
Το Βουνό των Αρετών
Οι παλιοί έλεγαν πως, πέρα από τις ομίχλες του κόσμου, υψωνόταν ένα βουνό που δεν φαινόταν σε όλους.
Το έλεγαν Βουνό των Αρετών.
Δεν υπήρχε χάρτης για να το βρεις, ούτε μονοπάτι χαραγμένο. Το έβρισκαν μόνο όσοι είχαν κουραστεί να κυνηγούν τα εύκολα.
Στην κορυφή του δεν υπήρχε θησαυρός από χρυσάφι.
Υπήρχε ένας γέρικος πλάτανος και ένας σοφός φύλακας.
Κάθε ταξιδιώτης έφτανε εκεί κρατώντας ένα σακίδιο.
«Άνοιξέ το», έλεγε ο φύλακας.
Άλλος έβγαζε θυμό.
Άλλος ζήλια.
Άλλος αλαζονεία.
Άλλος φόβο.
Και κάθε φορά ο φύλακας τους οδηγούσε σε μια πέτρινη πηγή.
«Πλύνε τα.»
Οι περισσότεροι θύμωναν.
«Ήρθα ως εδώ για να πάρω κάτι, όχι για να αφήσω!»
Ο φύλακας χαμογελούσε.
«Γι’ αυτό ο κόσμος κατεβαίνει από το βουνό πιο βαρύς απ’ ό,τι ανέβηκε.»
Ένα πρωινό έφτασε ένας νεαρός.
Το σακίδιό του ήταν άδειο.
«Δεν έχω τίποτα να αφήσω», είπε.
Ο φύλακας τον κοίταξε βαθιά.
«Άδειο δεν είναι.»
Ο νεαρός το άνοιξε.
Μέσα υπήρχε ένας καθρέφτης.
«Τι σημαίνει αυτό;»
«Ότι σε όλη τη ζωή σου κουβαλούσες μόνο τον εαυτό σου.»
Ο νέος γονάτισε.
Έσπασε τον καθρέφτη πάνω στην πέτρα.
Τότε η κορυφή γέμισε φως.
Από τα κομμάτια του καθρέφτη φύτρωσαν μικρά λευκά άνθη.
Ο φύλακας είπε:
«Να θυμάσαι… Οι αρετές δεν φυτρώνουν εκεί που ο άνθρωπος θαυμάζει τον εαυτό του. Φυτρώνουν εκεί που σπάει η υπερηφάνειά του.»
Ο νέος κατέβηκε από το βουνό χωρίς τίποτα στα χέρια.
Κι όμως, όλοι όσοι τον συναντούσαν ένιωθαν ειρήνη.
Γιατί είχε φέρει μαζί του κάτι που δεν φαινόταν.
Είχε γίνει ο ίδιος μέρος του Βουνού των Αρετών.
Και τότε κατάλαβε πως οι αρετές δεν είναι βραβεία που κατακτώνται. Είναι μονοπάτια που περπατιούνται, μία ταπεινή επιλογή κάθε μέρα.