Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

ΣΤΗ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ (Κυριακή της Ορθοδοξίας).


 

Η ΠΙΣΤΗ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

π. Δημητρίου Μπόκου

Η αναστήλωση των εικόνων δίνει την ευκαιρία στην Εκκλησία να τονίσει την πιστότητά της στην αποστολική παράδοση, δηλαδή στην μία και μοναδική πίστη που παραδόθηκε μια για πάντα από τον Θεό στους Χριστιανούς. «Τη άπαξ παραδοθείση πίστει τοις αγίοις». Στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας, μια συνοπτική έκθεση της Ορθόδοξης πίστης, διακηρύσσεται με εντόνως εμφαντικό τρόπο: «Αύτη η πίστις των Αποστόλων, αύτη η πίστις των Πατέρων, αύτη η πίστις των Ορθοδόξων, αύτη η πίστις την Οικουμένην εστήριξε» (Κυριακή της Ορθοδοξίας).

Γιατί η πίστη των Αποστόλων είναι η βάση της Εκκλησίας;

Στην Αποκάλυψη παρουσιάζεται η Άνω Ιερουσαλήμ να περικλείεται από «τείχος μέγα και υψηλόν… και το τείχος της πόλεως έχον θεμελίους δώδεκα, και επ’ αυτών δώδεκα ονόματα των δώδεκα αποστόλων του αρνίου» (Αποκ. 21, 12-14). Οι Απόστολοι είναι τα θεμέλια της Εκκλησίας. Αλλά και αυτοί εδράζονται πάνω σε ένα άλλο ατράνταχτο θεμέλιο, στον ακρογωνιαίο λίθο που λέγεται Χριστός. Είναι ο λίθος που περιφρονήθηκε από τους οικοδομούντες, αλλά παρά την απόρριψή του «εγενήθη εις κεφαλήν γωνίας». Αποδοκιμάστηκε από τους ανθρώπους, αλλά αυτός έγινε το μεγάλο αγκωνάρι, που δένει στερεά τους τοίχους της οικοδομής του Θεού, συνενώνει δηλαδή όλα τα έθνη σε μία Εκκλησία (Ματθ. 21, 42. Α΄ Πέτρ. 2, 4).

Εκπληρώνεται στο πρόσωπό του η προφητεία του Ησαΐα: «Ιδού εγώ» θα βάλω στα θεμέλια της Σιών, (δηλαδή της Εκκλησίας) «λίθον πολυτελή, εκλεκτόν, ακρογωνιαίον, έντιμον», και όποιος πιστεύει σ’ αυτόν δεν θα καταισχυνθεί (Ησ. 28, 16). Κανένας δεν μπορεί να μετακινήσει τον θεμέλιο αυτόν. Είναι άσειστος και αμετακίνητος στη βάση της οικοδομής. «Θεμέλιον γαρ άλλον ουδείς δύναται θείναι παρά τον κείμενον, ος εστίν Ιησούς Χριστός» (Α΄ Κορ. 3, 11).

Ζωντανός ακρογωνιαίος λίθος λοιπόν ο Χριστός, «εν ω πάσα η οικοδομή». Πάνω στον θεμέλιο λίθο του Χριστού στηρίζονται οι θεμέλιοι λίθοι των Αποστόλων και Προφητών. Και πάνω σ’ αυτούς «ως λίθοι ζώντες» οικοδομούνται οι πιστοί και συναρμολογείται όλη η οικοδομή, γίνεται «οίκος πνευματικός», αυξάνεται «εις ναόν άγιον εν Κυρίω». Συνοικοδομούνται οι πάντες «εις κατοικητήριον του Θεού εν Πνεύματι» (Α΄ Πέτρ. 2, 5. Εφ. 2, 20-22).

Η Εκκλησία μας λοιπόν είναι αποστολική, έχει αποστολικά θεμέλια. Πρώτος και κορυφαίος Απόστολος είναι ο Χριστός, αποστελλόμενος από τον Θεό Πατέρα στον κόσμο. Ταυτόχρονα είναι και ο μέγας Αρχιερέας που ιερουργεί αιώνια τη σωτηρία μας (Εβρ. 3, 1).

Ο Χριστός εν συνεχεία αφήνει στο πόδι του Αποστόλους και Αρχιερείς στην Εκκλησία. Όλοι τους είναι «κλήσεως επουρανίου». «Έθετο ο Θεός εν τη Εκκλησία πρώτον Αποστόλους». Τους ταυτίζει με τον εαυτό του: «Ο δεχόμενος υμάς εμέ δέχεται». Μέσω των Αποστόλων όλων εργάζεται ο ένας Κύριος Ιησούς Χριστός. Η διδαχή, η παράδοση, η πίστη των Αποστόλων, είναι το πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού (Α΄ Κορ. 12, 28. Ματθ. 10, 40).

Προέκταση των Αποστόλων αποτελούν οι άγιοι Πατέρες. Μεταξύ Αποστόλων και Πατέρων δεν υπάρχει διαφορά. Το έργο των αγίων Πατέρων είναι έργο αποστολικό. Διαφυλάττουν την πίστη των Αποστόλων, τη μία και μοναδική αλήθεια: Τον Θεάνθρωπο Χριστό.

Όσο λοιπόν η Εκκλησία κατέχει την πίστη αυτή, που μας θεοποιεί διά της εν Χριστώ ζωής, είναι αποστολική.

Η ΑΓΙΑ ΕΥΔΟΚΙΑ

 



Τη μνήμη της Αγίας Ευδοκίας της από Σαμαρειτών η Οσιομάρτυς τιμά σήμερα, 1 Μαρτίου, η Εκκλησία μας.
Η Αγία Ευδοκία γεννήθηκε στη Ηλιούπολη της επαρχίας Λιβανησίας, της Φοινίκης, την εποχή του Τραϊανού (98 – 117 μ.Χ.). Πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής της στην αμαρτία και την ακολασία, παρασύροντας με την εκτυφλωτική της ομορφιά πολλούς άνδρες στη αμαρτωλή ζωή, ενώ συγχρόνως συγκέντρωσε πολλά χρήματα.
Η χάρη όμως του Θεού ευδόκησε, ώστε να συμβεί η θαυμαστή αλλοίωση και στην ψυχή της Ευδοκίας. Μετά από μία σοβαρή ασθένεια, εγκατέλειψε την πόλη και την αμαρτία της, για να επιστρέψει εκεί ένα χρόνο αργότερα. Επιθυμώντας όμως να παραμείνει άγνωστη, εγκαταστάθηκε στην άκρη της πόλης. Εκεί γνωρίζει κάποιον μοναχό ονόματι Γερμανό και με τις νουθεσίες του μετανοεί.
Στην συνέχεια, αφού είδε οπτασία, προσήλθε στον Επίσκοπο Θεόδοτο και βαπτίσθηκε. Η οπτασία ήταν η εξής: Παρατηρούσε Άγγελο Θεού να οδηγεί αυτήν προς τον ουρανό και άλλους Αγγέλους να τη συγχαίρουν, ενώ την ίδια στιγμή κάποιος μαύρος ούρλιαζε και έλεγε ότι αδικείται πάρα πολύ, επειδή η Ευδοκία έγινε Χριστιανή.
Από τότε αλλάζει η ζωή της, χαρίζει όλη της τη περιουσία στο φιλανθρωπικό έργο της τοπικής εκκλησίας και πηγαίνει σε κάποιο μοναστήρι, όπου ζει βίο ασκητικό ως τη στιγμή που τη άρπαξαν οι πρώην εραστές της και την οδήγησαν στο Αυριλιανό για να δικαστεί.
Η Αγία όμως με την προσευχή της, κατόρθωσε να αναστήσει το νεκρό παιδί του βασιλιά και να προσελκύσει και τον ίδιο στο Χριστιανισμό. Αργότερα οδηγήθηκε μπροστά στον ηγεμόνα Διογένη, ο οποίος την άφησε ελεύθερη, αφού η Αγία και πάλι θαυματούργησε. Τελικά αποκεφαλίσθηκε από το Βικέντιο και έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου.
Απολυτίκιο:
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Φόβον ένθεον, αναλαβούσα, κόσμου έλιπες, την ευδοξίαν, και τω Λόγω Ευδοκία προαέδραμες, ου τον ζυγόν τη σαρκί σου βαστάσασα, υπερφυώς ηγωνίσω δι’ αίματος. Μάρτυς ένδοξε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.