(+) Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου
Ό,τι πιο ωραίο είναι να αγαπάς. Έστω και αν κουράστηκες, όσο κι αν πονάς. Ό,τι πιο υπέροχο είναι να αγαπάς αληθινά εν Χριστώ. Είναι δώρο του Θεού. Δόξα στο όνομά Του. Είναι δώρο του Θεού ο οποίος «αγάπη εστί».
Ό,τι πιο ωραίο είναι να αγαπάς. Έστω και αν κουράστηκες, όσο κι αν πονάς. Ό,τι πιο υπέροχο είναι να αγαπάς αληθινά εν Χριστώ. Είναι δώρο του Θεού. Δόξα στο όνομά Του. Είναι δώρο του Θεού ο οποίος «αγάπη εστί».
«Ὁ λόγος ὑμῶν πάντοτε ἐν χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος, εἰδέναι πῶς δεῖ ὑμᾶς ἑνὶ ἑκάστῳ ἀποκρίνεσθαι» (Κολοσσαείς, 4,6)
«Ο λόγος σας να είναι πάντοτε με χάρη, με αλάτι αρτυμένος, ώστε να ξέρετε πώς πρέπει σε καθέναν ξεχωριστά να αποκρίνεστε».
Ο Απόστολος Παύλος, αναφερόμενος στους πιστούς των Κολοσσών, μιας πόλης της Φρυγίας στην Μικρά Ασία, χρησιμοποιεί μία τολμηρή μεταφορά, για να αναφερθεί στον τρόπο με τον οποίο οι χριστιανοί καλούνται να επικοινωνούν με τους άλλους ανθρώπους. Ο λόγος των χριστιανών ας είναι χαριτωμένος, ας φέρει μέσα του την Χάρη του Θεού, ο λόγος των χριστιανών ας είναι νοστιμισμένος με αλάτι, ώστε να μπορούν οι χριστιανοί να γνωρίζουν πώς πρέπει να απαντούν ξεχωριστά στον καθέναν.
Ο «νόστιμος» λόγος είναι αυτός που δεν είναι ξύλινος, βαρετός, ηθικολογικός, άτολμος, συνηθισμένος. Ζούμε τέτοια είδη λόγων στους καιρούς μας, διότι ή δεν έχει ο λόγος μας αγάπη, αλλά είναι στηριγμένος στην ανασφάλεια της επανάληψης, να πούμε ό,τι έχουν πει οι Άγιοι και οι Πατέρες, χωρίς όμως τον χυμό που ο λόγος των Πατέρων και των Αγίων έχει, καθώς εκείνος ο λόγος είναι βιωματικός, εμπειρικός, αγαπητικός, γεμάτος παραδείγματα από τον κόσμο και τη ζωή. Εμείς είμαστε συνήθως κακοί αντιγραφείς, «παπαγάλοι». Δεν πονάμε για όσα λέμε, δεν ζούμε την εμπειρία της αγιότητας και γι’ αυτό ο λόγος μας ακούγεται άνοστος, σαν να βγάζουμε μια υποχρέωση από επάνω μας, σαν να θέλουμε οι άλλοι να γίνουν «καλοί» άνθρωποι και «καλοί» χριστιανοί, τουτέστιν ότι δεν αποκλίνουν από το δόγμα και την ηθική και αυτό είναι εντάξει.
Η ζωή όμως είναι πολύ πιο σύνθετη. Η ψυχή μας βιώνει διακυμάνσεις, στις οποίες ο λόγος, αν δεν είναι παρηγορητικός, καρδιακός, αγαπητικός, αλλά αποσκοπεί στο να λειτουργήσει σαν μια βεβαιότητα ότι «έτσι είναι», όχι μόνο δεν ανακουφίζει, αλλά κλείνει την πόρτα της καρδιάς του άλλου. Ιδίως σε περιστάσεις, όπως η αρρώστια η δοκιμασία, ο θάνατος, αν δεν μπούμε στη θέση του άλλου, ο λόγος μας δεν μπορεί να είναι νόστιμος. Αν, αφ’ υψηλού μιλάμε, και με τις βεβαιότητες που θεωρούμε ότι γίνονται η αυθεντία που λύνει όλα τα προβλήματα, χωρίς όμως να σκεφτούμε ότι αν αυτές θα παρηγορούσαν εμάς στην περίπτωση που βρισκόμασταν στη θέση του άλλου, τότε ο λόγος μας είναι κάλπικος. Αυταπατόμαστε ότι είμαστε γνήσιοι, στην πραγματικότητα όμως είμαστε μακριά από το ήθος του λόγου που είναι η αγάπη.
Ο «νόστιμος» λόγος είναι απάντηση στον καθέναν που λέει ό,τι λέει. Κάποτε μπορεί να είναι και λόγος της σιωπής. Λόγος της προσευχής. Λόγος της ταπείνωσης και της υπομονής. Αλλά, κι αν είναι λόγος των λέξεων, μπορεί να λειτουργήσει όταν αφήνει χώρο στον άλλον, να σκεφτεί, να αντιδράσει, να απορρίψει. Ο λόγος είναι «νόστιμος», αν είναι φωτισμένος από τη Χάρη του Θεού. Και κριτήριο αυτής της φώτισης είναι όταν δεν αποσκοπούμε προς επικράτηση, προς εξουσία, προς ικανοποίηση του εγώ μας, αλλά αφήνουμε στον Θεό τα υπόλοιπα.
Πόση αγωνία κρύβουν οι λόγοι αυτών που νομίζουν ότι κατέχουν την αλήθεια, χωρίς να σέβονται την ελευθερία του άλλου! Πόση λύπη έρχεται τότε, όταν η βεβαιότητά μας δεν γίνεται δεκτή! Είναι διότι, κατά βάθος, θεωρούμε τη θέση και την άποψή μας ως την επικρατούσα και αισθανόμαστε πως αν ο άλλος δεν ακολουθήσει τα λόγια μας, τότε είτε έχουμε αποτύχει είτε εκείνος είναι αποτυχημένος που δεν ακούει τη σοφία μας. Ο παράγοντας «ελευθερία» όμως κάνει τον λόγο μας «νόστιμο». Όταν είναι ο λόγος μας πρόταση και όχι προσταγή. Για τα υπόλοιπα, έχει ο Θεός.
Ο απόστολος Παύλος ζητά από εμάς τους χριστιανούς να απαντούμε στον καθέναν, όπως πρέπει. Να γνωρίζουμε και να βιώνουμε και όχι να αντιγράφουμε. Να έχουμε ενσυναίσθηση και όχι εξουσία. Να σεβόμαστε την ελευθερία του άλλου και να μιλάμε με αγάπη και πόνο, αφήνοντας στον Θεό τον τελευταίο λόγο. Η παιδεία του καθενός ομορφαίνει ή απλοποιεί τον λόγο. Η αγάπη όμως εισπράττεται, ανεξαρτήτως λεκτικών σχημάτων ή ευφυούς ρητορείας. Και η αγάπη μένει!
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Γεωργίου Δ. Παπαδημητρόπουλου
Ο Λουκάς, ο μέγας ευαγγελιστής, καταγόταν από την Αντιόχεια τη Μεγάλη της Συρίας, ήταν ιατρός στο επάγγελμα και άριστος γνώστης της ζωγραφικής τέχνης.
Κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα της Ρώμης Τίτου Κλαυδίου (41-54 μ. Χ.) ο Λουκάς βρισκόταν στη Θήβα της Βοιωτίας και ασκούσε το ιατρικό επάγγελμα. Εκεί συνάντησε τον απόστολο Παύλο και, πιστεύσας στο Χριστό, εγκατέλειψε την πατρική του πλάνη, την ειδωλολατρία. Έτσι λοιπόν έπαυσε να ασχολείται με την ιατρική επιστήμη, θεραπεύοντας τα σώματα, και αφοσιώθηκε στο κήρυγμα του Ευαγγελίου, για να οδηγεί τις ψυχές στην οδό της σωτηρίας και της λυτρώσεως.
Ο Λουκάς, πέραν του προφορικού του κηρύγματος συνέγραψε, καθ’ υπαγόρευση του αποστόλου Παύλου, το φερώνυμό του Ευαγγέλιο, το οποίο απέστειλε σε κάποιον ηγεμόνα, ονόματι Θεόφιλο, που πίστευσε στο Χριστό. Αργότερα συνέγραψε και τις Πράξεις των Αποστόλων, προς χάρη του ίδιου προσώπου, δηλαδή του Θεόφιλου. Μετά τον αποχωρισμό του από τον απόστολο Παύλο, ο Λουκάς περιόδευσε και κήρυξε το Ευαγγέλιο σε όλη την Ελλάδα και τελικά κατέληξε και πάλι στη Θήβα της Βοιωτίας, όπου, καθώς λένε, ανεπαύθη εν ειρήνη, σε ηλικία ογδόντα ετών.
Κατά τον τέταρτο αιώνα μ. Χ. ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος (337-361 μ. Χ.), γιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου, μετακόμισε από τη Θήβα στην Κωνσταντινούπολη το λείψανο του αγίου αποστόλου και ευαγγελιστή Λουκά, διά του αγίου Αρτεμίου του Μεγάλου, δουκός της Αίγυπτου και κατόπιν μάρτυρος, και το εναπόθεσε στον ιερό Ναό των Αγίων Αποστόλων, κάτω από την Αγία Τράπεζα, μαζί με τα λείψανα των αγίων αποστόλων Ανδρέου και Τιμοθέου.
Λένε ότι ο Λουκάς πρώτος ζωγράφισε, με την τεχνική του κεριού και της μαστίχας, την Εικόνα της υπεραγίας Θεοτόκου έχοντας στις αγκάλες της τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Εν συνεχεία ζωγράφισε και άλλες δύο και όλες μαζί τις πήγε στην ίδια τη Μητέρα του Κυρίου, για να ακούσει από το στόμα της αν της αρέσουν. Εκείνη δε, μόλις τις είδε, τις δέχτηκε με μεγάλη χαρά και είπε: «Η χάρις του εξ εμού τεχθέντος είη δι’ εμού μετ’ αυτών». Ωσαύτως ο Λουκάς ζωγράφισε και τις Εικόνες των κορυφαίων αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Έκτοτε το ωραίο αυτό και ευσεβές και πάντιμο έργο, δηλαδή ο εξεικονισμός των Αγίων, διαδόθηκε σε ολόκληρη την οικουμένη.
Σᾶς δίδω ἐξουσίαν, εἰς τρόπον ὥστε, κανένα μέσον, καί τίποτε, ἀπό ὅσα ἐναντίον σας μηχανᾶται ὁ Σατανᾶς καί τά ὄργανά του, δέν θά σᾶς ἀδικήσῃ ἤ βλάψῃ.
Ὁ Τριαδικός Θεός, ἁγία γερόντισσα, εἶναι ὁ Δημιουργός καί Πλάστης μας, ὁ Προνοητής, ὁ Σωτῆρας. Ἔπλασε τόν ἄνθρωπο κατ’ εἰκόνα, αὐτήν, πού ἐν χρόνῳ θά προσλάμβανε ὁ Υἱός, γιά νά δώσει τήν δυνατότητα νά φθάσει τό Πλάσμα καί στό καθ’ὁμοίωσιν. «Ἐγώ εἶπα· θεοί ἐστε καί υἱοί Ὑψίστου πάντες»[1]. Σύμφωνα μέ τίς τάξεις καί τούς βαθμούς τῆς πνευματικῆς ζωῆς ὀφείλουμε, χωρίς ἄλλο, νά προχωροῦμε μπροστά καί μέ ζῆλο νά ἀνεβοῦμε στά ἀνώτερα, ὡς νά εἴμαστε ἀεικίνητοι γύρω ἀπό τόν Θεό καί μή γνωρίζοντας ποτέ στάση τοῦ καλοῦ.
Ἐκεῖνος πού ἀσχολεῖται μέ τήν θεωρία τοῦ Θεοῦ, ἔχει ἐμπρός του Φῶς ἱλαρόν καί ἀνέσπερον. Ἀντίθετα ὅποιος δέν ὑποτάσσει τή ζωή του, στόν Χριστό καί στίς ἐντολές Του, αὐτός, ὑποτάσσει τήν ζωή του στόν ἐχθρό του τόν διάβολο καί καταντάει ἤ κτηνώδης ἤ δαιμονιώδης.
Δόξαζε, ἀδελφέ, τόν Τριαδικό Θεό γιά ὅλα· καί στίς χαρές καί στίς λύπες· ὅλα εἶναι ἀπό τήν πρόνοιά Του, γιά τό καλό τῆς ψυχῆς μας. Ἡ ψυχή, ἡ ὁποία καθαίρεται μέ δύναμη καί μέ θέρμη μέ τούς κόπους τῆς ἀσκήσεως, φωτίζεται ἀπό τό θεϊκό Φῶς καί ἀρχίζει σιγά-σιγά νά βλέπει φυσικά τό κάλλος πού τῆς δόθηκε ἐξ’ ἀρχῆς ἀπό τόν Θεό καί νά ἐπεκτείνεται στήν ἀγάπη τοῦ Πλάστου καί Ποιητοῦ της.
Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Λουκᾶς, πού ἑορτάζουμε σήμερα, γι’ αὐτό τό λόγο ἔγραψε στό Εὐαγγέλιό του, (Κεφ.γ’, στίχ.23-38), τήν γενεαλογία τοῦ Μεσσίου Ἰησοῦ, ὥστε οἱ ἄνθρωποι νά γνωρίζουμε τήν εὐγενῆ καταγωγή μας καί νά ἀποφεύγουμε τόν δόλο καί τήν πλάνη τοῦ Σατανᾶ, ὅτι δῆθεν καταγόμαστε ἀπό τούς πιθήκους.
«...καί οὐδέν ὑμᾶς οὐ μή ἀδικήσῃ»
Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀδελφοί μου, στό θεανθρώπινο σῶμά Του ὁ Χριστός τελεῖ τήν ἕνωση ὅλων τῶν ὄντων καί κτισμάτων, κάθε ἐλλόγου στοιχείου τους, ἀπομονώνοντας τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο· ἀποκαθιστῶντας τήν ἑνότητα ἀνάμεσα στό κτῖσμα καί στόν Κτίσαντα καί δι’ Αὐτοῦ τήν ἑνότητα τῶν κτισμάτων μεταξύ τους.
Ὁ Τρισήλιος Κύριος φανέρωσε καί πραγματοποίησε «τό μυστήριον τοῦ θελήματος αὐτοῦ...», δηλαδή τό «ἀνακεφαλαιώσασθαι τά πάντα ἐν τῷ Χριστῷ, τά ἐπί γῆς ἐν αὐτῷ», μέ τήν Ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ Λόγου καί μέ τήν ἐν Χριστῷ ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας, τήν χρονική στιγμή κατά τήν ὁποία σύμφωνα μέ τήν θεία Πρόνοια, εἶχε ἔλθει «τό πλήρωμα τοῦ χρόνου». Καί αὐτό τό πλήρωμα ἦλθε ὅταν ἡ ἁμαρτία στό γένος τῶν ἀνθρώπων εἶχε φτάσει στήν κορύφωση τῆς καταστροφῆς καί θανατηφόρου ἐνεργείας της, ἀπειλῶντας τήν ἀνθρωπότητα μέ πλήρη δαιμονισμό καί σατανοποίηση καί ἀφανίζοντας ὁ,τιδήποτε θεῖο καί θεοπόθητο.
Τί συμβαίνει ἄραγε σήμερα, ἀδελφοί μου, ἀναρωτιέται ὁ καθένας μας; Βλέπουμε τά σημεῖα τῶν καιρῶν, σύμφωνα μέ τούς λόγους τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὡς πρός τήν ἔλευση τῆς Δευτέρας Παρουσίας Του; Βλέπουμε τήν γενική ἀποστασία; «Ἐγερθήσεται γάρ ἔθνος ἐπί ἔθνος καί βασιλεία ἐπί βασιλείαν, καί ἔσονται λιμοί, λοιμοί καί σεισμοί κατά τόπους».
Ὁ χρόνος ἔμελλε νά ἐξαγιασθεῖ μέ τήν Ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου καί τήν Θεανθρώπινη Οἰκονομία γιά τήν σωτηρία καί αὐτό, ἐπειδή καί ὁ ἴδιος ὁ χρόνος εἶναι κτιστός, διά καί χάριν τοῦ Θεοῦ Λόγου, Ἰησοῦ[6]. Μόνο ἐν τῷ Χριστῷ βρίσκεται ὁ λόγος, ἡ ἔννοια, ἡ λογική καί ἡ ἀξία τοῦ χρόνου καί ἡ πλάση τοῦ ἀνθρώπου καί ὅλη ἡ περί αὐτοῦ οἰκονομία. Ὁ Χριστός εἶναι πού καθοδηγεῖ τόν χρόνο στήν ὁδό τῆς θείας Πρόνοιας. «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός, καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή». Στούς ἀνθρώπους, καθίσταται γνωστό, ἕνα μέρος αὐτοῦ τοῦ ἀχανοῦς μυστηρίου: ὅ,τι εἶναι σ’ αὐτούς ἀπαραίτητο γιά τήν σωτηρία τους· καί πάντως, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ.
«...καί οὐδέν ὑμᾶς οὐ μή ἀδικήσῃ»
Ὁ Χριστός, ἁγία γερόντισσα, μέ πλήρη τή θεότητά Του στό σῶμά Του, στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ζωογονεῖ ἀδιάκοπα τούς νεκρωμένους ἀπό τήν ἁμαρτία ἀνθρώπους, τούς ἐγείρει ἀπό τόν τάφο τῆς πλάνης καί τοῦ ζόφου, τῆς κτηνωδίας καί τῆς ἀθλιότητος, τούς ἀνιστᾶ μέ τήν Ἀνάσταση ἐκ τῶν νεκρῶν καί μέ τήν θείαν Ἀνάληψιν, τούς ἐναποθέτει στούς οὐρανούς. Αὐτός εἶναι ἡ ἐλπίδα ἡμῶν, τοῦ ποιμνίου Του· εἶναι ὁ ἀδιάκοπος θεανθρώπινος ἄθλος τοῦ Μόνου Φιλανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ, διά τοῦ Ὁποίου, σώζει τούς πιστούς Ὀρθοδόξους, καί δυνάμει τούς πάντας, παρέχοντάς τους τό φάρμακο γιά κάθε ἁμαρτία, διά τῶν ἁγίων Μυστηρίων καί αὐτό μέσα στήν ἁγίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεανθρώπου πολεμουμένη, λαμπρύνεται· ὁ καθένας μας θεώνεται ἀνάλογα μέ τόν ἀγῶνα πού κάνει γιά τήν ἐσωτερική του κάθαρση καί τόν ἁγιασμό τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος. Ὁ Ἅγιος Ἡσύχιος λέγει: «Κάθε ἀρετή πηγάζει ἀπό τήν μνήμη τοῦ θανάτου. Γι’ αὐτό ἄς τήν χρησιμοποιοῦμε ὅπως τήν ἴδια τήν ἀναπνοή μας». Καί ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος: «Νά μήν ἀρνούμαστε τήν ὕπαρξη τῆς κόλασης, γιά νά μήν πέσουμε σ’ αὐτήν. Διότι ἐκεῖνος πού δέν πιστεύει στήν ὕπαρξή της, ἀδιαφορεῖ καί καταλήγει ἐκεῖ».
Ἐν τούτοις, ἀδελφοί μου, ἄν στό πεδινό ὄρος τοῦ κόσμου τούτου καί τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, σηκώσουμε τήν σημαία τῆς θείας γνώσεως καί σοφίας πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός καί ὁ Χριστός, τότε, μή φοβηθοῦμε ἀπό ἐκείνους πού φθονοῦν τήν Ἀλήθεια γιατί αὐτοί εἶναι ἄδειοι καί ὡς αὐτοκατάκριτοι, αὐτοκαταστρέφονται. Εἶναι μακάριοι λοιπόν ἐκεῖνοι πού ἔχουν στήν «Ἁγία Σιών», δηλαδή στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τέκνα τῆς διδασκαλίας τῶν λόγων τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἔτσι ὅπως τήν κατέγραψε ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Λουκᾶς, στίς Πράξεις καί στό Εὐαγγέλιο.
Στόν Μεσσίαν Ἰησοῦν, τόν Θεόν ἡμῶν, ἡ Δόξα, ἡ Βασιλεία, ἡ Προσκύνησις στούς αἰῶνας. Ἀμήν
Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς· Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ· ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά με. Ὑπέστρεψαν δὲ οἱ ἑβδομήκοντα μετὰ χαρᾶς λέγοντες· Κύριε, καὶ τὰ δαιμόνια ὑποτάσσεται ἡμῖν ἐν τῷ ὀνόματί σου. Εἶπε δὲ αὐτοῖς· Ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα. Ἰδοὺ δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ. Πλὴν ἐν τούτῳ μὴ χαίρετε, ὅτι τὰ πνεύματα ὑμῖν ὑποτάσσεται· χαίρετε δὲ ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἠγαλλιάσατο τῷ πνεύματι ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν· Ἐξομολογοῦμαί σοι, πάτερ, κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν, καὶ ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις· ναί, ὁ πατήρ, ὅτι οὕτως ἐγένετο εὐδοκία ἔμπροσθέν σου.
Μετάφραση
Εἶπε ὁ Κύριος στούς μαθητές του: «Ὃποιος ἀκούει ἐσᾶς, ἀκούει ἐμένα· ὃποιος ἀπορρίπτει ἐσᾶς, ἀπορρίπτει ἐμένα· κι ὃποιος ἀπορρίπτει ἐμένα, ἀπορρίπτει αὐτόν πού μέ ἒστειλε». Ὃταν γύρισαν πίσω οἱ ἑβδομήντα μαθητές, ἒλεγαν γεμάτοι χαρά: «Κύριε, ἀκόμη καί τά δαιμόνια μᾶς ὑπακοῦνε ὃταν τά προστάζουμε στό ὂνομά σου». Κι ὁ Ἰησοῦς τούς εἶπε: «Ἐγώ ἒχω δεῖ τόν σατανά νά πέφτει ἀπό τόν οὐρανό σαν ἀστραπή. Σᾶς δίνω ἐξουσία νά πατᾶτε πάνω σε φίδια καί σκορπιούς, καί νά κυριαρχεῖτε πάνω σ’ ὃλη τή δύναμη τοῦ ἐχθροῦ· τίποτε δέν θά σᾶς βλάψει. Μή χαίρεστε ὃμως γιατί σᾶς ὑπακοῦνε τά δαιμονικά πνεύματα· μᾶλλον νά χαίρεστε πού τά ὀνόματά σας ἒχουν γραφτεῖ στόν οὐρανό». Ἐκείνη τή στιγμή ὁ Ἰησοῦς ἒνιωσε μέσα του ἀγαλλίαση, καί εἶπε: «Σε εὐχαριστῶ Πατέρα, Κύριε τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, γιατί αὐτά πού ἀπέκρυψες ἀπό τούς σοφούς καί τούς συνετούς τά φανέρωσες στούς ταπεινούς. Ναί, Πατέρα μου, αὐτό ἒγινε γιατί ἒτσι τό θέλησες».
Ἀπόστολος Κολ. δ΄ 5-11, 14-18
Αδελφοί, ἐν σοφίᾳ περιπατεῖτε πρὸς τοὺς ἔξω, τὸν καιρὸν ἐξαγοραζόμενοι. Ὁ λόγος ὑμῶν πάντοτε ἐν χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος, εἰδέναι πῶς δεῖ ὑμᾶς ἑνὶ ἑκάστῳ ἀποκρίνεσθαι. Τὰ κατ’ ἐμὲ πάντα γνωρίσει ὑμῖν Τυχικὸς ὁ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ πιστὸς διάκονος καὶ σύνδουλος ἐν Κυρίῳ, ὃν ἔπεμψα πρὸς ὑμᾶς εἰς αὐτὸ τοῦτο, ἵνα γνῷ τὰ περὶ ἡμῶν καὶ παρακαλέσῃ τὰς καρδίας ὑμῶν, σὺν Ὀνησίμῳ τῷ πιστῷ καὶ ἀγαπητῷ ἀδελφῷ, ὅς ἐστιν ἐξ ὑμῶν· πάντα ὑμῖν γνωριοῦσι τὰ ὧδε. Ἀσπάζεται ὑμᾶς Ἀρίσταρχος ὁ συναιχμάλωτός μου, καὶ Μᾶρκος ὁ ἀνεψιὸς Βαρνάβα, - περὶ οὗ ἐλάβετε ἐντολάς· ἐὰν ἔλθῃ πρὸς ὑμᾶς δέξασθε αὐτόν, - καὶ Ἰησοῦς ὁ λεγόμενος Ἰοῦστος, οἱ ὄντες ἐκ περιτομῆς, οὗτοι μόνοι συνεργοὶ εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, οἵτινες ἐγενήθησάν μοι παρηγορία. Ἀσπάζεται ὑμᾶς Λουκᾶς ὁ ἰατρὸς ὁ ἀγαπητὸς καὶ Δημᾶς. Ἀσπάσασθε τοὺς ἐν Λαοδικείᾳ ἀδελφοὺς καὶ Νυμφᾶν καὶ τὴν κατ’ οἶκον αὐτοῦ ἐκκλησίαν· καὶ ὅταν ἀναγνωσθῇ παρ’ ὑμῖν ἡ ἐπιστολή, ποιήσατε ἵνα καὶ ἐν τῇ Λαοδικέων ἐκκλησίᾳ ἀναγνωσθῇ, καὶ τὴν ἐκ Λαοδικείας ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀναγνῶτε. Καὶ εἴπατε Ἀρχίππῳ· Βλέπε τὴν διακονίαν ἣν παρέλαβες ἐν Κυρίῳ, ἵνα αὐτὴν πληροῖς. Ὁ ἀσπασμὸς τῇ ἐμῇ χειρὶ Παύλου. Μνημονεύετέ μου τῶν δεσμῶν. Ἡ χάρις μεθ’ ὑμῶν· ἀμήν.
Μετάφραση
Αδελφοί, σ’ ἐκείνους πού δέν εἶναι μέλη τῆς ἐκκλησίας, νά φέρεστε μέ σύνεση, κάνοντας καλή χρήση κάθε εὐκαιρίας. Τά λόγια σας νά εἶναι πάντα γεμάτα χάρη κι ὂχι ἀνούσια. Νά ξέρετε πῶς πρέπει νά ἀποκρίνεστε στόν καθένα. Τά νέα μου θά σᾶς τά πεῖ ὁ Τυχικός, ὁ ἀγαπητός ἀδελφός καί πιστός συνεργάτης, δοῦλος τοῦ Κυρίου ὃπως κι ἐγώ. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς, σᾶς τόν ἒστειλα, για νά μάθει τά νέα σας καί νά ἐνισχύσει τίς καρδιές σας, μαζί μέ τόν Ὀνήσιμο, τόν πιστό καί ἀγαπητό ἀδελφό, τόν συμπατριώτη σας∙ αὐτοί θά σας δώσουν πληροφορίες για ὃσα συμβαίνουν ἐδῶ. Σᾶς στέλνουν χαιρετισμούς ὁ Ἀρίσταρχος, πού εἶναι φυλακισμένος μαζί μου, κι ὁ Μάρκος, ὁ ἀνιψιός τοῦ Βαρνάβα∙ - για τόν ὁποῖο πήρατε ὁδηγίες νά τόν καλοδεχτεῖτε ὃταν ἒρθει∙ - κι ὁ Ἰησοῦς πού λέγεται καί Ἰοῦστος. Αὐτοί εἶναι οἱ μόνοι ἀπό τούς ἐξ Ἰουδαίων χρι-στιανούς πού συνεργάστηκαν μαζί μου στή διάδοση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, καί στάθηκαν ἡ παρηγοριά μου. Σᾶς χαιρετοῦν ὁ ἀγαπητός μου γιατρός Λουκᾶς καί ὁ Δημᾶς. Δῶστε τούς χαιρετισμούς μου στούς χριστιανούς τῆς Λαοδικείας , καθώς καί στόν Νυμφᾶ καί στήν ἐκκλησία πού συναθροίζεται στό σπίτι του. Ὃταν διαβάσετε αὐτή τήν ἐπιστολή, στεῖλτε την νά διαβαστεῖ καί στήν ἐκκλησία ταῶν Λαοδικέων, κι ἐσεῖς φροντίστε νά πάρετε τήν ἐπιστολή πού ἒστειλα στή Λαοδίκεια, για νά τή διαβάσετε. Πεῖτε στόν Ἂρχιππο: «πρόσεχε νά ἐκπληρώσεις στό ἀκέραιο τό διακόνημα πού σού ἀνέθεσε ὁ Κύριος». Σᾶς στέλνω κι ἐγώ ὁ Παῦλος χαιρετισμό, γραμμένον μέ τό ἲδιο μου τό χέρι. Μην ξεχνᾶτε στις προσευχές σας τά δεσμά μου. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἂς εἶναι μαζί σας. Ἀμήν.
αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος
Να μιλάτε στους ιερείς. Να ζητάτε την προσευχή τους, τη στήριξή τους, την παρηγοριά τους. Να έχετε το θάρρος να ανοίγετε την καρδιά σας και να ζητάτε τη συμβουλή και τη βοήθειά τους.
Να μην φοβάστε να τους πλησιάζετε. Ο ιερέας δεν είναι μόνο εκείνος που τελεί τα Μυστήρια, αλλά και ο άνθρωπος στον οποίο μπορούμε να καταθέσουμε τον πόνο, την αγωνία, τον φόβο και την ελπίδα μας.
Να μην ξεχνάτε όμως κάτι πολύ σημαντικό, πως και οι ιερείς είναι άνθρωποι.
Έχουν κι εκείνοι αδυναμίες, κουράζονται, στενοχωριούνται, δοκιμάζονται, κάνουν λάθη και έχουν τις δικές τους δυσκολίες και έννοιες.
Δεν είναι άνθρωποι χωρίς πάθη και χωρίς αδυναμίες.
Είναι άνθρωποι που προσπαθούν, μέσα από την προσωπική τους πορεία και τον δικό τους αγώνα, να διακονήσουν τον Θεό και τους ανθρώπους.
Γι’ αυτό να τους αγαπάτε, να τους συγχωρείτε, να προσεύχεστε και για εκείνους και να τους στηρίζετε, όπως κι εκείνοι προσπαθούν να στηρίζουν εμάς.
Να θυμάστε πως πίσω από το ράσο υπάρχει ένας άνθρωπος που έχει κι αυτός ανάγκη από μια προσευχή, έναν καλό λόγο, λίγη κατανόηση και αγάπη.
(†) π. Ανανίας Κουστένης
Η εποχή μας τα ΄χει όλα, αλλά λείπει περισσότερο η έμπρακτη αγάπη, η έμπρακτη καλοσύνη. Και περισσότερο η αγάπη και η εκτίμηση στον άνθρωπο. Η καλοσύνη και η ανθρωπιά και η αρχοντιά κι η μεγαλοψυχία.
Στις σχέσεις μας, στις διασυνδέσεις μας, στις επιλογές μας, στον τρόπο υπάρξεως μας. Και γι’ αυτό έχομε τόση δυσκολία.
Τόση κλαψοφαγούρα. Τόση γκρίνια. Τόση κακολογία. Κακολογία! Γέμισε ο τόπος από κακολόγους! Και δεν μπορείς να σταθείς πουθενά.
Μας ακούνε και τα παιδιά. Μας ακούνε και οι αγαθοί. Μας ακούνε όλοι. Και τι κάνουμε; Μολύνουμε τον αέρα.
Φορτώνουμε τις ψυχές μας και κολάζουμε. Μόνο η αγάπη αλλάζει τον άνθρωπο.
Ο εθνικός μας ποιητής έλεγε πάλι: «Συχνά τα στήθια εκούρασα ποτέ την καλοσύνη». Μεγάλη κουβέντα αυτή. Η καλοσύνη δεν κουράζει.
Η καλοσύνη είναι ο Χριστός. Η καλοσύνη και η αλήθεια μένει εις τον αιώνα. Και αλλάζει ο κόσμος με τα ρήματα του Χριστού.
Με την εφαρμογή του Ευαγγελίου και με την εις αλλήλους αγάπη. Έτσι. Και αυτήν θέλομε όλοι. Αυτήν ζητάμε όλοι.
Και ο Βίκτωρ Ουγκώ στους «Αθλίους» γράφει: «Αν είσαι άνθρωπος, γίνε αγάπη». Γίνε αγάπη!
Περισσότεροι από ένα εκατομμύριο θεατές στην Ελλάδα είδαν μέχρι τώρα την «Οδύσσεια» του διάσημου σκηνοθέτη Κρίστοφερ Νόλαν. Αυτό το γεγονός και μόνο έφερε ξανά στο προσκήνιο το ομηρικό έπος, με το οποίο μεγάλωσαν τα Ελληνόπουλα από τα αρχαία χρόνια, έμαθαν γράμματα, ένιωσαν την αξία του ηρωισμού και, κυρίως, του νόστου, της αγάπης δηλαδή για την πατρίδα, την οικογένεια, τη συντροφικότητα, μέσα σε ένα πλαίσιο σεβασμού προς την πατροπαράδοτη θρησκευτική πίστη, αλλά και τη σπουδή της ύβρεως, δηλαδή της προσβολής των ιερών και των οσίων της ανθρώπινης ύπαρξης, που οδηγεί στην καταστροφή.
Ανεξαρτήτως του περιεχομένου της ταινίας, του τι επέλεξε να παρουσιάσει και τι όχι, και της σύγχρονης οπτικής με την οποία ο σκηνοθέτης είδε τον αρχαίο μύθο, έχει πολύ ενδιαφέρον αυτή η δίψα για την παράδοσή μας, χωρίς να μας ενδιαφέρει αν είναι αποτέλεσμα μόνο περιέργειας ή καλής διαφήμισης. Έχουμε ανάγκη από ήρωες και στην εποχή μας. Ήρωες που δεν θα παλεύουν μόνο για το καλό ή το κακό, αλλά ήρωες που θα αναζητούν, θα νοσταλγούν ό,τι δίνει νόημα και περιεχόμενο στη ζωή. Κι αυτό είναι η σχέση, διότι ο άνθρωπος είναι ύπαρξη που μόνο όταν σχετίζεται βρίσκει νόημα.
Η σχέση του Οδυσσέα με την πατρίδα του δεν ήταν απλά σχέση με την ομορφιά και τη μοναδικότητα ενός τοπίου. Θα ήταν τότε ένας ρομαντισμός και μόνο. Η πατρίδα είναι ο χρόνος στον οποίο ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή, είναι ο τόπος, η γλώσσα, η ιστορία, η παράδοση, η γενιά, ό,τι αξίζει να πεθάνει κάποιος γι’ αυτήν. Η πατρίδα είναι οι μνήμες μας, που μας αγκιστρώνουν στον τόπο, διότι κάθε γωνιά της έχει κάτι να μας πει.
Η οικογένεια δεν είναι η έκφραση της ανάγκης να επιβιώσουμε ή να έχουμε μία νόμιμη κοινωνικά και ηθικά ηδονή. Είναι η σχέση του ζευγαριού, η σχέση των προσώπων που ξεκινάνε άγνωστα μεταξύ τους και γίνονται ένα, με μνήμες και σημάδια μοναδικά, με χαρές και λύπες, με χωρισμούς και με αναγνωρίσεις, με παιδιά που αλλάζουν την πορεία της ζωής, διότι χτίζουν την ευθύνη και τη θυσία στην ψυχή και στο σώμα.
Η συντροφικότητα είναι η κοινότητα, η κοινωνία. Είναι οι σχέσεις με τους άλλους, τους οποίους ο άνθρωπος αισθάνεται αδέρφια του. Βλέπει τα λάθη τους και παλεύει να τα διορθώσει. Βλέπει τις ανάγκες τους και παλεύει να προλάβει να μη γίνουν αιτία καταστροφής. Βλέπει τα πρόσωπά τους όχι ως δούλους, υπηρέτες, αντικείμενα, όπως έκαναν οι μνηστήρες, αλλά ως τους συνταξιδιώτες της ζωής, που η δική τους χαρά είναι και χαρά του ήρωα, του ηγέτη, του φίλου.
Η θρησκευτική πίστη βάζει τα όρια της ιερότητας στη ζωή. Δείχνει τι έχει διάρκεια που ξεπερνά τον χρόνο και τον θάνατο. Δίνει την παρηγοριά και την ελπίδα. Και αποτρέπει τον άνθρωπο από την ύβρη της αυτοθεοποίησης ή της θεοποίησης των αναγκών του. Διότι μόνο ο άνθρωπος που εμπιστεύεται Θεό, θα αντέξει τον πειρασμό τού να είναι μόνο σάρκα ή να βλέπει τον κόσμο και τους άλλους ότι υπάρχουν για να τον υπηρετούν.
Η «Οδύσσεια» είναι η σπουδή στην αρχαιοελληνική παράδοση, η οποία θα έρθει να συναντήσει την χριστιανική πίστη και ζωή. Ο Οδυσσέας που κατεβαίνει στον Άδη για να βρει πώς θα πετύχει τον νόστο του μας θυμίζει τον Χριστό που κατεβαίνει στον Άδη για να καλέσει στη δική Του πατρίδα, την Εκκλησία, τη Βασιλεία των Ουρανών όχι λίγους, αλλά όλους. Οι αρχαίοι δεν πίστευαν ότι υπάρχει ανάσταση νεκρών, ούτε ένιωθαν την δύναμη της μετάνοιας. Εμείς όμως ξέρουμε και ζούμε εκτός από τις αξίες της αρχαιοελληνικής παράδοσης τη δική μας μοναδική συνάντηση και σχέση με τον Χριστό, που δίνει νόημα παρόντος και αιωνίου στη ζωή μας. Ας είναι και η «Οδύσσεια» μία αφόρμηση προετοιμασίας για να βρούμε τη συνέχεια που έχουμε χάσει.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Κάποτε ένας άνθρωπος προσευχήθηκε στον Θεό και Του είπε:
«Κύριε, δείξε μου τον δρόμο που πρέπει να πάρω. Άνοιξέ μου έναν δρόμο, γιατί δεν ξέρω πια πού να πάω».
Το επόμενο πρωί, βγήκε από το σπίτι του και βρήκε μπροστά του έναν δρόμο κλειστό. Ένα μεγάλο πεσμένο δέντρο εμπόδιζε το πέρασμα. Θύμωσε.
«Θεέ μου, αφού σου ζήτησα δρόμο, γιατί μου έβαλες αυτό το εμπόδιο;»
Και όμως, αντί να γυρίσει πίσω, αποφάσισε να προσπαθήσει. Κάθε μέρα πήγαινε εκεί και καθάριζε λίγο τον δρόμο.
Έκοβε κλαδιά, απομάκρυνε πέτρες, πάλευε με ό,τι μπορούσε. Πέρασαν μέρες και το δέντρο δεν έφευγε. Κάποια στιγμή λύγισε και είπε:
«Κύριε, κουράστηκα. Προσπαθώ τόσο καιρό και ο δρόμος μου παραμένει κλειστός».
Και τότε ένιωσε μέσα του μια ήσυχη φωνή:
«Παιδί μου, δεν σου ζήτησα να ανοίξεις ολόκληρο τον δρόμο. Σου ζήτησα να κάνεις το επόμενο βήμα. Εσύ κοιτούσες το εμπόδιο.
Εγώ κοιτούσα τον δρόμο που θα ανοιγόταν πίσω του. Μην ρωτάς πάντα γιατί υπάρχει το εμπόδιο. Ρώτα τι θέλει να σου μάθει ο Θεός μέσα από αυτό.
Γιατί πολλές φορές δεν αλλάζει αμέσως τον δρόμο σου. Αλλάζει πρώτα εσένα, ώστε όταν ανοίξει ο δρόμος, να είσαι έτοιμος να τον περπατήσεις».
Και ο άνθρωπος κατάλαβε πως η καθυστέρηση δεν ήταν εγκατάλειψη.
Ήταν προετοιμασία. Και από εκείνη την ημέρα, όταν συναντούσε ένα εμπόδιο, δεν έλεγε πια: «Θεέ μου, γιατί μου το έστειλες;».
Έλεγε: «Θεέ μου, δείξε μου ποιο είναι το επόμενο βήμα».

αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος
Οι εποχές αλλάζουν. Και μαζί τους αλλάζουμε κι εμείς.
Αλλάζει η ψυχολογία μας, η διάθεσή μας, ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα.
Υπάρχουν μέρες φωτεινές και μέρες πιο δύσκολες, μέρες που η καρδιά ανοίγει και άλλες που χρειάζεται λίγο χρόνο για να ξαναβρεί τον ρυθμό της.
Κι όμως, μέσα σε όλες αυτές τις αλλαγές, ας προσπαθήσουμε να κρατήσουμε ανέπαφα εκείνα τα βαθύτερα της καρδιάς μας.
Την αγάπη.
Την αλληλεγγύη.
Το έλεος.
Τη συμπόνια.
Την αγκαλιά προς τον άλλον.
Τη δεκτικότητα να ακούμε, να κατανοούμε, να αφήνουμε χώρο.
Γιατί μπορεί να αλλάζουν οι εποχές, να αλλάζουν οι συνθήκες, να αλλάζουμε κι εμείς…
Αλλά ας μην αφήσουμε τον κόσμο να μας κάνει λιγότερο ανθρώπινους.
Ας κρατήσουμε την καρδιά μας μαλακή.
Ας έχουμε χώρο για τον πόνο του άλλου, για τη σιωπή του, για την αδυναμία του, αλλά και για τη χαρά του.
Ναι, δεν θα είμαστε πάντα καλά.
Και αυτό είναι μέσα στη ζωή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι αποτύχαμε υπαρξιακά.
Αυτό σημαίνει ότι είμαστε άνθρωποι.
Να ακούμε το σώμα μας, που πολλές φορές μας δείχνει σημάδια κούρασης, άγχους, στρες…
Και να χαλαρώνουμε τους ρυθμούς, να μιλούμε, να εξωτερικεύουμε τα βαθύτερά μας, πριν μας πνίξουν, πριν μας παραλύσουν…
Γι’αυτό και είναι μεγάλη ευλογία να έχεις άνθρωπο να μιλήσεις χωρίς φόβο.
Να ανοίγεσαι χωρίς την σκέψη της απόρριψης.
Να φανερώνεις τις αδυναμίες σου, χωρίς την έννοια μήπως «πέσεις στα μάτια του».
Ναι, είναι μεγάλη ευλογία να έχεις άνθρωπο που θα σε δει να λυγίσεις, να κλαις και θα σε αγκαλιάσει με αγάπη και κατανόηση. Και αυτό είναι τόσο λυτρωτικό…
Όλοι μας κάτι κουβαλάμε μέσα μας.
Γι’ αυτό ποτέ να μην κρίνουμε τους άλλους αυστηρά. Δεν ξέρουμε ο καθένας τι περνάει, πως νιώθει, τι τραύματα κουβαλάει, πόσες αγωνίες βάστα, με πόσες ενοχές παλεύει….
Μακάρι να ήταν η ζωή γεμάτη χαρές.
Όμως δεν είναι.
Ξέρετε όμως κάτι;
Εάν μας δοθεί η ευκαιρία να βαστάξουμε, έστω και για λίγο, τον πόνο του άλλου (ιδιαίτερα όταν κι εμείς κουβαλάμε τον δικό μας σταυρό) ο Θεός συγκινείται βαθιά.
Γιατί τότε, μέσα στη δική μας δοκιμασία, επιλέγουμε να γίνουμε στήριγμα για κάποιον άλλον.
Και δεν υπάρχει τίποτα πιο ιερό και άγιο από αυτό!