Ἐπιμ: Σάββα Παρῆ Θεολόγου

Χαρά ἔσται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι, λέει τό εὐαγγέλιο. Ἡ μετάνοια εἶναι τό βάπτισμα τῶν δακρύων. Μέ τή μετάνοια ὁ ἄνθρωπος ξαναβαπτίζεται, ἀναγεννιέται.

Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος μέ τήν ἄρνησή του εἶχε προδώσει κατά κάποιον τρόπο τόν Χριστό, ἀλλά ἐπειδή ἔκλαψε πικρά, ἔλαβε τήν ἄφεση γιά τήν πτώση του, δηλαδή ἡ εἰλικρινής μετάνοιά του τόν ξέπλυνε, τόν καθάρισε πάλι.

Ὁ Θεός ἔδωσε στόν ἄνθρωπο τόν νοῦ γιά νά ἀναλογίζεται τό σφάλμα του, νά μετανοεῖ καί νά ζητάει συγχώρεση.

Ὅταν συναισθανθεῖ τό σφάλμα του, πονέσει καί μετανοήσει εἰλικρινά συγχωρεῖται ἀπό τόν Θεό καί ἔρχεται ἀμέσως ἡ θεία παρηγοριά, ἡ ὁποῖα τόν ἀλλοιώνει διώχνοντας ὅλα τά κληρονομικά του ἐλαττώματα καί τόν ὁδηγεῖ σέ πνευματική ἀγαλλίαση, τόν βοηθᾶ νά προχωρήσει σέ λεπτή πνευματική ἐργασία.

Ὅταν ὅμως παραμένει ἀμετανόητος καί δέν θέλει νά μετανοήσει, γιά νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τή μικρή κόλαση πού ζεῖ, ἡ ὁποία τόν ὁδηγεῖ στή χειρότερη, τήν αἰώνια, στερεῖται καί τίς ἐπίγειες παραδεισένιες χαρές ἀλλά καί τίς πολύ με γαλύτερες χαρές, τίς αἰώνιες.

Τό νά περνάει κανείς τά σφάλματά του μέ ἀδιαφορία, νά μήν τόν ἀγγίζουν, νά περνᾶνε ἀπ’ ἔξω, μοιάζει ὅπως τή γῆ, πού ὅταν σκληρυνθεῖ, ὅση βροχή καί νά πέσει, δέν ρουφάει νερό μέσα της.

Ἕνα τέτοιο πράγμα συμβαίνει καί στήν περίπτωση αὐτή.

Σκληρύνεται τό χωράφι τῆς καρδιᾶς ἀπό τήν ἀδιαφορία καί ὅτι καί ἄν τοῦ ποῦν, ὅτι καί ἄν συμβεῖ, δέν τόν ἀγγίζει γιά νά αἰσθανθεῖ τήν ἐνοχή του καί νά μετανοήσει.

Ἀπό τήν ἄλλη ὁ ἄνθρωπος πού δέν παραμένει στήν πτώση του, στίς ἁμαρτωλές του σκέψεις ἀλλά μετανοεῖ γιά τά σφάλματά του καί ἀγωνίζεται νά μήν ἁμαρτάνει, δέχεται τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί βοηθιέται.

Αὐτή εἶναι ἡ δύναμη πού ἔχει ἡ μετάνοια!

Ἀπορροφᾶ τή θεία Χάρη. Καί ἡ μετάνοια γιά τόν ἀγωνιζόμενο εἶναι ἕνα ἐργόχειρο πού δέν τελειώνει ποτέ. Ἕναν λογισμό τα πεινό νά φέρει στόν νοῦ του ὁ ἄνθρωπος, σώθηκε.

Ἕναν λογισμό ὑπερήφανο νά φέρει, ἄν δέν μετανοήσει καί τόν βρεῖ ὁ θάνατος, πάει, χάθηκε. Σέ ἕνα δευτερόλεπτο μπορεῖ νά βρεθεῖ κανείς ἀπό τήν κόλαση στόν παράδεισο ἄν μετανοήσει.

«Ἡ τοῦ ληστοῦ μετάνοια τόν Παράδεισον ἐσύλησεν». Ὁ ληστής δηλαδή, πού βρισκόταν πάνω στόν σταυρό δίπλα ἀπό τόν Χριστό, ἔκλεψε μέ τή μεγάλη του μετάνοια καί τόν παράδεισο.

Ἡ πύλη τοῦ παραδείσου δέν εἶναι στενή ἀλλά χωράει ὅλους τούς ἀνθρώπους πού σκύβουν ταπεινά καί δέν εἶναι φουσκωμένοι ἀπό ὑπερηφάνεια ἀρκεῖ νά μετανοήσουν, νά δώσουν δηλαδή τό φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν τους στόν Χριστό καί τότε χωροῦν νά περάσουν εὔκολα ἀπό τήν πύλη.