Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Μάθετε απ' εμού...

xristos

Του Πρεσβυτέρου Νικολάου Γονιδάκη


Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου σήμερα, αγαπητοί μου εν Χριστώ αδελφοί, και η Αγία μας Εκκλησία μας παρουσιάζει στο αποστολικό ανάγνωσμα ένα απόσπασμα από την προς Τίτον επιστολή του Αποστόλου Παύλου (Τιτ. γ’ 8 – 15).

Πληροφοριακά αξίζει να αναφέρουμε πως ο Τίτος συγκαταλεγόταν στους Εβδομήκοντα Αποστόλους και ήταν από τους πιο στενούς μαθητές του Παύλου. Επίσης, υπήρξε ο πρώτος Επίσκοπος της Εκκλησίας της Κρήτης.

Ήταν ειδωλολάτρης Ελληνικής καταγωγής και ασπάστηκε τον Χριστιανισμό μέσω του Παύλου. Τα διοικητικά του χαρίσματα ήταν πολλά, καθώς βλέπουμε να του ανατίθενται απαιτητικές και δύσκολες αποστολές, όπως για παράδειγμα η επίλυση των κρίσεων στην Εκκλησία της Κορίνθου, όπως και η οργάνωση διαφόρων νεοϊδρυθέντων κατά τόπους Εκκλησιών.

Με βάση, λοιπόν, τα χαρίσματα που διέθετε, ο Απόστολος Παύλος παραθέτει στον Τίτο κάποιες σημαντικές υποδείξεις, ώστε το έργο του να παραμένει σταθερά αυξάνον, δίχως καθυστερήσεις και μάταιες προστριβές. Άλλωστε, το έργο της Εκκλησίας ήταν επείγον και δεν υπήρχαν περιθώρια για τέτοιες πολυτέλειες.

Πρώτα απ’ όλα, του μιλά για τα καλά έργα που πρέπει όχι μόνο να πράττουν οι χριστιανοί, αλλά να είναι και πρωτοστάτες σε αυτά, δίνοντας οι ίδιοι το καλό παράδειγμα.

Για τον λόγο αυτό πρέπει οι πιστοί να αποφεύγουν καθετί που παρεκκλίνει από τον δρόμο του Χριστού.

Χαρακτηριστικά, τον προτρέπει να αποφεύγονται οι μάταιες και ανώφελες συζητήσεις σχετικά με τον Μωσαϊκό Νόμο, εννοώντας τις θρησκευτικές αντιπαραθέσεις που είχαν αναπτυχθεί μεταξύ των πιστών, και συγχρόνως να μεριμνά με κάθε τρόπο να διαφυλάττει την ενότητα των μελών της Εκκλησίας.

Γι' αυτό και τον ακούμε να τονίζει ότι εκείνοι οι οποίοι επιχειρούσαν να δημιουργήσουν διχόνοια και, κατ' επέκταση, αίρεση, αφού πρώτα νουθετηθούν μία και δύο φορές και εξακολουθούν να μη συμμορφώνονται, πρέπει να παραμερίζονται και να απομακρύνονται, ώστε να μη διασαλεύουν την ενότητα του συνόλου.

Τέλος, τονίζει τους καρπούς που καλούνται όλοι οι χριστιανοί να παράγουν, όπως προαναφέραμε, με τα καλά και αγαθά τους έργα, επισημαίνοντας την ανάγκη η Εκκλησία να παραμένει πάντοτε ενεργή και καρποφόρα και όχι βαλτωμένη και άκαρπη.

Αδελφοί μου, διαβάζοντας σήμερα τα λόγια του Αποστόλου Παύλου, πρέπει να αντικρίσουμε με ειλικρίνεια την αλήθεια της εποχής μας. Τι εννοούμε;

Εμείς, στις ημέρες μας, κάνουμε καλά έργα; Παράγουμε καρπούς; Είμαστε ενωμένοι; Διατηρούμε ό,τι μας παραδόθηκε από τους Αγίους Πατέρες, οι οποίοι αγωνίστηκαν, θυσιάζοντας σώμα και ψυχή στις Οικουμενικές Συνόδους, ή μήπως έχουμε επαναπαυθεί στις δάφνες τους, απολαμβάνοντας απλά όσα εκείνοι με τόσο κόπο και θυσίες μας κληροδότησαν;

Βλέπουμε πως τότε ο τιμητικός τίτλος του «Χριστιανού» συνοδεύτηκε από κόπο, πόνο, δάκρυα και, πολλές φορές, από το ίδιο το μαρτύριο. Χάρη όμως σε αυτές τις θυσίες, το όνομα του Χριστού και της Αγίας Του Εκκλησίας ταξίδεψε στον χρόνο και έφθασε αναλλοίωτο έως τις ημέρες μας.

Ενεργούμε, πολλές φορές, όπως οι άνθρωποι, οι Χριστιανοί της εποχής εκείνης. Θέλουμε να δείχνουμε ότι ξεχωρίζουμε, να ντυνόμαστε τον ψεύτικο ευσεβισμό, ενώ μέσα στην καρδιά μας επικρατεί το σκοτάδι. Γι’ αυτό πρέπει να δούμε την πίστη μας διαφορετικά, όχι ως υποχρέωση, αλλά ως ζωή.

Το καθετί που προβάλλεται και δεν συμβαδίζει με τη διδασκαλία της Εκκλησίας και των Αγίων Πατέρων αποτελεί αίρεση.

Δυστυχώς, στις ημέρες μας, ο πονηρός σπέρνει τέτοιες αιρέσεις, τις οποίες πολλές φορές υποστηρίζουμε και εμείς, χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε, από τα πιο απλά μέχρι και τα πιο σύνθετα ζητήματα της πνευματικής ζωής.

Χαρακτηριστικά, ακούμε κάποιους να λένε ότι, ενώ έχουν την ευλογία του πνευματικού τους να κοινωνήσουν ακωλύτως, δεν προσέρχονται στη Θεία Κοινωνία, γιατί, όπως οι ίδιοι λένε, «δε θέλουν να τη συνηθίσουν».

Κι όμως, ο Χριστός πρέπει να γίνει όχι απλώς μια ευλογημένη συνήθεια, αλλά η μεγαλύτερη ανάγκη της ζωής μας, το αντίδοτο των αμαρτιών μας και η πηγή της σωτηρίας μας.

Μέχρι και σήμερα βλέπουμε να επικρατεί μεγάλη σύγχυση γύρω από διάφορα θέματα, τα οποία δεν άπτονται των εκκλησιαστικών ζητημάτων.

Κάποιοι, όμως, επιλέγουν να τα προβάλλουν μόνο και μόνο για να διασαλεύσουν την ενότητα και να εξυπηρετήσουν την προσωπική τους προβολή και ανέλιξη.

Πόσοι δεν κατηγορούν και δεν κρίνουν τους Επισκόπους της Εκκλησίας μας, μη μπορώντας να κατανοήσουν ότι ο Επίσκοπος είναι, κατά τον λόγο του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου, «εἰς τύπον καὶ τόπον Θεοῦ».

Ας αναρωτηθούμε, μετά από τόσα χρόνια πλέον, αν υπήρχε πραγματικά λόγος να προκληθούν τόσες διαμάχες και τόση διάσπαση εξαιτίας των περιβόητων εμβολίων ή των νέων ταυτοτήτων.

Αυτά είναι φαινόμενα που οφείλουμε να αποφύγουμε και στο μέλλον, ώστε να μη διασαλεύεται η ενότητα της Εκκλησίας.

Ας κατανοήσουμε, λοιπόν, ότι, εάν πραγματικά επιθυμούμε να ζήσουμε με τον Χριστό, οφείλουμε να ακολουθήσουμε όλες εκείνες τις παραινέσεις που σήμερα ακούσαμε τον Απόστολο Παύλο να απευθύνει προς τον Τίτο, ώστε να εκπληρώνεται και στη δική μας ζωή η ευχή του: «Ἡ χάρις μετὰ πάντων ὑμῶν».

Έτσι, οι πνευματικοί μας αισθητήρες θα παραμένουν πάντοτε σε ζωντανή επικοινωνία με τον Χριστό. 

Ας θέσουμε, ακόμη, ένα πνευματικό κριτήριο στον εαυτό μας.

Κάθε φορά που αισθανόμαστε πως κάτι δεν πηγαίνει καλά, πως μια δοκιμασία ή μια κρίση πλησιάζει, συνοδευόμενη από νεύρα, θυμό, ταραχή και σύγχυση, ας στρεφόμαστε με πνευματική εσωστρέφεια, ταπείνωση και πίστη στον ίδιο τον Κύριό μας, παραδειγματιζόμενοι από τα θεϊκά Του λόγια: «μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. ια΄ 29).