Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Ένας καλός λόγος μαλακώνει και τους κακούς

 

Κάποτε ο αββάς Μακάριος οδοιπορούσε με τον υποτακτικό του.

Καθώς κοντόφθαναν στον προορισμό τους έστειλε τον μαθητή μπροστά να ειδοποιήσει, κι ο νεαρός συναντήθηκε τυχαία μ’ έναν ειδωλολάτρη ιερέα και επιπόλαια του φώναξε· «πού τρέχεις δαίμονα;».

Εκείνος προσβλήθηκε κι αφού τον κτύπησε με την μαγκούρα του, πληγώνοντάς τον σοβαρά, ώστε να πέσει αναίσθητος, συνέχισε τρέχοντας τον δρόμο του.

Μόλις προχώρησε λίγο συναντήθηκε με τον Μακάριο, που καθώς τον είδε να τρέχει, νόμισε πως κινδύνευε και του ευχήθηκε· «μακάρι να γλιτώσεις, ευλογημένε».

Ο ιερέας κατάπληκτος σταμάτησε, ήρθε κοντά και ρώτησε τον αββά· «γιατί μου εύχεσαι και μ’ ευλογείς;».

Του απάντησε ο γέροντας· «επειδή σε είδα να μοχθείς απεγνωσμένα».

Ο ιερέας του είπε· «πολύ συγκινήθηκα με το χαιρετισμό σου· είμαι σίγουρος πως εσύ είσαι άνθρωπος του Θεού, ενώ λίγο πριν ένας άλλος μοναχός, πολύ κακός, μ’ έβρισε και ’γω τον σκότωσα στο ξύλο».

Ο γέροντας κατάλαβε πως επρόκειτο για τον υποτακτικό του, αλλά προτού προφτάσει να τρέξει για να τον βοηθήσει, ο ειδωλολάτρης έπεσε στα πόδια του και τον παρακαλούσε να τον κάμει κι αυτόν μοναχό.

Ο Μακάριος συγκατάνευσε κι έτσι μαζί έτρεξαν και μετέφεραν τον κτυπημένο καλογεροπαίδι στο κοντινό μοναστήρι.

Οι μοναχοί βλέποντας μαζί με τον αββά να ’ρχεται κι ο ιερέας των ειδώλων παραξενεύτηκαν, αλλά σύντομα συμφώνησαν να τον κάμουν αδελφό τους.

Δεν ήταν δα και ο πρώτος ειδωλολάτρης που προσερχόταν στο Χριστό χάρη στο Μακάριο, που πάντα πίστευε πως ο κακός λόγος και τους καλούς εξαγριώνει, ενώ ένας καλός λόγος μαλακώνει και τους κακούς.

Γ'ΕΥΡΕΣΗ ΤΙΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ

 

 

Την ημέρα της Γ’ ευρέσεως της Τιμίας Κεφαλής του Αγίου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου τιμά σήμερα, 25 Μαΐου, η Εκκλησία μας.

Η Τιμία Κεφαλή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ενώ ήταν κρυμμένη για πολλά χρόνια, “φάνηκε μέσα από τη γη και έλαμψε ως χρυσός” (όπως λέει και το Απολυτίκιο της ημέρας).

Και ενώ στην αρχή βρισκόταν τοποθετημένη σε ειδική στάμνα, βρέθηκε μέσα σε αργυρό αγγείο και σε ιερό τόπο. Η εύρεση της Τιμίας Κεφαλής του έγινε κατόπιν πληροφορίας, την οποία έδωσε κάποιος ιερέας από τα Κόμανα της Καππαδοκίας, ο οποίος είδε το ακριβές σημείο σε ιερό εφύπνιο.
Από εκεί η Τιμία Κεφαλή μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, στη Μονή του Στουδίου, όπου και έγινε μεγαλειώδης υποδοχή, παρουσία του αυτοκράτορα του Πατριάρχου και του πιστού λαού της Βασιλεύουσας.
Οι εορτές του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου σε ολόκληρο το έτος:
~ Η Σύλληψις (23 Σεπτεμβρίου)
~ Το γενέσιον (24 Ιουνίου)
~ Η Σύναξις (7 Ιανουαρίου)
~ Η Αποτομή της κεφαλής (29 Αυγούστου)
~ Η Α’ και Β’ Εύρεσις της κεφαλής (24 Φεβρουαρίου)
~ Η Γ’ Εύρεσις της κεφαλής (25 Μαΐου)
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως θείον θησαύρισμα, εγκεκρυμμένον τή γή, Χριστός απεκάλυψε, τήν Κεφαλήν σου ημίν, Προφήτα καί Πρόδρομε, πάντες ούν συνελθόντες, εν τή ταύτη εύρέσει, άσμασι θεηγόροις, τόν Σωτήρα υμνούμεν, τόν σώζοντα ημάς εκ φθοράς ταίς ικεσίαις σου.

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Η συκοφαντία είναι το απαισιότερο φάσμα του μίσους και της κακότητας

 


Η συκοφαντία είναι το απαισιότερο φάσμα του μίσους και της κακότητας και το οδυνηρότερο τραύμα γι’ αυτόν που την υφίσταται. 
Η συκοφαντία είναι το αμυντικό όπλο της κατωτερότητας. Επειδή δεν μπορεί να σκεπάσει τη γύμνωση και ευτέλειά της, προσπαθεί να αμαυρώσει αυτούς που βρίσκονται πιο ψηλά για να δικαιωθεί, όπως νομίζει.

Επειδή είναι ψεύτικη και άδικη επιβουλή είναι το βαρύτερο τραύμα γι’ αυτόν που την πάσχει. Δίκαια ο προφήτης Δαβίδ απευθυνόμενος στο Θεό έλεγε: «λύτρωσαί με από συκοφαντίας ανθρώπων, και φυλάξω τας εντολάς σου» (Ψαλμ. 118,134). Ο εχθρός διάβολος γνωρίζει τη σκληρότητα και την οδύνη, που προκαλεί αυτή η κακία και τη μεταχειρίζεται κατά των ισχυρών του αντιπάλων. Σκοπός του είναι να λυγίσει την καρτερία τους. Την προκάλεσε μάλιστα και στον Κύριο μας, μέσω των Φαρισαίων.
Η συκοφαντία ως προς την κακότητα και πονηρία κατέχει την πρώτη θέση στον κατάλογο της κακοήθειας. Έχει όμως και την πρώτη θέση στον κατάλογο της αξιοπρέπειας και του ενάρετου βίου. Η αξιομισθία της ξεπερνά τους βαθμούς της περιεκτικής φιλοπονίας.

Μόνο η χάρη και η σκέπη της θεοπρεπούς αγάπης μπορεί να κρατήσει το βάρος αυτό της άδικης συκοφαντίας. Ο πιστός ας έχει ως πρότυπο τον Κύριο μας, που συγχωρούσε τους διαβολοειδείς συκοφάντες. «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τί ποιούσι» (Λουκ. 23,34). Όσοι σήκωσαν αυτόν τον βαρύτατο σταυρό κέρδισαν και τον αντάξιο μακαρισμό: «Μακάριοι έστε όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσι και είπωσι πάν πονηρόν ρήμα καθ’ υμών, ψευδόμενοι ένεκεν εμού» (Ματ. 5,11).
Ως φορείς και οπαδοί της αγάπης ανεχόμαστε και υπομένουμε τη διαβολικότερη αυτή πληγή με πρότυπο τον Κύριο μας και μαθαίνουμε ότι «ο μισθός ημών πολύς εν τοις ουρανοίς» (Ματ. 5,12).

+Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού

Αν έχετε αγάπη



Αν έχετε αγάπη στον πλησίον και στον Θεό, θα δώσει ο Θεός την ταπείνωση, θα δώσει τον αγιασμό. Αν δεν έχετε αγάπη στον Θεό και στον πλησίον, αν τεμπελιάζετε, θα σας βασανίσει ο σατανάς, θα σας εκδικηθεί ο παλαιός άνθρωπος. Θα σας φταίνε όλοι κι όλα.


Όσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Πειραιώς σε μαθητές και μαθήτριες: ''Μην απογοητεύεστε ποτέ''

 pireos mathites

«Με τη Χάρη του Παναγίου Κυρίου μας, τελούμε σήμερα τη Θεία Λειτουργία, το Μυστήριο της αγάπης και της κοινωνίας του Θεού με τον άνθρωπο, την οποία και προσφέρουμε για τη φώτιση, την έμπνευση, τον αγιασμό και την στεφάνωση των προσπαθειών τόσων χρόνων που, εσείς αγαπημένα μας παιδιά, καταθέτετε μαζί με τους γονείς σας και τους δασκάλους σας στο μεγάλο μυστήριο της ζωής. Είναι πραγματικά μία ώρα προσμονής, ελπίδος αλλά και δυνάμεως».

Με αυτά τα λόγια ξεκίνησε το κήρυγμά του ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ, απευθυνόμενος προς τους νέους, ανάμεσα στους οποίους ήταν και οι μαθητές και μαθήτριες από τα Εκπαιδευτήρια της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, οι οποίοι φέτος θα διαγωνιστούν για την εισαγωγή τους στα Ανώτερα και Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας.

Κατά τη διάρκεια της Αρχιερατικής Θείας Λειτουργίας που τελέστηκε Σήμερα Σάββατο 23 Μαΐου 2026, στο Παρεκκλήσιο των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίας Τριάδος Πειραιώς, ο Σεβασμιώτατος είπε πως «ο νους μας δεν περικλείεται στο μικρό μας σώμα, αλλά εκτείνεται στον αβόλιστο ωκεανό της Θείας Σοφίας και της Θείας Αγάπης», τονίζοντας πως «είμαστε ‘’κατ’ εικόνα Θεού’’ κτισμένοι και έχουμε το προνόμιο» «να κατανοούμε, να ενθουσιαζόμαστε και να γεμίζει η ύπαρξή μας από την άπειρη Αγάπη του Παναγίου Θεού».

Σημειώνοντας πως «η Αγία μας Εκκλησία προσεύχεται πάντοτε για τον φωτισμό και την πληρότητα της ζωής», επεσήμανε με έμφαση πως «ο κόσμος ούτε αρχίζει, ούτε τελειώνει σε κάποιες εξετάσεις. Είναι μία συνεχής προσπάθεια, μία συνεχής διαπάλη, ένας συνεχής αγώνας που βέβαια εμπνέεται και ευλογείται από το Πνεύμα το Άγιο. Γιατί ο άνθρωπος έχει τα δώρα του ‘’κατ’ εικόνα’’».

«Η προσευχή μας την ώρα αυτή – και των γονέων σας και των δασκάλων σας και των καθηγητών σας – είναι να έχετε φώτιση, εμπιστοσύνη στον αγώνα σας και η προσευχή μας είναι να επιτύχετε την εισαγωγή στην Ανωτάτη Εκπαίδευση», πρόσθεσε ο Σεβασμιώτατος, υπογραμμίζοντας παράλληλα πως «το μεγαλύτερο μάθημα και η μεγαλύτερη επιτυχία στη ζωή είναι να αποβείτε αληθινοί άνθρωποι, ελεύθεροι, δίκαιοι και αξιοπρεπείς και να κερδίσετε στη ζωή σας, όχι απλώς ένα πτυχίο πανεπιστημιακής σχολής, αλλά το υπέρτατο πτυχίο της αρετής, της αλήθειας, της ευγένειας, του ήθους».

«Οι γνώσεις των ανθρώπων είναι πεπερασμένες», «γι’ αυτό και το μέγα και τεράστιο άθλημα που πρέπει να επιδιώξετε είναι η αρετή, η ωραιότητα, η καθαρότητα της σκέψης και των συναισθημάτων, η ευγένεια του ήθους, η πιστότητα της ζωής στα αληθινά, τα αθάνατα και αιώνια ιδανικά του ανθρώπου που είναι κατ’ εικόνα Θεού δημιουργημένος», συμπλήρωσε.

Ο Σεβασμιώτατος στη συνέχεια αναφέροντας στα παιδιά πως οι εξετάσεις που θα γίνουν σε λίγες μέρες είναι απλώς και μόνο ένα επεισόδιο και μια στιγμή της ζωής τους, τόνισε πως «δεν είναι ούτε το τέλος, ούτε το απόλυτο. Είναι απλώς μία δυνατότητα για να περάσετε σε ένα άλλο στάδιο εκπαιδεύσεως και μαθήσεως».

Και συνέχισε: «Αν όμως δεν αποκτήσετε την αυτοσυνειδησία σας, την επίγνωση του μεγαλείου της αθανάτου ψυχής σας, την ελευθερία του ήθους σας, τότε, όσα πτυχία και αν πάρετε, δεν θα επιτύχετε την πραγματικότητα της ζωής. Προσευχόμαστε, λοιπόν, να αποκτήσετε και το ευσεβές ήθος και την ελευθερία του προσώπου, αλλά και τη γνώση των επιστητών πραγμάτων. Μην ξεχνάτε ότι ο κάθε ένας και κάθε μία από εμάς μετέχει σε δύο κόσμους. Μετέχει στον κόσμο του ακτίστου Θεού, γιατί έχουμε ψυχή αθάνατη που Εκείνος την έκτισε για να είναι αθάνατη και μετέχουμε και στον κόσμο τον υλικό, τον κτιστό. Και προσπαθούμε να συνδυάσουμε τους δύο κόσμους. Και καλούμαστε να το επιτύχουμε αυτό με διάκριση, με σοφία, με ταπείνωση, με πολύ, πολύ αγάπη».

«Μην απογοητεύεστε ποτέ. Να ξέρετε ότι η επιτυχία συνίσταται στο γεγονός της διαρκούς προσπαθείας», είπε ολοκληρώνοντας το κήρυγμά του ο Σεβασμιώτατος και τονίζοντας πως καλούμαστε «να αποκτούμε τη δια βίου μάθηση και κυρίως να μορφώνεται ‘’Χριστός εν υμίν’’, ευχήθηκε στους νέους μας να επιτύχουν «το αμφότερο. Δηλαδή, και στην κατά κόσμον παιδεία και μάθηση, αλλά και στην κατά Θεόν προκοπή και ευλογία».

«Ο Θεός να σας χαρίσει επιτυχίες, ευλογίες και πάνω απ’ όλα την αγάπη Του και τον εαυτό Του μέσα στις καρδιές σας», είπε καταλήγοντας.

Στο τέλος ο Σεβασμιώτατος μαζί με τις πατρικές του ευχές, προσέφερε σε όλους τους υποψηφίους ενθύμιο και Ευλογία προς ενίσχυση των προσπαθειών τους.

ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

Η Α' Οικουμενική Σύνοδος της Νικαίας 325

 

 Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος - Ορθοδοξία News Agency

Το 325 στη Νίκαια της Βιθυνίας ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Α΄ συγκάλεσε την Πρώτη Σύνοδο της Νίκαιας ή Α΄ Οικουμενική Σύνοδο με σκοπό την αποκατάσταση της ειρήνης στα εκκλησιαστικά ζητήματα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Η σύνοδος καταδίκασε τη διδασκαλία του Αρείου, συνέταξε το Σύμβολο της Νίκαιας που καθιέρωσε τον όρο ομοούσιος και όρισε την ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα. Με τη Σύνοδο αυτή η Εκκλησία εντάχθηκε στις επίσημες δομές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και ο συνοδικός θεσμός έγινε θεμελιώδους σημασίας για τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι εξελίξεις αυτές είχαν μακροχρόνιες επιρροές θεολογικού και πολιτικού χαρακτήρα στην Ανατολή κατά τη διάρκεια όλου του Μεσαίωνα. Επίσης, αποτέλεσε το πρότυπο για τις μελλοντικές Οικουμενικές Συνόδους.

Οι αποφάσεις της συνόδου
Ο βασικός λόγος σύγκλησης της Α΄ Οικουμενικής συνόδου ήταν η αντιμετώπιση από το σύνολο του πληρώματος της εκκλησίας —εξ ου και η παράσταση πλην του ιερού κλήρου και λαϊκών- με κύριο ρόλο τη συμβουλή σε ζητήματα θεολογικού περιεχομένου. Επί τη ευκαιρία όμως της σύγκλησης της συνόδου, αντιμετωπίστηκαν πληθώρα ζητημάτων, τα οποία υπήρχαν στο εσωτερικό της εκκλησίας, που άλλοτε δημιούργησαν έριδες ή υπήρχαν δυνατότητες στο μέλλον να δημιουργήσουν νέα προβλήματα.

Έτσι, καθώς το κρίσιμο ζήτημα του αρειανισμού είχε αντιμετωπιστεί από τις τοπικές συνόδους της Αλεξανδρείας και της Αντιοχείας, δεν έγινε καμία σχετική αναφορά στους κανόνες της Συνόδου της Νίκαιας αλλά υπήρξε η αντιμετώπιση του Κολλουθιανού και Μελιτιανού σχίσματος, του Νοβατιανισμού και αλλά και γενικότερων θεμάτων, όπως της μετάνοιας όπου πάρθηκαν αυστηρότερα ποιοτικά μέτρα και ο εορτασμός του Πάσχα, για τον οποίο επετεύχθη κοινή συμφωνία μεταξύ των παρευρισκομένων. Ένα σημαντικότατο βήμα επίσης επιτελέστηκε σχετικά με τη διοικητική οργάνωση της εκκλησίας σε οικουμενικό επίπεδο με της εισαγωγή του μητροπολιτικού συστήματος. Το σημαντικότερο όμως βήμα της συνόδου ήταν το Σύμβολο της Νίκαιας, ένα σύντομο κείμενο που πιστεύεται ότι μπορεί να βασίστηκε σε βαπτιστήριο σύμβολο της εκκλησίας των Ιεροσολύμων, με ορισμένες τροποποιήσεις που στηρίχθηκαν πάνω στην αντιμετώπιση των αρειανικών δογμάτων..

Συνοπτική παράθεση των ιερών Κανόνων
Κανόνας Α΄: Καταδικάζει τη συνήθεια του οικειοθελούς ευνουχισμού και απαγορεύει τη χειροτονία ευνουχισμένων, πλην όσων για ιατρικούς λόγους ή λόγω βασανιστηρίων εξετμήθησαν.
Κανόνας Β΄: Απαγορεύει τη χειροτονία ως κληρικών στα νέα μέλη (νεόφυτοι) της εκκλησίας.
Κανόνας Γ΄: Καταδικάζει τη συνήθεια των κληρικών όλων των βαθμών να συζούν με νεαρές γυναίκες τις οποίες δεν είχαν παντρευτεί (συνείσακτοι).
Κανόνας Δ΄-Ε΄: Εισάγεται το «μητροπολιτικό σύστημα», το οποίο ίσχυε στην οργάνωση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, και καθορίζουν την αρμοδιότητα της επαρχιακής συνόδου στη χειροτονία των επισκόπων.
Κανόνας ΣΤ΄: Αναγνωρίζει κατ' εξαίρεση το αρχαίο έθος της συγκεντρωτικής δικαιοδοσίας του επισκόπου της Αλεξάνδρειας στις εκκλησίες της Αιγύπτου, Λιβύης και Πεντάπολης —όπως συνέβαινε και με την εκκλησία της Ρώμης—, ενώ εξαιρεί τη Ρώμη και την Αντιόχεια από το γενικό μέτρο του μητροπολιτικού συστήματος.
Κανόνας Ζ΄: Ορίζεται ότι ο επίσκοπος Αιλίας (δηλ. Ιερουσαλήμ) να είναι ο επόμενος στη σειρά απόδοση τιμών.
Κανόνας Η΄: Ορίζει τον τρόπο επιστροφής στην εκκλησία της Αιγύπτου των λεγόμενων «Καθαρών» (Μελιτιανό σχίσμα).
Κανόνας Θ΄: Αναφέρεται στην συνήθη περίπτωση χειροτονίας πρεσβυτέρων των οποίων δεν εξετάστηκαν τα προσόντα ή οι οποίοι δεν παραμένουν άμεμπτοι.
Κανόνας Ι΄: Καταδικάζει τη χειροτονία πεπτωκότων.
Κανόνας ΙΑ΄-ΙΒ΄: Καθορίζεται η μετάνοια των πεπτωκότων, με αυστηρότερα κριτήρια.
Κανόνας ΙΓ΄: Δέχεται ότι είναι δυνατόν να παρασχεθεί Θεία Ευχαριστία επί της επιθανατίου κλίνης.
Κανόνας ΙΔ΄: Ορίζεται η μετάνοια των πεπτωκότων κατηχουμένων.
Κανόνας ΙΕ΄-ΙΣΤ΄: Καταδικάζεται η επιδίωξη κληρικών για μετάθεση σε άλλες εκκλησίες.
Κανόνας ΙΖ΄: Καταδικάζει την πλεονεξία και αισχροκέρδεια των κληρικών που προέρχεται από τον έντοκο δανεισμό.
Κανόνας ΙΗ΄: Απαγορεύει στους διακόνους να μεταδίδουν και να αγγίζουν τη Θεία Ευχαριστία πριν από τους πρεσβυτέρους, και δεν επιτρέπεται το να κάθονται μεταξύ των πρεσβυτέρων.
Κανόνας Κ΄: Απαγορεύει τη γονυκλισία στη Θεία Λειτουργία της Κυριακής και την ημέρα της Πεντηκοστής.
Επιπρόσθετα καθορίστηκε η κοινή ημέρα εορτασμού του Πάσχα.

Ο ΟΣΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΡΕΙΤΗΣ

 

Τη μνήμη του τιμά σήμερα, , η Εκκλησία μας.
Ο Όσιος Συμεών, έζησε την εποχή του αυτοκράτορα Ιουστίνου Β’ (574 μ.Χ.). Καταγόταν από την Έδεσσα, αλλά γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας.
Όταν ευρίσκετο στην ηλικία των πέντε ετών ένας τρομερός σεισμός κατέστρεψε μεγάλο μέρος της Αντιόχειας. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο πατέρας του Ιωάννης, ο οποίος σκοτώθηκε όταν κατέρρευσε η στέγη του σπιτιού του. Η μητέρα του Μάρθα όμως, διασώθηκε διότι απουσίαζε από την πόλη όπως και ο Συμεών ο οποίος είχε πάει να προσκυνήσει το ναό του Αγίου Στεφάνου. Έκτοτε με φόβο θεού η Μάρθα ανέτρεφε και μεγάλωνε το γιο της.
Σε πολύ νεαρή ηλικία, πλήρης χάριτος και πνεύματος, ο Συμεών μετέβη στη Σελεύκεια, κοντά στο όρος του χωριού Πίλασα, σε κάποιο φημισμένο μοναστήρι όπου μόναζε ένας περίφημος ασκητής, ο Ιωάννης. Κοντά του ο Συμεών μελέτησε συστηματικότερα τις άγιες Γραφές και ασκήθηκε στην προσευχή και την ταπεινοφροσύνη. Γρήγορα έγινε παράδειγμα μίμησης και για τούς άλλους αδελφούς της Μονής.
Όμως ο διάβολος ο οποίος μισεί το καλό και την πνευματική πρόοδο των ανθρώπων έβαλε κάποιο φθονερό συμμοναστή του να τον σκοτώσει με μαχαίρι, αλλά από θαύμα το χέρι του ξεράθηκε επί τόπου. Όμως ο αμνησίκακος Συμεών όχι μόνον δε θύμωσε αλλά και προσευχήθηκε θερμά στον πανσθενουργό Κύριο να θεραπεύσει τον αδελφό του όπως και έγινε.
Αργότερα ο όσιος αποσύρθηκε στο Θαυμαστό Όρος σ’ ένα τόπο όπου υπήρχαν μόνο ξερόλιθοι. Εκεί έζησε σκληρά ασκητική ζωή επί σαράντα πέντε έτη. Εκοιμήθη ειρηνικά και αξιώθηκε της αιωνίου μακαριότητας το 590 μ.Χ., σε ηλικία ογδόντα πέντε ετών.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Όσιος Συμεών αξιώθηκε του χαρίσματος της προοράσεως και της θεραπείας κάθε ασθένειας. Έτσι προανήγγειλε την κοίμηση του διδασκάλου του, την κοίμηση του Αρχιεπισκόπου Εφραίμ (545 μ.Χ.), τους σεισμούς της Αντιόχειας και Κωνσταντινουπόλεως (557 μ.Χ.) και άλλα γεγονότα.
Απολυτίκιο:
Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.
Ως αείφωτος λύχνος δωρεών της ασκήσεως, εν τω Θαυμαστώ Πάτερ Όρει, διαπρέψας ανέλαμψας, και κλίμακα εκ γης, προς ουρανόν, τον στύλόν σου υπέθου αληθώς, Συμεών θαυματοφόρε τοις ευσεβώς, προστρέχουσι τη Μάνδρα σου. Δόξα τω δεδωκότι σου ισχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι διά σού, πάσιν ιάματα.

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

ΝΥΝ ΕΓΝΩΚΑΝ ΟΤΙ ΠΑΝΤΑ ΟΣΑ ΔΕΔΩΚΑΣ ΜΟΙ ΠΑΡΑ ΣΟΥ ΕΣΤΙΝ

 


«Νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν· ὅτι τὰ ῥήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας» (Ιωάν. 17, 7-8).

«Αὐτοὶ τώρα ξέρουν πὼς ὅλα ὅσα μοῦ ἔδωσες προέρχονται ἀπὸ σένα· γιατὶ τὶς διδαχὲς ποὺ μοῦ ἔδωσες, ἐγὼ τὶς ἔδωσα σ’ αὐτούς, κι αὐτοὶ τὶς δέχτηκαν καὶ ἀναγνώρισαν πὼς πραγματικὰ ἀπὸ σένα προέρχομαι, καὶ πίστεψαν πὼς ἐσὺ μὲ ἔστειλες στὸν κόσμο». 

            Λίγο πριν το εκούσιο Πάθος Του ο Κύριός μας προσεύχεται στον κήπο της Γεθσημανή για τους μαθητές Του και για όλους τους ανθρώπους. Αναφέρεται στον Πατέρα του και λέει χαρακτηριστικά ότι πλέον οι μαθητές Του έχουν επίγνωση πως όλα όσα ο Χριστός τους είπε προέρχονται και εκφράζουν τον Πατέρα. Έχουν επίγνωση ότι ο Χριστός είναι Θεός και ότι ήρθε στον κόσμο εκπληρώνοντας το θέλημα του Πατρός. Ήρθε στον κόσμο ως τέλειος Θεός και ως τέλειος άνθρωπος, δύο φύσεις ενωμένες σε ένα Πρόσωπο, για να δώσει στον άνθρωπο την ευκαιρία να κάνει ένα νέο ξεκίνημα στην κλήση του που είναι να γίνει παιδί του Θεού, να μοιάσει τον Θεό ενεργοποιώντας το κατ’ εικόνα, όχι στην πρόσκαιρη αυτοθεωμένη εκδοχή του, αλλά στην αιώνια Θεοκοινωνούμενη νέα πραγματικότητα.

            Πόσο αντιλαμβανόμαστε εμείς, ως τέκνα πνευματικά των μαθητών του Χριστού, αυτήν την κλήση; Πόσο αντιλαμβανόμαστε ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού και ήρθε στον κόσμο απεσταλμένος του Πατρός εν Αγίω Πνεύματι, για να μας δείξει τον τρόπο της υπέρβασης του πρόσκαιρου εαυτού, του βασανιζόμενου από ένα «εγώ», που τα θέλει όλα δικά του και που δεν είναι σε θέση να βρει άλλο νόημα, παρά στρεφόμενο προς τον κόσμο αυτό και τα όσα εκείνος τάζει ή ζητά; Αν το αντιλαμβανόμασταν, θα ήταν η αγάπη το κλειδί της ζωής μας, σε ό,τι κι αν κάναμε. Θα ήταν η Εκκλησία ως τρόπος και κοινότητα η ζωή μας. Θα ήταν η αναζήτηση και βίωση της καλοσύνης, της συγχωρητικότητας, της εμπιστοσύνης στην πρόνοια του Θεού, ακόμα και στους σταυρούς, η ζωή μας. Θα ήταν η πνευματικότητα που θα μας έκανε να βλέπαμε τον πλησίον και τον κόσμο όχι ως πεδίο ανταγωνισμού και εξουσίας, αλλά ως τρόπο συνύπαρξης και συμπόρευσης, με γαληνεμένη καρδιά και ανοιχτή αγκαλιά.

            Πιστεύουμε αρκετά σε έναν Χριστό είτε του Αρείου είτε των Μονοφυσιτών. Έναν Χριστό κτίσμα, ο Οποίος υπάρχει για τα συμφέροντά μας. Έναν Χριστό χωρίς σώμα, χωρίς ανάγκες ανθρώπινες, μόνο Θεό, που είναι μακριά από εμάς και υπάρχει μόνο για να μας δικάζει ή να μας δικαιώνει. Δεν πιστεύουμε σε έναν Χριστό που στέργει στην αδυναμία μας, αλλά περιμένει όμως και τη συνέργειά μας. Κι αυτό φαίνεται από τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τους συνανθρώπους μας, ακόμη κι αν ομνύουμε στη δογματική καθαρότητα.

            Οι θρήσκοι της εποχής μας και κάθε εποχής έχουν ως έγνοια τους τον φόβο μη χάσουν. Όσοι όμως αγαπούν τον Χριστό αληθινά, δεν φοβούνται να χάσουν, για να κερδίσουν διά της αγάπης τον πλησίον τους για χάρη του Θεού. Συγκαταβαίνουν, δίνουν ευκαιρίες, ελπίζουν, αναζητούν την λιγοστή, έστω, ομορφιά στο κακό που βγαίνει προς τα έξω. Δεν ανησυχούν για τον κόσμο και τη ζωή, γιατί ξέρουν πως τον τελευταίο λόγο τον έχει ο Θεός. Και προσεύχονται στον Χριστό της Εκκλησίας, γιατί γνωρίζουν πως η συνάντηση μαζί Του είναι ο προορισμός της ζωής αυτής, αλλά και της αιωνιότητας. Τον κοινωνούν εν τη Εκκλησία και εν τω πλησίον και προσδοκούν ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος.

            Η Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου είναι μία πρόσκληση να ξαναδούμε Ποιος είναι ο Χριστός που πιστεύουμε. Ο Θεάνθρωπος που φανερώνει τον Πατέρα και εν Αγίω Πνεύματι και εν τη Εκκλησία αλλάζει τη ζωή μας ή ο βολικός Θεός που εκπληρώνει επιθυμίες, δικαιώνει και αυτοδικαιώνει και που θα είναι η μεταφυσική μας εγγύηση, χωρίς να μας νοιάζουν οι άλλοι, αρκεί εμείς να σωθούμε; Ας προβληματιστούμε εν τη Εκκλησία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ- «τό ἔργον ἐτελείωσα ὅ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω...»

 


  Κυριακή πρό τῆς Πεν­τηκοστῆς καί ἡ Ἐκκλη­σία μας τιμᾶ σήμερα τούς τριακοσίους δεκα­ο­κτώ θεοφόρους πατέ­ρες τῆς Α´ ἐν Νικαίᾳ Οἰ­κου­μενικῆς Συ­νόδου, τούς πατέρες πού ὑπε­ρα­σπίσθηκαν τό ὁμοού­σιο τοῦ δευτέρου προ­σώ­που τῆς Ἁγίας Τριά­δος, τοῦ Χριστοῦ, ἀπό τίς κακοδοξίες τοῦ Ἀ­ρείου, ὁ ὁποῖος θεωροῦ­σε τόν Υἱό κτίσμα καί ὄχι ἰσότιμο μέ τόν Θεό-Πατέρα.
 Τούς τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία μας, γιατί μέ τούς ἀγῶ­νες, μέ τίς ἀποφάσεις καί μέ τή διδασκαλία τους δό­ξα­σαν τό ὄνομα τοῦ Χρι­στοῦ καί ἀπεκατέ­στη­σαν τήν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων καί τῶν δογ­μάτων. Ἐργά­σθη­καν οἱ θεοφόροι Πατέ­ρες γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκ­κλη­σίας, γιά τήν ἑ­νό­­τη­τα τοῦ μυστικοῦ σώ­­μα­τος τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁ­ποία προσπαθοῦσε νά διασπάσει ὁ Ἄρειος μέ τίς αἱρετικές του δι­δα­σκα­­λίες, καί δόξασαν μέ τό ἔργο τους τόν Θεό.
  Γι᾽ αὐτό καί δικαιολο­γη­μένα ἡ Ἐκκλη­σία μας ὅρισε κατά τή σημε­ρινή Κυριακή νά ἀναγι­νώ­σκεται τό ἀπόσπα­σμα ἐκεῖνο τῆς Ἀρχιε­ρα­­τικῆς προσευ­χῆς τοῦ Κυρίου στό ὁ­ποῖο ὁ Χρι­στός, λίγο πρίν ἀπό τό Πάθος του, κάνει ἕναν ἀπολογισμό τοῦ ἔργου του καί ζητᾶ ἀπό τόν Πατέρα του νά τόν δο­ξά­­σει μέ τήν δό­ξα πού εἶ­χε πρίν ἀκό­μη δημι­ουρ­γηθεῖ ὁ κό­σμος.

 Θίγοντας, λοιπόν, ὁ Χριστός στό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τό θέμα τῆς δικῆς του δόξης, μᾶς δί­δει τήν εὐκαι­ρία νά ἀσχο­ληθοῦμε καί ἐμεῖς γιά λίγο μέ τό θέμα αὐτό πού ἀπα­σχολοῦσε καί ἀπα­σχο­λεῖ πάντοτε τούς ἀνθρώπους.

 Ἀνέκαθεν ὁ ἄνθρωπος ἐπεδίωκε καί ἀποζη­τοῦσε τή δόξα καί τήν ἀναγνώ­ριση τῶν συν­αν­­θρώ­­πων του γιά τά ἔργα καί τά χαρίσματά του. Ξεχνοῦσε ὅμως πάντοτε ὅτι ἡ δόξα τῶν ἀνθρώπων δέν εἶναι μό­νο ἐφήμερη, ὅπως εἶ­ναι καί ἡ ἀνθρώπινη φύ­ση, ἀλλά καί ἐξαιρετικά ἀσταθής, γιατί οἱ ἀπόψεις καί οἱ προτιμήσεις τῶν ἀν­θρώ­­πων μεταβάλ­λον­ται καί ἀλλάζουν ἀνά­λογα μέ τίς συνθῆκες καί τά συμφέροντά τους. Ἔτσι τό νά ἐπι­διώ­­­κει κανείς τή δόξα τῶν ἀνθρώπων εἶναι σχεδόν μάταιος κόπος, διότι καί δύσκολο εἶναι νά τήν ἀποκτήσει καί ἀκόμη δυσκο­λό­τερο νά τή διατηρή­σει.

  Σέ ἀντίθεση ὅμως μέ τήν προσωρινή δόξα πού προσφέ­ρουν οἱ ἄνθρωποι, ὑπάρχει καί ἡ δόξα πού χα­ρίζει ὁ Θεός. Καί ἡ δόξα αὐτή δέν εἶναι μό­νο σταθερή καί μό­νι­μη, ἀλλά συνο­δεύει τόν ἄνθρωπο καί μετά τήν ἀποχώρη­σή του ἀπό τόν κό­σμο καί παραμένει ἀναλ­λοί­­ω­τη καί αἰώνια.
  Αὐτή τή δόξα ἀπή­λαυ­σαν καί ἀπολαμβάνουν μαζί μέ τόν Χριστό οἱ ἀπόστολοι. Αὐτήν ἀπο­λαμ­βάνουν καί οἱ τρια­κό­σιοι δέκα καί ὀκτώ θεοφόροι πατέρες τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνό­δου μαζί μέ ὅλοι τούς ἁγίους καί τούς ὁσίους τῆς Ἐκκλησίας μας. Αὐ­τή τή δόξα ἔχουμε τή δυ­νατότητα νά κερδί­σου­με καί ἐμεῖς, ἀδελ­φοί μου, ὑπό μία καί μό­νη προϋπόθεση.

Καί τήν προϋπόθεση αὐτή μᾶς τήν ἀποκαλύ­πτει ὁ Χριστός στό ση­μερινό εὐαγγελικό ἀνά­γνω­σμα, ὅταν ζητᾶ ἀπό τόν Πατέρα του νά τοῦ δώσει τή δόξα πού εἶχε. Τί τοῦ λέγει; «τό ἔργον ἐτελείωσα ὅ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· καί νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ».

Νά, λοιπόν, ποιά εἶναι ἡ προϋπόθεση καί γιά μᾶς. Νά κάνουμε στή ζωή μας τό ἔργο πού μᾶς ἀνέθεσε ὁ Θεός. Στόν καθένα μας ἔχει ἀνα­θέσει ὁ Θεός ἕνα ἔρ­γο, πού στή βά­­ση του εἶναι κοινό γιά ὅλους μας, εἶναι κοι­νό γιά ὅλους τούς πιστούς. Καί αὐτό εἶναι νά ζοῦμε σύμφωνα μέ τό θέλημα καί τίς ἐν­το­λές Του, γιατί τηρώντας τίς ἐντολές του ὄχι μό­νο ἀποδεικνύουμε τήν ἀγάπη μας στόν Θεό ἀλ­λά καί γινόμαστε ἀφορμή νά δοξάζεται ὁ Θεός. Καί ὅποιος δο­ξάζει τόν Θεό, αὐτός δο­ξάζεται ἀπό τόν Θεό πού ὑπό­σχε­­­ται στήν Πα­­λαιά Δια­­­θήκη ὅτι «τούς δο­ξά­­ζον­τάς με ἀντιδο­ξά­σω».

Ἄς ἀγωνιζόμαστε, λοιπόν, νά ζοῦμε σύμ­φωνα μέ τίς ἐντο­λές τοῦ Θεοῦ καί νά τόν δοξά­ζου­με μέ τά καλά μας ἔργα, ὥστε νά ἀξιωθοῦμε καί ἐμεῖς τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ μαζί μέ τούς ἁγίους Πατέρες τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ὅλους τούς ἁγίους αἰωνίως.
Μητροπολίτης Βεροίας κ. Παντελεήμων

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 24/05/2026-ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ ΙΖ' 1-1


 



Πρωτότυπο Κείμενο 

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἐπάρας ὁ Ἰησοῦς τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν, εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε, καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν. Ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. Σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. Νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν· ὅτι τὰ ρήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. Ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. Καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. Ὅτε ἤμην μετ’ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. Νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς.

Νεοελληνική Απόδοση 

Εκείνο τον καιρό, ο Ιησούς αφού σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό, είπε: «Πατέρα, έφτασε η ώρα· φανέρωσε τη δόξα του Υιού σου, ώστε κι ο Υιός σου να φανερώσει τη δική σου δόξα. Εσύ του έδωσες εξουσία πάνω σε όλους τους ανθρώπους· έτσι κι αυτός θα δώσει την αιώνια ζωή σε όλους αυτούς που του εμπιστεύτηκες. Και να ποια είναι η αιώνια ζωή: Ν’ αναγνωρίζουν οι άνθρωποι εσένα ως τον μόνο αληθινό Θεό, καθώς κι εκείνον που έστειλες, τον Ιησού Χριστό. Εγώ φανέρωσα τη δόξα σου πάνω στη γη, αφού ολοκλήρωσα το έργο που μου ανέθεσες να κάνω. Τώρα λοιπόν εσύ, Πατέρα, δόξασέ με κοντά σ’ εσένα με τη δόξα που είχα κοντά σου προτού να γίνει ο κόσμος. Εγώ σε έκανα γνωστό στους ανθρώπους που τους πήρες μέσα από τον κόσμο και μου τους εμπιστεύτηκες. Ανήκαν σ’ εσένα, κι εσύ τους έδωσες σ’ εμένα, κι έχουν δεχτεί τον λόγο σου. Αυτοί τώρα ξέρουν πως όλα όσα μου έδωσες προέρχονται από σένα· γιατί τις διδαχές που μου έδωσες, εγώ τις έδωσα σ’ αυτούς, κι αυτοί τις δέχτηκαν και αναγνώρισαν πως πραγματικά από σένα προέρχομαι, και πίστεψαν πως εσύ με έστειλες στον κόσμο. Εγώ γι’ αυτούς παρακαλώ. Δεν παρακαλώ για τον κόσμο, αλλά γι’ αυτούς που μου έδωσες, γιατί ανήκουν σ’ εσένα. Κι όλα όσα είναι δικά μου είναι και δικά σου, και τα δικά σου είναι και δικά μου, και δι’ αυτών θα φανερωθεί η δόξα μου. Τώρα δεν είμαι πια μέσα στον κόσμο ενώ αυτοί μένουν μέσα στον κόσμο, κι εγώ έρχομαι σ’ εσένα. Άγιε Πατέρα , διατήρησέ τους στην πίστη με τη δύναμη του ονόματός σου που μου χάρισες, για να μείνουν ενωμένοι όπως εμείς. Όταν ήμουν μαζί τους στον κόσμο, εγώ τους διατηρούσα στην πίστη με τη δύναμη του ονόματός σου. Αυτούς που μου έδωσες τους φύλαξα, και κανένας απ’ αυτούς δεν χάθηκε παρά μόνο ο άνθρωπος της απώλειας, για να εκπληρωθούν τα λόγια της Γραφής. Τώρα όμως εγώ έρχομαι σ’ εσένα, και τα λέω αυτά όσο είμαι ακόμα στον κόσμο, ώστε να έχουν τη δική μου τη χαρά μέσα τους σ’ όλη την πληρότητά της».

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 24/05/2026-ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ Κ' 16-18

  



Πρωτ. Ανδρέα Παπαμιχαήλ

Πρωτότυπο Κείμενο

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἔκρινε γὰρ ὁ Παῦλος παραπλεῦσαι τὴν Ἔφεσον, ὅπως μὴ γένηται αὐτῷ χρονοτριβῆσαι ἐν τῇ Ἀσίᾳ· ἔσπευδε γάρ, εἰ δυνατὸν ἦν αὐτῷ, τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς γενέσθαι εἰς Ἱεροσόλυμα. Ἀπὸ δὲ τῆς Μιλήτου πέμψας εἰς Ἔφεσον μετεκαλέσατο τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας. Ὡς δὲ παρεγένοντο πρὸς αὐτόν, εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς ἐπίστασθε,ἀπὸ πρώτης ἡμέρας ἀφ᾿ ἧς ἐπέβην εἰς τὴν Ἀσίαν, πῶς μεθ᾿ ὑμῶν τὸν πάντα χρόνον ἐγενόμην. Προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος. Ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου· καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν. Διὸ γρηγορεῖτε, μνημονεύοντες ὅτι τριετίαν νύκτα καὶ ἡμέραν οὐκ ἐπαυσάμην μετὰ δακρύων νουθετῶν ἕνα ἕκαστον. Καὶ τὰ νῦν παρατίθεμαι ὑμᾶς, ἀδελφοί, τῷ Θεῷ καὶ τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ τῷ δυναμένῳ ἐποικοδομῆσαι καὶ δοῦναι ὑμῖν κληρονομίαν ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πᾶσιν. Ἀργυρίου ἢ χρυσίου ἢ ἱματισμοῦ οὐδενὸς ἐπεθύμησα· αὐτοὶ γινώσκετε ὅτι ταῖς χρείαις μου καὶ τοῖς οὖσι μετ᾿ ἐμοῦ ὑπηρέτησαν αἱ χεῖρες αὗται. Πάντα ὑπέδειξα ὑμῖν ὅτι οὕτω κοπιῶντας δεῖ ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ἀσθενούντων, μνημονεύειν τε τῶν λόγων τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὅτι αὐτὸς εἶπε· μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἢ λαμβάνειν. Καὶ ταῦτα εἰπών, θεὶς τὰ γόνατα αὐτοῦ σὺν πᾶσιν αὐτοῖς προσηύξατο.

Νεοελληνική Απόδοση 

Εκείνες τις ημέρες, ο Παύλος αποφάσισε να παρακάμψει την Έφεσο, για να μην χρονοτριβήσει στην επαρχία της Ασίας· βιαζόταν να είναι στα Ιεροσόλυμα, αν του ήταν δυνατό, την ημέρα της Πεντηκοστής. Από τη Μίλητο ο Παύλος έστειλε στην Έφεσο και κάλεσε τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας. Όταν ήρθαν και τον συνάντησαν τους είπε: «Εσείς οι ίδιοι ξέρετε πως συμπεριφέρθηκα απέναντί σας όλον τον καιρό, από την πρώτη μέρα που πάτησα το πόδι μου στην επαρχία της Ασίας. Προσέχετε, λοιπόν, τον εαυτό σας και όλο το ποίμνιο, στο οποίο το Πνεύμα το Άγιο σας έθεσε επισκόπους για να ποιμαίνετε την εκκλησία του Κυρίου και Θεού, που την έκανε δική του με το αίμα του. Εγώ το ξέρω ότι μετά την αναχώρησή μου θα εισβάλουν σ’ εσάς λύκοι άγριοι, που δε θα λυπηθούν το ποίμνιο. Ακόμα και από ανάμεσά σας θα βγουν πρόσωπα που θα διδάσκουν πλάνες για να παρασύρουν τους πιστούς με το μέρος τους. Γι’ αυτό να αγρυπνείτε, και να θυμάστε ότι τρία χρόνια συνέχεια δεν έπαψα νύχτα και μέρα να νουθετώ με δάκρυα τον καθένα σας. Τώρα, αδελφοί, σας εμπιστεύομαι στο Θεό και στο κήρυγμα που σας αποκάλυψε η χάρη του. Αυτός μπορεί να σας κάνει ώριμους στην πίστη και να σας δώσει την επουράνια ζωή μαζί με όλους όσοι είναι δικοί του. Ασήμι ή χρυσάφι ή ιματισμό από κανέναν δε ζήτησα. Εσείς οι ίδιοι ξέρετε ότι για τις ανάγκες τις δικές μου και των συνοδών μου δούλεψαν αυτά εδώ τα χέρια. Με κάθε τρόπο σας έδωσα το παράδειγμα, ότι πρέπει να εργάζεστε έτσι σκληρά, για να μπορείτε να βοηθάτε αυτούς που έχουν ανάγκη. Να θυμάστε τα λόγια του Κυρίου μας Ιησού, που είπε: «καλύτερο είναι να δίνεις παρά να παίρνεις». Αφού είπε αυτά τα λόγια, γονάτισε αυτός κι όλοι εκείνοι και προσευχήθηκε.

Να μη ζητάς να φαίνεσαι ανώτερος των κακών ανθρώπων, αλλά να λυπάσαι όταν γίνεσαι κατώτερος των καλών.

 

Να μη ζητάς να φαίνεσαι ανώτερος των κακών ανθρώπων, αλλά να λυπάσαι όταν γίνεσαι κατώτερος των καλών.

Αγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Ο ΟΣΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΥΝΑΔΩΝ

 
Τη μνήμη του Οσίου Μιχαήλ, του Επισκόπου Συνάδων και Ομολογητού τιμά σήμερα, , η Εκκλησία μας. Ο Όσιος Μιχαήλ, έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Λέοντα του Αρμένιου και καταγόταν από πλούσια και αρχοντική οικογένεια, από τα Σύναδα της Φρυγίας. Σπούδασε με ζήλο τα ιερά γράμματα και στη συνέχεια έφθασε στην Κωνσταντινούπολη για να συνεχίσει τις σπουδές του.
 Εκεί συνδέθηκε με ένα φημισμένο πνευματικό άνθρωπο το Θεοφύλακτο, και αποφάσισαν να αφοσιωθούν στην άσκηση της σάρκας και τη μελέτη των Θείων Γραφών.
Αποσύρθηκαν σε κάποιο μοναστήρι στον Εύξεινο Πόντο το οποίο είχε ιδρύσει ο Πατριάρχης Ταράσιος, ο οποίος φωτισθείς από το Άγιο Πνεύμα, τους υποδέχθηκε εγκάρδια και πολύ γρήγορα τους χειροτόνησε πρεσβυτέρους.
Στη συνέχεια, ο μεν Θεοφύλακτος εξελέγη επίσκοπος Νικομήδειας, ο δε Μιχαήλ επίσκοπος Συνάδων.
Από τη θέση του Επισκόπου ο Μιχαήλ έλαμψε πνευματικά. Δυναμικός μαχητής της πίστης, δίδασκε καθημερινά το λόγο του Θεού, κήρυττε, νουθετούσε και βοηθούσε δυναμικά τους πτωχούς, τους πάσχοντες και τους αδυνάτους. Διακρίθηκε επίσης για την προσήλωσή του στα ορθόδοξα δόγματα και την σφοδρή καταπολέμηση των αιρετικών διδασκαλιών.
Όταν ο αυτοκράτορας Λέων ο Αρμένιος, κήρυξε διωγμό εναντίον όσων υπερασπιζόταν τις ιερές εικόνες, ο Μιχαήλ με γενναιότητα αντιτάχθηκε στη προκλητική αυτή ενέργεια του αυτοκράτορα. Εξοργισμένος ο Λέων έδωσε εντολή να φυλακισθεί σε ένα φρούριο, το οποίο ονομαζόταν Ευδοκιάς.
Ο Όσιος όμως συνέχιζε να διακηρύσσει την αλήθεια με αντίτιμο συνεχείς εξορίες κακουχίες και στερήσεις για να καταλήξει σε κάποια ανθυγιεινή περιοχή όπου από τις ταλαιπωρίες παρέδωσε την αγία ψυχή του ως καλός στρατιώτης Ιησού Χριστού.
Την κάρα του Αγίου Μιχαήλ αποθησαυρίζει η Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας στο Άγιον Όρος, που της παραχωρήθηκε με χρυσόβουλο από τους βασιλείς Βασίλειο και Κωνσταντίνο.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Θεώ αναθεμένος, την σην ζωήν εκ παιδός, ποιμήν ανηγόρευσαι, και Ιεράρχης σεπτός, Χριστού ιερώτατε, όθεν τον του Δεσπότου, χαρακτήρα τιμήσας, θλίψεις εν εξορίαις, Μιχαήλ καθυπέστης και νυν αναπηγάζεις ημίν, ρείθρα ιάσεων.

Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

ΑΔΥΝΑΜΕΣ ΨΥΧΕΣ

 

                Ο κόσμος μας δείχνει ότι, αφήνοντας στην άκρη τον Θεό και την πίστη, έχει δημιουργήσει τη δυνατότητα ο άνθρωπος να μπορεί να στηριχτεί αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις, στα επιτεύγματά του, στην ανάλυση και στις προτάσεις των επιστημών ψυχικής υγείας, στην αποδοχή ότι είναι εφικτές η θετική ενέργεια και η ισορροπία στη ζωή χωρίς να χρειάζεται να επενδύσουμε στο μεταφυσικό. Κι όμως! Διαπιστώνουμε πολλούς, και νέους και μεγάλους, που οι ψυχές τους είναι αδύναμες. Μπορεί να λειτουργούν όλα στη ζωή σχετικά ή και πολύ καλά. Να είναι όλα ρυθμισμένα και τακτοποιημένα. Όταν έρχεται όμως μια ματαίωση, κάποτε και ο φόβος ότι αυτή είναι πιθανόν να συμβεί στο άμεσο ή στο απώτερο μέλλον, τότε ο άνθρωπος νιώθει το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του, αγχώνεται, αδυνατεί να διαχειριστεί τον λογισμό του και, συχνά, καταρρέει. Παραιτείται έτσι κι από την ίδια τη ζωή, ρίχνοντας την ψυχή του σε κατάθλιψη και αβεβαιότητα, ενώ μια μόνιμη γκρίνια τον διακατέχει.

Οι ειδικοί σήμερα κάνουν έντονα λόγο για την ανάγκη της ψυχικής ανθεκτικότητας. Να αντέξει ο άνθρωπος τις δυσκολίες, πραγματικές ή πιθανές, να προσαρμοστεί, να επανακάμψει στις ήττες του είναι το μότο των καιρών μας. Θέλει κόπο αυτός ο δρόμος. Θέλει αυτογνωσία και πίστη. Θέλει στήριξη από το περιβάλλον, το οποίο, συχνά, δεν κατανοεί τι συμβαίνει, αφού ούτε και ο άνθρωπος που κλονίζεται δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τις ρίζες των προβλημάτων του, γιατί επενδύει σε στόχους που δεν είναι βέβαιο ότι τον εκφράζουν αληθινά, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει φιλοδοξίες ή τους γύρω του. Κυρίως όμως θέλει ταυτότητα κατακτημένη και όχι διαμορφωμένη από τον έξω κόσμο, από τον πολιτισμό και το περιβάλλον, τις επιδράσεις του μεταμοντέρνου τρόπου ζωής, που μας κάνει να θεωρούμε ευτυχισμένο μόνο τον  κατά τον κόσμο επιτυχημένο, κυρίως αυτόν που έχει χρήματα και αναγνώριση, ακόμη κι αν η συνείδησή του δεν είναι αναπαυμένη.

Μία από τις κρίσεις που ο άνθρωπος αντιμετωπίζει η επαγγελματική εξουθένωση, το burn out, που είναι, κυρίως, ψυχική εξουθένωση. Είναι η ανάγκη του ανθρώπου να κρατήσει την εργασία, την αμοιβή, την καταξίωση, κάνοντας όλο και περισσότερα, χωρίς να σκέπτεται ότι έχει ανάγκη να έχει μέτρο και όρια, αλλά και αισθανόμενος   μια βαθιά ψυχολογική πίεση από τον ανταγωνισμό των καιρών μας. Το ίδιο συμβαίνει και με τους μαθητές που δίνουν εξετάσεις για τα πανεπιστήμια. Νιώθουν το άγχος μπροστά στον φόβο της αποτυχίας, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να διαχειριστούν ούτε τον κόπο ούτε την πιθανότητα της ήττας, που όμως δεν είναι το τέλος.

Αδύναμες ψυχές βρίσκουμε στους καιρούς μας. Νικημένες από τη δύναμη του χρόνου, που μοιάζει να μας κάνει να  θέλουμε την ικανοποίηση των επιθυμιών μας χωρίς ρίσκο, κάποτε και με λιγότερο κόπο. Νικημένες από την απουσία στηριγμάτων όπως η πίστη στον Θεό και στην πρόνοιά Του, η υπομονή και η επιμονή, η απόφαση να μην είναι ό,τι μας προβάλλεται ως ανάγκη ή δρόμος η επιλογή μας, αλλά αυτό που αληθινά μας ταιριάζει. Νικημένες κάποτε και από την αδυναμία της οικογένειας να συζητήσει και να στηρίξει, αλλά και από έναν κόσμο που παραπλανά για το νόημα της ζωής, γεμίζοντας απογοήτευση αυτόν που μοιάζει ηττημένος.

Ψυχική ανθεκτικότητα έχει αυτός που πιστεύει. Αυτός που ζει τον Θεό, παλεύει να μοιραστεί την αγάπη, να νικήσει το πάθος της δόξας για τη δόξα,  να κρατήσει τη φλόγα της Ανάστασης ζωντανή.  Αυτός νιώθει ότι κάθε τέλος είναι και μια νέα αρχή. Γιατί δεν είναι μόνος του.  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Παραμερίζοντας κάθε μορφή υποκρισίας


Γέροντα Τρύφωνα τοῦ Βάσον

     Εἶναι πολύ εὔκολο νά λατρεύουμε τόν Θεό μέ ὅλη μας τήν εὐλάβεια καί ὅλους τούς τύπους τήν ὥρα πού εἴμαστε στόν ναό, κι ὡστόσο νά μήν κάνουμε καμιά προσπάθεια νά ζοῦμε ὡς χριστιανοί τίς ὑπόλοιπες μέρες τῆς Ἑβδομάδος. Ἄν κακομεταχειριζόμαστε τή γυναίκα μας, ἄν εἴμαστε τραχεῖς πρός τό συνεργάτη μας ἤ θυμώδεις μέ τόν γείτονά μας, ὅλη ἡ εὐλάβεια καί λειτουργική τυπικότητα τῆς Κυριακῆς χάνει τήν ἀξία της.

Ο ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΙΣΚΟΣ

 

 

Τη μνήμη του Αγίου Βασιλίσκου τιμά σήμερα, , η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Βασιλίσκος, ανιψιός του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Τήρωνος, καταγόταν από το χωριό Χουμιαλά της Αμασείας και μαρτύρησε διά ξίφους επί Μαξιμιανού (285 – 305 μ.Χ.) και άρχοντος Αγρίππα.
 Συνελήφθη από τον ηγεμόνα της Καππαδοκίας Ασκληπιάδη (ή Ασκληπιόδοτο) με τους στρατιώτες του Ευτρόπιο και Κλεόνικο, οι οποίοι, επειδή αρνήθηκαν να θυσιάσουν στα είδωλα, τελειώθηκαν διά μαρτυρικού θανάτου. Ο Άγιος Βασιλίσκος ρίχθηκε στη φυλακή από τους ειδωλολάτρες με την ελπίδα ότι, με την πάροδο του χρόνου και από τις στερήσεις και κακοπαθήσεις, θα αρνιόταν τον Χριστό, οπότε ο αντίκτυπος από την πράξη του αυτή θα ήταν μέγας μεταξύ των Χριστιανών. Αυτός όμως είχε λάβει την αμετάτρεπτη απόφαση να πεθάνει ως Χριστιανός, έχοντας ως φωτεινό παράδειγμα τον Μεγαλομάρτυρα θείο του, ο οποίος παρέμεινε σταθερός στην ομολογία του, αφού απέκρουσε όλες τις υποσχέσεις και τις απειλές.
Μία ημέρα ο Άγιος πέτυχε, χάρη στην εύνοια των στρατιωτών που τον φύλαγαν, να μεταβεί στον οίκο του, να παρηγορήσει τους γονείς και αδελφούς του και να τους συστήσει εμμονή στη Χριστιανική πίστη.
Όταν πληροφορήθηκε τούτο ο ηγεμόνας Αγρίππας διέταξε να του φορέσουν σιδερένια υποδήματα που έφεραν εσωτερικά καρφιά και να τον οδηγήσουν ενώπιόν του στα Κόμανα. Ερχόμενος προς τον ηγεμόνα, όταν έφθασαν στο χωριό των Δακών, οι στρατιώτες που τον συνόδευαν τον έδεσαν σε ξερό πλάτανο, για να γευματίσουν. Τότε ο Βασιλίσκος, διά της προσευχής του, πέτυχε να αναβλαστήσει ο πλάτανος και από την ρίζα του να αναβλύσει μικρή πηγή. Αφού είδαν το θαύμα αυτό οι στρατιώτες, θαύμασαν και πίστεψαν στον Χριστό.
Όταν έφθασε στα Κόμανα, προσήχθη ενώπιον του Αγρίππα, ο οποίος οδήγησε τον Βασιλίσκο στον ειδωλολατρικό ναό, ελπίζοντας ότι το επίσημο περιβάλλον θα τον ωθούσε να θυσιάσει στα είδωλα. Ο Βασιλίσκος όμως με θερμή προσευχή πέτυχε την πτώση και συντριβή των ειδώλων. Τότε ο Αγρίππας διέταξε να αποκεφαλισθεί και τα ιερά λείψανά του να ριχθούν στον ποταμό.
Χριστιανοί των Κομάνων ανέσυραν το τίμιο σκήνωμα κρυφά και το ενταφίασαν με ευλάβεια. Αργότερα, από τον ευσεβέστατο άρχοντα των Κομάνων Μαρίνο ανοικοδομήθηκε ναός προς τιμήν του Μάρτυρος, στον οποίο κατετέθησαν και τα ιερά αυτού λείψανα.
Η μνήμη του Αγίου Βασιλίσκου επαναλαμβάνεται στις 3 Μαρτίου.
Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.
Ως βασίλειον δώρον και θύμα άγιον, τω Βασιλεί των αιώνων και αθλοθέτη Θεώ, δι’ αθλήσεως στερράς προσήχθης ένδοξε· συ γαρ την πλάνην καθελών, στρατιώτης ευκλεής, πανεύφημε Βασιλίσκε, της αληθείας εδείχθης, Χριστώ πρεσβεύων υπέρ πάντων ημών.

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

..αφού Αναλήφθηκε...μαρτυρεί σε όλους ότι αυτός είναι ο Θεός που εξουσιάζει τα πάντα...

 


Η μεγαλύτερη ευτυχία


Τι είναι η βασιλεία του Θεού; Το να συγχωρούμε ο ένας τον άλλον, όπως συγχωρεί ο Θεός κι εμάς. Το να αγαπάμε ο ένας τον άλλον, όπως αγαπά κι εμάς ο Θεός. Όταν έχουμε μέσα μας την Αγάπη, τι μεγαλύτερη ευτυχία μπορεί να υπάρξει;

Σχόλιο στην Ανάληψη του Κυρίου

 Ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου (Gillet Lev Fr. (1893- 1980)) | Διακόνημα

Εάν έχουμε ζήσει τη χαρά της Πασχαλινής περιόδου, είναι σπάνιο να μην νιώσουμε ένα σφίξιμο στην καρδιά, όταν έρχεται η μέρα της Αναλήψεως. Ξέρουμε πολύ καλά ότι είναι μία από τις μεναλύτερες γιορτές της Χριστιανοσύνης. Κι όμως , μας φαίνεται σαν αναχώρηση, σαν χωρισμός, ότι ο Κύριός μας δεν είναι πια παρών με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Οι μαθητές δεν αντέδρασαν έτσι. Θα μπορούσε n λύπη να τους έχει καταβάλει, αυτοί όμως αντιθέτως» υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ μετά χαράς μεγάλnς»(Λουκ. 24:36-53). Γ ιατί n Ανάληψη χαροποιεί τους χριστιανούς ;

Καταρχάς, διότι n δόξα του Κυρίου μας είναι πολύτιμη για μας. Η Ανάληψη επιστέφει την επίγεια αποστολή Του. Ολοκλήρωσε το έργο που Του ανάθεσε ο Πατήρ, και προς Αυτόν τείνει τώρα με όλο το είναι Του. Σε λίγο ο Πατέρας θα Τον υποδεχθεί, όπως αρμόζει στη νίκη που κέρδισε κατά της αμαρτίας και του θανάτου, μια νίκη που κατακτήθηκε με τόσο πόνο. Σε λίγο θα δοξαστεί στον ουρανό. Η δόξα και η επιθυμία του Κυρίου μας πρέπει να είναι σημαντικότερες για μας από την «αισθητή παρηγοριάς» που αντλούμε από την παρουσία Του. Ας μάθουμε να αγαπούμε τόσο τον Κύριό μας, ώστε να χαιρόμαστε με τη δική Του χαρά.

Στη συνέχεια, η Ανάληψη σηματοδοτεί το γενονός ότι ο Πατήρ αποδέχεται όλο το λυτρωτικό έργο του Υιού. Η Ανάσταση ήταν το πρώτο εκτυφλωτικό σημείο αυτής της αποδοχής. Η Πεντηκοστή θα είναι το τελικό. Η νεφέλη που σήμερα περιβάλλει τον Ιησού και ανεβαίνει μαζί Του στον ουρανό αντιπροσωπεύει τον καπνό του ολοκαυτώματος που ανεβαίνει από το θυσιαστήριο προς τον Θεό. Η θυσια έγινε δεκτή. Ο Πατήρ υποδέχεται το Θύμα, όπου κοντά Του θα συνεχίσει να προσφέρει αιωνίως τη θυσία Του. Το έργο της σωτηρίας μας ολοκληρώθηκε.

Ο Ιησούς δεν επιστρέφει μόνος στον Πατέρα. Είναι ο ασώματος Λόγος που κατέβηκε και έζησε μετά των ανθρώπων. Σήμερα είναι ο Λόγος που εγένετο Σαρξ, αληθινός Θεός και τέλειος άνθρωπος, που εισέρχεται στη βασιλεία των Ουρανών. Φέρνει μαζί Του την ανθρώπινη φύση την οποία είχε ενδυθεί. Ανοίγει τις πύλες της Βασιλείας για την ανθρωπότητα . Κατακτούμε « μέσω πληρεξουσίου» τα επουράνια αγαθά: «Όντας nμάς νεκρούς τοις παραπτώμασι … συνήγειρε και συνεκάθισεν εν τοίs έπουρανίοις εν Χριστώ ‘Ιησού» . Εάν είμαστε πιστοί, προόρισε για μας θεση στη Βασιλεία. Η παρουσία μας εκεί είναι αυτό που επιθυμεί και περιμένει.

Η Ανάληψη καθιστά για μας τη σκέψη του ουρανού περισσότερο παρούσα και επίκαιρη. Σκεπτόμαστε άραγε αρκετά τη μόνιμη κατοικία μας; Για τους περισσότερους χριστιανούς, η ουράνια ζωή είναι κάτι σαν συμπλήρωμα της επίγειας. Κάτι σαν υστερόγραφο, σαν το παράρτημα ενός βιβλίου, του οποίου το κυρίως κείμενο έχει γραφτεί στη γη. Το αντίθετο όμως είναι το αληθινό. Η επίγεια ζωή, μας δεν είναι παρά ο πρόλογος του βιβλίου. Η ζωή στον ουρανό θα είναι το κείμενο, και το κείμενο δεν θα έχει τέλος. Για να χρησιμοποιήσουμε μια άλλη εικόνα, η γήινη ζωή μας είναι μια σήραγγα-στενή, σκοτεινή και πολύ σύντομη- που οδηγεί σ΄ένα υπέροχο και ηλιόλουστο τοπίο. Σκεπτόμαστε πάρα πολύ αυτό που είναι η ζωή μαs τώρα . Δεν σκεπτόμαστε αρκετά αυτό που θα είναι στο μέλλον : « Α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε… α ητοίμασεν ο Θεος τοις αγαπώσιν Αυτόν» . Στον ‘Ορθρο τns σημερινής εορτής ψάλλουμε: «Αγγελικώs οι έν κόσμω πανηνυρίσωμεν…». Πράγμα που σημαίνει, ας σκεπτόμαστε περισσότερο τουs αγγέλουs, ας προσπαθήσουμε να εισέλθουμε στα δικά τους αισθήματα, να γευθούμε κάτι από αυτά που γεύθηκαν αυτοί, όταν ο Υιός επέστρεψε εν δεξιά του Πατρός. Aς μεταφερθούμε πρώτα-πρώτα κοντά στην Υπεραγία Θεοτόκο και τουs αγίους, που θα είναι οι αληθινοί συμπολίτες μας: «Το πολίτευμα ημών εν ουρανοίς ύπάρχει , εξ ου και απεκδεχόμεθα σωτήρα Κύριον Ιησού Χριστόν ». Η ζωή μας θα μεταμορφωνόταν, εάν, ήδη από τώρα, ρίχναμε την καρδιά μας στην αντίπερα όχθη, πέρα από αυτόν τον κόσμο, στη Βασιλεία, όπου βρίσκονται όχι μόνον τα αληθινά αγαθά μας, αλλά και τα αγαθά όλων εκείνων που αγαπούμε .

Οι μαθητές, αφού αποχωρίστηκαν τον Ιησού, παρέμεναν πλήρειs ελπίδας, διότι ήξεραν ότι θα τουs εδίδετο το Πνεύμα. Τους παρήγγειλε «άπο Ιεροσολύμων μη χωρίζεσθαι, αλλά περιμένειν την επαγγελίαν του πατρός…». Η νεφέλη περιβάλλει τον Ιησού ,αλλά δεν έχει πάρει ακόμη το χρώμα της φλόγας της Πεντηκοστής Ο Ιησούς φεύγοντας μας σταθεροποιεί σε μια στάση, όχι λύπης αλλά χαρούμενης και γεμάτης εμπιστοσύνη προσμονής .

«Και εγένετο εν τω ευλογείν αύτον αυτούς διέστη απ’ αυτών και άνεφερετο εις τον ούρανόν. Και αυτοί προσκυνήσαντες αυτόν επέστρεψαν εις Ιερoυσαλήμ μετά χαράς μεγάλης.» Να τι θα έπρεπε να είναι για μας η γιορτή της Αναλήψεως. Εάν ο Ιησούs απομακρύνεται ευλογώντας, κι αν εμείς Τον προσκυνούμε γονατιστοί ενώ ανεβαίνει, θα σηκωθούμε γεμάτοι με καινούργια δύναμη-καρπό της ευλογίας και της προσκύνησης- και θα επιστρέψουμε, όπως οι απόστολοι, «μετά χαράς μεγάλης».

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗ

   

Τη μνήμη των τιμά σήμερα, , η Εκκλησία μας. Ως γενέτειρα πόλη του Μεγάλου Κωνσταντίνου αναφέρεται τόσο η Ταρσός της Κιλικίας όσο και το Δρέπανο της Βιθυνίας.

Ωστόσο η άποψη που επικρατεί φέρει τον Μέγα Κωνσταντίνο να έχει γεννηθεί στη Ναϊσό της Άνω Μοισίας (σημερινή Νις της Σερβίας). Το ακριβές έτος της γεννήσεώς του δεν είναι γνωστό, θεωρείται όμως ότι γεννήθηκε μεταξύ των ετών 272-288 μ.Χ.
Πατέρας του ήταν ο Κωνστάντιος, που λόγω της χλωμότητος του προσώπου του ονομάσθηκε Χλωρός, και ήταν συγγενής του αυτοκράτορα Κλαυδίου.
Μητέρα του ήταν η Αγία Ελένη, θυγατέρα ενός πανδοχέως από το Δρέπανο της Βιθυνίας.
Το 305 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος ευρίσκεται στην αυλή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού στη Νικομήδεια με το αξίωμα του χιλίαρχου. Το ίδιο έτος οι δύο Αύγουστοι, Διοκλητιανός και Μαξιμιανός, παραιτούνται από τα αξιώματά τους και αποσύρονται. στο ύπατο αξίωμα του Αυγούστου προάγονται ο Κωνστάντιος ο Χλωρός στη Δύση και ο Γαλέριος στην Ανατολή.
Ο Κωνστάντιος ο Χλωρός πέθανε στις 25 Ιουλίου 306 μ.Χ. και ο στρατός ανακήρυξε Αύγουστο τον Μέγα Κωνσταντίνο, κάτι όμως που δεν αποδέχθηκε ο Γαλέριος. Μετά από μια σειρά διαφόρων ιστορικών γεγονότων ο Μέγας Κωνσταντίνος συγκρούεται με τον Μαξέντιο, υιό του Μαξιμιανού, ο οποίος πλεονεκτούσε στρατηγικά, επειδή διέθετε τετραπλάσιο στράτευμα και ο στρατός του Κωνσταντίνου ήταν ήδη καταπονημένος.
Από την πλευρά του ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε κάθε λόγο να αισθάνεται συγκρατημένος. δεν είχε καμία άλλη επιλογή εκτός από την επίκληση της δυνάμεως του Θεού. Ήθελε να προσευχηθεί, να ζητήσει βοήθεια, αλλά καθώς διηγείται ο ιστορικός Ευσέβιος, δεν ήξερε σε ποιόν Θεό να απευθυνθεί. Τότε έφερε νοερά στη σκέψη του όλους αυτούς που μαζί τους συνδιοικούσε την αυτοκρατορία.
Όλοι τους, εκτός από τον πατέρα του, πίστευαν σε πολλούς θεούς και όλοι τους είχαν τραγικό τέλος. Άρχισε, λοιπόν, να προσεύχεται στον Θεό, υψώνοντας το δεξί του χέρι και ικετεύοντάς Τον να του αποκαλυφθεί. Ενώ προσευχόταν, διαγράφεται στον ουρανό μία πρωτόγνωρη θεοσημία. Περί τις μεσημβρινές ώρες του ηλίου, κατά το δειλινό δηλαδή, είδε στον ουρανό το τρόπαιο του Σταυρού, που έγραφε «τούτω νίκα».
Και ενώ προσπαθούσε να κατανοήσει τη σημασία αυτού του μυστηριακού θεάματος, τον κατέλαβε η νύχτα. Τότε εμφανίζεται ο Κύριος στον ύπνο του μαζί με το σύμβολο του Σταυρού και τον προέτρεψε να κατασκευάσει απομίμηση αυτού και να το χρησιμοποιεί ως φυλακτήριο πιο πολέμους.
Έχοντας ως σημαία του το Χριστιανικό λάβαρο, αρχίζει να προελαύνει προς την Ρώμη εκμηδενίζοντας κάθε αντίσταση.
Όταν φθάνει στη Ρώμη ενδιαφέρεται για τους Χριστιανούς της πόλεως. Όμως το ενδιαφέρον του δεν περιορίζεται μόνο σε αυτούς. Πολύ σύντομα πληροφορείται για την πενιχρή κατάσταση της Εκκλησίας της Αφρικής και ενισχύει από το δημόσιο ταμείο τα έργα διακονίας αυτής.
Το Φεβρουάριο του 313 μ.Χ., στα Μεδιόλανα, όπου γίνεται ο γάμος του Λικινίου με την Κωνσταντία, αδελφή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, επέρχεται μια ιστορική συμφωνία μεταξύ των δύο ανδρών που καθιερώνει την αρχή της ανεξιθρησκείας.
Τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ο Μέγας Κωνσταντίνος ήσαν πολλά. Η αιρετική διδασκαλία του Αρείου, πρεσβυτέρου της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, ήλθε να ταράξει την ενότητα της Εκκλησίας. Η διδασκαλία αυτή, που ονομάσθηκε αρειανισμός, κατέλυε ουσιαστικά το δόγμα της Τριαδικότητας του Θεού.
Μόλις ο Μέγας Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε τα όσα θλιβερά συνέβαιναν στην Αλεξάνδρεια, απέστειλε με τον πνευματικό του σύμβουλο Όσιο, Επίσκοπο Κορδούης της Ισπανίας, επιστολή στον Επίσκοπο Αλεξανδρείας Αλέξανδρο (313 – 328 μ.Χ.) και τον Άρειο. Η προσπάθεια επιλύσεως του θέματος δεν ευδοκίμησε. Έτσι αποφασίσθηκε η σύγκλιση της Α’ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ.
Η περιγραφή της εναρκτήριας τελετής από τον ιστορικό Ευσέβιο είναι ομολογουμένως ενδιαφέρουσα. στο μεσαίο οίκο των ανακτόρων είχαν προσέλθει όλοι οι σύνεδροι. Επικρατούσε απόλυτη σιγή και όλοι περίμεναν την είσοδο του αυτοκράτορα, τον οποίο οι περισσότεροι θα έβλεπαν για πρώτη φορά.
Ο Κωνσταντίνος εισήλθε ταπεινά, με σεμνότητα και πραότητα. στην ομιλία του προς τη Σύνοδο χαρακτηρίζει τις ενδοεκκλησιαστικές συγκρούσεις ως το μεγαλύτερο δεινό και από τους πολέμους. Ο λόγος του υπήρξε ευθύς και σαφής. Δεν ήθελε να ασχοληθεί παρά μονάχα με θέματα που αφορούσαν στην ορθοτόμηση της πίστεως. Η κρίσιμη φράση του, «περί τής πίστεως σπουδάσωμεν», διασώζεται σχεδόν από όλους τους ιστορικούς συγγραφείς.
Μετά το πέρας των εργασιών της Συνόδου ο αυτοκράτορας ανέλαβε πρωτοβουλίες για την εδραίωση των αποφάσεών της. Απέστειλε εγκύκλιο επιστολή προς την Εκκλησία της Αιγύπτου, Λιβύης, Πενταπόλεως, Αλεξανδρείας, στην οποία γνωστοποιεί τις αποφάσεις της Συνόδου.
Ο ίδιος γνωστοποιεί προς όλη την επικράτεια της αυτοκρατορίας την καταδίκη του Αρείου και απαγορεύει την απόκτηση και την απόκρυψη των συγγραμμάτων του. Η εντυπωσιακή του όμως ενέργεια είναι η επιστολή του προς τον Άρειο. Επιτιμά τον αιρεσιάρχη και τον καταδικάζει με αυστηρότητα για τις κακοδοξίες του.
Όμως περί τα τέλη του 327 μ.Χ. ο Μέγας Κωνσταντίνος καλεί τον Άρειο στα ανάκτορα. Ο αιρεσιάρχης φυσικά δεν χάνει την ευκαιρία και υποβάλλει μία ομολογία γεμάτη από έντεχνες θεολογικές ανακρίβειες, πείθοντας μάλιστα τον Μέγα Κωνσταντίνο ότι αυτή δεν διαφέρει ουσιαστικά από όσα είχε αποφασίσει η Α’ Οικουμενική Σύνοδος.
Τελικά ο αυτοκράτορας συγκαλεί νέα Σύνοδο, το Νοέμβριο του 327 μ.Χ., η οποία ανακαλεί τον Άρειο από την εξορία και αποκαθιστά τους εξόριστους Επισκόπους Νικομηδείας Ευσέβιο και Νικαίας Θεόγνιο. Η ανάκληση του Αρείου και η αποκατάσταση των περί αυτών πυροδότησε νέες έριδες πιο κόλπους της Εκκλησίας. Ο Επίσκοπος Αλεξανδρείας Αλέξανδρος και στην συνέχεια ο διάδοχός του Μέγας Αθανάσιος αρνούνται να δεχθούν τον Άρειο στην Αλεξάνδρεια.
Ο Μέγας Κωνσταντίνος απειλεί με καθαίρεση τον Μέγα Αθανάσιο, ενώ σε Σύνοδο που συνήλθε στην Αντιόχεια το 330 μ.Χ. καθαιρείται και εξορίζεται από τους αιρετικούς ο Άγιος Ευστάθιος, Επίσκοπος Αντιοχείας. Η Σύνοδος της Τύρου της Συρίας, που συνήλθε το 335 μ.Χ., καταδικάζει ερήμην με την ποινή της καθαιρέσεως τον Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος φεύγει, για να συναντήσει τον Μέγα Κωνσταντίνο.
Είναι γεγονός πως ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν έδειξε να αποδέχεται το αίτημα του Μεγάλου Αθανασίου για ακρόαση. Πείσθηκε όμως να τον ακούσει, όταν ο Μέγας Αθανάσιος του απηύθυνε την ρήση: «Δικάσει Κύριος ανά μέσον εμού καί σού». Ο Μέγας Κωνσταντίνος κατενόησε την κατάφωρη αδικία και τις άθλιες μεθοδεύσεις σε βάρος του Μεγάλου Αθανασίου και έκανε δεκτό το αίτημά του νά προσκληθούν όλοι οι συνοδικοί της Τύρου και η διαδικασία να λάβει χώρα ενώπιόν του.
Ο Ευσέβιος Νικομηδείας αγνόησε την αυτοκρατορική εντολή. Πήρε μόνο ελάχιστους από τους συνοδικούς και εμφανίσθηκε στον αυτοκράτορα. Ξέχασε όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες και για πρώτη φορά έθεσε το θέμα της δήθεν παρακωλύσεως της αποστολής σιταριού προς την Βασιλεύουσα. Ο αυτοκράτορας εξοργίζεται και εξορίζει τον Μέγα Αθανάσιο στα Τρέβιρα της Γαλλίας. Παρά ταύτα δεν επικυρώνει την απόφαση της Συνόδου της Τύρου για καθαίρεση και ούτε διατάσσει την αναπλήρωση του επισκοπικού θρόνου της Αλεξάνδρειας.
Η τελευταία περίοδος της ζωής του Μεγάλου Κωνσταντίνου είναι αυτή που τον καταξιώνει στην εκκλησιαστική συνείδηση και τον οδηγεί στο απόγειο της πνευματικής του πορείας. Ο Άγιος, κατά τον Απρίλιο του 337 μ.Χ., αισθάνεται τα πρώτα σοβαρά συμπτώματα κάποιας ασθένειας.
Οι πηγές μάς πληροφορούν πως ο Μέγας Κωνσταντίνος κατέφυγε σε ιαματικά λουτρά. Βλέποντας όμως την υγεία του να επιδεινώνεται θεώρησε σκόπιμο να μεταβεί στην πόλη Ελενόπολη της Βιθυνίας, που είχε ονομασθεί έτσι λόγω της Αγίας μητέρας του. Εκεί παρέμεινε στο ναό των Μαρτύρων, όπου ανέπεμπε ικετήριες ευχές και λιτανείες προς τον Θεό. Ο Μέγας Κωνσταντίνος αντιλαμβάνεται πως η επίγεια ζωή του πλησιάζει στο τέλος της. Η μνήμη του θανάτου καλλιεργείται στην καρδιά του και τον οδηγεί στο μυστήριο της μετάνοιας και του βαπτίσματος.
Μετά από αυτά καταφεύγει σε κάποιο προάστιο της Νικομήδειας, συγκαλεί τους Επισκόπους και τους απευθύνει τον εξής λόγο: «Αυτός ήταν ο καιρός που προσδοκούσα από παλιά και διψούσα και ευχόμουν να καταξιωθώ της εν Θεώ σωτηρίας. Ήλθε η ώρα να απολαύσουμε και εμείς την αθανατοποιό σφραγίδα, ήλθε η ώρα να συμμετάσχουμε στο σωτήριο σφράγισμα, πράγμα που κάποτε επιθυμούσα να κάνω στα ρείθρα του Ιορδάνου, στα οποία, όπως παραδίδεται, ο Σωτήρας μας έλαβε το βάπτισμα εις ημέτερον τύπον.
Ο Θεός όμως, που γνωρίζει το συμφέρον, μας αξιώνει να λάβουμε το βάπτισμα εδώ. Ας μην υπάρχει λοιπόν καμία αμφιβολία. Γιατί και εάν ακόμη είναι θέλημα του Κυρίου της ζωής και του θανάτου να συνεχισθεί η επίγεια ζωή μας και να συνυπάρχω με το λαό του Θεού, θα πλαισιώσω τη ζωή μου με όλους εκείνους τους κανόνες που αρμόζουν στον Θεό».
Μετά το βάπτισμα ο Άγιος Κωνσταντίνος δεν ξαναφόρεσε τον αυτοκρατορικό χιτώνα, αλλά παρέμεινε ενδεδυμένος με το λευκό ένδυμα του βαπτίσματος, μέχρι την ημέρα της κοιμήσεώς του το 337 μ.Χ. Ήταν η ημέρα εορτασμού της Πεντηκοστής, γράφει ο ιστορικός Ευσέβιος.
Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει ο Ευσέβιος τα γεγονότα, τα οποία ακολούθησαν την κοίμηση του Αγίου. Όλοι οι σωματοφύλακες του αυτοκράτορα, αφού έσχισαν τα ρούχα τους και έπεσαν στο έδαφος, έκλαιγαν και φώναζαν δυνατά, σαν να μην έχαναν το βασιλέα τους, αλλά τον πατέρα τους. Οι ταξίαρχοι και οι λοχαγοί έκλαιγαν τον ευεργέτη τους. Οι δήμοι ήσαν λυπημένοι και κάθε κάτοικος της Κωνσταντινουπόλεως πενθούσε, σαν να έχανε το κοινό αγαθό.
Αφού οι στρατιωτικοί τοποθέτησαν το σκήνωμα του Αγίου σε χρυσή λάρνακα, το μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη και το εναπέθεσαν σε βάθρο στον βασιλικό οίκο. Το ιερό λείψανό του ενταφιάσθηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων.
Δίκαια η ιστορία τον ονόμασε Μέγα και η Εκκλησία Ισαπόστολο.
Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. δ’.
Τού Σταυρού σου τον τύπον εν ουρανώ θεασάμενος, και ως ο Παύλος την κλήσιν ουκ εξ ανθρώπων δεξάμενος, ο εν βασιλεύσιν, Απόστολός σου Κύριε, Βασιλεύουσαν πόλιν τη χειρί σου παρέθετο: ην περίσωζε διά παντός εν ειρήνη, πρεσβείαις της Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.

Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

 

Σαράντα ημέρες μετά την Ανάσταση του Θεανθρώπου η Ορθόδοξη Εκκλησία μας εορτάζει τη Δεσποτική Εορτή της εις ουρανούς Αναλήψεως του Κυρίου. Πρόκειται για μια εορτή, που επειδή πέφτει πάντοτε την Πέμπτη ημέρα της εβδομάδας, δηλαδή καθημερινή, δεν έχει ανάλογη της σημασίας της θέση στη συνείδηση του λαού, όπως συμβαίνει με άλλες μεγάλες εορτές, σαν αυτές των Χριστουγέννων, των Θεοφανείων, του Ευαγγελισμού, της Αναστάσεως, κ.α. Ακόμη, ειδικά στην εορτή της Αναλήψεως, απέχει ο μαθητόκοσμος, διότι τέτοιες ημέρες έχουν εισέλθει στην εξεταστική περίοδο, με αποτέλεσμα οι εκπαιδευτικοί να αδυνατούν να συνοδέψουν τους μαθητές τους για εκκλησιασμό. Ακόμη εμείς οι μεγαλύτεροι, ασκούμενοι καθημερινά με τις βιωτικές μας μέριμνες, ακούμε και μαθαίνουμε για την εορτή αυτή πολλά χρόνια αργότερα, ίσως και δεκαετίες μετά από τα σχολικά μας χρόνια, χωρίς να έχουμε βιώσει λατρευτικά αυτή τη μεγάλη εορτή και πανήγυρη.

Η Ανάληψη ακολουθεί την Ανάσταση. Είναι αμέσως μετά το διάστημα των σαράντα ημερών, που ο Κύριος εμφανιζόταν συχνά στους μαθητές του. Στο διάστημα αυτό ο Κυριος, με τις συνεχείς εμφανίσεις του αλλά και εξαφανίσεις του, πρώτον αποδεικνύει το γεγονός της Αναστάσεως Του και δεύτερον γυμνάζει πνευματικά τους μαθητές Του. Πρέπει με λίγα λόγια οι μαθητές του Κυρίου και μέλλοντικοί Απόστολοι να χειραφετηθούν από τη συνεχή σωματική αίσθηση και αντίληψη του Χριστού. Τους προετοιμάζει, με λίγα λόγια, να Τον επιζητούν με τους πνευματικούς τους οφθαλμούς στο επόμενο διάστημα της δικής τους αποστολής προς τα έθνη. Έτσι η ένσαρκος παρουσία του Κυρίου στη γη που άρχισε με τη γέννησή Του εδώ σταματά.
Όμως, ο ένσαρκος Κύριος θα ξαναφανεί. Τότε: “και τότε φανήσεται τὸ σημείον του υιου του ανθρώπου εν τω ουρανώ, και τότε κόψονται πάσαι αι φυλαὶ της γης και οψονται τον υιὸν του ανθρώπου ερχόμενον επὶ των νεφελων του ουρανού μετὰ δυνάμεως και δόξης πολλής.” (Ματθ. κδ΄30) Μέχρι τότε οι πιστοί ανά τους αιώνες μαθαίνουμε να ζούμε με τη διαρκή και αόρατη παρουσία Του, όπως και ο ίδιος το τόνισε: “και ιδοὺ εγὼ μεθ' υμών ειμι πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν.” (Μτθ. κη΄20). Βεβαίως η σωματική παρουσία του Κυρίου δεν εξέλειπε εντελώς. Η σωματική Του παρουσία που ακόμη υπάρχει και θα υπάρχει έως της συντελείας του κόσμου είναι στο ιερό μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Στον άρτο και τον οίνο, που στα “σα εκ των σων” μεταβάλλονται σε σώμα και αίμα Κυρίου. Έτσι ο πιστός μπορεί να δεχθεί τον Κύριο μέσα του και Εκείνος να εισέλθει μέχρι και το τελευταίο του κύτταρο, να εισδύσει στην ουσία της ύπαρξής του, και εντέλει ο δεχόμενος τον Κύριον να θεωθεί.
Ανελήφθη, λοιπόν, στους ουρανούς ο Θεάνθρωπος Λυτρωτής μας. Σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Λουκά, ο Κύριος οδήγησε τους μαθητές Του προς το δρόμο της Βηθανίας και το όρος των Ελαιών. Εκεί, αφού σήκωσε τα χέρια Του, τους ευλόγησε: “Εξήγαγε δε αυτοὺς έξω έως εις Βηθανίαν, και επάρας τὰς χειρας αυτού ευλόγησεν αυτούς.” (Λούκ. κδ΄50) Έτσι, ευλογώντας τους, χωρίστηκε απ' αυτούς και εφέρετο προς τον ουρανό, μέχρι που χάθηκε απ' τα μάτια τους. “και εγένετο εν τω ευλογειν αυτὸν αυτοὺς διέστη απ' αυτών και ανεφέρετο εις τον ουρανόν. και αυτοὶ προσκυνήσαντες αυτὸν υπέστρεψαν εις Ιερουσαλὴμ μετὰ χαράς μεγάλης” (Λούκ. κδ΄51-51). Αλλά πώς ανελήφθη; Και με την ανθρώπινη Του φύση. Έτσι την ανθρώπινή Του φύση, την ενωμένη με τη Θεία Του υπόσταση, που την ένωσε αχωρίστως, ατρέπτως, ασυγχύτως και αδιαιαρέτως, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Δ΄Οικουμενικής Συνόδου, την πήρε και την τοποθέτησε πάνω από Αγγέλους και Αρχαγγέλους, ψηλότερα από Χερουβίμ και Σεραφίμ, δίπλα στο θρόνο του Θεού Πατέρα. Με απλά λόγια ο Κύριος Θέωσε και την ανθρώπινη φύση Του, δίνοντας μας μια ιδέα για το πώς θα είναι τα σώματα των αναστημένων πιστών κατά την Δευτέρα του Κυρίου Παρουσία.
Ακόμη, αξίζει να τονιστεί πως η Ανάληψη, αυτή καθ' αυτή, οδηγεί στην Πεντηκοστή, τη γενέθλια ημέρα της Εκκλησίας μας. Κι αυτό διότι ο Κύριος είχε υποσχεθεί,πριν την Ανάληψη Του, ότι θα τους έστελνε το Άγιο Πνεύμα. Πράγμα που τελικά έγινε δέκα ημέρες αργότερα. “Ο Κύριος Ιησού Χριστός ανήλθε στους ουρανούς, αλλά δεν εγκατέλειψε το ανθρώπινο γένος, για το οποίο έχυσε το τίμιο Αίμα Του. Μπορεί να κάθισε στα δεξιά του Θεού (Μάρκ. ιστ΄ 19), στους ένδοξους ουρανούς, όμως η παρουσία Του εκτείνεται ως τη γη και ως τα έσχατα της δημιουργίας. Άφησε στη γη την Εκκλησία Του, η οποία είναι το ίδιο το αναστημένο, αφθαρτοποιημένο και θεωμένο σώμα Του, για να είναι το μέσον της σωτηρίας όλων των ανθρώπινων προσώπων, που θέλουν να σωθούν. Νοητή ψυχή του σώματός Του είναι ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας (Ιωάν. ιε΄26), ο οποίος επεδήμησε (ήρθε και εγκαταστάθηκε) κατά την ημέρα της Πεντηκοστής σε αυτό, για να παραμείνει εως τη συντέλεια του κόσμου. Η σωτηρία των πιστών συντελείται με την οργανική συσσωμάτωση των πιστών στο θεανδρικό Σώμα του Κυρίου.” (Π. Ευδοκίμωφ).
Κατά το γεγονός της Αναλήψεως, πραγματοποιήθηκε στην πράξη η συμφιλίωση του Θεού με το ανθρώπινο γένος. Διαλύθηκε η παλιά έχθρα, τελείωσε ο μακροχρόνιος πόλεμος. Κι αυτό συνέβαινε πριν απ' αυτό το γεγονός, όχι επειδή μισούσε ο Θεός τον άνθρωπο, αλλά επειδή ο άνθρωπος επιδείκνυε αδιαφορία και αχαριστία. Και τώρα, η αλλαγή δεν έγινε εξαιτίας των δικών μας κατορθωμάτων ή επειδή αλλάξαμε στάση και συμπεριφορά, αλλά λόγω της απροσμέτρητης αγάπης και του ενδιαφέροντος του Θεού.
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος προσθέτει: “Τώρα στην Ανάληψη, εμείς που δεν ήμασταν άξιοι να κατοικούμε στον παράδεισο, (...) εμείς τώρα οι ανάξιοι ανεβαίνουμε στον ουρανό. Τα χερουβίμ, παλαιά, φυλάγανε τον παράδεισο για να μην μπούμε ξανά και τώρα εμείς τα υπερβαίνουμε. Η ανθρώπινη φύση, στο πρόσωπο του Χριστού, έτυχε τιμής που δεν έτυχε η φύση των αγγέλων. Ο Θεός έγινε άνθρωπος. Δεν έγινε άγγελος. Ενώθηκε μόνο με την ανθρώπινη φύση. Και οι άγγελοι δεν ζηλεύουν, αντίθετα χαίρονται, διότι χαρά των αγγέλων είναι η προκοπή μας και πόνος τους η εξαθλίωσή μας.”
Για την αλλαγή αυτή οφείλουμε ευγνωμοσύνη στον Χριστό. Αυτός έγινε μεσίτης. Ούτε άγγελος, ούτε άνθρωπος, αλλά αυτός ο ίδιος. Ο Θεός ήταν οργισμένος με μας και εμείς τον μισούσαμε. Και μας συμφιλίωσε ο Υιός Του. Πώς μας συμφιλίωσε;
Δεχόμενος την τιμωρία που έπρεπε να επιβάλει σε μας. «Εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα» (Γαλ. γ΄ 13). Δέχτηκε την τιμωρία του ουρανού, δέχτηκε και τις προσβολές των ανθρώπων. «Οι ονειδισμοί των ονειδιζόντων σε επέπεσον επ’ εμέ» (Ψαλμ. ξη΄10) (…) Πολλές φορές μιλούμε για τη μεσιτεία της Παναγίας και των αγίων και ξεχνούμε ότι μεσίτης πάνω απ’ όλους τους αγίους είναι ο ίδιος Χριστός. Αυτός ως άνθρωπος συνεχώς μεσιτεύει για μας τους ελεεινούς αδελφούς Του. Όπως ακριβώς παίρνουμε κάτι από τη σοδειά μας και το προσφέρουμε στο Θεό για να τον ευχαριστήσουμε και να ευλογήσει όλη τη σοδειά μας, έτσι ακριβώς και ο Χριστός την ανθρώπινη φύση, που προσέλαβε στη μήτρα της Αειπαρθένου Μαρίας την κάνει προσφορά στον Θεό, για να ευλογηθεί ΌΛΟ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΓΕΝΟΣ. Ακόμη προσθέτει ο ίδιος Πατέρας: “Ενώ πλαστήκαμε από τον Θεό ≪κατ’ εικόνα και ομοίωσή Του≫, ο άνθρωπος δεν πρόσεξε και ωμοιώθη τοις κτήνεσι. Το να γίνει, δε, κάποιος σαν τα ζώα είναι σαν να έγινε χειρότερος από αυτά.
Το να σέρνεται ένα φίδι είναι φυσικό, το να σέρνεται, όμως, ένας αετός είναι η εσχάτη κατάπτωση … Μερικές φορές, ο άνθρωπος γίνεται χειρότερος των ζώων. Έτσι ο Ησαΐας λέγει, ≪έγνω βους τον κτησάμενον, και όνος την φάτνη του κυρίου αυτού・ Ισραήλ, δε, εμέ ουκ έγνω≫ (Ησαΐας α΄ 3) … Για να μας συνετίσει ο Κύριός μας, βάζει διδασκάλους τα έντομα. ≪Πορεύθητι προς τον μύρμηγκα, και ζήλωσον τας οδούς αυτού≫ (Παροιμ. στ΄6) (…) Εμείς οι κατώτεροι των ζώων, τα παιδιά του διαβόλου, με την Ανάληψη του Χριστού γίναμε ανώτεροι και από τους αγγέλους.” (Χρυσοστόμου, Ι., ≪Εις την Ανάληψιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού≫, Ε.Π.Ε., 36)
Απολυτίκιο (ήχος δ΄):
Ανελήφθης εν δόξη, Χριστό ο Θεός ημών,
χαροποιήσας τους Μαθητάς,
τη επαγγελία του Αγίου Πνεύματος,
βεβαιωθέντων αυτών διά της ευλογίας,
ότι Συ ει ο Υιός του Θεού,
ο Λυτρωτής του κόσμου.