Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτη

Ὅποιος στηρίζεται στήν γνώση του καί ἀνατρέπει τήν γνώμη τοῦ ἄλλου μέ ἐπιπολαιότητα, ὅποιος ἐπίσης εἶναι πρόθυμος νά ἀπαντήσει, νά δικαιολογηθεῖ καί νά δικαιολογήσει, ἤ ἔχει θέλημα πού εἶναι βγαλμένο μέσα ἀπό τή ζωή του, αὐτός ἀπολαμβάνει ὡς καρπό τήν ἔχθρα.

Δέν μπορεῖ νά συμφωνήσει μέ κανένα. Ἔχετε παρατηρήσει ποιοί ἄνθρωποι εἶναι ἀγαπητοί καί περιζήτητοι;

Ὅσοι διακονοῦν, ὅσοι εἶναι πέρα γιά πέρα ἤρεμοι καί πρόθυμοι νά ἀποδεχθοῦν τήν γνώμη τοῦ ἄλλου, τήν ἐπιθυμία του, τήν σκέψη, τήν ἐνέργειά του, τό ἁμάρτημά του, τό πάθος του, τήν εὐγένειά του, τήν ἀγένειά του, πού ἡ εὐαισθησία τους εἶναι στραμμένη πρός τόν Θεόν καί πρός τούς ἀνθρώπους.

Ἀντιθέτως, αὐτοί πού θέλουν νά ὑπερασπίζουν τόν ἑαυτό τους, πού θέλουν νά ἔχουν θέση, γνώμη, σκέψη, νά διεκδικήσουν ἕνα δικαίωμα, νά ἐπιβάλλουν τήν γνώμη τους – ἄκουσέ με, λένε, καί μετά κάνε ὅ,τι θέλεις – γίνονται ἀντιπαθητικοί.

Γιατί νά σέ ἀκούσω, βρέ ἀδελφέ; Ἐγώ αὐτό θέλω νά κάνω. Βέβαια, ἀπό ταπείνωση ἤ ἐξυπνάδα – τό ἴδιο εἶναι – θά σέ ἀκούσω, ἀλλά ἐσύ ἔχασες.

Ὅποιος ἀφήνει ἀνέγγιχτους τούς ἄλλους ἀπό τήν παρουσία του, ὅποιος τούς ἀφήνει ἐλεύθερους νά κάνουν ὅ,τι θέλουν καί ἡ μόνη σχέση του μαζί τους εἶναι ἡ σχέση τῆς διακονίας, τῆς ὑπηρεσίας, τοῦ ἐσχάτου ἀνθρώπου, ὁ ἁπλός, ὁ ταπεινός, ὁ ἀνεπιτήδευτος, αὐτός εἶναι πάντοτε ὁ ἀγαπημένος.

Ὅσοι ζητοῦν, ἀπαιτοῦν, παρακαλοῦν, αὐτούς, ἀπό μακριά τούς βλέπεις καί τούς ἀποφεύγεις.

Ὅλα αὐτά δέν ἔχουν θέση σέ μιά ψυχή ἡ ὁποία ἁγνίζει αὐτήν καί τήν εὐτρεπίζει γιά τό Θεόν.

Ὅποιος δέν προσέχει καί ὑποστηρίζει τό θέλημά Του, τήν γνώση Του, αὐτός κερδίζει τήν ἔχθρα, δέν τόν ἀγαπάει κανείς.

Ὅλοι σάν νά δαιμονίζονται, ἔχουν ἀπέναντί του ἕνα ἔνστικτο ἀντιδράσεως καί θέλουν νά τοῦ ποῦν ὄχι.

Βέβαια, αὐτός τά βάζει μέ τούς ἄλλους. Προφανῶς ὅμως ὁ ἴδιος εἶναι ὑπαίτιος καί ἄξιος τῆς μοίρας του, τοῦ στρώματος τό ὁποῖο στρώνει.

Αὐτός ἐκ τοῦ πνεύματος οὐ δύναται εἶναι τοῦ φέροντος λύπην ἐν τῇ καρδίᾳ, δέν εἶναι δυνατόν νά ἐνεργεῖται ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό ὁποῖο φέρνει συντριβή στήν καρδιά.