Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

Μερικοί άνθρωποι δεν ζητούν πολλά.

 Οι άνθρωποι - Little Hope Flags


Μερικοί άνθρωποι δεν ζητούν πολλά.
Δεν θέλουν μεγάλες εκπλήξεις, ακριβά δώρα ή εντυπωσιακές κουβέντες.
Θέλουν μόνο ένα:
να τους θυμηθεί κάποιος.
Ένα «τι κάνεις;» χωρίς λόγο.
Ένα τηλεφώνημα.
Ένα μήνυμα.
Μια αγκαλιά.
Ένα «σε σκέφτηκα σήμερα».
Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που έχουν μάθει να λένε «είμαι καλά», ακόμη κι όταν δεν είναι.
Που δεν ζητούν βοήθεια, επειδή φοβούνται μήπως γίνουν βάρος.
Που χαμογελούν στους άλλους και μετά γυρίζουν σπίτι και σωπαίνουν.
Κι ίσως σήμερα κάποιος άνθρωπος γύρω σου να μη χρειάζεται να του λύσεις κανένα πρόβλημα.
Ίσως χρειάζεται μόνο να του θυμίσεις ότι υπάρχεις.
Μην περιμένεις πάντα να σου ζητήσουν αυτό που χρειάζονται.
Μερικές φορές η πιο όμορφη μορφή αγάπης είναι απλώς:
«Σε θυμήθηκα. Πώς είσαι στ’ αλήθεια;»


Η ελευθερία από τη συγχώρεση

Η δύναμη της Συγχώρεσης - Konstantinos Charantiniotis

Το να μη συγχωρεί κάποιος σημαίνει ότι έχει προβληματικά όρια. Οι άνθρωποι που δεν συγχωρούν, αφήνονται, με τη στάση τους αυτή, στον έλεγχο των άλλων, μην μπορώντας ν’ απαλλαγούν από τα μικρά αισθήματα που τους προκαλεί όλη αυτή η κατάσταση. Ελευθερώνοντας αυτούς που σας πλήγωσαν, από το χρέος τους απέναντι σας, παύετε να περιμένετε οτιδήποτε απ’ αυτούς. Έτσι αυτόματα ελευθερωνόσαστε κι εσείς. Η συγγνώμη μάς οδηγεί σε οικοδομητικές ενέργειες και μας ελευθερώνει από τον παθητικό εγκλωβισμό μας στις απραγματοποίητες επιθυμίες του παρελθόντος.

OI ΑΓΙΟΙ ΦΛΩΡΟΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΟΣ

 

AgioiFlorosLauros02

Οι Άγιοι Φλώρος και Λαύρος ήταν δίδυμα αδέλφια και ήταν άρρηκτα ενωμένοι δια της θερμής πίστεως και αγάπης που είχαν προς το Χριστό. Κατάγονταν από το Βυζάντιο και είχαν διδαχθεί το χριστιανισμό και την τέχνη του λιθοξόου από τους Αγίους Πρόκλο (ή Πάτροκλο σύμφωνα με τον Άγιο Νικόδημο) και Μάξιμο, οι όποιοι υπέστησαν και μαρτυρικό θάνατο για το Χριστό.

Μετά το θάνατο των διδασκάλων τους, ο Φλώρος και ο Λαύρος αναχώρησαν στην Ιλλυρία και διάλεξαν σαν τόπο διαμονής τους την πόλη Ουλπιανά. Στην πόλη αυτή εργάζονταν την τέχνη τους, αλλά συγχρόνως μέσω αυτής προσπαθούσαν για την εξάπλωση του Ευαγγελίου.

Εκεί υπήρχε και κάποιος Ιερέας ειδώλων, ονομαζόμενος Μερέντιος. Ο γιος αυτού Αθανάσιος από το ένα του μάτι έπαθε τύφλωση, που από την ιατρική επιστήμη δε βρήκε θεραπεία. Τότε πλησίασε τους δύο τεχνίτες αδελφούς, οι οποίοι με την επίκληση του ονόματος του Χριστού θεράπευσαν το μάτι του γιου του ειδωλολάτρη Ιερέα, με αποτέλεσμα να πιστέψουν και οι δύο στο Χριστό. Αυτό μόλις το έμαθε ο έπαρχος Λύκων, συνέλαβε τους δύο αδελφούς και, αφού τους βασάνισε φρικτά, τους έριξε μέσα σε ένα πηγάδι, όπου και παρέδωσαν το πνεύμα τους. Έτσι, οι δύο τεχνίτες αδελφοί μπήκαν στην αιώνια πόλη, «ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός» (Προς Εβραίους Επιστολή, ια’ 10). Της οποίας, δηλαδή, τεχνίτης και κτίστης είναι αυτός ο Θεός. Τα λείψανα αυτών τα συνέλεξαν πιστοί Χριστιανοί και τα μετέφεραν στη Βασιλεύουσα.

Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Εὐσεβείας τοὶς τρόποις ἐγγυμναζόμενοι, τοῦ μαρτυρίου τὴν τρῖβον διαπεράτε καλῶς, ὡς αὐτάδελφοι κλεινοὶ Χριστὸν δοξάσαντες, ὅθεν γεραίρομεν ὑμᾶς, ὡς γενναίους Ἀθλητᾶς, Φλῶρε καὶ Λαῦρε βοῶντες. Ἀπὸ παντοίας ἀνάγκης, ρύσασθε πάντας ἠμᾶς Ἅγιοι.

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Για χάρη μας

 

Ας γίνουμε όπως ο Χριστός, επειδή και ο Χριστός έγινε όμοιος με εμάς. Ας γίνουμε θεοί για χάρη του, επειδή και εκείνος έγινε άνθρωπος για χάρη μας. Έλαβε το χειρότερο, για να μας δώσει το καλλίτερο. Έγινε φτωχός, για να πλουτίσουμε εμείς από την πτωχεία του. Έλαβε δούλου μορφή, για να απολαύσουμε εμείς την ελευθερία. Κατέβηκε για να υψωθούμε. Υπέμεινε τους πειρασμούς, για να νικήσουμε. Υπέμεινε την ατίμωση, για να μας δοξάσει. Πέθανε, για να μας σώσει και ανέβηκε, για να μας σύρει κοντά του από κάτω όπου βρισκόμασταν πεσμένοι και νεκρωμένοι από την αμαρτία.

Ἡ Μεγάλη Ἀγαπημένη

 

Ἀρχιμανδρίτου Ἐπιφανίου Οἰκονόμου, Ἱεροκήρυκος Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος καί Ἁλμυροῦ

Τό πρόσωπο τῆς μεγάλης Μάνας ὅλων μας τιμοῦμε καθώς ἑορτάζουμε τήν μεγίστη ἑορτή τοῦ καλοκαιριοῦ, τήν Κοίμηση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

Μέ τήν ἑορτή αὐτή ἀποδίδουμε τιμή καί εὐγνωμοσύνη στή Μεγάλη Ἀγαπημένη τῆς καρδιᾶς μας, τοῦ τόπου μας, τῆς ἱστορίας μας. Καί ἡ Παναγία μας εἶναι σίγουρα ἡ πιό ἀγαπημένη.

Ὅλοι μας ἔχουμε συνάψει μαζί της μία ξεχωριστή καί μοναδική σχέση διακρίνοντάς τήν ἀπό τήν μεγάλη χορεία τῶν Ἁγίων τῆς πίστεώς μας.

Ξεχωρίσαμε πάνω της αὐτό πού μπορεῖ νά γεμίσει τήν καρδιά μας, νά ἐμπνεύσει τήν ὕπαρξή μας. Γι’ αὐτό τήν ἐμπιστευόμαστε, χωρίς δισταγμούς καί ἀναστολές.

Ἡ Παναγία, μία μορφή βγαλμένη μέσα ἀπό τά σπλάχνα τῆς ἀνθρώπινης ἀκαταστασίας καί ἁμαρτωλότητας, ἔδειξε, εὐθύς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι δέν ἦταν δυνατόν νά ἀνήκει στή ζοφερή πραγματικότητα τῆς ἀνθρώπινης κατάπτωσης.

Ἔδειξε ὅτι ἦταν πλασμένη γιά κάτι ἄλλο, κάτι πέρα ἀπό τά δεδομένα καί τά συνηθισμένα, κάτι πού, τελικά, θά εἶχε σχέση μέ τά γήινα, στήν προοπτική, ὅμως, νά συνδεθοῦν ἄμεσα μέ τά ἐπουράνια.

Καί ἐκείνη ἔπαιξε ἀκριβῶς αὐτόν τό ρόλο τοῦ ἐκλεκτοῦ συνδέσμου, πού μπόρεσε, μέσα ἀπό τήν ταπείνωση καί τήν ὑπακοή της, νά καταστεῖ τό δοχεῖο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ.

Μπόρεσε νά ἑνώσει τόν οὐρανό μέ τή γῆ καί νά ἀνανεώσει τήν ἐλπίδα ὅτι ἡ πραγματικότητα τῆς προσωπικῆς μας λύτρωσης καί σωτηρίας καθίσταται, πλέον, ρεαλιστική.

Χωρίς ἴχνος σοβινισμοῦ, πιστεύουμε ὅτι, ἀπό ὅλους τούς Ὀρθοδόξους λαούς τῆς ὑφηλίου, ὁ Ἑλληνικός Ὀρθόδοξος λαός συνδέεται ἄρρηκτα μαζί της μέ τρόπο ἐκπληκτικό.

Κάθε Αὔγουστο ἡ Ἑλλάδα ζεῖ καί κινεῖται στούς ρυθμούς τῆς μεγάλης γιορτῆς τῆς Παναγιᾶς. Ἀπό τό ἕνα ἄκρο τῆς πατρίδας ἕως τό ἄλλο, ἄν κινηθεῖ κανείς, θά διαπιστώσει ὅτι ὁ λαός μας γεμίζει τίς Ἐκκλησιές μέσα στήν κάψα τοῦ καλοκαιριοῦ.

Ψάλλει μέ δέος τόν Παρακλητικό της Κανόνα, ἀνοίγει καί λειτουργεῖ τά ξεχασμένα καί ἀπομονωμένα ξωκλήσια τῆς ὑπαίθρου καί γιορτάζει τό Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ ἀποδίδοντας στό πρόσωπό Της τιμή ξεχωριστή.

Ἀπό τήν Τῆνο μέχρι τή Σουμελά στό Βέρμιο, ἀπό τή Χοζοβιώτισσα τῆς Ἀμοργοῦ μέχρι τή δική μας, τήν Ἑκατονταπυλιανή τοῦ Αἰγαίου ἤ τήν Εἰκοσιφοίνισσα τῆς Μακεδονίας, στήνεται ἕνας μοναδικός λατρευτικός χορός. Ἐξελίσσεται ἕνα ἀέναο πανηγύρι.

Ἕνας ἀόρατος ἀρχιμουσικός μοιάζει νά κινεῖ τήν εὐλογημένη μπαγκέτα του ἐναρμονίζοντας αὐτό τό ὑπερκόσμιο καί συνάμα, τόσο δικό μας Θεομητορικό τραγούδι.

Γιατί, ὅμως ὅλα αὐτά; Γιατί αὐτό τό μεγάλο δέσιμο; Τί εἶναι, ἐπιτέλους, ἡ Παναγία γιά μᾶς; Τόσο ἡ πολιτιστική μας παράδοση, ὅσο καί ἡ θρησκευτική μας πίστη δίνουν τήν ἀπάντηση.

Ἡ Παναγία γιά ἐμᾶς τούς Ἕλληνες, περισσότερο ἀπό Θεοτόκος, ἀπό Ὑπεραγία, ἀπό ἕνα πρόσωπο πέριξ τοῦ ὁποίου ἐξελίχτηκαν στήν ἱστορία πολλοί ἀγῶνες γιά τή δογματική της θέση μέσα στήν Ἐκκλησία, εἶναι ἁπλά καί μόνο ἡ μεγάλη Μάνα, μέ ὅσα συνεπάγεται αὐτός ὁ ὅρος, ὁ τόσο ἁπλός, μά καί τόσο μεγάλος καί οὐσιαστικός.

Ἡ Παναγία εἶναι ἡ μάνα μας, γιατί εἶναι τό ἀποκούμπι μας.

Σ’ αὐτή καταθέτουμε τά πάθη καί τούς καημούς μας. Ἐκείνης τό ὄνομα φέρουμε ἀβίαστα στά χείλη μας κάθε φορά πού ἀντιμετωπίζουμε κινδύνους καί προβλήματα.

Εἶναι ἡ Μάνα μας, γιατί σ’ αὐτήν ἀκουμπᾶμε καί παρακαλοῦμε, γιατί εἴμαστε σίγουροι πώς θ’ ἀκούσει, ὅπως ἀκούει ἡ κάθε μάνα τήν παράκληση τῶν παιδιῶν της.

Εἶναι ἡ καταφυγή μας στούς πειρασμούς, ἡ εἰρήνη μας στόν πόλεμο τῶν παθῶν, εἶναι τό φῶς στό σκοτάδι τῶν θλίψεων καί τῶν δοκιμασιῶν, πού χειμάζουν τίς ψυχές μας.

Εἶναι ἡ προστασία καί ἡ σκέπη τῆς ζωῆς μας, ἐκείνη πού γεμίζει τήν καρδιά μας μέ χαρά καί εὐφροσύνη, πού μᾶς ἔσωσε ἀπό τό θάνατο
καί τή φθορά, γιατί γέννησε τόν νικητή τοῦ θανάτου.

Εἴναι «ἡ μεταβολή τῶν θλιβομένων, ἡ ἀπαλλαγή τῶν ἀσθενούντων, τῶν πολεμουμένων ἡ εἰρήνη, τῶν χειμαζομένων ἡ γαλήνη, ἡ μόνη προστασία τῶν πιστῶν».

Ἡ Παναγία εἶναι ἡ μάνα μας, γιατί εἶναι ἡ μεσίτριά μας.

Ἡ μητρική της ἰδιότητα εἶναι ἐκείνη πού τήν καθιστά ἱκανή νά πρεσβεύει, μέ παρρησία, στόν Υἱό καί Θεό της, μεταφέροντας στό θρόνο Του τίς δικές μας ἱκεσίες καί παρακλήσεις.

Εἶναι σέ θέση νά μαλακώνει καί νά καταπραΰνει τήν δίκαιη ἀπογοήτευση τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἐκτροπή καί τό παραστράτημά μας ἀπό τό δικό Του θέλημα καί τό αἱματοκύλισμά μας στή ζωή τῆς ἁμαρτίας.

Καί ἀφοῦ τέτοια Μητέρα εἶναι γιά ὅλους μας ἡ Παναγία, ἔχουμε τό δικαίωμα νά βάλουμε στό στόμα μας τά λόγια του Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα καί νά τῆς ποῦμε:

«…Σέ σένα καί στή δική σου φιλανθρωπία ἀνήκει, Πολυύμνητη, νά μή σταθμίσεις τή χάρη πού θά μᾶς δώσεις σέ τίποτα δικό μας, ἀλλά στή δική σου μεγαλοπρέπεια.

Κι ὅπως ἐσύ, ἀφοῦ ἑξαιρέθηκες ἀπό τό κοινό γένος κι ἔγινες δῶρο στό Θεό, ἐκόσμησες ἔπειτα ὅλους τούς ὑπόλοιπους ἀνθρώπους, ἔτσι καί σέ μας, ἀντί γι’ αὐτούς ἐδῶ τους λόγους πού σοῦ προσφέρουμε, ἁγίασε τό θησαυροφυλάκιο τῶν λόγων, τήν καρδιά μας καί ἀνάδειξε τή χώρα τῆς ψυχῆς ἄγονη γιά κάθε κακό, μέ τή Χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Μονογενοῦς σου Υἱοῦ… τώρα καί πάντοτε…».

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΥΡΩΝ

  


Τη μνήμη του Αγίου Μύρωνος τιμά σήμερα, , η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Μύρων μαρτύρησε όταν αυτοκράτωρ ήταν ο Δέκιος, το 250 μ.Χ. Καταγόμενος από πλούσια οικογένεια, θα μπορούσε να ζήσει άνετα, με όλα τα επίγεια αγαθά που θα επιθυμούσε.
 Όμως η μεγάλη του αγάπη προς το Χριστό, έκανε το Μύρωνα να χειροτονηθεί Ιερέας. Αφιερώθηκε, λοιπόν, ολοκληρωτικά στο ποιμαντικό του καθήκον και δίδασκε, νουθετούσε και βοηθούσε το κάθε ένα μέλος του ποιμνίου του. Μεριμνούσε καθημερινά για τους φτωχούς, τις χήρες και τα ορφανά.
Κάποτε, ο έπαρχος Αχαΐας Αντίπατρος πήγε στον τόπο όπου λειτουργούσε ο Μύρων και συνέλαβε πολλούς χριστιανούς. Για να εκβιάσει λοιπόν το Μύρωνα, να αλλαξοπιστήσει, έφερε μπροστά του το ποίμνιο του και του είπε ότι, αν αυτός αρνηθεί το Χριστό, θα τους αφήσει όλους ελεύθερους.
Ο Μύρων μειδίασε και απάντησε: «Αν ήταν για τη σωτηρία των πνευματικών μου παιδιών, πρόθυμα θα έδινα τη ζωή μου. Τώρα όμως δεν πρόκειται γι’ αυτό. Ας δώσουν λοιπόν οι ίδιοι απάντηση».
Τότε όλοι μαζί φώναξαν: «Όχι. Μια ανθρώπινη ψυχή είναι ασύγκριτα πολυτιμότερη από μύρια σώματα και από τον κόσμο όλο. Ποιος λοιπόν από μας θέλει να δεχθεί, ώστε να χάσει την ψυχή του ο πνευματικός μας πατέρας, για να ζήσουν λίγο περισσότερο στον πρόσκαιρο αυτό κόσμο οι δικές μας σάρκες;».
Ο έπαρχος, εξοργισμένος από την απάντηση, αφού βασάνισε με φρικτό τρόπο το Μύρωνα, τελικά τον αποκεφάλισε.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως θείον αλάβαστρον, των ιερών αρετών, πιστώς Ιεράτευσας, τη Εκκλησία Χριστού, και χαίρων ενήθλησας, όθεν τη ευωδία, των εν σοι χαρισμάτων, Μύρων Ιερομάρτυς, των παθών το δυσώδες, απέλασαν ανενδότως, εκ των ψυχών ημών.

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

"Ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε…"


Τι παράξενη φράση.Έφυγες, αλλά δεν μας άφησες.

Ίσως γιατί η αληθινή αγάπη κάνει κάτι που δυσκολεύεται να καταλάβει η λογική: μετατρέπει την απουσία σε έναν άλλο τρόπο παρουσίας.

Δεν αγαπάμε μόνο ό,τι βλέπουμε και αγγίζουμε. Υπάρχουν άνθρωποι που έφυγαν από τη ζωή μας κι όμως εξακολουθούν να κατοικούν μέσα μας περισσότερο από ανθρώπους που συναντάμε κάθε μέρα.
Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ένα σώμα που βρίσκεται δίπλα μας. Είναι σχέση. Είναι μνήμη. Είναι παρουσία μέσα στην καρδιά του άλλου.

Κι ίσως εδώ βρίσκεται κάτι βαθιά ελληνικό. Ο λαός μας δεν έμαθε την Παναγία ως μια θεολογική ιδέα. Την έκανε σχέση. Της μίλησε σαν να μιλά στη μάνα του. Της άναψε καντήλια, της πήγε τάματα, έκλαψε μπροστά στην εικόνα της και στις δύσκολες ώρες δεν είπε μια θεολογική πρόταση.

Είπε δύο λέξεις: «Παναγία μου…»Και ίσως αυτό το «μου» να κρύβει ολόκληρη θεολογία.
Γιατί σημαίνει: έχω κάπου να ανήκω. Υπάρχει κάποιος που με χωρά ακόμη.
Η Παναγία δεν εγκατέλειψε τον κόσμο επειδή ακριβώς δεν έπαψε να σχετίζεται μαζί του.
Γι’ αυτό βρίσκεται κοντά στη μάνα που κλαίει, στον άρρωστο που φοβάται, στον άνθρωπο που ξενυχτά μόνος, στον αμαρτωλό που ντρέπεται ακόμη και να κοιτάξει τον Θεό.

Η Παναγία δεν μας υπόσχεται λύση όλων των προβλημάτων μας, αλλά Παρουσία μέσα στα βάσανα μας "τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε..."
Κι αυτή ίσως είναι η βαθύτερη παρηγοριά της πίστης:
ότι ακόμη κι όταν αισθάνεσαι πως δεν σε χωράει πια κανείς, υπάρχει μια Μάνα που εξακολουθεί να λέει στον κόσμο: “Δεν σας άφησα”........
Χρόνια πολλά, καλά κι ευλογημένα.
π. Λίβυος

Σταυροδρόμια τῆς Παναγίας

 

π. Χρυσόστομος

Σταυροδρόμια, ἀπό πάμπολλα περάσαμε, σέ ἀμέτρητα σταθήκαμε, σέ πάρα πολλά θά βρεθοῦμε.

Τήν Παναγία θά συναντήσουμε σέ σημαντικά καί συγκεκριμένα, σέ γνωστά καί ἄγνωστα, σέ λογικά καί ὑπέρλογα.

Τοῦτες τίς ἡμέρες θά Τήν ἀνταμώσουμε μέ τά λιβανωτά τῆς ὑπομονῆς, τῆς προσμονῆς καί τῆς ἐπιμονῆς στό σταυροδρόμι τῶν ὕμνων μέ τά λουλούδια, τῶν θρήνων μέ τούς θρύλους, τῶν αἰτημάτων μέ τίς ὑποσχέσεις.

Πιστή στό ραντεβού Της, ἔρχεται ἔχοντας περάσει ἀπό πονεμένους καί δυστυχισμένους, ἀπό πρόσφυγες καί ἀρρώστους, ἀπό μικρούς καί μεγάλους.

Λίγα γνωρίζουμε γιά τήν Θεοτόκο, Ἐκείνη κάνει τά πάντα γιά νά μᾶς δείξει ὅτι οἱ εὐεργεσίες Της δέν εἶναι θέμα συστάσεων καί πολυλογίας, ἀλλά ψυχικῆς θέλησης καί καρδιακῆς καρτερίας.

Ἐκείνη τά ἔχει, ἀπό τό «ναί» στόν Εὐαγγελισμό Της, μέχρι τό «γιατί» στόν Γολγοθά.

Γι’ αὐτό καί βοηθᾶ ὅσους λένε «ναί» στό θεῖο θέλημα καί ὅσους ἀγόγγυστα αἴρουν τά «γιατί» τῶν δοκιμασιῶν τους.

Βρέθηκε στήν Γέννα Της στό σταυροδρόμι τῆς ἀτεκνίας καί τῆς ἀναμονῆς, τῆς ὑπακοῆς καί τοῦ θαύματος.

Ἐκείνη γέννησε τό σταυροδρόμι τῆς ἀδικίας καί τῆς συγχώρεσης, τοῦ πόνου καί τῆς σωτηρίας, τόν Χριστό!

Παραμένει τό σταυροδρόμι τῆς πίκρας καί τῆς αἰσιοδοξίας, τῆς ἀσθένειας καί τῆς χάρης.

Τήν χαρά τήν ἀναμένουμε, τήν ἐλπίδα τήν ψάχνουμε, τήν ἀσθένεια τήν ὑπομένουμε, τήν χάρη τήν ἐκλιπαροῦμε.

Παρά ταῦτα, ἀρκετοί στέκονται στό σταυροδρόμι τῆς ἀνασφάλειας γιά τό αὔριο μέ τήν ἀπογοήτευση γιά τό ἐχτές, τῆς ἀβεβαιότητας γιά τήν ζωή μέ τήν ἄρνηση γιά τό θαῦμα.

Ἡ Θεομητορική πορεία παραμένει συγκεκριμένη: ἀπό τόν Ναό, στόν Γολγοθά καί ἀπό τόν Γολγοθά, στήν ζωή μας.

Ὅταν εἴμαστε στήν Ἐκκλησία Του, θά Τήν συναντᾶμε καί θά γιορτάζουμε Π ά σ χ α! τήν ἄνοιξη τοῦ παιδιοῦ Της, τό καλοκαίρι τό δικό Της, τό πέρασμα το δικό μας.

ΜΑΚΡΟΘΥΜΗΣΟΝ ΕΠ’ ΕΜΟΙ

 

«Πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· Κύριε, μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω» (Ματθ. 18, 26)

῾Ο δοῦλος τότε ἔπεσε στὰ πόδια του, τὸν προσκυνοῦσε κι ἔλεγε· “δεῖξε μου μακροθυμία καὶ θὰ σοῦ τὰ δώσω ὅλα τὰ χρέη μου πίσω”. 

            Η μακροθυμία είναι μία άγνωστη λέξη για τους περισσότερους ανθρώπους της εποχής μας, ιδίως αυτοί που εξουσιάζουν. Ο μακρόθυμος είναι αυτός που έχει αντοχή στον θυμό, δηλαδή στην ψυχή του. Δείχνει μεγαλοκαρδία, δεν βιάζεται να θυμώσει, να τιμωρήσει, να επιβληθεί, αλλά ακούει τον άλλον, προσπαθεί να κατανοήσει τη στάση του, βρίσκει ελαφρυντικά και δεν καταδικάζει. Μια ματιά στο Διαδικτύου, στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης σήμερα, θα μας πείσει ότι η λέξη είναι αδιανόητη. Άνθρωποι οργισμένοι, άνθρωποι που πιστεύουν στο δίκιο τους, άνθρωποι που αδιαφορούν για τον άλλον και έχουν ως κριτήριο μόνο τον εαυτό τους και τις απόψεις τους, δεν διστάζουν να καταγράφουν χολή και μίσος σε κάθε δυνατή ευκαιρία. Αλλά και άνθρωποι οι οποίοι έχουν ζήσει μακροθυμία, ανταποδίδουν αχαριστία όταν έχουν την εξουσία να το πράξουν.

            Αυτή είναι η εικόνα της παραβολής του αχάριστου δούλου. Χρωστά στον Θεό πολλά και ο Θεός μακροθυμεί. Κι όταν εκείνος θα έρθει ενώπιον ενός σύνδουλού του, ενός συνανθρώπου του, ο οποίος του χρωστά κάτι ελάχιστο, θα του δείξει στον σκληρότερο εαυτό του. Θα λάβει την μακροθυμία του Θεού  και θα αρνηθεί να δείξει μακροθυμία στον πλησίον του. Θα ζήσει την αγάπη, την καλοσύνη, τη συγχωρητικότητα, την ανοχή και θα επιδείξει κακία, σκληρότητα, αδιαφορία. Και ο Θεός δεν θα του δώσει δεύτερη ευκαιρία, διότι ο ίδιος διάλεξε την αυστηρότητα της τυπικής δικαιοσύνης για τον συνάνθρωπο, μη συγκινούμενος από την μακροθυμία του Θεού.

            Οι χριστιανοί έχουμε μέσα μας το μικρόβιο της δικαίωσης. Θεωρούμε ότι ο Θεός  μάς οφείλει επειδή είμαστε μέλη της Εκκλησίας του, επειδή προσπαθούμε να τηρήσουμε τις εντολές Του, επειδή συμπεριφορικά είμαστε οι καλοί της ιστορίας. Παραθεωρούμε όμως ότι οφείλουμε σ’ Αυτόν τα πάντα. Ότι η ζωή μας, οι σκέψεις και οι λογισμοί μας, συχνά και οι πράξεις μας δεν ξεκινούν από την αγάπη προς Εκείνον και τον συνάνθρωπο και ότι έχουμε χρέη απέναντί Του, καθώς ο Θεός είναι αγάπη και την αγάπη μάς καλεί να δείξουμε. Κι όταν έρχονται στιγμές στη ζωή μας, στις οποίες δοκιμαζόμαστε, δεν μπορούμε να νιώσουμε ότι ο Θεός μας δίνει δεύτερες ευκαιρίες διά της μακροθυμίας του, δεν επιβάλλει τη δικαιοσύνη, αλλά μας αφήνει ελεύθερους να συνεχίσουμε να ζούμε κατά τη δυνατότητά μας, αρκεί να δείξουμε κι εμείς αγάπη στον συνάνθρωπό μας.

            Είναι ευκαιρία πνευματικής αυτογνωσίας η παραβολή του αχάριστου δούλου. Ευκαιρία να δούμε τελικά αν υπάρχει στην καρδιά μας χαιρεκακία, αν είμαστε έτοιμοι να βγάλουμε έναν εκδικητικό εαυτό προς τον συνάνθρωπο, ιδίως αν αυτός μας χρωστά κάτι, ή αν λειτουργεί μέσα μας ο λόγος της Κυριακής προσευχής: «άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών».  

            Και το ερώτημα της δικαιοσύνης σ’ αυτόν τον κόσμο; 

           Πάντα υπάρχει η προτροπή για μετάνοια στα λάθη όλων μας. Υπάρχει η δυνατότητα να δώσουμε δεύτερη ευκαιρία στον κάθε πλησίον μας ή, τουλάχιστον, με καλοσύνη και σταθερότητα να του επισημάνουμε τις οφειλές του, όχι για να τον εξοντώσουμε ούτε για να δικαιωθούμε, αλλά για να μπορέσουμε να τον βοηθήσουμε να αποκτήσει και ο ίδιος επίγνωση των ορίων του και να ξεκινήσει να παλεύει να διορθωθεί, να καλύψει τα λάθη και τις οφειλές του και να μπορέσει να κάνει καινούργια αρχή. Κι εκεί όπου βλέπουμε  αδιαφορία και αδυναμία, ας μην βιαζόμαστε να βγάλουμε τελική απόφανση, αλλά ας αφήνουμε τον Θεό να δώσει την τελική απάντηση.

            Ζήτα και δείξε μακροθυμία, αυτό ας είναι  ένα μήνυμα αυθεντικής χριστιανικής ζωής, ακόμη κι αν κουράζει λίγο την καρδιά μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Άγιος Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής


Ο Γέροντας Ιωσήφ γεννήθηκε το 1898 στο χωριό Λεύκες στην Πάρο. Στα χρόνια που γεννήθηκε, οι αξίες που χαρακτηρίζουν την ευγένεια του ανθρώπου έναντι των άλλων δημιουργημάτων ήταν ακόμη πολύ ισχυρές, όπως και στην δική του φτωχή κατά τα άλλα οικογένεια· γεγονός που του δώρισε άριστες αρχές και ενάρετο χαρακτήρα. 

Πολύ σύντομα έμεινε ορφανός από πατέρα και αυτό του στέρησε την δυνατότητα να έχει ιδιαίτερες σπουδές. Τελείωσε την Β' Δημοτικού, ώστε μόλις είχε τη δυνατότητα απλώς να διαβάζει και να γράφει χωρίς σωστό συντακτικό και με πολλά ορθογραφικά λάθη. Εργαζόταν στον τόπο της γεννήσής του, τελείωσε τη στρατιωτική του θητεία στο Ναυτικό και σε ηλικία περίπου 23 ετών, βρισκόταν στην Αθήνα σαν μικροπωλητής.

Ο Γέροντας αγαπούσε να εργάζεται και δεν σταματούσε καθόλου στις ώρες που επέτρεπε το πρόγραμμα. Το εργόχειρό του τότε ήταν σταυρουδάκια σκαλιστά, τα οποία σκάλιζε με μεγάλη ευχέρεια και ταχύτητα. Έμενε μόνος του στο καλυβάκι, σε ένα μέρος που ήταν απόμερο και ήσυχο, αλλά ήταν πιο εκτεθειμένο στους καιρούς. Έτσι, το κρύο ήταν περισσότερο.


Όνειρο - αποκάλυψη

Στην απλότητα των χρόνων εκείνων, σε ένα περιβάλλον πολύ κοσμικό, όπως ήταν η Αθήνα, μία ευγενική ύπαρξη γεμάτη αυτοθυσία και αγάπη όπως ήταν ο Φραγκίσκος, (αυτό ήταν το όνομά του πριν γίνει μοναχός), ζούσε μία ζωή έντιμη και προσεγμένη έως ότου κάποιες συγκυρίες του άλλαξαν τελείως την ζωή. Ενώ μελετούσε βιβλία παλαιών ασκητών της Εκκλησίας, ένα αποκαλυπτικό όνειρο του έδωσε μεγάλη ώθηση προς τον μοναχισμό. Βρέθηκε μπροστά σε μεγαλειώδεις ανακτορικούς χώρους και συνοδευόμενος από τους φύλακες του χώρου αυτού, φοβήθηκε, διότι δεν γνώριζε πως βρέθηκε εκεί, χωρίς να το αξίζει. 

Όμως εκείνοι χαμογέλασαν με καλοσύνη και του είπαν ότι το να ανεβεί εκεί είναι επιθυμία και θέληση του Βασιλέως. Για την εποχή βέβαια εκείνη, αυτό ήταν ύψιστη τιμή. Εδώ όμως δεν συνάντησε ο Φραγκίσκος κάτι το επίγειο, αλλά περνώντας μέσα από ασύλληπτους για την γήινη διάνοια χώρους, σε μια ξένη για τους κοινούς θνητούς διάσταση, τον υποδέχτηκαν και του έδωσαν ενδυμασία πολύτιμη που έμοιαζε κατασκευασμένη από ολόλευκο φως, ενώ ταυτόχρονα του είπαν «από εδώ και στο εξής θα υπηρετείς εδώ».

Παρόμοιες “πληροφορίες” είχε συναντήσει ο Φραγκίσκος στην μελέτη των βίων των Γερόντων και ασκητών της ερήμου. Αυτό το όνειρο - αποκάλυψη συνοδευόταν και από μία υπερκόσμια θεϊκή ενέργεια. Αυτή η ενέργεια γέμισε τον εσωτερικό κόσμο του Φραγκίσκου με τον πόθο να γνωρίσει τον Δημιουργό του, να απομακρυνθεί από κάθε τι γήινο, να μιμείται -πριν γίνει ακόμη μοναχός- την προσευχή, την νηστεία και την αγρυπνία των ασκητών, στην Πεντέλη και σε άλλους χώρους κοντά στην Αθήνα, που ήταν σχεδόν στην εποχή του, ακατοίκητη.

Μία «τυχαία» γνωριμία του με έναν Αγιορείτη μοναχό, τον οδήγησε στο Άγιον Όρος και μάλιστα στα ερημικότερα και ασκητικότερα μέρη του, στα Κατουνάκια. Ο Φραγκίσκος δεν ήταν ακόμη έμπειρος ασκητής, είχε όμως ενημερωθεί από την μελέτη των βιβλίων των διαφόρων παλαιών ασκητών και την φυσική του συνείδηση, ότι για να ονομάζεται κανείς άνθρωπος πρέπει να έχει νικήσει μέσα του όλα τα πάθη που προσδίδουν στον ανθρώπινο χαρακτήρα, τον θηριώδη και άλογο τρόπο ζωής.

Για να ξεκινήσει τον μοναχικό του αγώνα, σύμφωνα με όσα είχε διαβάσει, έπρεπε να συναντήσει άλλους έμπειρους γέροντες, ώστε με την δική τους καθοδήγηση να περπατήσει τον δρόμο προς την θέωση, να πολεμήσει με παράλογες επιθυμίες, να βρει συμπαράσταση από την θεία Χάρη, να νικήσει με την θεία ενέργεια κάθε μορφή κακίας, που είτε είχε κατακτήσει κάποιο μέρος της καρδιάς του τον καιρό που δεν εργαζόταν τις ευαγγελικές αρετές, είτε επρόκειτο να τον προσβάλλει για να του ανακόψει τον δρόμο. 

Στην προσπάθεια αυτή δυσκολεύθηκε· και ενώ έμενε προσωρινά στην πλέον ερημική περιοχή του Αγίου Όρους, την Βίγλα, που βρίσκεται στη νοτιοανατολική πλευρά του Όρους, και προσπαθούσε, όπως είχε διαβάσει στους βίους των οσίων, να προσεύχεται, να νηστεύει, να αγρυπνεί και να αναζητεί καθοδήγηση, κουράστηκε υπερβολικά, και με πόνο, αγωνία και δάκρυα παρακαλούσε τον Χριστό και την Κυρία Θεοτόκο για βοήθεια και συμπαράσταση.

Από την ερημική Βίγλα κοίταζε προς την κορυφή του Άθωνα, στο εκκλησάκι της Παναγίας και γεμάτος ταπείνωση προσευχόταν, όταν ξαφνικά αισθάνθηκε κάποιο σκίρτημα χαράς στην καρδιά του και ταυτόχρονα είδε αισθητά ένα φως, το οποίο προερχόταν από το εκκλησάκι της Παναγίας. Το φως ακούμπησε πάνω του και του μετέδωσε υπερφυσικές ιδιότητες. Έχασε την αίσθηση του χώρου, χρόνου, της ύλης ακόμη και του σώματός του· η χαρά ήταν ανεπανάληπτη, το φως εκείνο ήταν ενωμένο με την ύπαρξή του και έξω από αυτόν, ενώ ταυτόχρονα η πονεμένη προσευχή του άλλαξε. 

Μέσα στην καρδιά του ακουγόταν ξεκάθαρα, ρυθμικά, με αίσθηση υπερφυσικής ειρήνης χωρίς πλέον δική του προσπάθεια το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», η σύντομη προσευχή που χρησιμοποιούν οι Αγιορείτες Πατέρες για να έχουν αδιάλειπτη την μνήμη του Θεού και των εντολών του, και επίσης να εκπληρώνουν, με αυτόν τον τρόπο, την εντολή του αποστόλου Παύλου «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α Θεσ. 5,17).

Από την ημέρα εκείνη απομακρύνθηκε περισσότερο από τους κατοικημένους χώρους, ζούσε με υπερβολική λιτότητα, το φαγητό του ήταν λίγο παξιμάδι κατά τις απογευματινές ώρες της ημέρας και αυτό το έπαιρνε από τις Μονές, για τις οποίες έφτιαχνε σκούπες από θάμνους, ενώ είχε ως αυστηρό πρόγραμμα την καλλιέργεια της προσευχής μέσα στην καρδιά του όπως τον δίδαξε η θεία Χάρις, η οποία μετά την αποκάλυψη εκείνη είχε συσταλεί και τώρα χρειαζόταν ο αγώνας της εργασίας του προγραμματισμού και της αναζήτησης.


Οι υπερφυσικοί αγώνες και η νίκη

Στην κορυφή του Άθωνα την ημέρα της εορτής της θείας Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού, συνάντησε τον μετέπειτα συνασκητή του π. Αρσένιο, και αφού συμφώνησαν να αγωνιστούν μαζί, ζήτησαν την συμβουλή ενός πολύ ενάρετου και σοφού Γέροντα, του Γέροντα Δανιήλ του Κατουνακιώτη, για το που να μείνουν και πως να αγωνίζονται. Και αυτός πολύ σοφά τους σύστησε να υποταχθούν σε κάποιον γέροντα ενάρετο, ακόμη και αν είναι πολύ απλός, να πάρουν την ευχή του και μετά την κοίμησή του να αγωνιστούν όπως τους αρέσει. Πράγματι παρέμειναν στα Κατουνάκια και έζησαν κοντά στους Γέροντες Εφραίμ και Ιωσήφ.

Η ασκητική ζωή εξωτερικά είναι μία μονοτονία, όμως μέσα στο πρόγραμμα αυτό, στην λιτή ζωή και στην ησυχία ο άνθρωπος ενδοσκοπεί, παρακολουθεί τον εσωτερικό του κόσμο, με την δύναμη του φωτός της προσευχής ελέγχει όλες τις σκέψεις και τις ενέργειες που αυτές μεταφέρουν. Με την δύναμη της Χάριτος του Θεού διώχνει κάθε πονηρή σκέψη. Χωρίς την δύναμη του Θεού και την συνεργασία με την θεία Χάρη δεν μπορεί να κάνει τίποτε αγαθό.

Όταν η θεία Χάρις θέλει να αναδείξει κάποιον στο πνευματικό αξίωμα του διδασκάλου και του Πατέρα, τον περνά μέσα από διάφορες δοκιμασίες. Για την απόκτηση των παραπάνω χαρισμάτων χρειάζεται υπομονή, επιμονή, κόπος, θλίψη και έντονος αγώνας. Ο αγώνας αυτός στην ζωή των ασκητών αλλά και των συνειδητών χριστιανών ονομάζεται και είναι σταυρός, δηλαδή σαν την εσταυρωμένη ζωή του Κυρίου.

Στο μεταξύ στα Κατουνάκια, πέθανε ο ένας από τους Γέροντες, ο Ιωσήφ, ενώ στο όνομά του είχε ήδη καρεί μοναχός ο μακαριστός μας Γέροντας, ο πρώην Φραγκίσκος και τώρα πλέον Ιωσήφ. Μεγάλες δοκιμασίες από το εργόχειρο και κάποιες συνήθειες των περιοίκων μοναχών ανάγκασαν τον Γέροντα Εφραίμ και τους δύο υποτακτικούς Ιωσήφ και Αρσένιο να ανεβούν ψηλότερα στην περιοχή του Αγίου Βασιλείου. Οι δυσκολίες λόγω της ακτημοσύνης ήταν απερίγραπτες· εκεί αναγκάστηκαν να φτιάξουν ένα μικρό καλυβάκι διαμονής με απερίγραπτους κόπους. Εκεί αργότερα σε βαθιά γεράματα πέθανε και ο Γέροντας Εφραίμ, ενώ για τον Γέροντα Ιωσήφ ξεκίνησαν οι μεγάλοι πνευματικοί αγώνες.


Το όραμα του δοξασμένου στρατηγού

Ο μακαριστός Γέροντας πριν ξεκινήσει τον ασκητικό του αγώνα είχε πόθο να ζήσει μία πολύ πνευματική ζωή, και δεν υπολόγιζε κόπους σωματικούς, νηστείες και θλίψεις, υπομονή στην προσευχή και ο,τι άλλο χρειαζόταν για να πετύχει τον σκοπό του. Έτσι προσευχόμενος στο μικρό καλύβι του στον Άγιο Βασίλειο μέσα στην ησυχία της ερημιάς και της νύκτας, το άκτιστο φως της θείας Χάριτος αυξήθηκε υπερβολικά μέσα του με άπειρη γλυκύτητα και ξαφνικά εμφανίστηκαν μπροστά του ένα τάγμα μοναχών σαν παράταξη και απέναντί τους πάλι σαν είδος στρατού πολλοί μαύροι εξαγριωμένοι με άσχημη όψη και διάθεση. 

Τον πλησίασε ένας δοξασμένος από θεϊκό φως στρατηγός και του είπε: «Επιθυμείς να πολεμήσεις στην πρώτη γραμμή;» και ενώ ο μακαριστός Γέροντας του απάντησε ναι, χαρούμενα και με γενναιότητα, οδηγήθηκε τελείως μπροστά όπου ήταν ένας ή δύο μοναχοί ενώ ταυτόχρονα του μίλησε ο οδηγός του και του είπε ότι: «όποιος θέλει να πολεμήσει ανδρεία με αυτούς τους σκοτεινούς δεν τον εμποδίζω αλλά τον βοηθώ».

Οκτώ χρόνια ακόμη αγωνίστηκε σκληρά εναντίον κάθε δαίμονος και κυρίως αυτού που προκαλεί την ανηθικότητα και την πορνεία. Στο διάστημα αυτό, ο αγώνας ήταν εξαντλητικός, κοιμόταν λίγο σε ένα είδος καρέκλας και δεν ξάπλωνε· νήστευε και προσευχόταν αδιάλειπτα, όταν έφθανε σε υπερβολική κόπωση και θλίψη τον παρηγορούσε η Χάρις του Θεού. Ο ίδιος στηρίζοντας αργότερα τα πνευματικά του παιδιά τους διηγούταν πολλές από αυτές τις θεϊκές παρηγοριές.

Στο διάστημα αυτό γνώρισε ένα πολύ ενάρετο ασκητή τον Γέροντα Δανιήλ που έμενε στο κάθισμα του Αγίου Πέτρου μετά από την ερημική και πανέμορφη περιοχή των Κρύων Νερών.

Στον Άγιο Βασίλειο έγινε γνωστός πλέον ο Γέροντας και πολλοί τον επισκέπτονταν για συμβουλές, έτσι ενοχλούμενος στην ησυχία του αναζητούσε άλλο χώρο ησυχαστικό και δύσβατο, κρυμμένο από τους πολλούς. Δεν άργησε να ανακαλύψει τις σπηλιές στη Μικρά Αγία Άννα. Ήταν τόπος στενός και δύσβατος. Ο χώρος για να κτιστεί ένα μικρό πήλινο καλυβάκι, όπως συνήθιζαν, ήταν σχεδόν ακατάλληλος.

Όλη τους η περιουσία ήταν λίγα βιβλία και τα ρούχα που φορούσαν. Μετακόμισαν εκεί τον Ιανουάριο του 1938. Οι κόποι, οι παρατεταμένες νηστείες και αγρυπνίες κατέβαλαν πλέον το σώμα του Γέροντα. Αναγκάστηκαν και έκτισαν μία μικρή πόρτα στους βράχους που ήταν η μοναδική φυσική είσοδος, λίγο μετά έκτισαν κάτω από τη σπηλιά ένα μεγαλύτερο καλύβι με ξύλα, βέργες και πηλό, το οποίο διαίρεσαν σε τρία πολύ μικρά δωμάτια. Ήταν δε τόσο μικρό που με κόπο μπορούσε να εξυπηρετηθεί άνθρωπος περιορισμένων απαιτήσεων, και αντί πόρτας χρησιμοποιούσαν το παράθυρο.

Για εννέα χρόνια στην συνοδεία τους στη Μικρά Αγία Άννα ήταν μόνο οι δύο τους ο Γέροντας Ιωσήφ, ο π. Αρσένιος και ο εφημέριος που έμενε μαζί τους μία ή δύο φορές την εβδομάδα για την θεία Λειτουργία. Ο εφημέριος αυτός, ενάρετος ιερομόναχος, ήταν ο μετέπειτα πολύ γνωστός στο Άγιον Όρος π. Εφραίμ Κατουνακιώτης.

Η επιθυμία να μην έχουν απολύτως τίποτε εκτός από τα πιο αναγκαία ξεκινούσε από τον πόθο της αγάπης του Θεού ώστε τίποτε να μην ενοχλεί την γαλήνια και καθαρή προσευχή τους, τίποτε να μη διασπά την προσοχή τους. Ο νους ανάλαφρος να αντιμετωπίζει τις εχθρικές προσβολές, να ζει μέσα σε απερίγραπτη εσωτερική και εξωτερική ησυχία, να ενώνεται ακατάληπτα σε θείους έρωτες με το Πνεύμα το Άγιο του Θεού.

Η αιτία που ο άνθρωπος θεωρεί την αμαρτία ως αγαθό είναι η ηδονή. Μέσα στην ασκητική ζωή της Ορθοδοξίας, οι ασκητές δεν ήταν άνθρωποι οι οποίοι μισούσαν το σώμα τους, αλλά με την νηστεία και τον κόπο νικούσαν τα πάθη που προκαλούν οι ηδονές του σώματος, ενώ με την σιωπή και την ταπείνωση νικούσαν τον εγωισμό και την υψηλοφροσύνη, με την συνεργασία πάντοτε της θείας Χάριτος. Έτσι επιδίδονταν σε αγώνες φιλοπονίας, ησυχίας, σιωπής και προσευχής με σκοπό να φθάσουν στην ένωση με τον Θεό και την τέλεια αγάπη.


Η συνάντηση με τον Γέροντα Ιωσήφ τον Βατοπαιδινό

Το 1947 και ενώ ο Γέροντας Ιωσήφ συνεχίζει την σκληρή και αυστηρή ασκητική του ζωή, δέχτηκε στην συνοδεία του μετά από προσευχή, τον Γέροντα Ιωσήφ από την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου. Όταν προσέγγισε τον Γέροντα Ιωσήφ, εκείνος δεν τον δέχτηκε σαν μαθητή του· όμως παρακαλώντας τον επίμονα απέσπασε στο τέλος την υπόσχεση ότι θα προσευχόταν ο Γέροντας και θα του απαντούσε τελικά μετά από θεϊκό φωτισμό και πληροφορία. 

Ο ίδιος Γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός στον εκτενή βίο που έχει συγγράψει για τον Γέροντά του αναφέρει: «Όταν την επομένη μέρα, μετά εναγώνια αναμονή, άκουσα την συγκατάθεση του Γέροντα ότι με δέχεται, άνοιγε για την ευτέλειά μου η νέα σελίδα της ταπεινής μου ζωής. Μόνον από τότε δεν είχα αμφιβολίες ή απορίες, αλλά με όλο το πλήρωμα της πληροφορίας και πίστεως ευρήκα αυτό που νοσταλγούσα και προγραμμάτιζα, που ήταν και το μακρινό μου όνειρο. Έμενα πια μόνιμα μαζί τους, όταν ο Γέροντας εγκατέλειψε το κελί του όπου έμενε και πήγε μακρύτερα, διακόσια περίπου μέτρα, σε άλλο κελί που του είχα ετοιμάσει και έμενε εκεί μόνος του.


Η κοίμηση του Γέροντα

Οι σκληροί αγώνες στην νεανική ζωή του Γέροντα, οι στερήσεις, οι αδιάκοποι κόποι, οι απόκρημνοι και δύσβατοι χώροι όπου ασκήτευε, τον κατέβαλαν σωματικά ώστε να φαίνεται υπέργηρος.

Όταν αργότερα στον χώρο αυτό προσήλθαν ακόμη δύο αδελφοί, ο Προηγούμενος Γέροντας Εφραίμ της Ιεράς Μονής Φιλοθέου και ο Προηγούμενος Γέροντας Χαράλαμπος της Ιεράς Μονής Διονυσίου, οι δυσκολίες διαμονής έγιναν αξεπέραστες, ενώ η κατασκευή νέων χώρων διαμονής σχεδόν αδύνατη. Τέλος, με υπεράνθρωπες προσπάθειες κατασκεύασαν ένα χώρο πιο βαθιά, στον οποίο αποσύρθηκε ο Γέροντας Ιωσήφ για ησυχία, ενώ στο αρχικό πήλινο σπιτάκι παρέμειναν οι τρεις νέοι υποτακτικοί.

Πολύ σύντομα όμως οι δυσκολίες δημιούργησαν έντονα προβλήματα υγείας σε όλους και ακόμη περισσότερο στους νεότερους. Έτσι αποφασίστηκε να κατεβούν πιο χαμηλά όπου υπήρχαν ευνοϊκότεροι χώροι διαμονής και προτιμήθηκε η Νέα Σκήτη, κατόπιν προτροπής του πατρός Θεοφυλάκτου που έμενε στην καλύβη των Αγίων Αναργύρων της Σκήτης και ήταν πολύ αγαπητός στον Γέροντα Ιωσήφ. Αυτό έγινε το 1951.

Για μία ακόμη φορά προσπάθησαν να δημιουργήσουν χώρους διαμονής στα ψηλότερα και ασκητικότερα μέρη της Νέας Σκήτης, οι δυσκολίες και πάλι απερίγραπτες εφόσον σαν ακτήμονες δεν είχαν ούτε τα απαραίτητα εργαλεία, αλλά ούτε και την οικονομική δυνατότητα.

Η συνήθεια όμως στις στερήσεις έκανε και την δοκιμασία αυτή υποφερτή και σε σύντομο χρονικό διάστημα είχαν ετοιμάσει καταλύματα και συνέχιζαν το πνευματικό τους πρόγραμμα. Όμως ο Γέροντας είχε ήδη καταβληθεί, η υγεία του πήγαινε προς το χειρότερο, δύο σοβαρές ασθένειες, η μία μετά την άλλη επέφεραν το τέλος της επίγειας ζωής του την 15η Αυγούστου 1959.

Επί σαράντα σχεδόν ημέρες, τις τελευταίες του, δεν έτρωγε τίποτε· μόνο κοινωνούσε κάθε μέρα και έπαιρνε λίγο καρπούζι. Ο Γέροντας είχε τόση φροντίδα και μέριμνα για την έξοδό του, που νόμιζε κανείς ότι όντως πρόκειται να ταξιδέψει αυτήν την ώρα και περίμενε το μέσο της μεταφοράς.

Κατά την 14η Αυγούστου του 1959 ετοιμαζόταν πολύ και υπολογίζοντας την επομένη, που ήταν η εορτή της Κοιμήσεως, ανυπομονούσε· κάτι περίμενε. Συνάμα και η κατάστασή του είχε επιδεινωθεί. Πέρασαν προηγουμένως φίλοι του λαϊκοί και τον χαιρέτησαν και, όταν του ευχήθηκαν ανάρρωση, τους είπε· “όχι, όχι· φεύγω σύντομα, όταν θα ακούσετε μετά τρεις ημέρες τις καμπάνες, να ξέρετε ότι έφυγε ο φίλος σας· υπολογίζω της Παναγίας μας”. Την άλλη μέρα, στη μνήμη της Κυρίας μας Θεοτόκου, παρευρέθηκε στην Λειτουργία, μετά κόπου είπε το τρισάγιο και μετέλαβε για τελευταία φορά πλέον λέγοντας “εις εφόδιον ζωής αιωνίου”. Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής έζησε στο Άγιον Όρος από το 1921 έως το 1959.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α'. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ὡς ἐρήμου πολίτης καὶ τῆς νήψεως πρόμαχος, μύστις θεωρίας ἐγένου, Ἰωσὴφ καὶ τῆς πράξεως, νηστείᾳ ἀγρυπνίᾳ προσευχῇ, οὐράνια χαρίσματα λαβών. Ὅθεν πρέσβευε τῷ Κυρίῳ ὑπὲρ ἡμῶν, τῶν πίστει κραυγαζόντων σοι· Δόξα τῷ φῶς ἐλλάμψαντι ἐν σοί, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ σὲ θεώσαντι Χριστῷ καὶ ἁγιάσαντι.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ'. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Ὡς ἐναθλήσας ἐν τῷ Ὄρει Θεομήτορος, ἔθλασας πάτερ μηχανὰς τοῦ πολεμήτορος, δι’ εὐχῆς ἀδιαλείπτου καὶ ἐγκρατείας, καὶ εἰς ὄρος ἀναβὰς τὸ ὑψηλότατον, θεοπτίας ἡγιάσθης καὶ ἐξέλαμψας, θείᾳ χάριτι, Ἰωσὴφ ὁσιώτατε.

Ο ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΜΗΔΗΣ

 

 

Τη μνήμη του Αγίου Διομήδους τιμά σήμερα, 16 Αυγούστου, η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Διομήδης γεννήθηκε στην Ταρσό της Κιλικίας και σπούδασε την ιατρική επιστήμη. Η επιστημονική του γνώση δεν τον έκανε υπερήφανο, αλλά διατήρησε την ευσέβεια, στην οποία τον ανέθρεψαν οι γονείς του.

Και όπως ο Κύριος, ο Ιατρός των σωμάτων και των ψυχών των ανθρώπων, «ελάλει αυτοίς περί της βασιλείας του Θεού, και τους χρείαν έχοντας θεραπείας ιάσατο» (Λουκά, θ’ 11) μιλούσε δηλαδή σ’ αυτούς για τη βασιλεία του Θεού και γιάτρευε εκείνους που είχαν ανάγκη θεραπείας, έτσι και ο Διομήδης, μιμούμενος τον Κύριο του και Θεό του, εξασκούσε αφιλοκερδώς και φιλάνθρωπο το ιατρικό του επάγγελμα.

Συγχρόνως, όμως, με τη θεραπεία των σωμάτων, ο Διομήδης κήρυττε με θέρμη στους ασθενείς και τη σωτηριώδη αλήθεια του Ευαγγελίου και βοήθησε πολλές ψυχές να οδηγηθούν στο Σωτήρα Χριστό.

Ο θείος ζήλος έφερε το Διομήδη μέχρι τη Νίκαια της Βιθυνίας. Όπου και εκεί θεράπευε ασθενείς, και την πίστη δίδασκε και καλλιεργούσε. Όταν όμως άρχισε ο διωγμός του Διοκλητιανού κατά των χριστιανών, η θεοκίνητη δραστηριότητα του Διομήδη καταγγέλθηκε στον αυτοκράτορα. Τότε αυτός διέταξε να συλλάβουν το Διομήδη.

Άλλα πριν συλληφθεί, ο Θεός τον κάλεσε κοντά Του και οι απεσταλμένοι στρατιώτες τον βρήκαν νεκρό. Και όμως, έτσι νεκρό τον αποκεφάλισαν!

Απολυτίκιο:
Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.
Των σωμάτων τας νόσους θεραπεύων Διόμηδες, και ψυχών την ρώσιν εν λόγω, αληθείας εβράβευες, την θείαν ειληφώς γαρ δωρεάν, τοις πάσχουσι ποικίλως βοηθείς, και Μαρτύρων ταίς ακτίσι καταυγασθείς, σώζεις τους εκβοώντας σοι, δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι διά σού πάσιν ιάματα.

Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Αφιέρωμα Αυγούστου:Παναγία του Κάστρου ή Μεγάλη Παναγιά

 Η θαυματουργή εικόνα της Παναγιάς του Κάστρου στη Λέρο.. Η θαυματουργή  εικόνα Φυλάσσεται στην εκκλησία της Παναγίας του Μεσαιωνικού Κάστρου, στην  Λέρο. Στις 24 Δεκεμβρίου του 1522, μετά την πολιορκία της Ρόδου,

Στο ψηλότερο σημείο του Χωριού βρίσκεται το κάστρο της Σύμης.

Το σημείο ήταν οχυρωμένο από την αρχαιότητα και υπήρχε εκεί αρχαία ακρόπολη.

 Την 25  Σεπτεμβρίου 1944 και η ιστορία κατέγραφε τη Σύμη το τελευταίο θύμα της ναζιστικής  θηριωδίας. Την ολική καταστροφή της ένδοξης  Μεγάλης Παναγίας που υψωνόταν από τα Βυζαντινά χρόνια  στην ΝΑ πλευρά του Κάστρου . Οι Ιταλο-Γερμανοί  αναχωρώντας από το τυραννισμένο νησί της Σύμης την  ανατίναξαν για να μην βρουν οι σύμμαχοι απελευθερωτές τα πολεμοφόδια που είχαν συγκεντρώσει στην αδειανή στέρνα και στα  κελιά της μεγάλης αυτής εκκλησίας. Μια γυναίκα νεκρή, λένε οι μαρτυρίες και  το Ανατολικό τμήμα του Χωριού κατεστραμμένο. Οι Συμιακοί  για να θυμούνται τον ιστορικό αυτό ναό, που υπήρξε και έδρα της Μητρόπολης της περιοχής τον 14ο ή 15ο αι μετονόμασαν έναν από τους μεγάλους θόλους του Κάστρου, που παλιότερα ήταν αφιερωμένος στον ΄Αγιο Γεώργιο  σε Μεγάλη Παναγιά, το χώρο όπου στεγάστηκε και το φημισμένο Ελληνικό Σχολείο.

Στην περιοχή του Κάστρου υπάρχει η εκκλησία της Παναγίας και κατάλοιπα αρχαίου ναού της Αθηνάς.

«Στην Θεοδόχο Μάνα»

 

π. Θωμάς Ανδρέου

Ο Αύγουστος, είναι βασιλικός μήνας!

Με αυτόν ολοκληρώνεται το εκκλησιαστικό έτος. Το πόσο άρρηκτα λοιπόν είναι συνδεδεμένη η ζωή μας με το πρόσωπο της μεγάλης Μάνας που γιορτάζει μέσα στο μήνα αυτόν, φαίνεται και από το εξής γεγονός.

Με την Γέννηση της Παναγιάς αρχίζει το Εκκλησιαστικό έτος τον Σεπτέμβριο και με την Κοίμηση και της εις ουρανούς μετάσταση Της, τελειώνει τον Αύγουστο.

Σ’ αυτόν λοιπόν το βασιλικό μήνα, μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού, οι Χριστιανοί στα πέρατα του κόσμου γιορτάζουν την Παναγιά, εν ύμνοις και ικεσίες και ωδές πνευματικές.

Τόσο ξέχωρα όμως όπως σε αυτήν την Πατρίδα μας, την ευλογημένη από τον Χριστό και την Παναγία Ελλάδα, πουθενά στον κόσμο δεν γιορτάζει η μεγάλη Μάνα.

Που αλλού μπορείς να το συναντήσεις αυτό το θαύμα; Να γιορτάζει σε μια μέρα, ένας ολάκερος λαός που έχει την σφραγίδα της Κυράς στην ζωή του.

Έχει τις Εικόνες Της, στα σπίτια του, έχει το όνομα Της δοσμένο στα παιδιά του, έχει κτίσει με κόπο Εκκλησιές και Μοναστήρια στην Χάρη Της, όπου το μάτι του ανθρώπου δεν μπορεί να φτάσει.

Από την Μακεδονία μέχρι και την Κρήτη, από το Ιόνιο έως και τις ερατεινές νήσους του Αιγαίου, παντού , σε ξηρά και θάλασσα η Παναγιά γιορτάζει!

Με την ίδια λαμπρότητα που θα γιορταστεί στα μεγάλα Προσκυνήματα Της, όπου δεσπόζουν οι θαυματουργές εικόνες Της, εκτυπώματα Ιερά μιας άλλης αντίληψης της οικειότητας του ανθρώπινου με το Θείο, με τον ίδιο τρόπο θα γιορταστεί και στα μοσκομυρισμένα ολόλευκα ξωκλήσια Της που διαφεντεύουν την γη και την θάλασσα της Ελλάδος, κτισμένα άλλοτε πάνω σε βράχια θαρρείς κρεμασμένα απ’ αυτά, όπως τα τάματα που η ευσέβεια των Ελλήνων κρεμά πάνω στις Εικόνες Της, και άλλοτε πάνω στα νησάκια μας να τα περιβρέχει η αρμύρα της θάλασσας  και να φαντάζουν μικρά θαλασσοπούλια μέσα στο απέραντο γαλάζιο των δύο αποχρώσεων , της θάλασσας και τ’ ουρανού!

Αύριο, γιορτάζει η Ελλάδα, την δική Της Παναγιά!

Την Παναγιά που συντρόφεψε τούτο το Έθνος σε κάθε δύσκολη συγκυρία όταν τα στίφη των βαρβάρων κάθε εποχής , στρέφανε τα αδηφάγα βλέμματα τους σε τούτον τον τόπο, χωρίς να λογαριάζουν το απόρθητο τείχος, την Υπέρμαχο Στρατηγό, την Προστάτιδα των αδικουμένων, την Παράκληση στις θλίψεις, την ελπίδα των απηλπισμένων, την σύμμαχο όλων όσων στρέφουν τα μάτια τους στο πρόσωπο Της, αποζητώντας την ουράνια βοήθεια!

Να μπορούσα να ακούσω τα χείλη που σιγοψιθυρίζουν , μυστικές προσευχές μπροστά στην Εικόνα Της.

Να μπορούσα να δω τα δάκρυα που δώρα, στην γιορτή Της προσφέρουν από την ψυχή τους οι Χριστιανοί. Αυτό, είναι το αντίδωρο των ανθρώπων στην Θεοδόχο Μάνα για όσα Εκείνη διαχρονικά τους προσέφερε.

Να μπορούσα να σταθώ σ’ ένα ψηλό μέρος και να αγναντέψω έτσι από ψηλά τις Εκκλησιές και τα μοναστήρια Της που αύριο θα δεχθούν τρικυμισμένες ψυχές για να τις γαληνέψουν με μια γαλήνη, που όμοια της ο άνθρωπος πουθενά δεν μπορεί να βρει…

Στην Παναγιά των Ελλήνων, χρωστά το Έθνος την σωτηρία του. Και αύριο αυτός ο πολύπαθος λαός, Της το αναγνωρίζει, εις πείσμα όλων όσων θέλουν να πιστεύουν πως οι αξίες έχουν πεθάνει στον τόπο αυτό.

Πάντα θα υπάρχουν μέρες, όπου η αρχαία παράδοση των πατέρων μας, θα ζωντανεύει μέσα σε θυμιάματα και ύμνους δοξολογικούς απέναντι σε πρόσωπα Ιερά που το θρησκευτικό αισθητήριο του λαού μας, τα έχει τόσο ψηλά, ώστε κανείς δεν μπορεί να τα αγγίξει …

ΑΓΑΘΗ ΚΑΙ ΠΟΝΗΡΗ ΚΑΡΔΙΑ (Κυριακή ΙΑ΄ Ματθαίου).

 

  

π. Δημητρίου Μπόκου

Σε μια παραβολή του ο Χριστός λέει, ότι σε κάποιον δούλο που χρωστούσε το υπέρογκο ποσό των μυρίων (δέκα χιλιάδων) ταλάντων (εκατομμύρια σημερινά λεφτά), έγινε παραγραφή του χρέους από τον κύριό του. Ο δούλος όμως δεν χάρισε ένα μηδαμινό χρέος (εκατό δηνάρια) σε κάποιον συνάδελφό του. Το αφεντικό του τότε ακύρωσε την παραγραφή του χρέους και τον φυλάκισε μέχρι να εξοφλήσει τα πάντα έως και το τελευταίο λεπτό (Κυριακή ΙΑ΄ Ματθαίου).

Ο κύριος του δούλου αγανάκτησε, διότι ο δούλος δεν διδάχτηκε τίποτε από τη δική του μεγαλοψυχία και αγαθότητα. Δεν παραδειγματίστηκε από την ευσπλαχνία του αφεντικού του. Χαρακτήρισε τον δούλο ως πονηρό, γιατί έδειξε κακία και τον καταδίκασε ακριβώς γι’ αυτό. «Ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου, ως και εγώ σε ηλέησα;» Δεν έπρεπε και συ να δείξεις ευσπλαχνία στον σύνδουλό σου, όπως σπλαχνίστηκα και εγώ εσένα;

Η ασπλαχνία του δούλου είναι κάτι παράλογο, τη στιγμή που ο ίδιος δέχεται «το μέγα έλεος» από τον κύριό του. Δούλος είναι ο κάθε άνθρωπος, κύριος είναι ο Θεός και χρέος είναι οι αμαρτίες μας. Όλοι μας χρωστάμε υπέρογκα χρέη στον Θεό, αλλά και κάποια χρέη, μικρά ή μεγαλύτερα, μεταξύ μας.

Αυτό που ενδιαφέρει τον Θεό είναι η κατάσταση της καρδιάς μας. Αν έχουμε σπλαχνική ή άσπλαχνη καρδιά. Δεν τον ενδιαφέρει το μικρό ή μεγάλο χρέος μας απέναντί του. Ούτε καν οι καλές μας πράξεις τον ενδιαφέρουν, αν γίνονται για τον τύπο.

Η παραβολή του άσπλαχνου δούλου ειπώθηκε, γιατί ο Πέτρος είχε ρωτήσει αν είναι λογικό να συγχωρήσει τον αδελφό του μέχρι εφτά φορές. Και ο Χριστός του απάντησε ότι έχει κάποιο λάθος στον τρόπο που σκέφτεται. Μια σπλαχνική καρδιά συγχωράει όχι εφτά φορές, αλλά πάντα. Άπειρες φορές. «Έως εβδομηκοντάκις επτά». Όσες φορές και αν μας φταίξει κανείς. Η αγάπη και η ανεξικακία δεν μετράνε τα φταιξίματα του άλλου. Τα μετράει μόνο η πονηρή καρδιά. Που γεμάτη εκδικητικότητα και κακία, δεν εννοεί να συγχωρήσει ποτέ. Ακόμα και αν ευεργετηθεί, όπως ο πονηρός δούλος της παραβολής.

Και όμως η λογική του Χριστού είναι απλούστατη: Θέλετε να ελεηθείτε από τον Θεό; Γίνετε και σεις ελεήμονες στους συνανθρώπους σας. Ο άνθρωπος που έχει μέσα του ευσπλαχνία και αγάπη μοιάζει στον Θεό, ο οποίος «οικτίρμων εστί» προς πάντας.

Επιπλέον η αγάπη αναπληρώνει τις άλλες ελλείψεις και αμαρτίες μας. Λέει ο άγιος Παΐσιος: «Εάν ένας άνθρωπος είναι καλός και πονετικός, μην τον φοβάσαι. Αν π.χ. πίνει ή παίζει χαρτιά και έχει άλλα πάθη και δεν πιστεύει, αλλά όταν δει ένα φτωχό, λυπάται, ταράζεται, θέλει να βοηθήσει, αυτόν μην τον φοβάσαι, θα τον βοηθήσει ο Χριστός. Αλλά αν κάποιος είναι σκληρός και, παρ’ όλο που έχει πολλά, επιμένει και σκληραίνει, …αυτός δεν πάει καλά και θέλει πολλή προσευχή για να αλλάξει αυτός»!

Ελεήμονα καρδιά μπορεί να έχει και εκείνος που δεν έχει καθόλου χρήματα για να ελεήσει φτωχούς. Μπορεί να τους αγαπάει, να τους συμπαρίσταται με την παρουσία του και να προσεύχεται αδιάκοπα γι’ αυτούς.

Αντιστοίχως και όποιος έχει μέσα του σκληρή και άπονη καρδιά, απορρίπτεται ασυζητητί από τον Θεό, ακόμα και αν δεν προβεί σε καμμιά κακή ενέργεια εναντίον άλλων. Μετράει το ποιόν της καρδιάς και όχι τόσο οι εξωτερικές πράξεις, είτε καλές είτε κακές.

Προέχει να αποκτήσουμε σπλαχνική καρδιά. Να ελεούμε από αγάπη και να συγχωρούμε «από των καρδιών ημών τα παραπτώματα» των αδελφών μας.

Όχι τυπικά, απλώς από καθήκον.

Ο«γλυκασμός των Αγγέλων»

 


  Η λέξη γλυκασμός σημαίνει γλυκύτητα.Την λέξη αυτή την χρησιμοποιούν οι Προφήτες Αμώς και Ιωήλ (Αμ.θ΄13-Ιωήλ δ΄18 ) με καθαρά εσχατολογική έννοια για να περιγράψουν την γλυκύτητα που θα ρέει και θα ευφραίνει κάθε κτιστή ύπαρξη κατά την ημέρα Κυρίου ,δηλαδή κατά την ημέρα που ο Θεός θα συντρίψει ολοσχερώς το κακό.

Η Θεοτόκος χαρακτηρίζεται σαν «γλυκασμός των Αγγέλων »,γιατί με την Σάρκωση του Λόγου στην Θεοδόχο γαστέρα της και αυτή η αόρατη κτίση δηλ.τα αγγελικά τάγματα απέλαβαν την ύψιστη δωρεά και χάρη από τον Θεό.

 Ενώ μέχρι τότε «ήταν δύστρεπτα αλλά όχι άτρεπτα προς το κακό,έγιναν πλέον ακίνητα προς αυτό». Έτσι η Παναγία έγινε και για τους Αγίους Αγγέλους η αιτία ανείπωτης γλυκύτητας για την δωρεά αυτή του Θεού,που έρρευσε από τα παρθενικά σπλάχνα Της.

Ιγνάτιος Θεοφόρος

«Εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες Θεοτόκε»

 koimisei ou katelipes

Του Λάμπρου Κ. Σκόντζου Θεολόγου – Καθηγητού στην Romfea.gr


(Η αδιάλειπτη παρουσία της Παναγίας στη ζωή της Εκκλησίας)

«Ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε· μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς Ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν».

Δεν υπάρχει ίσως άλλος ύμνος της Ορθοδόξου Εκκλησίας που να αποδίδει με τόση θεολογική πληρότητα το μυστήριο της Θεοτόκου όσο το απολυτίκιο της εορτής της Κοιμήσεώς της.

Μέσα σε λίγους μόνο στίχους αποκαλύπτεται ολόκληρη η πίστη της Εκκλησίας για το πρόσωπο της Παναγίας, για τη σχέση της με τον Χριστό και για τη διαρκή παρουσία της στη ζωή των πιστών.

Η Εκκλησία αποφεύγει να μιλήσει για τον θάνατο της Παναγίας με τη στενή έννοια της λέξεως. Χρησιμοποιεί τον όρο Κοίμηση, διότι για τον άνθρωπο που ενώθηκε με τον Αναστημένο Χριστό ο θάνατος δεν αποτελεί πλέον οριστικό τέλος, αλλά πέρασμα «ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν» (Ιωάν.5,24).

Η Παναγία, ως η πρώτη μεταξύ των λυτρωμένων, γίνεται το ζωντανό σημείο της νίκης του Χριστού πάνω στη φθορά.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν οικοδομεί τη θεολογία της πάνω σε συναισθηματικές εκδηλώσεις ευλάβειας, αλλά στη σωτηριολογική θέση της Θεοτόκου μέσα στο σχέδιο της θείας οικονομίας.

Εκείνη έγινε το πρόσωπο που ελεύθερα προσέφερε ολόκληρη την ύπαρξή του στον Θεό, ώστε «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο» (Ιωάν.1,14).

Η υπακοή της στην ώρα του Ευαγγελισμού αποκατέστησε την ανυπακοή της Εύας, γι’ αυτό και ήδη από τον 2ο αιώνα ο άγιος Ειρηναίος Λουγδούνου την αποκαλεί «Νέα Εύα», μέσω της οποίας ανοίγει και πάλι η οδός της ζωής.

«Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν»

Η Κοίμηση δεν είναι απλώς μια ανάμνηση ενός γεγονότος του παρελθόντος. Είναι εορτή της ζωής. Η Θεοτόκος μεταβαίνει προς τη ζωή, διότι υπήρξε η Μητέρα Εκείνου που είναι «ἡ Ἀνάστασις καὶ ἡ Ζωή» (Ιωάν.11,25).

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο μεγαλύτερος υμνητής της Κοιμήσεως, αναρωτιέται ρητορικά: πώς ήταν δυνατόν εκείνη που κράτησε στα χέρια της τον Δημιουργό να παραμείνει στη φθορά του τάφου;

Δεν πρόκειται για εξαίρεση από τον νόμο της φύσεως, αλλά για την εκπλήρωση του έργου της θείας Χάριτος. Εκεί όπου βρίσκεται ο Χριστός, εκεί βρίσκεται και η Μητέρα Του, όχι ως ισότιμη με Αυτόν, αλλά ως η πρώτη καρποφορία της λυτρωτικής Του νίκης.

«Τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες»

Η φράση αυτή αποτελεί ίσως την πιο παρηγορητική διαβεβαίωση ολόκληρης της υμνογραφίας. Η Παναγία δεν εγκατέλειψε τον κόσμο. Η μητρότητά της συνεχίζεται μέσα στην Εκκλησία.

Όπως ο Χριστός επάνω στον Σταυρό εμπιστεύθηκε στον αγαπημένο μαθητή Του τη Μητέρα Του λέγοντας «Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου» (Ιωάν.19,27), έτσι η εκκλησιαστική συνείδηση αναγνωρίζει ότι στο πρόσωπο του Ιωάννη αντιπροσωπεύεται κάθε πιστός.

Η παρουσία της Θεοτόκου δεν είναι σωματική αλλά πνευματική, πραγματική όμως και ενεργός. Οι πρεσβείες της δεν είναι μια ποιητική εικόνα· αποτελούν έκφραση της κοινωνίας των αγίων. Εκείνοι που βρίσκονται κοντά στον Θεό αγαπούν ακόμη περισσότερο τον κόσμο και προσεύχονται γι' αυτόν αδιάκοπα.

Η φράση «τον κόσμον ου κατέλιπες» αποτελεί πηγή μεγάλης παρηγοριάς για κάθε χριστιανό.

Σε κάθε δοκιμασία, σε κάθε θλίψη, σε κάθε στιγμή αδυναμίας, η Παναγία παραμένει καταφυγή, προστασία και ελπίδα. Δεν αντικαθιστά τον Χριστό ούτε αποτελεί ανεξάρτητη πηγή σωτηρίας· η δύναμη της πρεσβείας της προέρχεται από τη μοναδική σχέση της με τον Θεάνθρωπο Υιό της.

Γι' αυτό η Εκκλησία την επικαλείται ως «Παντάνασσα», «Γοργοεπήκοο», «Παραμυθία», «Βοήθεια των θλιβομένων» και με πλήθος ακόμη ονομάτων που εκφράζουν την εμπειρία των πιστών ανά τους αιώνες.

Η εορτή της Κοιμήσεως δεν έχει χαρακτήρα πένθους, αλλά αναστάσιμης χαράς. Οι ύμνοι της ημέρας είναι γεμάτοι από το φως της νίκης του Χριστού επί του θανάτου.

Η Παναγία γίνεται η πρώτη από τους ανθρώπους που φανερώνει τον προορισμό κάθε πιστού: τη συμμετοχή στην αιώνια ζωή και στη Βασιλεία του Θεού.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς γράφει ότι η Θεοτόκος είναι η πλησιέστερη προς τον Θεό από κάθε κτιστό ον. Για τον λόγο αυτό η προσευχή της έχει ιδιαίτερη παρρησία, όχι επειδή διαθέτει κάποια αυτόνομη δύναμη, αλλά επειδή ο Υιός της εισακούει τη μητρική της δέηση.

Η εμπειρία της Εκκλησίας

Δεν είναι τυχαίο ότι η Παναγία είναι το περισσότερο αγαπητό πρόσωπο μετά τον Χριστό στην ορθόδοξη λατρεία. Χιλιάδες ναοί, μονές και παρεκκλήσια είναι αφιερωμένα στο όνομά της.

Κάθε γωνιά της Ελλάδος φυλάσσει μια θαυματουργό εικόνα της. Κάθε οικογένεια έχει μια προσωπική ιστορία προστασίας και παρηγοριάς που συνδέεται με την Παναγία.

Αυτή η τιμή δεν αποτελεί υπερβολή ούτε συναισθηματική προσκόλληση. Είναι καρπός της εμπειρίας της Εκκλησίας.

Οι πιστοί όλων των αιώνων αισθάνθηκαν τη μητρική της παρουσία στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής τους.

Από τα χρόνια των διωγμών μέχρι τις ημέρες των πολέμων, των ασθενειών και των προσωπικών δοκιμασιών, η Παναγία υπήρξε η «Πλατυτέρα των Ουρανών», που χωρά μέσα στην αγάπη της κάθε ανθρώπινο πόνο.

Το μήνυμα προς τον σύγχρονο άνθρωπο

Ζούμε σε μια εποχή όπου ο άνθρωπος αισθάνεται ολοένα και πιο μόνος. Η τεχνολογία πολλαπλασιάζει τις δυνατότητες επικοινωνίας, αλλά δεν θεραπεύει την υπαρξιακή απομόνωση. Η ανασφάλεια, η αγωνία και η αβεβαιότητα χαρακτηρίζουν την καθημερινότητα πολλών ανθρώπων.

Μέσα σε αυτήν την πραγματικότητα, η εορτή της Κοιμήσεως διακηρύσσει ότι ο ουρανός δεν είναι κλειστός. Η Παναγία εξακολουθεί να συνοδεύει τον άνθρωπο στον αγώνα του.

Δεν αφαιρεί τον σταυρό από τη ζωή μας, αλλά μας ενισχύει να τον σηκώσουμε με πίστη. Δεν υπόσχεται μια ζωή χωρίς θλίψεις, αλλά οδηγεί πάντοτε στον Αναστάντα Χριστό, ο Οποίος μεταμορφώνει τον πόνο σε ελπίδα.

Γι' αυτό και η αυθεντική τιμή προς τη Θεοτόκο δεν εξαντλείται στην προσκύνηση μιας εικόνας ή στην απαγγελία ενός Παρακλητικού Κανόνα. Εκδηλώνεται κυρίως με τη μίμηση της ζωής της.

Η ταπείνωσή της, η καθαρότητα της καρδιάς της, η υπακοή της στο θέλημα του Θεού και η απόλυτη εμπιστοσύνη της στη θεία Πρόνοια αποτελούν το ασφαλέστερο πρότυπο κάθε χριστιανού.

Η εορτή της Κοιμήσεως δεν έχει χαρακτήρα πένθους, αλλά αναστάσιμης χαράς. Οι ύμνοι της ημέρας είναι γεμάτοι από το φως της νίκης του Χριστού επί του θανάτου. Η Παναγία γίνεται η πρώτη από τους ανθρώπους που φανερώνει τον προορισμό κάθε πιστού: τη συμμετοχή στην αιώνια ζωή και στη Βασιλεία του Θεού.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο λαός μας αποκαλεί την εορτή της 15ης Αυγούστου «Πάσχα του καλοκαιριού». Χιλιάδες προσκυνητές συρρέουν στους ιερούς ναούς και στα μοναστήρια που είναι αφιερωμένα στην Παναγία, για να της εκφράσουν την ευγνωμοσύνη, την αγάπη και την εμπιστοσύνη τους.

Μέσα από την προσευχή, την παράκληση και τη συμμετοχή στη Θεία Λειτουργία, οι πιστοί βιώνουν την παρουσία της ως μητρική αγκαλιά που οδηγεί πάντοτε στον Χριστό.

Η Παναγία μάς διδάσκει την ταπείνωση, την υπακοή στο θέλημα του Θεού, την καθαρότητα της καρδιάς και την αδιάλειπτη εμπιστοσύνη στην πρόνοιά Του.

Η ζωή της αποτελεί το πιο λαμπρό παράδειγμα ανθρώπου που αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στον Θεό και έγινε «τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ».

Επίλογος

«Ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε». Ο ύμνος αυτός δεν αποτελεί μόνο μια δογματική διατύπωση. Είναι ομολογία πίστεως και εμπειρίας.

Η Εκκλησία γνωρίζει ότι η Παναγία ζει, πρεσβεύει και συνοδεύει τον λαό του Θεού μέχρι την τελική φανέρωση της Βασιλείας Του.

Η Θεοτόκος δεν εγκατέλειψε τον κόσμο. Παραμένει η «ἐλπὶς τῶν ἀπηλπισμένων», η «χαρὰ πάντων τῶν θλιβομένων», η ακοίμητη πρέσβειρα του ανθρωπίνου γένους.

Και κάθε φορά που η Εκκλησία ψάλλει το απολυτίκιό της, δεν διατυπώνει απλώς μια δογματική αλήθεια, αλλά ομολογεί μια ζωντανή εμπειρία αιώνων.

Καθώς πλησιάζουμε την πανσεβάσμια εορτή της Κοιμήσεώς της, ας ανανεώσουμε την εμπιστοσύνη μας στη μητρική της προστασία. Και ας θυμόμαστε ότι κάθε γνήσια τιμή προς την Υπεραγία Θεοτόκο καταλήγει πάντοτε στον Υιό της.

Εκείνη δεν κράτησε ποτέ τίποτε για τον εαυτό της. Όλη η ύπαρξή της υπήρξε ένας αδιάκοπος δείκτης προς τον Χριστό, επαναλαμβάνοντας σε κάθε εποχή τα λόγια της στην Κανά της Γαλιλαίας: «Ὅ, τι ἂν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε» (Ιωάν.2,5).

Αυτή είναι και η ουσία της μεγάλης εορτής της Κοιμήσεως: η Θεοτόκος δεν εγκατέλειψε τον κόσμο, διότι η αγάπη δεν πεθαίνει.

Η μητρική της παρουσία συνεχίζει να φωτίζει, να παρηγορεί και να οδηγεί κάθε άνθρωπο στον μόνο Σωτήρα του κόσμου, τον Κύριό μας Ιησού Χριστού.

Ας παρακαλέσουμε, λοιπόν, την Υπεραγία Θεοτόκο να σκεπάζει την Εκκλησία, τις οικογένειές μας και κάθε δοκιμαζόμενο άνθρωπο.

Και ας αγωνισθούμε, ακολουθώντας το παράδειγμά της, ώστε η ζωή μας να γίνει τόπος κατοικήσεως του Θεού.

Τότε θα κατανοήσουμε βιωματικά ότι η Κοίμησή της δεν υπήρξε αποχωρισμός από τον κόσμο, αλλά η αρχή μιας ακόμη πλησιέστερης παρουσίας της κοντά σε κάθε πιστό, έως της συντελείας των αιώνων

Είθε η χάρη και οι πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου να ενισχύουν κάθε πιστό, ώστε, πορευόμενοι με πίστη και μετάνοια, να αξιωθούμε και εμείς της αιώνιας ζωής, την οποία μας χάρισε ο Αναστάς Κύριός μας Ιησούς Χριστός.

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 16/08/2026-ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΗ' 23-2

 

 

Η παραβολή του άσπλαχνου δούλου…


Πρωτότυπο Κείμενο

Είπεν ο Κύριος την παραβολήν ταύτην˙ Ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών ανθρώπω βασιλεί, ος ηθέλησε συνάραι λόγον μετά των δούλων αυτού. Αρξαμένου δε αυτού συναίρειν προσηνέχθη αυτώ εις οφειλέτης μυρίων ταλάντων. Μη έχοντος δε αυτού αποδούναι εκέλευσεν αυτόν ο κύριος αυτού πραθήναι και την γυναίκα αυτού και τα τέκνα και πάντα όσα είχε, και αποδοθήναι. Πεσών ούν ο δούλος προσεκύνει αυτώ λέγων˙ Κύριε, μακροθύμησον επ’ εμοί και πάντα σοι αποδώσω. Σπλαγχνισθείς δε ο κύριος του δούλου εκείνου απέλυσεν αυτόν και το δάνειον αφήκεν αυτώ. Εξελθών δε ο δούλος εκείνος εύρεν ένα των συνδούλων αυτού, ος ώφειλεν αυτώ εκατόν δηνάρια, και κρατήσας αυτόν έπνιγε λέγων˙ απόδος μοι ει τι οφείλεις. Πέσων ουν ο σύνδουλος αυτού εις τους πόδας αυτού παρεκάλει αυτόν λέγων˙ Μακροθύμησον επ’ εμοί και αποδώσω σοι. Ο δε ουκ ήθελεν, αλλά απελθών έβαλεν αυτόν εις φυλακήν εως ου αποδώ το οφειλόμενον. Ιδόντες δε οι σύνδουλοι αυτού τα γενόμενα ελυπήθησαν σφόδρα, και ελθόντες διεσάφησαν τω κυρίω εαυτών πάντα τα γνόμενα. Τότε προσκαλεσάμενος αυτόν ο κύριος αυτού λέγει αυτώ˙ Δούλε πονηρέ, πάσαν την οφειλήν εκείνην αφηκά σοι, επεί παρεκαλεσάς με˙ ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου, ως και εγώ σε ηλεήσα; Και οργισθείς ο κύριος αυτού παρέδωκεν αυτόν τοίς βασανισταίς έως ου αποδώ παν το οφειλόμενον αυτώ. Ούτω και ο Πατήρ μου ο επουράνιος ποιήσει υμίν, εάν μη αφήτε έκαστος τω αδελφώ αυτού από των καρδιών υμών τα παραπτώματα αυτών.

Νεοελληνική Απόδοση

Είπε ο Κύριος αυτή την παραβολή: «Η βασιλεία των ουρανών μοιάζει μ’ ένα βασιλιά, που θέλησε να του αποδώσουν λογαριασμό οι δούλοι του.» Μόλις άρχισε να κάνει τον λογαριασμό, του φέρανε κάποιον που όφειλε δέκα χιλιάδες τάλαντα. Επειδή δεν μπορούσε να τα επιστρέψει, ο κύριος του διέταξε να πουλήσουν τον ίδιο, τη γυναίκα του, τα παιδιά του κι όλα τα υπάρχοντά του και να του δώσουν το ποσό απο την πώληση. Ο δούλος τότε έπεσε στα πόδια του, τον προσκυνούσε κι έλεγε: «δείξε μου μακροθυμία και θα σου τα δώσω όλα τα χρέη μου πίσω». Τον λυπήθηκε λοιπόν ο κύριος του εκείνον τον δούλο και τον άφησε να φύγει˙ του χάρισε μάλιστα και το χρέος. Βγαίνοντας έξω ο ίδιος δούλος, βρήκε έναν απο τους συνδούλους του, που του όφειλε μόνο εκατό δηνάρια˙ τον έπιασε και τον έσφιγγε να τον πνίξει λέγοντάς του: «ξόφλησέ μου αυτά που μου χρωστάς». Ο σύνδουλός του τότε έπεσε στα πόδια του και τον παρακαλούσε: «δείξε μου μακροθυμία, και θα σου τα ξεπληρώσω». Εκείνος όμως δεν δεχόταν, αλλά πήγε και τον έβαλε στη φυλακή, ώσπου να ξεπληρώσει ότι του χρωστούσε. Όταν το είδαν αυτό οι σύνδουλοί του, λυπήθηκαν πάρα πολύ, και πήγαν και διηγήθηκαν στον κύριο τους όλα όσα έγιναν. Τότε ο κύριος τον κάλεσε και του λέει:«κακέ δούλε, σου χάρισα όλο εκείνο το χρέος, επειδή με παρακάλεσες˙ δεν έπρεπε κι εσύ να σπλαχνιστείς τον σύνδουλό σου, όπως κι εγω σπλαχνίστηκα εσένα;». Και οργισμένος τον παρέδωσε στους βασανιστές, ώσπου να ξεπληρώσει όσα του χρωστούσε. «Έτσι θα κάνει και σ’ εσάς ο ουράνιος Πατέρας μου, αν ο καθένας σας δεν συγχωρεί τα παραπτώματα του αδελφού του μ’ όλη του την καρδιά».