Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 18 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2016

Προς Εβραίους (ια΄ 9-10, 24-26, 32-40)
Αδελφοί,
(9-10) Πίστει παρώκησεν Αβραάμ εις την γην της επαγγελίας ως αλλοτρίαν, εν σκηναίς κατοικήσας μετά Ισαάκ και Ιακώβ των συγκληρονόμων της επαγγελίας της αυτής· εξεδέχετο γαρ την τους θεμελίους έχουσαν πόλιν, ης τεχνίτης και δημιουργός ο Θεός.

(24-26) Πίστει Μωϋσής μέγας γενόμενος ηρνήσατο λέγεσθαι υιός θυγατρός Φαραώ, μάλλον ελόμενος συγκακουχείσθαι τω λαώ του Θεού η πρόσκαιρον έχειν αμαρτίας απόλαυσιν, μείζονα πλούτον ηγησάμενος των Αιγύπτου θησαυρών τον ονειδισμόν του Χριστού· απέβλεπε γαρ εις την μισθαποδοσίαν.

(32-40) Και τι έτι λέγω; επιλείψει γαρ με διηγούμενον ο χρόνος περί Γεδεών, Βαράκ τε και Σαμψών και Ιεφθάε, Δαυΐδ τε και Σαμουήλ και των προφητών, οι διά πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, ειργάσαντο δικαιοσύνην, επέτυχον επαγγελιών, έφραξαν στόματα λεόντων, έσβεσαν δύναμιν πυρός, έφυγον στόματα μαχαίρας, ενεδυναμώθησαν από ασθενείας, εγενήθησαν ισχυροί εν πολέμω, παρεμβολάς έκλιναν αλλοτρίων· έλαβον γυναίκες εξ αναστάσεως τους νεκρούς αυτών· άλλοι δε ετυμπανίσθησαν, ου προσδεξάμενοι την απολύτρωσιν, ίνα κρείττονος αναστάσεως τύχωσιν· έτεροι δε εμπαιγμών και μαστίγων πείραν έλαβον, έτι δε δεσμών και φυλακής· ελιθάσθησαν, επρίσθησαν, επειράσθησαν, εν φόνω μαχαίρας απέθανον, περιήλθον εν μηλωταίς, εν αιγείοις δέρμασιν, υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ων ουκ ην άξιος ο κόσμος, εν ερημίαις πλανώμενοι και όρεσι και σπηλαίοις και ταίς οπαίς της γης.

Και ούτοι πάντες μαρτυρηθέντες διά της πίστεως ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν, του Θεού περί ημών κρείττόν τι προβλεψαμένου, ίνα μη χωρίς ημών τελειωθώσι.

Απόδοση στη νεοελληνική:
Αδελφοί,
(9-10) Με την πίστιν κατώκησε ο Αβραάμ εις την γην της επαγγελίας σαν ξένος σε μια ξένη χώρα, ζων σε σκηνές, μαζί με τον Ισαάκ και τον Ιακώβ, οι οποίοι ήσαν συγκληρονόμοι της ιδίας υποσχέσεως, διότι επερίμενε την πόλιν, η οποία είχε στερεά θεμέλια και της οποίας αρχιτέκτων και δημιουργός είναι ο Θεός.

(24-26) Με την πίστιν ο Μωϋσής, όταν εμεγάλωσε, αρνήθηκε να ονομάζεται υιός της θυγατρός του Φαραώ, διότι επροτίμησε μάλλον να υποφέρη μαζί με τον λαόν του Θεού παρά να έχη την πρόσκαιρη απόλαυση αμαρτωλών πραγμάτων. Εθεώρησε μεγαλύτερον πλούτον από τους θησαυρούς της Αιγύπτου τον εξευτελισμόν του Χριστού, καθ’ όσον απέβλεπε εις την ανταπόδοσιν.

(32-40) Και τι ακόμη να πω; Δεν μου επιτρέπει ο χρόνος να σας διηγηθώ διά τον Γεδεών, τον Βαράκ, τον Σαμψών, τον Ιεφθάε, τον Δαυίδ και Σαμουήλ και τους προφήτας, οι οποίοι με την πίστιν ανέτρεψαν βασίλεια, έκαναν έργα δικαιοσύνης, επέτυχαν την πραγματοποίησιν υποσχέσεων του Θεού, έφραξαν στόματα λεόντων, έσβησαν την δύναμιν φωτιάς, διέφυγαν την σφαγήν, έγιναν από αδύνατοι δυνατοί, έγιναν ισχυροί σε καιρόν πολέμου, έτρεψαν εις φυγήν παρατάξεις των εχθρών. Γυναίκες έλαβαν τους νεκρούς των δι’ αναστάσεως, άλλοι δε εβασανίσθησαν και δεν εδέχθησαν να αφεθούν ελεύθεροι, διά να επιτύχουν μίαν άλλην καλυτέραν ανάστασιν.

Άλλοι εδοκιμάσθησαν με εμπαιγμούς και μαστίγωσιν, ακόμη δε και με δεσμά και φυλακήν. Ελιθοβολήθησαν, επριονίσθησαν, υπέστησαν πολλάς δοκιμασίας, εθανατώθησαν με μάχαιραν, περιπλανώντο φορούντες δέρματα προβάτων και δέρματα αιγών, εστερούντο, υπέφεραν θλίψεις και κακουχίας, (άνθρωποι διά τους οποίους δεν ήτο άξιος ο κόσμος), επλανώντο σε ερήμους και σε βουνά, σε σπήλαια και σε τρύπες της γης.

Όλοι αυτοί, αν και είχαν καλήν μαρτυρίαν διά την πίστιν τους, δεν έλαβαν ο,τι είχε υποσχεθεί ο Θεός, διότι είχε ο Θεός προβλέψει κάτι καλύτερον αναφορικώς μ’ εμάς διά να μη φθάσουν εκείνοι εις την τελειότητα χωρίς εμάς.