Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Μείνε λίγο με τον εαυτό σου…

 

Μείνε λίγο με τον εαυτό σου…

«Πρέπει να μαζευτούμε. Να μαζέψουμε και τη διάνοια και την ψυχή. Όλα.

Και να κλείσουμε τις θύρες.

Ποιες είναι οι θύρες; Είναι οι αισθήσεις.

Μαζέψου μέσα και κλείσε τις πόρτες.

Μείνε λίγο με τον εαυτό σου, βρε παιδί μου. Θα πεθάνεις και δεν θα τον έχεις γνωρίσει. Θα φύγεις και δε θα τον έχεις αγαπήσει, δε θα τον έχεις πονέσει. Άμα δεν τον έχεις πονέσει, πώς θα τον σώσεις;

Άμα δεν τον έχεις αγαπήσει πώς θα αγαπήσεις τον άλλον; Δεν λέει ο Κύριος, «αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν»;

Εκεί, μέσα σου αρχίζει η δουλειά.»

Ζητά ανακούφιση


Αυτός που δεν εξομολογείται τις αμαρτίες του βρίσκεται διαρκώς κάτω από το βάρος της ενοχής και μακριά από τον Θεό, γι’ αυτό και η ψυχή του θλίβεται και πονά. Η ανώμαλη ηθική κατάσταση που επικρατεί στον αμαρτωλό, ο αδιάκοπος έλεγχος, προξενείται από τη συναίσθηση της ψυχής που αναγνωρίζει την αμαρτία της και ζητά ανακούφιση. Η ψυχή αναζητά την εξομολόγηση, γιατί γνωρίζει τη θεία εντολή, γιατί κατάλαβε ότι αυτή είναι το μόνο μέσο συμφιλιώσεως και συνδιαλλαγής με τον Θεό.

Το Φανάρι, η Ελπίδα και ο Φόβος

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια γωνιά του κόσμου όπου οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να δουν όσα έκρυβε η καρδιά τους, συγκεντρώθηκαν όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα και οι αρετές.
Η Αγάπη χαμογελούσε σε όλους. Η Ταπείνωση στεκόταν διακριτικά στην άκρη. Η Υπομονή περίμενε χωρίς να βιάζεται. Η Χαρά τραγουδούσε, ενώ ο Φόβος κοιτούσε συνεχώς πίσω του, σαν να τον κυνηγούσε κάποιος.
Ξαφνικά, η Νύχτα άπλωσε το σκοτεινό της πέπλο και έσβησε κάθε φως.
«Όποιος βρει το μοναδικό φανάρι», είπε η Σοφία, «θα μπορέσει να οδηγήσει όλους τους ανθρώπους μέσα στο σκοτάδι.»
Όλοι άρχισαν να ψάχνουν.
Η Δύναμη έψαχνε τρέχοντας. Η Εξυπνάδα υπολόγιζε τις πιθανότητες. Η Φιλοδοξία ανέβαινε στα πιο ψηλά σημεία για να το ανακαλύψει πρώτη.
Μόνο η Ελπίδα προχωρούσε αργά, φωτίζοντας με ένα μικρό κεράκι κάθε βήμα της.
Ο Φόβος, βλέποντας τις σκιές να μεγαλώνουν, άρχισε να φωνάζει:
«Μη συνεχίζεις! Είναι επικίνδυνα! Γύρνα πίσω!»
Η Ελπίδα δεν του απάντησε. Συνέχισε να περπατά ήρεμα.
Ύστερα από πολλή ώρα, μέσα σε ένα παλιό ερειπωμένο εκκλησάκι, βρήκε το φανάρι. Δεν ήταν μεγάλο ούτε λαμπερό. Ήταν όμως αρκετό για να φωτίσει τον δρόμο όλων.
Ο Φόβος πλησίασε ντροπιασμένος και την ρώτησε:
«Πώς τα κατάφερες, ενώ εγώ έβλεπα μόνο σκοτάδι;»
Και η Ελπίδα απάντησε:
«Γιατί εσύ κοιτούσες το σκοτάδι. Εγώ κοιτούσα το φως που ακόμη δεν φαινόταν.»
Από τότε λένε πως ο Φόβος περπατά πάντα μπροστά, δείχνοντας τις δυσκολίες, αλλά η Ελπίδα δεν παύει ποτέ να ακολουθεί, κρατώντας το φανάρι που οδηγεί τον άνθρωπο μέχρι την αυγή.

Ἅγιοι 45 Μάρτυρες ποὺ μαρτύρησαν στὴ Νικόπολη τῆς Ἀρμενίας


15ἱ Ἅγιοι αὐτοί μαρτύρησαν στίς ἀρχές τοῦ 4ου αἰῶνα, ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Λικίνιος. Κορυφαῖοι ἀπ’ αὐτούς ἦταν ὁ Λεόντιος, ὁ Μαυρίκιος, ὁ Δανιήλ καί ὁ Ἀντώνιος.
Ὅταν ὁ Λικίνιος ἐξέδωσε διάταγμα κατά τῶν χριστιανῶν, μόνοι τους ᾖλθαν στόν δοῦκα καί φανέρωσαν ὅτι εἶναι χριστιανοί. Σέ ἐρώτηση τοῦ Λυσία, ποιός τούς ἔπεισε νά μή θυσιάζουν στούς θεούς, αὐτοί ἀπάντησαν: «Ὁ Χριστός εἶναι ἐκεῖνος πού μᾶς δίδαξε καί μᾶς ἔπεισε νά μή λατρεύουμε θεούς ἀνύπαρκτους, καί νά μή προσκυνοῦμε τά εἴδωλά τους».
Ὀργισμένος ὁ δοῦκας, διέταξε καί τούς φυλάκισαν δεμένους χειροπόδαρα, χωρίς νά τούς δίδεται καθόλου ψωμί καί νερό. Οἱ Ἅγιοι πέρασαν τή νύκτα προσευχόμενοι. Μεταξύ ἄλλων, ἔλεγαν: «Εὐλογοῦμε, Κύριε, ἐσένα, τό βασιλιά τῆς δόξας. Διότι σύ εἶσαι ἡ ἀληθινή ζωή, πού θυσιάστηκες γιά μᾶς τούς ἁμαρτωλούς, ὁ Υἱός τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἕνωσέ μας, Κύριε, ὥστε ὅλοι μαζί μέ μιά ψυχή νά σέ ὁμολογήσουμε καί ὅλοι μαζί νά πεθάνουμε».
Τό πρωί ὁ Λυσίας, ἀφοῦ τούς ἔβγαλε ἀπό τή φυλακή, τούς ρώτησε ἂν μετάνιωσαν καί ἐπανῆλθαν στούς θεούς τοῦ κράτους. Οἱ Ἅγιοι μέ ἕνα στόμα ἀπάντησαν: «χριστιανοί ἐσμέν». Εἴμαστε χριστιανοί. Μέ μανία τότε ὁ Λυσίας διέταξε καί τούς ἔκοψαν χέρια καί πόδια, καί ἔπειτα τούς ἔριξαν στή φωτιά.
Ἔτσι, ὅλοι μαζί ἀξιώθηκαν νά πάρουν τό ἀμάραντο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου. Μεταξύ δέ αὐτῶν ἦταν καί οἱ πρόκριτοι τῆς πόλεως Δανιήλ, Μαυρίκιος, Ἀντώνιος καί Λεόντιος.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Στρατός θεοσύλεκτος, παρεμβολή ἱερά, νομίμως ἀθλήσαντες ὑπέρ τῆς δόξης Χριστοῦ, ἐν Πνεύματι ὤφθητε. Μάρτυρες τοῦ Κυρίου, Τεσσαράκοντα πέντε, λύσαντες δι’ ἀγώνων, τήν πολύθεον πλάνην· διό ἡμῶν τούς ἀγῶνας, πάντες δοξάζομεν.0

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

Ὅταν σὲ καλέσει ὁ Χριστός

 

«…οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τά δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ».

π.Ἠλίας Κουτραφούρης

Ἡ συνάντηση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ σ τήν ἀκροθαλασσιά τῆς ζωῆς, ὅπως τῶν μαθητῶν στήν ἀκροθαλασσιά τῆς Γαλιλαίας, μπορεῖ νά ἀποβεῖ ἐξαιρετικά αἰφνιδιαστική, ἀπρόσμενα ἀπαιτητική καί πιθανώτατα ἐπώδυνη.

Ὁ Χριστός μπορεῖ νά σέ καλέσει νά Τόν ἀκολουθήσεις ὅπου καί ὅταν ἐσύ δέν τό περιμένεις, ἀνάμεσα στά ἁπλά, τά καθημερινά καί τά συνηθισμένα.

Ἐσύ πάντοτε θά φανταζόσουν ἐντυπωσιακά τά σκηνικά, μέ ἐφφέ πληθωρικά, γιά τίς μεγάλες κλήσεις καί τίς σπουδαῖες ἀποφάσεις σου, ἐνῷ ὁ Ἰησοῦς, λές καί ἐπίτηδες, διαλέγει τά πιό πεζά καί ἀταίριαστα, γιά παράδειγμα τήν ὥρα πού ἀτιμέλητος ρίχνεις τά δίχτυα σου στή θάλασσα ἤ μπερδεμένος καί συγχυσμένος προσπαθεῖς νά τά ξεμπερδέψεις στήν ἀκροθαλασσιά.

Ἐπιπλέον, ὁ Χριστός καλεῖ πάντοτε ἁπλά, λιτά, ἐυγενικά καί διακριτικά. Τόσο πού μπορεῖ κανείς, ἄνετα καί χωρίς παρεξήγηση, νά Τόν περιφρονήσει, νά μή Τοῦ δώσει ἀπολύτως καμιά σημασία.

Νά μή σηκώσει καθόλου τό κεφάλι ἀπό τά δίκτυά του καί τά παραγάδια του, δηλαδή τούς λογισμούς του, τούς συλλογισμούς του καί τούς ἀκριβεῖς ὑπολογισμούς του.

Τό νά ἀκολουθήσεις πάντως τόν Ἰησοῦ σημαίνει ὁπωσδήποτε ὅτι πρέπει κάτι νά ἀφήσεις, ἤ τά δίκτυά σου, ἤ τά πλοῖα σου καί τόν πατέρα σου, δηλαδή τά σχέδιά σου, τά κτήματά σου, τίς κτήσεις σου καί τίς προσκολλήσεις σου.

Αὐτή ἡ ἐγκατάλειψη εἶναι μιά θυσία, τήν ὀδύνη τῆς ὁποίας δύσκολα μπορεῖ κανείς νά προσμετρήσει, μέ δεδομένο μάλιστα ὅτι πρέπει νά ἀποφασισθεῖ καί νά πραγματοποιηθεῖ «εὐθέως», χωρίς καμιά ἀναβολή, στή στιγμή.

Οἱ στιγμές αὐτές, οἱ κρίσιμες καί ἀποφασιστικές, προϋποθέτουν ἑτοιμότητα, ἐγρήγορση, κατάσταση προσευχῆς καί νήψη ἐσωτερική προκειμένου νά εἰπωθεῖ τό ναί καί τό Ἀμήν στή μεγάλη κλήση τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, οὗ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.

ΔΕΝ ΕΧΩ ΧΡΟΝΟ

               

 Μία από τις συνήθεις φράσεις που ακούνε τα παιδιά από τους γονείς τους είναι το «δεν έχω χρόνο». Από την μία η εργασία, η οποία ξεπερνά τα προβλεπόμενα όρια, όχι μόνο τα χρονικά, αλλά και της έγνοιας γι’ αυτήν, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να αισθάνεται «ξεζουμισμένος», και από την άλλη ο φόβος για ποιότητα σχέσης που να ξεπερνά την αναγκαία συνοδοιπορία, η οποία εγκλωβίζεται στο να πάει ο γονιός το παιδί στο σχολείο, στο φροντιστήριο, σε άλλες εξωσχολικές δραστηριότητες, να γεμίσει τον χρόνο του, να αποκτήσει εφόδια, να μπορεί να έχει πιθανότητες να είναι πιο καλλιεργημένο στη ζωή του. Η σχέση όμως προϋποθέτει διάλογο, παιχνίδι, κοινές δράσεις, βούτηγμα του μεγάλου στα εκκολαπτόμενα σκοτάδια του μικρού, ώστε να προλάβει να τον βοηθήσει να τα αντιμετωπίσει. Προϋποθέτει προσανατολισμό αγάπης, η οποία κάνει τον μεγάλο να αντιμετωπίσει τους δικούς του φόβους, τις ανασφάλειες για το αν είναι καλός γονιός ή όχι και τι πρέπει να κάνει για να είναι το παιδί του ευχαριστημένο.

                Το «δεν έχω χρόνο» μεταφράζεται «σε κάνω να μην έχεις χρόνο κι εσύ». Σου δίνω ένα κινητό, για να μπορείς να περνάς το υπόλοιπο της ώρας σου, ώστε να μη χρειάζεται να ασχοληθώ μαζί σου. Γιατί αν ασχοληθώ, θα πρέπει να ξεκινήσω να βλέπω σε τι υστερώ, τι φοβάμαι, τι νιώθω ότι θέλεις από μένα και δεν γνωρίζω αν έχω να σου δώσω. Κυρίως όμως το να βρω χρόνο σημαίνει να αισθάνομαι πως ό,τι κι αν κάνω, δεν μετρά μπροστά στη χαρά να είμαι με σένα, το παιδί μου, να παίξω μαζί σου, να σε ακούσω, να μοιραστώ ό,τι σε τρομάζει ή ό,τι σου δίνει νόημα, ακόμη κι αν είναι πολύ μακριά από τις δικές μου σκέψεις, τα δικά μου βάσανα, τις δικές μου ενασχολήσεις.

                Δεν έχω χρόνο να σου μαγειρέψω, διότι θα πρέπει να μάθω να το κάνω. Δεν έχω χρόνο να διαβάσω μαζί σου κάτι, διότι θα πρέπει να μάθω εγώ να διαβάζω. Δεν έχω χρόνο να παίξω μαζί σου, διότι μεγάλωσα χωρίς να παίζω ή το παιχνίδι με τρομάζει γιατί πρέπει να γίνω λίγο παιδί. Δεν έχω χρόνο να σου μιλήσω, διότι το κήρυγμα είναι εύκολο, αλλά το να θυμηθώ πώς ήμουν όταν ήμουν παιδί ή έφηβος, πώς αισθανόμουν, τι με φόβιζε, αν δεν το έχω διαχειριστεί, αν δεν τα έχω βρει με τους δικούς μου γονείς, είναι ανηφόρα αβάσταχτη. Δεν έχω χρόνο να σου μιλήσω για τον Θεό, διότι θα πρέπει να αποφασίσω αν πιστεύω ή όχι. Δεν έχω χρόνο να πάω εκκλησία, να γιορτάσω, να σου δείξω τη χαρά της παράδοσης, διότι θα πρέπει να υπερβώ τις δικές μου προκαταλήψεις, να δω ποια είναι η αλήθεια μου και ποια είναι η όντως Αλήθεια κι αυτό θέλει κόπο. Δεν έχω χρόνο να κρίνω τον κόσμο, την πολιτική, τις ιδέες, τα πρόσωπα, διότι θα πρέπει να ξαναδώ ποιο είναι το νόημα της ζωής, ποιος είναι ο πολιτισμός στον οποίο ζω, αν υπάρχει νόημα υπέρβασης, εξόδου από το κακό, όραμα ζωής και όχι μόνο διαχείρισης, συνέπεια δικών μου λόγων και έργων. Έτσι, προτιμώ την εύκολη κριτική των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης,  την ισοπέδωση ή το βόλεμα.

                Αν βάζαμε όλοι μας λίγο τον χρόνο στη θέση του, δηλαδή στην ισορροπία, στην έγνοια της αγάπης, στην βεβαιότητα ότι ό,τι περνά δεν ξαναγυρίζει, ίσως θα βλέπαμε τα παιδιά μας ως τα πρόσωπα εκείνα που περιμένουν από εμάς να μοιραστούμε μαζί τους τα σωστά και τα λάθη μας, τις νίκες και τις αποτυχίες μας, την πίστη και την έγνοια. Και τότε, ακόμη κι αν δεν είχαμε χρόνο, θα δημιουργούσαμε. Τα πάντα, άλλωστε,  περνούν από τη διάθεση της καρδιάς. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Η ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗ.

 


Θυμάμαι, όταν είχα πάει κάποτε στο Άγιον Όρος, μέσα σε έναν πυκνά δενδροφυτευμένο τόπο, βλέπω από μακριά κάποιον Aσκητή, ο οποίος προχωρούσε ψάλλοντας. Ενώ έψαλλε, από ώρα σε ώρα έκανε μία βαθειά μετάνοια, προσκυνούσε, σηκωνόταν και πάλι προχωρούσε. Μου έκανε εντύπωσι. Ποιόν άραγε προσκυνούσε; Tρέχω μέσα από τα δένδρα, τον φθάνω, τον σταματώ.

– Γέροντα, ποιόν προσκυνάς στον δρόμο;

– Mα,παιδί μου, δεν Τον βλέπεις;

-Ποιόν;

-Τον Χριστόν. Τουλάχιστον, αν δεν Τον βλέπης, δεν Τον νοιώθεις ότι είναι μπροστά σου; μου απήντησε εκείνος.

Αγαπητοί μου, οι άνθρωποι έλεγαν παλαιότερα το Όνομα του Χριστού ή το άκουγαν και βούρκωναν τα μάτια τους, άρπαζαν φωτιές τα στήθη τους, έπεφταν στα γόνατά τους. Εμείς γιατί; Γιατί, Θεέ μου, τόσο λίγο Σε σκεπτόμαστε και τόσο λίγο συγκινούμεθα από Σένα; Γιατί τόσο σπάνια Σε ποθούμε; Όπου ο θησαυρός μας εκεί και η καρδιά μας, λέγει η Αγία Γραφή. Σαν νά λέμε: Θέλεις να μάθης πόσο κοστίζει,πόσο αξίζει η ζωή σου για τον  Χριστό, για τον Ουρανό; Όσο Τον διψάς, όσο Σε Αυτόν έχεις την καρδιά σου, τόσο κοστίζει.

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης.

Άγιος Παγκράτιος Ιερομάρτυρας επίσκοπος Ταυρομενίας

Ορθόδοξος Συναξαριστής :: Άγιος Παγκράτιος Ιερομάρτυρας επίσκοπος Ταυρομενίας

 Ο Άγιος ιερομάρτυς Παγκράτιος καταγόταν από την Αντιόχεια. Διδάχτηκε την πίστη στον Χριστό από τον απόστολο Πέτρο και χειροτονήθηκε από τον ίδιο επίσκοπος Ταυρομενίου.

Ο Παγκράτιος, μετά την χειροτονία του, έπρεπε να μεταβεί στην επισκοπική του επαρχία, στο Ταυρομένιο της Σικελίας. Κατά θεία λοιπόν οικονομία συνάντησε δύο ναυτικούς, τον Ρωμύλο και το Λυκαονίδη . Αυτοί ήταν καλοπροαίρετοι άνθρωποι και μόλις άκουσαν από τον Άγιο για τον Χριστό, ασπάσθηκαν την χριστιανική θρησκεία. Οι ναυτικοί δε αυτοί ήταν από την Σικελία και επρόκειτο να επιστρέψουν εκεί με τα πλοία τους. Έτσι ο Παγκράτιος επιβιβάστηκε σε ένα από αυτά και πήγε στη Σικελία.

Όταν ο Άγιος έφτασε εκεί, εξαφάνισε τα αγάλματα και τους ναούς του Φάλκωνα, του Λύσσωνα και των άλλων δαιμόνων. Επίσης κατόρθωσε να προσελκύσει στην πίστη του Χριστού τον ηγεμόνα του τόπου Βονιφάτιο. Και όχι μόνον αυτό· αλλά τον έκαμε επιπλέον να χτίσει και εκκλησία για τις ανάγκες των χριστιανών της περιοχής.

Ο Άγιος Παγκράτιος είχε προικιστεί από το Θεό και με το χάρισμα της θαυματουργίας. Έτσι, θεράπευε κάθε ασθένεια, με αποτέλεσμα να προσέρχονται καθημερινώς στην πίστη του Χριστού πολλά πλήθη ανθρώπων. Οι άνθρωποι αυτοί δε βαφτίζονταν από τον ίδιο τον θαυματουργό Άγιο και με τον τρόπο αυτό, εισέρχονταν επίσημα στους κόλπους της Εκκλησίας.

Ο άγιος ιερομάρτυς Παγκράτιος θανατώθηκε με πέτρες και μαχαίρια από οπαδούς της αιρέσεως του Μοντανισμού, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν την απουσία του ηγεμόνα Βονιφάτιου, ο οποίος τιμούσε ξεχωριστά και προστάτευε τον Άγιο.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Καὶ τρόπων μέτοχος, καὶ θρόνων διάδοχος, τῶν Ἀποστόλων γενόμενος, τὴν πρᾶξιν εὗρες θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν· διὰ τοῦτο τὸν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομῶν, καὶ τῇ πίστει ἐνήθλησας μέχρις αἵματος, Ἱερομάρτυς Παγκράτιε· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Εμπειρίες της Χάριτος

Εμπειρίες της Χάριτος 

 Όταν, καμμιά φορά, τον ρωτούσαμε από περιέργεια για τον νόμο της επιρροής, πως ενεργεί αυτό το μυστήριο της επαφής, ώστε να επικοινωνή μια ψυχή με άλλο πρό­σωπο μακρινό, απέφευγε να μας εξηγήση κατ’ ευθείαν εξ αιτίας της περιέργειάς μας.

Σε άλλη όμως ώρα, όταν προ­έκυπτε το ίδιο θέμα για περίπτωσι προσωπικού μας στηριγμού, μας ερμήνευε κατά τα μέτρα της μικρότητάς μας να καταλάβωμε αυτό το πράγμα…

Μαζί μας ήταν ο παραδελφός μας Αθανάσιος, κατά σάρκα αδελφός του Γέ­ροντα, ο οποίος περισσότερο άπ’ όλους μας γύριζε εδώ κι εκεί για εργασίες και ευθύνες της συνοδείας…

Για ν’ αποφεύγη τις επαφές και συναντήσεις με πολλούς ανθρώ­πους, αλλά και το καύμα της ημέρας, αφού πάντοτε σχε­δόν αχθοφορούσε, βάδιζε είτε πολύ πρωί είτε -το συνηθέστερο- τα απογεύματα, οπότε δεν είχε μπροστά του πολύ χρόνο και περπατούσε νύχτα. Αυτό, ιδίως τα καλοκαίρια, γινόταν σχεδόν πάντοτε. Εγώ θαύμαζα, ό­ταν ο Γέροντας, μια φορά, τον περίμενε με ιδιαίτερο εν­διαφέρον ως προς την ώρα που ήρθε, τι μετέφερε και όλη γενικά την κατάστασί του.

Σε άλλην ευκαιρία έδειχνα ιδιαίτερα την επιμονή μου να μάθω τον τρόπο της πληροφορίας του και μου είπε τα εξής…

Ήταν καλύτερα να σου ευχηθώ να το αισθανθής μάλλον, παρά να μάθης το πως γίνεται σαν ψιλή γνώσιν όμως, αφού επιμένεις, άκουσε. Καθόμουν εδώ στο παρά­θυρό μου γονατιστός στα κουρέλια μου και έλεγα την ευ­χή.

Σε μια στιγμή, όπως κρατούσα τον νου μου στην ενέργεια της ευχής -που η θεία χάρις ενεργεί με τον θείο φωτισμό της – αυξήθηκε περισσότερο το φως και ο νους μου άρχισε να πλατύνεται και να περισσεύη τόσο…

Που ό­λα μου έγιναν φωτεινά πλέον.. και έβλεπα όλη την πλευρά του τόπου μας, από τα Κατουνάκια ως τα μοναστήρια κάτω μέχρι την Δάφνη καθώς και πίσω μου και τίποτα δεν μου ήταν αφανές η άγνωστο.

Το δε φως δεν ήταν τό­σο, όπως τούτο το φυσικό που δίνει ο ήλιος η το τεχνικό που κάνουν οι άνθρωποι, αλλά ήταν φως εξαίσιο, λευκό, άϋλο, που δεν είναι μόνον άπ’ έξω, καθώς τούτο το φυσι­κό που επιτρέπει στους έχοντας όρασι να βλέπουν εξωτε­ρικά.

Το φως εκείνο είναι και μέσα στον άνθρωπο και το αισθάνεται σαν δική του πνοή και τον γεμίζει σαν τροφή και αναπνοή. . . και τον ελαφρύνει από το φυσικό του βάρος και τον μεταμορφώνει έτσι, ώστε να μη ξέρη αν έχη σώμα και βάρος η περιορισμόν τινά.

Τότε, μας λέγει, είδα και τον Αθανάσιο να έρχεται προς εμάς από την στράτα του Αγίου Παύλου φορτωμένος με τον μεγάλο ντορβά του και έμεινα να τον παρακολουθώ, έως ότου ήρθε μέχρις εδώ.

Τον έβλεπα σε όλες του τις κινήσεις, που καθόταν να ξεκουραστή η ακουμπούσε το φορτίο του, την πηγή της Αγίας Άννης στον μύλο όπου σταμάτησε και ήπιε νερό, και μέχρι που έφθασε στην πόρτα μας και πήρε το κλειδί και άνοιξε και μπήκε μέσα και ήρθε μπροστά μου και έ­βαλε μετάνοια.

Αλλά τι είναι τούτο και σάς έκανε κατάπληξι;

Όταν ο νους του ανθρώπου καθαρίση και φωτισθή, χώρια που έχει και δικό του φωτισμό χωρίς την προ­σθήκη της θείας χάριτος – με τον οποίο βλέπει και πέραν των δαιμόνων, καθώς λέγουν οι Πατέρες – , τότε δέχεται επιπροσθέτως και τον φωτισμό της θείας χάριτος, ώστε αυτή να μπορή να μένη μόνιμα σ’ αυτόν και τότε τον αρ­πάζει σε θεωρίες και οράσεις, όπως και όσον γνωρίζει αυ­τή.
Μπορεί όμως και ο ίδιος ο άνθρωπος, όταν θέλη να δη η να μάθη κάτι που τον ενδιαφέρει, να το ζητήση στην προσευχή του και να ενεργήση η χάρις να του ‘πληρώση’ το αίτημα..

Επειδή το ζήτησε αυτός..Νομίζω όμως ότι οι ευλαβείς αποφεύγουν να το ζητούν αυτό εκτός μεγάλης α­νάγκης.

Ποιους να αποφεύγεις

 π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

Η ψυχική κούραση του σημερινού ανθρώπου είναι τόσο μεγάλη, ώστε συχνά δεν έχει την αντοχή να ακούει προβλήματα, ούτε να συναντά ανθρώπους με προβλήματα που εκπέμπουν μιζέρια. Ο χαρακτηρισμός «τοξικός» δίνεται σ’ όσους προκαλούν στους άλλους γύρω τους αρνητικά συναισθήματα, άγχος ή δυσφορία και όχι απλά σε όσους «έχουν προβλήματα».

Η συμβουλή, για τον τρόπο αντιμετώπισης προβληματικών ή «τοξικών» συνανθρώπων μας, συνήθως, είναι μια: απόφευγέ τους! Είναι η εύκολη λύση που δεν απαιτεί προσπάθεια και κόπο, παρά μόνο να βρούμε τον τρόπο να το κάνουμε.

Κανείς δεν μπορεί να αναγκάσει τον άλλο να προσπαθήσει για κάτι που δεν θέλει. Είναι αναγκαίον, όμως, να πούμε για τη «χαμένη ευκαιρία» που μας δίνεται με τις πιο πάνω περιπτώσεις, ώστε να αγαπήσουμε και να υπερβούμε τον εγωκεντρισμό μας, αγαπώντας και αυτούς που «δεν είναι αξιαγάπητοι».

Παρόλα αυτά, όμως, υπάρχουν και δύο περιπτώσεις ανθρώπων που η αποστασιοποίησή μας από αυτούς είναι αναγκαία και σωτήρια:

  1. Τους υποκριτές. Ο Χριστός μίλησε αυστηρά για τους Φαρισαίους της εποχής του, που φαίνεται δεν έπαψαν να υπάρχουν ακόμη και σήμερα και κυρίως στον εκκλησιαστικό χώρο. Είναι οι άνθρωποι με δύο πρόσωπα. Σκληροί απέναντι στις αδυναμίες των άλλων, χωρίς διάθεση κατανόησης και αγάπης, με έπαρση και αυτοδικαίωση.

 

  1. Όσοι κατακρίνουν: Η κρίση - γνώρισμα του Θεού που παραχώρησε στον άνθρωπο ως εικόνα Του - μετατρέπεται σε κατάκριση. Γνώρισμά της είναι η έλλειψη της αγάπης που καλύπτει «πλήθος αμαρτιών» και ο τονισμός των πραγματικών ή υποτιθέμενων αδυναμιών και ελλείψεων. Τα λόγια της κατάκρισης «μολύνουν την ατμόσφαιρα», φυγαδεύουν τη Χάρη του Θεού και ο άνθρωπος κυριαρχείται από δαιμονικό πνεύμα.

Όσοι υποκρίνονται και όσοι κατακρίνουν έχουν την πεποίθηση ότι είναι τέλειοι και άρα δεν χρειάζονται το έλεος του Θεού. Διαχωρίζουν τον εαυτό τους από τους άλλους και κυρίως τους αμαρτωλούς. Αγνοούν την ταπείνωση του Χριστού, την αποδοχή των αδυνάτων, το αγκάλιασμα των «τελώνων και αμαρτωλών», κατά το παράδειγμα του Κυρίου.

Η εμμονή στην υποκρισία και στην κατάκριση δείχνει την αμετανοησία κι άρα την απουσία της ελπίδας για σωτηρία. Τι να κάνεις σε τέτοιους ανθρώπους;... Δεν μπορείς να τους βοηθήσεις!

Γι’ αυτό η αποφυγή μπορεί να ενεργήσει αφενός για δική σου προφύλαξη και αφετέρου για να δοθεί το μήνυμα της απόρριψης, όχι του προσώπου, αλλά της κατάστασής του.

Οι δοκιμασίες που μπορεί να παραχωρήσει ο Θεός στη ζωή τους, δεν έχουν την έννοια της τιμωρίας αλλά της δυνατότητας για συντριβή. Μιας συντριβής που, ενδεχομένως, να ενεργήσει ως ευκαιρία «να έλθει εις εαυτόν» και να αλλάξει στάση ζωής.

Ο Χριστός είπε στους δικούς του: «Γίνεσθε φρόνιμοι ως οι όφεις και ακέραιοι ως αι περιστεραί» (Μτθ. 10,16). Η σύνεση των φιδιών, που ξέρουν να ελίσσονται, και η ακεραιότητα των περιστεριών, που έχουν καλοσύνη και αγνότητα, γίνονται τα σημεία που μας δείχνουν πώς να ζούμε ανάμεσα στους ανθρώπους.

Συνάντηση με τον άγνωστον πλησίον

Μητροπολίτη Κένυας Μακαρίου

Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος λέει: «ουκ έστιν άλλως σωθήναι ει μη διά του πλησίον». Και ο πλησίον είναι ο ίδιος ο Θεός στα πρόσωπα των οποιωνδήποτε ανθρώπων, μικρών ή μεγάλων. Αυτός τον οποίον θεωρούμε εμείς πλανεμένο ή χαμένο, γιατί δεν άκουσε ακόμα ότι, απ’ αυτό τον πλανήτη που ζούμε, πέρασε κάποιος με το όνομα Ιησούς ή ακόμα ανήκει σε οποιανδήποτε άλλη κατηγορία θρησκείας ή πίστης. Ακόμα παραμένει να φέρει εκείνο το στίγμα ότι είναι εικόνα του ζώντος Θεού τον οποίο εμείς πιστέψαμε και γνωρίσαμε ότι ήλθε με μόνη αποστολή να σώσει όλη την ανθρωπότητα, όλο τον κόσμο.

Σε περιοδεία μου στα ενδότερα της Κένυας συνάντησα κάποια παιδιά που αναζητούσαν σ’ αυτή την απόμακρη περιοχή να βρουν το κλειδί που θα το έπαιρναν από την καρδιά κάποιου άλλου, για να τους ανοίξει την πόρτα τη μεγάλη που θα βρουν εκεί τον αναμενόμενο, Εκείνον που τους έπλασε και έδωσε σοφία και σύνεση. Στερήθηκαν της χάριτος και του ελέους Του, γιατί δεν βρέθηκε κάποιος να τους αγγίξει μ’ αυτή την αγάπη που ξεπερνά κάθε όριο. Αυτό είναι το αποτέλεσμα και η εκπλήρωση μιας αποστολής που φέρνει στον άνθρωπο τον Θεό της αγάπης και της αποδοχής.

Γι’ αυτό πρέπει να δίνουμε ένα καλό λόγο, μια ευκαιρία στον άγνωστο πλησίον μας, που, επαναλαμβάνω, είναι ο ίδιος ο πλαστουργός μας. Πόνος και στέρηση, θλίψη και στεναγμός, δάκρυα και λύπες μαζί, ψυχική αναστάτωση. Εμφανίστηκε γυμνός, διψασμένος και πεινασμένος, άρρωστος, στη φυλακή, χωρίς καμιά βοήθεια ή συμπόνια από κανένα. Με άλλα λόγια δεν είχε «πού την κεφαλήν κλίνε» (Ματθ. Η΄ 20).

Ο Γέροντας Σωφρόνιος έγραψε ότι «ο Χριστός είναι για μένα το παν, το υπερκόσμιο Είναι». Είναι αυτό που αισθάνθηκα, όταν συνάντησα, στο ακρογιάλι της λίμνης Βικτώριας, τα παιδιά των ψαράδων. Ο Χριστός δεν ήλθε για μια συγκεκριμένη φυλή ή έθνος. Είναι γι’ αυτό υπερκόσμιος, για όλο τον κόσμο, τον οποιονδήποτε, για τις αδυναμίες, τις αμαρτίες, τις ατέλειες. Γι’ αυτό είναι υπερεθνικός, σταυρώθηκε για τους πιστούς και τους μη. Σ’ όλους αυτούς, τους άγνωστους και ξεχασμένους. Αυτό τον ρόλο μπορεί, σήμερα, να διαδραματίσει μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία, δίνοντας αυτό το μήνυμα της αγάπης, της ελπίδας και της δικαιοσύνης. Ανοίγει τις αγκάλες της και μαζεύει γύρω της και μέσα της όλα τα παιδιά της, όλων των χρωμάτων και των γλωσσών. Γι’ αυτό γίνεται οικουμενική, πανανθρώπινη, ξεδιψά τον κουρασμένο άνθρωπο από τις μάταιες και ανούσιες ενασχολήσεις του. Είναι το «ύδωρ το ζων» (Ιωάν. 4/11).

Παρόλο που τα παιδιά των ψαράδων προσευχήθηκαν με τον δικό τους τρόπο,  η παρουσία του Θεού ήταν έντονη και δυναμική. Έγινε τώρα η αρχή. Αισθάνθηκα κι εγώ, με την ευκαιρία αυτή, ότι «είδα τον Θεό αλλά όχι μέσα από τα μάτια τα δικά μου …». Συγκλονισμένος από το γεγονός αυτό και προβληματισμένος γι’ αυτά που έζησα, μέσα σε λίγα λεπτά, σε μια άγνωστη, απομακρυσμένη περιοχή, κυριολεκτικά στο πουθενά, έφυγα με την ελπίδα ότι στις καρδιές των αθώων αυτών παιδιών, είμαι βέβαιος, ότι μίλησε ο ίδιος ο Θεός, με τον δικό Του τον τρόπο και ότι αυτοί τον δέχθηκαν έτσι όπως τους επέτρεπε ο τόπος εκείνος και οι συνήθειες, μέσα στις οποίες γεννήθηκαν, ζούσαν και μεγάλωναν.

«Γέροντα, πώς ομοιάζουν οι Χριστιανοί σήμερα;» «Σαν τα καρπούζια, παιδί μου...»



  Με αυτή την απλή, γεμάτη πνευματική σπιρτάδα κουβέντα, ένας γέροντας στο Άγιον Όρος αποτύπωσε μια μεγάλη αλήθεια για την εποχή μας. 
 Αν το καλοσκεφτείς, το καρπούζι είναι ένα φρούτο που εύκολα σε ξεγελάει.Απ' έξω, καταπράσινο και στιβαρό - Βλέπεις μια επιφάνεια όμορφη, σκληρή, που σου δίνει την εντύπωση πως τίποτα δεν τη λυγίζει.

 Έτσι είναι και πολλοί Χριστιανοί σήμερα. Φοράνε το «ένδυμα» της ευσέβειας, ξέρουν τα λόγια, ακολουθούν τα έθιμα, δείχνουν ακλόνητοι.
Από μέσα, όμως, τι γίνεται; Εκεί είναι το μεγάλο ερώτημα. Γιατί το καρπούζι, αν δεν έχει ωριμάσει σωστά στον ήλιο, αν δεν έχει τραβήξει τους χυμούς που πρέπει από τη γη, μένει άγουρο. Ή, ακόμα χειρότερα, σαπίζει εσωτερικά χωρίς να φαίνεται τίποτα στην επιφάνεια.

 Όπως τονίζει συχνά η γεροντική σοφία, η πνευματική ζωή δεν είναι βιτρίνα. 
 «Όταν αγοράζεις ένα καρπούζι, δεν το παίρνεις για το φλοιό του, αλλά για τη γλυκάδα της σάρκας του. Έτσι και ο Θεός, δεν κοιτάζει το εξωτερικό μας περιτύλιγμα, αλλά αν η καρδιά μας είναι γλυκιά, γεμάτη αγάπη, ταπείνωση και καλοσύνη.» Σήμερα, οι άνθρωποι έχουμε μάθει να χτυπάμε το καρπούζι για να δούμε αν είναι καλό. Η ίδια η ζωή, με τις θλίψεις, τις δοκιμασίες και τις καθημερινές δυσκολίες, μας «χτυπάει» για να φανεί τι ήχο βγάζουμε. Βγάζουμε ήχο κούφιο και γεμάτο εγωισμό; Ή ήχο μεστό, που δείχνει ότι μέσα μας υπάρχει πνευματικός καρπός;

 Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να φαινόμαστε απλώς «καταπράσινοι» και άψογοι εξωτερικά. Το στοίχημα για τον Χριστιανό του σήμερα είναι να εκθέσει την ψυχή του στον Ήλιο της Δικαιοσύνης —τον Χριστό— ώστε να ωριμάσει εσωτερικά. Μόνο τότε, όταν κάποιος τον πλησιάσει και τον «κόψει», θα βρει μια καρδιά γεμάτη πνευματική γλυκάδα, έτοιμη να ξεδιψάσει τον πλησίον.

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ

  


Τη μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Προκοπίου τιμά σήμερα, 8 Ιουλίου, η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Προκόπιος, έζησε και μεγάλωσε στην Ιερουσαλήμ τα χρόνια που αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο Διοκλητιανός. Ο πατέρας του, ο Χριστοφόρος, ήταν ευσεβής άνθρωπος, σε αντίθεση με την μητέρα του που πίστευε στα είδωλα.
 Μετά τον θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του τον πήγε στον αυτοκράτορα, ο οποίος τον έκανε ηγεμόνα της πόλης των Αλεξανδρέων και του έδωσε εντολή να καταδιώκει και να βασανίζει τους χριστιανούς. Έτσι ο Προκόπιος ξεκίνησε για την Αλεξάνδρεια.
Κατά την πορεία του όμως, ξαφνικά άρχισαν να πέφτουν αστραπές και βροντές και ταυτόχρονα άκουσε φωνή να τον καλεί με το όνομά του, που τον απειλούσε με θάνατο επειδή θα κατεδίωκε τους χριστιανούς και ταυτόχρονα και τον Αληθινό Θεό.
Μετά από αυτό το γεγονός ο Προκόπιος παρακάλεσε Εκείνον πού του μιλάει να του φανερωθεί περισσότερο για να δει ποίος είναι. Τότε εμφανίστηκε μπροστά του ένας Σταυρός από κρύσταλλο και ακούστηκε μία φωνή να του λέει: «Εγώ είμαι ο Εσταυρωμένος Υιός του Θεού». Μετά από αυτό το θαύμα πίστευσε και έγινε χριστιανός.
Λίγο αργότερα επιστρέφοντας από νικηφόρα αποστολή, η μητέρα του προσπάθησε να τον πείσει να θυσιάσει στα είδωλα. Κατάλαβε όμως ότι είχε γίνει χριστιανός και τον πρόδωσε στον αυτοκράτορα. Εκείνος διέταξε τον ηγεμόνα της Καισάρειας Ουλκιο να τον ανακρίνει. Αυτός τον χτύπησε πολύ μέχρι λιποθυμίας και μετά τον έκλεισε στην φυλακή. Με την χάρη του Κυρίου όμως οι πληγές επουλώθηκαν και απελευθερώθηκε από τα δεσμά.
Στη συνέχεια οδηγήθηκε στον ναό των ειδώλων όπου με την προσευχή του κατάφερε και συνέτριψε τα είδωλα. Το θαύμα αυτό είχε ως αποτέλεσμα να πιστεύσουν σ’ αυτόν πολλοί ανάμεσα τους και η μητέρα του. Αμέσως δόθηκε εντολή να αποκεφαλιστούν όλοι όσοι είχαν πιστεύσει.
Μετά από αυτό, δόθηκε εντολή να γίνουν φρικτά βασανιστήρια στον Προκόπιο. Ο Άγιος υπέμενε με πάρα πολύ μεγάλη καρτερία όλα αυτό και μάλιστα κατάφερνε να τα ξεπερνά με την βοήθεια του Θεού. Τέλος δόθηκε εντολή να τον αποκεφαλίσουν και έτσι παρέλαβε το στεφάνι της αιωνίου ζωής.
Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.
Αγρευθείς ουρανόθεν προς την ευσέβειαν, κατηκολούθησας χαίρων ώσπερ ο Παύλος Χριστώ, των Μαρτύρων καλλονή Μάρτυς Προκόπιε, όθεν δυνάμει του Σταυρού, αριστεύσας ευκλεώς, κατήσχυνας τον Βελίαρ, ου της κακίας άτρωτους, σώζε τους πόθω σε γεραίροντας.

Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

Όσο μεγαλώνω

Ελευθέριου Ελευθεριάδη

Όσο μεγαλώνω, συνειδητοποιώ, ότι δεν μπορώ να ασχολούμαι με: "Σου είπα και μου είπες!"

Όσο μεγαλώνω, συνειδητοποιώ, ότι δεν μπορώ να αλλάξω την γνώμη κανενός!

Καθένας στο τέλος κάνει, αυτό που έχει στο μυαλό του!

Όσο μεγαλώνω, συνειδητοποιώ, πώς δεν είμαι ο "κάποιος," που νόμιζα πως ήμουν κάποτε!

Και έτσι χαμηλώνω λίγο το κεφάλι και αφήνω να μιλήσει και ο Θεός!

Όσο μεγαλώνω, βλέπω πως λιγοστεύει ο χρόνος μου! Και ψάχνω περισσότερο σε αγάπη και σε βοήθεια στον διπλανό να επενδύσω!

Όσο μεγαλώνω, δε θέλω πράγματα περίπλοκα, για να είμαι πια καλά! Μια εκκλησιά, λίγο ουρανό και τους ανθρώπους που αγαπάω!

Πρόσεχε που δίνεις την καρδιά σου

π. Χαράλαμπου Παπαδόπουλου - Λύβιου

Έλεγε ο Γέροντας Αθανάσιος, Μητροπολίτης Λεμεσού: «πρόσεχε που δίνεις την καρδιά σου, γιατί ο κόσμος και οι άνθρωποι θα σου την κάνουν κιμά, θα σου την αλέσουν».

Σκληρός λόγος. Μα αληθινός. Γιατί δεν πληγώνεσαι μονάχα από εκείνους που σε μισούν. Πληγώνεσαι πιο βαθιά από εκείνους που αγάπησες, που τους έδωσες χρόνο, ψυχή, παρουσία, φροντίδα, και μετά έκαναν πως δεν θυμούνται. Και όταν τους πεις «θυμάσαι;», σου απαντούν: «Ας μην τα έκανες».

Εκεί γεννιέται μέσα σου κάτι σκοτεινό. Αυτό που ο Κωστής Παπαγιώργης όρισε ως μισανθρωπία. Ο σημερινός μισάνθρωπος έλεγε, κάποτε υπήρξε βαθιά φιλάνθρωπος. Παραμορφώθηκε σε μισάνθρωπο όχι γιατί δεν αγάπησε τους ανθρώπους, αλλά γιατί τους αγάπησε πολύ και προδόθηκε βαθιά.

Όμως το ζητούμενο δεν είναι να σκληρύνει η καρδιά μας. Είναι να αποκτήσει διάκριση.

Να αγαπάς, αλλά να μη χαρίζεις την ψυχή σου σε όποιον ξέρει μόνο να παίρνει σαν αιμοβόρο αρπακτικό.

Να δίνεις, αλλά να μη χάνεσαι. Γιατί η αγάπη χωρίς όρια δεν είναι αγιότητα. Είναι καταστροφή της εικόνας του Θεού, που λέγεται άνθρωπος.

Αγέραστη ευτυχία!

 

Νώντας Σκοπετέας

Αναζητάς συνεχώς τον τρόπο να αποφύγεις τον πόνο και τον Σταυρό. Μακαρίζει ο Κύριος τους πονεμένους, τους κατατρεγμένους και ονειδιζόμενους, τους Σταυροφόρους και Χριστοφόρους…

Και εσύ που λογαριάζεσαι ως άνθρωπος σοβαρός και συνετός, μακριά από ακρότητες και ζήλους υπερβολικούς, συντροφιά με την λογική σου, λοιδορείς την…εξωπραγματική χαρμολύπη, τον αδιανόητο Ζωοποιό Σταυρό, τον ολότελα παράξενο, πρόξενο Αθανασίας  θάνατο και τον παράφρονα ευεργέτη πόνο…

Εξίστασαι με όλα τούτα τα ασύμβατα με τον κόσμο και συνεχίζεις να αναζητάς τρόπους να μην κακοπαθήσεις, να μην ταλαιπωρηθείς στο ελάχιστο.

Και απομακρύνεις ολοένα και εξορίζεις τον Σταυρό! Αλίμονο! Ιδού γαρ ήλθε δια του Σταυρού, χαρά εν όλω τω κόσμω! Όλα τα μακάρια τα κράτησες μακάβρια!

Βλέπεις τα χρόνια να κυλούν, τους γύρω σου να φεύγουν για το αιώνιο ταξίδι και εσύ λογαριάζεις πως εκείνοι κάτι δεν έκαναν καλά, κάτι δεν πρόσεξαν και ασθένησαν και πέθαναν…

Ενώ εσύ, που φροντίζεις καλά τον εαυτό σου και γυμνάζεις το σώμα σου και πάιρνεις βιταμίνες  και αποφεύγεις τα λιπαρά και μιαρά…δεν θα΄ χεις την…τύχη τους…

Ναι παραδέξου το, σου περνά πολλές φορές από το μυαλό ότι κάτι θα γίνει στο άμεσο μέλλον, κάτι θα εφεύρει η…«Αγία επιστήμη» και θα τα καταφέρεις να μην πεθάνεις, ή τουλάχιστον να παραμείνεις νέος και αγέραστος…

Για αυτό και την προσκυνάς εξάλλου και σαν είδωλο την βάζεις στον πιο ψηλό τον θρόνο το χρυσωμένο μα κούφιο σαν άψυχο χάλκευμα.

Και τρέχεις ξοπίσω από αυτό που σου όρισαν άλλοι, οθνείοι «λόγιοι» και όχι ο Θεός Λόγος ως ευτυχία! Μα ποτέ σου δεν ευτύχησες αληθινά! Όλο κάτι άλλο τελικά αναζητάς!

Και ξανά τρέχεις να την προφτάσεις να την γευτείς! Στυφάδα και ξέρα γέμισες το μέσα σου αδελφέ μου, ταλαίπωρε εαυτέ μου…Μάταια όλα! Φωνάζει η ψυχή και διαμαρτύρεται! Όλα τούτα θα εξαφανιστούν!

Όλα μια σκιά, παραδομένα στην φθορά και στον θάνατο…Πόσο ωραία το διατυπώνει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στην νεκρώσιμο:

Ποῦ ἐστιν ἡ τοῦ κόσμου προσπάθεια; Ποῦ ἐστιν ἡ τῶν προσκαίρων φαντασία; Ποῦ ἐστιν ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος; Ποῦ ἐστι τῶν οἰκετῶν ἡ πλημμύρα καὶ ὁ θόρυβος; Πάντα κόνις, πάντα τέφρα, πάντα σκιά.

Ἀλλὰ δεῦτε βοήσωμεν τῷ ἀθανάτῳ Βασιλεῖ· Κύριε, τῶν αἰωνίων σου ἀγαθῶν ἀξίωσον, τὸν μεταστάντα ἐξ ἡμῶν, ἀναπαύων αὐτὸν ἐν τῇ ἀγήρῳ μακαριότητι…

Να, αυτό που δεν θα γεράσει ποτέ αδελφέ μου!
Να, η αληθινή ευτυχία!

Ο προορισμός!

Το αιώνιο Φως του Χριστού μας!
Των ευφραινομένων η κατοικία!

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΚΥΡΙΑΚΗ

 


 Τη μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Κυριακής τιμά σήμερα, , η Εκκλησία μας. Η Αγία Κυριακή ήταν κόρη του Δωροθέου και της Ευσεβίας. Αυτοί ήταν άτεκνοι και παρακαλούσαν το Θεό να τους δώσει παιδί. Πράγματι, ο Θεός ευδόκησε, και το χριστιανικό αυτό ζευγάρι, απέκτησε παιδί.
 Γεννήθηκε ημέρα Κυριακή, γι’ αυτό και της έδωσαν το όνομα Κυριακή. Κατά το διωγμό του Διοκλητιανού, το έτος 282 μ.Χ., οι γονείς της συνελήφθησαν και μετά από ανάκριση βασανίστηκαν και αποκεφαλίστηκαν από το δούκα Ιούστο.
Η δε Κυριακή παραπέμφθηκε στον Καίσαρα Μαξιμιανό, και από εκεί στον άρχοντα Βιθυνίας Ιλαριανό, ο οποίος της υπενθύμισε ότι η ομορφιά της είναι για απολαύσεις και όχι για βασανιστήρια. Τότε η παρθένος κόρη του απάντησε:
«Ούτε στη νεότητα μου, ούτε στην ομορφιά μου δίνω την παραμικρή προσοχή. Και τα λαμπρότερα από τα επίγεια πράγματα είναι προσωρινά, όπως τα άνθη και κούφια, όπως οι σκιές. Σήμερα, έπαρχε, είμαι όμορφη, αύριο μια άσχημη γριά. Να κάνω, λοιπόν, κέντρο της ζωής μου την ομορφιά μου;
Την αξία της, όμως, τη γνώρισα στις ρυτίδες, που την περιμένουν και στον τάφο που την καλεί. Νόμισες, λοιπόν, ότι θα κάνω την τερατώδη ανοησία, να χάσω την αιώνια λαμπρότητα για να μείνω λίγο περισσότερο στη γη; Γι’ αυτό στο ξαναλέω, έπαρχε: είμαι και θα είμαι στη ζωή και στο θάνατο χριστιανή».
Εξοργισμένος ο Ιλαριανός, σκληρά τη βασάνισε και διέταξε να την αποκεφαλίσουν. Αλλά πριν πέσει η σπάθη, προσευχόμενη παρέδωσε το πνεύμα της στον Κύριο.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως βρύσις πολύκρουνος παρθενομάρτυς Χριστού, κατήρδευσας πάνσοφε την Εκκλησίαν αυτού, και ήθλησας άριστα. έσωσας τους εν σκότει της ειδωλομανίας, αίγλητων σων θαυμάτων, Κυριακή αθλοφόρε. διό εν παρρησία Χριστώ πρέσβευε σωθήναι ημάς.

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Γιατί ο Ματθαίος αναφέρει δύο δαιμονιζόμενους, ενώ ο Μάρκος και ο Λουκάς έναν;



Πολλοί θεωρούν ότι εδώ υπάρχει αντίφαση στα Ευαγγέλια. Στην πραγματικότητα όμως δεν υπάρχει καμία αντίφαση, αλλά διαφορετική οπτική γωνία στην αφήγηση του ίδιου γεγονότος.
Στο σημερινό Ευαγγέλιο, ο Ματθαίος γράφει ξεκάθαρα ότι ο Χριστός συνάντησε δύο δαιμονιζόμενους στη χώρα των Γεργεσηνών. Αντίθετα, ο Μάρκος και ο Λουκάς μιλούν μόνο για έναν.

Τι συμβαίνει λοιπόν;
Ο Ματθαίος καταγράφει ολόκληρο το ιστορικό γεγονός: υπήρχαν πράγματι δύο δαιμονιζόμενοι. Ο Μάρκος και ο Λουκάς, όμως, επιλέγουν να επικεντρωθούν στον έναν, εκείνον που ήταν πιθανότατα ο πιο γνωστός, ο πιο φοβερά δαιμονισμένος και αυτός που, μετά τη θεραπεία του, έγινε ο κήρυκας του θαύματος σε όλη τη Δεκάπολη.
Προσέξτε κάτι σημαντικό. Ο Μάρκος και ο Λουκάς δεν γράφουν ότι υπήρχε μόνο ένας. Απλώς μιλούν για τον έναν. Είναι σαν να πούμε: «Στη συνάντηση παρευρέθηκαν δύο άνθρωποι και ο ένας εκφώνησε μια σημαντική ομιλία». Δεν αρνούμαστε την παρουσία του δεύτερου· απλώς εστιάζουμε σε εκείνον που έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Αυτή είναι και η ερμηνεία που δίνουν οι Άγιοι Πατέρες, όπως ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας και ο Ευθύμιος Ζιγαβηνός. Ο Ματθαίος διασώζει την πληρότητα του γεγονότος, ενώ ο Μάρκος και ο Λουκάς αναδεικνύουν το πρόσωπο που έγινε το ζωντανό παράδειγμα της δύναμης του Χριστού.

Οι διαφορετικές αυτές αφηγήσεις δεν αποδυναμώνουν την αξιοπιστία των Ευαγγελίων. Αντίθετα, τη φανερώνουν. Αν όλα τα Ευαγγέλια ήταν πανομοιότυπα, θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι πρόκειται για ένα κοινό, αντιγραμμένο κείμενο. Η ύπαρξη διαφορετικών λεπτομερειών, χωρίς να αλλοιώνεται η ουσία του γεγονότος, δείχνει ότι κάθε Ευαγγελιστής καταγράφει την αλήθεια από τη δική του οπτική και με τον δικό του θεολογικό σκοπό.

Η αλήθεια του Ευαγγελίου δεν βρίσκεται στην απόλυτη ομοιομορφία της αφήγησης, αλλά στην κοινή μαρτυρία όλων ότι ο Χριστός έχει εξουσία πάνω στο κακό, ελευθερώνει τον άνθρωπο από τα δεσμά του διαβόλου και τον επαναφέρει στην αληθινή ζωή.

Τα χρώματα της ζωής…

 Μπορεί να είναι εικαστικό λυκόφως

Τα χρώματα της ζωής…
Η ζωή δεν είναι μόνο λευκή ή μαύρη.
Είναι ένας πίνακας που ο Θεός ζωγραφίζει κάθε μέρα με χρώματα που πολλές φορές δεν καταλαβαίνουμε.
Υπάρχουν οι φωτεινές αποχρώσεις της χαράς, της αγάπης, της ελπίδας και της ευγνωμοσύνης.
Υπάρχουν όμως και τα σκούρα χρώματα της δοκιμασίας, της απώλειας, της μοναξιάς και των δακρύων.
Κι όμως…
Αν έλειπε έστω κι ένα χρώμα, ο πίνακας δεν θα ήταν ολοκληρωμένος.
Οι δυσκολίες μάς διδάσκουν υπομονή.
Οι αποτυχίες μάς χαρίζουν ταπείνωση.
Οι πληγές μάς μαθαίνουν να συμπονούμε.
Και οι χαρές μάς θυμίζουν ότι ο Θεός δεν έπαψε ποτέ να μας χαμογελά.
Μην φοβάσαι, λοιπόν, τις σκοτεινές πινελιές της ζωής.
Ο μεγάλος Ζωγράφος γνωρίζει πού θα βάλει το φως και πού τη σκιά, ώστε στο τέλος να φανερωθεί ένα αριστούργημα.
Εκείνος βλέπει την εικόνα ολόκληρη, ενώ εμείς βλέπουμε μόνο μία μικρή πινελιά.
Γι’ αυτό να εμπιστεύεσαι.
Γιατί στα χέρια του Θεού ακόμη και τα πιο σκούρα χρώματα μπορούν να γίνουν η αρχή του πιο όμορφου ουρανού.

Εκκοπή θελήματος

 Εκκοπή θελήματος

“Αν λοιπόν θέλουμε ν΄ απαλλαγούμε τέλεια και να ελευθερωθούμε, ας μάθουμε να κόβουμε τα θελήματά μας, και έτσι προκόβοντας λίγο-λίγο, με τη Χάρη του Θεού, θα φτάσουμε στην “απροσπάθεια”. Γιατί τίποτα δεν ωφελεί τόσο τους ανθρώπους, όπως το να κόψουν το θέλημά τους. Πραγματικά, προοδεύει κανείς απ΄ αυτό το πράγμα σχεδόν περισσότερο απ΄ όσο με οποιαδήποτε άλλη αρετή. Και όπως ακριβώς ο άνθρωπος που περπατάει στο δρόμο και βρίσκει ένα μονοπάτι και το ακολουθεί, μ΄ εκείνο το μονοπάτι κερδίζει πολύ μεγάλο μέρος από το δρόμο, το ίδιο συμβαίνει και μ΄ αυτόν που ακολουθεί το δρόμο της “εκκοπής του θελήματος”. Γιατί με το να κόβει κανείς το θέλημά του, αποκτά την “απροσπάθεια” και από την “απροσπάθεια” έρχεται, με τη Χάρη του Θεού, σε τέλεια “απάθεια”. Μπορεί δέ σε μικρό χρονικό διάστημα να κόψει κανείς δέκα θελήματα, και σας λέω πώς: Κάνει ένα μικρό περίπατο και βλέπει κάτι, και του λέει ο λογισμός: “Κοίταξε εκεί”, και λέει στο λογισμό: “Όχι δεν κοιτάζω καθόλου”, και κόβει το θέλημά του και δεν προσέχει. Πάλι συναντάει μερικούς που κουβεντιάζουν, και του λέει ο λογισμός: “Πές και σύ αυτό”, και κόβει το θέλημά του και δεν το λέει. Πάλι του λέει ο λογισμός: “Πήγαινε και ρώτησε το μάγειρα τί μαγειρεύει”, και δεν πάει, αλλά κόβει το θέλημά του. Βλέπει κάτι και του λέει ο λογισμός: “Ρώτησε ποιός το έφερε”, και κόβει το θέλημά του και δεν ρωτάει. Και έτσι κόβοντας συχνά – πυκνά το θέλημά του, συνηθίζει να το κόβει και αρχίζοντας από τα μικρά φτάνει να κόβει με άνεση και χαρά και τα μεγάλα. Έτσι καταλήγει να μην έχει καθόλου θέλημα, αλλά ο,τιδήποτε συμβεί τον αναπαύει, σάν να γίνεται με το θέλημά του. Και χωρίς να θέλει ο ίδιος να κάνει το θέλημά του βρίσκεται πάντοτε να το κάνει. Γιατί για όποιον δεν έχει δικό του θέλημα, καθετί που γίνεται είναι και δικό του. Και μ΄ αυτόν τον τρόπο φτάνει, όπως είπαμε, να μην έχει “προσπάθεια” και από την “απροσπάθεια” έρχεται στην “απάθεια”

Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΣ ΣΙΣΩΗΣ

 


Τη μνήμη του Οσίου και Μεγάλου Σισώη τιμά σήμερα, , η Εκκλησία μας. Ο Όσιος Σισώης έλαμψε με την πνευματική του σύνεση, την ταπεινοφροσύνη, τη φιλαδελφία και το ενδιαφέρον του στο να επιστρέψει και ένα μόνο αμαρτωλό.
 Μεταξύ των ασκητών αναδείχτηκε ονομαστός και μέγας, αθλητής της πρώτης γραμμής, τύπος εγκράτειας, αλλά και ψυχή πού προσευχόταν για δικαίους και αδίκους, πλούσιους και φτωχούς, άρχοντες και ιδιώτες, κληρικούς και λαϊκούς και γενικά για όλο τον κόσμο. Στη γη ήταν, αλλά η ζωή του ήταν ουράνια.
Υψωμένος πάνω από τη σάρκα, που χαλιναγωγούσε τέλεια με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και τη θεία κοινωνία του σώματος και του αίματος του Χριστού.
Η μνήμη του μένει υπόδειγμα σ’ όσους θέλουν την ασκητική ζωή, για να είναι γνήσιοι και πραγματικοί ασκητές, όχι μόνο με την αντοχή του σώματος, αλλά και με την πνευματική αναγέννηση και τη λάμψη της αρετής.
Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.
Εκ παιδός γεωργήσας ζωήν την κρείττονα, των κατ’ αυτής ενεπλήσθης θεουργικών αγαθών, των Αγγέλων μιμητά Σισώη Όσιε, όθεν ως ήλιος λαμπρός, απαυγάζεις τηλαυγώς, εν ώρα της σης εξόδου, δηλοποιών την σην δόξα, και καταλάμπων τας ψυχάς ημών.

Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Όταν το πανηγύρι έχασε τον Άγιο και κράτησε μόνο το τραπέζι…



Τώρα το καλοκαίρι, τα τελευταία χρόνια, βλέπουμε να πληθαίνουν γύρω μας γιορτές και πανηγύρια που πολλές φορές δεν έχουν καμία σχέση με την Εκκλησία, την πίστη, την παράδοση, τη μνήμη, την ευλογία.
Γιορτές φυτών, καρπών, ζώων, ψαριών, ποτών, φαγητών, ακόμη και παλιών ειδώλων ή ξεχασμένων συμβόλων.
Και γύρω από όλα αυτά στήνονται μεγάλες πανηγύρεις. Με σκηνές, με μικρόφωνα, με χορούς, με κλαρίνα, με ονόματα τραγουδιστών, με πολιτιστικές εκδηλώσεις, με λόγους, με φωτογραφίες, με χειροκροτήματα, με μεγαλεία.
Και στο κέντρο της πλατείας καμαρώνει πλέον το νέο «σύμβολο» της εποχής.
Το τοτέμ της σύγχρονης αλλοπρόσαλλης γιορτής.
Άλλοτε η προβατίνα, που δήθεν τιμάται, ενώ την ίδια στιγμή ψήνεται και καταναλώνεται.
Άλλοτε το καρπούζι, το κρεμμύδι, η ρίγανη, το καλαμπόκι, η πίτα, ο πλαστός, η γαλατόπιτα, η σαρδέλα, η πέστροφα, η πάπια, η κότα, το τσίπουρο, το κρασί, και ποιος ξέρει αύριο τι άλλο.
Δεν είναι το φαγητό το πρόβλημα.
Δεν είναι η χαρά το πρόβλημα.
Δεν είναι ο χορός, η μουσική, η παρέα, το αντάμωμα των ανθρώπων.
Το πρόβλημα είναι όταν όλα αυτά παίρνουν τη θέση της μνήμης.
Όταν το τραπέζι μένει, αλλά χάνεται ο Άγιος.
Όταν το γλέντι συνεχίζεται, αλλά έχει χαθεί η προσευχή.
Όταν η πλατεία γεμίζει, αλλά η Εκκλησία αδειάζει.
Όταν ο άνθρωπος θέλει πανηγύρι χωρίς Θεό, χαρά χωρίς ευλογία, παράδοση χωρίς ρίζα.
Γιατί κάποτε τα πανηγύρια του τόπου μας δεν ήταν έτσι.
Κάποτε το πανηγύρι ξεκινούσε από τον Εσπερινό.
Από το κερί.Από την εικόνα του Αγίου.Από το «Κύριε ἐλέησον».Από την αρτοκλασία.Από τη Θεία Λειτουργία.Από το μνημόνεμα των ζωντανών και των κεκοιμημένων.Από την ευλογία του Θεού πάνω στο χωριό, στα σπίτια, στα παιδιά, στα χωράφια, στους κόπους, στις αγωνίες των ανθρώπων.

Και ύστερα ερχόταν το τραπέζι.
Ύστερα ερχόταν η χαρά.Ύστερα ερχόταν το γλέντι.
Πρώτα ο Θεός.Πρώτα ο Άγιος.Πρώτα η ευχαριστία.Και μετά όλα τα άλλα έπαιρναν νόημα.

Σήμερα όμως, σε πολλές περιπτώσεις, μοιάζει σαν να κρατήσαμε το περίβλημα και πετάξαμε την ψυχή. Κρατήσαμε τα φώτα, τα ηχεία, τα τραπέζια, τα σουβλάκια, τα ποτά, τις αφίσες, τα μεγάλα ονόματα, αλλά χάσαμε το κέντρο. Και όταν χάνεται το κέντρο, όλα γίνονται θόρυβος.
Οι πρόγονοί μας δεν ήταν ανόητοι. Δεν συνέδεσαν τυχαία το καλοκαίρι με μεγάλες εκκλησιαστικές μνήμες. Αγίου Πνεύματος. Αγίων Αποστόλων. Αγίας Κυριακής. Αγίων Αναργύρων. Προφήτη Ηλία. Αγίας Παρασκευής. Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Δεν τους έφταναν άραγε αυτές οι γιορτές;Δεν ήταν αρκετές;
Δεν χωρούσε η χαρά μας μέσα στην ευλογία τους;Ή μήπως εμείς δεν θέλουμε πια να χωρέσουμε εκεί;

Μήπως δεν αντέχουμε την παρουσία του Θεού;
Μήπως δεν θέλουμε να μας θυμίζει κανείς ότι η χαρά δεν είναι μόνο κατανάλωση;
Ότι το πανηγύρι δεν είναι μόνο φαγητό και ποτό;
Ότι η ζωή δεν είναι μόνο «να περάσουμε καλά»;Ότι υπάρχει και ψυχή;
Ότι υπάρχει και μετάνοια;Ότι υπάρχει και ευθύνη;Ότι υπάρχει και ευλογία;

Μήπως τελικά δεν μας ενοχλεί ο Άγιος επειδή είναι παλιός, αλλά επειδή είναι ζωντανός;
Επειδή μας κοιτάζει και μας ρωτά:
πού πας;  τι γιορτάζεις;  ποιον τιμάς;  με τι γεμίζεις την καρδιά σου;
Δεν χρειάζεται να γκρεμίσουμε τη χαρά των ανθρώπων. Χρειάζεται όμως να την ξαναβαπτίσουμε στην αλήθεια. Να ξαναδώσουμε στα πανηγύρια μας την ψυχή τους. Να μην ντρεπόμαστε να πούμε ότι το πανηγύρι χωρίς τον Άγιο γίνεται απλώς εκδήλωση. Ότι η παράδοση χωρίς Εκκλησία γίνεται φολκλόρ. Ότι η μνήμη χωρίς προσευχή γίνεται διακόσμηση. Ότι η χαρά χωρίς Θεό κουράζει γρήγορα και αφήνει κενό.
Γιατί η Εκκλησία δεν είναι εχθρός της χαράς.Η Εκκλησία γέννησε την αληθινή χαρά.Η πίστη μας δεν είναι μιζέρια.Είναι φως.
Δεν είναι άρνηση της ζωής.Είναι η ζωή στην πληρότητά της.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν θα γιορτάζουμε.
Το ερώτημα είναι τι γιορτάζουμε.
Και κυρίως, ποιον βάζουμε στο κέντρο της γιορτής μας.
Γιατί όπου βάζεις το κέντρο σου, εκεί αποκαλύπτεται και η καρδιά σου.
Αν στο κέντρο βάλεις μόνο το φαγητό, όλα θα τελειώσουν στο τραπέζι.
Αν στο κέντρο βάλεις μόνο το ποτό, όλα θα χαθούν στη ζάλη.
Αν στο κέντρο βάλεις μόνο τη μουσική, όλα θα σβήσουν όταν κλείσουν τα ηχεία.
Αν όμως στο κέντρο βάλεις τον Χριστό, τότε και το τραπέζι αγιάζεται, και η χαρά βαθαίνει, και το γλέντι γίνεται ευχαριστία, και η παρέα γίνεται κοινωνία, και το πανηγύρι γίνεται ευλογία.

Ας μη χάσουμε, λοιπόν, αυτό που μας κράτησε αιώνες.
Ας μη ξεριζώσουμε από τα πανηγύρια μας τον Άγιο, για να βάλουμε στη θέση του ένα προϊόν, ένα πιάτο, ένα ποτό, ένα πρόσκαιρο θέαμα.
Δεν μας λείπουν οι αφορμές για γλέντι.Μας λείπουν οι αφορμές για να ξαναβρούμε την ψυχή μας.
Και ίσως αυτό είναι το μεγάλο ζητούμενο της εποχής μας:
να ξαναγυρίσουμε από το θόρυβο στη μνήμη,από την κατανάλωση στην ευχαριστία,από το θέαμα στην προσευχή,από το «να περάσουμε καλά» στο «να ζήσουμε αληθινά».

Να ξαναγίνουν τα πανηγύρια μας αυτό που ήταν:μια μικρή Ανάσταση του τόπου.
Μια σύναξη ανθρώπων γύρω από τον Θεό.
Ένα κερί μπροστά στον Άγιο.
Ένα δάκρυ ευγνωμοσύνης.
Μια προσευχή για τα παιδιά μας.
Μια μνήμη για τους παππούδες μας.
Μια ευλογία για το χωριό μας.
Και ύστερα, ναι, τραπέζι. Και χαρά. Και τραγούδι. Και αντάμωμα.
Αλλά με αρχή.Με ρίζα.Με νόημα.Με Χριστό.
Γιατί χωρίς τον Θεό, ακόμη και η πιο λαμπρή γιορτή μένει άδεια.
Ενώ με τον Θεό, ακόμη και ένα απλό κερί μπορεί να φωτίσει ολόκληρη την πλατεία.
Ας ξαναβάλουμε λοιπόν τον Άγιο στη θέση του.
Όχι στην άκρη της αφίσας.Στο κέντρο της ζωής μας.