Τρίτη 12 Μαΐου 2026

«Μετά των αγίων ανάπαυσον»

 



Ο φόβος του θανάτου προέρχεται από τη βιασύνη, τη φασαρία, την τύρβη και όχι από την ευτυχία. Όταν κάποιος γυροφέρνει πολυάσχολος και ξαφνικά θυμηθεί τον θάνατο, ο θάνατος τότε του φαίνεται εντελώς παράλογος, απαίσιος.

Όταν όμως φτάσεις στην ησυχία, στην ευτυχία, στοχάζεσαι τον θάνατο και τον αποδέχεσαι με αρκετά διαφορετικό τρόπο.

Επειδή ο ίδιος ο θάνατος βρίσκεται σ’ ένα ανώτερο, «σημαντικό» επίπεδο, φαίνεται τρομακτικός μόνον όταν συνδέεται με τη συνηθισμένη, κατώτερη, αχρείαστη πολυπραγμοσύνη.

Στην ευτυχία, στη γνήσια ευτυχία, αισθανόμαστε την παρουσία της αιωνιότητας στην καρδιά μας, έτσι ώστε η ευτυχία να ανοίγεται στον θάνατο. Και τα δύο μοιάζουν μεταξύ τους, και τα δύο αγγίζουν την αιωνιότητα. Στην πολυπραγμοσύνη δεν υπάρχει αιωνιότητα και γι’ αυτό η τύρβη απορρίπτει τον θάνατο.

«Μετά των αγίων ανάπαυσον» σημαίνει εν τω θανάτω, όπως τον αντιλαμβάνεται ο ευτυχισμένος άνθρωπος.
 π. Αλεξάνδρου Σμέμαν

''Αν δεν έρθω στην δική σου θέση πως περιμένεις να καταλάβω τι βλέπεις, τι πιστεύεις, τι νιώθεις… !''

 


Προσωπική εμπειρία

Ένα μάθημα που έμεινε χαραγμένο στην μνήμη αλλά και στην καρδιά μου…
Κάποια στιγμή, δεν θα αναφέρω πού κάπότε, σε μια πολύ προσωπική συνάντηση με τον μακαριστό και πολυαγαπημένο αρχιερέα, τον μακαριστό Παύλο, η συζήτηση έφτασε σε ένα σημείο που για μένα προσωπικά τότε ήταν αδιέξοδο…

Τότε, με μεγάλα αποθέματα πατρικής αγάπης, έσκυψε πάνω μου με εκείνο το βλέμμα που ήταν λες και ήταν δικό του το πρόβλημα, μου έπιασε το χέρι και αφού δάκρυσε, αναστέναξε, και έκανε κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ μου όσο ζω!
Με σταύρωσε στην καρδιά και αφού πήρε ένα κομμάτι χαρτί και ένα στιλό μου ζήτησε να σχηματίσω πάνω στο χαρτί τον αριθμό 9.

Η συνέχεια…;
Με ρωτάει: 'Τι βλέπεις χρυσό μου παιδί;'
'Το 9.' του απαντώ γεμάτος απορία.
‘Εγώ τι βλέπω;' με ξαναρωτά…
‘Από εκεί που κάθεσαι πάτερ μου λογικά βλέπεις το 6.' του απαντώ με φυσιολογικό τρόπο.
‘Μου λες αλήθεια πως βλέπεις το 9' με ρωτάει…
‘Ναι του απαντώ.'
‘Εγώ σου λέω την αλήθεια;' με ρωτάει!
'Ναι' του απαντώ.
‘Έχεις δίκιο;' με ξαναρωτά…
'Ναι' του απαντώ και προσπαθώ να καταλάβω που το πάει…!
‘Εγώ έχω δίκιο;' με ρωτάει!
'Ναι' του ξανά απαντώ!

Τότε σηκώνεται από την θέση του και έρχεται από την δική μου μεριά και αγκαλιάζοντας με μου λέει ψιθυριστά…: 
'Αν δεν έρθω στην δική σου θέση πως περιμένεις να καταλάβω τι βλέπεις, τι πιστεύεις, τι νιώθεις… !'
‘Μεγάλο πράγμα ο εγωισμός Γιώργη μου, αλλά μεγαλύτερο η αγάπη, η κατανόηση, η συμπόνια, η συμπάθεια!'

Δακρύσαμε και οι δυο,αγκαλιαστήκαμε και εκείνη την στιγμή έφυγε από πάνω μου ένα βάρος που δεν μπορώ να σας το περιγράψω,ενώ είχα σκοτάδι μπροστά μου ξαφνικά ήταν λες και άνοιξες έναν δυνατό προβολέα!
Φυσικά το χαρτί φυλάσσεται έως και σήμερα και δεν είναι λίγες οι φορές που το βγάζω μέσα από το βιβλίο που το φυλάω για να το «μελετώ»…!

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΥΠΡΟΥ

  Άγιος Επιφάνιος - Βιογραφία - Σαν Σήμερα .gr

 Τη μνήμη του τιμά σήμερα, , η Εκκλησία μας.

Ο Άγιος Επιφάνιος γεννήθηκε από πάμπτωχη οικογένεια Ιουδαίων αγροτών, στο χωρίο Βησανδούκη (ή Βησανδούκ), κοντά στην Ελευθερούπολη της Παλαιστίνης το 310 μ.Χ. (Κυπριακή λαϊκή παράδοση αναφέρει, πως ο Άγιος Επιφάνιος γεννήθηκε στον Καλοπαναγιώτη της Κύπρου, ένα χωριό της Μαραθάσας και μεγάλωσε στη Βησανδούκη). Οι γονείς του είχαν ακόμη ένα παιδί, την Καλλίτροπο.
Μετά το θάνατο των γονέων του και σε ηλικία δέκα ετών, ο Επιφάνιος προσελκύεται στο χριστιανισμό από δύο περίφημους για τις γνώσεις και τον ασκητισμό μοναχούς, το Λουκιανό και τον Ιλαρίωνα. Επτά μέρες ύστερα από το βάπτισμα του, ο Επιφάνιος τακτοποίησε την αδελφή του σ’ ένα γυναικείο μοναστήρι κι έφυγε για την έρημο της Παλαιστίνης.
Εκεί ζει κοντά στους επιφανέστερους ασκητές, ασκούμενος στην εγκράτεια, την άσκηση και στη μελέτη των Θείων Γραφών, γενόμενος υπόδειγμα για τους συνασκητές του. Η φήμη του και οι αρετές του δεν άργησαν να διαδοθούν και αναδείχθηκε επίσκοπος Κωνσταντίας της Κύπρου το 367 μ.Χ., στην οποία κατέφυγε με θαυματουργικό τρόπο, όταν το πλοίο του, που επέπλεε προς την Παλαιστίνη, λόγω τρικυμίας, έφθασε στην Κύπρο.
(Η Κωνσταντία ονομαζόταν αρχικά Σαλαμίνα. Η πόλη κτίστηκε από τον ήρωα του Τρωικού πολέμου Τεύκρο, τον γιο του Τελαμώνα, προς τιμή της πατρίδας του Σαλαμίνας και καταστράφηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. από σεισμό.
Η πόλη ξανακτίστηκε από τον γιο του Μέγα Κωνσταντίνου, τον Κωνστάντιο κι ονομάστηκε Κωνσταντία. Έγινε έδρα του Αρχιεπισκόπου Κύπρου, όταν η Κύπρος είχε 14 επισκόπους κι έμεινε τέτοια μέχρι το 1191 μ.Χ., που η Κύπρος κατακτήθηκε απ’ τους Φράγκους. Σήμερα έδρα του Αρχιεπισκόπου είναι η Λευκωσία).
Από τη θέση αυτή, ο Άγιος άρχισε τον ευαγγελισμό του ποιμνίου του και αγωνίστηκε με θερμότατο ζήλο για την διατήρηση και ενίσχυση των ορθοδόξων δογμάτων, καταπολεμώντας όλες τις αιρετικές δοξασίες και πλάνες της εποχής του και ιδιαίτερα εκείνες του Ωριγένη. Κάνοντας συνεχή χρήση των λόγων της Αγίας Γραφής και γράφοντας πλήθος αντιαιρετικά συγγράμματα, αγωνίστηκε για να κρατήσει τούς πιστούς στην ανόθευτη χριστιανική πίστη.
Το 381 μ.Χ., μαζί με τέσσερις άλλους Κυπρίους επισκόπους, ο Επιφάνιος έλαβε μέρος και στη Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδο.
Ο Επιφάνιος πέθανε εν πλω από την Κωνσταντινούπολη, που είχε πάει για εκκλησιαστικές υποθέσεις προς την Κωνστάντια, στις 12 Μαΐου του 403 μ.Χ., μετά από αρχιεροσύνη 36 χρόνων. Το τίμιο λείψανό του μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη ο αυτοκράτορας Λέων ΣΤ’ ο Σοφός. Η Σύναξή του ετελείτο στον αγιότατο οίκο του, που ήταν στο ναό του Αγίου Φιλήμονος.
Ο Επιφάνιος Κωνσταντίας έκτισε την μεγάλη βασιλική (δεν την ολοκλήρωσε μέχρι τον θάνατό του), της οποίας τα ερείπια διασώζονται μέχρι τις ημέρες μας. Ο μεγάλος αυτός Αρχιεπίσκοπος, πολύ σημαντικός διδάσκαλος και πατέρας της Εκκλησίας, υπήρξε και αξιόλογος συγγραφέας.
Τα έργα του «Πανάριον» (περιέχει επιχειρήματα για την ανασκευή των αιρέσεων που υπήρχαν τότε), «Αγκυρωτός» (σε 120 παραγράφους περιλαμβάνει μια επιτομή της σύγχρονης προς τον άγιο Επιφάνιο Θεολογίας), «Περί μέτρων και σταθμών», «Περί των δώδεκα λίθων των όντων εν τοις στολισμοίς του Ααρών», αποτελούν πολύτιμα πετράδια στο μέγα ψηφιδωτό της Πατερικής Γραμματείας.
Τέλος αξίζει να αναφέρουμε ενδεικτικά μερικά θαύματα που έκανε ο Άγιος Επιφάνιος: θεράπευσε την κόρη του βασιλιά της Περσίας από το δαιμόνιο που την βασάνιζε, ανάστησε το νεκρό παιδί ενός άρχοντα της Περσίας, θανάτωσε ένα λέοντα που έβγαινε από το δάσος κι έτρωγε τους ανθρώπους που περνούσαν από εκεί κοντά, εξεδίωξε το δαιμόνιο από κάποιο Κάλλιστο που ήταν γιος του πρώτου Έπαρχου της Ρώμης και τέλος θεράπευσε τον Μέγα Θεοδόσιο, τον αυτοκράτορα, από παράλυση των κάτω άκρων.
Απολυτίκιο:
Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.
Τούς διττούς υποφήτας της άναρχου θεότητας, των θεοτυπώτων δογμάτων, τους πανσόφους εκφάντορας, συν τω Επιφανίω τω κλεινώ, υμνήσωμεν τον θείον Γερμανών ως λαμπροί γαρ των αρρήτων μυσταγωγοί, πυρσεύουσι τους κράζοντας δόξα τω στεφανώσαντι υμάς, δόξα τω μεγαλύναντι, δόξα τω βεβαιούντι δι’ υμών, πίστιν την Ορθόδοξον.

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

Η Σαμαρείτιδα φεύγοντας άφησε τη στάμνα της.Δεν ήταν απλώς ένα δοχείο.Ήταν ολόκληρη η παλιά της ζωή.

 


Στο έκτο φώς της ημέρας,εκεί όπου ο ήλιος δεν χαρίζεται και οι σκιές μικραίνουν σαν ντροπές που δεν βρίσκουν τόπο να κρυφτούν,καθόταν ο Θεός κουρασμένος.
Όχι επάνω σε θρόνο.Όχι μέσα σε θυμιάματα και χρυσούς ύμνους.
Αλλά στο χείλος ενός πηγαδιού,με τη σκόνη των δρόμων επάνω Του και τη δίψα των ανθρώπων μέσα Του.

Κι ήρθε η γυναίκα.Με τη στάμνα της.Μεσημέρι.Η ώρα που οι ένοχοι αγαπούν,
γιατί οι άλλοι κοιμούνται πίσω από τις πόρτες τους και δεν περισσεύουν μάτια να τους θυμίσουν ποιοί υπήρξαν.

Πόσες φορές είχε σκύψει στο ίδιο νερό;Πόσες φορές είχε πιστέψει πως ένα ακόμη χέρι,ένα ακόμη σώμα,ένα ακόμη βλέμμα που την προφέρει με ανάγκη,
θα μπορούσε να σβήσει εκείνη την παλιά έρημο που κατοικεί μυστικά κάτω από το στέρνο του ανθρώπου;

Μα η δίψα είναι αρχαία.Παλαιότερη από τις αμαρτίες μας.Παλαιότερη κι από το όνομά μας ακόμη.Γεννιέται μαζί με την πρώτη ανάσα και περιφέρεται μέσα στους αιώνες ζητώντας ένα νερό που δεν λιγοστεύει.
Και τότε Εκείνος είπε:«Δός μοι πιεῖν».
Σαν να ζητούσε ο ουρανός λίγη υγρασία από το χώμα.
Σαν να γύρευε η αιωνιότητα να πιεί απ’ το ραγισμένο αγγείο της ανθρώπινης καρδιάς.
Δεν την ανέκρινε.Δεν της άνοιξε κατάστιχα ενοχής.Δεν έφερε μαζί Του τις πέτρες των δικαίων.
Μόνο κάθισε απέναντι της όπως κάθεται η θάλασσα απέναντι σ’ ένα διψασμένο παιδί:απέραντη,ήσυχη,και βαθιά πληγωμένη από αγάπη.

Κι εκείνη άρχισε σιγά σιγά να ακούει πως υπάρχει νερό που δεν τελειώνει.
Νερό που δεν κατοικεί στα πηγάδια αλλά μέσα στο πρόσωπο.
Νερό που δεν δροσίζει μονάχα τον λαιμό μα και τα σκοτεινά δωμάτια της ψυχής
εκεί όπου χρόνια στοιβάζονται οι ανεκπλήρωτες κραυγές του ανθρώπου.
Τότε ο κόσμος άλλαξε φορά.
Γιατί πρώτη φορά κάποιος της μίλησε χωρίς να θέλει να την χρησιμοποιήσει.
Πρώτη φορά η αλήθεια δεν ήρθε σαν μαχαίρι αλλά σαν φώς που μπαίνει από παράθυρο ερειπωμένου σπιτιού και δεν προσβάλλει τη σκόνη· μόνο την κάνει να λάμπει.

«Πέντε γάρ ἄνδρας ἔσχες».Κι όμως δεν ακούστηκε καταδίκη.Μόνο η θλίψη του Θεού για όλες τις φορές που ο άνθρωπος ζητιανεύει σταγόνες αγάπης ενώ μέσα του κοιμάται ωκεανός.
Κι εκείνη στάθηκε γυμνή μέσα στην αλήθεια χωρίς να διαλυθεί.Αυτό είναι το θαύμα.Όχι πως ο Θεός γνωρίζει.Αλλά πως γνωρίζει και συνεχίζει να αγαπά.
Γι’ αυτό και η γυναίκα άφησε τη στάμνα της.Δεν ήταν απλώς ένα δοχείο.Ήταν ολόκληρη η παλιά της ζωή.Η συνήθεια να επιστρέφει κάθε μέρα στο ίδιο πηγάδι της ανεπάρκειας.Η αδιάκοπη διαπραγμάτευση με τη δίψα της.Η πίστη πως κάτι έξω απ’ αυτήν θα μπορούσε επιτέλους να τη συμπληρώσει.
Κι έφυγε χωρίς νερό μα για πρώτη φορά χωρίς έλλειψη.
Έτρεχε στους δρόμους όχι σαν αμαρτωλή που ζητά συγγνώμη αλλά σαν άνθρωπος που ανακάλυψε ότι η ψυχή μπορεί να γίνει άνοιξη.
«Δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον».Δεν είπε:«Δεῦτε ἴδετε Θεόν».
Γιατί όποιος συναντά αληθινά τον Θεό βλέπει επιτέλους και τον άνθρωπο.Τον αληθινό άνθρωπο.Αυτόν που κρύβεται κάτω από τις στάχτες,κάτω από τα λάθη,κάτω από τις αλλεπάλληλες διαψεύσεις.

Κι από τότε η Εκκλησία μοιάζει μ’ εκείνο το πηγάδι.
Ένας τόπος όπου έρχονται οι διψασμένοι κρατώντας στάμνες γεμάτες ρωγμές.
Κι ο Θεός δεν τους ζητά πρώτα καθαρότητα.Τους ζητά μόνο να μη φύγουν πριν Του μιλήσουν.
Γιατί η σωτηρία ίσως αρχίζει έτσι:όχι όταν πάψει κανείς να διψά, αλλά όταν καταλάβει επιτέλους πως η δίψα του είναι ήδη μια μυστική μορφή προσευχής.

Δεν είναι τα πολλά λόγια που αλλάζουν τον άνθρωπο, αλλά η σταθερότητα, η πίστη και η καρδιακή προσήλωση


''Καθεκάστην εσπέραν ευλογήσω Σε''. 
Κάθε μέρα, την ίδια ώρα, επί χρόνια, επί χίλια χρόνια, επί δυο χιλιάδες χρόνια, τα ίδια λόγια, όπως ο ήλιος κάθε μέρα, και δεν λες να μην βγει μια μέρα, και κάθε μέρα είναι καινούργιος και θερμαίνει και φωτίζει και χαροποιεί, καθώς έλεγε ένας Γέροντας, παλιός αγιορείτης.

Δόξα στον δοξασμένο, ευλογία στον ευλογημένο, τιμή στον πολυτιμημένο, αγάπη στην πηγή της αγάπης, χαρά από τον Δοτήρα, ειρήνη από τον ουράνιο ειρηνοδότη, ευδοκία, αγαλλίαση, χάρη, αμεριμνία, μακαριότητα, λήθη και παραμυθία, καθημερινά.

Η ψυχή, όταν μάθει να στέκεται έτσι ενώπιον του Θεού, δεν κουράζεται από την επανάληψη, διότι η χάρη δεν είναι ποτέ η ίδια. Όπως ο ήλιος δεν ανατέλλει μηχανικά αλλά κάθε φορά φέρει νέο φως, έτσι και η προσευχή, όσο κι αν φαίνεται ίδια, γεννά νέο έλεος μέσα στην καρδιά. Εκείνος που επιμένει σε αυτό το ταπεινό έργο, γεύεται σιγά σιγά την ειρήνη που δεν δίνει ο κόσμος.

Δεν είναι τα πολλά λόγια που αλλάζουν τον άνθρωπο, αλλά η σταθερότητα, η πίστη και η καρδιακή προσήλωση. Μέσα σε αυτή την απλότητα, ο άνθρωπος καθαρίζεται, φωτίζεται και μαλακώνει. Και εκεί όπου όλα μοιάζουν ίδια, αρχίζει να αποκαλύπτεται το βάθος του Θεού, που είναι πάντοτε καινούργιο και πάντοτε ζωοποιό.

Η καθημερινή δοξολογία γίνεται δρόμος, γίνεται ανάσα, γίνεται παρηγοριά μέσα στον κόπο της ζωής. Και όσο ο άνθρωπος μένει σε αυτήν, τόσο ελευθερώνεται από τα βάρη, τόσο βρίσκει μέσα του την γλυκύτητα της παρουσίας του Θεού.
Η καρδιά που ευχαριστεί δεν φτωχαίνει ποτέ. Μέσα στην επανάληψη κρύβεται η αιωνιότητα.

Σε κάθε ψυχή που αγωνίζεται να κρατήσει ζωντανή την προσευχή μέσα στον χρόνο, μέσα στις ίδιες ώρες και τις ίδιες λέξεις, μα με πίστη που δεν γερνά.
Στο φως του δειλινού, με έναν μοναχό να στέκεται προσευχόμενος, καθώς ο ήλιος δύει πίσω από τα βουνά. Δόξα τω Θεώ....

Η νηστεία ανεβάζει την προσευχή στον ουρανό

 

Οι άγιοι του Θεού άνθρωποι για τη νηστεία εκφράζονται ως εξής:

α) «Ας αγαπήσουμε τη νηστεία, διότι είναι μητέρα της σωφροσύνης και πηγή κάθε φιλοσοφίας» (Χρυσόστομος).

β) «Η νηστεία γεννά Προφήτες, ενισχύει τους δυνατούς· η νηστεία δίνει σοφία στους νομοθέτες· είναι αγαθό φυλακτήριο της ψυχής, ασφαλής σύνοικος για το σώμα, όπλο για τους αρίστους, γυμναστήριο για τους αθλητές· αυτό αποκρούει τους πειρασμούς, αυτό ενισχύει στους αγώνες της ευσέβειας· είναι σύνοικος της νήψεως, δημιουργός της σωφροσύνης· στους πολέμους ανδραγαθεί, στην ειρήνη γαληνεύει» (Μ. Βασίλειος).

γ) «Το λάδι παχύνει τον αθλητή, ενώ η νηστεία δυναμώνει τον ασκητή της ευσέβειας· ώστε, όσο αφαιρείς από τη σάρκα, τόσο θα κάνεις την ψυχή να λάμπει από την πνευματική ευεξία… επιπλέον όλο τον χρόνο η νηστεία είναι ωφέλιμη σ’ αυτούς που την διαλέγουν· διότι ούτε οι δαίμονες τολμούν να πειράξουν αυτόν που νηστεύει, αλλά και οι φύλακες της ζωής μας άγγελοι παραμένουν με μεγαλύτερη προθυμία στους καθαρμένους με τη νηστεία» (ο ίδιος).

δ) «Η νηστεία ανεβάζει την προσευχή στον ουρανό, σαν να γίνεται γι’ αυτήν φτερό για την άνω πορεία· η νηστεία είναι η αύξηση των οίκων, η μητέρα της υγείας, ο παιδαγωγός της νεότητας, ο στολισμός των ηλικιωμένων, ο καλός συνοδός των οδοιπόρων, ο ασφαλής σύντροφος των συνοίκων» (ο ίδιος).

ε) «Είσαι πλούσιος; Μη περιφρονήσεις τη νηστεία, απαξιώνοντας να την πάρεις στο τραπέζι σου, ούτε να τη διώξεις ντροπιασμένη από το σπίτι σου νικημένη από την ευχαρίστηση, μη τυχόν σε καταγγείλει στον Νομοθέτη των νηστειών, και με την καταδίκη σού προξενήσει πολλαπλάσια στέρηση, ή από σωματική αρρώστια ή από κάποια άλλη λυπηρή περίσταση» (ο ίδιος).

στ) «Μέγα αγαθό η νηστεία· αυτή αφανίζει τα τραύματα του αμαρτωλού· αυτή κατευνάζει και καταπραΰνει τις φλεγμονές των σαρκικών παθών· αυτή είναι το καλό χωράφι που βλαστάνει τον καρπό της ευφροσύνης· αυτή είναι φίλος που μάχεται γενναία τους πολεμίους» (Συμεών Μεταφραστής).

ζ) «Οι άγγελοι είναι αυτοί που σε κάθε εκκλησία απογράφουν αυτούς που νηστεύουν· βλέπε, μήπως για μικρή ηδονή φαγητών στερηθείς την απογραφή του αγγέλου και καταστήσεις τον εαυτό σου υπόδικο λιποταξίας σ’ Αυτόν που σε στρατολόγησε» (Μ. Βασίλειος).

η) «Βόρβορος που αποξηράνθηκε δεν θα ευχαριστήσει πλέον τους χοίρους, και σάρκα που μαράθηκε δεν θα αναπαύσει πλέον τους δαίμονες» (Ισαάκ ο Σύρος).

«Εισροή αίματος προξενεί εκροή πνεύματος» (Μάρκος ο Ασκητής).

Κατόπιν λοιπόν όλων αυτών νομίζουμε ότι είναι περιττή η γνώμη των ειδικών, διότι ειδικοί δεν είναι εκείνοι που μελετούν τη νηστεία, αλλά εκείνοι, που ζουν τη νηστεία, δηλαδή εκείνοι που οι ίδιοι νηστεύουν και που μας ομιλούν πλέον όχι από θεωρία αλλά από πείρα, όπως οι παραπάνω Άγιοι. 
Όσιος Φιλόθεος της Πάρου

Τα τρία ευρώ του Πάπα – Εφραίμ!

 

Ο παπα-Εφραίμ ήταν ένας μοναχός που δεν είχε κανέναν στον κόσμο. Το κελί του ήταν μια τρύπα στον βράχο, κοντά στα Καρούλια. Οι προσκυνητές που τον επισκέπτονταν, συχνά προσπαθούσαν να του αφήσουν χρήματα, βλέποντας τα τρύπια του παπούτσια.

​— «Γέροντα, πάρε αυτά για τις ανάγκες σου», του έλεγαν.

​Εκείνος δέχονταν μόνο τρία ευρώ. Ούτε σεντ παραπάνω. Αν κάποιος επέμενε να του δώσει ένα εικοσάευρω, ο παπα-Εφραίμ του ζητούσε να πάει στις Καρυές, να το χαλάσει και να του φέρει πίσω μόνο τα τρία.

​Ένας δόκιμος μοναχός από μια γειτονική σκήτη, ονόματι Παύλος, τον ρώτησε μια μέρα γεμάτος απορία:

​— «Γέροντα, γιατί βασανίζεσαι με τα ψιλά; Με τρία ευρώ δεν αγοράζεις ούτε το λάδι της χρονιάς. Γιατί δεν κρατάς κάτι παραπάνω για μια ώρα ανάγκης;»

​Ο παπα-Εφραίμ τον κάλεσε να καθίσει στο πέτρινο πεζούλι, με θέα το απέραντο γαλάζιο.

​— «Άκου, παιδί μου», ξεκίνησε ο Γέροντας. «Το πορτοφόλι μου είναι σαν τη ζυγαριά. Όταν έχει μέσα τρία ευρώ, η πλάστιγγα ισορροπεί τέλεια ανάμεσα στη γη και στον ουρανό.»

​Το Πρώτο Ευρώ: Είναι το «Ευχαριστώ» για το χθες. Μου θυμίζει πως επέζησα άλλη μια μέρα και δεν μου έλειψε τίποτα.

​Το Δεύτερο Ευρώ: Είναι η «Πρόνοια» για το σήμερα. Αν πεινάσω πολύ, θα πάρω ένα παξιμάδι.

Αν διψάσω, το νερό είναι δωρεάν από την πηγή.

​Το Τρίτο Ευρώ: Είναι το «Φίλεμα» για τον ξένο. Αν έρθει κάποιος πιο πεινασμένος από μένα, πρέπει να έχω κάτι να του δώσω.

​— «Και το αύριο, Γέροντα;», ρώτησε ο Παύλος.

​— «Το αύριο, παιδί μου, κοστίζει ακριβά και εγώ είμαι φτωχός. Αν βάλω στο πορτοφόλι μου τέταρτο ευρώ, θα αρχίσω να σκέφτομαι το αύριο. Και μόλις αρχίσεις να σκέφτεσαι το αύριο, χάνεις τη γαλήνη του σήμερα. Τα τρία ευρώ είναι η εγγύησή μου ότι ο Θεός θα φροντίσει για την τέταρτη πεντάρα.»

​​Λίγο καιρό μετά, ο παπα-Εφραίμ αρρώστησε. Όταν οι άλλοι μοναχοί πήγαν να τον βοηθήσουν, βρήκαν το πορτοφόλι του πάνω στο τραπέζι. Μέσα υπήρχαν, όπως πάντα, τρία ευρώ.

​Δίπλα υπήρχε ένα σημείωμα.

​«Ένα ευρώ για τον παπά που θα με διαβάσει, ένα ευρώ για αυτόν που θα ανοίξει τον τάφο μου, και ένα ευρώ για να κεράσετε έναν καφέ τον πρώτο προσκυνητή που θα έρθει αφού φύγω. Φεύγω πλούσιος, γιατί δεν χρωστάω σε κανέναν ούτε μια ανησυχία.»

​Ο δόκιμος Παύλος κράτησε εκείνο το πορτοφόλι ως φυλαχτό. Όχι για την αξία των χρημάτων, αλλά για να θυμάται πως η πραγματική ευτυχία δεν είναι να έχεις γεμάτες αποθήκες, αλλά ένα ελαφρύ πορτοφόλι που δεν σε τραβάει προς το χώμα.

Εμείς με τρία Ευρώ στο πορτοφόλι μας, Έχουμε γαλήνη στην ψυχή μας;

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΙΟΣ ΦΩΤΙΣΤΕΣ ΤΩΝ ΣΛΑΒΩΝ

 

 Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος: Οι φωτιστές των Σλάβων


Τη μνήμη των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, των Φωτιστών των Σλάβων, τιμά σήμερα, , η Εκκλησία μας.
 Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος, κατά κόσμον Κωνσταντίνος και Μιχαήλ, ήταν παιδιά του δρουγγάριου στρατιωτικού διοικητού Λέοντος και γεννήθηκαν στην Θεσσαλονίκη. Ο Κωνσταντίνος γεννήθηκε περί το 827, ενώ ο μεγαλύτερος αδελφός του Μιχαήλ το 815. Είχαν δε άλλα πέντε αδέλφια. Ο Κωνσταντίνος ήταν ο μικρότερος και είχε μεγάλη επιμέλεια στα γράμματα. Παιδί ακόμη, είχε διαβάσει τα έργα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και είχε γράψει ύμνο προς τιμήν του. Τα χαρίσματά του τα πρόσεξε ο λογοθέτης Θεόκτιστος και τον έστειλε στην σχολή της Μαγναύρας, όπου με την καθοδήγηση του Λέοντος του Μαθηματικού και του ιερού Φωτίου σπούδασε βασικά φιλοσοφία. Διέπρεψε στις σπουδές του και αρχικά διορίσθηκε χαρτοφύλακας (αρχιγραμματέας) του Πατριαρχείου και αργότερα καθηγητής της φιλοσοφίας στη σχολή της Μαγναύρας.
Ο Μιχαήλ ακολούθησε την σταδιοδρομία του πατέρα τους. Έγινε στρατιωτικός και ανέλαβε την διοίκηση της περιοχής των πηγών του Στρυμόνος, δηλαδή στα σημερινά σύνορα Βουλγαρίας και Σερβίας, όπου και γνώρισε καλά τους Σλάβους. Παρά την επιτυχημένη σταδιοδρομία και των δύο αδελφών, βαθιά τους συγκλόνιζε ο ζήλος για την πνευματική ζωή. Είχαν μοναστική κλίση, αλλά πίστευαν στη μαρτυρική διακονία της κλίσεώς τους αυτής, για να σωθούν και άλλες ψυχές.
Ο 9ος αιώνας μ.Χ., όταν και έλαμψαν οι Άγιοι, είναι μια μεγάλη εποχή του Βυζαντίου. Χαρακτηρίζεται από ακμή στην πολιτική και στρατιωτική δύναμη και από άνθηση στην οικονομία, στα γράμματα, στις τέχνες. Η Εκκλησία της Ανατολής ανασυγκροτείται μετά την τρικυμία της εικονομαχίας. Το πρόβλημα της εικονομαχίας, αν μπορεί η φύση του Θεού, η θεία και η ανθρώπινη, να παρασταθεί εικονικά, έχει επιλυθεί. Τα ρήγματα όμως από τις εκκλησιαστικές και πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ Δύσεως και Ανατολής γίνονται βαθύτερα. Τα εγκόσμια συμφέροντα, οι ανταγωνισμοί για την πνευματική και πολιτική εξουσία διασπούν την μέχρι τότε ενιαία Χριστιανική Οικουμένη σε δύο παράλληλους κόσμους, το Βυζαντινό και το Φραγκικό. Οι διαφορές είναι ορατές στα μέσα του 9ου αιώνα μ.Χ., όταν ανέκυψε το θέμα του εκχριστιανισμού των Σλάβων της Δύσεως. Σε αυτήν την αντιδικία μπλέκονται οι δύο Θεσσαλονικείς αδελφοί.
Αρχικά ο Κωνσταντίνος αναπτύσσει ιεραποστολικό έργο μεταξύ της Τουρκικής φυλής των Χαζάρων. Η μεγάλη όμως ευκαιρία δίνεται το καλοκαίρι του 862 μ.Χ., όταν φθάνει στην Κωνσταντινούπολη πρεσβεία του ηγεμόνος των Μοραβών Ραστισλάβου, που το έθνος του κατοικούσε από τη Βοημία μέχρι τα Καρπάθια και το Δούναβη. Ο Ραστισλάβος ζητά από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ έναν Επίσκοπο και δάσκαλο, για να τους διδάξει στη γλώσσα τους την αληθινή πίστη και να προσέλθουν και άλλοι στον Χριστό. Είχαν βαπτισθεί πολλοί, αλλά και οι βαπτισμένοι από τους Λατίνους ιεραποστόλους αγνοούσαν τον Χριστιανισμό, όσο και οι αβάπτιστοι, αφού οι Λατίνοι, συνεπείς στην παράδοσή τους, τους επέβαλαν την γνώση του Ευαγγελίου στα λατινικά και την λατρεία πάλι στα λατινικά, δηλαδή σε μία γλώσσα που αγνοούσαν.
Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ προσκαλεί τον φιλόσοφο Κωνσταντίνο να αναλάβει αυτήν την αποστολή προς τους Μοραβούς. Το έργο το δέχεται ο Κωνσταντίνος υπό την προϋπόθεση της δημιουργίας γραφής στη γλώσσα των Μοραβών. Μετά από μελέτες φτιάχνει το λεγόμενο γλαγολιτικό (όχι το κυριλλικό) αλφάβητο και αρχίζει την μετάφραση του Ευαγγελίου και της Βυζαντινής Λειτουργίας, καθώς και άλλων βιβλίων.
Την άνοιξη του 863 μ.Χ., ο Κωνσταντίνος παίρνει τον αδελφό του Μιχαήλ, που είχε γίνει μοναχός με το όνομα Μεθόδιος, και φθάνει στην αυλή του Ραστισλάβου. Η εργασία τους διαρκεί τρία χρόνια. Έκαναν σπουδαίες μεταφράσεις, εισήγαγαν την βυζαντινή παράδοση της Μεγάλης Εκκλησίας στη Μοραβία. Άνοιξαν τους πολιτιστικούς ορίζοντες του ευαγγελιζόμενου λαού. Έγιναν οι πραγματικοί φωτιστές του. Με αφετηρία την αρχή ότι κάθε λαός έχει το δικαίωμα να λατρεύει τον Θεό στη μητρική του γλώσσα, οι άγιοι αδελφοί συγκρότησαν γραπτή σλαβική γλώσσα, μετέφρασαν τα λειτουργικά βιβλία στη γλώσσα αυτή, καθιέρωσαν την σλαβική ως λειτουργική γλώσσα, έγραψαν και πρωτότυπα έργα και κατέστησαν διδάσκαλοι δεκάδων μαθητών για την επάνδρωση της τοπικής Εκκλησίας με διακόνους και πρεσβυτέρους, άριστους γνώστες της λειτουργικής παλαιοσλαβικής γλώσσας.
Η διείσδυση όμως αυτή ενόχλησε τους Φράγκους και τη Ρώμη που άρχισαν να υποσκάπτουν αδιάκοπα την ιεραποστολική εργασία τους.
Η θέση η δική τους, καθώς και των συνεργατών τους μοναχών, έγινε δύσκολη, όταν στην Πόλη την εξουσία κατέλαβε ο Βασίλειος ο Β’, που ξαναέφερε στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ως Πατριάρχη τον Ιγνάτιο και επανασύνδεσε το Βυζάντιο με την Εκκλησία της Ρώμης. Το 866 μ.Χ. και οι Βούλγαροι είχαν συνδεθεί με την Ρώμη. Έτσι η ιερποστολή απομονώθηκε από τις ρίζες της και αναγκάσθηκε να έλθει σε συνδιαλλαγή με τους Λατίνους.
Στις αρχές του 868 μ.Χ., ο Κωνσταντίνος και ο Μεθόδιος φθάνουν στη Ρώμη κομίζοντας τα ιερά λείψανα του ιεραποστόλου Κλήμεντος, που είχε μαρτυρήσει στη χώρα των Χαζάρων. Προσπαθούν να τακτοποιήσουν τις διαφορές τους με τους Λατίνους ιεραποστόλους ενώπιον του Πάπα Ανδριανού Β’. Η μόρφωση και η ευσέβεια των δύο αδελφών κατέπληξε τους Ρωμαίους κληρικούς. Ο Πάπας αναγνώρισε το έργο τους πανηγυρικά, αλλά επεδίωξε να το αποσυνδέσει από την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως και να το προσεταιρισθεί. Ο Πάπας Ανδριανός παρέλαβε από τους ιεραποστόλους τα σλαβικά βιβλία, τα ευλόγησε, τα απέθεσε στο ναό της Αγίας Μαρίας, τον αποκαλούμενο Φάτνη και τέλεσε με αυτά την Θεία Λειτουργία. Στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ο Πάπας απέθεσε τα σλαβικά βιβλία στην Αγία Τράπεζα και τα πρόσφερε ως αφιέρωμα στο Θεό. Έδωσε μάλιστα εντολή σε δύο Επισκόπους, τον Φορμόζο και τον Γκόντριχον, να προχωρήσουν στη χειροτονία των μαθητών του Αγίου Κυρίλλου και Μεθοδίου, των μελλοντικών κληρικών των Σλάβων στη μητρική τους γλώσσα. Και μετά ταύτα δόθηκε η άδεια σε αυτούς, τους νεοχειροτόνητους κληρικούς, να τελέσουν τη θεία λειτουργία σλαβιστί στους ναούς του Αγίου Πέτρου, της Αγίας Πετρωνίλλας και του Αγίου Ανδρέου.
Ο Πάπας καταδίκασε ακόμη τους πιστούς που αντιδρούσαν στην λειτουργική χρήση της σλαβικής γλώσσας και τους αποκάλεσε Πιλατιανούς και Τριγλωσσίτες. Μάλιστα υποχρέωσε έναν Επίσκοπο, που υπήρξε οπαδός του Τριγλωσσισμού, να χειροτονήσει τρεις ιερείς και δύο αναγνώστες από τους Σλάβους μαθητές των δύο Αγίων αδελφών.
Και το επιστέγασμα της λειτουργικής πανδαισίας σλαβιστί συνδέθηκε με τον Απόστολο των εθνών Παύλο. Οι Σλάβοι μαθητές κληρικοί λειτουργούσαν την νύχτα πάνω στον τάφο του μεγάλου διδασκάλου των εθνικών, του Παύλου. Και μάλιστα είχαν ως συλλειτουργούς τους τον Επίσκοπο Αρσένιο, δηλαδή έναν από τους επτά επισκόπους συμβούλους του Πάπα, και τον Αναστάσιο τον Βιβλιοθηκάριο. Η πράξη αυτή δεν ήταν τυχαία. Είχε συμβολικό χαρακτήρα. Συνέδεε και παραλλήλιζε το έργο των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου με τους ιεραποστολικούς άθλους του Παύλου. Σημειωτέον ότι ο ναός του Αποστόλου Παύλου βρισκόταν έξω από τα τείχη της πόλεως. Και συνεπώς η μετάβαση και η τέλεση Λειτουργίας σε αυτόν σλαβιστί και μάλιστα επάνω στον τάφο του Αποστόλου δεν αποτελούσε πράξη ρουτίνας, που απέβλεπε απλώς στην τέλεση ορισμένων λειτουργιών στη σλαβική γλώσσα. Ήταν η πανηγυρική έγκριση της σλαβικής ως λειτουργικής γλώσσας από τον Απόστολο των εθνών και της ακροβυστίας.
Στο διάστημα της παραμονής τους στη Ρώμη, ο Κωνσταντίνος αρρωσταίνει βαριά. Προαισθάνεται το τέλος του και ζητά να πεθάνει ως μοναχός. Κείρεται μοναχός και ονομάζεται Κύριλλος. Στις 4 Φεβρουαρίου του 869 μ.Χ. ο πύρινος ιεραπόστολος, που άναψε την φωτιά της πίστεως και του πολιτισμού στο σλαβικό κόσμο, κοιμήθηκε με ειρήνη. Ο Μεθόδιος θέλει να μεταφέρει το σκήνωμά του στη Θεσσαλονίκη, αλλά ο Πάπας Ανδριανός δεν το επιτρέπει και τον θάβει στο ναό του Αγίου Κλήμεντος, όπου μέχρι και σήμερα δείχνεται ο τάφος του.
Στη συνέχεια, ο Μεθόδιος χειροτονείται από τον Πάπα Αρχιεπίσκοπος Σιρμίου, για να εγκατασταθεί στην Παννονία. Η Ρώμη επιδέξια οικειοποιείται το ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως.
Η ζωή όμως του Μεθοδίου, ως Αρχιεπισκόπου, περιπλέκεται στους ανταγωνισμούς των Λατίνων και των Φράγκων Επισκόπων, στις δολοπλοκίες των ηγεμόνων και των αρχόντων και γίνεται μαρτυρική. Τον φυλακίζουν δυόμιση χρόνια σε μοναστήρι του Μέλανος Δρυμού και μόλις το 873 μ.Χ. ο Πάπας Ιωάννης Η’ τον ελευθερώνει και τον αποκαθιστά. Η λατρεία όμως στα σλαβονικά απαγορεύεται και μόνο το κήρυγμα επιτρέπεται. Το 885 μ.Χ., στη Μοραβία, ο Μεθόδιος παραδίδει το πνεύμα του μέσα σε ένα κλίμα αντιδράσεων και ραδιουργιών. Είχε όμως προετοιμάσει διακόσιους νέους ιεραποστόλους. Αυτοί ξεχύθηκαν στην Ανατολική Ευρώπη, διέδωσαν και στερέωσαν την Ορθοδοξία στα σλαβικά Έθνη. Ήταν τέτοια δε η δύναμη και το ρίζωμα του έργου τους, ώστε ούτε η λαίλαπα της Ουνίας κατόρθωσε να εξανεμίσει το θεολογικό και πολιτισμικό έργο των δύο Ισαποστόλων αδελφών, του Κυρίλλου και του Μεθοδίου.
Κατά την εξόδιο ακολουθία του Αγίου Μεθοδίου αναρίθμητος λαός, αφού συγκεντρώθηκε, τον συνόδευσε με λαμπάδες και θρήνησε τον αγαθό διδάσκαλο και ποιμένα. Άνδρες και γυναίκες, μικροί και μεγάλοι, πλούσιοι και φτωχοί, ελεύθεροι και δούλοι, χήρες και ορφανά, ξένοι και ντόπιοι, ασθενείς και υγιείς, όλοι τον συνόδευσαν, γιατί έδινε τα πάντα σε όλους, για να τους κερδίσει.
Η ιεραποστολική πορεία τους, παρά τα τόσα θρησκευτικά και πολιτιστικά επιτεύγματά της για ολόκληρο το Βορρά, δεν μας είναι γνωστή από τους Βυζαντινούς. Αν και εργάσθηκαν όσο λίγοι για την δόξα της Ορθοδοξίας, άργησαν οι Ελληνόφωνες Ορθόδοξες Εκκλησίες να τους περιλάβουν στον κατάλογο των εκλεκτών του Θεού Αγίων. Τη ζωή και τη δράση τους τη μαθαίνουμε από σλαβικές και λατινικές πηγές και από δύο παλαιοσλαβονικές βιογραφίες.
Οι δύο Άγιοι ανεδείχθησαν άξιοι μιμητές του Αποστόλου Παύλου σε πολλούς τομείς του βίου και της δράσεώς τους. Καταρχάς εντάσσονται μέσα στο σχέδιο της Θείας Οικονομίας. Και μετά την έλευση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στη γη η Θεία Οικονομία εκφράζεται κατά τον καλύτερο τρόπο με τη φράση του Αποστόλου Παύλου «ος πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν», την οποία επαναλαμβάνει ο βιογράφος του Αγίου Μεθοδίου, τον οποίο ο Θεός ανέστησε ως διδάσκαλο στους καιρούς του χάριν του Σλαβικού γένους, για το οποίο ποτέ κανείς ποτέ δεν είχε ενδιαφερθεί.
Ο Άγιος Μεθόδιος μιμήθηκε τον Απόστολο Παύλο στην περιφρόνηση των κινδύνων, ιδίως στα ταξίδια και τις περιπλανήσεις του. Γι’ αυτό και ο βιογράφος του σημειώνει ότι σε όλα τα ταξίδια του ο Μεθόδιος περιέπεσε σε πολλούς κινδύνους, που προκλήθηκαν από τον κακό εχθρό (το διάβολο). Κινδύνευσε στις ερήμους από τους ληστές, στη θάλασσα από τρικυμίες, στα ποτάμια από θανάσιμους κινδύνους και έτσι εκπληρώθηκε σε αυτόν ο λόγος του Αποστόλου: «Κινδύνοις ληστών, κινδύνοις εν θαλάσση, κινδύνοις ποταμών, κινδύνοις εν ψευδαδέλφοις, εν κόπω και μόχθω, εν αγρυπνίαις πολλάκις, εν λιμώ και δίψη» και σε όλα τα παθήματα, τα μνημονευόμενα από τον Απόστολο. Και οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι στο σχόλιο αυτό δεν υπάρχει κάτι το υπερβολικό, αν αναλογισθούμε τα ταξίδια του στην Κριμαία, τη Χαζαρία και τη χώρα των Φούλλων, τη ματάβασή του στη Μοραβία, το ταξίδι στη Ρώμη μέσω Παννονίας και Βενετίας, την επιστροφή στην Παννονία και τη Μοραβία, τη σύλληψή του από τους Φράγκους, τη δίκη και καταδίκη του, τη φυλάκισή του επί δυόμισι έτη, την απελευθέρωσή του, τις συκοφαντίες σε βάρος του, τη μετάβασή του στη Ρώμη και την Κωνσταντινούπολη.
Κοντάκιον
Ήχος πλ. δ’. Τη υπερμάχω.
Των Αποστόλων εισδεξάμενοι την έλλαμψιν, των Σλάβων ώφθητε φωστήρες και διδάσκαλοι, τον της χάριτος κηρύξαντες πάσι λόγον. Αλλά ω Κύριλλε παμμάκαρ και Μεθόδιε πάσης βλάβης εκλυτρώσασθε και θλίψεως τους κραυγάζοντας, χαίροις ζεύγος μακάριον.

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ

 Hand made by S.K. επιλογές: 10+1 από τα πιο όμορφα αποφθέγματα για την  Μητέρα

Το σπίτι μύριζε Κυριακή Κάποτε. Η Κυριακή είχε μυρωδιά. Δεν ήταν απλώς μια μέρα της εβδομάδας..

 

Το σπίτι μύριζε Κυριακή Κάποτε. Η Κυριακή είχε μυρωδιά. Δεν ήταν απλώς μια μέρα της εβδομάδας. Ήταν κάτι που το ένιωθες από το πρωί.

Ήταν οι μυρωδάτοι λεμονανθοί, το άρωμα της τριανταφυλλιάς, το χαμομήλι. Ήταν τα φρεσκοσιδερωμένα ρούχα για την εκκλησία.

Ήταν το φαγητό που σιγόβραζε στην κατσαρόλα. Ήταν το τραπέζι που ετοιμαζόταν από νωρίς. Ήταν οι φωνές στο σπίτι, λίγο πιο ήρεμες, λίγο πιο… «γεμάτες».

Ήταν η μάνα. Με μια ποδιά δεμένη στη μέση, να πηγαινοέρχεται στην κουζίνα, να δοκιμάζει, να διορθώνει, να φροντίζει.

Και πριν ακόμα στρωθεί το τραπέζι, πάντα θα γέμιζε ένα πιάτο: «Πήγαινέ το στη γιαγιά» ή «δώσ’ το στη γειτόνισσα».

Το «σκουτελικό».

Μια κίνηση απλή. Κι όμως, γεμάτη αγάπη.

Κι ήταν κι ο πατέρας. Μερακλής, όπως κι εκείνη. Να ανοίγει το ραδιόφωνο και να αφήνει να ακουστεί η φωνή του Νίκου Ξυλούρη, του Κώστα Μουντάκη και του Θανάση Σκορδαλού.

Κι εκεί, ανάμεσα σε μυρωδιές και ήχους, να μπλέκονται τα βήματα με το συναίσθημα.

Να χορεύουν. Να γελούν. Να ζουν. Και το τραπέζι… Δεν άρχιζε ποτέ αν δεν ήμασταν όλοι εκεί. Ήταν κανόνας. Ήταν σεβασμός. Ήταν αγάπη. Τότε δεν τα σκεφτόμασταν. Ήταν δεδομένα. Σήμερα, μοιάζουν πολύτιμα.

Γιατί τα σπίτια δεν μυρίζουν πάντα πια Κυριακή. Οι ρυθμοί άλλαξαν. Οι άνθρωποι βιάζονται. Τα τραπέζια μικραίνουν. Οι στιγμές λιγοστεύουν. Κι όμως, κάπου μέσα μας, αυτή η μυρωδιά μένει.

Σαν μνήμη. Σαν παρηγοριά. Σαν κάτι που μας κρατά. Ίσως τελικά, η Κυριακή να μην ήταν η μέρα. Ήταν οι άνθρωποι. Ήταν η παρουσία.

Ήταν η αγάπη που δεν λεγόταν, αλλά φαινόταν. Και όσο κι αν αλλάζουν τα χρόνια, εκείνη η αίσθηση δεν χάνεται. Μένει μέσα μας.

Σαν ένα σπίτι που, όσο κι αν πέρασαν τα χρόνια, κρατά ακόμα μέσα του τη ζεστασιά εκείνων των Κυριακών. Και θα μυρίζει για πάντα… αγάπη.

ΕΓΩ ΒΡΩΣΙΝ ΕΧΩ ΦΑΓΕΙΝ, ΗΝ ΥΜΕΙΣ ΟΥΚ ΟΙΔΑΤΕ


 

«Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· ραββί, φάγε. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. Ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον» (Ιωάν. 4, 31-34)‘’Στο μεταξύ τον παρακαλούσαν οι μαθητές λέγοντας: «Ραβί, φάε».  Εκείνος τους είπε: «Εγώ έχω να φάω τροφή που εσείς δεν ξέρετε»    Έλεγαν λοιπόν οι μαθητές μεταξύ τους: «Μήπως κάποιος του έφερε να φάει;»    Τους λέει ο Ιησούς: «Δική μου τροφή είναι να κάνω το θέλημα εκείνου που με έστειλε και να τελειώσω το έργο του’’. 

            Σε μία από τις πιο ξεχωριστές διηγήσεις των Ευαγγελίων ο Χριστός συζητά με μία γυναίκα Σαμαρείτιδα. Τολμά να μιλήσει σε ένα πρόσωπο που οι άνθρωποι δεν το είχαν σε υπόληψη, διότι δεν ακολουθούσε τους ηθικούς κανόνες της εποχής που θεωρούσαν ότι η γυναίκα πρέπει να ανήκει στον άντρα και όχι οι άντρες να ανήκουν σ’ αυτήν. Η θέση της γυναίκας, εξάλλου, δεν ήταν να συζητά με άντρες μόνη της, ούτε να θέτει ερωτήματα θεολογικά, αλλά να ασχολείται με το σπίτι και την οικογένεια. Η γυναίκα αυτή ανήκε μάλιστα στους εχθρούς των Ιουδαίων, τους Σαμαρείτες. Δεν επιτρεπόταν Ιουδαίοι να συζητούν, να έχουν σχέση με Σαμαρείτες. Ο Χριστός όμως συζητά με μια γυναίκα που είναι δυναμική προσωπικότητα, αναζητεί την αλήθεια σχετικά με τον Θεό και περιμένει τον Μεσσία. Μια γυναίκα η οποία έχει αφομοιώσει όλα τα σημαντικά θρησκευτικά και θεολογικά ερωτήματα του λαού της και βρίσκει την ευκαιρία να τα εκφράσει, δείχνοντας ότι στην αναζήτηση της αλήθειας και του νοήματος της ζωής δεν παίζει ρόλο το φύλο, αλλά η καρδιά.

            Όταν οι μαθητές του Χριστού έρχονται από την πόλη των Σαμαρειτών, όπου έχουν πάει για να προμηθευθούν τρόφιμα (στις συναλλαγές δεν ισχύουν οι φυλετικές, εθνικές και θρησκευτικές διαφορές…), Τον παρακαλούν να φάει. Ο Χριστός αρνείται, λέγοντάς τους ότι «εγώ έχω να φάω τροφή που εσείς δεν ξέρετε». Έχει ήδη χορτάσει ο Χριστός μέσα από τη συζήτηση με την Σαμαρείτιδα. Διότι η τροφή που τρέφει αληθινά είναι αυτή του έργου του Θεού, της υπόδειξης του θελήματος του Θεού, της βίωσης αυτού του θελήματος στη ζωή την προσωπική, αλλά και του κόσμου τούτου. Η τροφή αυτή είναι η γνώση και η βίωση του Ευαγγελίου, είναι η ιεραποστολή, είναι η συνάντηση της αγάπης και της αλήθειας με τον πλησίον, η ζωή της Εκκλησίας. Ο ίδιος ο Χριστός χαίρεται και ξεπερνά την ανάγκη για τροφή επιβίωσης όταν συναντά, διαλέγεται, επικοινωνεί, μοιράζεται το Ευαγγέλιο με τους ανθρώπους. Το ίδιο καλούμαστε να κάνουμε κι εμείς.

            Ο άνθρωπος νιώθει πως το φαγητό είναι η αφετηρία για να ζήσει. Το θεοποιεί συχνά, ιδίως στην εποχή μας. Το απολαμβάνει. Λησμονεί όμως το «ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται».   Και δεν είναι έτοιμος να μοιραστεί τη χαρά της αγάπης που η συνάντηση με τον πλησίον φέρνει, ιδίως όταν αυτή γίνεται στην Εκκλησία. Εκεί, όπου κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Αναστάντος Χριστού. Εκεί, όπου αυτή η μοναδική τροφή χορταίνει την πείνα της ψυχής για αλήθεια και νόημα. Εκεί, όπου αυτή η τροφή γίνεται παρηγοριά στις δοκιμασίες, τους σταυρούς, ακόμη και στον θάνατο. Εκεί, όπου συναντούμε τα πρόσωπα του Χριστού, της Παναγίας, των Αγίων, των συνανθρώπων μας, των ζώντων και των κεκοιμημένων, αλλά και μία παράδοση αιώνων που μας τρέφει αληθινά και μας υπενθυμίζει το δικό μας έργο, που είναι να μοιραστούμε την αλήθεια με κάθε άνθρωπο, χωρίς να φοβηθούμε να συναντήσουμε και εκείνον που δεν είναι όπως εμείς, που δεν συμμερίζεται ούτε τον τρόπο ούτε την αλήθεια μας, αλλά είναι καλοπροαίρετος και ζητά λίγη από τη χαρά μας.  

            Ο Χριστός χορταίνει με την αποστολή της αγάπης και της αλήθειας. Με την υπακοή στο θέλημα του Πατρός Του. Με το να μοιραστεί έστω και με έναν άνθρωπο τη χαρά ότι ο Ίδιος έγινε άνθρωπος για μας. Με το να απαντήσει σε ερωτήματα και προβληματισμούς. Με το να μη φοβηθεί το ήθος του απέναντι, αλλά με το να δείξει ότι η κάθε εικόνα Θεού, όπως κι αν είναι, όπως κι αν φέρεται, χρειάζεται την αγάπη και την αλήθεια. Κι ας απαντήσει εκείνη, όπως έκαναν η Αγία Φωτεινή η Σαμαρείτις και οι συμπολίτες της που έσπευσαν να δούνε και να ακούσουν τον Χριστό, αν τελικά Αυτός είναι το νόημά μας.

            Χριστός Ανέστη! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΜΩΝ Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ, Ο ΖΗΛΩΤΗΣ

 Σίμων ο Ζηλωτής - Βιογραφία - Σαν Σήμερα .gr

Ο Απόστολος Σίμων ήταν ένας από τους δώδεκα Μαθητές του Κυρίου και ήταν αδελφός του Ιούδα του Λεββαίου.
Ο Άγιος Απόστολος Σίμων ονομάσθηκε ζηλωτής, λόγω της θέρμης και του ζήλου με τον οποίο κήρυττε το λόγο του Ευαγγελίου. Καταγόταν από την Κανά της Γαλιλαίας και είναι γνωστός ως Σίμων ο Κανανίτης (ή Ναθαναήλ ή Βαρθολομαίος – υιός του Θολομαίου). Μετά την ανάληψη του Χριστού και τη χάρη της Πεντηκοστής, ο Σίμων επιδόθηκε σε ένα ευρύ ιεραποστολικό έργο. Δίδαξε το Ευαγγέλιο στην Περσία, όπου αφού γκρέμισε το μύθο της πολυθεΐας, φανέρωσε σε πλήθος κόσμου το φως της Ευαγγελικής αλήθειας. Στη συνέχεια μετέβη στην Αφρική, όπου κήρυξε το ζωογόνο Λόγο του αληθινού Θεού και Σωτήρος, από την Αίγυπτο έως τη Μαυριτανία. Ο τελευταίος τόπος της θαυμαστής ιεραποστολικής του δράσης ήταν η Βρετανία. Εκεί αφού δίδαξε στο λαό τη χριστιανική πίστη, συνελήφθη από τους ειδωλολάτρες βασανίστηκε και υπέστη σταυρικό θάνατο.
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Ζῆλος ἔνθεος, καταλαβῶν σε, τοῦ γνωσθέντος σοι, σαρκὸς ἐν εἴδει, ζηλωτὴν ἐν Ἀποστόλοις ἀνέδειξε καὶ τοῦ Δεσπότου ζηλώσας τὸν θάνατον, διὰ Σταυροῦ πρὸς αὐτὸν ἐξεδήμησας, Σίμων ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Σχόλιο στο Ευαγγέλιο της Κυριακής:Της Σαμαρείτιδος


 

ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΗΝΑ

«· οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός·… λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι, ὁ λαλῶν σοι.»

Οἱ ἄνθρωποι σ’ αὐτήν τήν ζωήν, ὅποιον τρόπο στήν πορεία τους κι ἄν ἐπιλέξουν νά βαδίσουν, δέν βρίσκουν σ’ αὐτόν τήν εἰρήνη παρά μόνον ὅταν πιστεύσουν στόν Χριστό, δεχτοῦν τή διδασκαλία Του καί ἀρχίσουν νά ἐλπίζουν σ’ Αὐτόν.

 Διότι μέχρις ὅτου ὁ ἄνθρωπος φθάσει νά λατρεύει τόν Θεόν «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ» καί νά ἀπωθέσει τήν ἐλπίδα του στόν Θεάνθρωπον Μεσσίαν, τά ἐμπόδια πού συναντᾶ στόν κόσμο παρεμβάλλονται στήν προσπάθεια τῆς καρδιᾶς να εἰρηνεύσει. Καί αὐτό ἐννοοῦσε ὁ Χριστός ὅταν εἶπε: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς».

Ἡ ἐλπίδα τοῦ ἀνθρώπου στόν Θεό καί στήν σωτηρία του ἀπό τόν Θεό, ἀνυψώνει καί στερεώνει τήν καρδιά του. Ὅταν κάποιος ζητήσει στήν συνάντησή του, στό αἴτημά του νά στερεωθεῖ στήν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ καί νά τοῦ δοθεῖ αὐτό τό  δῶρο, ἡ Χάρις τῆς πίστεως πού γέννησε τήν ἐλπίδα στήν ψυχή, γίνεται Πηγή χαρισμάτων. «πηγή ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον».

Κατέχει τότε τήν βεβαιότητα γιά τήν μοναδικότητα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως ἀπό τήν πνευματική γνώση καί τή γεύση τῆς ἀκτίστου Χάριτος, πού θεμελιώνει μέσα στήν καρδιά, τήν ἀλήθεια περί τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Μεσσίου Ἰησοῦ. Δέν εἶναι δυνατόν νά γεννηθεῖ μέσα στόν ἄνθρωπο ἡ πίστη, ἡ ἐλπίδα, ἡ ἀγάπη στόν Τριαδικό Θεό, ἄν προηγουμένως δέν ἔχει προσπαθήσει νά ζήσει κατά τό θέλημά Του καί δέν ἔχει ἐφαρμόσει τίς ἐντολές Του.

Ἡ ἁγία Φωτεινή ἡ Σαμαρεῖτις ἔφθασε ἕως καί τό μαρτύριο γιά τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας καί ὁμολογεῖται, τιμᾶται ἀπό τούς Ὀρθοδόξους πιστούς, ὡς Ἰσαπόστολος καί Μεγαλομάρτυς. Ἡ ἁγία Φωτεινή μᾶς διδάσκει διαχρονικά γιά τό «λάδι τοῦ θεϊκοῦ πνεύματος» πού ἀλείφει τήν ψυχή «ἐν ἀληθείᾳ»· τήν καταπραΰνει καί τήν ταπεινώνει μέ τήν ὑπερβολή τῶν θείων ἐλλάμψεων καί τήν ἀνυψώνει ὁλόκληρη πάνω ἀπό τήν ταπεινότητα τοῦ σώματος, ὥστε νά καταργεῖται παντελῶς τό σαρκικό φρόνημα. Ἕως ὅτου, σεβαστή γερόντισσα, μέ τούς ἀσκητικούς ἀγῶνες, μέ τόν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου μας κατευθυνόμαστε φιλόπονα πρός τόν Τριαδικό Θεό, τιθασσεύοντας τά πάθη τῆς σάρκας, ὁ Κύριος τρώει μαζί μας στό τραπέζι τῶν χαρισμάτων Του τόν ἐπιούσιον ἄρτο πού παρασκευάζεται μέ τήν καλλιέργεια τῶν ἀρετῶν καί στηρίζει τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων.

«· ραββί, φάγε·…ἐμόν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με». Συνεπῶς, ἀδελφοί μου, ψυχή πού πληγώθηκε βαθιά ἀπό τόν ἔρωτα τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ γεύθηκε τίς δωρεές τῆς γλυκύτητός Του, δέν μπορεῖ νά μένει στόν ἑαυτό της ἤ στήν ἴδια κατάσταση καί νά μήν ἐπεκτείνεται στίς οὐράνιες ἀναβάσεις καί νά εἰσχωρεῖ στά βάθη τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Χριστοῦ. «Ἐκ δέ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοί ἐπίστευσαν εἰς Αὐτόν τῶν Σαμαρειτῶν, διά τόν λόγον τῆς γυναικός».

Ὅταν δηλαδή γίνει κανείς μέτοχος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί γνωρίσει τήν ἐπιφοίτησή του, μέ κάποια ἀνέκφραστη μέσα του ἐνέργεια καί εὐωδία, τότε δέν ὑποφέρει στό ἐξῆς νά μένει στά ὅρια τῆς φύσεως. Ἀλλά ἐπειδή ἔχει ὑποστεῖ τήν καλή ἀλλοίωση μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ, περιφρονεῖ τήν σωματική ἀνάπαυση· γιατί ἔχει χυθεῖ ἀόρατα ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μέ ἀνέκφραστη χαρά μέσα στήν καρδιά του.

Τοιουτοτρόπως, χριστιανοί μου, ἀνεδείχθησαν στήν Ὀρθόδοξον  Ἐκκλησία ὅλοι οἱ Ἰσαπόστολοι ἄνδρες καί γυναῖκες ὅπως σήμερα καί ἡ ἁγία μας Φωτεινή, ἡ Σαμαρεῖτις.Ὅσο λοιπόν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ σαρκικά, ὁ νόμος τῆς σάρκας τόν ἐξουσιάζει· «πέντε γάρ ἄνδρας ἔσχες,…». Ὅταν ὅμως πεθάνει καί νεκρωθεῖ γιά τόν κόσμο, ἐλευθερώνεται ἀπό τόν νόμον αὐτόν.

Ἐν τούτοις, δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος νά νεκρωθοῦμε γιά τόν κόσμο, παρά νά νεκρώσουμε τά μέλη τοῦ σώματος. Καί τά μέλη τοῦ σώματος νεκρώνονται ὅταν γίνουμε μέτοχοι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τότε δέ ἀναγνωριζόμαστε ὅτι εἴμαστε μέτοχοι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐν ἀληθείᾳ, ὅταν προσφέρουμε στόν Θεό καρπούς ἀξίους τοῦ Πνεύματος· δηλαδή ἀγάπη στόν Τριαδικό Θεό καί ὅλη τήν ψυχή μας καί πρός τόν πλησίον εἰλικρινή διάθεση, χαρά καρδιᾶς πού προέρχεται ἀπό τήν καθαρή συνείδηση, εἰρήνη ψυχῆς ἀπό τήν ἀπάθεια καί τήν ταπείνωση, ἀγαθοσύνη λογισμῶν τοῦ νοῦ. «…εἰ τις ἐν Χριστῷ, καινή κτίσις· τά ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδού γέγονεν καινά τά πάντα».

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος, ἀδελφοί, διά τῶν ἱερῶν μυστηρίων καί τῶν ἁγίων ἀρετῶν βρίσκεται ἐν Χριστῷ στό φρέαρ τῆς Χάριτος, συντελεῖται ἀναπόφευκτα ἡ ἀνακεφαλαίωση ὁλόκληρου τοῦ εἶναι του: παύει νά ὑπάρχει, ἐξαφανίζετα ὅτι εἶναι παλαιό σέ αὐτόν καί γεννᾶται-ὑφίσταται ὅ,τι καινό. Παύει ἡ ἀλλοτινή συνείδηση καί ὑφίσταται ἡ καινή· παύει ἡ παλιά βούληση καί ὑφίσταται ἡ καινή· παύει ὁ παλαιός ἄνθρωπος καί γεννιέται ὁ νέος πιστός καί κατά Χριστόν θεάνθρωπος.

Σέ τί ἔγκειται ἀκριβῶς ἡ καινότητα τοῦ ἀνθρώπου; Στίς καινές αἰσθήσεις, τίς θεοαισθήσεις, τίς ἅγιες ἐπιθυμίες, στά θεάρεστα ἔργα καί ἐν τέλει στήν ἐν Χριστῷ καί Πνεύματι καινούρια ζωή· τήν ἀναστάσιμη, τήν γεμάτη ἀναστάσιμη χαρά, εἰρήνη, ἀνάπαυση. «… ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν». (Ἅγιος Πορφύριος)

Μάρτυς ἀψευδής σήμερα ἡ μεγαλομάρτυς ἁγία Φωτεινή ἡ Σαμαρεῖτις.

Στόν Ἀναστάντα Ἰησοῦν Χριστόν ἡ Δόξα, ἡ Βασιλεία καί ἡ Προσκύνησις εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 10/05/2026-ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ Δ' 5-42


 Ευαγγέλιο της Κυριακής της Σαμαρείτιδος - Ευαγγέλιο - Απαρχή

Πρωτότυπο Κείμενο

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἕρχεται ὁ Κύριος εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ· ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Ὁ οὖν Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη. Ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· δός μοι πιεῖν. Οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· πῶς σὺ Ἰουδαῖος ὢν παρ’ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν; Μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἰακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ; Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· ὃς δι’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον. Λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. Ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· οὐκ ἔχω ἄνδρα. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας. Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. Οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. Ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν. Ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. Πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν. Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι. Καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἢ τί λαλεῖς μετ’ αὐτῆς; Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις· δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός; Ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν. Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· ραββί, φάγε. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. Ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον. Οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; Ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμὸν ἤδη. Καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. Ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινός, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. Ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε. Ἐκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικός, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα. Ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ’ αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. Καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ, τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός.

Νεοελληνική Απόδοση

Εκείνο τον καιρό, έφτασε ο Κύριος σε μια πόλη της Σαμάρειας που λεγόταν Συχάρ, κοντά στο χωράφι που είχε δώσει ο Ιακώβ στο γιο του τον Ιωσήφ. Εκεί βρισκόταν το πηγάδι του Ιακώβ. Ο Ιησούς, κουρασμένος από την πεζοπορία, κάθισε κοντά στο πηγάδι· ήταν γύρω στο μεσημέρι. Έρχεται τότε μια γυναίκα από τη Σαμάρεια να βγάλει νερό. Ο Ιησούς της λέει: «Δωσ΄ μου να πιώ». Οι μαθητές του είχαν πάει στην πόλη ν΄ αγοράσουν τρόφιμα. Εκείνη του απάντησε: «Εσύ είσαι Ιουδαίος κι εγώ Σαμαρείτισσα. Πως μπορείς να μου ζητάς να σου δώσω νερό να πιεις;» – επειδή οι Ιουδαίοι αποφεύγουν κάθε επικοινωνία με τους Σαμαρείτες. Ο Ιησούς της απάντησε: «Αν ήξερες τη δωρεά του Θεού και ποιος είν΄ αυτός που σου λέει «δωσ΄ μου να πιώ», τότε εσύ θα του ζητούσες κι εκείνος θα σου έδινε ζωντανό νερό». Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, εσύ δεν έχεις ούτε καν κουβά, και το πηγάδι είναι βαθύ· από πού, λοιπόν, το ΄χεις το τρεχούμενο νερό; Αυτό το πηγάδι μας το χάρισε ο προπάτοράς μας ο Ιακώβ· ήπιε απ΄ αυτό ο ίδιος και οι γιοι του και τα ζωντανά του. Μήπως εσύ είσαι ανώτερος απ΄ αυτόν;» Ο Ιησούς της απάντησε: «Όποιος πίνει απ΄ αυτό το νερό θα διψάσει πάλι· όποιος όμως πιει από το νερό που θα του δώσω εγώ δε θα διψάσει ποτέ, αλλά το νερό που θα του δώσω θα γίνει μέσα του μια πηγή που θ΄ αναβλύζει νερό ζωής αιώνιας». Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, δώσ΄ μου αυτό το νερό για να μη διψάω, κι ούτε να έρχομαι ως εδώ για να το παίρνω». Τότε ο Ιησούς της είπε: «Πήγαινε να φωνάξεις τον άντρα σου κι έλα εδώ». «Δεν έχω άντρα», απάντησε η γυναίκα. Ο Ιησούς της λέει: «Σωστά είπες, δεν έχω άντρα· γιατί πέντε άντρες πήρες κι αυτός που μαζί του τώρα ζεις δεν είναι άντρας σου· αυτό που είπες είναι αλήθεια». Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, βλέπω ότι εσύ είσαι προφήτης· οι προπάτορές μας λάτρεψαν το Θεό σ΄ αυτό το βουνό· εσείς όμως λέτε ότι στα Ιεροσόλυμα βρίσκεται ο τόπος όπου πρέπει κανείς να τον λατρεύει». «Πίστεψέ με, γυναίκα», της λέει τότε ο Ιησούς, «είναι κοντά ο καιρός που δε θα λατρεύετε τον Πατέρα ούτε σ΄ αυτό το βουνό ούτε στα Ιεροσόλυμα. Εσείς οι Σαμαρείτες λατρεύετε αυτό που δεν ξέρετε· εμείς όμως λατρεύουμε αυτό που ξέρουμε, γιατί η σωτηρία έρχεται στον κόσμο από τους Ιουδαίους. Είναι όμως κοντά ο καιρός, ήλθε κιόλας, που οι πραγματικοί λατρευτές θα λατρεύσουν τον Πατέρα με τη δύναμη του Πνεύματος, που αποκαλύπτει την αλήθεια γιατί έτσι τους θέλει ο Πατέρας αυτούς που τον λατρεύουν. Ο Θεός είναι πνεύμα. Κι αυτοί που τον λατρεύουν πρέπει να τον λατρεύουν με τη δύναμη του Πνεύματος, που φανερώνει την αλήθεια». Του λέει τότε η γυναίκα: «Ξέρω ότι θα έρθει ο Μεσσίας, δηλαδή ο Χριστός· όταν έρθει εκείνος, θα μας τα εξηγήσει όλα». «Εγώ είμαι», της λέει ο Ιησούς, «εγώ, που σου μιλάω αυτή τη στιγμή». Εκείνη την ώρα ήρθαν οι μαθητές του κι απορούσαν που συνομιλούσε με γυναίκα. Βέβαια, κανείς δεν του είπε «τι συζητάς;» ή «γιατί μιλάς μαζί της;» Τότε η γυναίκα άφησε τη στάμνα της, πήγε στην πόλη κι άρχισε να λέει στον κόσμο: «Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο που μου είπε όλα όσα έχω κάνει στη ζωή μου· μήπως αυτός είναι ο Μεσσίας;» Βγήκαν, λοιπόν, από την πόλη κι έρχονταν σ΄ αυτόν. Στο μεταξύ οι μαθητές τον παρακολουθούσαν και του έλεγαν: «Διδάσκαλε, φάε κάτι». Αυτός όμως τους είπε: «Εγώ έχω να φάω τροφή που εσείς δεν την ξέρετε». Οι μαθητές έλεγαν μεταξύ τους: «Μήπως του ΄φερε κανείς να φάει;» Αλλά ο Ιησούς τους είπε: «Δικιά μου τροφή είναι να εκτελώ το θέλημα εκείνου που με έστειλε, και να φέρω σε πέρας το έργο του. Εσείς συνηθίζετε να λέτε «τέσσερις μήνες ακόμη, κι έφτασε ο θερισμός». Εγώ σας λέω: σηκώστε τα μάτια σας και κοιτάξτε τα χωράφια. Ασπροκοπούν από τα στάχυα τα ώριμα, έτοιμα κιόλας για το θερισμό. Ο θεριστής αμείβεται για τη δουλειά του και συνάζει καρπό για την αιώνια ζωή, έτσι ώστε μαζί να χαίρονται κι αυτός που σπέρνει κι αυτός που θερίζει. Γιατί εδώ αληθεύει η παροιμία «άλλος είναι που σπέρνει κι άλλος που θερίζει». Εγώ σας έστειλα να θερίσετε καρπό που γι΄ αυτόν εσείς δεν κοπιάσατε· άλλοι μόχθησαν, κι εσείς μπήκατε εκεί να θερίσετε το δικό τους κόπο». Πολλοί από τους Σαμαρείτες εκείνης της πόλης πίστεψαν σ΄ αυτόν, εξαιτίας της μαρτυρίας της γυναίκας που έλεγε: «Μου είπε όλα όσα έχω κάνει». Όταν λοιπόν οι Σαμαρείτες ήρθαν κοντά του, τον παρακαλούσαν να μείνει μαζί τους· κι έμεινε εκεί δύο μέρες. Έτσι, πίστεψαν πολύ περισσότερο ακούγοντας τα λόγια του κι έλεγαν στη γυναίκα: «Η πίστη μας δε στηρίζεται πια στα δικά σου λόγια· γιατί εμείς οι ίδιοι τον έχουμε τώρα ακούσει και ξέρουμε πως πραγματικά αυτός είναι ο σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός».

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 10/05/2026-ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΙΑ' 19-30


 Απόστολος Παύλος – Κατάνυξη

Πρωτότυπο Κείμενο

Ἐν ταῖς ημέραις ἐκείναις, διασπαρέντες οἱ ἀπόστολοι ἀπὸ τῆς θλίψεως τῆς γενομένης ἐπὶ Στεφάνῳ διῆλθον ἕως Φοινίκης καὶ Κύπρου καὶ Ἀντιοχείας, μηδενὶ λαλοῦντες τὸν λόγον εἰ μὴ μόνον Ἰουδαίοις.Ἦσαν δέ τινες ἐξ αὐτῶν ἄνδρες Κύπριοι καὶ Κυρηναῖοι, οἵτινες εἰσελθόντες εἰς Ἀντιόχειαν ἐλάλουν πρὸς τοὺς Ἑλληνιστάς, εὐαγγελιζόμενοι τὸν Κύριον Ἰησοῦν. Καὶ ἦν χεὶρ Κυρίου μετ᾿ αὐτῶν, πολύς τε ἀριθμὸς πιστεύσας ἐπέστρεψεν ἐπὶ τὸν Κύριον. Ἠκούσθη δὲ ὁ λόγος εἰς τὰ ὦτα τῆς ἐκκλησίας τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις περὶ αὐτῶν, καὶ ἐξαπέστειλαν Βαρνάβαν διελθεῖν ἕως Ἀντιοχείας· ὃς παραγενόμενος καὶ ἰδὼν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐχάρη, καὶ παρεκάλει πάντας τῇ προθέσει τῆς καρδίας προσμένειν τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἦν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ πλήρης Πνεύματος Ἁγίου καὶ πίστεως καὶ προσετέθη ὄχλος ἱκανὸς τῷ Κυρίῳ. Ἐξῆλθε δὲ εἰς Ταρσὸν ὁ Βαρνάβας ἀναζητῆσαι Σαῦλον, καὶ εὑρὼν αὐτὸν ἤγαγεν αὐτὸν εἰς Ἀντιόχειαν. Ἐγένετο δὲ αὐτοὺς ἐνιαυτὸν ὅλον συναχθῆναι ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ διδάξαι ὄχλον ἱκανόν, χρηματίσαι τε πρῶτον ἐν Ἀντιοχείᾳ τοὺς μαθητὰς Χριστιανούς. Ἐν ταύταις δὲ ταῖς ἡμέραις κατῆλθον ἀπὸ Ἱεροσολύμων προφῆται εἰς Ἀντιόχειαν· ἀναστὰς δὲ εἷς ἐξ αὐτῶν ὀνόματι Ἄγαβος ἐσήμανε διὰ τοῦ Πνεύματος λιμὸν μέγαν μέλλειν ἔσεσθαι ἐφ᾿ ὅλην τὴν οἰκουμένην· ὅστις καὶ ἐγένετο ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος. Τῶν δὲ μαθητῶν καθὼς ηὐπορεῖτό τις, ὥρισαν ἕκαστος αὐτῶν εἰς διακονίαν πέμψαι τοῖς κατοικοῦσιν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ ἀδελφοῖς· ὃ καὶ ἐποίησαν ἀποστείλαντες πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους διὰ χειρὸς Βαρνάβα καὶ Σαύλου.

Νεοελληνική Απόδοση

Εκείνες τις μέρες, οι απόστολοι που είχαν διασκορπιστεί από τα Ιεροσόλυμα, μετά το διωγμό που ακολούθησε το λιθοβολισμό του Στεφάνου, έφτασαν ως τη Φοινίκη, την Κύπρο και την Αντιόχεια. Σε κανέναν δεν κήρυτταν για το Χριστό παρά μόνο στους Ιουδαίους. Ανάμεσά τους ήταν και μερικοί Κύπριοι και Κυρηναίοι, που είχαν έρθει στην Αντιόχεια και κήρυτταν στους ελληνόφωνους Ιουδαίους το χαρμόσυνο μήνυμα, ότι ο Ιησούς είναι ο Κύριος. Η δύναμη του Κυρίου ήταν μαζί τους, και πολλοί ήταν εκείνοι που πίστεψαν και δέχτηκαν τον Ιησού για Κύριό τους. Οι ειδήσεις γι’ αυτά έφτασαν και στην εκκλησία των Ιεροσολύμων∙ έτσι έστειλαν το Βαρνάβα να πάει στην Αντιόχεια. Αυτός, όταν έφτασε εκεί και είδε το έργο της χάριτος του Θεού, χάρηκε και τους συμβούλευε όλους να μένουν αφοσιωμένοι στον Κύριο με όλη τους την καρδιά. Ο Βαρνάβας ήταν άνθρωπος αγαθός και γεμάτος Άγιο Πνεύμα και πίστη. Έτσι, πολύς κόσμος προστέθηκε στους πιστούς του Κυρίου. Ύστερα ο Βαρνάβας πήγε στην Ταρσό για να αναζητήσει το Σαύλο. Όταν τον βρήκε τον έφερε στην Αντιόχεια. Εκεί συμμετείχαν στις συνάξεις της εκκλησίας για έναν ολόκληρο χρόνο και δίδαξαν πολύν κόσμο. Επίσης στην Αντιόχεια για πρώτη φορά ονομάστηκαν οι μαθητές του Ιησού «Χριστιανοί». Εκείνες τις μέρες κατέβηκαν από τα Ιεροσόλυμα προφήτες στην Αντιόχεια. Ένας απ’ αυτούς, που τον έλεγαν Άγαβο, προανάγγειλε με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος ότι θα πέσει σ’ όλη την οικουμένη μεγάλη πείνα, πράγμα που έγινε όταν αυτοκράτορας ήταν ο Κλαύδιος. Οι χριστιανοί στην Αντιόχεια αποφάσισαν να στείλουν βοήθεια στους αδελφούς που κατοικούσαν στην Ιουδαία, ό,τι μπορούσε ο καθένας. Αυτό κι έκαναν: έστειλαν τη βοήθειά τους με το Βαρνάβα και το Σαύλο στους πρεσβυτέρους των Ιεροσολύμων.

ΤΟ ΧΑΣΜΑ ΤΩΝ ΓΕΝΕΩΝ ΣΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ΜΑΣ


                 Ένα από τα βασικά θέματα, τα οποία γράφαμε ως Έκθεση, οι μεγαλύτεροι από εμάς, ήταν το χάσμα των γενεών. Ακολουθώντας τη γραμμή των φιλοσόφων της αρχαιότητας, προσπαθούσαμε να εντοπίσουμε τις διαφορές ανάμεσα στους νέους και τους πρεσβύτερους. Αποδίδαμε στη νέα γενιά την όρεξη, τον ενθουσιασμό, την απερισκεψία, την αμφιθυμία, τον έρωτα, την τρέλα, τη δίψα για περιπέτεια. Βλέπαμε τους μεγαλύτερους ως συντηρητικούς, μαζεμένους, μετρημένους, χωρίς διάθεση για μεγάλα ρίσκα, για μεγάλα βήματα. Ονειρευόμασταν έναν κόσμο στον οποίο οι νέοι θα είχαν τον τελευταίο λόγο, θα οδηγούσαν τους πάντες προς τη δικαιοσύνη, την αλήθεια, τη δημιουργικότητα και οι μεγαλύτεροι θα ακολουθούσαν, συμβουλεύοντας και με χαρά βάζοντας κάποια όρια, χωρίς όμως να αποκόβουν τον νεανικό ενθουσιασμό. Το χάσμα των γενεών έφερνε συγκρούσεις, ιδεολογικές και οραματικές.

       Σήμερα, υπάρχει άραγε χάσμα γενεών;  Με δυσκολία μπορούμε να δώσουμε καταφατική απάντηση. Το Διαδίκτυο και το κινητό δείχνουν να θριαμβεύουν στη διαμόρφωση της πορείας της ζωής. Μπορεί οι νέοι να εξακολουθούν να  είναι πιο κριτικοί απέναντι στην κοινωνία των μεγαλυτέρων, ωστόσο δείχνουν ότι έχουν υιοθετήσει πλήρως τις προτεραιότητές της. Χρήμα, ηδονή χωρίς ευθύνη., μία μόνιμη γκρίνια για τη ζωή χωρίς διάθεση να γίνει κάτι, ώστε να αλλάξει. Είναι συντηρητική στην πραγματικότητα η νέα γενιά. Η μόνη της επανάσταση έχει να κάνει με την αποδοχή της διαφορετικότητας, κάτι που οι μεγαλύτεροι μπορεί να ανέχονται, αλλά, κατά βάθος, δεν δέχονται.

Οι influencers επηρεάζουν τον οραματισμό των νέων, όχι όμως προς έναν διαφορετικό προσανατολισμό σε σχέση με τους μεγαλύτερους. Να ταξιδέψει θέλει ο νέος. Να ταξιδέψει όμως θέλει και ο μεγαλύτερος.  Να έχει χρήματα θέλει ο νέος. Το ίδιο και ο μεγαλύτερος. Να έχει ελευθερία στην απόλαυση θέλει ο νέος. Το ίδιο και ο μεγαλύτερος. Να μην κοπιάζει πολύ θέλει ο νέος. Το ίδιος και ο μεγαλύτερος. Να γυμνάζεται θέλει ο νέος. Το ίδιο και ο μεγαλύτερος. Να ζει τη ζωή του θέλει ο νέος. Το ίδιο και ο μεγαλύτερος.

Γι’ αυτό και στην εποχή μας ουσιαστικά η διαχείριση της ζωής μετρά και όχι οι μεγάλες αλλαγές. Οι πολιτικοί δεν εμπνέουν, ίσως επειδή δεν έχουν καρδιά και δεν μπορούν να μιλήσουν στην καρδιά των ανθρώπων. Το σχολείο είναι δομημένο στην προοπτική  της ενσωμάτωσης της τεχνολογίας, της διαχείρισης της πλήξης, της ήσσονος προσπάθειας. Οι μεγαλύτεροι τα δίνουν όλα στους μικρότερους. Γι’ αυτό και όταν έρχεται η ώρα των κάθε μορφής εξετάσεων το άγχος θριαμβεύει, ακριβώς διότι είναι η πραγματικά πρώτη μεγάλη δοκιμασία, στην οποία η επιτυχία θεωρείται ως αναγνώριση της αξίας του νεώτερου. Ίσως γι’ αυτό και η πλειονοψηφία δεν το παλεύει μέχρι τέλους. Δεν το αντέχει.

Νέοι και μεγαλύτεροι σήμερα συμφωνούν και σε κάτι ακόμη. Πως για όλα φταίνε οι άλλοι. Πηγαίνουν στους θεραπευτές κάθε λογής, για να πάρουν οδηγίες σχετικά με τη ψυχική τους κατάσταση και να νιώσουν καλύτερα. Δεν είναι όμως έτοιμοι να αναλάβουν τις δικές τους ευθύνες για τις επιλογές της ζωής τους ή για ό,τι θα μπορούσαν να παλέψουν να κάνουν καλύτερα. Πάντα θα φταίει  ζωή, η αδικία, ο κόσμος. Το ερώτημα είναι κατά πόσον οι ίδιοι αισθάνονται αναπαυμένοι στη συνείδησή τους ότι κάνουν αυτό που περνάει από το χέρι τους.

Η πίστη στους καιρούς μας βρίσκει νέους και μεγαλύτερους όχι έτοιμους να αναζητήσουν το Πρόσωπο Εκείνο που είναι η οδός, η αλήθεια, η ζωή. Βρίσκει όμως και μεμονωμένα πρόσωπα, που έχουν ανάγκη από αλήθεια και παρηγοριά, από νόημα. Εδώ βρίσκεται και η αληθινή υπέρβαση του όποιου χάσματος.  Στο Νόημα που κάνει τη ζωή να αξίζει. Στην Αγάπη που ουδέποτε εκπίπτει και φέρνει τη διάθεση της αυθεντικής συνύπαρξης, πέρα από διαφορές. Στη σχέση, τελικά, με τον Χριστό. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Έτσι κάποιος γίνεται “χριστοφόρος”.



Κουβαλάμε το βάρος της σάρκας, ναι,σκοντάφτουμε σε λάθη παλιά και κάνουμε νέα,είμαστε, πλασμένοι από πηλό και δάκρυα.
Όμως, κάθε αυγή που ραγίζει το σκοτάδι τρέφει την ελπίδα και δίνει χώρο στο φως να αναστηθεί και πάλι.
«Σήμερα», ψιθύρισε στην ψυχή σου καθώς ξυπνάς,«σήμερα θα γίνω η ανάπαυση κάποιου».
Μια ευκαιρία να δώσεις ένα χέρι βοηθείας,μια λέξη γλυκιά, παρηγοριά και βάλσαμο,να ειρηνέψεις το βλέμμα που φοβάται,να φιλήσεις τον πόνο μιας καρδιάς,να γίνεις εσύ η απόδειξη πως το καλό δεν χάθηκε από τη γη.

Ας μην είμαστε το εμπόδιο στην πρόοδο του αδελφού,ας μην γινόμαστε το αγκάθι στον δρόμο του.
Αλλά η χαρά που ανθίζει εκεί που δεν την περιμένει κανείς, η συγχώρεση που δίνεται πριν καν ζητηθεί.
Έτσι κάποιος γίνεται “χριστοφόρος”.
Δεν είναι τα μεγάλα κομποσχοίνια και οι βαρυσήμαντες δηλώσεις.
Δεν είναι ο ηθικισμός και η αυστηρότητα των τύπων.
Δεν είναι η εμμονή στα εξωτερικά σχήματα.
Είναι να προτιμάς να τσαλακωθείς, παρά να τσαλακώσεις.
Είναι να ζεις ως γνήσια αποδοχή και όχι σαν την ανοχή του υπερόπτη.
Είναι να κινείσαι με την καλοσύνη που ενώνει και δεν χωρίζει.
Είναι να ξεγυμνώνεσαι από τα προσωπεία του “δήθεν” και του «κάπως».
Είναι να έχεις διάκριση και καλή προαίρεση, μακριά από διαβολές και κατακρίσεις.
Και τότε η καρδιά δεν προσποιείται.Η αγάπη πλέον δεν είναι προσπάθεια και κόπος.Γίνεται η φυσική μας αναπνοή,μια σταθερά που μας εξελίσσει συνεχώς.
Διότι τελικά η άσκηση της αγάπης δεν ωφελεί μόνο τους γύρω μας, αλλά κυρίως ωφελεί εμάς τους ίδιους.

Να θυμάσαι:
Το βαρύ ένδυμα της φθοράς μας δεν είναι το σώμα μας, αλλά ο εγωισμός μας.
«Χριστοφόρος» γίνεται αυτός που άφησε το φως της Χάριτος ελεύθερο στην ζωή του, αχθοφόρος Της που συνάμα κουβαλιέται από Αυτήν.Δεν Την έβαλε σε κουτάκια, δεν Την δούλωσε σε απαιτήσεις.Μα αυτό προϋποθέτει ταπείνωση…Όχι ταπεινοσχημίες, αλλά το ήθος της λάσπης που παραδίδεται στον Πλάστη της.

Ο ΑΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ Ο ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ


 Ορθόδοξος Συναξαριστής :: Άγιος Χριστόφορος ο Μεγαλομάρτυρας

Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Χριστοφόρος καταγόταν από ημιβάρβαρη φυλή και ονομαζόταν Ρεμπρόβος, που σημαίνει αδόκιμος, αποδοκιμασμένος, κολασμένος. Πιθανότατα έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.), όταν στην Αντιόχεια Επίσκοπος ήταν ο Άγιος Ιερομάρτυς Βαβύλας († 4 Σεπτεμβρίου).

Ο Άγιος ως προς την εξωτερική εμφάνιση ήταν τόσο πολύ άσχημος, γι’ αυτό και αποκαλείτο «κυνοπρόσωπος».
Η μεταστροφή του στον Χριστό έγινε με τρόπο θαυμαστό. Συνελήφθη αιχμάλωτος σε μάχη, που διεξήγαγε το έθνος του με τα Ρωμαικά αυτοκρατορικά στρατεύματα. Κατατάγηκε στις Ρωμαικές λεγεώνες και πολέμησε κατά των Περσών, επί Γορδίου και Φιλίππου.
Όταν ήταν ακόμη κατειχούμενος, για να ευχαριστήσει τον Χριστό, εγκαταστάθηκε σε επικίνδυνη δίοδο ποταμού και μετέφερε δωρεάν επί των ώμων του εκείνους που επιθυμούσαν να διέλθουν τον ποταμό. Μία μέρα παρουσιάσθηκε προς αυτόν μικρό παιδί, το οποίο τον παρακάλεσε να τον περάσει στην απέναντι όχθη. Ο Ρεμπρόβος πρόθυμα το έθεσε επί των ώμων του και στηριζόμενος επί της ράβδου του εισήλθε στον ποταμό. Όσο όμως προχωρούσε, τόσο το βάρος του παιδιού αυξανόταν, ώστε με μεγάλο κόπο κατόρθωσε να φθάσει στην απέναντι όχθη. Μόλις έφθασε στον προορισμό του, κατάκοπος είπε στο παιδί ότι και όλο τον κόσμο να σήκωνε δεν θα ήταν τόσο βαρύς. Το παιδί του απάντησε: «Μην απορείς, διότι δεν μετέφερες μόνο τον κόσμο όλο, αλλά και τον πλάσαντα αυτόν. Είμαι Εκείνος στην υπηρεσία του Οποίου έθεσες τις δυνάμεις σου και σε απόδειξη αυτού φύτεψε το ραβδί σου και αύριο θα έχει βλαστήσει», και αμέσως εξαφανίσθηκε. Ο Ρεμπρόβος φύτεψε την ράβδο και την επομένη την βρήκε πράγματι να έχει βλαστήσει. Μετά το περιστατικό αυτό βαπτίσθηκε Χριστιανός από τον Άγιο Ιερομάρτυρα Βαβύλα, ο οποίος τον μετονόμασε σε Χριστοφόρο. Η άκτιστη θεία Χάρη, που έλαβε την ώρα του βαπτίσματος και του Χρίσματος, μεταμόρφωσε όλη του την ύπαρξη. Και αυτή ακόμα  δύσμορφη όψη του φαινόταν φωτεινότερη και ομορφότερη.

Στην Ορθόδοξη αγιογραφία ο Άγιος εικονίζεται να μεταφέρει στον ώμο του τον Χριστό. Εξ’ αφορμής ίσως του γεγονότος αυτού θεωρείται προστάτης των οδηγών και στο Μικρόν Ευχολόγιον και συγκεκριμένα στην Ακολουθία «επί ευλογήσει νέου οχήματος» υπάρχει, πρώτο στη σειρά, το απολυτίκιό του.
Κατά τον τότε εναντίον των Χριστιανών διωγμό, λίγο μετά την βάπτισή του, είδε Χριστιανούς να κακοποιούνται από τους ειδωλολάτρες. Από αγανάκτηση επενέβη και έκανε δριμύτατες παρατηρήσεις προς αυτούς, διέφυγε δε τη σύλληψη χάρη στο γιγαντιαίο του παράστημα και την ηράκλεια δύναμή του. Καταγγέλθηκε όμως στον αυτοκράτορα και διατάχθηκε η σύλληψή του. Για τον σκοπό αυτό απεστάλησαν διακόσιοι στρατιώτες. Αυτοί, αφού ερεύνησαν σε διάφορα μέρη, τον βρήκαν κατά την στιγμή την οποία ετοιμαζόταν να γευματίσει ένα κομμάτι ξερό ψωμί. Κατάκοποι οι στρατιώτες και πεινασμένοι ζήτησαν από τον Άγιο Χριστοφόρο να τους δώσει να φάγουν και ως αντάλλαγμα του υποσχέθηκαν ότι δεν θα τον κακομεταχειρίζονταν. Ένας από τους στρατιώτες, βλέποντας ότι πλην του ξερού άρτου δεν υπήρχε καμία άλλη τροφή, ειρωνευόμενος τον Χριστοφόρο, του είπε ότι ευχαρίστως θα γινόταν Χριστιανός, εάν είχε την δύναμη να τους χορτάσει όλους με το κομμάτι εκείνο του άρτου. Τότε ο Άγιος, αφού γονάτισε, άρχισε να παρακαλεί τον Χριστό να πολλαπλασιάσει το κομμάτι εκείνο του άρτου, όπως πολλαπλασίασε τους πέντε άρτους στην έρημο, για να χορτάσουν οι πεινώντες στρατιώτες και να φωτισθούν στην αναγνώριση και ομολογία Αυτού. Η παράκληση του Αγίου εισακούσθηκε και το τεμάχιο του άρτου πολλαπλασιάσθηκε. Βλέποντας οι στρατιώτες το θαύμα αυτό, προσέπεσαν στα πόδια του Αγίου και τον παρακαλούσαν να τους γνωρίσει καλύτερα τον Θεό του. Ο Άγιος εξέθεσε με απλότητα τη Χριστιανική διδασκαλία και αφού όλοι εξέφρασαν την επιθυμία να γίνουν Χριαστιανοί, τους οδήγησε προς τον Επίσκοπο Αντιοχείας Βαβύλα, ο οποίος, αφού τους κατήχησε, τους βάπτισε. Όταν ο αυτοκράτορας Δέκιος πληροφορήθηκε το γεγονός, τους μεν στρατιώτες συνέλαβε και αποκεφάλισε, τον δε Χριστοφόρο προσπάθησε με υποσχέσεις και κολακείες να μεταπείσει, αλλά οι προσπάθειές του προσέκρουσαν στην επίμονη άρνηση αυτού.
Κατόπιν τούτου έστειλε προς αυτόν δύο διεφθαρμένες γυναίκες, την Ακυλίνα και την Καλλινίκη, ελπίζοντας ότι με τα θέλγητρά τους θα τον σαγήνευαν και θα τον παρέσυραν. Οι δύο γυναίκες, αφού άκουσαν την προτροπή του Αγίου, για να επανέλθουν στον δρόμο της αγνότητας και της αρετής, έγιναν Χριστιανές και, αφού παρουσιάσθηκαν ενώπιον του αυτοκράτορος Δεκίου, ομολόγησαν τον Χριστό. Γι’ αυτό και βρήκαν μαρτυρικό θάνατο.
Στη συνέχεια ο Άγιος Χριστοφόρος υποβλήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια και τέλος υπέστη τον δι’ αποκεφαλισμού θάνατο το 251 μ.Χ.
Η Σύναξη αυτού ετελείτο στο Μαρτύριο αυτού κοντά στο ναό του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου στο Κυπαρίσσιον και στο ναό του Αγίου Μάρτυρος Πολυεύκτου, πλησίον της Αγίας Ευφημίας των Ολυβρίου.
 Ἀπολυτίκιον  )
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Στολαῖς ταῖς ἐξ αἵματος, ὡραϊζόμενος, Κυρίῳ παρίστασαι, τῷ Βασιλεῖ οὐρανῶν, Χριστοφόρε ἀοίδιμε· ὅθεν σὺν Ἀσωμάτων, καὶ Μαρτύρων χορείαις, ᾄδεις τῆ τρισαγίῳ, καὶ φρικτῇ μελωδίᾳ· διὸ ταῖς ἱκεσίαις ταῖς σαῖς, σῶζε τοὺς δούλους σου.