Ο νους σου μοιάζει με θάλασσα. Όχι την επιφάνεια που βλέπουν όλοι, μα τα αόρατα βάθη της, εκεί που το φως του ήλιου δεν φτάνει ποτέ.
Στην αρχή, σε βλέπω σαν τη ρηχή ακτή , τα κύματα των σκέψεών σου, οι παλίρροιες των συναισθημάτων σου. Παιχνιδιάρικη, διάφανη, με αφρό που χορεύει στο φως. Μα όσο σε γνωρίζω, βουτάω πιο βαθιά.
Και τότε ανακαλύπτω τα μυστικά σου ρεύματα, τους ανεξερεύνητους ωκεανούς μέσα σου. Εκεί κάτω, η σιωπή έχει βάρος. Εκεί γεννιούνται οι σκέψεις που δεν είπες ποτέ, τα όνειρα που έπνιξες για να μη σε πνίξουν, οι αγάπες που φύλαξες σαν θησαυρούς σε ναυάγια. Είσαι τόσο ήρεμος όσο η νηνεμία μιας ανέμελης μέρας, μα κρύβεις μέσα σου την ορμή τυφώνων που μετέωροι ταξιδεύουν.
Σε ακούω. Και η θάλασσά σου μου μιλάει με την γλώσσα των βυθών: ένα βουητό αρχαίο, σαν ρυθμός καρδιάς του κόσμου. Κάθε σου κύμα αφήνει πίσω του μια ανάμνηση στην αμμουδιά της ψυχής μου, χαραγμένη εκεί για πάντα.
Η θάλασσά σου έχει ζωή. Έχει πλάσματα που λάμπουν στο σκοτάδι, φώτα που αναβοσβήνουν στα βάθη, τραγούδια που ακούγονται μόνο στην απόλυτη ησυχία. Και εγώ, ένας απλός κολυμβητής, βυθίζομαι μέσα σου με δέος, γνωρίζοντας πως όσα κι αν εξερευνήσω, πάντα θα υπάρχει ένα άγνωστο βάθος περιμένοντας.
Γιατί ο νους σου δεν είναι απλώς θάλασσα. Είναι ωκεανός. Και με πνίγω ηδονικά στην απεραντοσύνη σου, για να αναδυθώ κάθε φορά πιο γεμάτος από το αλάτι σου, πιο ζωντανός από τα κύματά σου.
Σε αγαπώ σαν ναυαγός που βρήκε το λιμάνι του. Μα εσύ, θάλασσά μου, είσαι ταυτόχρονα και το ναυάγιο και η σωτηρία μου.