Ο άγιος 'Ιωάννης τοποθέτησε την πέτρα εκείνη στο σκευοφυλάκιο, για νά θυμίζει το θαύμα.

Η σύναξη των δικαίων γονέων της Υπεραγίας Θεοτόκου, σύμφωνα με την αρχαία εκκλησιαστική , παράδοση, ορίστηκε την επομένη του γενεσίου της Θεοτόκου, για τον λόγο ότι αυτοί έγιναν πρόξενοι της παγκόσμιας σωτηρίας με την γέννηση της αγίας θυγατέρας τους. «Τελείται δε η σύναξις αυτών εν τω εξαέρω οίκω της Θεοτόκου, πλησίον της μεγάλης εκκλησίας εν τοις Χαλκοπρατείοις».

Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανασίου
Μπορεῖ νὰ ἐπικοινωνήσει μέσῳ τοῦ διαδικτύου, νὰ στείλει email, νὰ γράψει μήνυμα στὸν ἄλλο μέσα σὲ λίγα μόλις δευτερόλεπτα, ἀλλὰ νὰ μὴν μπορεῖ νὰ ἐπικοινωνήσει μὲ τὸν ἢ τὴν σύζυγο καὶ τὰ παιδιά του. Διαλύσαμε τὰ σπίτια μας.
Ὅταν δυσκολευόμαστε νὰ ἐπικοινωνήσουμε μὲ τοὺς ἄλλους, πρέπει νὰ καταλάβουμε ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ προβλήματος δὲν ἔγκειται στὸν ἄλλο ἄνθρωπο ἀλλὰ σὲ ἐμᾶς. Ἐμεῖς φταῖμε καὶ ὄχι ὁ ἄλλος γιατί ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ βροῦμε σὲ ποιό σημεῖο μποροῦμε νὰ συναντηθοῦμε καὶ νὰ μιλήσουμε μαζὶ μὲ τὸν ἄλλο.
Εἶναι σὰν νὰ προσπαθοῦμε νὰ βροῦμε στὸ ραδιόφωνο τὴ συχνότητα κάποιου ραδιοφωνικοῦ σταθμοῦ καὶ νὰ συντονιστοῦμε μαζί του καὶ ὅσο καὶ νὰ ψάχνουμε δὲν μποροῦμε νὰ τὸν ἐντοπίσουμε. Δὲν φταίει ὁ σταθμὸς ἀλλὰ ἐσὺ ποὺ μπορεῖ νὰ μὴν βρίσκεσαι στὴν κατάλληλη θέση γιὰ νὰ συνδεθεῖς μαζί του. Ὁ σταθμὸς ἐκπέμπει στὴ δική του συχνότητα. Ἔτσι εἶναι καὶ ὁ κάθε ἄνθρωπος.
Με κούρασες και σε κούρασα εαυτέ μου.
Υπάρχει μια κούραση που δεν προέρχεται από όσα μας συμβαίνουν, αλλά από αυτό που είμαστε.
Το ξέρω καλά. Από μικρό παιδί παλεύω με το άγχος, τον φόβο, την αγωνία. Πέρασαν χρόνια, θεραπείες, προσευχές, στιγμές πίστης και στιγμές μεγάλης απογοήτευσης.
Και σήμερα, στα 51 μου, υπάρχουν ακόμη μέρες που αναρωτιέμαι: «Τόσο δρόμο έκανα και ακόμη εδώ;»
Ο άνθρωπος δεν ξεπερνά εύκολα τον εαυτό του. Τον χαρακτήρα του, την ιδιοσυγκρασία του, τις παλιές του άμυνες, εκείνον τον βαθύ τρόπο με τον οποίο έμαθε να φοβάται τη ζωή.
Ίσως αυτός να είναι ο πιο δύσκολος σταυρός: η καθημερινή συμβίωση με όσα μέσα μας δεν αλλάζουν όσο θα θέλαμε.
Και η πίστη;
Η δική μου τουλάχιστον δεν υπήρξε ποτέ ατσαλάκωτη.
Ράγισε πολλές φορές.
Άλλοτε ο Θεός ήταν τόσο κοντά που γέμιζαν όλα φως, κι άλλοτε έμοιαζε τρομακτικά σιωπηλός.
Σιγά σιγά όμως κατάλαβα κάτι.
Ο Χριστός δεν μου υποσχέθηκε ότι θα με απαλλάξει από κάθε αδυναμία. Μου υποσχέθηκε ότι δεν θα με αφήσει μόνο μέσα σ’ αυτήν.
Κι έτσι ακόμη παλεύω.
Ακόμη φοβάμαι.
Ακόμη κουράζομαι.
Αλλά κι ακόμη ελπίζω.
Όχι επειδή νίκησα τον εαυτό μου.
Αλλά επειδή άρχισα να πιστεύω πως ο Θεός δεν με εγκαταλείπει όταν εγώ δεν καταφέρνω να γίνω αυτός που θα ήθελα.
Ελάτε όλα τα έθνη, κάθε ανθρώπινη γενιά, και κάθε γλώσσα, και κάθε ηλικία, και κάθε αξίωμα, να γιορτάσουμε με αγαλλίαση την γέννηση της παγκόσμιας χαράς. Γιατί αν οι ειδωλολάτρες, με ψεύτικα δαιμονικά παραμύθια που ξεγελούν το μυαλό και σκοτεινιάζουν την αλήθεια, κι᾿ αν ακόμα προσφέροντας ο,τι είχαν και δεν είχαν τιμούσαν γενέθλια βασιλιάδων, που τους τυραννούσαν σ᾿ όλη τους τη ζωή, πόσο περισσότερο πρέπει εμείς να τιμούμε την γέννηση της Θεοτόκου, που ανώρθωσε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, που άλλαξε την λύπη της πρώτης μας μητέρας, της Εύας, σε χαρά; Εκείνη άκουσε την απόφαση του Θεού: «Με πόνους να γεννάς τα παιδιά σου». Αυτή: «Χαίρε, Κεχαριτωμένη». Εκείνη: «Στον άνδρα σου η υποταγή σου». Αυτή: «Ο Κύριος είναι μαζί σου». Τι άλλο λοιπόν από λόγο να προσφέρουμε στην Μητέρα του Λόγου; Όλη η κτίση ας γιορτάσει μαζί μας κι᾿ ας υμνήσει τον αγιασμένο καρπό της αγίας Άννας. Γιατί γέννησε στον κόσμο παντοτινό θησαυρό αγαθών, δηλ. την Παναγία. Με την μεσολάβηση της Παναγίας ο Πλάστης ξανάπλασε προς το καλύτερο ολόκληρη την πλάση, με την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Γιατί, αφού ο δημιουργικός Λόγος του Θεού έγινε ένα με την ανθρώπινη φύση, ενώθηκε συνάμα μ᾿ ολόκληρη την πλάση, αφού και ο άνθρωπος, μετέχοντας σε πνεύμα και σε ύλη, είναι σύνδεσμος όλης της ορατής και αόρατης δημιουργίας. Ας γιορτάσουμε λοιπόν την λύση της ανθρώπινης στειρότητας, γιατί πήρε τέλος για μας η στέρηση των αγαθών.
Για ποιο λόγο όμως γεννήθηκε η Μητέρα και Παρθένος από γυναίκα στείρα; Γιατί έτσι έπρεπε, αυτό που είναι «το μοναδικά καινούργιο κάτω από τον ήλιο», η βάση και τ᾿ αποκορύφωμα των θαυμάτων, ν᾿ ανοίξει το δρόμο του με θαύματα και σιγά-σιγά από τα πιο ταπεινά νάρθουν τα πιο μεγάλα. Υπάρχει όμως κι άλλος λόγος πιο υψηλός και πιο θεϊκός. Η φύση, νικημένη από τη χάρη, στεκόταν φοβισμένη· δεν είχε το θάρρος και τη δύναμη να προχωρήσει αυτή πρώτη. Όταν λοιπόν επρόκειτο να γεννηθεί η Θεοτόκος – Παρθένος από την Άννα, δεν τολμούσε η φύση να καρποφορήσει πριν από τη χάρη, αλλά έμενε άκαρπη, μέχρις ότου βλαστήσει η χάρη τον καρπό. Έτσι έπρεπε, να γεννηθεί πρωτότοκη εκείνη, που θα γεννούσε τον «πρωτότοκο όλης της δημιουργίας», που «όλα σ᾿ αυτόν χρωστούν την ύπαρξή τους». Καλότυχο ζευγάρι, Ιωακείμ και Άννα, όλη η κτίση σας ευγνωμονεί. Γιατί με τη μεσολάβησή σας δώρισε η πλάση στο Δημιουργό το πιο υπέροχο απ᾿ όλα τα δώρα· πολυσέβαστη Μητέρα, μοναδική, άξια του Πλάστη. Ευλογημένος είσαι Ιωακείμ, απ᾿ όπου βγήκε το ακηλίδωτο σπέρμα. Θαυμαστή μήτρα της Άννας, που μέσα της αναπτύχθηκε σιγά-σιγά, σχηματίσθηκε και γεννήθηκε πανάγιο βρέφος. Γαστέρα, που κυοφόρησες μέσα σου τον έμψυχο ουρανό, πλατύτερο από την απεραντοσύνη των ουρανών. Αλώνι, που κράτησες επάνω σου τη θημωνιά του ζωοποιού σιταριού, όπως το δήλωσε ο ίδιος ο Χριστός: «Αν δεν πέσει ο κόκκος του σιταριού στη γη και πεθάνει, παραμένει ολομόναχος». Μαστοί που θηλάσατε εκείνη, που έθρεψε τον τροφοδότη του κόσμου. Θαυμάτων θαύματα και παραδόξων παράδοξα. Γιατί έτσι έπρεπε, ν᾿ ανοίξει με τα θαύματα ο δρόμος, απ᾿ όπου με τρόπο ανέκφραστο, από αγάπη, κατέβηκε κοντά μας ο Θεός για να σαρκωθεί. Αλλά πως να προχωρήσω περισσότερο; Το μυαλό μου σαστίζει, φόβος και λαχτάρα με κυριεύουν. Η καρδιά μου χτυπάει και η γλώσσα μου δέθηκε. Δεν αντέχω στη χαρά, με καταβάλλουν τα θαύματα, ο πόθος με γεμίζει ενθουσιασμό. Ας νικήσει λοιπόν ο πόθος, ας υποχωρήσει ο φόβος, ας τραγουδήσει η κιθάρα του Πνεύματος: «Ας χαρούν οι ουρανοί κι᾿ ας πηδήσει απ᾿ τη χαρά της η γη».
Σήμερα ανοίγονται οι πύλες της στειρώσεως, και παρουσιάζεται θεϊκή, παρθενική πύλη, που από μέσα της θα περάσει και θα μπεί στην οικουμένη «σωματικά» ο Θεός, που βρίσκεται πέρα απ᾿ όλα τα όντα, όπως λέει ο Παύλος, ο ακροατής των ανέκφραστων μυστικών. Σήμερα από τη ρίζα του Ιεσσαί ξεφύτρωσε κλωνάρι, που πάνω του βλάστησε για χάρη του κόσμου θεοϋπόστατο άνθος. Σήμερα από τη γήινη φύση έφτιαξε ουρανό πάνω στη γη, εκείνος που άλλοτε παλιά δημιούργησε μέσα από τα νερά το στερέωμα και το ανέβασε στα ύψη. Κι᾿ αληθινά ο ουρανός αυτός είναι πολύ πιο θεικός και πολύ πιο καταπληκτικός από τον πρώτο. Γιατί ο Λόγος του Θεού, που δημιούργησε στον πρώτο ουρανό τον ήλιο, θα ανατείλει ο Ίδιος στο δεύτερο ουρανό, ήλιος δικαιοσύνης. Έχει δύο φύσεις, κι ας λυσσομανούν οι Ακέφαλοι· ένα πρόσωπο, μία υπόσταση, κι ας σκάσουν απ᾿ το κακό τους οι Νεστόριοι. Το άναρχο φως, που έχει την προαιώνια ύπαρξή του από άναρχο φως, το άυλο και ασώματο, παίρνει σώμα από γυναίκα και «σαν νυμφίος βγαίνει από νυφικό δωμάτιο», και, μ᾿ όλο που είναι Θεός, γίνεται έπειτα γήινος άνθρωπος. Σαν «γίγαντας» θα τρέξει με χαρά τον δρόμο της δικής μας ζωής, και μέσα από τα πάθη θα προχωρήσει για να πεθάνει και να δέσει τον ισχυρό, το διάβολο, και να του αρπάξει την περιουσία, την ανθρώπινη φύση μας, και να ξαναφέρει στην ουράνια γη το χαμένο πρόβατο. Σήμερα ο «γιός του μαραγκού», ο παντεχνίτης Λόγος του Θεού, που χάρη σ᾿ Αυτόν ο Πατέρας δημιούργησε τα πάντα, το δυνατό χέρι του μεγάλου Θεού, έχοντας, με το Άγιο Πνεύμα σαν δάχτυλά του, ακονίσει το στομωμένο σκεπάρνι της φύσεως, εφτίαξε για τον εαυτό του έμψυχη σκάλα, που η βάση της στηρίζεται πάνω στη γη και το κεφάλι της ακουμπάει στον ουρανό, που πάνω της αναπαύεται ο Θεός, που την εικόνα της αντίκρισε ο Ιακώβ. Απ᾿ αυτή αφού κατέβηκε, χωρίς να μετακινηθεί από τη θέση του ο Θεός, πιο σωστά αφού ταπεινώθηκε, «φανερώθηκε πάνω στη γη» και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους. Αυτά όλα λοιπόν σημαίνουν η κατάβαση, η συγκαταβατική ταπείνωση, η πολιτεία του πάνω στη γη, την πιο βαθιά γνώση, που δόθηκε στους ανθρώπους της γης. Πάνω στη γη στηρίχθηκε η νοητή σκάλα, η Παρθένος· γιατί γεννήθηκε από τη γη· και η κεφαλή της φθάνει στον ουρανό. Η κεφαλή, βέβαια, κάθε γυναίκας είναι ο άνδρας· για την Παρθένο όμως μία και δεν γνώρισε άνδρα, έγινε κεφαλή της ο Θεός και Πατέρας, αφού με το Άγιο Πνεύμα έκανε συμφωνία με την Παρθένο κι αφού έστειλε σαν κάποιο θεικό πνευματικό σπόρο, το Υιό και Λόγο του, την παντοδύναμη δύναμή Του. Πραγματικά με το ευλογημένο θέλημα του Πατέρα, έγινε υπερφυσικά, χωρίς μεταβολή, ο Λόγος σάρκα, όχι με φυσική ένωση, αλλά ξεπερνώντας τους νόμους της φύσεως, από το Άγιο Πνεύμα και από την Παρθένο Μαρία και «κατασκήνωσε ανάμεσά μας». Γιατί η ένωση του Θεού με τους ανθρώπους γίνεται με το Άγιο Πνεύμα. «Όποιος μπορεί ας το καταλάβει. Όποιος έχει αυτιά, ας ακούσει».
Ας ξεφύγουμε από τις ανθρώπινες σκέψεις. Άνθρωποί μου, η θεότητα είναι απαθής, δεν παθαίνει αλλοιώσεις. Εκείνος που την πρώτη φορά γέννησε αναλλοίωτα με τρόπο φυσικό, γεννάει αναλλοίωτα τον ίδιο Υιό για δεύτερη φορά με «κατά θεία οικονομία». Και είναι μάρτυρας ο Δαβίδ, ο προπάτορας του Θεού, λέγοντας: «Ο Κύριος είπε σε μένα. Εσύ είσαι Υιός μου, εγώ σήμερα σε γέννησα». Αυτή η λέξη «σήμερα» δεν έχει θέση στην προαιώνια γέννηση, γιατί η γέννηση εκείνη βρίσκεται έξω από το χρόνο.
Σήμερα χτίζεται η πύλη που κοιτάει στην ανατολή, απ᾿ όπου ο Χριστός «θα μπει και θα βγει», αφήνοντας την κλεισμένη· στην πύλη αυτή ο Χριστός είναι «η θύρα των προβάτων». «Ανατολή» είναι το όνομα Εκείνου, που μας οδήγησε κοντά στον αρχίφωτο Πατέρα. Σήμερα φύσηξαν χαράς πνοές, προμηνύματα της παγκόσμιας Χαράς. Ας χαμογελά πάνω ο ουρανός, κι᾿ ας πηδά απ᾿ τη χαρά της κάτω η γη, ας πάλλεται η θάλασσα του κόσμου. Μέσα της γεννιέται το κογχύλι, το στρείδι, που με την αστραπή του Θεού απ᾿ τα ουράνια θα συλλάβει στα σπλάχνα του, και θα γεννήσει το πολύτιμο μαργαριτάρι, τον Χριστό. Απ᾿ αυτό το στρείδι θα βγει ο «δοξασμένος βασιλιάς», ντυμένος την πορφύρα της σάρκας, που αφού επισκεφθεί τους αιχμαλώτους θα διακηρύξει την απελευθέρωσή τους. Ας πηδά απ᾿ τη χαρά της η φύση· γεννιέται η αμνάδα, η προβατίνα, που απ᾿ αυτήν ο βοσκός θα ντύσει το πρόβατο, και θα ξεσχίσει το ρούχο της παλιάς θανατικής καταδίκης μας. Ας χορεύει η παρθενία, αφού γεννήθηκε όπως είπε ο Ησαΐας παρθένος, που θα «συλλάβει στην κοιλιά της και θα γεννήσει υιό, που θα του δώσουν το όνομα Εμμανουήλ», που σημαίνει «ο Θεός είναι μαζί μας». «Ο Θεός είναι μαζί μας», μάθετε το καλά Νεστόριοι κι᾿ αναγνωρίστε την ήττα σας. «Είν᾿ ο Θεός μαζί μας» ! Όχι άγγελος, όχι απεσταλμένος, αλλά ο Ίδιος ο Κύριος θά ‘ρθει και θα μας σώσει.
«Ευλογημένος Αυτός που έρχεται στ᾿ όνομα του Θεού· ο Κύριος παρουσιάσθηκε μπροστά μας». Ας γιορτάσουμε για τη γέννηση της Θεοτόκου. Χαμογέλασε Άννα, «στείρα που δεν γεννούσες, ξέσπασε σε κραυγές χαράς, ξεφώνισε, συ που δεν δοκίμαζες της γέννας πόνους». Πήδησε απ᾿ τη χαρά σου Ιωακείμ, από τη θυγατέρα σου «γεννήθηκε το παιδί μας», ο υιός που μας δόθηκε δώρο και τ᾿ όνομά του λέγεται «Μεγάλης Βουλής Άγγελος, δηλ. αγγελιοφόρος που φέρνει το μεγάλο θέλημα του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου, Θεός δυνατός», η σωτηρία όλου του κόσμου. Ας ντροπιαστεί ο Νεστόριος, κι ας κλείσει με το χέρι του το στόμα. Το παιδί είναι Θεός, πως δεν θά ΄ναι Θεοτόκος αυτή που το γέννησε; «Αν κάποιος δεν αναγνωρίζει την αγία Παρθένο ως Θεοτόκο, βρίσκεται χωρισμένος απ᾿ τον Θεό». Αυτά δεν είναι δικά μου λόγια, αν και τα λέω εγώ. Τα πήρα, θεολογική κληρονομιά, από τον πατέρα της Εκκλησίας μας, τον Θεολόγο Γρηγόριο.
Καλότυχο ζευγάρι, Ιωακείμ και Άννα, κι αληθινά αγνότατο. Απ᾿ τον καρπό των σπλάγχνων σας γίνατε γνωστοί, καθώς είπε ο Κύριος κάπου: «Θα τους γνωρίσετε καλά από τους καρπούς που θα κάνουν». Με τη ζωή σας δώσατε χαρά στο Θεό και γίνατε άξιοι της κόρης που γεννήσατε. Ζώντας τη ζωή σας με αγνότητα και αγιότητα καρποφορήσατε το στολίδι της παρθενίας, παρθένο προτού να γεννήσει, παρθένο την ώρα που γεννούσε, και παρθένο αφού γέννησε, τη μοναδική που μένει και σε νου και σε ψυχή και σε σώμα πάντοτε παρθένος. Έτσι έπρεπε να γίνει, η παρθένος που βλάστησε απ᾿ τη δική σας αγνότητα να γεννήσει σωματικά το μονάκριβο, μονογέννητο φως, με την ευδοκία εκείνου που το γέννησε ασώματα. Φως που δεν γεννάει, αλλά πάντοτε γεννιέται από φως, που η γέννηση είναι η ξεχωριστή προσωπική του ιδιότητα.
Σε πόσα θαύματα και σε πόσες συμφωνίες έγινε εργαστήριο αυτή η Κόρη! Αφού γεννήθηκε από στείρα, γέννησε με τρόπο παρθενικό Εκείνον, που ένωσε θεότητα και ανθρωπότητα, πόνο και απάθεια, τη ζωή και το θάνατο, για να νικηθεί έτσι σ᾿ όλα το χειρότερο από το καλύτερο. Κι᾿ όλα αυτά για τη δική μου σωτηρία, Δέσποτα. Τόσο πολύ μ᾿ αγάπησες, ώστε μ᾿ έσωσες όχι με αγγέλους, ούτε με κάποιο άλλο δημιούργημα, αλλά όπως ακριβώς εσύ ο ίδιος με έπλασες την πρώτη φορά, έτσι πάλι εσύ ο ίδιος εργάσθηκες και για την ανάπλασή μου. Γι᾿ αυτό χορεύω και λέω μεγάλα λόγια και νιώθω μεγάλη χαρά, και ξαναγυρίζω πάλι πίσω στη πηγή των θαυμάτων και πλημμυρισμένος με το νάμα της ευθυμίας, αρπάζω την κιθάρα του Αγίου Πνεύματος και θεϊκό ύμνο τραγουδώ στη γέννησή της. Ιωακείμ και Άννα, ζευγάρι λογικά τρυγόνια σωφρονέστατο! Εσείς, με το να κρατήσετε το φυσικό νόμο της σωφροσύνης, αξιωθήκατε με δώρα υπερφυσικά· γεννήσατε τη Μητέρα του Θεού, την ανέγγιχτη από άνδρα. Εσείς, αφού ζήσατε με ευσέβεια και οσιότητα μέσα στα όρια της ανθρώπινης φύσεως, γεννήσατε την ανώτερη από αγγέλους Κόρη, την Κυρία των αγγέλων.
Ω Κόρη, πανέμορφη και γλυκύτατη. Κρίνο που ξεφύτρωσες ανάμεσα στ᾿ αγκάθια, από την πιο ευγενική και βασιλική ρίζα του Δαβίδ. Χάρη σε Σένα, Παρθένε, πλουτίσθηκε η βασιλεία με την ιεροσύνη. Χάρη σε Σένα μετακινήθηκε ο νόμος και ανακαλύφθηκε το πνεύμα, που κρυβότανε κάτω από το γράμμα, αφού η ιερατική εξουσία πέρασε από τη λευιτική στη δαβιτική φυλή. Ρόδο (τριαντάφυλλο), που ξεφύτρωσες μέσα από τ᾿ αγκάθια των Ιουδαίων, και πλημμύρισες με το θεϊκό σου άρωμα τα σύμπαντα. Κόρη του Αδάμ και Μητέρα του Θεού. Ευλογημένη η μέση και τα σπλάγχνα απ᾿ όπου βλάστησες. Ευλογημένη η αγκαλιά που σε κράτησε και τα χείλη που απολαύσανε τα αγνά σου φιλιά, δηλ. τα χείλη των γονιών σου μονάχα, για να μείνεις πάντοτε, σ᾿ όλα παρθένος.
π. Ἀνδρέας Ἀγαθοκλέους
Στὸ βιβλίο «Εἶπε Γέρων» – ἔκδοση Ἀστέρος – καταγράφεται ὁ διάλογος τοῦ Ἀββᾶ Θεόδωρου τῆς Φέρμης μὲ ἕνα μοναχό:
– Πές μου δυὸ λόγια, γιατί χάνομαι.
Καὶ μόλις καὶ μετὰ βίας τοῦ ἀποκρίνεται ὁ Ἀββᾶς:
– Ἐγὼ κινδυνεύω καὶ τί μπορῶ νὰ σοῦ πῶ;
Διαβάζοντας κανεὶς τὸ πιὸ πάνω περιστατικό, διαπιστώνει:
1. Τὴν ἀνάγκη γιὰ ἀνθρώπινη συμπαράσταση, ὅταν οἱ πειρασμοὶ καὶ οἱ δυσκολίες τῆς ζωῆς ὁδηγοῦν στὴν κατάρρευση. Ἡ μοναξιὰ καὶ ἡ ἀπομόνωση γίνονται θάνατος, ἐνῶ ἡ συμπόρευση ἀνόρθωση καὶ δύναμη.
2. Τὴν πραγματικότητα τῆς ἀνθρώπινης πορείας ποὺ ἔχει «τὰ πάνω καὶ τὰ κάτω της», τὶς χαρὲς καὶ τὶς θλίψεις της, τὸ φῶς καὶ τὸ σκοτάδι της.
Ἀπ’ αὐτὴ τὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι ἐκτὸς κανείς. Ὅλοι, μοναχοί, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ἐνάρετοι καὶ ἀμετανόητοι, ἔχουν καὶ τὶς δύσκολες ὧρες τους.
Τὸ σύνθημα «μὲ τὸ Χριστὸ πάντα χαρούμενοι», φαίνεται πὼς παραπλανᾶ ἀντὶ νὰ βοηθᾶ.
Τὸ Εὐαγγέλιο, ὅπως καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, ποὺ εἶναι ἀληθινό, μᾶς λέει ὅτι «στὸν κόσμο θὰ ἔχουμε θλίψεις», ὅτι ὁ πόνος τῆς ψυχῆς εἶναι ἐπώδυνος, ὅτι ἡ ὁδὸς εἶναι «τεθλιμμένη».
Στὶς καταστάσεις αὐτὲς δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ἡ χαρά! Μπορεῖ ὅμως νὰ ὑπάρχει ἡ εἰρήνη τῆς καρδιᾶς, ὅμοια μὲ τὴν εἰρήνη ποὺ εἶχε ὁ Χριστὸς τὴ νύχτα ποὺ ὁδηγεῖτο στὸ Γολγοθὰ καὶ στὸ θάνατο.
Τὶς στιγμὲς τοῦ μεγάλου πόνου ὁ ἄνθρωπος χρειάζεται ἄνθρωπο, γιὰ νὰ τοῦ κρατήσει τὸ χέρι καὶ νὰ τοῦ μεταγγίσει τὴν ἀγάπη ποὺ συμπάσχει καὶ γι’ αὐτὸ ζωοποιεῖ.
Ἂν αὐτὸ τὸ χέρι δὲν ὑπάρχει, φαίνεται ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία ὅτι ἔρχεται ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὡς ὁ «πάσχων Θεός», καὶ παρηγορεῖ, δυναμώνει, ζωοποιεῖ.
Χρειάζεται, βέβαια, ὑπομονὴ καὶ πίστη μὲ ταπεινὸ φρόνημα, χωρὶς σκληρότητα τῆς καρδιᾶς ποὺ διώχνει τόσο τὴν ἀνθρώπινη παρουσία ὅσο καὶ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.
Ὅπως τὴν ὥρα τῆς κακοκαιρίας, μὲ τὴ νεροπομπὴ καὶ τοὺς κεραυνούς, δὲν ἀρχίζει κανεὶς τὸν περίπατο στὴ φύση, ἔτσι καὶ τὴν ὥρα τῶν δοκιμασιῶν μαζεύεται.
Ἡ σιωπή, ἡ προσευχή, ἡ περισυλλογή, ἀνασυγκροτοῦν τὴν ὕπαρξή μας, δυναμώνουν τὴν ψυχὴ καὶ τὴ βοηθοῦν νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς δύσκολες ὧρες.
Εἶναι σημαντικὸ νὰ ἔχουμε ἐλπίδα σ’ αὐτὲς τὶς ὧρες. Νὰ περιμένουμε τὴν πρακτικὴ ἐφαρμογὴ τῆς σοφῆς διαπίστωσης τῶν προγόνων μας «κι αὐτὸ θὰ περάσει».
Νὰ αἰσθανόμαστε τὶς δύσκολες ὧρες ὅπως τὰ σύννεφα ποὺ σκεπάζουν τὴν εὐεργετικὴ ἐπίδραση τοῦ Ἥλιου. Ὅσο μαῦρα καὶ νὰ εἶναι, κάποια στιγμὴ θὰ φύγουν καὶ θὰ λάμψει ὁ Ἥλιος.
Σημασία ἔχει ὁ Ἥλιος κι ὄχι τὰ προσωρινὰ σύννεφα.
Ἔχοντας ἕνα Θεὸ – Πατέρα ποὺ εἶναι ὁ ὄντως Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, τὰ ἀδέλφια μας – ἁγίους ποὺ γνωρίζουν τὶς δύσκολες ὧρες καὶ κυρίως τὴν Παναγία ὡς τὴ Μάνα ποὺ κατανοεῖ καὶ συμπεριφέρεται μὲ στοργή, μποροῦμε νὰ προχωροῦμε χωρὶς ἀπόγνωση, ἀκουμπώντας ὁ ἕνας στὸν ἄλλο ὡς μέλη τοῦ ἴδιου σώματος.
Τελειώνω μὲ τὴν παράθεση ἑνὸς τροπαρίου – προσευχῆς πρὸς τὴ Θεοτόκο, ἀπὸ τὴν Παρακλητική:
«Παῦσον τὸν πόνο τῆς πολυστενάκτου ψυχῆς μου, ἡ παύσασα πᾶν δάκρυον ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς!
σὺ γὰρ βροτῶν τὰς ὀδύνας διώκεις, ἁμαρτωλῶν τὴν κατήφειαν λύεις! Σὲ πάντες κεκτήμεθα, ἐλπίδα καὶ στή ριγμα, Παναγία Μητροπάρθενε».
π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
Οι παιδικές αντιλήψεις μας περί Θεού, ίδιες με τις θρησκευτικές, μας παρουσιάζουν ένα δυνατό Θεό, απαιτητικό και σκληρό, να κατασκοπεύει τη ζωή μας και να τιμωρεί τις παρακοές μας που αντιτίθενται στο θέλημά Του. Αντιλήψεις που ταλαιπωρούν, που δημιουργούν φοβίες και ενοχές, ώστε θα ήταν προτιμότερο «να μην υπάρχει Θεός». Βέβαια, όσοι αρνούνται τέτοιο Θεό δεν σημαίνει ότι είναι άθεοι.
Ωστόσο, και στην Παλαιά Διαθήκη, την οποίαν αποδεχόμαστε ως θεόπνευστη, παρατηρείται ένας Θεός να θυμώνει και να τιμωρεί. Όμως, η Παλαιά Διαθήκη προετοιμάζει για τον ερχομό του Θεανθρώπου, που, πλέον, αποκαλύπτεται ο Θεός της τέλειας αγάπης, συγκατάβασης, συγχώρησης. Γι’ αυτό, ακόμα και στην Παλαιά Διαθήκη φαίνονται αυτά τα χαρακτηριστικά Του, τα οποία σμίγουν με τον Θεό των θρησκειών. Είναι ως η Αλήθεια για το Πρόσωπό Του να κρύβεται και να αποκαλύπτεται κάπου - κάπου, όπως ο πατέρας προς το ανώριμο παιδί του …
Αυτός ο «δυνατός» πατέρας, όταν δει το «ανώριμο» παιδί του να πονά και να εκφράζει όλη την αδυναμία του, συντρίβεται και δείχνει τον πραγματικό εαυτό του.
Δεν είναι τυχαίο που ο Χριστός μάς είπε να αποκαλούμε τον Θεόν «Πατέρα». Δείχνει τη στενή σχέση μας μαζί Του, αλλά και τη στοργή, την αγκαλιά, την χωρίς όρια αγάπη Του. Αυτός, λοιπόν, ο Θεός, παραιτείται από την παντοδυναμία Του, όταν ο άνθρωπος παρουσιάζεται ενώπιόν Του με «καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην» (Ψαλμ. 50,19).
Ο δικός μας Θεός δεν θα εξουθενώσει αυτόν που οι συνθήκες της ζωής τον συνέτριψαν. Θα είναι κοντά του με την αόρατη Χάρη Του, γι’ αυτό και αντέχει! Ούτε θα απορρίψει αυτόν που συναισθάνεται την αμαρτωλότητά του και ζητώντας ταπεινά «συγγνώμη» μετανοεί, γι’ αυτό και νιώθει άνεση!
Ο δικός μας Θεός ταπεινώνεται, «κενώνει εαυτόν», με το να γίνει άνθρωπος. Εξευτελίζεται, σταυρώνεται και πεθαίνει, για χάρη των αγαπημένων. Γίνεται αδύνατος, ένα τίποτα, και χαρίζει τη δύναμη και το παν σε όσους τον μιμούνται.
Κάθε φορά που θα ταπεινωθείς μπροστά Του, που γίνεσαι όπως Αυτόν, Εκείνος σου χαρίζει τον Εαυτόν Του και, όπως το παιδί με τον πατέρα του, «τον κάνεις ό,τι θέλεις!». Αποκτάς την καλή παρρησία, την άνεση να τον αποκαλείς «Κύριο και Θεόν» σου, φίλον κι αδελφόν.
Κάθε φορά που συμμετέχεις με τους αδελφούς σου στη Θεία Λειτουργία και προσεύχεσαι ταπεινά για να κοινωνήσεις, συνειδητοποιώντας την αναξιότητά σου, ο Χριστός «κάμφθεται φιλευσπλάχνως». Αποκαλύπτει την αδυναμία Του στη δύναμη της Λειτουργίας.
Αυτός είναι ο δικός μας Θεός! Ο «Θεός των πατέρων ημών», ο Θεός της Ορθοδοξίας. Μαζί Του δεν φοβάσαι, δεν αγχώνεσαι, δεν αγωνιάς. Μόνο αγωνίζεσαι από φιλότιμο να ανταποκριθείς στην αγάπη Του, στην ταπείνωσή Του, στην αδυναμία Του να σε θέλει με πόθο και πάθος στους αιώνες.

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο η κοσμική γνώση εάν δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να συγχωρέσει τον πλησίον του, να του πει ένα καλό λόγο ή να του ρίξει μια γλυκιά ματιά; Τίποτα απολύτως.
Τι θα χρησιμεύσουν στον άνθρωπο εκατοντάδες μπουκάλια λάδι μπροστά στο καντήλι, εάν κανένα απ’ αυτά δεν έχει να μαρτυρήσει τη συγχώρεση μιας τουλάχιστον ταπεινωτικής προσβολής; Τίποτα απολύτως.


Του Θεοφιλ. Επισκόπου Τολιάρας και Νοτίου Μαδαγασκάρης κ. Προδρόμου
Πριν λίγες ημέρες έζησα μια από εκείνες τις στιγμές που δύσκολα περιγράφονται με λόγια.
Ένα μικρό παιδί ήρθε να με συναντήσει μαζί με τη μητέρα του. Η μητέρα του έχει μείνει ανάπηρη από πολιομυελίτιδα και βρίσκεται σε αναπηρικό καρότσι.
Ο μικρός την βοηθάει καθημερινά. Την μεταφέρει, την συνοδεύει παντού και είναι ουσιαστικά το στήριγμά της.
Κάποια στιγμή, καθώς περπατούσαν στον χωματόδρομο, το καρότσι δυσκολευόταν να προχωρήσει. Το παιδί προσπάθησε να το σπρώξει, αλλά δεν μπορούσε.
Και τότε πήγε μπροστά και άρχισε να το τραβάει.
Στεκόμουν και τον κοιτούσα…
Και χωρίς να το καταλάβω, γέμισαν τα μάτια μου δάκρυα.
Σκέφτηκα
Τι κάνει η αγάπη…
Πόση δύναμη μπορεί να δώσει σε ένα παιδί.
Όταν με πλησίασαν και αρχίσαμε να μιλάμε, ήρθε όμως η μεγαλύτερη έκπληξη.
Αυτή η γυναίκα, μαζί με το παιδί της, είχε κάνει τόσα χιλιόμετρα για να έρθει να με συναντήσει.
Και περίμενα, φυσικά, ότι θα μου ζητούσε κάτι για τον εαυτό της.
Όμως δεν μου ζήτησε τίποτα.
Μου είπε μόνο ότι στο χωριό τους υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που είναι άρρωστοι και χρειάζονται βοήθεια.
Και μου ζήτησε, αν μπορούμε, να πάμε εκεί μαζί με γιατρούς, για να τους εξετάσουμε και να τους βοηθήσουμε.
Εκεί πραγματικά έχασα τα λόγια μου.
Γιατί ένας άνθρωπος που ο ίδιος έχει ανάγκη από βοήθεια, σκέφτεται πρώτα τον διπλανό του.
Ένας άνθρωπος που κουβαλάει καθημερινά την δική του δυσκολία, βρίσκει χώρο στην καρδιά του και για την δυσκολία των άλλων.
Και τότε σκέφτηκα πόσα πράγματα έχουμε εμείς και πόσο συχνά θεωρούμε την ζωή μας δύσκολη.
Κι όμως, υπάρχουν άνθρωποι που μέσα στη δική τους δυσκολία συνεχίζουν να προσφέρουν.
Ίσως τελικά αυτό να είναι η πραγματική αγάπη.
Να μην κοιτάς μόνο τον δικό σου πόνο.
Να βλέπεις και τον πόνο του άλλου.
Το παιδί αυτό σήμερα μου έδειξε τι σημαίνει να αγαπάς…….
Και η μητέρα του μου έδειξε τι σημαίνει να αγαπάς τον συνάνθρωπό σου.
Έφυγα από αυτή τη συνάντηση με πολλή συγκίνηση.
Και με μια σκέψη που θα κρατήσω μέσα μου.
Όταν υπάρχει αγάπη, ακόμη και τα μικρά χέρια μπορούν να σηκώσουν μεγάλα βάρη.
Τι κάνει η αγάπη…

Του Πρεσβυτέρου Νικολάου Γονιδάκη
Στο σημερινό Αποστολικό μας Ανάγνωσμα, αγαπητοί μου εν Χριστώ αδελφοί, (Β΄ Κορ. α΄ 21 – β΄ 4), βλέπουμε τον Απόστολο Παύλο, ως παιδαγωγό, να νουθετεί τους Κορινθίους.
Ξεκινά θέτοντας τη βάση της πίστεως που ο ίδιος τους δίδαξε. Τους μιλά για την Τριαδικότητα του Θεού. Τους ξαναθυμίζει πως ο Θεός Πατέρας είναι η πηγή που στηρίζει όλα τα μέλη της Εκκλησίας και πως, διά μέσου του Χριστού, ο οποίος ήρθε στη γη, δίδαξε, θαυματούργησε, συνελήφθη, θανατώθηκε και, εν τέλει, Ανέστη, όλες οι υποσχέσεις του Θεού Πατρός εκπληρώθηκαν στην πράξη.
Έπειτα τους μιλά για το τρίτο Πρόσωπο, το Άγιον Πνεύμα, θέτοντάς το χαρακτηριστικά, όπως μας λέει, ως τον «ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος». Δηλαδή, ο άνθρωπος, με την πίστη του στην Αγία Τριάδα, λαμβάνει την εγγύηση της επερχόμενης ουράνιας δόξας.
Βάσει, λοιπόν, όλων αυτών των θεολογικών νοημάτων που τους αναλύει, ανέβαλε τη δεύτερη επίσκεψή του στην Κόρινθο, εξαιτίας των πνευματικών αναταράξεων που ταλαιπωρούσαν την εκεί τοπική Εκκλησία. Μάλιστα, συνέταξε με πόνο καρδίας αυτήν την επιστολή, η οποία ονομάζεται και αλλιώς «δακρύβρεχτη επιστολή».
Λόγω της εισβολής διαφόρων ιουδαϊζόντων πιστών, είχε αμφισβητηθεί πολύ το πρόσωπο του Παύλου και έτσι τον ακούμε να τους λέει πως δεν τους επισκέπτεται, για να μην τους λυπήσει.
Ακολουθεί την παιδαγωγική μέθοδο της σιωπής, για να δηλώσει και τον πόνο του, μα συνάμα και την αγάπη του. Αν επέστρεφε στην Κόρινθο, τα πράγματα θα γίνονταν χειρότερα, κινδυνεύοντας το σώμα των πιστών, το Σώμα του Χριστού στην ουσία, να περάσει για ακόμη μια φορά πόνους και βάσανα. Επέλεξε να τους αφήσει μόνους να σκεφτούν, να ηρεμήσουν οι εντάσεις και να δουν καθαρά σε τι κίνδυνο βρισκόταν η τοπική Εκκλησία.
Τους δείχνει και κάτι ακόμη, ένα πολύ σημαντικό στοιχείο της πίστεώς μας, την ελευθερία. Δεν πηγαίνει εκεί ως ο εγκεκριμένος Απόστολος, για να τους κουνήσει το δάχτυλο και να τους λυπήσει, αλλά μένει μακριά, πάντοτε αγαπητικά απέναντί τους, με το πιο δυνατό του όπλο, την προσευχή.
Αδελφοί μου, η συμπεριφορά σήμερα του Παύλου μάς δείχνει ακριβώς τι σημαίνει ενχριστομένος άνθρωπος. Αυτός που διαθέτει την καθαρότητα της καρδίας και του νοός του· αυτός που δεν αντιδρά με τη γροθιά στο μαχαίρι, αλλά υπομένει με αγάπη, δίχως να μισεί αυτούς που του έκαναν κακό· αυτός που προσεύχεται και κλαίει για τα λάθη των άλλων και κάνει αίτημα της προσευχής του τη φώτισή τους.
Βλέπουμε, αλήθεια, πόσο απέχουμε από όλα αυτά τα χαρίσματα; Και εμείς συναντήσαμε τον Χριστό, αλλά δεν εντρυφήσαμε ουσιαστικά στη διδασκαλία Του. Αυτό που μας λείπει και δεν μπορούμε να το καταλάβουμε είναι η κοινωνία μαζί Του. Όπως οι άνθρωποι μεταβιβάζουν τα γονίδιά τους στα παιδιά τους, έτσι κι εμείς, αν δεν κάνουμε το Σώμα Του σώμα μας και το Αίμα Του δικό μας αίμα, δεν θα μπορέσουμε να Του ομοιάσουμε σε τίποτα.
Ας γίνει παράδειγμά μας σήμερα ο Παύλος. Να προσπαθήσουμε να τον μιμηθούμε, αν όχι σε όλα, τουλάχιστον σε κάποια από τα χαρίσματά του, έτσι ώστε, όπως εκείνος, να μπορούμε να βιώνουμε έστω και λίγο τη φράση που μας έχει πει ο ίδιος: «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. β΄ 20).
Αμήν.
Όταν εισήλθε όμως ο βασιλιάς, για να δει εκείνους που κάθονταν, για να φάνε, είδε εκεί έναν άνθρωπο που δεν ήταν ντυμένος με ένδυμα γάμου, και του λέει: “Σύντροφε, πώς εισήλθες εδώ μην έχοντας ένδυμα γάμου”; Εκείνος αποστομώθηκε.
Μία από τις πιο δύσκολες στην πρόσληψη παραβολές του Ευαγγελίου είναι αυτή που καταγράφει ο ευαγγελιστής Ματθαίος, λίγο πριν ο Χριστός συλληφθεί και οδηγηθεί στο Πάθος και στον Σταυρό. Ο Κύριος παρομοιάζει την βασιλεία των ουρανών με ένα γαμήλιο τραπέζι για τον γιο ενός βασιλιά. Στο τραπέζι ήταν προσκεκλημένοι οι φίλοι του βασιλιά. Αυτοί όμως αρνήθηκαν να παραστούν, άλλοι διότι δεν ήθελαν, άλλοι διότι είχαν εργασίες, γεωργικές και εμπορικές, ενώ άλλοι επέδειξαν τέτοια κακία, ώστε να σκοτώσουν τους απεσταλμένους του βασιλιά. Ο βασιλιάς τότε οργίστηκε, έστειλε τα στρατεύματά του, εξολόθρευσε τους φονιάδες εκείνους και έκαψε την πόλη τους, δείχνοντας ότι όταν θέλεις να αντιμετωπίσεις τη ζωή και τον Θεό με όρους δικής σου εξουσίας, τότε θα συντριβείς. Ο βασιλιάς όμως θέλει να κάνει το τραπέζι των γάμων και θα στείλει τους υπηρέτες του, για να φέρουν στο τραπέζι όσους βρούνε στις διακλαδώσεις των οδών και να τους καλέσουν. Θα έρθουν διάφοροι, κακοί και καλοί, ανταποκρινόμενοι στην πρόσκληση. Ένας μόνο από όσους εισήλθαν, θα δείξει περιφρόνηση στον βασιλιά, ερχόμενος με ένδυμα ακατάλληλο για το τραπέζι, κάνοντας επίδειξη αλαζονείας και πνεύματος εξουσίας. Ο βασιλιάς, αφού τον ελέγξει, αποστομώνοντάς τον, θα διατάξει να τον δέσουν και να τον στείλουν στο σκότος το εξώτερο, επισημαίνοντας ότι πολλοί είναι κλητοί, αλλά λίγοι εκλεκτοί.
Ο βασιλιάς είναι ο Θεός. Ο γιος Του είναι ο Χριστός και είναι ο Ίδιος και ο γάμος και η τροφή του τραπεζιού. Ο Χριστός είναι ο Νυμφίος του καθενός ανθρώπου και το Σώμα Του και το Αίμα Του η τροφή μας, ενώ το τραπέζι είναι η Θεία Λειτουργία. Οι ανάξιοι καλεσμένοι ήταν ο περιούσιος λαός του Ισραήλ, αλλά και κάθε άνθρωπος, ο οποίος βάζει την επιβίωση, την υλικότητα, το συμφέρον πάνω από τη σχέση με τον Θεό, πάνω από την υιότητα, πάνω από την κοινότητα της Εκκλησίας. Όταν ο άνθρωπος φτάνει στο σημείο να σκοτώνει τον συνάνθρωπό του, γιατί του υπενθυμίζει την πρόκληση της αγάπης του Θεού, και αυτό γίνεται με την απόρριψη, την ειρωνεία, την κακία, κάποτε και το μαρτύριο, τότε ο άνθρωπος γίνεται εξουσιαστής. Αρνείται τον Θεό της αγάπης και ζητά να κυριαρχήσει η δύναμη και η εξουσία. Η συνέπεια όμως του παιχνιδιού της εξουσίας είναι η καταστροφή του ανθρώπου, η οποία έχει να κάνει με τον πνευματικό του θάνατο, ο οποίος γίνεται δυστυχία σ’ αυτόν τον κόσμο, και την συντριβή, το κάψιμο των υλικών πραγμάτων στα οποία στηρίζεται, της πόλης στην οποία μένει και πιστεύει ότι μπορεί να είναι οχυρωμένη χωρίς Θεό. Η εξουσία φέρνει θάνατο, γιατί ο Θεός δεν δέχεται την ύβρη, την αλαζονεία του ανθρώπου.
Μεγαλύτερος όμως είναι ο προβληματισμός για εκείνον που πηγαίνει στο τραπέζι του Θεού, χωρίς ένδυμα κατάλληλο. Είναι ο υποκριτής. Είναι εκείνος που προσποιείται ότι θέλει να πάει στον Θεό, χωρίς όμως να αλλάξει τον εαυτό του. Αυτός που μένει ως έχει. Χωρίς να αγαπά. Χωρίς να μετανοεί. Χωρίς να στολίζει την ύπαρξή του με ένδυμα που δείχνει σεβασμό και τιμή στον οικοδεσπότη Θεό. Και δεν είναι το υλικό ένδυμα, αλλά η ρυπαρή καρδιά που κάνει τον άνθρωπο ανάξιο του γαμήλιου τραπεζιού. Μας καλεί ο Χριστός που έγινε ένα με μας, για να μας δείξει ότι μας νιώθει, Αυτός ο οποίος σταυρώθηκε για μας, για να μας δοθεί ως θυσία και αγάπη, Αυτός που δεν μας ξεχνά ποτέ, αλλά είναι «προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος και διαδιδόμενος» (από τη θεία λειτουργία, τέσσερις μετοχές ενεστώτα, που δηλώνουν παρόν και διάρκεια), να τον γευτούμε και να δούμε ότι Εκείνος είναι ο χρηστός, ο γλυκύς, ο καλός, που μας σώζει και μας βοηθά να ξεκινήσουμε από την αρχή και εμείς παρουσιάζουμε έναν εαυτό προκλητικό, ρυπαρό, αταίριαστο, χωρίς αιδώ και χωρίς να έχουμε το στολίδι, το ρούχο της αγάπης, όσο ταπεινό κι αν είναι, για να δείξουμε το «ευχαριστώ» για μια πρόκληση που, έτσι κι αλλιώς, δεν δικαιούμασταν.
Η παραβολή μιλά για μας τους χριστιανούς. Αν είμαστε οι εξ αρχής κλητοί, μήπως αντιτάσσουμε τις βιοτικές μας μέριμνες ή το θέλημά μας στην διαρκή Κυριακή στην οποία μας καλεί ο Θεός; Μήπως αντιτάσσουμε την έπαρση μιας ψεύτικης παντοδυναμίας, ότι είμαστε θεοί, επειδή έχουμε γνώσεις, επιστήμη, τεχνολογία, ιατρική, όπλα, επικοινωνία και νομίζουμε ότι όλα τα δικαιούμαστε; Μήπως δεν νιώθουμε ότι κληθήκαμε όντας στις διακλαδώσεις των δρόμων, δηλαδή άνθρωποι που αναζητούμε νόημα και σκοπό ζωής, χωρίς να ξέρουμε προς τα πού πηγαίνουμε, και ο Χριστός δεν μας αφήνει; Μήπως , τελικά, η έπαρση ότι συμμετέχουμε στα γαμήλιο τραπέζι της βασιλείας μας κάνει να νομίζουμε ότι δεν χρειάζεται να αλλάξουμε, αρνούμενοι να αγαπήσουμε, να μετανοήσουμε, να συγχωρέσουμε, να ταπεινωθούμε;
Ας γίνουμε οι εκλεκτοί, της αγάπης, της αλήθειας, της όντως ζωής εν τη Εκκλησία!
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
π. Δημητρίου Μπόκου
Η παραβολή των βασιλικών γάμων λίγες φορές διαβάζεται στην Εκκλησία. Ανήκει στις τελευταίες Κυριακές του Ματθαίου και για να προλάβει να διαβαστεί προ της εορτής του Υψώσεως του Σταυρού (14 Σεπ.), πρέπει να έχουμε το Πάσχα αρκετά νωρίς. Είναι παραπλήσια της παραβολής του μεγάλου δείπνου που διαβάζεται πάντα προ της εορτής των Χριστουγέννων. Ένας βασιλιάς (ο Θεός) με την ευκαιρία των γάμων του υιού του κάνει μεγάλο τραπέζι και καλεί πλήθος ανθρώπων, αλλά οι καλεσμένοι δεν προσέρχονται (Κυριακή ΙΔ΄ Ματθαίου).
Οι λόγοι; Πολλοί. Κάποιοι δεν ήθελαν καθόλου να πάνε. Δεν είχαν από όρεξη τον βασιλιά. Κάποιοι όχι μόνο δεν πήγαν, αλλά και ενοχλήθηκαν κιόλας. Έπιασαν τους δούλους που μετέφεραν τα προσκλητήρια του γάμου, τους έβρισαν και τους σκότωσαν. Μα η πράξη τους είχε τις ανάλογες συνέπειες. Ο βασιλιάς οργίστηκε. Έστειλε τα στρατεύματά του και τους εξολόθρευσε. Και την πόλη τους την έκαψε.
Αλλά υπήρξαν και κάποιοι άλλοι, που δεν είχαν αντίρρηση να πάνε, αλλά απλώς το αμέλησαν. Δεν το έβαλαν σε άμεση προτεραιότητα. Προτίμησαν να πάνε στις δουλειές τους πρώτα, άλλος στο χωράφι του, άλλος στο μαγαζί του, και τελικά ξεχάστηκαν και δεν πήγαν. Άφησαν τον γάμο και πήγαν για πουρνάρια, που λέμε.
Αυτοί είμαστε εμείς. Οι Χριστιανοί!
Δεν λέμε όχι στον Θεό, θέλουμε να πάμε στο τραπέζι του, να μπούμε στη Βασιλεία του, δεν κάνουμε όμως και τίποτε γι’ αυτό. Αδιαφορούμε, αμελούμε, βαριούμαστε όταν πρόκειται για τα πνευματικά. Με το ζόρι να κάνουμε προσευχή, με το ζόρι να νηστέψουμε, με το ζόρι να πάμε στη Λειτουργία (σχεδόν στο «Δι’ ευχών»). Πολλές φορές τα παρατάμε και εντελώς, υπόδουλοι όντες εκούσια, με τη γνώμη μας, στη ραθυμία «των ηδονών του βίου». Προτιμάμε την άνεση, να μη στριμωχτούμε σε τίποτε. Να μην κοπιάσουμε πνευματικά. Τρέχουμε πρόθυμοι στις άλλες δουλειές, αλλά, αν είναι για προσευχή, μας πιάνει απροθυμία, ραθυμία, υπνηλία.
Η κατάσταση της πνευματικής αμέλειας και αδιαφορίας ονομάζεται ακηδία (αφροντισιά). Είναι κάτι που συνοδεύει κάθε άνθρωπο. Με αυτήν πολεμάει ο διάβολος και τους αγίους. Αισθάνονται και αυτοί πολλές φορές στον πνευματικό τους αγώνα κόπωση. Την τάση να εγκαταλείψουν τα πάντα. Μα αν συμβεί κάτι τέτοιο, μπορεί να τα χάσουν όλα. Όταν χαλαρώνει ο άνθρωπος, είναι δύσκολο να ξαναμπεί στο πρόγραμμά του.
Γι’ αυτό, καλό είναι ο Χριστιανός να έχει έναν ήπιο κανόνα προσευχής, για να μπορεί να τον κάνει πάντα, σταθερά, με μικρή σχετικά προσπάθεια. Ώστε και σε δύσκολη κατάσταση αν βρεθεί, να μπορεί με λίγο έστω κόπο να τον κάνει και όχι να τον εγκαταλείψει εντελώς. Να έχει «μικράν εργασίαν και μένουσαν, παρά μεγάλην και ταχέως κοπτομένην».
Άκριτοι ενθουσιασμοί, υπερβολική προσπάθεια άσκησης, προσευχής κ. λ. π., κουράζουν γρήγορα και οδηγούν συνήθως στην πλήρη εγκατάλειψη. Όσο όμως κουρασμένοι και νυσταγμένοι και αν είμαστε, μια μικρή, ελάχιστη προσευχή μπορούμε πάντα να την κάνουμε.
Οι άγιοι, έμπειροι στις πνευματικές παγίδες του διαβόλου, δίνουν πολλές συμβουλές για την ακηδία.
Ο άγιος Αντώνιος σκοτίστηκε κάποτε από πολλούς λογισμούς και έπεσε σε ακηδία. Ζήτησε τότε βοήθεια από τον Θεό και βλέπει κάποιον απέναντί του να ασχολείται με εργόχειρο (να πλέκει καλάθια). Σε λίγο ο άγνωστος σηκώθηκε και έκανε τις προσευχές του και πάλι κάθισε και συνέχισε το εργόχειρό του, πλέκοντας τα καλάθια του. Μετά ξανασηκώθηκε για προσευχή και πάλι κάθισε για εργασία. Ήταν άγγελος σταλμένος από τον Θεό να διδάξει τον Αντώνιο, δείχνοντάς του ένα εύκολα εφαρμόσιμο πνευματικό πρόγραμμα. «Έτσι κάνε και θα σωθείς», του είπε.
Ναι! Θέλει λίγο αγώνα και υπομονή η ακηδία.
Αλλά δεν είναι ανίκητη.

Εἶπεν ὁ Κύριος την παραβολὴν ταύτην· ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ. Καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ καλέσαι τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους, καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν.
Πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους λέγων· εἴπατε τοῖς κεκλημένοις· ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ἡτοίμασα, οἱ ταῦροί μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους. Οἱ δὲ ἀμελήσαντες ἀπῆλθον, ὁ μὲν εἰς τὸν ἴδιον ἀγρόν, ὁ δὲ εἰς τὴν ἐμπορίαν αὐτοῦ· οἱ δὲ λοιποὶ κρατήσαντες τοὺς δούλους αὐτοῦ ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν.
Ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ὠργίσθη, καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε.
Τότε λέγει τοῖς δούλοις αὐτοῦ· ὁ μὲν γάμος ἕτοιμός ἐστιν, οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι· πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους.
Καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς· καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων.
Εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου, καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώθη. Τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων.
Πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.
Ἀπόδοση στη νεοελληνική:
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν ἑξῆς παραβολή:
«Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μοιάζει μὲ ἕνα βασιλέα, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ κάνῃ τοὺς γάμους τοῦ υἱοῦ του. Καὶ ἔστειλε τοὺς δούλους του νὰ καλέσουν τοὺς καλεσμένους εἰς τοὺς γάμους, ἀλλὰ αὐτοὶ δὲν ἤθελαν νὰ ἔλθουν.
Πάλιν ἔστειλε ἄλλους δούλους μὲ τὴν ἐντολήν, «Νὰ πῆτε εἰς τοὺς καλεσμένους: ἑτοίμασα τὸ γεῦμα μου· οἱ ταῦροι καὶ τὰ μανάρια ἔχουν σφαγῆ καὶ ὅλα εἶναι ἔτοιμα. Ἐλᾶτε εἰς τοὺς γάμους».
Αὐτοὶ ὅμως τοὺς ἠγνόησαν καὶ ἔφυγαν, ὁ ἕνας εἰς τὸ χωράφι του, ἄλλος εἰς τὸ ἐμπόριόν του. Οἱ λοιποί, ἀφοῦ συνέλαβαν τοὺς δούλους του, τοὺς ἐκακοποίησαν καὶ τοὺς ἐσκότωσαν.
Καὶ ὁ βασιλεύς ἐκεῖνος, ὅταν τὸ ἄκουσε, ὠργίσθηκε καὶ ἔστειλε τὸν στρατόν του καὶ ἐξωλόθρευσε τοὺς φονηάδες ἐκείνους καὶ ἔκαψε τὴν πόλιν τους.
Τότε λέγει εἰς τοὺς δούλους του, «Ὁ μὲν γάμος εἶναι ἔτοιμος, οἱ καλεσμένοι ὅμως δὲν ἦσαν ἄξιοι. Πηγαίνετε λοιπὸν εἰς τὰ σταυροδρόμια καὶ ὅσους βρῆτε, καλέστε τους εἰς τοὺς γάμους».
Καὶ οἱ δούλοι ἐβγῆκαν εἰς τοὺς δρόμους, ἐμάζεψαν ὅλους ὄσους εὑρῆκαν, κακοὺς καὶ καλούς, καὶ ἐγέμισε ἡ αἴθουσα τοῦ γάμου ἀπὸ φιλοξενούμενους.
Ὅταν δὲ ἐμπῆκε ὁ βασιλεὺς νὰ δεῖ τοὺς φιλοξενούμενους, εἶδε ἐκεῖ ἕναν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε ἔνδυμα γάμου, καὶ τοῦ λέγει, «Φίλε, πῶς ἐμπῆκες ἐδῶ χωρὶς νὰ ἔχῃς ἔνδυμα γάμου;», αὐτὸς δὲ ἔμεινε βουβός. Τότε εἶπε ὁ βασιλεύς εἰς τοὺς ὑπηρέτας, «Ἀφοῦ τοῦ δέσετε τὰ πόδια καὶ τὰ χέρια, σηκώστε τον καὶ ρίξτε τον ἔξω εἰς τὸ σκοτάδι· ἐκεῖ θὰ εἶναι τὸ κλάμα καὶ τὸ τρίξιμο τῶν δοντιῶν».
Διότι πολλοὶ εἶναι οἱ καλεσμένοι, λίγοι ὅμως εἶναι οἱ ἐκλεκτοί».
Αδελφοί ὁ δὲ βεβαιῶν ἡμᾶς σὺν ὑμῖν εἰς Χριστὸν καὶ χρίσας ἡμᾶς Θεός, ὁ καὶ σφραγισάμενος ἡμᾶς καὶ δοὺς τὸν ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν. Ἐγὼ δὲ μάρτυρα τὸν Θεὸν ἐπικαλοῦμαι ἐπὶ τὴν ἐμὴν ψυχήν, ὅτι φειδόμενος ὑμῶν οὐκέτι ἦλθον εἰς Κόρινθον. οὐχ ὅτι κυριεύομεν ὑμῶν τῆς πίστεως, ἀλλὰ συνεργοί ἐσμεν τῆς χαρᾶς ὑμῶν· τῇ γὰρ πίστει ἑστήκατε.
Εκρινα δὲ ἐμαυτῷ τοῦτο, τὸ μὴ πάλιν ἐν λύπῃ ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς. εἰ γὰρ ἐγὼ λυπῶ ὑμᾶς, καὶ τίς ἐστιν ὁ εὐφραίνων με εἰ μὴ ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ; καὶ ἔγραψα ὑμῖν τοῦτο αὐτό, ἵνα μὴ ἐλθὼν λύπην ἔχω ἀφ᾿ ὧν ἔδει με χαίρειν, πεποιθὼς ἐπὶ πάντας ὑμᾶς ὅτι ἡ ἐμὴ χαρὰ πάντων ὑμῶν ἐστιν. ἐκ γὰρ πολλῆς θλίψεως καὶ συνοχῆς καρδίας ἔγραψα ὑμῖν διὰ πολλῶν δακρύων, οὐχ ἵνα λυπηθῆτε, ἀλλὰ τὴν ἀγάπην ἵνα γνῶτε ἣν ἔχω περισσοτέρως εἰς ὑμᾶς.
ΕΡΜΗΝΕΙΑ
Ἐκεῖνος λοιπόν πού δίνει τή βεβαιότητα καί σέ μᾶς καί σέ σᾶς, καί μᾶς στηρίζει νά μένουμε πιστοί καί ἀσάλευτοι στό Χριστό καί πού μᾶς ἔχρισε μέ τή χάρη τοῦ Πνεύματός του, εἶναι ὁ Θεός. Αὐτός καί μᾶς σφράγισε ὡς δικούς του καί ἔδωσε στίς καρδιές μας τό Πνεῦμα του ὡς ἀρραβώνα καί ἀσφαλή ἐγγύηση γιά τό ὅτι θά ἐκπληρώσει ὅλες τίς ὑποσχέσεις πού μᾶς δίνει μέ τό Εὐαγγέλιό του. Καί γιά νά ἐπανέλθω στό ζήτημα τοῦ ταξιδιοῦ μου, ἐπικαλοῦμαι τόν καρδιογνώστη Θεό νά δεῖ αὐτός τά βάθη τῆς ψυχῆς μου καί νά μαρτυρήσει ἄν εἶναι ἀλήθεια ὅτι δέν ἦλθα ἀκόμη στήν Κόρινθο ἐπειδή σᾶς λυποῦμαι καί δέν θέλω νά δοκιμάσετε τήν αὐστηρότητά μου. Καί δέν λέω τό τελευταῖο αὐτό ἐπειδή δῆθεν εἴμαστε κύριοι τῆς πίστεώς σας καί ἔχουμε ἐξουσία ἐπάνω σας σάν νά εἶστε δοῦλοι μας. Ἀντιθέτως εἴμαστε συνεργάτες τῆς χαρᾶς σας καί θέλουμε νά συντελοῦμε ὥστε νά αὐξάνει ἡ χαρά σας. Καί ἀποκλείεται ὁλότελα νά ἐξουσιάζουμε τήν πίστη σας, διότι ἐσεῖς στέκεστε καλά καί εἶστε στερεωμένοι στήν πίστη.
Καί τό ἀποφάσισα αὐτό καί γιά τόν ἑαυτό μου. Βρῆκα δηλαδή καλύτερο καί γιά τόν ἑαυτό μου νά μήν ἔλθω πάλι σέ σᾶς ἀναγκασμένος κι ἐγώ νά σᾶς προξενῶ λύπη μέ τούς ἐλέγχους μου, ἀλλά κι ἐσεῖς νά μοῦ προξενεῖτε λύπη μέ τίς ἀταξίες πού θά βλέπω ἀνάμεσά σας. Ὁπωσδήποτε λοιπόν ἤ ἐγώ ἤ ἐσεῖς θά αἰσθανόμασταν λύπη. Διότι, ἐάν ἐγώ μέ τούς ἐλέγχους μου προκαλῶ λύπη μετανοίας σέ σᾶς, ποιός ἄλλος μέ εὐφραίνει παρά ἐκεῖνος πού δέχεται τούς ἐλέγχους μου καί λυπᾶται ἀπό τίς δικές μου ἐπιτιμήσεις; Ἔτσι, ἐάν δέν λυπᾶμαι ἐγώ, θά λυπάστε ὅμως ἐσεῖς. Καί σᾶς ἔγραψα ἀκριβῶς αὐτό σέ προηγούμενη ἐπιστολή μου, γιά νά διορθώσετε στό μεταξύ τίς ἀταξίες, ὥστε, ὅταν ἔλθω στήν Κόρινθο, νά τά βρῶ ὅλα ἐντάξει καί νά μή νιώσω λύπη ἀπό ἐκείνους πού ἔπρεπε νά μοῦ δώσουν χαρά. Ἄλλωστε ἡ λύπη μου θά λυποῦσε κι ἐσᾶς. Διότι ἔχω γιά ὅλους σας τήν πεποίθηση ὅτι ἡ χαρά μου εἶναι χαρά ὅλων σας. Καί μή νομίσετε ὅτι γιά τούς ἐλέγχους πού σᾶς ἔγραψα στήν ἐπιστολή μου ἐκείνη ἐγώ δέν ἔνιωσα καμία λύπη. Διότι σᾶς ἔγραψα πλημμυρισμένος ἀπό θλίψη καί στενοχώρια στήν καρδιά μου, μέ δάκρυα πολλά, ὄχι γιά νά λυπηθεῖτε, ἀλλά γιά νά γνωρίσετε τήν ὑπερβολική ἀγάπη πού ἔχω γιά σᾶς.