Σάββατο 16 Μαΐου 2026

ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (Κυριακή του Τυφλού).

 

π. Δημητρίου Μπόκου

Περπατώντας ο Χριστός στο μέσον της Ιερουσαλήμ, ανάμεσα σε πλήθος ανθρώπων, βλέπει μπροστά του (όχι βέβαια τυχαία) έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. Οι μαθητές του εξέφρασαν την απορία, ποιος αμάρτησε για να γεννηθεί έτσι. Και ο Χριστός απάντησε ότι δεν αμάρτησε κανένας, αλλά γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθούν, με όσα θα γίνουν σ’ αυτόν, τα έργα του Θεού. Να γίνει δηλαδή φανερή στα μάτια των ανθρώπων η σωτηρία που απεργάζεται ο Θεός με την άπειρη δύναμη και αγαθότητά του, ούτως ώστε, ερχόμενοι «εις επίγνωσιν αληθείας» οι άνθρωποι, να δοξάσουν με ευγνωμοσύνη τον Θεό (Κυριακή του Τυφλού).

Προκαλεί εντύπωση η απάντηση του Χριστού, γιατί υπήρχε παγιωμένη η αντίληψη, ότι όταν ασθενεί και υποφέρει κάποιος, αυτό οφείλεται στις αμαρτίες του. Ο προφήτης Ησαΐας προφητεύει ότι έτσι θα σκεφτούν οι άνθρωποι και για τον Μεσσία. Όταν τον δουν να βρίσκεται σε μέγιστο πόνο και μαρτύρια, με αποκορύφωση τον ατιμωτικό σταυρικό θάνατο, δεν θα πουν ότι είναι άδικο αυτό για έναν τέτοιο αναμάρτητο και αθώο άνθρωπο. Αντιθέτως, θα νομίσουν σφαλερά ότι με τον τρόπο αυτό τιμωρείται από τον Θεό για δικές του αμαρτίες. «Και ημείς ελογισάμεθα αυτόν είναι εν πόνω και εν πληγή υπό Θεού (ως τιμωρία του από τον Θεό) και εν κακώσει» (Ησ. 53, 4).

Όμως ο Χριστός λέει το αντίθετο. Όχι μόνο δεν είναι τιμωρία του ο Σταυρός και ο θάνατος, αλλά δόξα του Θεού και δική του. «Νυν εδοξάσθη ο Υιός του ανθρώπου και ο Θεός εδοξάσθη εν αυτώ», ήταν τα λόγια του, όταν με την αποχώρηση του Ιούδα από τον Μυστικό Δείπνο ξεκίνησε η φάση του θείου δράματος (Ιω. 13, 31).

Ήταν δόξα του Χριστού ο Σταυρός και τα πάθη του, γιατί φάνηκε με αυτά υπάκουος στον Πατέρα του μέχρι θανάτου. Ήταν δόξα του Θεού Πατρός ο σταυρικός θάνατος του Υιού, γιατί φανερώθηκε έτσι η σωτηρία που απεργάστηκε ο Θεός «εν μέσω της γης». Το σωτήριο για όλο τον κόσμο σχέδιο του Θεού ήταν ο Σταυρός και η Ανάσταση του Υιού του.

Επιπροσθέτως ο Χριστός αναφέρει, ότι είναι δυνατόν και οι άνθρωποι να ασθενούν, να υποφέρουν και να πεθαίνουν, όχι λόγω των αμαρτιών τους, αλλά για τη δόξα του Θεού.

Όταν ο φίλος του Λάζαρος ασθένησε, ο Χριστός είπε: «Αύτη η ασθένεια ουκ έστι προς θάνατον, αλλ’ υπέρ της δόξης του Θεού, ίνα δοξασθή ο Υιός του Θεού δι’ αυτής» (Ιω. 11, 4). Και όσο και αν αδημονούσαν οι αδελφές του Λαζάρου, ο Χριστός καθυστερούσε να πάει, μέχρι που ο Λάζαρος πέθανε και έμεινε στον τάφο τέσσερες ολόκληρες μέρες.

Ο Λάζαρος υπέφερε και πέθανε, για να φανερωθεί η δόξα του Θεού με τα υπερφυσικά γεγονότα που θα ακολουθούσαν και θα οδηγούσαν τους ανθρώπους στην πίστη και γνώση του αληθινού Θεού.

Στη συνέχεια οι άγιοι πάντες δέχθηκαν να υποστούν τα πάνδεινα για να δοξασθεί διά μέσου αυτών ο Θεός. «Εμπαιγμών και μαστίγων πείραν έλαβον, έτι δε δεσμών και φυλακής· ελιθάσθησαν, επρίσθησαν (πριονίστηκαν), επειράσθησαν, εν φόνω μαχαίρας απέθανον».

Και οι υπόλοιποι ακολούθησαν το εκούσιο μαρτύριο της άσκησης, «υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι» (Εβρ. 11, 36-37).

Εμείς; Μπορούμε να υποφέρουμε κάτι για τη δόξα του Θεού;

"Η έννοια της αυτοκτονίας και η πρόνοια της Εκκλησίας"



 Υπάρχουν λέξεις που ο άνθρωπος προφέρει χαμηλόφωνα, σαν να φοβάται μήπως τις ακούσει η ίδια η ύπαρξη.Η «αυτοκτονία» είναι μία από αυτές.

Δεν είναι απλώς μια πράξη· είναι το τελευταίο σύνορο της ανθρώπινης απόγνωσης. Είναι η στιγμή όπου ο άνθρωπος παύει να βλέπει τον εαυτό του ως πρόσωπο με μέλλον και αρχίζει να αισθάνεται βάρος μέσα στον κόσμο. Πίσω από κάθε σκέψη αυτοκαταστροφής δεν υπάρχει πάντοτε επιθυμία θανάτου· συχνότερα υπάρχει μια αβάσταχτη κραυγή για παύση του πόνου. Ο άνθρωπος δεν επιθυμεί πάντοτε να πεθάνει· επιθυμεί να σταματήσει να αιμορραγεί εσωτερικά.

 Η εποχή μας, αν και τεχνολογικά πανίσχυρη, παραμένει πνευματικά εύθραυστη. Οι άνθρωποι επικοινωνούν περισσότερο από ποτέ, αλλά αγγίζονται λιγότερο. Ζουν ανάμεσα σε πλήθη και πεθαίνουν από μοναξιά. Η κοινωνία έμαθε να μετρά την αξία με την επιτυχία, την εικόνα, την αποδοτικότητα. Έτσι, όποιος λυγίζει αισθάνεται αποτυχημένος όχι μόνο κοινωνικά αλλά και υπαρξιακά. Μέσα σε αυτή τη σιωπηλή κόπωση γεννιέται πολλές φορές η σκέψη της αυτοκτονίας: ως η ψευδαίσθηση μιας τελικής ελευθερίας απέναντι σε έναν κόσμο που μοιάζει αδιάφορος.
Όμως η αυτοκτονία δεν είναι νίκη του ανθρώπου πάνω στον πόνο· είναι η στιγμή όπου ο πόνος κατακτά ολόκληρο τον ορίζοντα της ψυχής. Είναι η τραγική επικράτηση της νύχτας πάνω στην ελπίδα. Και εδώ ακριβώς αρχίζει η βαθύτερη ευθύνη της Εκκλησίας.

 Η Εκκλησία, στη γνήσια πνευματική της φύση, δεν δημιουργήθηκε για να καταδικάζει τους τραυματισμένους ανθρώπους αλλά για να τους κρατά όρθιους όταν όλα μέσα τους γκρεμίζονται. Ο Χριστός δεν πλησίασε τους ανθρώπους ως δικαστής της αδυναμίας αλλά ως θεραπευτής της πληγής. Δεν στάθηκε απέναντι στον ανθρώπινο πόνο με ψυχρή ηθικολογία· στάθηκε με δάκρυ. Το Ευαγγέλιο δεν είναι θρίαμβος των «τέλειων» αλλά καταφύγιο των συντετριμμένων.

 Γι’ αυτό και η πρόνοια της Εκκλησίας απέναντι στην αυτοκτονία δεν μπορεί να εξαντλείται σε έναν σκληρό κανονισμό ή σε μια άκαμπτη ηθική ετυμηγορία. Η Εκκλησία γνωρίζει ότι μόνο ο Θεός βλέπει ολόκληρο το βάθος της ανθρώπινης ψυχής. Κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίζει πόσο σκοτάδι κουβαλούσε κάποιος μέσα του πριν λυγίσει. Υπάρχουν ψυχές που πολέμησαν χρόνια μέσα σε αόρατες νύχτες: κατάθλιψη, εγκατάλειψη, τραύματα, ψυχικές ασθένειες, ενοχές, σιωπηλές κραυγές που κανείς δεν άκουσε. Συχνά, εκείνος που αυτοκτονεί δεν παύει να αγαπά τη ζωή· παύει να αντέχει τον πόνο.

 Η θεολογία της Εκκλησίας βλέπει τη ζωή ως δώρο ιερό. Ο άνθρωπος δεν είναι ιδιοκτησία του εαυτού του αλλά μυστήριο σχέσης με τον Θεό και με τους άλλους ανθρώπους. Η ζωή, ακόμη και μέσα στη θλίψη της, έχει ανεκτίμητη αξία. Γι’ αυτό η Εκκλησία δεν μπορεί να θεωρήσει την αυτοκτονία ως απλή «επιλογή» χωρίς πνευματικό βάρος. Η αυτοκαταστροφή τραυματίζει όχι μόνο το σώμα αλλά και τον ίδιο τον δεσμό του ανθρώπου με την ελπίδα. Ωστόσο, άλλο πράγμα είναι η πνευματική αλήθεια και άλλο η απουσία ελέους. Η Εκκλησία καλείται να υπερασπιστεί την ιερότητα της ζωής χωρίς να συντρίβει εκείνον που έπεσε.

Η αληθινή χριστιανική στάση δεν είναι η σκληρότητα αλλά η συμπόνια. Διότι υπάρχουν στιγμές όπου ο άνθρωπος δεν ενεργεί με καθαρή ελευθερία αλλά υπό το βάρος μιας εσωτερικής καταιγίδας. Η ψυχή μπορεί να φτάσει σε τέτοια εξάντληση ώστε να χάσει την αίσθηση φωτός. Και τότε η αυτοκτονία μοιάζει όχι με επιλογή δύναμης αλλά με κατάρρευση όλων των εσωτερικών αντιστάσεων.

Η Εκκλησία οφείλει να γίνει τόπος ακρόασης πριν γίνει τόπος κρίσης. Να μάθει να αναγνωρίζει τη σιωπηλή απόγνωση πίσω από τα χαμόγελα. Να μη φοβάται να μιλήσει για την κατάθλιψη, για την ψυχική ασθένεια, για τη μοναξιά, για τον υπαρξιακό φόβο. Διότι πολλές φορές ο άνθρωπος δεν χρειάζεται πρώτα μια θεολογική απάντηση· χρειάζεται κάποιον να του αποδείξει ότι η ύπαρξή του έχει ακόμη αξία.

Η μεγαλύτερη τραγωδία της σύγχρονης κοινωνίας δεν είναι μόνο ότι υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να πεθάνουν· είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν πως αν πεθάνουν, κανείς δεν θα τους αναζητήσει πραγματικά.

Και όμως, η χριστιανική πίστη θεμελιώνεται ακριβώς στην αντίθετη αλήθεια: ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι ασήμαντος. Ο κάθε άνθρωπος είναι ανεπανάληπτος ενώπιον του Θεού. Ακόμη και όταν ο ίδιος δεν βλέπει πια φως μέσα του, η θεία αγάπη συνεχίζει να τον βλέπει ως πρόσωπο άξιο σωτηρίας και αγάπης. Η Ανάσταση του Χριστού είναι η μεγαλύτερη άρνηση της απόλυτης απελπισίας. Είναι η διακήρυξη ότι ακόμη και μέσα στον τάφο μπορεί να γεννηθεί ζωή.

Γι’ αυτό η πρόνοια της Εκκλησίας δεν πρέπει να είναι μόνο λειτουργική ή τυπική· πρέπει να είναι υπαρξιακή. Να δημιουργεί κοινότητες όπου ο άνθρωπος δεν θα αισθάνεται μόνος. Να στηρίζει ψυχολογικά και πνευματικά όσους λυγίζουν. Να συνεργάζεται με την επιστήμη της ψυχικής υγείας χωρίς φοβικά σύνδρομα ή προκαταλήψεις. Να διδάσκει ότι η αναζήτηση βοήθειας δεν είναι έλλειψη πίστης αλλά πράξη γενναίας ελπίδας.

Διότι ο άνθρωπος σώζεται συχνά όχι από μεγάλες θεωρίες αλλά από μικρές πράξεις παρουσίας: από ένα βλέμμα που δεν τον κρίνει, από μια αγκαλιά που δεν απαιτεί εξηγήσεις, από μια φωνή που του λέει «μείνε ακόμη λίγο».

Η αυτοκτονία παραμένει ένα από τα πιο οδυνηρά μυστήρια της ανθρώπινης ύπαρξης. Καμία φιλοσοφία δεν μπορεί να την ερμηνεύσει πλήρως και καμία θεολογία δεν πρέπει να την αντιμετωπίζει με αλαζονική βεβαιότητα. Μπροστά σε έναν άνθρωπο που έφτασε ως εκεί, η πρώτη στάση δεν είναι η καταδίκη αλλά η σιωπηλή ταπείνωση. Διότι ίσως εκείνος έδωσε μάχη που εμείς ποτέ δεν είδαμε.
Τελικά, το βαθύτερο ερώτημα δεν είναι μόνο γιατί κάποιος επιλέγει τον θάνατο, αλλά γιατί η κοινωνία συχνά αποτυγχάνει να του δώσει λόγο να παραμείνει στη ζωή.

Και ίσως η μεγαλύτερη αποστολή της Εκκλησίας να είναι ακριβώς αυτή:
να θυμίζει στον άνθρωπο,
ακόμη και την πιο σκοτεινή ώρα, ότι η ζωή του δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός αλλά μια ανεκτίμητη παρουσία μέσα στον κόσμο· ότι καμία νύχτα δεν είναι αιώνια· και ότι ακόμη και όταν ο άνθρωπος δεν μπορεί να κρατηθεί μόνος του, υπάρχει αγάπη ικανή να τον κρατήσει πριν πέσει στο κενό.


Εξομολόγησα ένα παιδί 23 ετών από την Νάουσα, που επιχείρησε 6 φορές να αυτοκτονήσει. Αλλά την τελευταία στιγμή, πάντα τον προλαβαίνανε και τον πήγαιναν στα νοσοκομεία.
Όταν κάποια μέρα πήγα στην Νάουσα, για να το εξομολογήσω με
ενημέρωσαν, ότι το προηγούμενο βράδυ αυτοκτόνησε. Πήρε ισχυρά
ποντικοφάρμακα και μέχρι να τον πάνε στο νοσοκομείο, ξεψύχησε.
Την 7η φορά τα κατάφερε...
Τον γλύτωσε ο Θεός τόσες φορές για να μετανοήσει, αλλά και δεν βρέθηκε ούτε ένας, να παρηγορήσει και να στηρίξει ψυχολογικά το παιδί αυτό.
Αντίθετα όλοι εκεί τον κατηγορούσαν και τον κοροϊδευαν.
Έχουμε χρέος σαν Χριστιανοί να στηρίξουμε με αγάπη, τον κάθε
συνάνθρωπό μας. Δυστυχώς καταντήσαμε να βοηθάμε και να αγαπάμε, μόνο όταν έχουμε κάποιο συμφέρον...
Γέροντας Εφραίμ της Σκήτης του Αγίου Ανδρέα+

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 17/05/2026-ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ Θ' 1-38

 

 Κυριακή του Τυφλού | Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Αλίμου

Πρωτότυπο Κείμενο

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, παράγων ὁ Ἰησοῦς, εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. Καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ῥαββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. Ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. Ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. Ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσεν χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. Ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; Ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. Ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. Ἔλεγον οὖν αὐτῷ· Πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. Εἶπον οὖν αὐτῷ· Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· Οὐκ οἶδα. Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. Ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. Πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. Ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. Ἄλλοι ἔλεγον· Πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; Καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. Λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· Σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; Ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. Οὐκ ἐπίστευον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· Οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; Ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· Οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. Ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. Διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. Ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλὸς, καὶ εἶπον αὐτῷ· Δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. Ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. Εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· Τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; Ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; Ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· Σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. Ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. Ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. Οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. Ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου· εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. Ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; Καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. Ἤκουσεν Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ; Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· Καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. Ὁ δὲ ἔφη· Πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.

Νεοελληνική Απόδοση

Εκείνο τον καιρό, καθώς πήγαινε στο δρόμο του ο Ιησούς, είδε έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. Τον ρώτησαν, λοιπόν, οι μαθητές του: «Διδάσκαλε, ποιος αμάρτησε και γεννήθηκε αυτός τυφλός, ο ίδιος ή οι γονείς του;»  Ο Ιησούς απάντησε: «Ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του, αλλά γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθεί η δύναμη των έργων του Θεού πάνω σ’ αυτόν. Όσο διαρκεί η μέρα, πρέπει να εκτελώ τα έργα εκείνου που με έστειλε. Έρχεται η νύχτα, οπότε κανένας δεν μπορεί να εργάζεται. Όσο είμαι σ’ αυτόν τον κόσμο, είμαι το φως για  τον κόσμο» Όταν τα είπε αυτά ο Ιησούς, έφτυσε κάτω, έφτιαξε πηλό από το φτύμα, άλειψε με τον πηλό τα μάτια του τυφλού και του είπε: «Πήγαινε να νιφτείς στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ», που σημαίνει «απεσταλμένος από το Θεό». Ξεκίνησε, λοιπόν, πήγε και νίφτηκε και όταν γύρισε πίσω έβλεπε. Τότε οι γείτονες κι όσοι τον έβλεπαν προηγουμένως ότι ήταν τυφλός, έλεγαν: «Αυτός δεν είναι ο άνθρωπος που καθόταν εδώ και ζητιάνευε;» Μερικοί έλεγαν: «Αυτός είναι», ενώ άλλοι έλεγαν: «Είναι κάποιος που του μοιάζει». Ο ίδιος έλεγε: «Εγώ είμαι». Τότε τον ρωτούσαν: «Πώς λοιπόν άνοίξαν τα μάτια σου;» Εκείνος απάντησε: «Ένας άνθρωπος που τον λένε Ιησού έκανε πηλό, μου άλειψε τα μάτια μου και μου είπε: πήγαινε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και νίψου. Πήγα λοιπόν εκεί, νίφτηκα και βρήκα το φως μου». Τον ρώτησαν, λοιπόν: «Που είναι ο άνθρωπος εκείνος;» «Δεν ξέρω» τους απάντησε. Τον έφεραν τότε στους Φαρισαίους, τον άνθρωπο που ήταν άλλοτε τυφλός. Η μέρα που έφτιαξε  ο Ιησούς τον πηλό και του άνοιξε τα μάτια ήταν Σάββατο. Άρχισαν λοιπόν και οι Φαρισαίοι να τον ρωτούν πάλι πώς απέκτησε το φως του. Αυτός τους απάντησε: «Έβαλε πάνω στα μάτια μου πηλό, νίφτηκα και βλέπω». Μερικοί από τους Φαρισαίους έλεγαν: «Αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι σταλμένος από το Θεό, γιατί δεν τηρεί την αργία του Σαββάτου». Άλλοι όμως έλεγαν: «Πώς μπορεί ένας αμαρτωλός άνθρωπος να κάνει τέτοια σημεία;» Και υπήρχε διχογνωμία ανάμεσά τους. Ρωτούν λοιπόν πάλι τον τυφλό: «Εσύ τι λες γι’ αυτόν; Πώς εξηγείς ότι σου άνοιξε τα μάτια;» Κι εκείνος τους απάντησε: «Είναι προφήτης». Οι Ιουδαίοι όμως δεν εννοούσαν να πιστέψουν πως αυτός ήταν τυφλός κι απέκτησε το φως του, ώσπου κάλεσαν τους γονείς του ανθρώπου και τους ρώτησαν: «Αυτός είναι ο γιος σας που λέτε ότι γεννήθηκε τυφλός; Πώς, λοιπόν, τώρα βλέπει;» Οι γονείς του τότε αποκρίθηκαν: «Ξέρουμε πως αυτός είναι ο γιος μας κι ότι γεννήθηκε τυφλός∙ πώς όμως τώρα βλέπει, δεν το ξέρουμε, ή ποιος του άνοιξε τα μάτια, εμείς δεν το ξέρουμε. Ρωτήστε τον ίδιο∙ ενήλικος είναι, αυτός μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό του». Αυτά είπαν οι γονείς του, από φόβο προς τους Ιουδαίους. Γιατί, οι Ιουδαίοι άρχοντες είχαν συμφωνήσει να αφορίζεται από τη συναγωγή όποιος παραδεχτεί πως ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας. Γι’ αυτό είπαν οι γονείς του, ενήλικος είναι, ρωτήστε τον ίδιο».  Κάλεσαν, λοιπόν, για δεύτερη φορά τον άνθρωπο που ήταν τυφλός και του είπαν: «Πες την αλήθεια ενώπιον του Θεού εμείς ξέρουμε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός». Εκείνος τότε τους απάντησε: «Αν  είναι αμαρτωλός, δεν ξέρω∙ ένα ξέρω: πως, ενώ ήμουν τυφλός τώρα βλέπω». Τον ρώτησαν πάλι: «Τι σου έκανε; Πώς σου άνοιξε τα μάτια;» «Σας το είπα κιόλας» τους αποκρίθηκε, «αλλά δεν πειστήκατε∙ γιατί  θέλετε να το ξανακούσετε; Μήπως θέλετε και εσείς να γίνετε μαθητές του;» Τον περιγέλασαν τότε και του είπαν: «Εσύ είσαι μαθητής εκείνου∙ εμείς είμαστε μαθητές του Μωυσή. εμείς ξέρουμε πως ο Θεός μίλησε στο Μωυσή, ενώ γι’ αυτόν δεν ξέρουμε την προέλευση του». Τότε απάντησε ο άνθρωπος και τους είπε: «Εδώ είναι το παράξενο πως εσείς δεν ξέρετε από που είναι ο άνθρωπος, κι όμως αυτός μου άνοιξε τα μάτια. Ξέρουμε πως ο Θεός τους αμαρτωλούς δεν τους ακούει, αλλά αν κάποιος σέβεται και κάνει το θέλημα του, αυτόν τον ακούει. Από τότε που έγινε ο κόσμος δεν ακούστηκε ν’ ανοίξει κανείς τα μάτια ενός γεννημένου τυφλού. Αν αυτός δεν ήταν από το Θεό δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα». «Εσύ είσαι βουτηγμένος στην αμαρτία από τότε που γεννήθηκες», του αποκρίθηκαν, «και κάνεις τον δάσκαλο σ’ εμάς;» Και τον πέταξαν έξω. Ο Ιησούς έμαθε ότι τον πέταξαν έξω και, όταν τον βρήκε, του είπε: «Εσύ πιστεύεις στον Υιό του Θεού;» Εκείνος αποκρίθηκε: «Και ποιος είναι αυτός, Κύριε, για να πιστέψω σ’ αυτόν;» «Μα τον έχεις κιόλας δει», του είπε ο Ιησούς. «Αυτός που μιλάει τώρα μαζί σου, αυτός είναι». «Πιστεύω Κύριε», και τον προσκύνησε.

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 17/05/2026-ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ 16:16-34

 Πράξεις των Αποστόλων»

 Εν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐγένετο πορευομένων ἡμῶν τῶν ἀποστόλων εἰς προσευχὴν παιδίσκην τινὰ ἔχουσαν πνεῦμα πύθωνος ἀπαντῆσαι ἡμῖν, ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχε τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη. Αὕτη κατακολουθήσασα τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ ἔκραζε λέγουσα· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ἡμῖν ὁδὸν σωτηρίας. Τοῦτο δὲ ἐποίει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. Διαπονηθεὶς δὲ ὁ Παῦλος καὶ ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπε· Παραγγέλλω σοι ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ' αὐτῆς. Καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ. Ἰδόντες δὲ οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενοι τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν εἵλκυσαν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας, καὶ προσαγαγόντες αὐτοὺς τοῖς στρατηγοῖς εἶπον· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν Ἰουδαῖοι ὑπάρχοντες, καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν Ρωμαίοις οὖσι. Καὶ συνεπέστη ὁ ὄχλος κατ' αὐτῶν. Καὶ οἱ στρατηγοὶ περιρρήξαντες αὐτῶν τὰ ἱμάτια ἐκέλευον ῥαβδίζειν, πολλάς τε ἐπιθέντες αὐτοῖς πληγὰς ἔβαλον εἰς φυλακήν, παραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς τηρεῖν αὐτούς· ὃς παραγγελίαν τοιαύτην εἰληφὼς ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον. Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν· ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι. Ἂφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας, ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου, ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη. Ἒξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, σπασάμενος μάχαιραν ἔμελλεν ἑαυτὸν ἀναιρεῖν, νομίζων ἐκπεφευγέναι τοὺς δεσμίους. Ἐφώνησε δὲ φωνῇ μεγάλῃ ὁ Παῦλος λέγων· Μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν· ἅπαντες γάρ ἐσμεν ἐνθάδε. Αἰτήσας δὲ φῶτα εἰσεπήδησε, καὶ ἔντρομος γενόμενος προσέπεσε τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ, καὶ προαγαγὼν αὐτοὺς ἔξω ἔφη· Κύριοι, τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ; Οἱ δὲ εἶπον· Πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου. Καὶ ἐλάλησαν αὐτῷ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. Καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς ἔλουσεν ἀπὸ τῶν πληγῶν, καὶ ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα, ἀναγαγών τε αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ παρέθηκε τράπεζαν, καὶ ἠγαλλιάσατο πανοικὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ.

 Μετάφραση

 Εκεῖνες τίς μέρες, καθώς πηγαίναμε ἐμεῖς οἱ ἀπόστολοι στόν τόπο τῆς προσευχῆς, συνέβη νά συναντήσουμε μία δούλη πού εἶχε μαντικό πνεῦμα καί μέ τίς μαντεῖες της ἀπέφερε πολλά κέρδη στούς κυρίους της. Αὐτή ἀκολουθοῦσε τόν Παῦλο καί τόν Σίλα καί φώναζε: «Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι εἶναι δοῦλοι τοῦ ὕψιστου Θεοῦ, πού μᾶς κηρύττουν τήν ὁδό τῆς σωτηρίας!» Αὐτό τό ἔκανε πολλές μέρες. Ὁ Παῦλος ἀγανάκτησε· γύρισε πίσω καί εἶπε στό πνεῦμα: «Σέ διατάζω στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ νά βγεῖς ἀπ΄ αὐτήν». Τήν ἴδια στιγμή βγῆκε τό πνεῦμα. Ὅταν εἶδαν τ΄ ἀφεντικά της ὅτι μαζί μέ τό πνεῦμα χάθηκε κι ἡ ἐλπίδα τοῦ κέρδους πού εἶχαν ἀπό τήν ἐργασία της, ἔπιασαν τόν Παῦλο καί τό Σίλα καί τούς ἔσυραν στήν ἀγορά γιά νά τούς παρουσιάσουν στίς ἀρχές. Τούς ὁδήγησαν μπροστά στούς ἀνώτατους ἄρχοντες τῆς πόλης καί εἶπαν: «Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι εἶναι Ἰουδαῖοι καί προκαλοῦν ταραχές στήν πόλη. Θέλουν νά εἰσαγάγουν ἔθιμα πού δέν ἐπιτρέπεται σ΄ ἐμᾶς, πού εἴμαστε Ρωμαῖοι, νά τά δεχτοῦμε ἤ νά τά τηρήσουμε». Τότε ὁ λαός ξεσηκώθηκε ἐναντίον τους. Οἱ ἄρχοντες τούς ἔσκισαν τά ροῦχα καί ἔδωσαν διαταγή νά τούς ραβδίσουν. Τούς ἔδωσαν πολλά χτυπήματα καί μετά τούς ἔβαλαν στή φυλακή κι ἔδωσαν ἐντολή στό δεσμοφύλακα νά τούς φυλάει ἀσφαλισμένους καλά. Αὐτός, ἐφόσον πῆρε μια τέτοια ἐντολή, τούς ἔβαλε στό πιό ἐσωτερικό κελί καί γιά λόγους ἀσφάλειας ἕσφιξε τά πόδια τους στήν ξυλοπέδη. Γύρω στά μεσάνυχτα, ὁ Παῦλος καί ὁ Σίλας προσεύχονταν καί ἔψελναν ὕμνους στό Θεό· καί τούς ἄκουγαν οἱ φυλακισμένοι. Ξαφνικά ἔγινε ἕνας σεισμός τόσο δυνατός, πού σαλεύτηκαν τά θεμέλια τῆς φυλακῆς. Ἀμέσως ἄνοιξαν ὅλες οἱ πόρτες καί τά δεσμά τῶν φυλακισμένων λύθηκαν. Ὁ δεσμοφύλακας ξύπνησε· κι ὅταν εἶδε τίς πόρτες τῆς φυλακῆς ἀνοιχτές, ἔβγαλε τό σπαθί του κι ἤθελε νά σκοτωθεῖ, νομίζοντας ὅτι οἱ φυλακισμένοι εἶχαν δραπετεύσει. Τότε ὁ Παῦλος τοῦ φώναξε: «Μήν κάνεις κανένα κακό στόν ἑαυτό  σου! Εἴμαστε ὅλοι ἐδῶ». Ὁ δεσμοφύλακας ζήτησε νά τοῦ φέρουν φῶτα, πήδηξε μέσα στό κελί, καί τρομαγμένος ἔπεσε στά πόδια τοῦ Παύλου καί τοῦ Σίλα. Ὕστερά τους ἔβγαλε ἔξω καί τούς ρώτησε: «Κύριοι, τί πρέπει νά κάνω γιά νά σωθῶ;» Αὐτοί τοῦ εἶπαν: «Πίστεψε στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, καί θά σωθεῖς κι ἐσύ καί τό σπίτι σου». Καί κήρυξαν σ΄ αὐτόν καί σ΄ ὅσους ἦταν στό σπίτι του τό λόγο τοῦ Κυρίου. Ὁ δεσμοφύλακας τούς πῆρε τήν ἴδια ἐκείνη ὥρα μέσα στή νύχτα κι ἔπλυνε τίς πληγές τούς· ὕστερα βαφτίστηκε ἀμέσως ὁ ἴδιος καί ὅλη ἡ οἰκογένειά του. Κατόπιν τούς ἀνέβασε στό σπίτι του καί τούς ἔστρωσε τραπέζι. Ἦταν πανευτυχής πού κι αὐτός καί ὅλη ἡ οἰκογένειά του εἶχαν βρεῖ τήν πίστη στό Θεό.

 


Ο Θεός λυπάται όταν δεν Τον ενοχλούμε

 

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Έχουμε μεγάλη δύναμι ως πλήρωμα της Εκκλησίας, αν προσευχώμαστε με οδύνη ψυχής και ταπεινή καρδιά.

Δεν χρειάζεται να περάσουμε το πέλαγος, ούτε να κάνουμε μεγάλες αποδημίες∙ κάθε ένας και κάθε μία, και όταν συναντιώνται στην Εκκλησία και όταν μένουν μέσα στο σπίτι, ας παρακαλούμε με πολλή κατάνυξι το Θεό και οπωσδήποτε θα εισακουσθούν οι προσευχές μας.

Από πού είναι φανερό αυτό; Από το ότι επιθυμεί πολύ πάντοτε να καταφεύγουμε κοντά Του , και να Τον παρακαλούμε σε όλες τις περιπτώσεις και να μην κάνουμε τίποτε ή να λέμε τίποτε χωρίς Αυτόν.

Διότι οι άνθρωποι , όταν τους ενοχλούμε συνέχεια για τις διάφορες υποθέσεις μας, μας συμπεριφέρονται εχθρικά∙ ο Θεός όμως κάνει το εντελώς αντίθετο∙ και όχι όταν Τον ενοχλούμε συνέχεια για τα προβλήματά μας, αλλά και όταν δε το κάνουμε αυτό, τότε προ πάντων αγανακτεί.

Άκουσε λοιπόν γιατί κατηγορεί τους Ιουδαίους λέγοντας∙ “Λάβατε απόφασι , αλλά χωρίς εμένα και κάνατε συνθήκες, αλλά χωρίς το πνεύμα μου” (Ης. 30,2 ) .

Διότι η συνήθεια αυτών που αγαπούν είναι η εξής∙ θέλουν να εκπληρώνουν όλα τα θελήματα εκείνων που αγαπούν και χωρίς αυτούς δεν θέλουν να κάνουν ή να πουν τίποτε.

Γι’ αυτό και ο Θεός όχι μόνον εδώ αλλά και αλλού τα ίδια επαναλαμβάνει λέγοντας∙ “Έκαναν βασιλείς, αλλά όχι δια μέσω εμού∙ έκαναν άρχοντες και δε μου το γνώρισαν” ( Ωσηέ 8, 4 ) .

Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΣ


 

Τη μνήμη του Οσίου Θεοδώρου του Ηγιασμένου τιμά σήμερα, , η Εκκλησία μας. Τα πλούτη των γονέων του δε στάθηκαν ικανά να εμποδίσουν τον Ιερό πόθο του Θεοδώρου να γίνει μαθητής του μεγάλου αθλητή της ερήμου Παχωμίου.
Αν και νεαρός στην ηλικία, είχε αξιοθαύμαστη εγκράτεια και φρόνηση, ώστε ο Παχώμιος να τον έχει σε μεγάλη υπόληψη. Εκείνο, όμως, που διέκρινε κανείς ιδιαίτερα στο Θεόδωρο, ήταν οι πολλές του γνώσεις στα Ιερά γράμματα.
Ήταν δεινός μελετητής της Αγίας Γραφής, καθώς και παλαιοτέρων συγγραμμάτων σοφών Πατέρων. Ο Παχώμιος, βλέποντας την ικανότητα του Θεοδώρου, ότι ήταν «δυνατός εν ταις γραφαίς»” (Πράξεις των Αποστόλων,ιη’ 24) δηλαδή, δυνατός στή γνώση και την ερμηνεία των Γραφών, όρισε να διδάσκει τους υπόλοιπους αδελφούς του μοναστηριού.
Στην αρχή μερικοί από αυτούς αντέδρασαν, διότι δεν ήθελαν να τους μορφώνει ένα παιδί, όπως χαρακτηριστικά έλεγαν. Η ικανότητα, όμως, του Θεοδώρου, θεμελιωμένη σε ταπεινό φρόνημα, κατάφερε να πείσει όλη την αδελφότητα να τον ακούει πρόθυμα.
Μάλιστα, μετά από χρόνια, ομόφωνα τον εξέλεξαν ηγούμενο της Μονής, και πάντα τους υπενθύμιζε το θεόπνευστο λόγο της Αγίας Γραφής, «ταις έντολάς αυτού μελέτα δια παντός. Και ή επιθυμία της σοφίας σου δοθήσεταί σοι» (Σοφία Σειράχ, στ’ 37).
Δηλαδή, τις εντολές του Κυρίου να μελετάς πάντοτε και η σοφία που επιθυμείς, θα σου δοθεί. Το Μάϊο του 367 πέθανε, και δίκαια του δόθηκε ο τιμητικός τίτλος του ηγιασμένου.
Απολυτίκιο:
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Δώρον πέφηνας, αγιωσύνης, τον πανάγιον, δοξάσας Λόγον, ηγιασμένε θεόφρον Θεόδωρε, όθεν βλυστάνεις εκ θείας χρηστότητας, αγιασμόν αληθή τοις βοώσι σοι. Πάτερ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Παρέμβαση Μητροπολίτη Δημητριάδος για το δημογραφικό

 

sev dimitri

Στην εσπερίδα με θέμα «Το Δημογραφικό Πρόβλημα στην Ελλάδα», που διοργάνωσε η Κοσμητεία της Σχολής Οικονομικών & Διοικητικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, μίλησε την Τετάρτη 13 Μαΐου 2026 ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος.

Κατά την παρέμβασή του, ανέδειξε τη σοβαρότητα του δημογραφικού προβλήματος, τονίζοντας ότι πρόκειται για ζήτημα ζωής και προοπτικής του τόπου μας, ενώ υπογράμμισε την ανάγκη ουσιαστικής στήριξης της οικογένειας και των νέων ανθρώπων, μέσα από κοινή προσπάθεια Πολιτείας, Εκκλησίας και κοινωνίας.

Ακολουθεί ολόκληρη η ομιλία του Σεβασμιωτάτου:

Το δημογραφικό ζήτημα δεν είναι απλώς ένα στατιστικό πρόβλημα. Είναι ζήτημα ζωής, ελπίδας και προοπτικής του τόπου μας. Η Ελλάδα γερνά! Τα χωριά ερημώνουν!

Τα σχολεία κλείνουν! Οι νέοι δυσκολεύονται να δημιουργήσουν οικογένεια και να ονειρευτούν το μέλλον τους!

Σήμερα, η πατρίδα μας καταγράφει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά γεννήσεων στην Ευρώπη.

Οι θάνατοι υπερβαίνουν σταθερά τις γεννήσεις, ενώ η φυγή νέων ανθρώπων στο εξωτερικό έχει αφήσει βαθύ αποτύπωμα στην κοινωνία μας.

Δεν πρόκειται μόνο για οικονομικό ή κοινωνικό πρόβλημα· πρόκειται για κρίση αξιών και προσανατολισμού!

Μία κοινωνία που φοβάται να γεννήσει παιδιά, είναι μία κοινωνία που κινδυνεύει να χάσει την ελπίδα της. Η οικογένεια χρειάζεται στήριξη.

Στήριξη ουσιαστική: σταθερή εργασία για τους νέους, δυνατότητα κατοικίας, προστασία της μητρότητας, στήριξη των πολυτέκνων, αλλά και ένα πολιτισμικό περιβάλλον που να εμπνέει εμπιστοσύνη στη ζωή.

Η Εκκλησία δεν μπορεί να μένει αδιάφορη. Οφείλει να στέκεται δίπλα στους νέους ανθρώπους, να ενθαρρύνει τον γάμο και την οικογένεια, να δημιουργεί κοινότητες αγάπης και αλληλεγγύης.

Πρέπει να τονίζει συνεχώς ότι το παιδί, σε μια οικογένεια, δεν είναι βάρος· είναι ευλογία, είναι μέλλον, είναι η συνέχεια της ζωής και της ιστορίας μας.

Το δημογραφικό απαιτεί, επιπλέον, εθνική αφύπνιση και μακρόπνοη στρατηγική.

Δεν αντιμετωπίζεται με μέτρα ημίμετρα, ούτε με κραυγές και συνθήματα. Χρειάζεται αγώνας.

Αγώνας κοινός Πολιτείας, Εκκλησίας και Κοινωνίας. Γιατί όταν χάνεται ο άνθρωπος, χάνεται και η ψυχή του τόπου μας!

Ο Θυμός στον Σύγχρονο Άνθρωπο


o thimos

Του Αρχιμ. Μακαρίου Τσιμέρη στην Romfea.gr


Η Απώλεια της Υπομονής και η Ανάγκη της Πνευματικής Ειρήνης

Ο άνθρωπος της εποχής μας ζει γρήγορα, σκέφτεται γρήγορα, αντιδρά γρήγορα· όμως σπάνια ηρεμεί βαθιά.

Μέσα σε αυτή τη βιασύνη γεννιέται εύκολα ο θυμός.

Ένας θυμός που άλλοτε φανερώνεται με ένταση και φωνές, κι άλλοτε κρύβεται πίσω από σιωπές, απογοήτευση, νεύρα και εσωτερική κόπωση.

Σήμερα οι άνθρωποι κουράζονται ψυχικά πολύ πιο εύκολα.

Η πίεση της καθημερινότητας, τα οικονομικά προβλήματα, η μοναξιά, η συνεχής έκθεση στα κοινωνικά δίκτυα, η έλλειψη αληθινής επικοινωνίας και η αγωνία για το αύριο κάνουν την ψυχή να στενεύει.

Και όταν στενεύει η ψυχή, μικραίνει και η υπομονή.

Παλαιότερα οι άνθρωποι άντεχαν περισσότερο. Δεν σημαίνει πως δεν είχαν προβλήματα· είχαν ίσως περισσότερα.

Όμως υπήρχε μεγαλύτερη αντοχή, περισσότερη σιωπή, περισσότερη προσευχή, περισσότερη αποδοχή του κόπου της ζωής.

Σήμερα ο άνθρωπος δυσκολεύεται να περιμένει.

Θέλει όλα να γίνονται αμέσως: απαντήσεις, επιτυχίες, σχέσεις, δικαίωση.

Όταν αυτό δεν συμβαίνει, θυμώνει.

Ο θυμός όμως δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα.

Είναι μια εσωτερική φωτιά που, όταν δεν ελεγχθεί, καίει πρώτα εκείνον που τη φιλοξενεί.

Ο Μέγας Βασίλειος λέει: «Ο θυμός είναι πρόσκαιρη μανία.»

Δηλαδή ο άνθρωπος, όταν κυριεύεται από θυμό, χάνει για λίγο τη διάκριση και την ειρήνη του. Δεν βλέπει καθαρά.

Γι’ αυτό και πολλές φορές λέγονται λόγια που πληγώνουν βαθιά και γίνονται πράξεις που αργότερα προκαλούν λύπη.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διδάσκει: «Όπως η φωτιά δεν σβήνει με φωτιά, έτσι και ο θυμός δεν θεραπεύεται με θυμό.»

Πόσο αληθινό είναι αυτό στη σημερινή εποχή. Οι άνθρωποι απαντούν ο ένας στον άλλον με ένταση, ειρωνεία και σκληρότητα.

Στις οικογένειες, στους δρόμους, στις εργασίες, ακόμη και μέσα στο διαδίκτυο, υπάρχει μια διαρκής επιθετικότητα.

Λείπει η πραότητα. Λείπει η υπομονή να ακούσουμε τον άλλον.

Η υπομονή όμως είναι μεγάλη πνευματική δύναμη. Δεν είναι αδυναμία.

Ο ανυπόμονος άνθρωπος γίνεται εύκολα δούλος των συναισθημάτων του.

Αντίθετα, εκείνος που έχει υπομονή αποκτά εσωτερική ελευθερία.

Ο άγιος Παΐσιος έλεγε: «Η υπομονή μαζεύει ουρανό μέσα στον άνθρωπο.»

Και πραγματικά, η υπομονή είναι μια σιωπηλή άσκηση αγάπης.

Είναι η δύναμη να κρατηθεί κανείς ήρεμος όταν όλα μέσα του θέλουν να ξεσπάσουν.

Είναι η δυνατότητα να περιμένεις χωρίς να χάνεις την πίστη σου.

Στη σημερινή κοινωνία όμως η υπομονή θεωρείται συχνά αδυναμία.

Οι άνθρωποι εκπαιδεύονται στην άμεση ικανοποίηση.

Τα κινητά τηλέφωνα, η ταχύτητα της πληροφορίας και η συνεχής εναλλαγή εικόνων κάνουν τον νου ανήσυχο.

Ο άνθρωπος δυσκολεύεται να μείνει ήρεμος, να σιωπήσει, να περιμένει.

Ακόμη και λίγα λεπτά καθυστέρησης μπορούν να προκαλέσουν εκνευρισμό.

Αυτό όμως δείχνει μια βαθύτερη πνευματική κούραση.

Ο θυμός συχνά δεν γεννιέται από το γεγονός καθαυτό, αλλά από μια ψυχή ήδη πληγωμένη και κουρασμένη.

Ο αββάς Δωρόθεος αναφέρει: «Όποιος νίκησε τον θυμό, νίκησε τα πάθη.»

Γιατί ο θυμός συνδέεται με τον εγωισμό, την απαίτηση να γίνονται όλα όπως τα θέλουμε, τη δυσκολία να αποδεχτούμε τον άλλον.

Όταν ο άνθρωπος μάθει να ταπεινώνεται, τότε μαλακώνει και η καρδιά του.

Δεν σημαίνει πως δεν θα υπάρξουν στιγμές οργής. Ούτε οι άγιοι ήταν αναίσθητοι.

Όμως αγωνίζονταν να μη ριζώσει μέσα τους η κακία. Η εποχή μας, αντίθετα, κρατά εύκολα μνησικακία.

Οι άνθρωποι θυμούνται συνεχώς ποιος τους αδίκησε, ποιος τους πρόσβαλε, ποιος δεν τους κατάλαβε.

Ο άγιος Νεκτάριος έγραφε: «Η ειρήνη της καρδιάς είναι θησαυρός ανεκτίμητος.»

Και αυτή η ειρήνη δεν αποκτάται χωρίς κόπο. Χρειάζεται προσευχή, αυτογνωσία, σιωπή και συγχώρεση.

Σήμερα περισσότερο από ποτέ ο άνθρωπος έχει ανάγκη να ξαναμάθει την υπομονή.

Να μάθει να ακούει χωρίς να διακόπτει. Να μιλά χωρίς να πληγώνει. Να ηρεμεί πριν απαντήσει. Να μην αφήνει τον θυμό να κυβερνά τις σχέσεις του.

Γιατί ο θυμός μπορεί να καταστρέψει μέσα σε λίγα λεπτά ό,τι χτίστηκε με χρόνια αγάπης.

Η οικογένεια υποφέρει από την έλλειψη υπομονής.

Τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε άγχος και ένταση. Τα ζευγάρια κουράζονται εύκολα.

Οι φιλίες διαλύονται για μικρές παρεξηγήσεις. Οι άνθρωποι δεν αντέχουν την διαφορετικότητα του άλλου.

Κι όμως, η αληθινή πνευματική ζωή αρχίζει από τα μικρά: από μια ήρεμη απάντηση, από μια σιωπή την ώρα της έντασης, από μια συγγνώμη, από έναν καλό λόγο όταν όλα μέσα μας θέλουν να αντιδράσουν.

Ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος προσευχόταν: «Κύριε, δώρισαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου.»

Όταν ο άνθρωπος αρχίζει να βλέπει τα δικά του λάθη, γίνεται πιο επιεικής προς τους άλλους.

Τότε ο θυμός υποχωρεί και γεννιέται η κατανόηση.

Η εποχή μας χρειάζεται λιγότερη ένταση και περισσότερη ειρήνη.

Περισσότερη καρδιά και λιγότερο εγωισμό. Ο κόσμος δεν αλλάζει με φωνές, αλλά με ανθρώπους που κρατούν μέσα τους φως, πραότητα και υπομονή.

Γιατί τελικά ο δυνατός άνθρωπος δεν είναι εκείνος που φωνάζει περισσότερο, αλλά εκείνος που μπορεί να κρατήσει την ψυχή του ειρηνική μέσα στην ταραχή του κόσμου.

Γιατί οι θλίψεις;

Ἀρχιμανδρίτη Ἀνανία Κουστένη

Δὲν ξέρομε γιατί γίνονται ὅλες οἱ θλίψεις κι οἱ δοκιμασίες. Εἶναι ἀνεξιχνίαστες οἱ βουλὲς τοῦ Θεοῦ.

Ἂν ἔχομε ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό, ὅ,τι καὶ νὰ γίνει, πρὸς ὄφελός μας εἶναι.

Κι αὐτὸ εἶναι πολύ σημαντικό.

Καὶ οἱ δίκαιοι ποὺ πάσχουν, πάσχουν καὶ γιὰ ἕνα ἄλλο λόγο, ἀκόμα. Γιὰ ν’ ἀστράψει περισσότερο ἡ ἀρετή τους.

Παράδειγμα, ἡ Χαναναία τοῦ Εὐαγγελίου. Ἂν δὲν τὴν περιφρονοῦσε ὁ Χριστὸς καὶ δὲν τὴν δυσκόλευε, δὲν θὰ βγαίνανε κι ἡ πίστη κι ἡ ταπείνωση κι ἡ ἀγάπη κι ἡ ὑπομονή, καὶ τόσοι ἄλλοι θησαυροί. Ἔτσι, ἔλαμψε, λοιπόν, ὁ Ἰὼβ καὶ ἀπέβη καὶ τύπος τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα διαβάζομε ανάγνωσμα κι ἀπὸ τὸν Ἰώβ. Νά ‘χομε τὴν εὐχή του καὶ τὴν ὑπομονή του.


Φίλησε το σταυρό σου πρωί και βράδυ,μην τον φοράς σαν σε κρεμάστρα...


Πιστέψτε στην Πρόνοια του Θεού!
Φίλησε το σταυρό σου πρωί και βράδυ,μην τον φοράς σαν σε κρεμάστρα...
Ο Χριστός άφησε Φως και Αγάπη στον Σταυρό.
Από τον Σταυρό πηγάζουν ακτίνες Ευλογημένου Φωτός και Αγάπης.
Εισπνεύστε αυτές τις ακτίνες, περνούν αόρατα στην ψυχή,υπό την επίδραση αυτών των ευεργετικών ακτίνων, ένας άνθρωπος γίνεται ευσεβής.

Φιλώντας τον Σταυρό,προσευχηθείτε για τους  αμαρτωλούς:
μέθυσους, πόρνους και άλλους που γνωρίζετε.
Μέσω των προσευχών σας θα βελτιωθούν και θα είναι καλά, γιατί η καρδιά δίνει το μήνυμα στην καρδιά.
Ο Κύριος μας αγαπά όλους.Υπέφερε για όλους για χάρη της Αγάπης και πρέπει να αγαπάμε όλους για χάρη Του, ακόμα και τους εχθρούς μας.
Φιλώντας τον Σταυρό, διάβασε την προσευχή:
«Ρίξε, Κύριε μου, μια σταγόνα του Αγίου Σου Αίματος στην καρδιά μου,
ξεραμένη από πάθη και αμαρτίες, και ακαθαρσίες ψυχής και σώματος. Αμήν.
Με την αγάπη Σου, σώσε εμένα και τους συγγενείς μου και όσους γνωρίζω...».

+ Στάρετς Σάββα Οσταπένκο του Πσκωφ

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΧΙΛΛΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΛΑΡΙΣΗΣ

 

Τη μνήμη του , Επισκόπου Λάρισας, τιμά σήμερα, 15 Μαΐου η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Αχίλλιος είναι ο Πολιούχος της θεσσαλικής πόλης που σήμερα εορτάζει και τον τιμά με λαμπρότητα.
 Ο Όσιος Αχίλλιος καταγόταν από την Καππαδοκία και έζησε στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου (306 – 337 μ.Χ.). Ο νεανικός του πόθος, τον έφερε στους άγιους Τόπους και κατόπιν στη Ρώμη. Εκεί επιδόθηκε στο Ιερό έργο του Ιεροκήρυκα, διδάσκοντας ακατάπαυστα το θείο λόγο σε πόλεις και χωριά, αψηφώντας ανάγκες, βρισιές, διωγμούς και ταλαιπωρίες. Οι μεγάλες και σπουδαίες υπηρεσίες του, τον ανέδειξαν επίσκοπο Λαρίσης.
Από τη νέα του θέση ο Αχίλλιος, υπήρξε ο πνευματικός αρχηγός και διδάσκαλος, αυτός που έλεγε και έπραττε. Κήρυττε κάθε μέρα, βοηθούσε τις χήρες, προστάτευε τα ορφανά, ανακούφιζε τους φτωχούς, υπεράσπιζε τους αδικημένους, ήταν ο άγρυπνος φύλακας και φρουρός της παρακαταθήκης της πίστεως και του ποιμνίου πού του εμπιστεύτηκαν.
Ο Αχίλλιος διακρίθηκε και στην Α’ Οικουμενική σύνοδο που έγινε το 325 μ.Χ. στη Νίκαια, εναντίον του Αρείου. Και τότε ο Μέγας Κωνσταντίνος, εκτιμώντας τις αρετές του, του έδωσε μεγάλη χρηματική δωρεά την οποία, όταν ο Αχίλλιος επέστρεψε στη Λάρισα, διέθεσε για να κτίσει ναούς και για τη μέριμνα των ασθενών και των φτωχών.
Όταν προαισθάνθηκε το θάνατο του, κάλεσε κοντά του όλους τους Ιερείς της επισκοπής του και τους έδωσε πατρικές συμβουλές για τα καθήκοντα τους.
Απολυτίκιον
Ήχος γ´. Θείας πίστεως

Χαίρει έχουσα, η Θεσσαλία, σε ακοίμητον, φρουρών προστάτην, και της Λαρίσης η πόλις αδάμαντα, η Εκκλησία την εύηχον σάλπιγγα, το του Υιού ομοούσιον κηρύξασαν, Πάτερ Άγιε Ιεράρχα Αχίλλιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ειρήνην ταίς ψυχαίς ημών.

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Οχύρωσε την ψυχή σου με τον Τίμιο Σταυρό


Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΑΠΟΛΥΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΕΚΤΑΡΙΟ!


«Ο άγιος Νεκτάριος όταν βρέθηκε ιεροκήρυκας στην Εύβοια, γνώρισε εκεί, στον άη Γιάννη, και τον πατέρα του Γέροντος Πορφυρίου. Τον Λεωνίδα Μπαϊρακτάρη. Μπαϊρακτάρης σημαίνει σημαιοφόρος… Και τον συμβούλευσε ο άγιος. Τι ωραία του είπε! Προκειμένου να συλλάβει ένα παιδί το ζευγάρι, θέλει και προετοιμασία. Ο άγιος, άλλωστε, είχε προτείνει κι είχε φτιάξει Σχολές Γονέων. Πο ’χουν και τώρα πολλοί παπάδες, πολλές Μητροπόλεις για υποψηφίους συζύγους. Ανδρόγυνα. Παντρεύεσαι. Γιατί παντρεύεσαι; Όλα αυτά. Πρέπει να ξέρεις πολλά πράγματα. Έτσι. Και με την υπόδειξη του αγίου Νεκταρίου γεννήθηκε ο Γέροντας Πορφύριος. Ο οποίος είναι κοντά στα ίχνη του αγίου Νεκταρίου. Και ο Γέροντας Πορφύριος αγαπούσε απόλυτα, απόλυτα τον άγιο Νεκτάριο. Απόλυτα τον άγιο Νεκτάριο!» (Γέρων Ανανίας Κουστένης, Λόγοι για τον άγιο Νεκτάριο, τόμος Δ΄).
 
 Τόσα πολλά και σπουδαία πράγματα σε ένα μικρό μόνο απόσπασμα λόγου του μεγάλου μακαριστού Γέροντα Ανανία Κουστένη. Ο οποίος αγαπούσε καθ’ υπερβολήν και τους δύο μεγίστους αγίους της σύγχρονης εποχής, τον άγιο Νεκτάριο, επίσκοπο Πενταπόλεως τον θαυματουργό, στο εκκλησάκι του οποίου στην Αθήνα λειτουργούσε και κήρυττε επί δεκαετίες μέχρι το τέλος του (Μάϊος 2021), και τον άγιο Πορφύριο τον Καυσοκαλυβίτη, του οποίου για πολλά χρόνια υπήρξε πνευματικό τέκνο – ήταν ο σωτήρας του κατά την ομολογία του παππούλη. Και ποια η «εικόνα» που είχε και για τους δύο; Ότι είναι ισοστάσιοι πνευματικά! «Ο Γέροντας Πορφύριος είναι κοντά στα ίχνη του αγίου Νεκταρίου». Δηλαδή, όπως κι αλλού έχει εξηγήσει ο π. Ανανίας, και οι δύο, χαρισματούχοι και θαυματουργοί, είχαν καταστήσει τις καρδιές τους κάτοπτρα καθαρά που αντανακλούσαν τις λαμπηδόνες του αγίου Πνεύματος, που σημαίνει ότι στο πρόσωπό τους έβλεπε κανείς τον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό. Αυτό δεν μας λέει αδιάκοπα η Εκκλησία μας, όταν πρόκειται για τους αγίους της; Ότι οι άγιοι αποτελούν μία συνέχεια του Ιησού Χριστού, είναι Εκείνος «εν ετέρα μορφή». Ο Χριστός είναι «ο εν αγίοις αναπαυόμενος», γι’ αυτό και ό,τι θαυμαστό επιτελούν αυτοί ανήκει στον Ίδιο!

 Οπότε ο άγιος Πορφύριος αγαπούσε βεβαίως όλους τους αγίους, κατεξοχήν δε την Υπεραγία Θεοτόκο, τη Μητέρα του Κυρίου του, αλλά ένιωθε μία ξεχωριστή οικειότητα και συμπάθεια προς τον άγιο Νεκτάριο, σε βαθμό, κατά τον Γέροντα Ανανία, απολυτότητας! 
«Ο Γέροντας Πορφύριος αγαπούσε απόλυτα, απόλυτα τον άγιο Νεκτάριο!» 
Κι όχι τυχαία! Διότι η σχέση τους ξεκινάει και πριν ακόμη από τη γέννηση του οσίου Πορφυρίου. Ο άγιος Νεκτάριος ήταν εκείνος που γνωρίζοντας τον πατέρα του αγίου Πορφυρίου, τον Λεωνίδα, τον συμβουλεύει και του υποδεικνύει νέα τεκνοποίηση. Ποιος ξέρει τι διέβλεπε ο διορατικός και προορατικός άγιος Πενταπόλεως αναφερόμενος στον πατέρα Λεωνίδα; Αποκλείεται πάντως να μην είχε κάποια «πληροφορία» εκ Θεού για το τι μέλλει γίγνεσθαι! Το μυαλό μας πηγαίνει σε κάτι παρόμοιο.
 Στον άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, ο οποίος βαφτίζοντας το μικρό τέκνο του Πρόδρομου Εζνεπίδη του δίνει το δικό του όνομα, «Αρσένιος», γιατί «έβλεπε» κι εκείνος προορατικά και διορατικά τη μετέπειτα εξέλιξη του Αρσενίου: θα γίνει μοναχός και θα δοξάσει τον Θεό και την Εκκλησία Του ως άγιος Παΐσιος! «Τις έγνω νουν Κυρίου και τις σύμβουλος αυτού εγένετο;» 
Παρακολουθούμε τα γεγονότα, καταγράφουμε τις ιστορικές στιγμές και την αλληλουχία τους, μα το βάθος πάντοτε μας διαφεύγει, τουλάχιστον την ώρα που τα ζούμε. Αργότερα, εν πίστει μένουμε έκθαμβοι για το πώς εργάζεται η Πρόνοια του Θεού και πώς φαινομενικά «τυχαία» συμβάντα υπηρετούν τελικώς το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία μας!

Ο άγιος Νεκτάριος λοιπόν συμβούλευσε τον πατέρα του οσίου Πορφυρίου για θέματα συζυγίας και οικογένειας. Διότι ήταν μέσα στο πλαίσιο της ποιμαντικής του ευθύνης, πολύ περισσότερο που ο Λεωνίδας Μπαϊρακτάρης υπήρξε ψάλτης του αγίου Νεκταρίου σε διάφορες περιοδείες του αγίου στην Εύβοια. Και δεν ήταν κάτι που έκανε μόνο στον μακαριστό Λεωνίδα. Όπως είπαμε θεωρούσε ότι το έργο αυτό, της συμβουλευτικής της οικογένειας, ήταν καίριο έργο ενός ποιμένα της Εκκλησίας, γι’ αυτό και πρωτοποριακά θα λέγαμε για την εποχή του «είχε προτείνει και είχε φτιάξει Σχολές Γονέων!»
  Κι αυτό γιατί το «αντικείμενο» του έργου ενός εκκλησιαστικού ποιμένα είναι ο άνθρωπος και ό,τι σχετίζεται με αυτόν. Με κύριο σκοπό πώς να τον βοηθήσει να βρίσκεται αδιάκοπα ενωμένος με τον Ιησού Χριστό, πώς να διακρατεί δηλαδή αυτό που έλαβε ως ατίμητο δώρο από τη βάπτισή του, τη χάρη του αγίου Πνεύματος, να είναι μέλος Ιησού Χριστού! Κι αυτό σημαίνει ότι ο ποιμένας όπου βρίσκει τον άνθρωπο εκεί καλείται και να τον διακονήσει, είτε πρόκειται περί του μοναχικού βίου είτε πρόκειται περί του εγγάμου βίου. Απλώς στον έγγαμο υπάρχουν οι ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης επιλογής του: να είναι σύζυγος, να έχει παιδιά εφόσον υπάρχει η δυνατότητα, να ασκεί την αγωγή των παιδιών, γι’ αυτό και αντίστοιχα δρα και ο κληρικός.

Κι είναι όχι απλώς σημαντικό το έργο αυτό της διαποιμάνσεως των εγγάμων, αλλά άκρως καίριο, όπως το βλέπουμε και στη φροντίδα του ίδιου του Κυρίου για τις οικογένειες, αλλά και όπως το επισημαίνουμε και στους αγίους μαθητές και αποστόλους Του, οι οποίοι πολύ συχνά αναφέρονταν στα θέματα της έγγαμης ζωής, εκτός δε τούτων και στους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας απαρχής μέχρι σήμερα. Ποιος θα διαβάσει κείμενα των Πατέρων και δεν θα θαυμάσει τη διεισδυτικότητα αλλά και τη στοργή και την αγάπη και τη συγκατάβασή τους προς τις ανθρώπινες σχέσεις ιδίως μέσα στην οικογένεια; 

Ο άγιος Νεκτάριος βεβαίως, ως μέγας Πατήρ και διδάσκαλος της Εκκλησίας, σοφός και σπουδαίος συγγραφέας, δεν θα μπορούσε να μην ασχοληθεί και με το αντικείμενο αυτό. Γι’ αυτό και προχωρούσε και στην πράξη: την ίδρυση Σχολών Γονέων, όπως είπαμε. Αλλά και το πνευματικό του τέκνο, ο ίδιας περιωπής μ’ αυτόν άγιος Πορφύριος το ίδιο έκανε. Μπορεί να μην ίδρυσε Σχολή Γονέων, όμως τα όσα έλεγε στις ομιλίες και τις διδαχές του, στις διάφορες συζητήσεις του με όλων των ειδών τους ανθρώπους, στοιχειοθετούν «ογκώδη» έργα συμβουλευτικής της οικογένειας, κάτι που έχει αξιοποιηθεί στην εποχή μας στο έπακρο, είτε με συνέδρια είτε με σεμινάρια είτε με ομιλίες είτε με βιβλία.

Και είναι πολύ παρήγορο το γεγονός ότι, όπως επισημαίνει και ο μακαριστός π. Ανανίας, πολλές Μητροπόλεις και πολλές ενορίες ήδη έχουν ενεργοποιηθεί και προς την κατεύθυνση αυτή. Διότι πρέπει να μάθει ο χριστιανός και κάθε καλοπροαίρετος άνθρωπος τι σημαίνει γάμος, τι σημαίνει οικογένεια, τι σημαίνει αγωγή των παιδιών. «Ανδρόγυνα. Παντρεύεσαι. Γιατί παντρεύεσαι; Όλα αυτά. Πρέπει να ξέρεις πολλά πράγματα». Και ήδη έχουμε αργήσει ίσως. Διότι η χριστιανική οικογένεια αποτελεί πια σπάνιο είδος, και όπου υφίσταται παρουσιάζονται και εκεί συχνά διαλυτικά φαινόμενα. Να αντιδράσουμε, γιατί τα διαζύγια υπερκέρασαν τους γάμους. Η φωνή του αγίου Νεκταρίου, φωνή του ενανθρωπήσαντος Θεού μας, η φωνή του συνεχιστή του αγίου Πορφυρίου, η φωνή εν γένει της Εκκλησίας μας πρέπει να μεγεθυνθεί μέσα μας, ώστε αυτή να κυριαρχεί στη συνείδησή μας. Κι αυτό θα είναι η λύτρωσή μας, αλλά και η ευλογία για όλον τον κόσμο μας.

Οταν δύο άνθρωποι τσακώνονται, ἀφῆστε τους καί μήν "πολυσκανδαλίζεστε".

 


Οταν δύο άνθρωποι τσακώνονται, ἀφῆστε τους καὶ μὴν "πολυσκανδαλίζεστε". Ἐξομολογοῦνται φωναχτὰ τὶς περισσότερες φορές! Αὐτὸ εἶναι ὁ τσακωμός.
π.Ἀνανίας Κουστένης.

Το μεγαλύτερο θαύμα είναι να βλέπουμε τις αμαρτίες μας και να μετανοούμε...

ι

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΠΟΥ ΜΑΡΤΥΡΗΣΕ ΣΤΗ ΧΙΟ



Τη μνήμη του Αγίου Ισιδώρου που μαρτύρησε στην Χίο τιμά σήμερα, , η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Ισίδωρος ήταν ναύτης του βασιλικού στόλου, στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου, και καταγόταν από την Αλεξάνδρεια.

Κάποια μέρα που η μοίρα του στόλου ήταν αγκυροβολημένη στη Χίο, καταγγέλθηκε από τον κεντυρίων Ιούλιο στο Ναύαρχο Νουμέριο ότι ο Ισίδωρος είναι χριστιανός. Ο Νουμέριος δεν άργησε να ακούσει το ίδιο και από τον ίδιο τον Ισίδωρο, όταν τον προσκάλεσε να ομολογήσει. Τότε τον έδειραν σκληρά και κατόπιν τον έριξαν στη φυλακή.
Ο πατέρας του μόλις έμαθε το γεγονός αυτό, αμέσως κίνησε για τη Χίο, πολύ στενοχωρημένος, διότι ο γιος του εγκατέλειψε την πατροπαράδοτη ειδωλολατρική θρησκεία. Όταν έφθασε στη Χίο, δε δυσκολεύτηκε να δει το γιο του. Ο Ισίδωρος, μόλις αντίκρισε τον πατέρα του, με πολλή ευλάβεια και στοργή τον ασπάσθηκε συγκινημένος.
Το ίδιο έκανε και ο πατέρας του, αλλά δεν άργησε να εκφράσει και τη θλίψη του γι’ αυτόν. Ο Ισίδωρος του είπε ότι μάλλον έπρεπε να χαίρεται, διότι είδε το φως που προσφέρει ο Ιησούς Χριστός.
Ο πατέρας του τον παρακάλεσε θερμά να επιστρέψει στην ειδωλολατρία, αλλά ο Ισίδωρος έμεινε αμετακίνητος στην πίστη του. Τότε, οργισμένος αυτός, τον καταράστηκε και παρότρυνε το Νουμέριο να τον θανατώσει το συντομότερο. Και πράγματι, ο Ισίδωρος μετά από διάφορα βασανιστήρια αποκεφαλίσθηκε.
Έτσι, επαληθεύεται ο λόγος του Κυρίου, ότι «παραδώσει εἰς θάνατον πατὴρ τέκνον» (Ματθαίου Ι’ 21). Δε θα είναι, δηλαδή, μόνο οι ξένοι εναντίον των αγωνιζομένων χριστιανών, αλλά και οι άνθρωποι του σπιτιού τους. Και θα παραδώσει στο θάνατο ο άπιστος πατέρας το πιστό παιδί του.
Το σεπτό λείψανό του το έριξαν σε φαράγγι, για να τον καταφάγουν τα όρνεα, λίγοι δε στρατιώτες φύλαγαν εκεί, μην τυχόν έλθουν οι Χριστιανοί και παραλάβουν το σώμα. Όμως, μία Χριστιανή, ονόματι Μυρόπη, ήλθε τη νύχτα και με την βοήθεια δύο υπηρετριών, την ώρα που οι στρατιώτες είχαν πέσει και ησύχαζαν, παρέλαβε το ιερό λείψανο, το οποίο ενταφίασε.
Την επομένη, ο Νουμέριος πληροφορήθηκε ότι το λείψανο του Μάρτυρος είχε αρπαχθεί. Υπέθεσε ότι οι στρατιώτες δελεάστηκαν με χρήματα και δώρα και επέτρεψαν στους Χριστιανούς να παραλάβουν το σώμα του Αγίου. Γι’ αυτό τους φυλάκισε, ενώ παράλληλα κυκλοφόρησε την είδηση ότι θα τους φονεύσει , αν δεν του πουν σε ποιον παρέδωσαν το λείψανο.
Η Μυρόπη έκρινε ότι θα ήταν άδικο να εκτελεσθούν οι στρατιώτες. Γι’ αυτό παρουσιάσθηκε στον Νουμέριο και του δήλωσε την αλήθεια. Εκείνος έδωσε εντολή να την φυλακίσουν. Μετά το μαρτύριό της, οι Χριστιανοί έθαψαν με ευλάβεια το λείψανο της Παρθενομάρτυρος κοντά στον τάφο, όπου προηγουμένως αυτή είχε αποθέσει αυτό του Αγίου Ισιδώρου.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Ως στρατευθείς τω Βασιλεί των αιώνων, των επιγείων την στρατείαν απώσω, και ευθαρςώς εκήρυξας Χριστόν τον Θεόν· όθεν τον αγώνά σου, τον καλόν εκτελέσας, Μάρτυς θεοδόξαστος, του Σωτήρος εδείχθης ον εκδυσώπει σώζεσθαι ημάς, τους σε τιμώντας, παμμάκαρ Ισίδωρε.


Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΜΑΣ

                

Μοιάζει ευεξήγητη, αν και στην πραγματικότητα είναι ακατανόητη η βία των καιρών μας. Παιδιά που δεν έχουν αναγνώριση από το σπίτι, που οι γονείς τα δίνουν όλα, χωρίς εκείνα να χρειαστεί να κοπιάσουν για κάτι ή για να στερηθούν, παιδιά με αδύναμο χαρακτήρα που παρασύρονται από τις παρέες τους, παιδιά που μιμούνται συμπεριφορές, που αισθάνονται σπουδαία όταν βιντεοσκοπούν και ανεβάζουν στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης τα κατορθώματά τους, παιδιά χωρίς όρια που συναντούνε άλλα παιδιά εξίσου χωρίς όρια ή παιδιά αδύναμα, στα οποία μπορούν να κάνουν επίδειξη δύναμης. Παιδιά που δεν έχουν σχέση με τον Θεό, ακόμη κι αν δεν είναι άθεα, παιδιά  που δεν νιώθουν τη σημασία των πνευματικών αξιών, της ανθρωπιάς, της αγάπης, της αλήθειας  ως κλειδιών για τη ζωή τους, διότι και οι μεγάλοι εξίσου δεν νιώθουν, ώστε να πιαστούν και να ελπίσουν.  

                Κι όμως, είναι ακατανόητη η βία όταν έχουμε να κάνουμε με εικόνες Θεού. Όταν οι άνθρωποι γνωρίζουμε καλώς ότι έχουμε πλαστεί σύμφωνα με τον Δημιουργό μας και μας δόθηκε ως σκοπός το να Του μοιάσουμε, κι όμως διαλέγουμε την οδό της σκληρότητας, της απανθρωπιάς, του ελλείμματος της αγάπης, σαν να μην έχουμε φωνή Θεού μέσα μας, είναι ένας δρόμος που μοιάζει χωρίς προορισμό, χωρίς ερμηνεία, χωρίς ελπίδα. Είναι η αυτοθέωσή μας η αιτία που μας κάνει  να μην πονάμε μ’ αυτόν που πονά; Είναι ο εγωισμός μας που μας κάνει να θέτουμε τη δόξα και την εξουσία πιο πάνω από τον πλησίον; Πάντως, αλλαγή δεν θα έρθει αν δεν θελήσουμε να ξαναβρούμε τον αυθεντικό μας προορισμό.

                Είναι θέμα παιδείας αυτή η διαδρομή; Όσο κι αν η εποχή μας θέλει να είναι αισιόδοξη, είναι δεδομένο ότι η εκπαίδευση δεν αρκεί. Όπως δεν είναι αρκετό ένα μάθημα Θρησκευτικών για να πιστέψουν τα παιδιά στον Θεό, έτσι δεν είναι αρκετό ένα μάθημα ανοχής, συμπερίληψης, διαμεσολάβησης, για να κατανοήσουν και να ζήσουν τα παιδιά τη συνύπαρξη. Αν το εγώ κυριαρχεί άμεσα, με τη δύναμη και τη φιλοδοξία, ή έμμεσα, με την ανάγκη για αυτοβεβαίωση, ώστε να υπερβούμε την αυτολύπηση και την απόγνωση για αυτό που πιστεύουμε ότι δεν είμαστε, όσο μαθήματα κι αν παρακολουθήσουμε, δεν θα αλλάξει κάτι στη ζωή μας. Όση αγάπη κι αν πάρουμε, όσες ευκαιρίες κι αν μας δοθούν, εμείς θα επιμένουμε πεισματικά στον θρίαμβο του «εγώ» μας, που συχνά γίνεται καταστροφικό. Γιατί η βία είναι καταστροφή, όχι μόνο για τους άλλους, αλλά και για εμάς, όταν εκπορεύεται από εμάς. Ό,τι έχει να κάνει με εξουσία, άλλωστε, στην πραγματικότητα μπορεί να ικανοποιεί, αλλά δεν ομορφαίνει αληθινά τη ζωή, διότι ο εξουσιαστής ικανοποιεί το εγώ του, λησμονεί όμως ότι η αναγνώριση από τους άλλους έρχεται όταν μας αγαπούνε, όχι όταν μας φοβούνται. Διότι ο φόβος γεννά μνήμες και υπαγορεύει συμπεριφορές, δεν φέρνει όμως χαρά, που είναι η προϋπόθεση της ευτυχίας.

                Η βία των καιρών μας, ενδοσχολική, οικογενειακή, πολεμική, κοινωνική, ψυχολογική, δεν γιατρεύεται δίχως αγάπη. Δίχως την επίγνωση ότι η πίστη έχει τη δύναμη να αλλάξει την πορεία της καρδιάς μας, διότι όποιος πιστεύει κάνει ένα βήμα πιο πέρα από το εγώ και γι’ αυτό δεν νικιέται από τον πειρασμό της επικράτησης. Ακόμη κι αν χάνει, οργανώνεται, υπερασπίζεται ό,τι αληθινό, προσπαθεί και πάλι να κερδίσει με τη χαρά του παιχνιδιού που κάθε σχέση συνεπιφέρει, με τη χαρά της μίμησης του Χριστού που αντέχει, συγχωρεί, επιμένει, δείχνοντας ότι η αγάπη είναι το κλειδί. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Τη μια στιγμή λέω «τους συγχωρώ», και την άλλη πάλι η καρδιά μου βαραίνει.


Πάτερ μου,με κυνηγάνε οι λογισμοί, οι στενοχώριες, τα λόγια των ανθρώπων. Προσπαθώ να ηρεμήσω, μα δεν μπορώ. Τη μια στιγμή λέω «τους συγχωρώ», και την άλλη πάλι η καρδιά μου βαραίνει. Κάποτε είχα δύναμη, μα τώρα νιώθω πως έφυγε κι αυτή.

Και τότε ο ιερέας αποκρίθηκε:
«Παιδί μου, μη φοβάσαι. Δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς βάσανα και χωρίς στενοχώριες. Όλους κάτι τους κυνηγάει σε αυτή τη ζωή. Μα καμιά φορά πρέπει να μάθεις να αγνοείς ό,τι σου κλέβει την ειρήνη. Μην κρατάς κάθε λόγο μέσα σου και μην αφήνεις τον θυμό να φωλιάζει στην καρδιά σου.Ο Θεός βλέπει τον αγώνα σου. Ηρέμησε λίγο, κάνε την προσευχή σου και άφησε τον χρόνο να περάσει. Η ψυχή δεν γαληνεύει με τη βία, αλλά με υπομονή και πίστη. Και να θυμάσαι: όποιος συγχωρεί αληθινά, πρώτα ελευθερώνει τον εαυτό του.»

Έτσι ο λαϊκός σώπασε λίγο, σκούπισε τα μάτια του και ένιωσε μέσα του μια μικρή παρηγοριά

Δεν είναι καλό ν’ αφηνόμαστε

 

Αγίου Πορφυρίου λόγος

Στην εκκλησία, εννοώ στον Άγιο Γεράσιμο, πολύ συγκινιόμουνα, άκουγα το Ευαγγέλιο και συγκινιόμουνα.

Το πάθαινα αυτό, επειδή «έβλεπα» την εικόνα, τον Χριστό τον ίδιο… Μια Μεγάλη Παρασκευή κάναμε την ακολουθία. Η εκκλησία ήταν γεμάτη κόσμο. Τι έπαθα εκεί!

Διάβαζα το Ευαγγέλιο κι όταν έφθασα στη φράση: «Ηλί, Ηλί, λιμά σαβαχθανί· τούτ’ έστι Θεέ μου, Θεέ μου, ινατί με εγκατέλιπες;» δεν μπόρεσα να την τελειώσω. Δεν είπα το «ινατί με εγκατέλιπες;»…

Με πλημμύρισε η συγκίνηση, κόπηκε η φωνή μου.

Μπροστά μου είχα όλη την τραγική σκηνή.

Είδα εκείνο το πρόσωπο.

Άκουσα εκείνη τη φωνή.

Τον έβλεπα τον Χριστό πολύ ζωντανά.

Ο κόσμος κάτω περίμενε. Εγώ τίποτα, αδύνατον να προχωρήσω…

Αφήνω το Ευαγγέλιο στο τετράποδο και γυρίζω μέσα στο Ιερό. Κάνω το σταυρό μου, ασπάζομαι την Αγία Τράπεζα.

Έβαλα μία άλλη εικόνα, πιο ωραία, μέσα μου. Όχι πιο ωραία. Πιο ωραία από κείνη δεν υπήρχε, αλλά ήλθε στο νου μου η Ανάσταση.

Αμέσως γαλήνευσα… Μετά βγήκα στην Ωραία Πύλη και είπα: Συγχωρέστε με, παιδιά μου, παρασύρθηκα.

Μετά πήρα το Ευαγγέλιο και το είπα απ’ την αρχή, εκείνη όμως την ώρα, όλο το εκκλησίασμα πέταξε δάκρυα. Ήταν κακό αυτό,

Ο καθένας μπορεί να σκέπτεται ό,τι θέλει, δεν είναι όμως καλό ν’ αφηνόμαστε, πρέπει να είμαστε συγκρατημένοι.

Αμήν

Την ευχή του αγίου πατέρα και αδερφού μας να ΄χουμε και τη μνήμη του βίου και του λόγου του,

Η ΑΓΙΑ ΓΛΥΚΕΡΙΑ

 

Ορθόδοξος Συναξαριστής :: Αγία Γλυκερία

 Τη μνήμη της τιμά σήμερα, 13 Μαΐου, η Εκκλησία μας. Η Αγία Γλυκερία γεννήθηκε στην Τραϊανούπολη το 2ον μ.Χ. αι., όταν αυτοκράτορας ήταν ο Αντωνίνος ο Ευσεβής (138 – 161 μ.Χ.). Ο πατέρας της ονομαζόταν Μακάριος και είχε διατελέσει ύπατος. Σε μικρή ηλικία, ασπάσθηκε το Χριστιανισμό και ανέπτυξε έντονη χριστιανική και κατηχητική δράση.

 Όταν πληροφορήθηκε το γεγονός ο ηγεμόνας Σαββίνος, την κάλεσε να παρουσιασθεί μπροστά του. Με μεγάλη προθυμία η Αγία εμφανίσθηκε σ’ εκείνον έχοντας σημειώσει στο μέτωπό της τον Τίμιο Σταυρό και δεν δίστασε να ομολογήσει με παρρησία και σθένος την πίστη της στο Σωτήρα και Λυτρωτή Ιησού Χριστό.
Εκείνος έξαλλος την οδήγησε με τη βία στον ειδωλολατρικό ναό για να προσευχηθεί και να θυσιάσει στο είδωλα. Εκεί η Γλυκερία αφού προσευχήθηκε θερμά, συνέτριψε το άγαλμα του Δία. Εξοργισμένοι οι ειδωλολάτρες, την έσυραν έξω και τη λιθοβόλησαν με μανία.
Όμως ούτε μία πέτρα δεν άγγιξε την Αγία, με αποτέλεσμα πολλοί να πιστεύσουν στο Χριστό. Στη συνέχεια, αφού υπέστη διάφορα βασανιστήρια ρίχθηκε στη φυλακή, όπου κατήχησε και έφερε στη χριστιανική πίστη το δεσμοφύλακά της Λαοδίκιο, ο οποίος εν συνεχεία ομολόγησε με θάρρος την πίστη του και μαρτύρησε για το Χριστό. Αμετάπειστος ο τύραννος, διέταξε να βασανίσουν εκ νέου τη Γλυκερία και έπειτα να τη ρίξουν στο άγρια θηρία. Όμως και εκείνα την σεβάστηκαν, αν και ένα εξ’ αυτών τη δάγκωσε με αποτέλεσμα η Αγία να παραδώσει σε ολίγες ημέρες το πνεύμα της στον αθλοθέτη Κύριο.
Το ιερό λείψανό της παρέλαβε ο Επίσκοπος της Ηρακλείας Δομίτιος και το τοποθέτησε σε ευπρεπή τόπο κοντά στην πόλη. Μαρτυρώνται δε πολλά θαύματα, ιάσεων και θεραπείες δαιμονισμένων, τα οποία επιτελούσε η Αγία σε όσους με πίστη κατέφευγαν να προσκυνήσουν το Ιερό λείψανό της.
Απολυτίκιο:
Ήχος γ’. Την ωραιότητα.
Την καλλιπάρθενον, Χριστού τιμήσωμεν, την αριστεύσασαν πόνοις αθλήσεως, και ασθένεια της σαρκός, τον όφιν καταβαλούσαν πόθω γαρ του Κτίσαντος, των βασάνων την έφοδον, παρ’ ουδέν ηγήσατο, και θεόθεν δεδόξασται προς ην αναβοήσωμεν πάντες, χαίροις θεόφρον Γλυκερία.