Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

..αφού Αναλήφθηκε...μαρτυρεί σε όλους ότι αυτός είναι ο Θεός που εξουσιάζει τα πάντα...

 


Η μεγαλύτερη ευτυχία


Τι είναι η βασιλεία του Θεού; Το να συγχωρούμε ο ένας τον άλλον, όπως συγχωρεί ο Θεός κι εμάς. Το να αγαπάμε ο ένας τον άλλον, όπως αγαπά κι εμάς ο Θεός. Όταν έχουμε μέσα μας την Αγάπη, τι μεγαλύτερη ευτυχία μπορεί να υπάρξει;

Σχόλιο στην Ανάληψη του Κυρίου

 Ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου (Gillet Lev Fr. (1893- 1980)) | Διακόνημα

Εάν έχουμε ζήσει τη χαρά της Πασχαλινής περιόδου, είναι σπάνιο να μην νιώσουμε ένα σφίξιμο στην καρδιά, όταν έρχεται η μέρα της Αναλήψεως. Ξέρουμε πολύ καλά ότι είναι μία από τις μεναλύτερες γιορτές της Χριστιανοσύνης. Κι όμως , μας φαίνεται σαν αναχώρηση, σαν χωρισμός, ότι ο Κύριός μας δεν είναι πια παρών με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Οι μαθητές δεν αντέδρασαν έτσι. Θα μπορούσε n λύπη να τους έχει καταβάλει, αυτοί όμως αντιθέτως» υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ μετά χαράς μεγάλnς»(Λουκ. 24:36-53). Γ ιατί n Ανάληψη χαροποιεί τους χριστιανούς ;

Καταρχάς, διότι n δόξα του Κυρίου μας είναι πολύτιμη για μας. Η Ανάληψη επιστέφει την επίγεια αποστολή Του. Ολοκλήρωσε το έργο που Του ανάθεσε ο Πατήρ, και προς Αυτόν τείνει τώρα με όλο το είναι Του. Σε λίγο ο Πατέρας θα Τον υποδεχθεί, όπως αρμόζει στη νίκη που κέρδισε κατά της αμαρτίας και του θανάτου, μια νίκη που κατακτήθηκε με τόσο πόνο. Σε λίγο θα δοξαστεί στον ουρανό. Η δόξα και η επιθυμία του Κυρίου μας πρέπει να είναι σημαντικότερες για μας από την «αισθητή παρηγοριάς» που αντλούμε από την παρουσία Του. Ας μάθουμε να αγαπούμε τόσο τον Κύριό μας, ώστε να χαιρόμαστε με τη δική Του χαρά.

Στη συνέχεια, η Ανάληψη σηματοδοτεί το γενονός ότι ο Πατήρ αποδέχεται όλο το λυτρωτικό έργο του Υιού. Η Ανάσταση ήταν το πρώτο εκτυφλωτικό σημείο αυτής της αποδοχής. Η Πεντηκοστή θα είναι το τελικό. Η νεφέλη που σήμερα περιβάλλει τον Ιησού και ανεβαίνει μαζί Του στον ουρανό αντιπροσωπεύει τον καπνό του ολοκαυτώματος που ανεβαίνει από το θυσιαστήριο προς τον Θεό. Η θυσια έγινε δεκτή. Ο Πατήρ υποδέχεται το Θύμα, όπου κοντά Του θα συνεχίσει να προσφέρει αιωνίως τη θυσία Του. Το έργο της σωτηρίας μας ολοκληρώθηκε.

Ο Ιησούς δεν επιστρέφει μόνος στον Πατέρα. Είναι ο ασώματος Λόγος που κατέβηκε και έζησε μετά των ανθρώπων. Σήμερα είναι ο Λόγος που εγένετο Σαρξ, αληθινός Θεός και τέλειος άνθρωπος, που εισέρχεται στη βασιλεία των Ουρανών. Φέρνει μαζί Του την ανθρώπινη φύση την οποία είχε ενδυθεί. Ανοίγει τις πύλες της Βασιλείας για την ανθρωπότητα . Κατακτούμε « μέσω πληρεξουσίου» τα επουράνια αγαθά: «Όντας nμάς νεκρούς τοις παραπτώμασι … συνήγειρε και συνεκάθισεν εν τοίs έπουρανίοις εν Χριστώ ‘Ιησού» . Εάν είμαστε πιστοί, προόρισε για μας θεση στη Βασιλεία. Η παρουσία μας εκεί είναι αυτό που επιθυμεί και περιμένει.

Η Ανάληψη καθιστά για μας τη σκέψη του ουρανού περισσότερο παρούσα και επίκαιρη. Σκεπτόμαστε άραγε αρκετά τη μόνιμη κατοικία μας; Για τους περισσότερους χριστιανούς, η ουράνια ζωή είναι κάτι σαν συμπλήρωμα της επίγειας. Κάτι σαν υστερόγραφο, σαν το παράρτημα ενός βιβλίου, του οποίου το κυρίως κείμενο έχει γραφτεί στη γη. Το αντίθετο όμως είναι το αληθινό. Η επίγεια ζωή, μας δεν είναι παρά ο πρόλογος του βιβλίου. Η ζωή στον ουρανό θα είναι το κείμενο, και το κείμενο δεν θα έχει τέλος. Για να χρησιμοποιήσουμε μια άλλη εικόνα, η γήινη ζωή μας είναι μια σήραγγα-στενή, σκοτεινή και πολύ σύντομη- που οδηγεί σ΄ένα υπέροχο και ηλιόλουστο τοπίο. Σκεπτόμαστε πάρα πολύ αυτό που είναι η ζωή μαs τώρα . Δεν σκεπτόμαστε αρκετά αυτό που θα είναι στο μέλλον : « Α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε… α ητοίμασεν ο Θεος τοις αγαπώσιν Αυτόν» . Στον ‘Ορθρο τns σημερινής εορτής ψάλλουμε: «Αγγελικώs οι έν κόσμω πανηνυρίσωμεν…». Πράγμα που σημαίνει, ας σκεπτόμαστε περισσότερο τουs αγγέλουs, ας προσπαθήσουμε να εισέλθουμε στα δικά τους αισθήματα, να γευθούμε κάτι από αυτά που γεύθηκαν αυτοί, όταν ο Υιός επέστρεψε εν δεξιά του Πατρός. Aς μεταφερθούμε πρώτα-πρώτα κοντά στην Υπεραγία Θεοτόκο και τουs αγίους, που θα είναι οι αληθινοί συμπολίτες μας: «Το πολίτευμα ημών εν ουρανοίς ύπάρχει , εξ ου και απεκδεχόμεθα σωτήρα Κύριον Ιησού Χριστόν ». Η ζωή μας θα μεταμορφωνόταν, εάν, ήδη από τώρα, ρίχναμε την καρδιά μας στην αντίπερα όχθη, πέρα από αυτόν τον κόσμο, στη Βασιλεία, όπου βρίσκονται όχι μόνον τα αληθινά αγαθά μας, αλλά και τα αγαθά όλων εκείνων που αγαπούμε .

Οι μαθητές, αφού αποχωρίστηκαν τον Ιησού, παρέμεναν πλήρειs ελπίδας, διότι ήξεραν ότι θα τουs εδίδετο το Πνεύμα. Τους παρήγγειλε «άπο Ιεροσολύμων μη χωρίζεσθαι, αλλά περιμένειν την επαγγελίαν του πατρός…». Η νεφέλη περιβάλλει τον Ιησού ,αλλά δεν έχει πάρει ακόμη το χρώμα της φλόγας της Πεντηκοστής Ο Ιησούς φεύγοντας μας σταθεροποιεί σε μια στάση, όχι λύπης αλλά χαρούμενης και γεμάτης εμπιστοσύνη προσμονής .

«Και εγένετο εν τω ευλογείν αύτον αυτούς διέστη απ’ αυτών και άνεφερετο εις τον ούρανόν. Και αυτοί προσκυνήσαντες αυτόν επέστρεψαν εις Ιερoυσαλήμ μετά χαράς μεγάλης.» Να τι θα έπρεπε να είναι για μας η γιορτή της Αναλήψεως. Εάν ο Ιησούs απομακρύνεται ευλογώντας, κι αν εμείς Τον προσκυνούμε γονατιστοί ενώ ανεβαίνει, θα σηκωθούμε γεμάτοι με καινούργια δύναμη-καρπό της ευλογίας και της προσκύνησης- και θα επιστρέψουμε, όπως οι απόστολοι, «μετά χαράς μεγάλης».

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗ

   

Τη μνήμη των τιμά σήμερα, , η Εκκλησία μας. Ως γενέτειρα πόλη του Μεγάλου Κωνσταντίνου αναφέρεται τόσο η Ταρσός της Κιλικίας όσο και το Δρέπανο της Βιθυνίας.

Ωστόσο η άποψη που επικρατεί φέρει τον Μέγα Κωνσταντίνο να έχει γεννηθεί στη Ναϊσό της Άνω Μοισίας (σημερινή Νις της Σερβίας). Το ακριβές έτος της γεννήσεώς του δεν είναι γνωστό, θεωρείται όμως ότι γεννήθηκε μεταξύ των ετών 272-288 μ.Χ.
Πατέρας του ήταν ο Κωνστάντιος, που λόγω της χλωμότητος του προσώπου του ονομάσθηκε Χλωρός, και ήταν συγγενής του αυτοκράτορα Κλαυδίου.
Μητέρα του ήταν η Αγία Ελένη, θυγατέρα ενός πανδοχέως από το Δρέπανο της Βιθυνίας.
Το 305 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος ευρίσκεται στην αυλή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού στη Νικομήδεια με το αξίωμα του χιλίαρχου. Το ίδιο έτος οι δύο Αύγουστοι, Διοκλητιανός και Μαξιμιανός, παραιτούνται από τα αξιώματά τους και αποσύρονται. στο ύπατο αξίωμα του Αυγούστου προάγονται ο Κωνστάντιος ο Χλωρός στη Δύση και ο Γαλέριος στην Ανατολή.
Ο Κωνστάντιος ο Χλωρός πέθανε στις 25 Ιουλίου 306 μ.Χ. και ο στρατός ανακήρυξε Αύγουστο τον Μέγα Κωνσταντίνο, κάτι όμως που δεν αποδέχθηκε ο Γαλέριος. Μετά από μια σειρά διαφόρων ιστορικών γεγονότων ο Μέγας Κωνσταντίνος συγκρούεται με τον Μαξέντιο, υιό του Μαξιμιανού, ο οποίος πλεονεκτούσε στρατηγικά, επειδή διέθετε τετραπλάσιο στράτευμα και ο στρατός του Κωνσταντίνου ήταν ήδη καταπονημένος.
Από την πλευρά του ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε κάθε λόγο να αισθάνεται συγκρατημένος. δεν είχε καμία άλλη επιλογή εκτός από την επίκληση της δυνάμεως του Θεού. Ήθελε να προσευχηθεί, να ζητήσει βοήθεια, αλλά καθώς διηγείται ο ιστορικός Ευσέβιος, δεν ήξερε σε ποιόν Θεό να απευθυνθεί. Τότε έφερε νοερά στη σκέψη του όλους αυτούς που μαζί τους συνδιοικούσε την αυτοκρατορία.
Όλοι τους, εκτός από τον πατέρα του, πίστευαν σε πολλούς θεούς και όλοι τους είχαν τραγικό τέλος. Άρχισε, λοιπόν, να προσεύχεται στον Θεό, υψώνοντας το δεξί του χέρι και ικετεύοντάς Τον να του αποκαλυφθεί. Ενώ προσευχόταν, διαγράφεται στον ουρανό μία πρωτόγνωρη θεοσημία. Περί τις μεσημβρινές ώρες του ηλίου, κατά το δειλινό δηλαδή, είδε στον ουρανό το τρόπαιο του Σταυρού, που έγραφε «τούτω νίκα».
Και ενώ προσπαθούσε να κατανοήσει τη σημασία αυτού του μυστηριακού θεάματος, τον κατέλαβε η νύχτα. Τότε εμφανίζεται ο Κύριος στον ύπνο του μαζί με το σύμβολο του Σταυρού και τον προέτρεψε να κατασκευάσει απομίμηση αυτού και να το χρησιμοποιεί ως φυλακτήριο πιο πολέμους.
Έχοντας ως σημαία του το Χριστιανικό λάβαρο, αρχίζει να προελαύνει προς την Ρώμη εκμηδενίζοντας κάθε αντίσταση.
Όταν φθάνει στη Ρώμη ενδιαφέρεται για τους Χριστιανούς της πόλεως. Όμως το ενδιαφέρον του δεν περιορίζεται μόνο σε αυτούς. Πολύ σύντομα πληροφορείται για την πενιχρή κατάσταση της Εκκλησίας της Αφρικής και ενισχύει από το δημόσιο ταμείο τα έργα διακονίας αυτής.
Το Φεβρουάριο του 313 μ.Χ., στα Μεδιόλανα, όπου γίνεται ο γάμος του Λικινίου με την Κωνσταντία, αδελφή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, επέρχεται μια ιστορική συμφωνία μεταξύ των δύο ανδρών που καθιερώνει την αρχή της ανεξιθρησκείας.
Τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ο Μέγας Κωνσταντίνος ήσαν πολλά. Η αιρετική διδασκαλία του Αρείου, πρεσβυτέρου της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, ήλθε να ταράξει την ενότητα της Εκκλησίας. Η διδασκαλία αυτή, που ονομάσθηκε αρειανισμός, κατέλυε ουσιαστικά το δόγμα της Τριαδικότητας του Θεού.
Μόλις ο Μέγας Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε τα όσα θλιβερά συνέβαιναν στην Αλεξάνδρεια, απέστειλε με τον πνευματικό του σύμβουλο Όσιο, Επίσκοπο Κορδούης της Ισπανίας, επιστολή στον Επίσκοπο Αλεξανδρείας Αλέξανδρο (313 – 328 μ.Χ.) και τον Άρειο. Η προσπάθεια επιλύσεως του θέματος δεν ευδοκίμησε. Έτσι αποφασίσθηκε η σύγκλιση της Α’ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ.
Η περιγραφή της εναρκτήριας τελετής από τον ιστορικό Ευσέβιο είναι ομολογουμένως ενδιαφέρουσα. στο μεσαίο οίκο των ανακτόρων είχαν προσέλθει όλοι οι σύνεδροι. Επικρατούσε απόλυτη σιγή και όλοι περίμεναν την είσοδο του αυτοκράτορα, τον οποίο οι περισσότεροι θα έβλεπαν για πρώτη φορά.
Ο Κωνσταντίνος εισήλθε ταπεινά, με σεμνότητα και πραότητα. στην ομιλία του προς τη Σύνοδο χαρακτηρίζει τις ενδοεκκλησιαστικές συγκρούσεις ως το μεγαλύτερο δεινό και από τους πολέμους. Ο λόγος του υπήρξε ευθύς και σαφής. Δεν ήθελε να ασχοληθεί παρά μονάχα με θέματα που αφορούσαν στην ορθοτόμηση της πίστεως. Η κρίσιμη φράση του, «περί τής πίστεως σπουδάσωμεν», διασώζεται σχεδόν από όλους τους ιστορικούς συγγραφείς.
Μετά το πέρας των εργασιών της Συνόδου ο αυτοκράτορας ανέλαβε πρωτοβουλίες για την εδραίωση των αποφάσεών της. Απέστειλε εγκύκλιο επιστολή προς την Εκκλησία της Αιγύπτου, Λιβύης, Πενταπόλεως, Αλεξανδρείας, στην οποία γνωστοποιεί τις αποφάσεις της Συνόδου.
Ο ίδιος γνωστοποιεί προς όλη την επικράτεια της αυτοκρατορίας την καταδίκη του Αρείου και απαγορεύει την απόκτηση και την απόκρυψη των συγγραμμάτων του. Η εντυπωσιακή του όμως ενέργεια είναι η επιστολή του προς τον Άρειο. Επιτιμά τον αιρεσιάρχη και τον καταδικάζει με αυστηρότητα για τις κακοδοξίες του.
Όμως περί τα τέλη του 327 μ.Χ. ο Μέγας Κωνσταντίνος καλεί τον Άρειο στα ανάκτορα. Ο αιρεσιάρχης φυσικά δεν χάνει την ευκαιρία και υποβάλλει μία ομολογία γεμάτη από έντεχνες θεολογικές ανακρίβειες, πείθοντας μάλιστα τον Μέγα Κωνσταντίνο ότι αυτή δεν διαφέρει ουσιαστικά από όσα είχε αποφασίσει η Α’ Οικουμενική Σύνοδος.
Τελικά ο αυτοκράτορας συγκαλεί νέα Σύνοδο, το Νοέμβριο του 327 μ.Χ., η οποία ανακαλεί τον Άρειο από την εξορία και αποκαθιστά τους εξόριστους Επισκόπους Νικομηδείας Ευσέβιο και Νικαίας Θεόγνιο. Η ανάκληση του Αρείου και η αποκατάσταση των περί αυτών πυροδότησε νέες έριδες πιο κόλπους της Εκκλησίας. Ο Επίσκοπος Αλεξανδρείας Αλέξανδρος και στην συνέχεια ο διάδοχός του Μέγας Αθανάσιος αρνούνται να δεχθούν τον Άρειο στην Αλεξάνδρεια.
Ο Μέγας Κωνσταντίνος απειλεί με καθαίρεση τον Μέγα Αθανάσιο, ενώ σε Σύνοδο που συνήλθε στην Αντιόχεια το 330 μ.Χ. καθαιρείται και εξορίζεται από τους αιρετικούς ο Άγιος Ευστάθιος, Επίσκοπος Αντιοχείας. Η Σύνοδος της Τύρου της Συρίας, που συνήλθε το 335 μ.Χ., καταδικάζει ερήμην με την ποινή της καθαιρέσεως τον Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος φεύγει, για να συναντήσει τον Μέγα Κωνσταντίνο.
Είναι γεγονός πως ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν έδειξε να αποδέχεται το αίτημα του Μεγάλου Αθανασίου για ακρόαση. Πείσθηκε όμως να τον ακούσει, όταν ο Μέγας Αθανάσιος του απηύθυνε την ρήση: «Δικάσει Κύριος ανά μέσον εμού καί σού». Ο Μέγας Κωνσταντίνος κατενόησε την κατάφωρη αδικία και τις άθλιες μεθοδεύσεις σε βάρος του Μεγάλου Αθανασίου και έκανε δεκτό το αίτημά του νά προσκληθούν όλοι οι συνοδικοί της Τύρου και η διαδικασία να λάβει χώρα ενώπιόν του.
Ο Ευσέβιος Νικομηδείας αγνόησε την αυτοκρατορική εντολή. Πήρε μόνο ελάχιστους από τους συνοδικούς και εμφανίσθηκε στον αυτοκράτορα. Ξέχασε όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες και για πρώτη φορά έθεσε το θέμα της δήθεν παρακωλύσεως της αποστολής σιταριού προς την Βασιλεύουσα. Ο αυτοκράτορας εξοργίζεται και εξορίζει τον Μέγα Αθανάσιο στα Τρέβιρα της Γαλλίας. Παρά ταύτα δεν επικυρώνει την απόφαση της Συνόδου της Τύρου για καθαίρεση και ούτε διατάσσει την αναπλήρωση του επισκοπικού θρόνου της Αλεξάνδρειας.
Η τελευταία περίοδος της ζωής του Μεγάλου Κωνσταντίνου είναι αυτή που τον καταξιώνει στην εκκλησιαστική συνείδηση και τον οδηγεί στο απόγειο της πνευματικής του πορείας. Ο Άγιος, κατά τον Απρίλιο του 337 μ.Χ., αισθάνεται τα πρώτα σοβαρά συμπτώματα κάποιας ασθένειας.
Οι πηγές μάς πληροφορούν πως ο Μέγας Κωνσταντίνος κατέφυγε σε ιαματικά λουτρά. Βλέποντας όμως την υγεία του να επιδεινώνεται θεώρησε σκόπιμο να μεταβεί στην πόλη Ελενόπολη της Βιθυνίας, που είχε ονομασθεί έτσι λόγω της Αγίας μητέρας του. Εκεί παρέμεινε στο ναό των Μαρτύρων, όπου ανέπεμπε ικετήριες ευχές και λιτανείες προς τον Θεό. Ο Μέγας Κωνσταντίνος αντιλαμβάνεται πως η επίγεια ζωή του πλησιάζει στο τέλος της. Η μνήμη του θανάτου καλλιεργείται στην καρδιά του και τον οδηγεί στο μυστήριο της μετάνοιας και του βαπτίσματος.
Μετά από αυτά καταφεύγει σε κάποιο προάστιο της Νικομήδειας, συγκαλεί τους Επισκόπους και τους απευθύνει τον εξής λόγο: «Αυτός ήταν ο καιρός που προσδοκούσα από παλιά και διψούσα και ευχόμουν να καταξιωθώ της εν Θεώ σωτηρίας. Ήλθε η ώρα να απολαύσουμε και εμείς την αθανατοποιό σφραγίδα, ήλθε η ώρα να συμμετάσχουμε στο σωτήριο σφράγισμα, πράγμα που κάποτε επιθυμούσα να κάνω στα ρείθρα του Ιορδάνου, στα οποία, όπως παραδίδεται, ο Σωτήρας μας έλαβε το βάπτισμα εις ημέτερον τύπον.
Ο Θεός όμως, που γνωρίζει το συμφέρον, μας αξιώνει να λάβουμε το βάπτισμα εδώ. Ας μην υπάρχει λοιπόν καμία αμφιβολία. Γιατί και εάν ακόμη είναι θέλημα του Κυρίου της ζωής και του θανάτου να συνεχισθεί η επίγεια ζωή μας και να συνυπάρχω με το λαό του Θεού, θα πλαισιώσω τη ζωή μου με όλους εκείνους τους κανόνες που αρμόζουν στον Θεό».
Μετά το βάπτισμα ο Άγιος Κωνσταντίνος δεν ξαναφόρεσε τον αυτοκρατορικό χιτώνα, αλλά παρέμεινε ενδεδυμένος με το λευκό ένδυμα του βαπτίσματος, μέχρι την ημέρα της κοιμήσεώς του το 337 μ.Χ. Ήταν η ημέρα εορτασμού της Πεντηκοστής, γράφει ο ιστορικός Ευσέβιος.
Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει ο Ευσέβιος τα γεγονότα, τα οποία ακολούθησαν την κοίμηση του Αγίου. Όλοι οι σωματοφύλακες του αυτοκράτορα, αφού έσχισαν τα ρούχα τους και έπεσαν στο έδαφος, έκλαιγαν και φώναζαν δυνατά, σαν να μην έχαναν το βασιλέα τους, αλλά τον πατέρα τους. Οι ταξίαρχοι και οι λοχαγοί έκλαιγαν τον ευεργέτη τους. Οι δήμοι ήσαν λυπημένοι και κάθε κάτοικος της Κωνσταντινουπόλεως πενθούσε, σαν να έχανε το κοινό αγαθό.
Αφού οι στρατιωτικοί τοποθέτησαν το σκήνωμα του Αγίου σε χρυσή λάρνακα, το μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη και το εναπέθεσαν σε βάθρο στον βασιλικό οίκο. Το ιερό λείψανό του ενταφιάσθηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων.
Δίκαια η ιστορία τον ονόμασε Μέγα και η Εκκλησία Ισαπόστολο.
Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. δ’.
Τού Σταυρού σου τον τύπον εν ουρανώ θεασάμενος, και ως ο Παύλος την κλήσιν ουκ εξ ανθρώπων δεξάμενος, ο εν βασιλεύσιν, Απόστολός σου Κύριε, Βασιλεύουσαν πόλιν τη χειρί σου παρέθετο: ην περίσωζε διά παντός εν ειρήνη, πρεσβείαις της Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.

Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

 

Σαράντα ημέρες μετά την Ανάσταση του Θεανθρώπου η Ορθόδοξη Εκκλησία μας εορτάζει τη Δεσποτική Εορτή της εις ουρανούς Αναλήψεως του Κυρίου. Πρόκειται για μια εορτή, που επειδή πέφτει πάντοτε την Πέμπτη ημέρα της εβδομάδας, δηλαδή καθημερινή, δεν έχει ανάλογη της σημασίας της θέση στη συνείδηση του λαού, όπως συμβαίνει με άλλες μεγάλες εορτές, σαν αυτές των Χριστουγέννων, των Θεοφανείων, του Ευαγγελισμού, της Αναστάσεως, κ.α. Ακόμη, ειδικά στην εορτή της Αναλήψεως, απέχει ο μαθητόκοσμος, διότι τέτοιες ημέρες έχουν εισέλθει στην εξεταστική περίοδο, με αποτέλεσμα οι εκπαιδευτικοί να αδυνατούν να συνοδέψουν τους μαθητές τους για εκκλησιασμό. Ακόμη εμείς οι μεγαλύτεροι, ασκούμενοι καθημερινά με τις βιωτικές μας μέριμνες, ακούμε και μαθαίνουμε για την εορτή αυτή πολλά χρόνια αργότερα, ίσως και δεκαετίες μετά από τα σχολικά μας χρόνια, χωρίς να έχουμε βιώσει λατρευτικά αυτή τη μεγάλη εορτή και πανήγυρη.

Η Ανάληψη ακολουθεί την Ανάσταση. Είναι αμέσως μετά το διάστημα των σαράντα ημερών, που ο Κύριος εμφανιζόταν συχνά στους μαθητές του. Στο διάστημα αυτό ο Κυριος, με τις συνεχείς εμφανίσεις του αλλά και εξαφανίσεις του, πρώτον αποδεικνύει το γεγονός της Αναστάσεως Του και δεύτερον γυμνάζει πνευματικά τους μαθητές Του. Πρέπει με λίγα λόγια οι μαθητές του Κυρίου και μέλλοντικοί Απόστολοι να χειραφετηθούν από τη συνεχή σωματική αίσθηση και αντίληψη του Χριστού. Τους προετοιμάζει, με λίγα λόγια, να Τον επιζητούν με τους πνευματικούς τους οφθαλμούς στο επόμενο διάστημα της δικής τους αποστολής προς τα έθνη. Έτσι η ένσαρκος παρουσία του Κυρίου στη γη που άρχισε με τη γέννησή Του εδώ σταματά.
Όμως, ο ένσαρκος Κύριος θα ξαναφανεί. Τότε: “και τότε φανήσεται τὸ σημείον του υιου του ανθρώπου εν τω ουρανώ, και τότε κόψονται πάσαι αι φυλαὶ της γης και οψονται τον υιὸν του ανθρώπου ερχόμενον επὶ των νεφελων του ουρανού μετὰ δυνάμεως και δόξης πολλής.” (Ματθ. κδ΄30) Μέχρι τότε οι πιστοί ανά τους αιώνες μαθαίνουμε να ζούμε με τη διαρκή και αόρατη παρουσία Του, όπως και ο ίδιος το τόνισε: “και ιδοὺ εγὼ μεθ' υμών ειμι πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν.” (Μτθ. κη΄20). Βεβαίως η σωματική παρουσία του Κυρίου δεν εξέλειπε εντελώς. Η σωματική Του παρουσία που ακόμη υπάρχει και θα υπάρχει έως της συντελείας του κόσμου είναι στο ιερό μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Στον άρτο και τον οίνο, που στα “σα εκ των σων” μεταβάλλονται σε σώμα και αίμα Κυρίου. Έτσι ο πιστός μπορεί να δεχθεί τον Κύριο μέσα του και Εκείνος να εισέλθει μέχρι και το τελευταίο του κύτταρο, να εισδύσει στην ουσία της ύπαρξής του, και εντέλει ο δεχόμενος τον Κύριον να θεωθεί.
Ανελήφθη, λοιπόν, στους ουρανούς ο Θεάνθρωπος Λυτρωτής μας. Σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Λουκά, ο Κύριος οδήγησε τους μαθητές Του προς το δρόμο της Βηθανίας και το όρος των Ελαιών. Εκεί, αφού σήκωσε τα χέρια Του, τους ευλόγησε: “Εξήγαγε δε αυτοὺς έξω έως εις Βηθανίαν, και επάρας τὰς χειρας αυτού ευλόγησεν αυτούς.” (Λούκ. κδ΄50) Έτσι, ευλογώντας τους, χωρίστηκε απ' αυτούς και εφέρετο προς τον ουρανό, μέχρι που χάθηκε απ' τα μάτια τους. “και εγένετο εν τω ευλογειν αυτὸν αυτοὺς διέστη απ' αυτών και ανεφέρετο εις τον ουρανόν. και αυτοὶ προσκυνήσαντες αυτὸν υπέστρεψαν εις Ιερουσαλὴμ μετὰ χαράς μεγάλης” (Λούκ. κδ΄51-51). Αλλά πώς ανελήφθη; Και με την ανθρώπινη Του φύση. Έτσι την ανθρώπινή Του φύση, την ενωμένη με τη Θεία Του υπόσταση, που την ένωσε αχωρίστως, ατρέπτως, ασυγχύτως και αδιαιαρέτως, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Δ΄Οικουμενικής Συνόδου, την πήρε και την τοποθέτησε πάνω από Αγγέλους και Αρχαγγέλους, ψηλότερα από Χερουβίμ και Σεραφίμ, δίπλα στο θρόνο του Θεού Πατέρα. Με απλά λόγια ο Κύριος Θέωσε και την ανθρώπινη φύση Του, δίνοντας μας μια ιδέα για το πώς θα είναι τα σώματα των αναστημένων πιστών κατά την Δευτέρα του Κυρίου Παρουσία.
Ακόμη, αξίζει να τονιστεί πως η Ανάληψη, αυτή καθ' αυτή, οδηγεί στην Πεντηκοστή, τη γενέθλια ημέρα της Εκκλησίας μας. Κι αυτό διότι ο Κύριος είχε υποσχεθεί,πριν την Ανάληψη Του, ότι θα τους έστελνε το Άγιο Πνεύμα. Πράγμα που τελικά έγινε δέκα ημέρες αργότερα. “Ο Κύριος Ιησού Χριστός ανήλθε στους ουρανούς, αλλά δεν εγκατέλειψε το ανθρώπινο γένος, για το οποίο έχυσε το τίμιο Αίμα Του. Μπορεί να κάθισε στα δεξιά του Θεού (Μάρκ. ιστ΄ 19), στους ένδοξους ουρανούς, όμως η παρουσία Του εκτείνεται ως τη γη και ως τα έσχατα της δημιουργίας. Άφησε στη γη την Εκκλησία Του, η οποία είναι το ίδιο το αναστημένο, αφθαρτοποιημένο και θεωμένο σώμα Του, για να είναι το μέσον της σωτηρίας όλων των ανθρώπινων προσώπων, που θέλουν να σωθούν. Νοητή ψυχή του σώματός Του είναι ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας (Ιωάν. ιε΄26), ο οποίος επεδήμησε (ήρθε και εγκαταστάθηκε) κατά την ημέρα της Πεντηκοστής σε αυτό, για να παραμείνει εως τη συντέλεια του κόσμου. Η σωτηρία των πιστών συντελείται με την οργανική συσσωμάτωση των πιστών στο θεανδρικό Σώμα του Κυρίου.” (Π. Ευδοκίμωφ).
Κατά το γεγονός της Αναλήψεως, πραγματοποιήθηκε στην πράξη η συμφιλίωση του Θεού με το ανθρώπινο γένος. Διαλύθηκε η παλιά έχθρα, τελείωσε ο μακροχρόνιος πόλεμος. Κι αυτό συνέβαινε πριν απ' αυτό το γεγονός, όχι επειδή μισούσε ο Θεός τον άνθρωπο, αλλά επειδή ο άνθρωπος επιδείκνυε αδιαφορία και αχαριστία. Και τώρα, η αλλαγή δεν έγινε εξαιτίας των δικών μας κατορθωμάτων ή επειδή αλλάξαμε στάση και συμπεριφορά, αλλά λόγω της απροσμέτρητης αγάπης και του ενδιαφέροντος του Θεού.
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος προσθέτει: “Τώρα στην Ανάληψη, εμείς που δεν ήμασταν άξιοι να κατοικούμε στον παράδεισο, (...) εμείς τώρα οι ανάξιοι ανεβαίνουμε στον ουρανό. Τα χερουβίμ, παλαιά, φυλάγανε τον παράδεισο για να μην μπούμε ξανά και τώρα εμείς τα υπερβαίνουμε. Η ανθρώπινη φύση, στο πρόσωπο του Χριστού, έτυχε τιμής που δεν έτυχε η φύση των αγγέλων. Ο Θεός έγινε άνθρωπος. Δεν έγινε άγγελος. Ενώθηκε μόνο με την ανθρώπινη φύση. Και οι άγγελοι δεν ζηλεύουν, αντίθετα χαίρονται, διότι χαρά των αγγέλων είναι η προκοπή μας και πόνος τους η εξαθλίωσή μας.”
Για την αλλαγή αυτή οφείλουμε ευγνωμοσύνη στον Χριστό. Αυτός έγινε μεσίτης. Ούτε άγγελος, ούτε άνθρωπος, αλλά αυτός ο ίδιος. Ο Θεός ήταν οργισμένος με μας και εμείς τον μισούσαμε. Και μας συμφιλίωσε ο Υιός Του. Πώς μας συμφιλίωσε;
Δεχόμενος την τιμωρία που έπρεπε να επιβάλει σε μας. «Εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα» (Γαλ. γ΄ 13). Δέχτηκε την τιμωρία του ουρανού, δέχτηκε και τις προσβολές των ανθρώπων. «Οι ονειδισμοί των ονειδιζόντων σε επέπεσον επ’ εμέ» (Ψαλμ. ξη΄10) (…) Πολλές φορές μιλούμε για τη μεσιτεία της Παναγίας και των αγίων και ξεχνούμε ότι μεσίτης πάνω απ’ όλους τους αγίους είναι ο ίδιος Χριστός. Αυτός ως άνθρωπος συνεχώς μεσιτεύει για μας τους ελεεινούς αδελφούς Του. Όπως ακριβώς παίρνουμε κάτι από τη σοδειά μας και το προσφέρουμε στο Θεό για να τον ευχαριστήσουμε και να ευλογήσει όλη τη σοδειά μας, έτσι ακριβώς και ο Χριστός την ανθρώπινη φύση, που προσέλαβε στη μήτρα της Αειπαρθένου Μαρίας την κάνει προσφορά στον Θεό, για να ευλογηθεί ΌΛΟ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΓΕΝΟΣ. Ακόμη προσθέτει ο ίδιος Πατέρας: “Ενώ πλαστήκαμε από τον Θεό ≪κατ’ εικόνα και ομοίωσή Του≫, ο άνθρωπος δεν πρόσεξε και ωμοιώθη τοις κτήνεσι. Το να γίνει, δε, κάποιος σαν τα ζώα είναι σαν να έγινε χειρότερος από αυτά.
Το να σέρνεται ένα φίδι είναι φυσικό, το να σέρνεται, όμως, ένας αετός είναι η εσχάτη κατάπτωση … Μερικές φορές, ο άνθρωπος γίνεται χειρότερος των ζώων. Έτσι ο Ησαΐας λέγει, ≪έγνω βους τον κτησάμενον, και όνος την φάτνη του κυρίου αυτού・ Ισραήλ, δε, εμέ ουκ έγνω≫ (Ησαΐας α΄ 3) … Για να μας συνετίσει ο Κύριός μας, βάζει διδασκάλους τα έντομα. ≪Πορεύθητι προς τον μύρμηγκα, και ζήλωσον τας οδούς αυτού≫ (Παροιμ. στ΄6) (…) Εμείς οι κατώτεροι των ζώων, τα παιδιά του διαβόλου, με την Ανάληψη του Χριστού γίναμε ανώτεροι και από τους αγγέλους.” (Χρυσοστόμου, Ι., ≪Εις την Ανάληψιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού≫, Ε.Π.Ε., 36)
Απολυτίκιο (ήχος δ΄):
Ανελήφθης εν δόξη, Χριστό ο Θεός ημών,
χαροποιήσας τους Μαθητάς,
τη επαγγελία του Αγίου Πνεύματος,
βεβαιωθέντων αυτών διά της ευλογίας,
ότι Συ ει ο Υιός του Θεού,
ο Λυτρωτής του κόσμου.

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

π. Ανανίας Κουστένης: Μην μασάτε! Έχει ο Θεός! Ο Θεός είναι μεγάλος!

 

Χριστός Ανέστη!!!

Εκείνος μας περιμένει την κάθε ώρα, την κάθε στιγμή.

Κι αν κάνουμε βλακείες εμείς, μας φέρει σε αδιέξοδο η αμαρτία μας και το κακό. Και στο αδιέξοδο αυτό την έχει στημένη και κάθεται ο γλυκύς Ναζωραίος.

Ο Αναστάς εκ νεκρών. Μας περιμένει.

Μας περιμένει!

Και τότε απελπισμένοι απ’ όλους κι απ’ όλα, ξεγυμνωμένοι και φτωχοί, πέφτουμε στη δική Του αγκαλιά. Στην Αγία Του Εκκλησία. Για να πλουτίσουμε τη φτώχεια μας. Για να αναστήσουμε την ψυχή και τη ζωή μας!

Το Ύστατο «Χριστός Ανέστη»


​Το φως που άναψε τη νύχτα της Αγάπης,
σήμερα γέρνει μα δεν σβήνει.

Σαράντα μέρες περπατήσαμε μαζί Του,
στον δρόμο της χαράς,
εκεί που ο θάνατος νικήθηκε για πάντα.

​Σήμερα οι καμπάνες ηχούν με μια γλυκιά χαρμολύπη.
Είναι η Απόδοση, το ύστατο χαίρε
μιας Άνοιξης που ντύθηκε τα λευκά της Αναστάσεως.

Ψάλλουμε ξανά το «Χριστός Ανέστη»,
όχι σαν αποχαιρετισμό,
μα σαν υπόσχεση.

​Τα πασχαλινά κεριά λιώνουν αφήνοντας το μύρο τους,
οι πόρτες του Ιερού ετοιμάζονται να κλείσουν,
όμως η Ανάσταση δεν φυλακίζεται σε μέρες και ημερολόγια.
Παίρνει τον θρόνο της μες στην καρδιά.

​Ας κρατήσουμε την ελπίδα ζωντανή,
τώρα που το φως της Λαμπρής
γίνεται το καθημερινό μας μονοπάτι.

Χριστός Ανέστη, ψυχή μου,
και εις έτη πολλά, λουσμένα στο φως!

Εμείς έχουμε την άλλη σαλάδα· την σαλάδα του κόσμου.

 


Πριν από λίγα χρόνια έβλεπες στα Κοινόβια μια κατάσταση Λαυσαϊκού.
Έβρισκες και πλανεμένους και δια Χριστόν Σαλούς και μοναχούς με διορατικό χάρισμα και με ιαματικά χαρίσματα.
Σήμερα, ούτε με διορατικό χάρισμα βρίσκεις ούτε με ιαματικά χαρίσματα ούτε δια Χριστόν Σαλούς.
Εμείς έχουμε την άλλη σαλάδα· την σαλάδα του κόσμου.
Γίναμε “εγκέφαλοι”· γι’ αυτό και παλαβώσαμε.
Μπήκε πολλή κοσμική λογική και αυτή η πολλή λογική κατέστρεψε τα πάντα.
Και το κακό είναι που δεν το καταλαβαίνουμε.

   Μακάριοι, όσοι κατόρθωσαν να ζουν στην αφάνεια και απέκτησαν μεγάλες αρετές και δεν απέκτησαν ούτε και μικρό όνομα.
   Μακάριοι, όσοι κατόρθωσαν να κάνουν τον παλαβό και, με αυτόν τον τρόπο, προφύλαξαν τον πνευματικό τους πλούτο.
   Μακάριοι, όσοι έχουν γεννηθεί τρελλοί και θα κριθούν και ως τρελλοί· και, έτσι, θα εισαχθούν στον Παράδεισο χωρίς διαβατήριο.
   Μακάριοι, και τρις μακάριοι, είναι εκείνοι οι πολύ γνωστικοί που κάνουν τον τρελλό για την αγάπη του Χριστού και κοροϊδεύουν όλη την ματαιότητα του κόσμου, που η δια Χριστόν αυτή τους τρέλλα και σαλότητα αξίζει περισσότερο απ’ όλη την γνώση και την σοφία των σοφών όλου του κόσμου τούτου.

Παρακαλώ, να μου δώσει ο Θεός –ή μάλλον, να μου πάρει– το λίγο μυαλό μου, για να μου εξασφαλίσει έστω με τον τρόπο αυτόν τον Παράδεισο, με το να με κρίνει ως τρελλό.
Ή, να με τρελλάνει με την αγάπη Του, για να βγω έξω από τον εαυτό μου, έξω από την γη και από την έλξη της γης, διότι αλλιώς δεν έχει νόημα η ζωή μου.

Παλιά που υπήρχαν οι δια Χριστόν Σαλοί, υπήρχαν ελάχιστοι τρελλοί στον κόσμο.
Μήπως θα πρέπει να παρακαλέσουμε τους δια Χριστόν Σαλούς να κάνουν καλά τους φύσει σαλούς και να αναδειχθούν πάλι δια Χριστόν Σαλοί;…».
πατήρ Δαμιανός Σαράντης

Ἐάν ὁ ἄνθρωπος ζήσει μέ νηστεία καὶ πεῖνα, οἱ ἐχθροὶ πού εἶναι στήν ψυχή του χάνουν τὴ δύναμη τους...

 


 «Ἐὰν ἕνας βασιλιὰς θελήσει νὰ καταλάβει μία ἐχθρικὴ πόλη, πρῶτα δεσμεύει τὸ νερὸ καὶ τὴν τροφή. Καὶ ἔτσι οἱ ἐχθροὶ κινδυνεύοντας νὰ πεθάνουν ἀπὸ τὴν πεῖνα ὑποτάσσονται σ᾿ αὐτόν. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὰ σαρκικὰ πάθη. Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος ζήσει μὲ νηστεία καὶ πεῖνα, οἱ ἐχθροὶ ποὺ εἶναι στὴν ψυχή του χάνουν τὴ δύναμη τους».

Aββᾶς Ἰωάννης ὁ Κολοβός

Η ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ Η ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΑ

 

Τη μνήμη της τιμά σήμερα, 20 Μαΐου, η Εκκλησία μας.
 «Διαβάς εις Μακεδονίαν βοήθησαν ημίν» (Πράξ. 16,9), είναι η έκκληση του Μακεδόνα που βλέπει σε όραμα ο Απόστολος Παύλος ενώ βρίσκεται στην Τρωάδα. Τη φωνή αυτή τη θεωρεί ως φωνή Θεού και χωρίς αναβολή αποφασίζει να διαπεραιωθεί στο εκλεκτότερο τμήμα της Ευρώπης, τη Μακεδονία. Μαζί του παίρνει και τους εκλεκτούς του συνεργάτες, Τιμόθεο, Σίλα και Λουκά.
Αποβιβάζονται στη Νεάπολη, σημερινή Καβάλα, κι από κει αναχωρούν για τους Φιλίππους. Έξω από την πόλη των Φιλίππων και κοντά στις όχθες του Ζυγάκτου ποταμού είναι ο τόπος προσευχής των Ιουδαίων. Στις συγκεντρωμένες εκεί γυναίκες ο Απόστολος Παύλος κηρύττει, για πρώτη φορά στην Ευρώπη, το λόγο του Θεού.
Οι θεοφοβούμενες γυναίκες ακούν με προσοχή και ευλάβεια τα λόγια του άγνωστου Ιουδαίου. Αλλά εκείνη που περισσότερο απ’ όλες ενθουσιάζεται είναι η Λυδία, η προσήλυτος πορφυρόπωλις από τα Θυάτειρα. Μέσα της γίνεται ένας σεισμός. Η καρδιά της Λυδίας ήταν πάντα ανήσυχη.
Δεν μπορούσε να λατρεύει θεούς και θεές που οργίαζαν μεταξύ τους. Έτσι οδηγήθηκε στον κήπο προσευχής των Ιουδαίων. Γνώρισε το νόμο του Ισραήλ κι άναψε μέσα της ή δίψα για την αναζήτηση του Μεσσία. Και τώρα ακούει για πρώτη φορά τον Απόστολο Παύλο να μιλάει για το Λυτρωτή του κόσμου.
Η Λυδία αποδέχεται χωρίς καμιά αντίρρηση τη νέα διδασκαλία. Πιστεύει στο Χριστό και δηλώνει κατηγορηματικά πως και αυτή θέλει να γίνει Χριστιανή. Και ο Απόστολος Παύλος ολοκληρώνει το έργο του. Στα γάργαρα νερά του ποταμού Ζυγάκτου βαπτίζει τη Λυδία.
Η πρώτη χριστιανή της Μακεδονίας πολιτογραφείται στη βασιλεία των Ουρανών. Τώρα είναι το πρώτο μέλος της πρώτης Εκκλησίας της Ελλάδος. Η καρδιά της πλημμυρίζει από αισθήματα ευγνωμοσύνης προς αυτούς πού άνοιξαν τα μάτια της ψυχής της και ζήτα να τους φιλοξενήσει στο σπίτι της.
«Και τις γυνή ονόματι Λυδία, πορφυρόπωλις πόλεως Θυατείρων, σεβόμενη τον Θεόν, ήκουεν, ης ο Κύριος διήνοιξε την καρδίαν προσέχειν τοις λαλουμένοις υπό του Παύλου, ως δε έβαπτίσθη και ο οίκος αυτής, παρεκάλεσε λέγουσα• ει κεκρίκατέ με πιστήν τω Κυρίω είναι, εισελθόντες εις τον οίκον μου μείνατε• και παρεβιάσατο ημάς». (Πράξ. 16,14-15).
Απολυτίκιο:
Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.
Τον Θεόν σεβόμενη διανοίας ευθύτητι, το της χάριτος φέγγος διά Παύλου είσδεδεξαι, και πρώτη εν Φιλίπποις τω Χριστώ, έπιστευσας θεόφρον πανοικεί, διά τούτο σε τιμώμεν ασματικώς, Λυδία Φιλιππησία. Δόξα τω εύδοκησαντι εν σοι, δόξα τω σε καταυγάσαντι, δόξα τω χορηγούντι διά σού, ημίν τα κρείττονα.

ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

  

Η Ανάσταση συνεχίζεται! Αυτό δείχνει και η γιορτή της Αποδόσεως του Πάσχα. Τα ίδια γράμματα της νύχτας της Αναστάσεως, ακούγονται και κατά την Απόδοση του Πάσχα. Τελείται μια μέρα πριν απ’ τη γιορτή της Αναλήψεως.

Κάθε μεγάλη γιορτή στην Ορθόδοξη λατρεία έχει την «απόδοσή» της. Κάθε γιορτή είναι ζωντανό γεγονός, που επαναλαμβάνεται στη ζωή της Εκκλησίας, στη ζωή του πιστού.

Αλλά και για άλλο λόγο γίνεται ο επανεορτασμός μιας εορτής, δηλαδή η απόδοσή της. Για ν’ απολαύσουμε ακόμα μια φορά την ομορφιά της γιορτής.

Όταν ένα θέαμα είναι ωραίο, ποθούμε να το ξαναδούμε. Όταν ένα φαγητό είναι νόστιμο, θέλουμε να το ξαναγευτούμε. Ο εορτασμός κάποιου γεγονότος της ζωής του Χριστού ή της Θεοτόκου, προξενεί γλυκύτητα στη ψυχή, που θέλει να το ξαναγιορτάσει.

Τη γλυκύτητα περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο γεγονός, την αισθανόμαστε για τη γιορτή του Πάσχα. Γιορτή ευφροσύνης. «Πανήγυρις έστι πανη­γύρεων». Ποτέ άλλοτε δεν σκιρτά η ψυχή τόσο πολύ, όσο τη νύχτα της Αναστάσεως. Χαιρόμαστε για το θρίαμβο του Αναστάντος Κυρίου.

Θρίαμβος της ζωής κατά του θανάτου. Του Χριστού κατά του Άδη. Της χαράς κατά της λύπης. Της αλήθειας κατά του ψεύδους. Αυτή η ευφροσύνη για την Ανάσταση του Χριστού είναι καθολική και αιώνια. Ουρανός και γη συγχορεύουν. Όχι μια φορά. Πάντοτε, αιώνια. «Ουρανοί μεν επαξίως ευφραινέσθωσαν, γη δε αγαλλιάσθω· εορταζέτω δε κόσμος, ορατός τε άπας και αόρατος. Χριστός γαρ εγήγερται, ευφροσύνη αιώ­νιος» (κανόνας Πάσχα).

Η Ανάσταση συνεχίζεται. Κάθε φορά, που τελούμε τη θεία Λειτουργία. Η θεία Λειτουργία ξαναζωντανεύει μπροστά μας όλα τα στάδια της ζωής του Χριστού. «Οδεύωμεν διά πασών των ηλικιών του Χριστού», όπως λέει ο άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος.

Ο Χριστός γεννάται, στην «πρόθεση», που τελείται στην αριστερή κόγχη του ιερού που μοιάζει με φάτνη. Ο Χριστός βγαίνει στο κόσμο για να κηρύξει το Ευαγγέλιό Του, κατά τη μικρή είσοδο, που ο ιερέας βγαίνει με υψωμένο το Ευαγγέλιο. Ο Χριστός ανεβαίνει στα Ιεροσόλυμα για να θυσιαστεί, κατά τη μεγάλη είσοδο. Ο Χριστός υψώνεται πάνω στο Σταυρό και θυσιάζεται, κατά την προσφορά και τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, που γίνεται με την προσφώνηση: «Τα σα εκ των σων…». Ο Χριστός ανασταίνεται, κατά τη μετάληψη των αχράντων Μυστηρίων, που πλημμυρίζει τη καρδιά από αναστάσιμη χαρά. Γι’ αυτό και ο λειτουργός, όταν κοινωνεί, ευθύς αμέσως λέει το «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι…».

Κάθε θεία Λειτουργία είναι μια ανάμνηση του Σταυρού και της Αναστάσεως. Είναι το σταυρώσιμο και αναστάσιμο Πάσχα. Ιδιαίτερα η Λειτουργία της Κυριακής έχει αναστάσιμο χαρακτήρα. Είναι η Λειτουργία της «μιας των σαββάτων». Την Κυριακή είναι όλα αναστάσιμα. Τα απολυτίκια των οκτώ ήχων, όλα αναστάσιμα. Αλλά και τα τροπάρια του όρθρου της Κυριακής. Κατεξοχήν αναστάσιμη είναι η περίοδος του Πάσχα, του Πεντηκοσταρίου, που αρχίζει τη νύχτα της Αναστάσεως και τελειώνει τη Κυριακή των Αγίων Πάντων.

Η Ανάσταση συνεχίζεται! Επαναλαμβάνεται κάθε φορά, που οι πιστοί έχουν Πάσχα. Οι κοσμικοί συνάνθρωποί μας μια φορά το χρόνο έχουν Πάσχα. Και ούτε αυτό αντιλαμβάνονται. Δεν το απολαμβάνουν. Νομίζουν, πως Πάσχα είναι το σουβλιστό αρνί, τα κόκκινα αυγά, το γλέντι και το ξεφάντωμα! Οι πιστοί γιορτάζουν το αληθινό Πάσχα, μάλιστα πολλές φορές στη ζωή τους. Όταν με πίστη ζουν το μυστήριο του Χρίστου, το μυστήριο του Σταύρου και της Αναστάσεως. Ζουν το νέο Πάσχα. Όταν κατορθώνουν και κάνουν μεγάλα περάσματα. Πάσχα σημαίνει διάβαση, πέρασμα. Ο Χριστός σταυρώθηκε και αναστήθηκε, για να μας περάσει απ’ την ενοχή της αμαρτίας στη δικαίωση. Απ’ τα έργα του σκότους στην αγιότητα. Απ’ τη φθορά στην αφθαρσία.

Κάθε φορά, που ξεπερνάμε τα γήινα, που υπερπηδάμε τα προβλήματα, που υπερνικάμε τις θλίψεις, που περνάμε το ορμητικό ποτάμι της ζωής ή τη φουρτούνα της θάλασσας των πειρασμών, κάνουμε θαυμαστή διάβαση. Πάσχα γιορτάζουμε! Όταν αξιωνόμαστε να κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Ιησού Χριστού. Με τη Θεία Κοινωνία κάνουμε όχι απλώς διάβαση, αλλά υπέρβαση. Ξεπερνάμε τα μέτρα μας. Αποκτάμε θεϊκές διαστάσεις. Αποσπόμαστε απ’ τη γη. Ξεκολλάμε απ’ τη λάσπη. Ανερχόμαστε προς τον ουρανό. Γινόμαστε κοινωνοί του Χριστού. Κοινωνοί των παθημάτων Του και της Αναστάσεώς Του. Γινόμαστε κοινωνοί θείας φύσεως (Β’ Πέτρ. α’ 4). Γινόμαστε χριστοφόροι, θεοφόροι.

Η Ανάσταση συνεχίζεται! Επαναλαμβάνεται στη ζωή των αγίων. Οι άγιοι είναι αμαρτωλοί, που αναστήθηκαν. Σ’ ένα τροπάριο παρακαλούμε· «Ανάστησον ημάς πεσόντας τη αμαρτία». Η αμαρτία είναι θάνατος. Η μετάνοια είναι ανάσταση. Νύχτα σκοτεινή η αμαρτία, μέρα λαμπρή η ζωή της μετανοίας. Κάθε χριστιανός, που μετανοεί, είναι ένας αναστημένος. Κάθε άγιος αποτελεί ζωντανή απόδειξη της δυνάμεως της Αναστάσεως. Η φωτεινή ζωή του αποτελεί ανταύγεια του αναστάσιμου φωτός.

Ο ιερός Χρυσόστομος στην ομιλία του « Εις το Άγιον Πάσχα», αναφερόμενος στους νεοφώτιστους χριστιανούς, για κείνους, δηλαδή, που βαπτίζονταν ομαδικά κατά τη νύχτα του Μεγ. Σαββάτου, λέει: Θέλω ν’ απευθύνω το λόγο σ’ αυτούς, που τη φωτόλουστη αυτή μέρα αξιώθηκαν το θείο βάπτισμα. Οι νεοφώτιστοι είναι τα καλά δενδρύλλια της Εκκλησίας, τα λουλούδια τα πνευματικά, οι νέοι στρατιώτες του Χριστού. Πριν από χτες ο Κύριος μας βρισκόταν στο Σταυρό. Έτσι κι αυτοί, πριν από χτες βρίσκονταν στην κυριαρχία της αμαρτίας. Αλλά τώρα συναναστήθηκαν μαζί με το Χριστό. Ο Χριστός σωματικά πέθανε κι αναστήθηκε. Αυτοί ήσαν πεθαμένοι στο λάκκο της αμαρτίας. Κι απ’ την αμαρτία αναστήθηκαν. Η γη τώρα την άνοιξη τριαντάφυλλα και γιασεμιά κι άλλα λουλούδια μας χαρίζει. Το βαπτιστήριο με τ’ αγιασμένα νερά μας χάρισε σήμερα ανθόκηπο πιο όμορφο απ’ της γης.

Η αλλαγή του ανθρώπου αποτελεί την τρανότερη απόδειξη της Αναστάσεως. Απ’ τον τάφο της αμαρτίας ανασταίνεται ο άνθρωπος με τη δύναμη της μετανοίας.

Ποιό είναι δυσκολότερο; Το ν’ αναστηθεί ένας αμαρτωλός απ’ το μνήμα της ακολασίας ή το να αναστηθεί το σώμα του ανθρώπου απ’ τον τάφο της φθοράς; Φαίνεται το δεύτερο δυσκολότερο. Κι όμως, το πρώτο είναι. Για την ανάσταση των σωμάτων καμιά αντίσταση δεν προβάλλεται. Για την αλλαγή της ψυχής υπάρχει η αντίστασης της θελήσεως, του παλαιού άνθρωπου.

Πολύ δύσκολη η πνευματική ανάσταση. Το να γίνει: Ο θυμώδης, πράος. Ο χαρτοπαίκτης και φιλάργυρος, ελεήμων. Ο μέθυσος, εγκρατής. Ο σαρκολάτρης, σώφρων. Ο εγκληματίας, ήσυχος. Ο άγριος, άγιος. Αυτό το τόσο δύσκολο είναι γεγονός. Το βλέπουμε στο χώρο της χάριτος, στη ζωή της Εκκλησίας.

Η Εκκλησία έχει τη δύναμη της μεταμορφώσεως, της αλλαγής του ανθρώπου. Είναι η Εκκλησία της Αναστάσεως. Ο Χριστός, η κεφαλή της Εκκλησίας, είναι όχι μόνο ο αναστάς εκ νεκρών, αλλά και ο εγείρων τους νεκρούς. Είναι νεκρεγέρτης ο Ιησούς Χριστός. Αφού, λοιπόν, γίνεται το δύσκολο, η ανάσταση τόσων αμαρτωλών, δεν μπορεί να γίνει το εύκολο, η ανάσταση των σωμάτων κατά την κοινή ανάσταση;

Αρχιμ.Δανιήλ Γ. Αεράκη

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος προς μαθητές για Πανελλήνιες: «Η απογοήτευση δεν ταιριάζει στους νέους»

 

 Μήνυμα ελπίδας, δύναμης και πνευματικής στήριξης προς τους μαθητές και τις μαθήτριες που ετοιμάζονται να δώσουν τη μάχη των Πανελλαδικών Εξετάσεων απευθύνει ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμος.

Επιμέλεια: Κατερίνα Θεοχάρη 


Με λόγο πατρικό, ανθρώπινο και γεμάτο αγάπη, ο Μακαριώτατος επιχειρεί να στηρίξει ψυχολογικά τους νέους ανθρώπους, σε μια από τις πιο απαιτητικές περιόδους της μαθητικής τους ζωής. Το μήνυμα του Προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος έρχεται λίγες ημέρες πριν την έναρξη των εξετάσεων, σε μια περίοδο όπου χιλιάδες οικογένειες βιώνουν άγχος, αγωνία αλλά και μεγάλες προσδοκίες.

Σύμφωνα με εκκλησιαστικές πηγές που μίλησαν στο vimaorthodoxias.gr, ο Αρχιεπίσκοπος επιθυμεί κάθε χρόνο να βρίσκεται πνευματικά κοντά στους μαθητές, τονίζοντας πως οι εξετάσεις αποτελούν έναν σημαντικό σταθμό, αλλά όχι τον μοναδικό δρόμο που καθορίζει τη ζωή ενός ανθρώπου.

Ο Μακαριώτατος υπογραμμίζει ιδιαίτερα ότι «η απογοήτευση δεν ταιριάζει σε νέους ανθρώπους», στέλνοντας μήνυμα αισιοδοξίας και εσωτερικής δύναμης.

Παράλληλα, καλεί τα παιδιά να προσθέσουν δίπλα στον αγώνα και στη μελέτη τους την προσευχή, «αυτή την εκπληκτική δυνατότητα επικοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό Πατέρα».

Αναλυτικά το μήνυμα του Αρχιεπισκόπου έχει ως εξής:

«Αγαπητά μου παιδιά,

Να λοιπόν, που έφθασε η ημέρα για να αποχαιρετήσετε το σχολείο μετά από πολλά πολλά χρόνια, το σχολείο που σας χάρισε ανεξίτηλες αναμνήσεις από τα πρώτα χρόνια της ζωής σας.

Μέσα στην ένταση και την αγωνία των ημερών, που δικαιολογημένα και -πιστεύω- χωρίς υπερβολές δοκιμάζετε τις παραμονές των πανελληνίων εξετάσεων, επιτρέψτε μου να ανοίξουμε μαζί μια όμορφη παρένθεση: Ελάτε να θυμηθείτε -ίσως να βρείτε και παλαιές φωτογραφίες- από τις πρώτες εκείνες στιγμές σας στον Παιδικό Σταθμό και στο Νηπιαγωγείο.

Να ακούσετε και πάλι το κουδούνι στον Αγιασμό της Α΄ Δημοτικού, να φέρετε στον νου σας τον Δάσκαλο ή την Δασκάλα που σας έμαθε τα πρώτα γράμματα. Και μετά να μετρήσετε τον αριθμό των βιβλίων που έπρεπε να μελετήσετε στα χρόνια του Γυμνασίου και του Λυκείου, τα μαθήματα που σας δυσκόλεψαν, αλλά και τις ωραίες παρέες με τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριές σας.

Τι λοιπόν; Δεν άξιζαν όλα αυτά τα χρόνια, οι εμπειρίες, οι δυσκολίες, οι αγωνίες, οι χαρές, η ικανοποίηση;

Τώρα βέβαια, στο τέλος μιάς μεγάλης πορείας, που θα την χαρακτήριζα “ιστορική”, έχετε να διαγωνισθείτε στις πανελλήνιες εξετάσεις. Ετοιμασθήκατε όσο καλύτερα γινόταν. Σας προτρέπω να μελετήσετε τις τελευταίες ημέρες με πρόγραμμα και μέθοδο.

Να βρείτε λίγο χρόνο και για ξεκούραση, αναψυχή και χαμόγελο. Σας συνοδεύουν οι ευχές και η αγάπη όλων μας, των γονέων σας και όσων συνοδοιπορούν μαζί σας σε αυτόν τον όμορφο, και λίγο ανηφορικό, δρόμο.

Σε κάθε περίπτωση η απογοήτευση δεν ταιριάζει σε νέους ανθρώπους, άλλωστε το αποτέλεσμα αυτών των εξετάσεων δεν επηρεάζει απαραίτητα όλη την μελλοντική πορεία σας. Με θάρρος και αισιοδοξία προχωρήστε.

Δίπλα σε όλα τα εφόδια σας, μπορείτε να προσθέσετε και την προσευχή στον Θεό, αυτή την εκπληκτική δυνατότητα της επικοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό Πατέρα, που χαρίζει στην ψυχή ειρήνη και γλυκύτητα, δύναμη και ελπίδα.

Σας εύχομαι από τα βάθη της καρδιάς μου θεία φώτιση, επιμονή και υπομονή, επιτυχημένη πορεία σε όλη την ζωή σας και κάθε καλή καρποφορία στους κόπους σας!

Με πατρικές ευχές για κάθε επιτυχία!

Ο Αρχιεπίσκοπος

• Ο Αθηνών Ιερώνυμος Β΄»

Το μήνυμα του Αρχιεπισκόπου έρχεται σε μια περίοδο όπου η πίεση προς τους μαθητές είναι ιδιαίτερα αυξημένη, με το άγχος των εξετάσεων να επηρεάζει όχι μόνο τα παιδιά αλλά και ολόκληρες οικογένειες.

Σύμφωνα με το Υπουργείο Παιδείας, οι Πανελλαδικές Εξετάσεις αποτελούν μια από τις σημαντικότερες εκπαιδευτικές διαδικασίες της χώρας, ωστόσο ειδικοί ψυχικής υγείας επισημαίνουν ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως «τελική κρίση» για τη ζωή των νέων ανθρώπων.

Εκκλησιαστικοί κύκλοι ανέφεραν στο vimaorthodoxias.gr ότι το μήνυμα του Μακαριωτάτου επιχειρεί ακριβώς να υπενθυμίσει στους μαθητές ότι η αξία τους δεν εξαρτάται αποκλειστικά από ένα γραπτό αποτέλεσμα, αλλά από τον συνολικό αγώνα, την προσωπικότητα και την πορεία ζωής που χτίζουν καθημερινά.

Με λόγο γεμάτο πατρική τρυφερότητα, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος επιχειρεί για ακόμη μία φορά να σταθεί δίπλα στη νέα γενιά, καλώντας τους μαθητές να πορευθούν με πίστη, ψυχραιμία, δύναμη και ελπίδα.

Επισκέψεις Θεού...



Είναι πολύ σημαντικό στην ζωή μας να τα βλέπουμε όλα κατά Θεό. Όχι μόνο τα ευχάριστα, τα καλά, τα δοξασμένα και κολακευτικά. Αλλά κι όλα εκείνα που ενδεχομένως μας πικραίνουν ή μας πληγώνουν γεμίζοντας ερωτηματικά την ψυχή μας. Εκεί στα δύσκολα είναι που φανερώνεται η ουσιαστική σχέση με τον Χριστό. 

Στα δύσκολα κρίνονται οι μεγάλες αγάπες. Οι δοκιμασίες είναι το χνώτο του Θεού στην ζωή μας, που προσπαθεί να ζεστάνει την καρδιά μας, ώστε να υπάρξει ικανή στην υποδοχή της χάριτος. Γιατί όταν εσύ σιωπάς και υπομένεις μιλάει ο Θεός.

Η ασθένεια, η θλίψη, ο πόνος, τα δάκρυα, ίσως μια προσβολή, μια κατηγορία ή συκοφαντία, όλα είναι επισκέψεις της Χάριτος. Δηλαδή είναι ο Θεός που ενεργεί και επιτρέπει περιστατικά μέσα στην ζωή μας με σκοπό να μας μεγαλώσει και ωριμάσει πνευματικά. Θέλει να μας μάθει τους τρόπους και τους δρόμους που συναντιόμαστε μαζί Του, και για να γίνει αυτό, πρέπει να σπάσει ο εγωισμός μας.

Δεν είναι τόσο εύκολο, σαφέστατα και είναι δύσκολο να διακρίνουμε πίσω απο την πληγή την αγάπη του Θεού, όμως είναι αλήθεια. Ο Θεός δεν προκαλεί τον πόνο, όμως τον μεταμορφώνει σε ευκαιρία. Όπως πήρε το θάνατο του Χριστού και τον έκανε Πάσχα.

Γι αυτό μετά το πρώτο σοκ που επιφέρει μια σκληρή δοκιμασία ή ακόμη και τον αιφνιδιασμό που αισθανόμαστε, ας προχωράμε στην αποδοχή του γεγονότος ως επίσκεψη του Θεού. Έλεγε ο Γέροντας Αιμιλιανός, Θὰ ἔρθη βροχή, λαίλαπα, χαλάζι, κεραυνός; «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον».

Ἐπειδὴ αὐτὰ κοστίζουν στὴν σαρκικότητά μας, γι' αὐτὸ ἐμεῖς τὰ βλέπομε ὡς ἀπρόοπτα.

Γιὰ νὰ μὴν ταράσσεσαι λοιπὸν κάθε φορᾶ καὶ στεναχωριέσαι, γιὰ νὰ μὴν ἀγωνιᾶς καὶ προβληματίζεσαι, νὰ τὰ περιμένης ὅλα, νὰ μπορῆς νὰ ὑπομένης ὅτι ἔρχεται.

Πάντα νὰ λές, καλῶς ἦλθες ἀρρώστια, καλῶς ἦλθες ἀποτυχία, καλῶς ἦλθες μαρτύριο.

Αὐτὸ φέρνει τὴν πραότητα, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχη καμία πνευματικὴ ζωή.”

Η αρρώστια κουράζει το σώμα, αλλά οι λογισμοί κουράζουν πιο πολύ την ψυχή.

 


… Μη νομίσεις πως έχω να σου πω κάτι μεγάλο. Ένας φτωχός μοναχός είμαι. Μα όταν ένας άνθρωπος περνά τόσο βαριά δοκιμασία, καμιά φορά δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Χρειάζεται μόνο να αισθανθεί πως κάποιος τον θυμάται ενώπιον του Θεού και παρακαλεί την Παναγία να τον σκεπάζει.

Τώρα, παιδί μου, να μη βασανίζεις τον νου σου με πολλούς λογισμούς. Η αρρώστια κουράζει το σώμα, αλλά οι λογισμοί κουράζουν πιο πολύ την ψυχή. Έρχονται σαν τη μύγα στην πληγή και δεν την αφήνουν να ησυχάσει. Να τους αφήνεις να περνούν και να λες σιγά: «Χριστέ μου, κράτησέ με». Αυτό, όταν βγαίνει από πόνο, είναι μεγάλη προσευχή.

Ο κόσμος σε αγάπησε πολύ. Έδωσες χαρά, φως, γλυκύτητα σε ανθρώπους που ίσως δεν γνώρισες ποτέ. Αυτό ο Θεός το βλέπει αλλιώς απ’ ό,τι το βλέπουν οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι θυμούνται τα φώτα, τα χειροκροτήματα, την ομορφιά, την λάμψη. Ο Θεός όμως βλέπει τον κόπο της καρδιάς, την κούραση που κρύφτηκε πίσω από το χαμόγελο, την ψυχή που έδωσε χαρά ενώ και η ίδια πολλές φορές θα είχε ανάγκη από παρηγοριά.

Και τώρα που η ψυχή ζητά ανάπαυση, να την ακουμπήσεις ήσυχα στον Χριστό. Ο Θεός δεν ζητά από τον άρρωστο κατορθώματα. Δεν ζητά μεγάλες προσευχές, ούτε λόγια πολλά. Ζητά μόνο λίγη εμπιστοσύνη. Ένα «μη με αφήσεις». Ένα «Παναγία μου, κάθισε κοντά μου». Η Παναγία καταλαβαίνει και την μισή κουβέντα και το δάκρυ που δεν βγαίνει.

Μη στενοχωριέσαι για όσα έμειναν μισά. Στη ζωή όλων των ανθρώπων μένει κάτι μισό: μια κουβέντα, μια συγγνώμη, μια αγκαλιά, ένας πόθος. Ο Θεός όμως είναι πολύ αρχοντικός. Δεν παίρνει τα πράγματα με την μικρή ανθρώπινη δικαιοσύνη μας. Παίρνει το μισό, όταν έχει ταπείνωση, και το συμπληρώνει με το έλεός Του.

Να μη φοβηθείς την αδυναμία σου. Μέσα στην αδυναμία, όταν ο άνθρωπος δεν σκληραίνει, μπορεί να μπει πολλή Χάρη. Οι άνθρωποι θαυμάζουν τον δυνατό άνθρωπο. Ο Χριστός όμως πλησιάζει πολύ τον κουρασμένο, τον πονεμένο, εκείνον που δεν έχει πια δύναμη να κρατηθεί μόνος του. Τότε τον κρατά Εκείνος πιο σιγά, πιο μυστικά, σαν μάνα που κρατά το παιδί της τη νύχτα.

Θα σε μνημονεύουμε στην προσευχή. Θα κάνουμε κομποσχοίνι με πόνο για σένα και θα παρακαλούμε την Παναγία να σου δίνει ειρήνη στην καρδιά. Όχι την ειρήνη που δίνει ο κόσμος, που έρχεται και φεύγει, αλλά εκείνη την ήσυχη ειρήνη που κατεβαίνει από τον Θεό και κάνει την ψυχή να αναπαύεται ακόμη και μέσα στην μεγάλη δοκιμασία.

Και να θυμάσαι, παιδί μου: ο Χριστός δεν στέκεται μακριά από τον άνθρωπο που πονά. Στέκεται κοντά του. Πολύ κοντά. Κι αν ο άνθρωπος δεν μπορεί πια να Τον κρατήσει, τότε τον κρατά ο ίδιος ο Χριστός.
Μωυσής ο αμαρτωλός

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

 

Τη μνήμη του Αγίου Πατρικίου και των συν αυτώ Μαρτυρησάντων τιμά σήμερα, , η Εκκλησία μας.
 Οι άριστες θεολογικές του γνώσεις, αλλά και η θερμή του πίστη, ανέδειξαν τον Πατρίκιο επίσκοπο Προύσσης. Η θέση αυτή για τον Πατρίκιο υπήρξε πνευματικό φρούριο για την υπεράσπιση του Ευαγγελίου και ορμητήριο για την πάταξη της ειδωλολατρικής πλάνης.
Στην αποστολική του αυτή εργασία δε θέλησε να είναι μόνος. Είχε μαζί του και τρεις πρόθυμους συνεργάτες, τον Ακάκιο, το Μένανδρο και τον Πολύαινο. Μαζί τους ο Πατρίκιος έφερε στη χριστιανική πίστη πολλούς ειδωλολάτρες.
Αυτό, όμως, καταγγέλθηκε στον άρχοντα Ιουλιανό τον Υπατικό, και αμέσως συνελήφθησαν.
Ο άρχοντας με φιλοσοφικές συζητήσεις προσπάθησε να πείσει τον Πατρίκιο ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός. Ο Πατρίκιος, με τη ρητορική δεινότητα και την άριστη θεολογική κατάρτιση που διέθετε, ανέτρεψε το ένα μετά το άλλο τα επιχειρήματα του Ιουλιανού.
Αυτός, βλέποντας την ιδεολογική συντριβή του από το χριστιανό διδάσκαλο, διέταξε και αποκεφάλισαν τον Πατρίκιο με τους τρεις συνεργάτες του.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Τετράς θεοφόρητος, Ιεραρχών ιερών, Τριάδα την άκτιστον, κατ’ εναντίον εχθρών, πανσόφως εκήρυξε, Πατρίκιος ο της Προύσης, θεηγόρος ποιμάντωρ, Ακάκιος συν Μενάνδρω, και Πολύαινος άμα, διό και ως αθλήσαντες, δόξης ηξιώθησαν.

Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Πειραιώς: «Η ιερατική οικογένεια είναι το κύτταρο της Αγίας μας Εκκλησίας»

 

ieratiki oikogenia 1

Εκδήλωση τιμής για την ιερατική οικογένεια πραγματοποιήθηκε χθες Κυριακή 17 Μαΐου 2026 στον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Πειραιώς, με την ευκαιρία προσκυνήσεως στο Ναό της Τιμίας Χειρός του Αγίου Δημητρίου Γκαγκαστάθη, εγγάμου και υπερπολυτέκνου Ιερέως, ο οποίος τέθηκε από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραιώς κ. Σεραφείμ, Προστάτης και Έφορος για τις ιερατικές οικογένειες της τοπικής μας Εκκλησίας.

Αρχικά τελέστηκε Πανηγυρικός Εσπερινός, χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς κ. Σεραφείμ και συγχοροστατούντος του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Αχελώου κ. Νήφωνος, βοηθού Επισκόπου και Πρωτοσυγκέλλου της τοπικής μας Εκκλησίας.

Εν συνεχεία τιμήθηκαν για την προσφορά και το έργο τους δύο εκλεκτοί Ιερείς της Μητροπόλεώς μας. Πρόκειται για τους Αιδεσιμ. Πρωτοπρεσβυτέρους Βασίλειο Τσιμούρη, Αρχιερατικό Επίτροπο της Γ΄ Αρχιερατικής Περιφέρειας και Ιωάννη Ρισάνο, ο οποίος εφημέρευσε ευόρκως στην τοπική μας Εκκλησία επί σειρά ετών.

Στη σύντομη προσλαλιά του ο Σεβασμιώτατος, αρχικά τόνισε πως η εκδήλωση αυτή είναι «μία αναγωγή και μία αναφορά στον εν Τριάδι Πανάγιο Θεό για τα δώρα που μας προσφέρει η Αγάπη Του». Ο Κύριος «μας χάρισε την επίγνωση της αληθείας και της ζωής» «και μας χαρίζει αδιαπτώτως τη ζωή και το φως, τη χαρά και την ειρήνη, την Ανάσταση και την ευδοκία», πρόσθεσε, υπογραμμίζοντας ότι «Εκείνος τροφοδοτεί και ζωογονεί την Αγία Του Εκκλησία με το Πανάχραντο Σώμα Του και το Πανάσπιλο Αίμα Του» και έτσι αποβαίνουμε όλοι «σύσσωμοι και σύσαρκοι και σύναιμοι και σύζωοι με Εκείνον».

Αναφερόμενος στο θεσμό της Εκκλησίας, σημείωσε ότι ο Κύριος «στο έργο αυτό κάλεσε τους Αποστόλους και εκείνοι τους Επισκόπους και τους Πρεσβυτέρους». «Σε αυτόν τον ιερό Αγώνα, ο Κύριος μας χαρίζει θεόμορφα πρόσωπα, θεοειδή, θεοχαρίτωτα, που Εκείνος καλεί και που Εκείνος μέσα στα βάθη της ανθρώπινης υπάρξεως κατεργάζεται τη μεγάλη και ανεπανάληπτη κρίση και καλεί» «όλους εκείνους τους αγίους, οι οποίοι εκλήθησαν για να αποβούν οι μυσταγωγοί, οι μέντορες και ποδηγέτες του λαού του Θεού», συμπλήρωσε.

Αφού ευχαρίστησε τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Τρίκκης, Γαρδικίου και Πύλης κ. Χρυσόστομο, για τη μεταφορά, ύστερα από κανονική άδεια της Ιεράς Συνόδου, και τη μεγάλη ευλογία της προσκυνήσεως της Τιμίας Χειρός του Αγίου Δημητρίου Γαγκαστάθη στον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Πειραιώς και τον Πρωτοπρεσβύτερο Ιωάννη Παναγιώτου, Γενικό Αρχιερατικό μας Επίτροπο και προϊστάμενο του Μητροπολιτικού Ναού, επεσήμανε πως έχουμε ανάμεσά μας την Τιμία Χείρα του Αγίου «που ευλογούσε, που αγίαζε, που λειτουργούσε, που θυμιάτιζε, που υψωνόταν στους ουρανούς». «Του αγνού και ταπεινού μέλους της Εκκλησίας του Χριστού, του πολυτέκνου Ιερέως, πατρός εννέα θυγατέρων, ο οποίος στα ύστερα χρόνια μας, κατόρθωσε να συνεχίσει την αδιάσπαστη ενότητα της Χάριτος» «και να αποβεί συνομιλητής των Αγγέλων, κοινωνός της Χάριτος του Θεού».

«Αποφασίσαμε να ικετεύσουμε τον νέο αυτό Άγιο της Εκκλησίας», συνέχισε ο Σεβασμιώτατος, «να σκεπάζει τις ιερατικές οικογένειες που είναι οι προμαχώνες της ιερωσύνης και της διακονίας της πίστεως της αμωμήτου, διότι η ιερατική οικογένεια είναι το κύτταρο της Αγίας μας Εκκλησίας και ο κάθε Πρεσβύτερος βρίσκει εκεί το υπήνεμο λιμάνι της στοργής, της αγάπης, της εμπνεύσεως και της δυνάμεως. Και είναι πραγματικά χαριτωμένο το γεγονός ο Πρεσβύτερος να βιώνει την Εκκλησία του Χριστού στο ιερό του σώμα και ταυτόχρονα να αγιάζεται στην κατ’ οίκον Εκκλησία της οικογένειάς του». Ικετεύουμε την αγάπη του Αγίου «να περισκέπει τους Ιερείς και τις πρεσβυτέρες και τα τέκνα τους και να αποβαίνουν παραδείγματα πνευματικής ολοκληρίας και αληθείας», πρόσθεσε.

«Δεν υπάρχει πιο απτή και πιο ζωντανή απόδειξη της γνησιότητας μιας ιερατικής οικογένειας από την μεταλαμπάδευση του ιερού πόθου της Ιερωσύνης στα ιερά της βλαστάρια», είπε σε άλλο σημείο ο Σεβασμιώτατος, εξηγώντας ότι «αυτό αποδεικνύει την πίστη» «ότι η ιερατική οικογένεια βιώνει την αλήθεια της Ιερωσύνης και για αυτό λάμπει αυτή η Ιερωσύνη εις τας αθώας ψυχάς των τέκνων της». «Για αυτόν τον λόγο αποφασίζουν να βαδίσουν τον ίδιο ευλογημένο και μακάριο δρόμο».

Στη συνέχεια αναφέρθηκε σε δύο «εμβληματικά πρόσωπα της Ιεράς μας Μητροπόλεως», αλλά και της Εκκλησίας μας γενικότερα όπως χαρακτηριστικά είπε, μιλώντας για τον Αρχιερατικό Επίτροπο της Γ΄ Αρχιερατικής μας Περιφέρειας π. Βασίλειο Τσιμούρη και για τον π. Ιωάννη Ρισάνο, ο οποίος επί σειρά ετών διακόνησε την τοπική μας Εκκλησία.

Μιλώντας αρχικά για τον π. Βασίλειο Τσιμούρη, ο Σεβασμιώτατος σημείωσε ότι είναι κατά πάντα γνήσιος μαθητής του εν ουρανοίς αυλιζομένου οσίου πατρός Γεωργίου Κρητικού και ότι «πυργώνει τις ανθρώπινες συνειδήσεις επί πολλά έτη». «Με τον τιμιότατο λόγο του, με την αγία βιωτή του, με το ένθεο παράδειγμά του εμπνέει, οδηγεί και διακονεί με ένα νεανικό σφρίγος και με μία ψυχή πραγματικά αγγελική».

«Ευλαβούμεθα τον π. Βασίλειο οι πάντες», τόνισε «και οφείλουμε ως Μητρόπολη να εκφράσουμε στον Θεό απείρους ευγνώμονες ευχαριστίες, διότι χάρισε στην Εκκλησία έναν τέτοιο ποιμένα, έναν τόσο υψηλό πνευματικά άντρα». «Απόδειξη είναι τα ιερά του τέκνα και όλη η βιωτή του και βέβαια τα πνευματικά του τέκνα και το αδιάπτωτο πνευματικό, ποιμαντικό και κοινωνικό του έργο. Συνεχιστής τιμιώτατος του μεγάλου εκείνου γέροντος, του πατρός Γεωργίου Κρητικού».

Ευχαριστούμε και την πρεσβυτέρα του, συνέχισε, «η οποία στάθηκε πολύτιμος αρωγός της καθ’ ημάς Μητροπόλεως με θυσιαστικό φρόνημα και πολλή αγάπη». «Υπήρξε η βακτηρία του σεπτού μας γέροντος και εν ουρανοίς αυλιζομένου αγίου Μητροπολίτου κυρού Καλλινίκου στο εκπαιδευτικό έργο της Μητροπόλεώς μας, το οποίο εκείνη με ιδρώτα, αγωνίες και αγώνες πύργωσε».

Στη συνέχεια μιλώντας για «τον ηγαπημένο ταπεινό λευίτη, αλλά και χαριτόβρυτο άνθρωπο του Θεού, τον π. Ιωάννη Ρισάνο και την Πρεσβυτέρα του Ελένη», ο Σεβασμιώτατος επεσήμανε πως αισθανόμαστε την συγγένεια με τον νέο Άγιο της Εκκλησίας μας, Δημήτριο Γκαγκαστάθη, «διότι και αυτοί εννέα τέκνα κατέθεσαν στην τράπεζα των ουρανών», όπως χαρακτηριστικά είπε.

«Χαιρόμαστε τους ευχύμους καρπούς της ιερωσύνης σου. Και τα κατά σάρκα και τα κατά πνεύμα τέκνα σου που κοσμούν και ευλογούν την Αγία μας Μητρόπολη και το έργο της Αγίας μας Εκκλησίας. Είστε και εσείς και η πρεσβυτέρα Ελένη χαριτωμένοι άνθρωποι, ευλογημένοι άνθρωποι, τιμιώτατοι και για αυτό ο Θεός τόσο σας ηγάπησε, ώστε σας χάρισε αυτόν τον πλούτο της χρηστότητός του», σημείωσε.

«Σας ευχαριστούμε και σας ευχόμαστε να έχετε πάντοτε στη ζωή σας αυτό το πνεύμα του ηρωισμού και της προσφοράς», είπε ολοκληρώνοντας τις ευχαριστίες του ο Σεβασμιώτατος, αναφέροντας πως «γευόμεθα τους ευχύμους καρπούς της ιερωσύνης σας και της οικογενείας σας. Τα τέκνα σας και συμπρεσβυτέρους μας, τους καλλικελάδους π. Χρήστο και π. Κοσμά», «τον ασκητή υιό σας στο Αγιόνυμον Όρος Άθω, καθώς και τα άλλα τέκνα που διακονούν από τα ιερά αναλόγια».

Τέλος, ο Σεβασμιώτατος ευχήθηκε κάθε Ευλογία και ο Άγιος Δημήτριος που σήμερα ανακηρύξαμε προστάτη τις ιερατικής οικογένειας, να ευλογεί και να πρεσβεύει για όλους.

Ο Σεβασμιώτατος, απένειμε στους Ιερείς και τις πρεσβυτέρες τους τιμητικές διακρίσεις της Μητροπόλεως Πειραιώς και πρόσφερε στους δύο ιερείς από ένα Επιγονάτιο στο οποίο εικονίζεται ο Άγιος Δημήτριος Γκαγκαστάθης, ενώ στις Πρεσβυτέρες από μία εικόνα του Αγίου.

ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

".... Η όραση των υπερηφάνων είναι τυφλότητα,ενώ η τυφλότητα των ταπεινών είναι ικανότητα για θέαση της αλήθειας.

 


".... Η όραση των υπερηφάνων είναι τυφλότητα,ενώ η τυφλότητα των ταπεινών είναι ικανότητα για θέαση της αλήθειας. 
Αυτό είναι το νόημα των λόγων του Κυρίου: «Ήρθα για να φέρω σε κρίση τον κόσμο, έτσι ώστε αυτοί που δεν βλέπουν να βρουν το φως τους, κι εκείνοι που βλέπουν ν’ αποδειχθούν τυφλοί». 
Οι ταπεινοί δέ­χονταν τον Κύριο και φωτίζονταν από το θείο φως Του. Οι υπερήφανοι, ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους, Τον απέρριπταν και βυθίζονταν ακόμα περισσότερο στο σκοτάδι με την άρνηση και τη βλασφημία του Θεού... "

(Κυριακή του Τυφλού.Από ομιλία του αγίου Ιγνατίου Μπρατσιανίνωφ)

Να έχετε εμπιστοσύνη στον Θεό

 

Αγίου Πορφυρίου λόγος

Όλα τα δυσάρεστα που μένουν μέσα στην ψυχή σας και φέρνουν άγχος, μπορούν να γίνουν αφορμή για τη λατρεία του Θεού και να παύσουν να σας καταπονούν.

Να έχετε εμπιστοσύνη στον Θεό…

Όλη σας η προσπάθεια να είναι ν’ ατενίσετε το φως, να κατακτήσετε το φως… να δίδεσθε στη δοξολογία του Θεού,

Να έχετε εμπιστοσύνη στον Θεό,

Τότε ξενοιάζετε και γίνεσθε όργανά Του.

Όλα να τα’ αντιμετωπίζετε με αγάπη, με καλοσύνη, με πραότητα, με υπομονή και με ταπείνωση.

Να είστε βράχοι.

Όλα να ξεσπάνε πάνω σας και σαν τα κύματα να γυρίζουν πίσω· εσείς να είστε ατάραχοι…

Αλλά θα πείτε: «Έ, γίνετε αυτό;»

Ναι, με την χάρι του Θεού γίνεται πάντοτε.

Αν τα παίρνομε ανθρώπινα, δεν γίνεται… γυμναστική είναι για μας όλες οι αντιδράσεις του περιβάλλοντος και οι δυσκολίες γύρω μας…

Γυμνάζομε τον εαυτό μας πάνω στην υπομονή, στην καρτερία…

Αμήν

Την ευχή του αγίου πατέρα και αδερφού μας να ΄χουμε και τη μνήμη του βίου και του λόγου του.

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝΤΕΣ

 

 

Τη μνήμη του τιμά σήμερα, , η Εκκλησία μας. Όλοι αυτοί οι Άγιοι μαρτύρησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου (249-251 μ.Χ.).
– Ο Πέτρος ήταν από τη Λάμψακο, και όταν τον έφεραν μπροστά στον άρχοντα να θυσιάσει στην Αφροδίτη, αυτός ομολόγησε με παρρησία το Χριστό. Τότε, συνέτριψαν όλο το σώμα του με αλυσίδες και ξύλα, και έτσι παρέδωσε το πνεύμα του στο Θεό. Ο Παύλος και ο Ανδρέας ήταν από τη Μεσοποταμία, στρατιώτες του Δεκίου. Όταν πήγαν στην Αθήνα, έγιναν στρατιώτες Χριστού, και μαζί με το Διονύσιο και τη Χριστίνα, όλοι μαζί λιθοβολήθηκαν.
Οι δε Ηράκλειος, Παυλΐνος και Βενέδημος, ήταν από την Αθήνα. Εκεί, έδιναν σκληρό αγώνα κατά της πλάνης των ειδώλων και των φιλοσόφων που πολεμούσαν τη χριστιανική θρησκεία. Αφού, λοιπόν, τους έπιασαν και τους βασάνισαν, τελικά τους αποκεφάλισαν.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Των αθλοφόρων τον οκτάριθμον δήμον, μαρτυρικοίς εγκωμιάσωμεν ύμνοις, Παυλίνον Διονύσιον και Πέτρον ομού, Ανδρέαν και Βενέδιμον, τον θεόφρονα Παύλον, Ηράκλειον τον ένδοξον, και Χριστίναν την θείαν ούτοι και γαρ πρεσβεύουσιν αεί, υπέρ του κόσμου. Χριστώ τω θεώ ημών.

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

ΕΠΤΥΣΕ ΧΑΜΑΙ ΚΑΙ ΕΠΟΙΗΣΕ ΠΗΛΟΝ ΕΚ ΤΟΥ ΠΤΥΣΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΠΕΧΡΙΣΕ ΤΟΝ ΠΗΛΟΝ ΕΠΙ ΤΟΥΣ ΟΦΘΑΛΜΟΥΣ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

 

 

«Ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ῞Υπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ᾿Απῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων» (Ιωάν. 9, 6-7).

῞Οταν τὰ εἶπε αὐτὰ ὁ ᾿Ιησοῦς, ἔφτυσε κάτω, ἔφτιαξε πηλὸ ἀπὸ τὸ φτύμα, ἄλειψε μὲ τὸν πηλὸ τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ, καὶ τοῦ εἶπε· «Πήγαινε νὰ νιφτεῖς στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ» -ποὺ σημαίνει «ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό». Ξεκίνησε, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος, πῆγε καὶ νίφτηκε καί, ὅταν γύρισε πίσω, ἔβλεπε. 

            «Έπτυσε χαμαί», ο Χριστός όταν είδε τον εκ γενετής τυφλό. Δεν ήταν ένα φτύσιμο αποδοκιμασίας για έναν κόσμο που έβλεπε τον Θεό ως τιμωρό και εκδικητή. Ήταν ένα φτύσιμο που δείχνει ότι ο Θεός, στον Οποίο πιστεύουμε, είναι Δημιουργός. Είναι Θεραπευτής. Δίνει την ευκαιρία στον άνθρωπο να κάνει ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή του. Και βγάζει ο Θεός από το σώμα Του την διπλή  φύση: την αγάπη του ανθρώπου για τον συνάνθρωπο που υποφέρει και την αγάπη του Θεού που γιατρεύει όποιον η ψυχή του πιστεύει και υπακούει. Διότι η ίαση του τυφλού ήρθε όταν εκείνος συνάντησε τον Θεάνθρωπο Ιησού. Ήρθε από κοντά, όταν ένιωσε τον Χριστό ως οικείο και πλησίον. Όταν η καρδιά του άκουσε το πρόσταγμα της μετάβασης στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Όταν δεν σιχάθηκε τον πηλό, δεν διαμαρτυρήθηκε γι’ αυτόν, δεν παραξενεύτηκε, αλλά με μια εμπιστοσύνη καρδιακή μέσα του πήγε και έριξε νερό στα ανύπαρκτα μάτια του, για να λάβει την δημιουργία τους και την όραση συνάμα.

            Φτύνουμε κατάχαμα οι χριστιανοί τον κόσμο σήμερα, διότι πιστεύουμε ότι είναι αμαρτωλός. Διότι βλέπουμε σ’ αυτόν το χειρότερο, ενώ κρατάμε για τους εαυτούς μας την αυτάρκεια του θεατή της αμαρτίας και της τιμωρίας του άλλου. Μοιάζουμε με τους Ιουδαίους της εποχής του Χριστού. Ζητούμε την θρησκευτική μας αυτοδικαίωση, ότι εμείς είμαστε οι καλοί του κόσμου και της ιστορίας, ότι ο Θεός είναι για μας, ότι οι άλλοι υποφέρουν καλώς. Δεν είναι όμως δημιουργικό το φτύσιμό μας. Δεν είναι απόρριψη της αμαρτίας και συμπόνοια, προσευχή, αγάπη για τους αμαρτωλούς, στους οποίους κι εμείς ανήκουμε. Λέμε όχι, όταν η Εκκλησία αγκαλιάζει τους πάντες, διότι φοβόμαστε ότι κινδυνεύει η δική μας καθαρότητα. Λέμε όχι, όταν η Εκκλησία συγχωρεί, παλεύει για τη γιατρειά των ανθρώπων, για να δούνε τη δόξα του Θεού, για να δούνε τον κόσμο με τα μάτια της αγάπης και της αλήθειας, για να μην αποκάμουν ζητιανεύοντας λίγη στοργή, καθώς νιώθουν εκ γενετής ανήμποροι να έχουν νόημα. Λέμε όχι, όταν η πίστη δεν μιλά όπως εμείς θέλουμε να μιλήσει, αλλά αφήνει την αγκαλιά του Θεού ανοιχτή για τον ελάχιστο.

            Καθώς κλείνει η αναστάσιμη περίοδος, το θαύμα της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού μάς υπενθυμίζει ότι υπάρχει μία όραση καρδιακή, ψυχική, που περνά από την αγάπη και είναι αγάπη. Αυτή που βλέπει μ’ άλλα μάτια: «όλα είναι ίδια αν δεν τ’ αγαπάς, όλα μένουν ίδια άμα δεν τα πας, κι όλα αυτά που είναι, γίνονται ξανά, μέσα απ’ τη δικιά σου τη ματιά» (Ορφέας Περίδης), αρκεί αυτή να ακολουθεί τη ματιά του Χριστού. Να φτύνει, για να φτιάξει τον πηλό που δημιουργεί από την αρχή, καλύπτοντας το έλλειμμα. Διότι αυτός που νιώθει ότι κάτι του λείπει, εμπιστεύεται, για να γιατρευτεί, Εκείνον που αγαπά, παρηγορεί και σώζει. Και Τον ακούει, κάνοντας το βήμα προς την κολυμβήθρα της Εκκλησίας. Για να παρηγορηθεί, να μη μείνει μόνος, να αντέξει.

            Χριστός Ανέστη! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

O AΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΠΟΛΕΩΣ


 

Τη μνήμη του τιμά σήμερα, , η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Αθανάσιος γεννήθηκε στην Καρύταινα της Γορτυνίας περί το 1640 μ.Χ. (κατά άλλους στην Κέρκυρα το 1664 μ.Χ.) και το κοσμικό του όνομα ήταν Αναστάσιος Κορφηνός.
 Οι γονείς του ονομάζονταν Ανδρέας και Ευφροσύνη και είχαν ακόμη τρία τέκνα. Υποθέτουμε πως τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στην γενέτειρά του και στην συνέχεια μάλλον φοίτησε στην περίφημη σχολή της μονής Φιλοσόφου και αργότερα, ως κληρικός, στην Κωνσταντινούπολη.
Όταν ο Αναστάσιος βρισκόταν σε ηλικία γάμου, οι γονείς του παρά την επιθυμία του να ακολουθήσει τη μοναχική πολιτεία, επέμεναν να τον νυμφεύσουν. Ο πατέρας του μάλιστα, χωρίς καν να έχει την σύμφωνη γνώμη του υιού του, τον αρραβώνιασε στην Πάτρα με την θυγατέρα ενός πλούσιου άρχοντος και στην συνέχεια τον έστειλε στο Ναύπλιο να προμηθευθεί τα γαμήλια πράγματα.
Ο Αναστάσιος υπάκουσε στην πατρική εντολή και ξεκίνησε για το Ναύπλιο. Στον δρόμο του πέρασε και από το εκκλησάκι της Παναγίας στο Βιδόνι, κοντά στο χωριό Σύρνα και ζήτησε την θεία φώτιση.
Στο Ναύπλιο, αφού αγόρασε ότι έπρεπε, πήρε την μεγάλη απόφαση. Αναφέρεται πως την προηγούμενη νύχτα της προγραμματισμένης αναχωρήσεώς του για την Καρύταινα, ενώ βασανιζόταν από τους λογισμούς τι να πράξει, είδε στον ύπνο του την Παναγία μαζί με τον Τίμιο Πρόδρομο, η οποία αποκαλώντας τον με το όνομα που επρόκειτο να λάβει αργότερα ως μοναχός, του είπε, σύμφωνα με τα γραφόμενα του πρώτου βιογράφου του:
«Σκεύος εκλογής καί υπηρέτην τού Υιού μου επιθυμώ νά γίνεις, Αθανάσιε. Απέστειλε, λοιπόν, τούς δούλους σου μέ τά νυμφικά ιμάτια πρός τόν πατέρα σου καί η κόρη άς συζευχθεί άλλον άνδρα. Εσύ δέ νά πορευθείς στήν Κωνσταντινούπολη, γιά νά λάβεις ότι ο Υιός καί Θεός μου ευδόκησε». Έτσι κι έγινε.
Ο Αθανάσιος απέστειλε πίσω τους δούλους και αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη, όπου, αφού έγινε μοναχός με το όνομα Αθανάσιος, χειροτονήθηκε κατόπιν διάκονος και πρεσβύτερος.
Επί της πρώτης πατριαρχίας του Οικουμενικού Πατριάρχου Ιακώβου, ο Άγιος Αθανάσιος χειροτονείται Μητροπολίτης Χριστιανουπόλεως, υπέρτιμος και έξαρχος πάσης Αρκαδίας, σε διαδοχή του Μητροπολίτου Ευγενίου, που με βάση σωζόμενα έγγραφα αρχιεράτευσε στην εκκλησιαστική αυτή επαρχία από το 1645 μ.Χ. έως το 1673 μ.Χ. τουλάχιστον.
Ως χρόνο της χειροτονίας του πρέπει να υποθέσουμε το αργότερο τα τέλη του 1680 μ.Χ. ή τις αρχές του 1681 μ.Χ., γιατί για πρώτη φορά απαντάται τον Απρίλιο αυτού του έτους, όταν υπογράφει ως μέλος της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη αφοριστικό γράμμα προς τον Μητροπολίτη Ευρίπου και Επίτροπο Μελενίκου.
Ως προς την έδρα της Μητροπόλεως, ο τίτλος «Χρφιστιανουπόλεως» οδηγεί στην Χριστιανούπολη, το σημερινό χωριό Χριστιάνοι. Ουσιαστική όμως έδρα της Μητροπόλεως πρέπει να θεωρήσουμε με ασφάλεια την πόλη της Κυπαρισσίας.
Η κατάσταση της επαρχίας του Αγίου ήταν οικονομικά, εκκλησιαστικά και ηθικά απελπιστική. Όσο υπήρχε στην Πελοπόννησο η Τουρκική κατάσταση, η θέση των Χριστιανών από οικονομική πλευρά ήταν δεινή. Η θρησκευτική κατάσταση, παρά την ευεργετική δράση των μοναχών του Λουσίου και της σχολής της μονής Φιλοσόφου και όποιων άλλων, δεν διέφερε και πολύ, τα δύσκολα εκείνα χρόνια, από την κατάσταση της υπόδουλης χώρας.
Ο Άγιος Αθανάσιος άρχισε αμέσως τον αγώνα προκειμένου να αντιμετωπίσει τα διάφορα προβλήματα και να βελτιώσει την κατάσταση. Πρώτο μέλημά του ήταν η εξεύρεση κατάλληλων νέων για τι ιερατικό αξίωμα.
Προκειμένου να πετύχει τον στόχο του ο Άγιος σύστησε σχολεία για την στοιχειώδη λειτουργική και λοιπή εκπαίδευση των υποψηφίων και παράλληλα παραιτήθηκε από κάθε συνηθισμένη τότε οικονομική προσφορά, που δινόταν εκ μέρους τους στον Αρχιερέα για την συντήρηση του ιδίου και της Επισκοπής.
Πιστεύοντας ο Άγιος πως η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ο ιερός θεσμός, που διατηρεί την γνήσια πίστη στον Χριστό και ο συνεκτικός κρίκος, που ενώνει τους υπόδουλους Έλληνες και συντηρεί την εθνική συνείδηση και ακόμα πως οι εκκλησίες είναι το κέντρο αναφοράς και το σημείο συναντήσεως και κοινωνίας των δύστυχων Ελλήνων, φρόντισε για την επισκευή και συντήρησή τους, όσο βέβαια αυτό ήταν εφικτό και από οικονομικής πλευράς και από πλευράς χορηγήσεως αδείας από τους Τούρκους.
Ο Άγιος ενδιαφέρθηκε και για τα μοναστήρια, τις ιερές αυτές εστίες της σωτηρίας, τα κέντρα φωτισμού και φιλανθρωπίας, που πρωτοστάτησαν στον αγώνα για την ελευθερία του υπόδουλου Γένους.
Προς το ποίμνιό του ο Άγιος Αθανάσιος στάθηκε αληθινός Επίσκοπος και μιμητής του Χριστού, που ενδιαφέρθηκε όχι μόνο για τους τόπους λατρείας, αλλά και για την διακονία του λαού του, προκειμένου να τον ανακουφίσει από τα καθημερινά δεινά της ζωής και της δουλειάς. Η αγάπη του προς τα ορφανά, τις χήρες, τους ανήμπορους γέροντες, τους διωκόμενους και αδικούμενους ήταν μοναδική.
Ο Τριαδικός Θεός παρέσχε στον Άγιο «μισθό» και τον αξίωσε ήδη από την επίγεια ζωή του αλλά και μετά την κοίμησή του να επιτελεί σημεία και θαύματα. Αναφέρεται πως, όταν ο Άγιος λειτουργούσε, την στιγμή που έβγαινε στην Ωραία Πύλη να πει το «Κύριε, Κύριε, επίβλεψον εξ ουρανού καί ίδε…», οι πιστοί έβλεπαν μπροστά στο στόμα του ένα φεγγοβόλο αστέρι.
Έτσι, αφού ποίμανε θεοφιλώς το ποίμνιό του και διακόνησε την Εκκλησία του Χριστού, ο Άγιος Αθανάσιος κοιμήθηκε μετά από ολιγοήμερη ασθένεια το 1707 μ.Χ. ή το 1708 μ.Χ. (κατά άλλους το 1735 μ.Χ.). Λίγα χρόνια αργότερα, μεταξύ των ετών 1710 – 1713 έγινε η εκταφή του και το ιερό λείψανο βρέθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του αδιάλυτο και μυροβόλο.
Απολυτίκιο:
Ήχος α’. Τής ερήμου πολίτης.
Τούς τελούντας τήν μνήμην, καί τιμώντας τό σώμα σου, καί πανευλαβώς προσκυνούντας τήν μυρίπνοον Κάραν σου, ως έχων παρρησίαν πρός Θεόν, ικέτευε Χριστόν τόν αγαθόν, καί ταίς σαίς θερμαίς πρεσβείαις, τών κινδύνων σώζε, ώ άγιε Αθανάσιε. Έχων δέ καί συμπρεσβευτήν, τόν μέγαν Κυρίου Πρόδρομον, έσο αοράτως τής Μονής, φρουρός καί προπύργιον.