο, όλη του την ελπίδα, όλη του τη ζωή επάνω Του. Δεν ξέρω τι είχε μέσα του. Πείνα; Κούραση; Πόνο; Ίσως όλα μαζί. Μα εκείνη τη στιγμή, τα άφησε όλα εκεί… επάνω Του.

Και εγώ, στάθηκα σιωπηλός… με μάτια βουρκωμένα.
Γιατί σκέφτηκα πως αυτό το παιδί ίσως δεν έχει τίποτα από όσα θεωρούμε εμείς «απαραίτητα»… κι όμως έχει κάτι που πολλοί από εμάς χάσαμε μια καρδιά που ξέρει να εμπιστεύεται τον Θεό ολοκληρωτικά.
Ένα φιλί… τόσο μικρό.
Και όμως, έκρυβε μέσα του έναν ολόκληρο σταυρό ζωής.
Εκείνη τη στιγμή ένιωσα πως ο Χριστός δεν ήταν ψηλά, μακριά… ήταν εκεί. Σκυμμένος κι Εκείνος, να δεχτεί το φιλί αυτού του παιδιού, να σκουπίσει τα δάκρυά του, να του ψιθυρίσει πως δεν είναι μόνο.
Και τότε κατάλαβα…πως η πίστη δεν διδάσκεται… αποκαλύπτεται.Στα απλά. Στα ταπεινά. Στα μικρά.
Εδώ, στη γη της δοκιμασίας, ο Θεός δεν λείπει. Είναι παρών. Στα μάτια ενός παιδιού. Σε ένα φιλί επάνω στον Σταυρό. Σε μια καρδιά που ξέρει να αγαπά χωρίς να ζητά.
Και τότε κατάλαβα…πως ίσως εμείς έχουμε πολλά, αλλά εκείνοι έχουν τον Χριστό πιο βαθιά.
Απόψε, η Μαδαγασκάρη δεν ήταν φτωχή.Ήταν πλούσια… σε πίστη.
Και μέσα μου, σιωπηλά, γεννήθηκε μια προσευχη:«Εδώ είμαι, Χριστέ μου… κράτα με......

Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος καταδικάζει την βεβήλωση Εσταυρωμένου

 

bebilosi1

Τον έντονο προβληματισμό του για την βεβήλωση αγάλματος που απεικόνιζε τον Εσταυρωμένο Ιησού Χριστό στον Νότιο Λίβανο εξέφρασε ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, θέτοντας ερωτήματα για τα κίνητρα και τον στόχο αυτής της ενέργειας.

Ο Αρχιεπίσκοπος υπογράμμισε, ότι ο Ιησούς Χριστός δεν χρησιμοποίησε βία, ούτε ηγήθηκε στρατιωτικών ενεργειών, αλλά δίδαξε την αγάπη, τη μετάνοια και τη συγχώρεση, ενώ θυσιάστηκε για τη σωτηρία όλης της ανθρωπότητος.

Επικαλέστηκε, επίσης, την βιβλική ρήση «Οὐκ ἦλθον καταλῦσαι ἀλλὰ πληρῶσαι», καθώς και τον χαρακτηρισμό της Παλαιάς Διαθήκης ως «παιδαγωγὸν εἰς Χριστόν» από τον Απόστολο Παύλο, τονίζοντας τη διαχρονική πνευματική τους σημασία.

Παράλληλα, σημείωσε, ότι η άμεση καταδίκη του περιστατικού από τον Πρωθυπουργό του Ισραήλ κ. Μπενιαμίν Νετανιάχου κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι ο πόλεμος εντείνει τα φαινόμενα βίας και οργής, έχει δε, δυστυχώς, πολύ συχνά αθώα θύματα και δη μικρά παιδιά, υπενθυμίζοντας τον θάνατο 168 μαθητριών και μαθητών στην πόλη Μινάμπ του Ιράν.

Κλείνοντας, τόνισε, ότι η Εκκλησία προσεύχεται διαρκώς υπέρ της ειρήνης σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και για την ειρήνη στην ψυχή κάθε ανθρώπου.

«Υπέρ του ρυσθήναι ημάς από πάσης θλίψεως, οργής, κινδύνου και ανάγκης…”

 

Ο Κύριος είχε  προειδοποιήσει τους Μαθητές Του: «Στον κόσμον αυτόν θα έχετε θλίψεις· αλλά εσείς να έχετε θάρρος, γιατί εγώ έχω νικήσει τον κόσμο» (Ιωάν. 16:33).

Με έμφαση μιλάει για το θέμα των θλίψεων και ο απόστολος Παύλος: «Διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Πράξ.14:22) Προειδοποιούσε τους χριστιανούς, για να μή ξαφνιάζονται. Και γνωρίζουμε από την Εκκλησιαστική Ιστορία και τους Βίους των Αγίων ότι όσοι αντιμετώπισαν με υπομονή,  θερμή πίστη και αγάπη στο Χριστό τις θλίψεις της ζωής τους ανεδείχθησαν Άγιοι! Και μάλιστα, όσο μεγαλύτερες ήσαν οι θλίψεις που αντιμετώπισαν μέχρι τέλους νικηφόρα, τόσο και περισσότερο δοξάζονται, όπως οι ένδοξοι Μεγαλομάρτυρες.

Ενώ όμως για όσους έχουν δυνατή πίστη, υπομονή, αφοσίωση στο Χριστό, οι θλίψεις γίνονται πρόκληση για νέα πνευματικά κατορθώματα, για πολλούς, για τους αδύνατους στην πίστη, γίνονται αφορμή σκανδάλων. Κάποιοι χάνουν κι εκείνη τη λίγη φλόγα της πίστης που έμενε στην καρδιά τους και πέφτουν σκανδαλισμένοι στα μαύρα σκοτάδια της απελπισίας. Φθάνουν, μάλιστα, μέχρι σημείου να καταλογίζουν στον Φιλάνθρωπο Κύριο αδικία, αδιαφορία και εγκατάλειψη.

Η Εκκλησία, όμως, ενθαρρύνει τους γενναίους πνευματικούς αγωνιστές της, να αναλάβουν και να συνεχίσουν μέχρι το τέλος τα αγωνίσματά τους κατά των θλίψεων, ώσπου να φθάσουν στεφανηφόροι στο τέρμα, και προτρέπει εμάς τους άλλους να προσευχόμαστε να απαλλαγούμε από τέσσερις θλιβερές καταστάσεις, που συχνά όλοι μας αντιμετωπίζουμε: «Ὑπέρ τοῦ ρυσθῆναι ἡμᾶς ἀπό πάσης θλίψεως, ὀργῆς, κινδύνου καί ἀνάγκης…»

Είναι τόσο συγκινητικό αυτό που συμβάνει με τους Αγίους. Ενώ τις θλίψεις που αντιμετώπιζαν προσωπικά οι ίδιοι τις θεωρούσαν επίσκεψη Θεού για περισσότερο αγώνα, για μας τους άλλους προσεύχονταν οι ίδιοι στο Θεό, να μας ελευθερώνει από τις θλίψεις. Μας εντυπωσιάζει η στάση του συγχρόνου μας Αγίου Παϊσίου. Γνωρίζουμε ότι υπέφερε για πολλά χρόνια από επώδυνες ασθένειες. Τις αντιμετώπιζε όμως με υπομονή, όπως οι μεγάλοι Άγιοι. Θεωρούσε τους σκληρούς πόνους ως επίσκεψη Θεού, για να ασκηθεί πιο πολύ στην πίστη και στην υπομονή. Και, το περίεργο για μας είναι ότι δέν ζητούσε από τον Θεό να τον απαλλάξει από τους πόνους και τις αρρώστιες. Γιατί αισθανόταν ότι οι πόνοι τον ωφελούν. Και μάλιστα είχε πει: «Όσο με ωφέλησαν οι αρρώστιες μου, δεν με ωφέλησαν οι νηστείες, οι αγρυπνίες, τα πνευματικά αγωνίσματα μιας ολόκληρης ζωής στο Άγιον Όρος». Όμως για τους άλλους πονεμένους που ζητούσαν τη βοήθειά του προσευχόταν να απαλλαγούν από τις θλίψεις τους και ο Θεός άκουγε την προσευχή του και γινόντουσαν θαύματα. Ο Άγιος Παΐσιος ακολουθούσε δηλαδή την πνευματική κατεύθυνση που έδιναν όλοι οι προηγούμενοι Άγιοι: Να παρακαλούμε το Θεό για να μας απαλλάξει από τις θλίψεις. Γιατί αντί να μας ρίξει η θλίψη σε αγιάτρευτη μελαγχολία και απόγνωση, καλύτερα να στερηθούμε τα στεφάνια που δίνονται στους αγωνιστές που υπομένουν με γενναιότητα τις θλίψεις. Μ᾽ ἄλλα λόγια καλύτερα να αναγνωρίσουμε τη πνευματική μας αδυναμία και να περιμένουμε τα πάντα από το έλεος του Κυρίου.

Με τη επόμενη φράση, να δεηθούμε να απαλλαγούμε «ἀπό πάσης ὀργῆς», εννοούμε κυρίως τη θεϊκή οργή που εκδηλώνεται σε όσους όχι απλώς παραβαίνουν το θέλημα του Θεού, αλλά αντιτάσσονται στο νόμο του Θεού, διαστρέφουν την αλήθεια και ο εωσφορικός εγωισμός τους κρατεί αμετανόητους, εχθρούς του Θεού. Ο απόστολος Παύλος για μια κατηγορία τέτοιων ανθρώπων γράφει: «Αυτοί μας εμποδίζουν να κηρύξουμε στους εθνικούς για να σωθούν και έτσι ολοένα ξεχειλίζει το ποτήρι των αμαρτιών τους. Έφθασε πλέον πάνω τους τελειωτικά η οργή του Θεού» (Α’ Θεσ. 2:16). Χαρακτηριστικό παράδειγμα άμεσης εκδήλωσης της θεϊκής οργής σε πρόσωπο, που θεώρησε τον εαυτό του όμοιο με το Θεό, είναι ο βασιλιάς Ηρώδης. Ο Ηρώδης, όπως γράφουν οι Πράξεις των Αποστόλων, ήταν σε διαμάχη με τους κατοίκους της Τύρου και Σιδώνος… Όρισε, λοιπόν, μία ημέρα για να εξετάσει το ζήτημα ενώπιον όλων. Ντύθηκε τη βασιλική του στολή, κάθισε στο θρόνο του και άρχισε να αγορεύει στο λαό και τους άρχοντες. Ο λαός επευφημούσε: «Θεός μιλάει και όχι άνθρωπος!» Αμέσως τότε, επειδή δέχτηκε να δοξαστεί ως Θεός και δεν έδωσε την τιμή στο Θεό, τον χτύπησε ένας Άγγελος Κυρίου με ξαφνική αρρώστια: γέμισε σκουλήκια και πέθανε» (Πράξ. 12:20-23).Ας προσέχουμε και ας προσευχόμαστε με θέρμη, ώστε  η όλη μας συμπεριφορά προς τον Θεόν να ελκύει την εύνοια του Θεού  και το άπειρον έλεος Του.

Να προσευχόμαστε για την πρόληψη και αποφυγή από κάθε κίνδυνο και ανάγκη, είναι η συμπληρωματική προτροπή του Διακόνου:  «Ὑπέρ τοῦ ρυσθῆναι ἡμᾶς ἀπό …κινδύνου καί ἀνάγκης, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν».

Κάθε καινούργια μέρα που έρχεται ανακαλύπτουμε καινούργιους κινδύνους που απειλούν τη ζωή μας, που απειλούν τη σωτηρία μας. Μαθαίνουμε αδιάκοπα για θεομηνίες, πολέμους, δυστυχήματα, εγκλήματα, ακόμη και ενδοοικογενειακά, για μεταλλάξεις θανατηφόρων ιών και τόσα άλλα θλιβερά που συμβαίνουν στον κόσμο. Κι αυτή η γνώση μας οδηγεί στην  αβεβαιότητα, την ανησυχία, το άγχος. Νιώθουμε ανασφαλείς στον τόπο μας, ακόμα και μέσα στο σπίτι μας. Γι’ αυτό, το να είμαστε πάντα στραμμένοι στον Παντοδύναμον Θεόν, τον μόνον που μπορεί να μας σώσει από όλους αυτούς τους κινδύνους (βλ. Εβρ. 5:7) είναι η μόνη σωστή αντιμετώπιση.

Τέλος με το αίτημα «τοῦ ρυσθῆναι ἡμᾶς … ἀπό πάσης ἀνάγκης ο πιστός ζητά:

α) να απαλλαγεί από τις ποικίλες  υλικές ανάγκες που η καταναλωτική κοινωνία θεωρεί απαραίτητες καί

β) να μη στερείται τα αναγκαία μέσα για την αξιοπρεπή διαβίωση τόσον του ιδίου όσον και των οικείων του.

Από όλες αυτές τις δύσκολες περιστάσεις, τις πνευματικές και τις υλικές, ζητάμε με το αίτημα αυτό να απαλλαγούμε. Αμήν.

Από αυτό φαίνεται ο χαρακτήρας του ανθρώπου. Από το “απλό και μικρό”

 

~ Μια φορά στη Νέα Σκήτη ήταν Δευτέρα του Πάσχα και μαγειρέψαμε κουκιά. Ο γέροντας Ιωσήφ, τον ρώτησε ο μάγειρας τι θα μαγειρέψουμε, λέει κουκιά.

“Τι έχουμε;”.

Πάντοτε έτσι ρωτούσε, “τι έχουμε;”

-Κουκιά.

-Κουκιά.

Ε, Δευτέρα του Πάσχα μετά από κείνη όλη τη νηστεία την αλάδωτη, την ευλογημένη, πάμε στο τραπέζι, βλέπω κι εγώ κάτι κουκιά πράσινα! Μου έφυγε κι εμένα και λέω, βρε, λέω, Δευτέρα του Πάσχα, κουκιά;Μισό σοβαρό, μισό αστείο.

Λέει, (ο γέροντας) τι είπες;;;

Ε, λέω, Δευτέρα του Πάσχα, κουκιά;

Πήγα να το πω χαμογελαστά, ότι τάχα το είπα χαμογελώντας…

Εντάξει, φάγαμε και λέει ο γέροντας:

“Πάτε στον κήπο και μαζέψτε όλα τα κουκιά του κήπου. Όλα! Δεν θα αφήσετε τίποτα επάνω! Φέρτε τα εδώ, καθαρίστε τα και ώσπου έχει κουκιά, θα τρώμε κουκιά”.

14 μέρες συνεχόμενες τρώγαμε κουκιά!

14 μέρες!! Τη δε 15η μέρα πήγα στις Καρυές και είχε, κατά κακή μου τύχη, εκεί που μας φιλοξένησαν πάλι κουκιά!

Ξέρετε, ο άνθρωπος φαίνεται από αυτό το πράγμα. Ο γέροντάς μας πολύ επέμενε σε αυτό. Παιδιά που ήρθαν να γίνουν μονάχοι και όταν ερχόντουσαν στο τραπέζι και έβλεπαν το φαΐ και τους έβλεπε ότι δεν έτρωγαν, έλεγε: “Φάε, γιε μου, το φαΐ σου”.

-Μα δεν μου αρέσει.

-Φάε το φαΐ σου, γιε μου!

-Δεν το τρώω.

-Εντάξει, μάζεψε τα πράγματά σου και φύγε.

Έδιωξε πολλούς με αυτό τον τρόπο.

Έλεγε: “Ο άνθρωπος, από αυτό φαίνεται ο χαρακτήρας του. Από αυτό το απλό και μικρό”.

Αν δεν μάθεις από αυτό το απλό και μικρό, πώς θα μάθεις αύριο μέσα στο γάμο, μέσα στην κοινωνία, μέσα στο μοναχισμό, όπου κι αν πας,να κόβεις το θέλημά σου και να γίνεις στρογγύλος και να γίνεις άνθρωπος ο οποίος πραγματικά αποδέχεσαι τα γεγονότα με ειρήνη;

Ο τρόπος για να μην γερνάς..

 

Υπάρχει κάτι που υπερβαίνει το χρόνο

και κατ ’επέκταση τη φθορά, τα γερατειά, το θάνατο.

Το διασώζει, αιώνες τώρα, η Εκκλησία

και το κατανοούν όσοι το έζησαν.

Είναι η μετάνοια ως συνεχής πορεία προς την ασάλευτη,

αιώνια Βασιλεία του Θεού.

Όχι ως ενασχόληση με το παρελθόν,

που ’ναι ανύπαρκτο στην πραγματικότητα,

αφού δεν ανήκει στο τώρα.

Αλλά ως ανανέωση της ύπαρξης,

που στηρίζεται στο λόγο του Χριστού

«ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνει ζήσεται».

Ο ΟΣΙΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ

 

 

Τη μνήμη του Οσίου Αναστασίου, του Σιναΐτου, 21 Απριλίου, η Εκκλησία μας – Ο Όσιος Ανστάσιος έζησε τον 7ο αιώνα μ.Χ. και καταγόταν από ευγενή οικογένεια. Γρήγορα όμως εγκατέλειψε τον κόσμο και τα βιοτικά πράγματα και εκάρη μοναχός.

Πήγε στα Ιεροσόλυμα και αφού προσκύνησε τους Αγίους Τόπους, κατέληξε στο Όρος Σινά, στη μονή της Αγίας Αικατερίνης, της οποίας διετέλεσε ηγούμενος. Εκεί βρήκε ασκητές μοναχούς και έμεινε κοντά τους σαν υποτακτικός και υπηρέτης τους. Επειδή είχε πολύ ταπεινοφροσύνη, πήρε από τον Θεό τη δωρεά της γνώσης και πολλής σοφίας, με την οποία συνέγραψε βίους Αγίων Πατέρων και συνέθεσε ψυχωφελείς λόγους. Αφού έφτασε σε βαθιά γεράματα, απεβίωσε ειρηνικά στις αρχές του 8ου αιώνος μ.Χ.

Μερικά έργα του Οσίου Αναστάσιου είναι τα ακόλουθα:

α) «Οδηγός». Το έργο αυτό αποτελείται από 24 κεφάλαια και ονομάσθηκε έτσι διότι ήταν προορισμένο να χρησιμεύσει ως οδηγός προς υποστήριξη της Ορθοδοξίας εναντίον του Μονοφυσιτισμού,

β) «Ερωτήσεις και αποκρίσεις περί διαφόρων κεφαλαίων και διαφόρων προσώπων». Στο έργο αυτό ο Όσιος Αναστάσιος, ακολουθώντας τη μέθοδο του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, των ερωτήσεων και τον αποκρίσεων, επιλύει διάφορα ζητήματα δογματικά, πρακτικά και εκκλησιαστικά,

γ) «Λόγος περί της αγίας συνάξεως και περί του μη κρίνειν και μνησικακείν», όπου αναφέρεται στη Θεία Ευχαριστεία,

δ) «Θεωρίαι αναγωγικαί εις την εξαήμερον». Το όλο έργο αποτελείται συνολικά από δώδεκα βιβλία,

ε) «Εκ του κατ’ εικόνα». Δύο λόγοι περί της κατ’ εικόνα Θεού δημιουργίας του ανθρώπου,
στ) «Χρήσεις άχρηστοι μιαρών δυσσεβών Αρειανών αθετούσαι την ομοούσιον θεότητα του Υιού του Θεού και κτίσμα τον Κτίστην των απάντων λέγουσα». Το βιβλίο αυτό περιέχει αποσπάσματα από συλλογή χωρίων Πατέρων εναντίων των αιρετικών.

Τέλος, αξίζει να παραθέσουμε ένα απόσπασμα από ένα σύγγραμα του Οσίου Ανστάσιου, ο οποίος παίρνοντας αφορμή από τα λόγια του Ιησού Χριστού «μη κρίνετε ίνα μη κριθήτε» γράφει: «Κι όταν βλέπετε τον αδελφό σας να αμαρτάνη και τότε να μην τον κρίνετε και μάλιστα όταν είναι ιερέας. Να θυμώσαστε πως ένας είναι ο κριτής, ο Θεός, που θα αποδώση στον καθένα κατά τα έργα του. Είδες βέβαια το αμάρτημα του αδελφού σου· μήπως όμως γνωρίζεις και όλες του τις καλές πράξεις; Μπορεί μάλιστα αυτήν την αμαρτία, που εσύ είδες, εκείνος να την έπλυνε κι όλας με τα δάκρυα της μετανοίας του».

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

«Δεν αρκεί να λες – πρέπει να ζεις»: Το μήνυμα ενός φωτισμένου Πατριάρχη που συγκλονίζει τη συνείδηση των πιστών

 

Σε μια εποχή όπου τα λόγια περισσεύουν και η πράξη σπανίζει, τα λόγια του έρχονται να ταράξουν συνειδήσεις και να υπενθυμίσουν την ουσία της Ορθόδοξης ζωής: η πίστη δεν είναι θεωρία, αλλά πράξη καθημερινή, σταυρική και αληθινή.

Επιμέλεια- Κατερίνα Θεοχάρη 


«Δεν γίνεται να είσαι χριστιανός και να μη ζεις στο ύψος αυτών που λες». Η φράση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια ηθική νουθεσία. Είναι μια πνευματική καταγγελία απέναντι στην υποκρισία που συχνά εισχωρεί ακόμα και στον εκκλησιαστικό χώρο.

Η πίστη δεν είναι λόγια – είναι ζωή

Ο Πατριάρχης Παύλος, ένας από τους πιο ταπεινούς και αυθεντικούς ποιμένες της σύγχρονης Ορθοδοξίας, δίδαξε με τη ζωή του ότι η πίστη δεν μετριέται με τα λόγια, αλλά με τα έργα.

Δεν είναι τυχαίο ότι επαναλάμβανε:

«Κατά τη Δευτέρα Παρουσία, ο Θεός δεν θα μας ρωτήσει τι πιστεύαμε, αλλά πώς ζήσαμε».

Αυτή η φράση συνοψίζει ολόκληρη την ευαγγελική διδασκαλία. Δεν αρκεί να γνωρίζεις το Ευαγγέλιο. Πρέπει να το ενσαρκώνεις. Να γίνεται πράξη σε κάθε σχέση, σε κάθε απόφαση, σε κάθε στιγμή της ζωής.

Ο Χριστιανός φαίνεται – δεν διαφημίζεται

Ο Πατριάρχης Παύλος ήταν σαφής:

«Μην μιλάτε στους ανθρώπους για τον Θεό, αν δεν θέλουν να ακούσουν. Ζήστε όπως Εκείνος και θα σας ρωτήσουν μόνοι τους».

Αυτό είναι το πιο βαθύ ιεραποστολικό μήνυμα. Ο αληθινός χριστιανός δεν πείθει με επιχειρήματα. Πείθει με τη ζωή του.

Και εδώ έρχεται η μεγάλη πρόκληση:

πόσοι από εμάς ζούμε αυτό που ομολογούμε;

Οι σύγχρονοι Άγιοι μιλούν με την ίδια φωνή

Τα ίδια ακριβώς δίδαξαν και οι μεγάλοι σύγχρονοι Άγιοι της Ορθοδοξίας.

Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης έλεγε:

«Ο κόσμος δεν έχει ανάγκη από λόγια, αλλά από ανθρώπους που ζουν το Ευαγγέλιο».

Και συνέχιζε με αυστηρότητα:

«Αν δεν προσέχουμε τη ζωή μας, τα λόγια μας διώχνουν τους ανθρώπους από τον Θεό».

Ο Άγιος Πορφύριος από την πλευρά του τόνιζε:

«Μη μιλάτε πολύ για τον Χριστό. Ζήστε τον Χριστό».

Η Ορθοδοξία δεν είναι ιδεολογία. Είναι εμπειρία. Είναι σχέση. Είναι τρόπος ζωής.

Το μεγάλο πρόβλημα: η διάσταση λόγων και έργων

Σήμερα, το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι η απιστία. Είναι η υποκρισία.

Άνθρωποι που:

• μιλούν για αγάπη αλλά ζουν με κακία

• μιλούν για ταπείνωση αλλά ζουν με εγωισμό

• μιλούν για Χριστό αλλά δεν συγχωρούν

Αυτή η αντίφαση είναι που σκανδαλίζει.

Ο Πατριάρχης Παύλος το έλεγε ξεκάθαρα:

«Κανείς δεν θα κερδίσει τίποτα, αν δεν ζει στο ύψος της διδασκαλίας του Χριστού».

Η ματαιοδοξία που σκοτώνει την πίστη

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης θέτει ένα σκληρό ερώτημα:

«Πώς μπορείτε να πιστέψετε, όταν ζητάτε τον έπαινο των ανθρώπων;»

Αυτή είναι η ρίζα του προβλήματος.

Η ανάγκη για επιβεβαίωση.

Η ανάγκη να φαινόμαστε καλοί, χωρίς να είμαστε.

Οι σύγχρονοι Γέροντες μιλούν για αυτό ως «πνευματική πλάνη».

Ο Άγιος Πορφύριος έλεγε:

«Η μεγαλύτερη παγίδα είναι να νομίζουμε ότι είμαστε καλοί».

Και ο Άγιος Παΐσιος συμπλήρωνε:

«Ο Θεός δεν κοιτάει τι λέμε, αλλά τι έχουμε μέσα μας».

Η ώρα της αλήθειας

Το πιο συγκλονιστικό σημείο των λόγων του Πατριάρχη Παύλου είναι η υπενθύμιση ότι μπροστά στον Θεό δεν υπάρχει υποκρισία.

Δεν υπάρχει «φαίνεσθαι».

Δεν υπάρχει «προσωπείο».

Όλα αποκαλύπτονται.

«Ο Θεός βλέπει και τα κρυφά», έλεγε.

Και στην Αποκάλυψη διαβάζουμε:

«Θα ανταποδώσω στον καθένα σύμφωνα με τα έργα του».

Αυτό είναι το τελικό κριτήριο. Όχι τα λόγια. Όχι η εικόνα. Τα έργα.

Το αληθινό νόημα της ζωής

Ο Πατριάρχης Παύλος οδηγεί τη σκέψη στο πιο βαθύ ερώτημα:

Γιατί ζούμε;

Όχι για να εντυπωσιάσουμε.

Όχι για να αποκτήσουμε δόξα.

Αλλά για να κερδίσουμε την αιώνια ζωή.

Αυτό είναι το κέντρο της Ορθοδοξίας.

Και αυτό ξεχνάμε.

Η σιωπηλή δύναμη της αγιότητας

Οι Απόστολοι, όταν σταματούσαν να μιλούν, μιλούσαν με τη ζωή τους.

Το ίδιο και οι Άγιοι.

Η αγιότητα δεν είναι θεωρία. Είναι παρουσία.

Είναι άνθρωποι που:

• συγχωρούν

• αγαπούν

• θυσιάζονται

χωρίς να μιλούν πολύ.

Το μήνυμα προς τη νέα γενιά

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν τα λόγια προς τους νέους:

«Δώστε μαρτυρία με τη ζωή σας».

Σε μια εποχή fake εικόνων, social media και επιφανειακής πίστης, αυτό το μήνυμα γίνεται πιο επίκαιρο από ποτέ.

Οι νέοι δεν πείθονται από λόγια.

Πείθονται από αλήθεια.

Το τελικό ερώτημα

Στο τέλος, μένει ένα ερώτημα που δεν μπορεί να αποφύγει κανείς:

Ζούμε αυτό που λέμε;

Ή απλώς το επαναλαμβάνουμε;

Γιατί, όπως λέει ο Πατριάρχης Παύλος:

«Είναι προτιμότερο δύο ή τρεις να ζουν το θέλημα του Θεού, παρά εκατομμύρια να το παραβιάζουν».

Αυτό είναι το Ευαγγέλιο.

Αυτό είναι η Ορθοδοξία.

Και αυτό είναι το μέτρο της ζωής μας.

“Ο Χριστός τρέχει να μας σώσει και εμείς τρέχουμε να χαθούμε..!”

 

“Κάποιοι χάνουν την ψυχή τους από τον πολύ εγωισμό!!!

Καταστρέφονται μέρα με την μέρα ρίχνοντας ευθύνες δεξιά και αριστερά”!!!

Με είπε ένας γέροντας (Πάτερ Νικόδημος)…

“Ο Χριστός τρέχει να μας σώσει  και εμείς τρέχουμε να χαθούμε”..!!

Κακο πράγμα ο εγωισμός…

Ελπίδα μας η Πίστη στην Αγάπη Της!!!

Πριν τρία χρόνια  “έφυγε” στην γειτονιά των Αγγέλων και στην αγκαλιά της Παναγίας Μας που τόσο αγαπούσε,αλλά τα λεγόμενα του αφήνουν το “στίγμα” σε όσους μπορούν να καταλάβουν!!!Τόση απλότητα και τόση αλήθεια μόνο στο Περιβόλι Της θα βρεις και σε  Πατέρες και Γέροντες…που δίνουν μάχες για όλους εμάς…

Χριστός Ανέστη!!!

Άλλη η δική σου πορεία καί άλλη τών άλλων!

 


Άλλη η δική σου πορεία καί άλλη τών άλλων!
Σε άλλες καρέκλες έκατσες εσύ, καί σέ άλλες εκείνοι!
Άλλοι γονείς, άλλοι φίλοι, άλλοι συγγενείς.
Άλλα γονίδια καί κληρονομικά!
Συμπέρασμα;
Ζήσε τήν ζωή σου, αγάπα όλους, κοντά με όλους, μά καί μακριά απ'όλους!
Όταν θέλουν να σε θλίψουν, νά σέ ειρωνευτούν, νά σέ προσβάλλουν, μή θλίβεσαι εσύ.
Τό πρόβλημα είναι δικό τους, μήν τό οικειοποιείσαι ώς δικό σου.Άλλο εσύ, καί άλλο τό πρόβλημα τού άλλου.
Τι θέλω να σού πώ γενικότερα;Χμμμ!
Νά'σαι σάν τό λάδι μέσα στο νερό, μέσα στο καντήλι.Αλλιώς δύσκολα θα τήν παλαίψεις!
(π.Θεόκτιστος Δικταπανίδης)

Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΤΡΙΧΙΝΑΣ

 

 15

Ο Όσιος Θεόδωρος καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη και γεννήθηκε από πλούσιους και ευσεβείς γονείς. Από νεαρή ηλικία ακολούθησε το μοναχικό βίο γενόμενος μοναχός στη μονή που γι’ αυτόν καλείτο μονή του Τριχινά.

Αφιέρωσε όλη του τη ζωή στη διακονία των φτωχών και των άρρωστων. Ονομάστηκε Τριχινάς, διότι είχε τρίχινα φορέματα. Η ζωή του ήταν λιτή και με πολλή εγκράτεια, προκειμένου να δίνει όσο γινόταν περισσότερα αγαθά στους πάσχοντες. Τη νύχτα ο Θεόδωρος πάντα έβρισκε χρόνο για προσευχή και μελέτη.

Ζούσε μέσα σε μια κοινωνία στερημένων ανθρώπων, που οι ανάγκες τους ήταν μεγάλες. Γι’ αυτό παρακινούσε πολλούς πλουσίους να διαθέτουν όσα αγαθά μπορούσαν. Πολλοί άπ’ αυτούς του έδιναν αρκετά χρήματα και είδη πρώτης ανάγκης, τα όποια ο Θεόδωρος διέθετε με πολλή διάκριση.

Πρώτα σ’ εκείνους που είχαν περισσότερη ανάγκη, όπως ορφανά, φτωχές χήρες και άρρωστους οικογενειάρχες. Ευεργετούσε μέχρι και την τελευταία ήμερα της ζωής του. Ο Όσιος Θεόδωρος κοιμήθηκε με ειρήνη και έλαβε τη Χάρη από τον Θεό, ο τάφος του να αναβλύζει μύρο που ευωδίαζε.

Έτσι, όσοι προσέτρεχαν εκεί με πίστη και ευλάβεια, λάμβαναν την υγεία της ψυχής και του σώματος.

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!

Απολυτίκιο:
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Δώρον ένθεον, της εγκρατείας, σκεύος έμψυχον, της απαθείας, ανεδείχθης θεοφόρε Θεόδωρε, τον γαρ Θεόν θεραπεύσας τοις έργοις σου, των παρ’ αυτών δωρημάτων ηξίωσαι. Πάτερ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Μην φοβηθείς να πεις:Χριστός Ανέστη.Μην ντραπείς.

 


Η Ανάσταση δεν είναι μια ιδέα.Δεν είναι μια ωραία σκέψη για να παρηγορηθούμε.
Δεν είναι κύκλος της φύσης, ούτε μια ποιητική αναγέννηση της άνοιξης.
Η Ανάσταση έχει πρόσωπο.Είναι ο Χριστός.
Δεν μιλάμε για κάτι αφηρημένο.
Μιλάμε για έναν τάφο που άδειασε.Για ένα σώμα που αναστήθηκε από τα δεσμά του θανάτου.Για μια ιστορία που σκίστηκε στα δύο: πριν και μετά.
Ο Χριστός ανέστη εκ νεκρών.Και μαζί Του, άνοιξε ο δρόμος για την ανάσταση των νεκρών.
Όχι ως ιδέα.
Ως γεγονός.Ως υπόσχεση που πραγματοποιήθηκε.
Και όμως…σιγά σιγά, κάτι αλλάζει.
Η Ανάσταση γίνεται «σύμβολο».Γίνεται «μήνυμα».Γίνεται «ενέργεια».
Χάνεται το πρόσωπο.Χάνεται η αλήθεια.
Μας λένε: «Όλα είναι το ίδιο».
«Όλες οι γιορτές είναι μία χαρά».
«Πες απλά χρόνια πολλά».
Ποια χρόνια πολλά;Σε ποιον;Γιατί;
Αν δεν αναστήθηκε ο Χριστός, τι γιορτάζουμε;
Δεν είναι θέμα τύπου.Δεν είναι θέμα λέξεων.Είναι θέμα αλήθειας.
Μην φοβηθείς να πεις:Χριστός Ανέστη.Μην ντραπείς.
Μην το μαλακώσεις για να χωρέσει παντού.Γιατί η Ανάσταση δεν είναι για να χωρέσει παντού.Είναι για να ανατρέψει τα πάντα.
Δεν μπορούμε να μιλάμε αόριστα.Να λέμε το όνομά Του. Καθαρά.Δυνατά.
Χριστός Ανέστη κι όχι απλά χρόνια πολλά.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος διαιρεί το Πάσχα σε τρία, ήτοι το Πάσχα το νομικό, το Πάσχα της θείας Χάριτος και το Πάσχα του μέλλοντος αιώνος.

 


Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος διαιρεί το Πάσχα σε τρία, ήτοι το Πάσχα το νομικό, το Πάσχα της θείας Χάριτος και το Πάσχα του μέλλοντος αιώνος.

 Το νομικό Πάσχα, κατά το οποίο οι Εβραίοι εόρταζαν την θαυματουργική τους διάβαση δια της Ερυθράς θαλάσσης, ήταν μια ενθύμηση της πικράς δουλείας της Αιγύπτου και της ελευθερίας τους με την βοήθεια του Θεού. Ήταν Πάσχα “χαριστήριον και ικέσιον”. Στην πραγματικότητα, το Πάσχα αυτό ήταν προτύπωση του δικού μας Πάσχα.

 Το Πάσχα της θείας Χάριτος είναι η Ανάσταση του Χριστού, δια της οποίας γίνεται διάβαση “εκ θανάτου προς ζωήν και εκ γης προς ουρανόν”. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος θα πή: “ώ Πάσχα το μέγα και ιερόν και παντός του κόσμου καθάρσιον”. Χωρίς την μέθεξη του Χριστού και την κοινωνία μαζί Του υπάρχει νέκρωση και δουλεία.
 Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη, ο μη ορών και ακούων και αισθανόμενος πνευματικώς νεκρός εστιν”. Επομένως, το Πάσχα είναι έλευση του Χριστού μέσα στην καρδιά. 
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής θα πη πολύ χαρακτηριστικά: “Πάσχα η επί τον ανθρώπινον νουν έλευσις του Λόγου”. 
Πραγματικά, ο άνθρωπος όταν λαμβάνη τον Χριστό, ζη πνευματικά και ο Χριστός γίνεται η ζωή του, η ψυχή της ψυχής του. “Ψυχή τις δευτέρα τοις ανθρώποις η ανάστασις” (όσιος Νείλος).

Το Πάσχα του μέλλοντος αιώνος
είναι “τελεώτερον και καθαρώτερον”. Ο Χριστός, όταν τελούσε το Πάσχα λίγο πριν από το Πάθος Του, και μάλιστα όταν τέλεσε τον Μυστικό Δείπνο, είπε: “ου μη πίω απ’ άρτι εκ τούτου του γεννήματος της αμπέλου έως της ημέρας εκείνης, όταν αυτό πίνω μεθ’ υμών καινόν εν τη βασιλεία του πατρός μου” (Ματθ. κστ’, 29). 
Σαφώς εδώ γίνεται λόγος για το Πάσχα της Βασιλείας των Ουρανών. Ακόμη και το Πάσχα της παρούσης ζωής είναι τυπικό, σχετικά με το Πάσχα του μέλλοντος αιώνος. Τότε οι άγιοι θα έχουν μεγαλύτερη κοινωνία με τον Χριστό, αφού ο Λόγος θα αποκαλύψη και θα διδάξη “ά νυν μετρίως παρέδειξε” (άγ. Γρηγόριος Θεολόγος).

Οι Χριστιανοί αγωνίζονται για να περάσουν από το τυπικό Πάσχα, στο Πάσχα της θείας Χάριτος, και από εκεί στο αιώνιο Πάσχα. Μια τέτοια εορτή έχει σημασία και νόημα. Κάθε άλλος εορτασμός δεν αποβλέπει σε βαθύτερους σκοπούς, δεν ικανοποιεί το πεινασμένο και διψασμένο πνεύμα του ανθρώπου.Κατά την διάρκεια της εορτής του Πάσχα των Εβραίων σφραγιζόταν αμνός άμωμος, τέλειος και νέος. Αυτό ήταν προτύπωση του Χριστιανικού αμνού, που είναι αυτός ο Ίδιος ο Χριστός, άμωμος, νέος και τέλειος. Αυτός θυσιάστηκε και προσφέρεται στους Χριστιανούς για να ενωθούν μαζί Του.

Κράτα στην καρδιά σου το Φως της Ανάστασης και μην απελπίζεσαι...

 


Κράτα στην καρδιά σου το Φως της Ανάστασης και μην απελπίζεσαι...

Ο Απόστολος Θωμάς δεν κρατά την εμπειρία,γίνεται ο ίδιος μαρτυρία.


Αύριο η ψηλάφηση του αποστόλου Θωμά....
Χρειάζεται μία διευκρίνηση με την λαχτάρα του Θωμά να αγγίξει τις ανοιχτές πληγές του Χριστού μας....
Θέλει να δει τον Αναστημένο Χριστό όχι γιατί δεν πιστεύει στην Ανάσταση αλλά θέλει η εμπειρία της ψηλάφησης να γίνει και δική του ομολογία, μαρτυρία της Αναστάσεως.
Δείτε σε μας τι γίνεται όταν συμβαίνει κάτι θαυμαστό στην ζωή μας,μάς δημιουργείται ένας πειρασμός να το ιδιοποιηθούμε.
Πόσο εύκολα λέμε ο τάδε Άγιος;.......‘’φίλος’’ μου!
Ξέρεις, υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο ότι κουβαλώ μια εμπειρία ως λάφυρο
και στο ότι γίνομαι μάρτυρας μιας συνάντησης.
Το λάφυρο ουσιαστικά δείχνει τον αποδέκτη ενώ η μαρτυρία αποκαλύπτει
την εύσπλαχνη παρουσία του Θεού μέσα στην ιστορία του ανθρώπου.

Για αυτό και πολλές φορές αντί να αφήσουμε την χάρη να καλλιεργήσει την ζωντανή σχέση μας με τον Θεό,μετατρέπουμε εκείνο το θαυμαστό γεγονός
σε μια στεγνή, απλή ανάμνηση.
Την οποία μάλιστα για χρόνια αφηγούμαστε,την ανακυκλώνουμε,την προβάλλουμε
σχεδόν ως πνευματικό μας κατόρθωμα αλλά στην ουσία μια ακόμα κρυψώνα μας είναι,ένα ακόμα άλλοθι για να αναβάλλουμε τον αγώνα της ζωής.

Αρκεί να αναρωτηθούμε πόσοι από τους ευεργετημένους με θαυμαστό τρόπο
μετανοήσαν αληθινά κι άλλαξαν πραγματικά τρόπο ζωής.....
Ο απόστολος Θωμάς δεν κρατά την εμπειρία,γίνεται ο ίδιος μαρτυρία.
Και αυτό φαίνεται από την παράδοση της Εκκλησίας, φεύγει, κηρύττει,φτάνει μέχρι τα πέρατα της οικουμένης....
Η αληθινή εμπειρία της Αναστάσεως δεν είναι για να αποθηκευτεί στο εκκλησιαστικό βιογραφικό μας(όπως κάνουμε προβάλλοντας την γνωριμία μας
με τον τάδε πνευματικό-γέροντα ή πόσες φορές πήγαμε στους Αγ. Τόπους, στον Άγιο Όρος κ.ο.κ)αλλά για να εκφραστεί προς δόξαν Θεού ως μαρτυρία
(και δεν είναι μακριά μας, που η μαρτυρία αυτή γράφεται και με χρώμα πορφυρό!).

ΚΑΘΩΣ ΑΠΕΣΤΑΛΚΕ ΜΕ Ο ΠΑΤΗΡ, ΚΑΓΩ ΠΕΜΠΩ ΥΜΑΣ




“Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν. Καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς” (Ιωάν. 20, 21)
Ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε καὶ πάλι, «Εἰρήνη νὰ εἶναι μαζί σας. Καθὼς ἔστειλε ἐμὲνα ὁ Πατέρας καὶ ἐγὼ στέλνω ἐσᾶς».

    Η Κυριακή του Θωμά, η πρώτη μετά το Πάσχα, με αφόρμηση το ευαγγέλιο της ψηλάφησης του Κυρίου από τον Θωμά, είναι μία υπενθύμιση σε όλους μας της αναστάσιμης αποστολής μας. Ο Χριστός εμφανίζεται στους δέκα μαθητές Του (πλην του Θωμά που έλειπε και του Ιούδα που έδωσε ο ίδιος τέλος στη ζωή του, μη μπορώντας να μετανοήσει και να ταπεινωθεί μετά την προδοσία), τους λέει να έχουν ειρήνη, τους λέει ότι όπως έστειλε ο Πατέρας Του τον Ίδιο στον κόσμο να νικήσει για λογαριασμό όλων μας τον θάνατο και να μας δώσει την ανάσταση και τη ζωή, έτσι κι Εκείνος μάς στέλνει  στον κόσμο, για να διακηρύξουμε τη νίκη κατά του θανάτου, την συγχώρεση των αμαρτιών και την ανάσταση στο πρόσωπο του Χριστού.
    Αυτή είναι η αποστολή μας. Να ειρηνεύσουμε, όντας βέβαιοι ότι ο Θεός στον Οποίο πιστεύουμε  δεν μας εγκαταλείπει. Είναι Θεός ζωής και όχι θανάτου, Θεός ζώντων και όχι νεκρών. Είναι Θεός ο Οποίος στέκεται δίπλα μας και μας προτρέπει η καρδιά μας να μην ταράζεται ούτε από τη δειλία για το εξουσιαστικό πνεύμα του κόσμου τούτου, ούτε από την απόγνωση διότι είμαστε λίγοι, κάποτε και κεκρυμμένοι διά τον φόβον των αντιθέων δυνάμεων. Εκείνος είναι μαζί μας. Εκείνος μάς στηρίζει σε κάθε δοκιμασία μας. Γνωρίζει τι είναι ωφέλιμο για μας και μας το δίνει. Γνωρίζει να μας παρηγορεί στις θλίψεις μας. Και μας μεταδίδει την προσδοκία και την εμπειρία της ανάστασης, δηλαδή της δύναμης της αγάπης, η οποία νικά τον θάνατο.
    Να νιώσουμε ότι οι αμαρτίες μας συγχωρούνται, όχι διότι εμείς έχουμε τη δύναμη να το πράξουμε, αλλά διότι το Άγιο Πνεύμα, το Οποίο κατοικεί στην Εκκλησία και την αγιάζει, δίνει τη χάρη, ώστε όχι να ακυρώνονται τα λάθη μας, αλλά να μην είναι αυτά που δεσμεύουν τη ζωή μας. Να μην είναι αυτά που μας εμποδίζουν να προχωρούμε, διότι όποιος πιστεύει στον Χριστό, ζει στην Εκκλησία τη χάρη και τη χαρά της μετάνοιας ως εμπιστοσύνης στον Θεό και στο θέλημά Του και ως αναγνώρισης ότι υπάρχουμε διότι ο Χριστός υπάρχει εν ημίν και το θέλουμε αυτό. Ουδέποτε θα πάψουμε να αμαρτάνουμε, διότι όλη η ζωή μας είναι μία συνεχής ρήξη ανάμεσα στο θέλημά μας και στο θέλημα του Θεού. Το θέλημά μας μάς κάνει να νομίζουμε ότι η εκπλήρωση των επιθυμιών μας, ακόμη κι αν αυτές μοιάζουν εύλογες, θα μας κάνει ευτυχισμένους. Ευτυχία όμως είναι η αγάπη. Είναι η σχέση με τον Χριστό. Είναι η πίστη ότι το “αγαπάτε αλλήλους” και το “Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή” είναι ο τρόπος που μας δίνει νόημα όχι εφήμερο, αλλά παντοτινό.
    Και η αποστολή μας προχωρά, ακόμη κι αν έχουμε λογισμούς αμφιβολίας. Ακόμη κι αν οι σκέψεις μας και οι αισθήσεις μας απαιτούν αποδείξεις, ο Χριστός συγκαταβαίνει. Όποιος αγαπά, δεν απαιτεί. Όποιος αγαπά, δίδεται. Και ο Χριστός ήδη προσφέρεται εις βρώσιν τοις πιστοίς, διά του Σώματος και του Αίματός Του. Ο Χριστός είναι έτοιμος να αφεθεί στην ψηλάφησή μας, να ανεχτεί την άρνησή μας, να μας δώσει την ευκαιρία “μεθ' ημέρας οκτώ” στη ζωή μας γενικότερα και όχι “εδώ και τώρα” να Τον βρούμε. Και βρίσκουμε την αγάπη Του και τη σπουδάζουμε. Βρίσκουμε τη χάρη της αγιότητας. Ακούμε τη φωνή Του στην καρδιά μας να μας ψιθυρίζει “βάλε την χείρα σου”. Ζητά όμως από εμάς όχι την απιστία του εξυπνακισμού και της υπερηφάνειας, αλλά την αμφιβολία που πηγάζει από τη δίψα για την αλήθεια και Εκείνος θα μας φανερωθεί.
    Όσοι από εμάς αισθανόμαστε ότι στην Εκκλησία βρίσκουμε τον Αναστάντα Χριστό, ότι η καρδιά μας ειρηνεύει, ότι και στους κλονισμούς μας την αλήθεια θέλουμε και όχι την αυτοδικαίωσή μας ή την αίσθηση ότι πρέπει με κάθε τρόπο να αποδείξουμε ότι δεν υπάρχει Θεός για να κάνουμε θεό τον εαυτό μας ή το τίποτα, ότι τελικά οι αμαρτίες μας δεν είναι το τέλος ή η απόγνωσή μας, μπορούμε να κάνουμε την Ανάστασή Του ανάστασή μας. Και να παλέψουμε, νιώθοντας ότι έχουμε την αποστολή να διακηρύξουμε Χριστόν Αναστάντα στον κόσμο μας, τον μικρό και τον μεγάλο, σ’ αυτόν που ακούει και σ’ αυτόν που προσπερνάει, άλλοτε με τον λόγο, άλλοτε με την προσευχή, πάντοτε όμως με την αγάπη που φωτίζει!
    Χριστός Ανέστη!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΦΝΟΥΤΙΟΣ Ο ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΗΣ ΚΑΙ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑΣ

 


Τη μνήμη του τιμά σήμερα, , η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Παφνούτιος έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284-305 μ.Χ.). Όταν αυτός κήρυξε διωγμό κατά των χριστιανών, ο έπαρχος Αρριανός ξεκίνησε να συλλάβει τον Παφνούτιο μέσα στίς ερημιές της Αιγύπτου, όπου ζούσε.
 Αλλά αυτός έρχεται και συναντά μόνος του τον Αρριανό, που διέταξε να βασανισθεί ο Παφνούτιος επί τόπου. Ξέσχισαν τις σάρκες του μέχρι του σημείου να φαίνονται τα εντόσθια του.
Ο Παφνούτιος προσευχήθηκε και, εντελώς θαυματουργικά, οι πληγές του έκλεισαν με αποτέλεσμα να πιστέψουν στο Χριστό οι δύο στρατιώτες που τον βασάνισαν. Ο Αρριανός αποκεφάλισε τους δύο στρατιώτες, και τον Παφνούτιο τον έριξε στη φυλακή. Εκεί, συνάντησε 40 προκρίτους που ήταν έγκλειστοι γιατί καθυστερούσαν τους φόρους προς το δημόσιο, και κατάφερε να τους κάνει χριστιανούς.
Το έμαθε ο Αρριανός και οργισμένος τους έκαψε όλους ζωντανούς, αλλά ο Παφνούτιος με θαύμα έγινε άφαντος από τα μάτια του. Και, αφού εν τω μεταξύ έφερε πολλούς στη χριστιανική πίστη, παρουσιάζεται μόνος του στον Αρριανό, που διέταξε να τον κομματιάσουν. Και ενώ ο Αρριανός πήγε να τον δει κομματιασμένο νεκρό, τα κομμάτια του σώματος ενώθηκαν και ο Παφνούτιος, ζωντανός μπροστά του, του λέει: «Με γνωρίζεις, Αρριανέ;
Όλα αυτά τα περί εμέ θαυμάσια, πραγματοποιεί ο Κύριος μου Ιησούς Χριστός, δια να ελέχθη η ασέβεια σου, δια να εννοήσης ότι, πολέμων προς αυτόν, λακτίζεις προς κέντρον, δια να καταλάβεις ότι λατρεύεις κωφά και τυφλά είδωλα κατασκευασμένα από ύλην άναίσθητον».
Το θαύμα έγινε αφορμή να πιστέψει ένα ολόκληρο τάγμα στρατιωτών. Στην απελπισία του ο Αρριανός, έστειλε τον Παφνούτιο στη Ρώμη, όπου έλαβε σταυρικό θάνατο. Η Εκκλησία τιμά την μνήμη τους και στις 25 Σεπτεμβρίου.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Θυσίαν την ένθεον, πιστώς προσφέρων Θεώ, ως θύμα ευπρόσδεκτον, προσανηνέχθης αυτώ, αθλήσεως άνθραξιν όθεν ως ιερέα, και στερρόν Αθλοφόρον, έδειξε σε ο Κτίστης, χαρισμάτων ταμείον εξ ων και ημίν Παράσχου, ιερομάρτυς Παφνούτιε.

O AΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΩΜΑΣ


 


 Τη μνήμη του Αγίου Θωμά του Αποστόλου τιμά σήμερα, η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Θωμάς ο Απόστολος ήταν μεταξύ των δώδεκα μαθητών του Κυρίου και ανήκε σε οικογένεια αλιέων. Ο Θωμάς, λοιπόν, μετά την Ανάσταση του Χριστού και την πρώτη εμφάνισή Του στους μαθητές, δυσπιστούσε σ’ αυτά που του έλεγαν αυτοί.
 Αλλά ο Κύριος επανεμφανίστηκε στους μαθητές μέσα στο υπερώον, όταν μεταξύ τους βρισκόταν και ο Θωμάς.
Τότε ο Κύριος προέτρεψε το Θωμά να ψηλαφήσει τις πληγές από τα καρφιά που Τον σταύρωσαν, και να μη γίνεται άπιστος, αλλά πιστός. Εκθαμβωμένος ο Θωμάς, προσκύνησε και ανεβόησε: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου».
Η δε απάντηση του Κυρίου ήταν τέτοια, που θα διδάσκει όλους όσους θέλουν να δυσπιστούν στην αλήθεια του Ευαγγελίου.
Είπε, λοιπόν, ο Κύριος: «ότι εώρακάς με, πεπίστευκας, μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες». Δηλαδή, λέει ο Κύριος στο Θωμά, πίστεψες επειδή με είδες. Μακαριότεροι και περισσότερο καλότυχοι είναι εκείνοι, που αν και δεν με είδαν, πίστεψαν.
Η παράδοση αναφέρει ότι ο Θωμάς μετά την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος πήγε και κήρυξε το Ευαγγέλιο στους Πέρσες, Μήδους και τους Ινδούς. Στην Ινδία, συνελήφθηκε από τον Βασιλία Mισδαίο, γιατί κατήχησε και βάπτισε τον γιό του Aζάνη, την γυναίκα του Tερτία και της κόρες του Mυγδονία και Nάρκα.
Αφού τον φυλάκισε τον παρέδοσε σε πέντε στρατιώτες, οι οποίοι αφού τον ανέβασαν σε κάποιο βουνό τον θανάτωσαν δια λογχισμού. Έτσι, τον αξίωσε ο Θεός όχι μόνο να κηρύξει το Ευαγγέλιό Του, αλλά και να δώσει τη ζωή του γι’ Αυτόν.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως θείος Απόστολος, θεολογίας κρουνούς, ενθέως εξήντλησας, εκ λογχονύκτου πλευράς, Χριστού του Θεού ημών. Όθεν της ευσέβειας, κατασπείρας τον λόγον, έλαμψας εν Ινδία, ως ακτίς ουρανία, Θωμά των Αποστόλων, το θείον αγλάισμα.

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

Η ψηλάφηση του Θωμά ένα από τα πιο ισχυρά τεκμήρια της Αναστάσεως, (Κυριακή του Θωμά)


Η σημερινή Κυριακή, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι η Κυριακή του Θωμά και το μεν Αποστολικό ανάγνωσμα, που ακούσαμε προηγουμένως, είναι μια περικοπή από το 5ο κεφάλαιο των Πράξεων, το δε Ευαγγελικό μια περικοπή από το 20ο κεφάλαιο του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, στο οποίο ο ευαγγελιστής Ιωάννης μας περιγράφει δύο από τις εμφανίσεις του Αναστάντος Χριστού στους μαθητές, την πρώτη το εσπέρας της Αναστάσεως, απόντος του Θωμά και την δεύτερη οκτώ ημέρες αργότερα, παρόντος και του Θωμά, ο οποίος αξιώθηκε μάλιστα να ψηλαφίσει τον Αναστάντα Κύριο.

Όπως σημειώνει ο ιερός Ευαγγελιστής, όταν ο Θωμάς επέστρεψε στο υπερώο το εσπέρας της Αναστάσεως και του ανήγγειλαν γεμάτοι χαρά οι άλλοι μαθητές, ότι είδαν τον αναστημένο Κύριο, αυτός δήλωσε απερίφραστα: «Εάν μη ίδω εν ταις χερσίν αυτού τον τύπον των ήλων και βάλω τον δάκτυλόν μου εις τον τύπον των ήλων και βάλω την χείρα μου  εις την πλευράν αυτού ου μη πιστεύσω», (Ιω.20,25). Κοφτή και κατηγορηματική η απαίτηση του Θωμά, που θα ικανοποιούσε και τον πιο απαιτητικό και αντικειμενικό ερευνητή και ανακριτή της Αναστάσεως. Δεν ικανοποιείται να δη με τα μάτια του τον Εσταυρωμένο ζωντανό. Θέλει να αγγίξει και με τα χέρια του το σώμα του Κυρίου. Ακόμη περισσότερο! Να ψηλαφήσει με τα δάκτυλά του τις πληγές, που προκάλεσαν τα καρφιά στα άχραντα χέρια Του και με την παλάμη του την λογχευμένη του πλευρά. Με όλες του τις αισθήσεις, όραση, ακοή, αφή, ζητεί να λάβει πείραν του γεγονότος. Όπως παρατηρεί ο ιερός Χρυσόστομος: «Την δια της αισθήσεως της παχυτάτης εζήτει πίστιν και ουδέ τοις οφθαλμοίς επίστευεν. Ου γαρ είπεν αν μη ίδω, αλλ’ εάν μη ψηλαφήσω…μήπως φαντασία το ορώμενον ή». Δηλαδή ο Θωμάς ζητούσε την πίστη εκείνη, που προέρχεται από την αίσθηση της αφής, και δεν επίστευε μόνο σ’ όσα τον πληροφορούσαν οι οφθαλμοί του. Διότι δεν είπε, εάν δεν δω, αλλά εάν δεν ψηλαφήσω, μήπως είναι φαντασία το ορώμενον. Και ο Κύριος, που από άπειρη αγάπη για το πλάσμα του υπέμεινε την εσχάτη ταπείνωση του σταυρικού θανάτου, συγκαταβαίνει στην απαίτηση του μαθητού του. Υποχωρεί και καταδέχεται να ψηλαφηθή, για να προσθέσει έτσι μία επί πλέον ισχυρή απόδειξη της Αναστάσεώς Του. Ένας άλλος μεγάλος Πατήρ της Εκκλησίας μας ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, παρατηρεί: «Οίμαι δε… οικονομικώτατα σφόδρα την του μαθητού γεγονέναι προς καιρόν ολιγοπιστίαν, ίνα διά της αυτού πληροφορίας και ημείς οι μετ’ αυτόν ανενδοιάστως πιστεύομεν, ότι την σάρκα την επί του ξύλου κρεμαμένην και παθούσαν τον θάνατον εζωοποίησεν ο Πατήρ δι’ Υιού». Δηλαδή η πρόσκαιρη απιστία του μαθητού υπήρξε θεία οικονομία, έτσι ώστε η ιδική του μαρτυρία και επιβεβαίωσις να γίνη και σε μας τους μεταγενεστέρους αφορμή ανεπιφύλακτης πίστεως, ότι δηλαδή το σώμα εκείνο, το οποίο κρεμάσθηκε πάνω στο ξύλο του σταυρού και υπέστη τον θάνατο, εζωοποίησε ο Πατέρας δια του Υιού.

Μετά από οκτώ ημέρες εμφανίζεται ο Κύριος και πάλι στους μαθητές, παρόντος και του Θωμά. Προς αυτόν ιδιαιτέρως τώρα απευθύνεται και τον προσκαλεί να τον ψηλαφήσει, όπως το ζήτησε: «Φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε και ίδε τας χείρας μου και φέρε την χείρα σου και βάλε εις την πλευρά μου και μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός», (Ιω.20,26-27). Σαν να του έλεγε: Θωμά, όσα δήλωσες πριν από οκτώ ημέρες, τα άκουσα ως Θεός, διότι ήμουν αοράτως παρών. Ιδού λοιπόν βρίσκομαι ενώπιόν σου. Μη διστάσεις να με ψηλαφήσεις. Ο Ιησούς προσφέρει τον εαυτό του σε μια κοινωνία του πάθους και της Αναστάσεώς Του. Αγγίζοντας ο μαθητής με το δάκτυλό του τις πληγές του Χριστού, «πιάνει» τον θάνατό του και ακουμπώντας το χέρι στις ουλές του, «κρατάει» την Ανάστασή του. Ο Θωμάς μένει κατάπληκτος, συγκλονισμένος με όσα βλέπει και ακούει. Επί οκτώ ημέρες πάλευε με τους λογισμούς της απιστίας. Τα κύματα της λύπης και της απελπισίας χτυπούσαν επικίνδυνα το σκάφος της ψυχής του και απειλούσαν να το καταποντίσουν στην απώλεια. Και να τώρα, ξαφνικά και απροσδόκητα, βλέπει μπροστά του ολοζώντανο τον Κύριο, ο οποίος τον προσκαλεί, να τον ψηλαφίσει! Πλησιάζει ο Θωμάς και απλώνει το χέρι του. Με τα δάχτυλά του ψηλαφά τις πληγές Του και με την παλάμη την πλευρά Του. Όντως αυτός είναι ο διδάσκαλός του. Το σώμα του είναι αληθινό ανθρώπινο σώμα με σάρκα και οστά. Δεν έχει σημασία που αυτό το πανάχραντο Σώμα το είδε προηγουμένως, να εισέρχεται στο Υπερώο κεκλεισμένων των θυρών. Σημασία έχει ότι είναι εκείνο το Σώμα, που μέχρι πριν από λίγο είχε καρφωθεί πάνω στο σταυρό και όχι κάποιο άλλο. Και ιδού οι πληγές του, που αποδεικνύουν τον θάνατό Του.

Πόσο μεγάλη είναι η φιλανθρωπία του Κυρίου μας, ο οποίος καταδέχεται να ψηλαφηθή, για να στηρίξει στην πίστη τον κλονισμένο μαθητή, αλλά παράλληλα να βεβαιώσει την Ανάστασή του κατά τρόπο αναντίρρητο, σε όλες τις γενεές των ανθρώπων ανά τους αιώνας. Ωραιότατα διατυπώνει την αλήθεια αυτή ένα τροπάριο του Κανόνος της ζ΄ ωδής της Κυριακής του Θωμά: «Ου μάτην διστάσας ο Θωμάς τη εγέρσει σου ου κατέθετο, αλλ’ αναμφίλεκτον έσπευδεν αποδείξαι ταύτην Χριστέ τοις πάσιν έθνεσιν». Δηλαδή η απιστία του Θωμά δεν έγινε ματαίως και χωρίς λόγο, χωρίς να προκύψει ωφέλεια πνευματική. Διότι με την απιστία του έσπευδε, να αποδείξει την Ανάσταση αναντίρρητη και βεβαία σ’ όλους τους λαούς. Μετά από την συγκλονιστική αυτή εμπειρία, θριαμβευτική επακολουθεί η ομολογία του Θωμά: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου». Ομολογία όχι μόνον της Αναστάσεως, αλλά και της Θεότητος του Αναστάντος. Δηλαδή ωσάν να έλεγε: Εσύ που νίκησες τον θάνατο, δεν είναι δυνατόν παρά να είσαι ο πλάστης και δημιουργός μου, διότι η Ανάσταση, η νίκη επί του θανάτου, δεν είναι έργο ανθρωπίνης, αλλά θείας δυνάμεως.

Όπως μας πληροφορούν οι Πράξεις των Αποστόλων, ο Κύριος μετά την Ανάστασή Του εμφανίστηκε πολλές φορές, επί σαράντα ήμερες, σε διάφορα πρόσωπα και σε διάφορους τόπους. Η πιο σημαντική από αυτές υπήρξε η δεύτερη προς τους μαθητές, οκτώ ημέρες μετά την πρώτη, παρόντος και του Θωμά. Είναι δε η πιο σημαντική, διότι εδώ έχουμε όχι μόνον την θέα του Αναστάντος, αλλά επί πλέον και την ψηλάφιση του αναστημένου σώματος, οπότε η Ανάσταση επιβεβαιώνεται και δια των οφθαλμών και δια της αφής και δια της ακοής. Επί πλέον διακηρύσσεται από τον Θωμά, ότι ο Αναστάς Κύριος είναι ο σαρκωθείς Θεός Λόγος. Όλες οι εμφανίσεις του αναστημένου Κυρίου στο διάστημα των σαράντα ημερών είχαν ως σκοπό να βεβαιωθούν οι μαθητές, αλλά και κάθε καλοπροαίρετος άνθρωπος σ’ όλες τις επόμενες γενεές των ανθρώπων μέχρι της συντελείας των αιώνων, ότι η Ανάσταση είναι ένα αναντίρρητο ιστορικό γεγονός. Είναι το γεγονός εκείνο, πάνω στο οποίο θεμελιώνεται και στηρίζεται όλο το οικοδόμημα της πίστεως. Όπως μας βεβαιώνει ο απόστολος Παύλος, «Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις υμών…Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις υμών» (Α΄ Κορ.15,14,17). Εάν ο Χριστός δεν αναστήθηκε δεν έχει πλέον κανένα νόημα και περιεχόμενο το κήρυγμά μας, αλλ’ επίσης είναι ματαία και κούφια από κάθε ουσιαστικό περιεχόμενο και η πίστη σας. Χωρίς την Ανάσταση όλο το χριστιανικό οικοδόμημα καταρρέει και μεταβάλλεται σε μια ιδεολογία, σε ένα ανθρώπινο φιλοσοφικό κατασκεύασμα, σε μια από τις πολλές θρησκείες του κόσμου, ανίκανο να σώσει και να λυτρώσει τον άνθρωπο από τον θάνατον, ο οποίος είναι κατά τον άγιο Ιουστίνο τον Πόποβιτς «η μόνη πικρία της ζωής, η μόνη πικρία της υπάρξεως. Εξ αυτού προέρχεται και όλη η τραγικότητα της ζωής».

Επειδή δε ακριβώς η Ανάσταση του Χριστού αποτελεί θεμελιακό γεγονός της πίστεως, έπρεπε να βεβαιωθή ως αδιάψευστη ιστορική πραγματικότητα από πολλούς αυτόπτες μάρτυρες. Οι αποδείξεις λοιπόν είναι πολλές, πειστικές και ατράνταχτες, αποκλείουν δε και το παραμικρό ενδεχόμενο αμφιβολίας. Όσοι εξακολουθούν να απιστούν, δεν έχουν επιχειρήματα και χάνονται στο σκοτάδι της απιστίας και εν τέλει στην απώλεια. Η αιτία της απιστίας βρίσκεται μέσα τους. Στο ότι δηλαδή κατά βάθος αγαπούν την αμαρτία και την ασωτία και δεν θέλουν να αλλάξουν ζωή: «Αύτη εστίν η κρίσις» λέγει ο Ευαγγελιστής, «ότι το φως ελήλυθεν εις τον κόσμον και ηγάπησαν οι άνθρωποι μάλλον το σκότος, ή το φως. Ην γαρ πονηρά αυτών τα έργα», (Ιω.3,19).

Ακόμη και μέχρι σήμερα πολλοί είναι εκείνοι που εξακολουθούν να προβάλλουν αντιρρήσεις για να αρνηθούν την Ανάσταση. Ας δούμε μερικές από αυτές: Ισχυρίζονται ότι οι μαθητές, όπως και οι μυροφόρες, εξαπατήθηκαν και ότι όσα είδαν, ήταν ψευδαισθήσεις. Όμως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να ευσταθεί, διότι οι μαθητές δεν είχαν καμιά ψυχολογική προδιάθεση, να δεχθούν την Ανάσταση. Αντιθέτως ήσαν τρομερά δύσπιστοι. Τα Ευαγγέλια είναι πλήρως αποκαλυπτικά αυτών των ψυχικών τους διαθέσεων, διότι δυσπιστούσαν στις διαβεβαιώσεις των μυροφόρων, ότι Τον είχαν δει Αναστάντα.

Ισχυρίζονται επίσης ότι ο Χριστός δεν πέθανε πάνω στο σταυρό, αλλά έγινε στην περίπτωσή του κάποια νεκροφάνεια. Όμως και αυτός ο ισχυρισμός δεν ευσταθεί. Κατ’ αρχήν εδώ έχουμε τη μαρτυρία του Ρωμαίου κεντυρίωνος, ο οποίος βεβαίωσε τον Πιλάτο, ότι ο θάνατος του Χριστού είχε επέλθει. Έπειτα το Ευαγγέλιο μας πληροφορεί ότι ο Κύριος κατά την ίδια την ήμερα της Αναστάσεώς Του συμπορεύθηκε συζητώντας με δύο μαθητές Του προς Εμμαούς, που απείχε πάνω από δέκα χιλιόμετρα από τα Ιεροσόλυμα. Πως είναι δυνατόν κάποιος που έχει υποστεί νεκροφάνεια και επομένως βρίσκεται σε κατάσταση μεγάλης εξαντλήσεως, να μπορεί να περπατάει επί ώρες και να συζητάει, σαν να μη προηγήθηκε τίποτα;

Ο λόγος του Κυρίου προς τον Θωμά, αγαπητοί μου αδελφοί, «και μη γίνου άπιστος αλλά πιστός» δείχνει, ότι υπήρχε ενδεχόμενο ο Θωμάς και μετά την ψηλάφιση του αναστημένου Σώματος, να μην θελήσει, να πιστεύσει και να παραμείνει αμετανόητος στην απιστία. Από ένα τέτοιο όμως ενδεχόμενο κινδυνεύομε όλοι μας. Ας ανακρίνουμε τον εαυτό μας και ας εξετάσουμε τη συνείδησή μας, μήπως ενώ νομίζουμε, ότι δήθεν πιστεύουμε στο Χριστό, κατά βάθος όμως αγαπούμε την αμαρτία και επιζητούμε στην καθημερινή μας ζωή, να ικανοποιούμε τα πάθη μας, ενώ παράλληλα απέχουμε από τη ζωή και τα μυστήρια της Εκκλησίας. Πράγμα το οποίο δείχνει ότι η πίστη μας δεν είναι αληθινή και γνήσια.

Ας ευχηθούμε το ανέσπερο Φως του Αναστάντος Χριστού να καταυγάσει τις ψυχές μας και το φετινό Πάσχα να γίνει αφορμή ανανήψεως και μετανοίας. Αμήν.