Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2019

ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ ΤΟ ΠΑΝ ΜΟΥ,ΚΙ ΑΣ ΤΟ ΑΡΝΟΥΜΑΙ




Αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Κέρδος μου δεν είναι ότι παίρνω κάτι από Εσένα. Κέρδος μου είσαι Εσύ· το ότι υπάρχεις στην ζωή μου, ότι θέλεις να είσαι παρών στην ζωή μου.

Ακόμα και τότε που φεύγω μακρυά Σου, εσύ με κυνηγάς, με παρακαλείς να σταματήσω, να πάψω να απομακρύνομαι από την αγκαλιά Σου.
Αυτός ο μανικώς Σου έρωτας για μένα είναι καθηλωτικός, ιερός και άγιος.
Αυτή η αποδοχή Σου για μένα είναι αδιαπραγμάτευτη.
Δεν με έχεις ανάγκη και όμως με αγαπάς, δεν θέλεις δώρα, ανταλάγματα για να παραμείνεις κοντά μου, γιατί δεν θέλεις κάτι από μένα, αλλά θέλεις εμένα. Και αυτό είναι το φοβερό. Αυτό είναι το μεγαλείο της αγάπης Σου, η οποία δεν απαιτεί ανταπόκριση, δεν βιάζει την ζωή μου, δεν επιζητεί την κατάργηση του προσώπου μου.
Μ’αγαπάς ακόμα και τότε που δηλώνω μόνος στη ζωή.
Το φιλί Σου γεμάτο καρδιά, το άρωμά Σου ποτισμένο με διάκριση, το βλέμμα Σου φωτεινό με κατανόηση. Στέκεις πάντα εκεί, δίπλα μου, τις στιγμές που πέφτω, τις στιγμές που ανασταίνομαι χωρίς να αλλοιώνεται η αγάπη Σου. Δεν με ελέγχεις για τα λάθη, δεν με αποπαίρνεις. Τα πάντα μου τα υπομένεις με αυτήν την πραότητα που σε διακρίνει, αυτήν την ανεξικακία που μοσχοβολάς.
Δεν ξέρω εάν μπορώ να πω ότι σ’αγαπώ, γιατί μπορεί να μειώσω την έννοια και το γεγονός της αγάπης. Πάντως αυτό μπορώ να πω: Σ’ευχαριστώ που μ’αγαπάς χωρίς προσδοκίες. Σ’ευχαριστώ που μ’αγαπάς κι ας σε φιλώ ως άλλος Ιούδας.
Γι’αυτήν την αγάπη -την αναμάρτητη- σ’ευχαριστώ, γι’αυτήν την Θεϊκή Σου συγκατάβαση που με καταδιώκει από γεννησιμιού μου.

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ



O Άγιος Ευστάθιος, γεννήθηκε στη Σίδη της Παμφυλίας (άλλοι θεωρούν ότι καταγόταν από τους Φιλίππους της Μακεδονίας) το 260 μ.Χ. και υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες εκκλησιαστικές φυσιογνωμίες του 3ου μ.Χ. αιώνα. Διακρίθηκε για την μαχητικότητά του και την εμμονή του στη ορθή διδασκαλία του Ευαγγελίου.
Στην αρχή διέλαμψε σαν επίσκοπος Βερροίας στη Συρία, όταν και συμμετείχε στην Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας. Το 323 μ.Χ. εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας της μεγάλης, θέση την οποία χρησιμοποίησε για την διάδοση αλλά και στερέωση της ορθοδοξίας και συνδεόταν διά στενής φιλίας με τον Άγιο Όσιο, Επίσκοπο Κορδούης (τιμάται 27 Αυγούστου)
Το 330 μ.Χ. όμως, οι κακόδοξοι Αρειανοί, συνεκάλεσαν Σύνοδο εις βάρος του Ευσταθίου με την κατηγορία ότι ήταν οπαδός της αίρεσης του Σαβέλλιου. Δωροδόκησαν μάλιστα κάποια γυναίκα ελευθέριων ηθών, η οποία παρουσιάσθηκε στη Σύνοδο και κατήγγειλε ότι είχε σχέση μαζί του και από τη σχέση αυτή απέκτησε και παιδί. Κατόρθωσαν βεβαίως να επιτύχουν την εξορία του Aγίου στην Τραϊανούπολη της Θράκης όπου και εκοιμήθη οσιακά το 360 μ.Χ.
Αρκετά χρόνια μετά την κοίμησή του, η αλήθεια αποκαταστάθηκε και ο Ευστάθιος ανακηρύχθηκε Άγιος της Eκκλησίας μας.
Το έτος 482 μ.Χ. μεταφέρθηκαν τα ιερά λείψανα του Αγίου από την Τραϊανούπολη στην Αντιόχεια.
Τέλος, θαυμάσιο εγκωμιαστικό λόγο για τον Άγιο Ευστάθιο εξεφώνισε ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
Απολυτίκιο:
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας έμπλεως σοφίας πέλων, ομοούσιον Πατρί τον Λόγον εν τη συνόδω τη πρώτη εκήρυξας, και διωγμοίς ομιλήσας και θλίψεσιν δόξης αρρήτου μετέσχες, Ευστάθιε. Πάτερ όσιε Χριστόν τον Θεόν ικέτευε δωρίσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2019

Η "ΖΑΛΑΔΑ" ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ


Αρχιμανδρίτης Παύλος Παπαδόπουλος

“Δεύτε προς με, πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς”.
Ο Χριστός είπε ότι μπορεί να μας αναπαύσει. Επομένως εάν κάποιος δεν αναπαύεται με την πνευματική ζωή, εάν κάποιος δεν αρκείται στον Χριστό, αυτό που ζει είναι μία μεγάλη συκοφαντία για τον Χριστό, διότι αυτός ο άνθρωπος νομίζει ότι ζει πνευματικά, μα δεν ζει· νομίζει ότι έχει τον Χριστό μας δεν Τον έχει.

Δεν γίνεται να έχεις τον Χριστό και να μην σου αρκεί. Δεν γίνεται να έχεις τον Χριστό και να φλετάρεις με το χώμα. Και χώμα δεν είναι μόνο τα υλικά αγαθά. Χώμα είναι η διάθεσή μας να υπερτερούμε έναντι των άλλων. Χώμα είναι η μανία μας να μην μας υποτιμήσει κανείς. Χώμα είναι η προσπάθειά μας να γίνουμε το κέντρο της ζωής των άλλων. Χώμα είναι να ποθούμε την εξουσία, την δόξα, την ικανοποίηση της σάρκας μας. Χώμα είναι να διεκδικούμε το αλάθητο, την αυθεντία. Χώμα είναι το κάθετί που προσπαθεί να αντικαταστήσει ή να συμπληρώσει τον Χριστό.
——————————
Ατιμάζουμε τον Χριστό, όταν τολμούμε και λέμε ότι η πνευματική ζωή δεν μας γεμίζει, ότι η πρόταση ζωής της Εκκλησίας είναι βαρετή ή ελλειπής. Αυτό συμβαίνει διότι προσεγγίζουμε την πνευματική ζωή ως μια ζωή κανόνων, και όχι ως μία πρόταση ζωής κοινωνίας με τους άλλους εν Χριστώ. Βλέπουμε την Εκκλησία ως κάτι ξένο από εμάς, ως ένα δικαστήριο και όχι ως ένα τόπο συνύπαρξης και συγχώρεσης.
——————————
Έχουμε μέσα στο μυαλό μας μια λάθος εικόνα της πνευματικής ζωής. Θεωρούμε πνευματική ζωή την ηθική ζωή. Κάτι το οποίο είναι ολέθριο για την πορεία μας. Πνευματική ζωή είναι η ζωή της μετάνοιας, της ταπείνωσης και της ζητιανιάς του Θείου Ελέους δια των Μυστηρίων. Ηθικοί άνθρωποι μπορεί να υπάρχουν και εκτός Εκκλησίας. Πνευματικοί άνθρωποι όμως είναι εκείνοι οι οποιοι αν και αμαρτωλοί αποδέχτηκαν την ανεπάρκειά τους μέσα στην Εκκλησία, χωρίς να απογοητευτούν. Πνευματικός άνθρωπος είναι αυτός που δεν κατακρίνει τους πάντες και τα πάντα γιατί έχει δει το δοκάρι στο δικό του μάτι. Πνευματικός άνθρωπος είναι αυτός που σηκώνει τον σταυρό του καθημερινά χωρίς να γογγύζει. Πνευματικός άνθρωπος είναι αυτός που πόρνευσε, που έκλεψε, που έκανε έκτρωση, που μοίχευσε, που είπε ψέμματα, που απάτησε, που πρόδωσε, που έβρισε, που αδίκησε, που ίσως έπεσε σε κάθε αμάρτημα μα μετανόησε, εξομολογήθηκε, έκλαυσε και αναστήθηκε.
Αυτοί που έζησαν αληθινά την αμαρτία, και την βίωσαν ως ένα γεγονός απώλειας τελικά μετανιώνουν. Πολλές φορές εμείς δεν μετανιώνουμε για τίποτα διότι ακόμα και την αμαρτία μας την ζήσαμε ψεύτικα.
——————————
Πνευματικούς ανθρώπους βλέπουνε καθημερινά οι πνευματικοί πατέρες στην εξομολόγηση. Ανθρώπους που οι πληγές της αμαρτίας μπορεί να τους λύγισαν, μα δεν τους έσπασαν. Ανθρώπους των οποίων η κόλαση δεν ξεθύμανε κι όμως βρίσκονται κάτω απο το πετραχήλι του πνευματικού ζητώντας μια γωνιά αποδοχής του σκοταδιού τους. Και βλέπεις μέσα σ’αυτές τις “βρώμικες και σκοτεινές” ψυχές ν’ανθίζουν παράδεισοι. Πνευματικοί άνθρωποι είναι αυτοί που παλεύουν καθημερινά με την αλαζονεία της υγείας τους, της εξυπνάδας τους, τις γνώσεις τους, της φήμης τους, του πλούτου τους. Παλεύουν με τα πάθη αλλά και την οίηση που κρύβεται στις αρετές τους.
——————————
Πνευματικοί άνθρωποι είναι συνήθως οι ζαλισμένοι.
Ζαλισμένοι από τις πτώσεις και αναστάσεις τους, από την ακατάπαυστη προσπάθεια να μην κοιτούνε μόνο χώμα, μα και ουρανό.

ΠΑΥΣΙΠΟΝΑ ΨΥΧΗΣ...




Η κοινωνία μας σε όλες τις εκδοχές της έχει μετατρέψει, την οικογένεια, το σχολείο, τη πολιτεία, τη θρησκεία, από διδακτήρια του «είναι», σε χώρους του «φαίνεσθαι» και του «απαιτείν», οι άνθρωποι τού τώρα απαιτούμε ανεπίγνωστα…
καταναλώνουμε αχόρταστα, και όλο αυτό το τσουνάμι εγωκεντρικής αυτοϊκανοποίησης προκαλεί πόνο, πόνο ψυχής και ύπαρξης, που κανένας από τους προαναφερθέντες χώρους δεν μπορεί να χαρίσει πλέον ανάπαυση και λυτρωμό.
Έτσι ο τωρινός άνθρωπος καταφεύγει σε ποικίλες «μεθαδόνες», ως υποκατάστατα νοήματος ζωής, ως βάλσαμο στο πόνο, ο σημερινός άνθρωπος αναζητεί με αγωνία παυσίπονα ψυχής, για να την ναρκωθεί, να κουκουλώσει το πρόβλημα, το οποίο λόγω έλλειψης διαχειριστικής αντιμετώπισης, θα το έχει πάλι μπροστά του με μεγαλύτερη σφοδρότητα. Καταφεύγει στις εξαρτησιογόνες ουσίες, στο αλκοόλ, στις εφήμερες χρηστικές σωματικές σχέσεις, σε ποικίλους ψυχαναγκασμούς προκειμένου να μην αντιμετωπίσει πρόσωπο με πρόσωπο το alter ego του, με εντιμότητα και αλήθεια. Πλείστες φορές αναζητεί παρηγοριά με λάθος τρόπους.
Τα παυσίπονα ψυχής στα οποία συνήθως καταφεύγει, του χαρίζουν ένα παροδικό μούδιασμα του πόνου, σαν αυτό που αισθανόμαστε πρόσκαιρα όταν έχουμε έντονο πονόδοντο και κάνουμε «μπουκώματα» με ούζο, έτσι προς στιγμήν καλύπτεται απατηλά το σύμπτωμα, αλλά το αίτιο συνεχίζει να δρα ανενόχλητο.
Οι ανθρώπινες ψυχές μπούχτισαν τα παυσίπονα, περιορισμένης χρονικής διάρκειας, και αναζητούν άγγιγμα, ζεστασιά και θαλπωρή για να ανοιχτούν, να εμπιστευτούν και να αναπαυθούν, ένα άγγιγμα που μόνο ο Χριστός και η σωστική εκκλησία του χαρίζουν, δεν εννοείται φυσικά αυτή η εμπορική αυτό-δικαιωτική βεβαιότητα ως αντιφατική ψευδαίσθηση, που καθημερινά σκοντάφτουμε πάνω της, και η οποία παριστάνει δήθεν την εκκλησία, μέσα στα λούσα, τις μεγάλες αδάπανες φαμφάρες και τις εικονικές σχέσεις.
Η αληθινή αυτή χριστόπνοη και χριστογεννημένη εκκλησία, υπάρχει σαν γνήσιος κρίκος διαδοχής, εκείνης της πρώτης καταφρονημένης από τον κόσμο και περιορισμένης σε αριθμό, επαναστατικής πραγματικότητας των 3 πρώτων αιώνων, των διωγμών και του μαρτυρίου, της ομολογίας και της θυσίας. Η «καρδιά» της συνεχίζει να χτυπάει σε ταπεινούς χώρους και πρόσωπα, φανέρωσης του μυστηρίου της σταυροαναστάσιμης θυσιαστικής αγάπης, μακριά από μεγαλοσχήμονες του «αιώνος τούτου του απατεώνος», σε «καταφρονεμένες» υπάρξεις, απλών ανθρώπων, με χαμόγελο και ζεστή καρδιά που όποιον αγγίζουν τον γαληνεύει, σε απλούς καλόγερους και καλόγραιες, που ενώ βρίσκονται τοπικά μακριά από τον κόσμο, τροπικά έχουν ένα αχόρταγα φιλάνθρωπο «νοιάξιμο», για τη σωτηρία του κόσμου, μέσα στην ευρύχωρη και αρχοντική καρδιά τους.
Η οντολογική αυτή εκκλησία στην αντίπερα όχθης της αυταπάτης και της φαινομενολογίας, ζει χαρισματικά και συνεχίζει να υπάρχει όσο και να μην διακρίνεται εύκολα και ανέξοδα, με ηχηρούς χτύπους καρδιάς, κοντά και μέσα στις ψυχές και τα βλέμματα, το χαμόγελο και την απλότητα, καθημερινών παπάδων (παραφθορά του μπαμπάδων), που αγροικούνε, κάνοντας «αλύπητο κουπί» αγόγγυστα, όλοι αυτοί που δεν νοιάζονται για «πόστα», για «γρόσια» και για «φήμη», όλοι εκείνοι που τους αρκεί το άγγιγμα Εκείνου, που όλους και όλα τα κάνει «χαρά» τους.
Σε επισκόπους πρόσωπα φανέρωσης της χάρης Του, ανάπαυσης του πόνου, ανοιχτές αγκαλιές που σε πείσμα των συγκυριών και των εκπτωτικών συμβιβασμών, παραμένουν πατέρες, ποιμένες και θεραπευτές των αδελφών και παιδιών, που τους εμπιστεύτηκε ο Χριστός στο ωμόφορο και το πετραχήλι τους (και τα δυο αυτά, αποτελούν σημειολογικούς συμβολισμούς της επισκοπικής διακονίας, ενώ κάποια άλλα, παραμένουν το όνειδός και η αιδώς όσων επιμένουν να τα χρησιμοποιούν, δίχως να έχουν παρατηρήσει ποτέ! προσεκτικά… την αμφίεση των ιεραρχών, στις κόγχες των ιερών θυσιαστηρίων, όταν «ξαφνιάζονται» από την «ένδοξη λαμπρότητα» κάποιων ανεπίγνωστων «διαδόχων» τους).
Αν αναζητήσουμε μια τέτοια εκκλησία αν θυμηθούμε και συνεχίσουμε στα χνάρια μιας τέτοιας φιλάνθρωπης θεολογίας και θεούμενης ανθρωπολογίας, αν επιτέλους συνειδητοποιήσουμε, ότι δεν είμαστε ζώα χοϊκά, αλλά ζώα θεούμενα (κατά Π. Νέλα), τότε ίσως ξαναβρούμε το χαμένο μίτο της ζωής μας που θα μας οδηγήσει στη «κοινωνική» συνάντηση προσώπων στη συσχέτιση υπάρξεων στο πανηγύρι επιστροφής στη γη της επαγγελίας, μια πραγματικότητα που αισθητοποιείται σε κάθε ευχαριστιακή σύναξη άσχετα αν οι περισσότεροι είμαστε «τουρίστες» και «θεατές». Τότε ίσως να διαπιστώσουμε πως μπορούμε και αξίζουμε να ζήσουμε όχι δίχως πόνο, αλλά μέσα σε αγκαλιές ο ένας του άλλου και όλοι στου Θεού – Πατέρα, γιατί όταν μοιράζεται ο πόνος, δεν θα έχουμε ανάγκη από τα απατηλά παυσίπονα ψυχής για να μπορούμε να υπάρχουμε, ανεξάρτητοι και ελεύθεροι.
Του π. Δημητρίου Θεοφίλου

Ο ΑΓΙΟΣ ΛΕΩΝ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ



Τη μνήμη του τιμά σήμερα, , η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Λέων εγεννήθηκε στη Ραβέννα της Ιταλίας από γονείς ευλαβείς και ευγενείς . Αφού εσπούδασε, εχειροτονήθηκε πρεσβύτερος στη Ραβέννα και αργότερα εξελέγη για την καθαρότητα και πνευματικότητα του βίου αυτού Επίσκοπος Κατάνης της Σικελίας.
 Έγινε προστάτης των ορφανών και των χηρών, εδίδασκε και ενουθετούσε το ποίμνιό του και έκτισε το ναό της Αγίας Μάρτυρος Λουκίας. Ο Άγιος διακρίθηκε, επίσης, για τους αγώνες του κατά των αιρετικών, τους οποίους ενίκησε και εντρόπιασε όχι μόνο με λόγια αλλά και με κείμενα.
Ο Άγιος Θεός τον επροίκισε με το χάρισμα της θαυματουργίας. Και τον μάγο Ηλιόδωρο που είχε πλανέψει πολλούς με μαγείες, μετά από προσευχή τον κατέκαψε με φωτιά, επειδή εκαυχόταν ότι μπορούσε να κάνει τα πάντα και ότι δεν εφοβόταν την φωτιά.
Βλέποντας οι πιστοί το θαύμα αυτό κατεπλάγησαν. Αμέσως το περιστατικό αυτό διαδόθηκε στη Βασιλεύουσα. Για το λόγο αυτό ο Άγιος προσκλήθηκε από τους βασιλείς Λέοντα Δ΄ (775 – 780 μ.Χ.) και Κωνσταντίνο ΣΤ΄ (780 – 798 μ.Χ.) στην Κωνσταντινούπολη, όπου αξιώθηκε πολλών τιμών.
Ο Άγιος Λέων εκοιμήθηκε με ειρήνη το 785 μ.Χ. και το σεπτό λείψανό του ενταφιάσθηκε στο ναό της Αγίας Λουκίας.
Σημείωση: Ο Άγιος Νικόδημος αναφέρει ότι ο Όσιος Λέων έζησε στην εποχή του Λέοντος του Σοφού (886 – 912 μ.Χ.).
Απολυτίκιο:
Ηχος α’. Της ερήμου πολίτης.
Ιερέων ακρότης, ευσεβείας διδάσκαλος και θαυματουργός ανεδείχθης, ιεράρχα πανόλβιε, ηθών γαρ ουρανίων τω φωτί, του Πνεύματος πλουτήσας την ισχύν, θεραπεύεις τους νοσούντας και τας ψυχάς, Λέων, των προσιόντων σοι. Δόξα τω σε δοξάσαντι, δόξα, τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι διά σού πάσιν ιάματα.

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2019

Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Τόσο πολύ τον αγαπά ο Θεός τον άνθρωπο, ώστε δεν περιγράφεται η αγάπη του. Δεν ξεχώρισε ποτέ τον δίκαιο από τον αμαρτωλό· δεν έκανε σύγκριση ποτέ πονηρού και αγαθού. Καθώς η μέλισσα, αν βρεθεί ένας βώλος ζάχαρη ή τίποτα άλλο γλυκό πάνω σε ένα σωρό κοπριά, δεν τη νοιάζει εκείνη πως είναι πάνω σε ακάθαρτα, παρά θα πάει πάνω από την κοπριά να παραλάβει τη ζάχαρη ή οτιδήποτε άλλο είδος, από τα οποία θα κατασκευάσει κατόπιν εκείνη το μέλι. Έτσι και η αγαθότητα του Θεού· δεν βλέπει πού βρίσκεται ο άνθρωπος, στην αμαρτία ή στην αρετή· στην καλοσύνη ή στην κακία. Βλέπει μόνο τη στιγμή εκείνη που πλησιάζει κοντά Του. Δεν σε αποστρέφεται για την πρώτη σου ζωή, αλλά σε δέχεται για τη στιγμή εκείνη της επιστροφής σου. Διότι ίσως να έκλαψες τη στιγμή εκείνη, ίσως να θρήνησες, ίσως να έβαλες ένα λογισμό μετανοίας και να ζήτησες συγχώρηση από τον Θεό.

Δεν βλέπει την ακαθαρσία του ανθρώπου, βλέπει τη δική του ευσπλαχνία, βλέπει τη συμπάθειά του και νικιέται, για να ρίξει έλεος στον αμαρτωλό. Γίνεται αντανάκλαση της χάριτος· όπως έγινε και πάνω στο Σταυρό για τον ληστή. Το βλέμμα του ληστή έλκυσε τη μορφή του Χριστού μέσα στην καρδιά του. Διότι το βλέμμα εκείνο ήταν ικετευτικό, γεμάτο πόνο και μετάνοια· και του είπε ένα λόγο γλυκό, που δεν ακούσθηκε γλυκύτερος σ’ όλο τον κόσμο: «Μνήσθητί μου, Κύριε», του είπε, «όταν έλθης εν τη βασιλεία σου». Θυμήσου και μένα, Χριστέ μου, όταν πας στη βασιλεία σου!
Τι γλυκός λόγος! Όλα τα σιρόπια, όλα τα πανευφρόσυνα, όλα τα ευχάριστα του κόσμου τα υπερνικά ο λόγος αυτός. Αμέσως κτύπησαν αυτά μέσα στην καρδιά του Χριστού και έγινε αντανάκλαση της χάριτος. Του απάντησε λοιπόν: «Αλήθεια σου λέω και εγώ, ότι σήμερα θα έλθεις μαζί μου στον παράδεισο». Για τη μετάνοια αυτής της στιγμής που δείχνεις, ξεχνώ όλους τους φόνους και τα κακουργήματα που έχεις καμωμένα· και η ευσπλαχνία μου με παρακινεί να σου πω αυτό τον λόγο: έλα μαζί μου στη βασιλεία μου.
Μήπως και ημείς, αδελφές, δεν μοιάζουμε καμιά φορά με τον ληστή; Είμαστε όλο στολισμένοι με χάρες; Δεν έχουμε ακάθαρτα και αμαρτίες; Δεν μολύνουμε κάθε λίγο τις ψυχές μας; Δεν βλέπουμε τον πλησίον μας με κακία; Δεν κρίνουμε και κατακρίνουμε; Δεν οργιζόμαστε, δεν φθονούμε, δεν συκοφαντούμε; Αλλά μήπως ο Θεός για όλα αυτά μας αποπέμπει; Μήπως εάν εμείς είμαστε ακάθαρτοι, εάν είμαστε μοχθηροί και κακότροποι, εκείνος μας οργίζεται, μας μισεί; Όχι. Με αυτά τα ακάθαρτα χείλη που έχουμε, δέχεται και τον δοξολογούμε· μ’ αυτά τα ρυπαρά μας εντόσθια δέχεται και τον γευόμαστε· μ’ αυτά τα αμαρτωλά μας χέρια και πόδια μάς κρατεί στη ζωή.
Τέτοια αγάπη μάς έχει, τέτοια συμπάθεια έχει για τον άνθρωπο, τέτοια μακροθυμία για όλους μας. Μήτε Εβραίο ξεχωρίζει μήτε Έλληνα μήτε Οθωμανό. Για όλους την ίδια στοργή αισθάνεται. Και όπως τον καιρό της σταυρώσεως καρφωμένος πάνω στο μαύρο ξύλο φώναζε γλυκά-γλυκά: «Πάτερ μου, μη συνερισθείς τους σταυρωτές μου, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν, δεν με κατάλαβαν ποιος είμαι· δεν καταλαβαίνουν». Τα ίδια εξακολουθεί να φωνάζει ακόμα μέχρι σήμερα για όλους μας ο Χριστός.
Πόσα σφάλλει κάθε ημέρα η ανθρωπότητα στον Θεό! Και όμως εκείνος ποτέ δεν μας οργίζεται· ποτέ δεν μας ρίχνει κακία· ποτέ, ποτέ! Τον βλασφημούμε, τον παροργίζουμε, τον μουτζώνουμε, τον ξανασταυρώνουμε και εκείνος πάλι μας υπομένει· πάλι μας αγαπά. Διότι είναι ο Θεός ελέους, είναι Θεός της αγάπης, Θεός της ευσπλαχνίας. Για όλα αυτά τα ακάθαρτα, τα οποία του προσφέρουμε εμείς, εκείνος μας προσφέρει έλεος και παρηγοριά. Ποτέ δεν σιχαίνεται ο Θεός κανένα μας. Μόνο ο άνθρωπος σιχαίνεται ο ένας τον άλλο· μόνο ο άνθρωπος είναι σκληρός· μόνο ο άνθρωπος δεν υπομένει ο ένας τον άλλο· παρά κρίνει και κατακρίνει και συκοφαντεί και κατηγορεί και ζητεί να βλάψει και να καταστρέψει και να αδικήσει τον άλλο.
Ο Θεός όμως δεν κάνει έτσι· όλο φροντίζει πώς να βοηθήσει τον άνθρωπο· όλο ζητεί να του δίνει χείρα βοηθείας. Πότε έναν πνευματικό φανερώνει να τον συμβουλέψει, πότε κανέναν άγγελο να τον φωτίσει, πότε κανένα λογισμό καλό του βάζει, πότε μια έμπνευση θεϊκή του φέρνει, άλλοτε κανέναν άνθρωπο καλό τού παρουσιάζει και του δίνει μια παρηγοριά…
Και σεις, αδελφές, συμπάθεια να έχετε η μία για την άλλη σας. Όχι με μίσος και έχθρα, όχι με φθόνο και κακία, όχι με πονηρία και σκληρότητα ψυχής και απανθρωπία. Παρά με συμπάθεια, με μακροθυμία, με καρτερία, με σπλάχνα οικτιρμών και φιλανθρωπίας ο ένας για τον άλλο μας. Σήμερα είσαι εσύ, αύριο εγώ· τώρα σφάλλει ο ένας, σε λίγο ο άλλος.
Κάθε στιγμή μας συγχωρεί ο Θεός· και μείς να συγχωρούμε αλλήλους· και μείς να κλάψουμε και να θρηνήσουμε και να λυπηθούμε και να συμπονέσουμε και να παρακαλέσουμε τον Θεό για το σφάλμα του αδελφού μας. Αυτή είναι η μεγαλύτερη αρετή. Όσες αρετές και αν έχεις, όσα καλά έργα και προσευχές και αγαθοεργίες και αν κάνεις, όλα τα υπερβαίνει, αν πεις ένα λόγο: «Θεέ μου, συγχώρεσε τον αδελφό μου για ό,τι μου έκανε».

Η ΚΟΙΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Η προσευχή της Εκκλησίας έχει τόσο μεγάλη δύναμη, ώστε και αν ακόμη είμαστε πιο άφωνοι και από τις πέτρες, θα μπορούσε να κάνει τη γλώσσα μας πιο ελαφρά από το φτερό. Διότι, όπως ο ζέφυρος όταν φυσάει στα πανιά του πλοίου το κάνει να τρέχει πιο γρήγορα από το βέλος, έτσι και η προσευχή της Εκκλησίας όταν πέσει στη γλώσσα αυτού που την λέει, κινεί τον λόγο δυνατότερο από τον ζέφυρο.

Πόση τιμή δε έχει το πράγμα, να είναι κάποιος άνθρωπος και να συνομιλεί με το Θεό, όλοι το γνωρίζουν, αλλά να δείξουν με λόγια το μέγεθός της δεν μπορούν οι πολλοί, διότι αυτή η τιμή ξεπερνά και των Αγγέλων τη μεγαλοπρέπεια. Αυτό το γνωρίζουν οι ίδιοι οι Άγγελοι, αφού φαίνονται πως έφερναν τις δεήσεις των Προφητών στο Θεό, τους ύμνους και τις λατρείες στο Δεσπότη με φόβο πολύ, έχοντας και τα πόδια σκεπασμένα από την μεγάλη ευλάβεια. Αλλά αν εκείνοι που πετούν και δεν ησυχάζουν καθόλου δείχνουν το φόβο που έχουν, τούτο μου φαίνεται ότι το κάνουν για να εκπαιδεύουν εμάς στον καιρό της προσευχής να λησμονούμε την ανθρώπινη φύση· και με την προθυμία και τον φόβο που έχουμε, να μη βλέπουμε, ούτε να φανταζόμαστε κανένα πράγμα τούτου του κόσμου, αλλά να μας φαίνεται πως είμαστε μεταξύ των Αγγέλων και προσφέρουμε τη λατρεία που προσφέρουν κι εκείνοι. Διότι όλα τα άλλα, τα δικά μας, είναι πολύ χωρισμένα από τα δικά τους· και η φύση και ο τρόπος ζωής και η σοφία και η φροντίδα και ό,τι άλλο· η προσευχή όμως είναι κοινό έργο των Αγγέλων και των ανθρώπων. Αυτή η προσευχή σε ξεχωρίζει από τα άλογα ζώα, αυτή η προσευχή σε κάνει σύντροφο των Αγγέλων· αυτή μπορεί γρήγορα να σε ανεβάσει στη δική τους πολιτεία, στη ζωή, στη δίαιτα, και την τιμή και την συγγένεια, και τη σύνεση και τη σοφία, και να σε κάνει να φροντίζεις όλη σου τη ζωή να βρίσκεσαι σε προσευχές και στη λατρεία του Θεού.
«O Πέτρος» λέει «ήταν στη φυλακή· η εκκλησία προσευχόταν αδιάκοπα στο Θεό γι’ αυτόν» (Πράξ. 12, 5). Ακούτε πώς τους αισθάνονταν τους δασκάλους τους; Δεν επαναστάτησαν, δεν θορυβήθηκαν, αλλά κατέφυγαν στην προσευχή, την πραγματικά άμαχη σύμμαχο… Άρα τίποτε δεν είναι καλύτερο από την μέτρια θλίψη. Ανυμνούσαν το Θεό με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, αγόρια, κορίτσια, και είχαν γίνει με την θλίψη πιο καθαροί από τον ουρανό. Ενώ τώρα, αν δούμε μικρό κίνδυνο, πέφτουμε σε αδράνεια. Τίποτε δεν ήταν λαμπρότερο από εκείνη την Εκκλησία. Ας τους μιμηθούμε αυτούς, ας τους ζηλέψουμε. Η νύκτα δεν έγινε για να κοιμόμαστε συνεχώς και να βρισκόμαστε σε αργία. Κι αυτό το μαρτυρούν οι χειροτέχνες, οι αμαξηλάτες, οι έμποροι, η Εκκλησία του Θεού, που ξυπνά μέσα στη νύκτα. Σήκω και συ και κοίταξε το χορό των άστρων, την βαθιά σιγή, την πολλή ησυχία. Τότε η ψυχή είναι καθαρότερη· είναι πιο ελαφρά και πιο λεπτή, πετά πιο ελεύθερη· αυτό το σκοτάδι, η σιγή η πολλή, είναι ικανά να προκαλέσουν κατάνυξη. Κι αν δεις τον ουρανό και τα στίγματα των άστρων σαν να είναι άπειρα μάτια, θα αισθανθείς κάθε γλυκύτητα, φέρνοντας αμέσως στον νου σου τον Δημιουργό. Αν σκεφτείς ότι αυτοί που στη διάρκεια της ημέρας κραυγάζουν, γελούν, σκιρτούν, πηδούν, πλεονεκτούν, απειλούν ότι θα προκαλέσουν χιλιάδες κακά, αυτοί τώρα δεν διαφέρουν σε τίποτε από τους νεκρούς, θα κατηγορήσεις όλη την ανθρώπινη αυθάδεια.
Ήρθε ο ύπνος να ελέγξει τη φύση· είναι εικόνα του θανάτου, εικόνα της συντέλειας. Αν σκύψεις στο στενό, δεν θα ακούσεις φωνή· αν δεις στο σπίτι, θα τους δεις όλους ξαπλωμένους κάτω, σαν σε τάφο. Όλα αυτά είναι αρκετά για να διεγείρουν τη ψυχή και να της προκαλέσουν την έννοια της συντέλειας. Γονάτισε, στέναξε, παρακάλεσε τον Κύριό σου να δείξει ευσπλαχνία· κάμπτεται ευκολότερα στις νυκτερινές προσευχές, όταν συ κάνεις την ώρα της αναπαύσεως ώρα θρήνων. Θυμήσου τον Βασιλέα Δαυίδ τί έλεγε: «κουράστηκα από το στεναγμό μου, κάθε νύχτα λούζω το κρεβάτι μου, και βρέχω το στρώμα μου με τα δάκρυα μου» (Ψαλμ. 6, 6). Όσο και να ζεις μέσα στις ανέσεις, πάντως όχι περισσότερο από εκείνον, όσο και να είσαι πλούσιος, δεν είσαι πλουσιότερος από τον Δαυίδ. Και πάλι ο ίδιος λέγει: «τα μεσάνυκτα σηκωνόμουν…» (Ψαλμ. 118, 62). Τότε ούτε η κενοδοξία μας ενοχλεί διότι πώς να μας ενοχλήσει, όταν όλοι κοιμούνται και δεν βλέπουν; Τότε δεν μας επιτίθεται η ραθυμία και το χασμουρητό· πώς να μας επιτεθεί, όταν η ψυχή έχει τόσες αφορμές να διεγείρεται;
Μετά δε από τέτοιες αγρυπνίες και ο ύπνος είναι γλυκός και αποκαλύψεις θαυμαστές συμβαίνουν. Όπου είναι ο Χριστός στη μέση, εκεί υπάρχει και πλήθος πολύ· όπου είναι ο Χριστός, απαραιτήτως βρίσκονται και Άγγελοι και Αρχάγγελοι κι άλλες νοερές Δυνάμεις. Άρα δεν είσθε μόνοι, αφού έχετε τον Κύριο των όλων.
Αλλά κουράσθηκα, λέει, την ημέρα πολύ και δεν μπορώ. Αυτά είναι δικαιολογίες και προφάσεις, επειδή όσο και να κουρασθείς δεν θα κοπιάσεις όσο ο σιδηρουργός, που κτυπά τόσο βαρύ σφυρί από πολύ ψηλά πάνω στα πυρωμένα σίδερα και δέχεται όλη την κάπνα στο σώμα του, κι όμως το μεγαλύτερο μέρος της νύκτας το καταναλώνει έτσι. Κάνε λοιπόν και συ πνευματικό σιδηρουργείο που θα κατασκευάσει όχι χύτρες και καζάνια, αλλά τη ψυχή σου, που είναι πολύ πιο πολύτιμη από τον σιδηρουργό και τον χρυσοχόο. Αυτήν που πάλιωσε από τις αμαρτίες, βάλε την μέσα στο χωνευτήρι της εξομολογήσεως· κτύπησε το βαρύ σφυρί από πολύ ψηλά, δηλαδή τους λόγους της κατακρίσεως του εαυτού σου· άναψε τη φωτιά του Πνεύματος. Έχεις πολύ μεγαλύτερη τέχνη. Δεν συναρμολογείς σκεύη χρυσά, αλλά την πολυτιμότερη απ’ όλα τα χρυσάφια ψυχή.
Άναψε τη ψυχή με τη προσευχή. Πίστεψέ με, δεν έχει τόσο την ικανότητα να καθαρίζει τη σκουριά η φωτιά, όσο η νυχτερινή προσευχή τη σκουριά των αμαρτιών μας. Ας ντραπούμε, αν όχι κανέναν άλλον, τους νυκτερινούς φύλακες. Εκείνοι περιέρχονται τους δρόμους για τον ανθρώπινο νόμο, φωνάζοντας δυνατά μέσα στην παγωνιά και περπατώντας μέσα από τα στενά, και πολλές φορές βρέχονται και παγώνουν για σένα και την σωτηρία σου και για τη φύλαξη των χρημάτων σου. Εκείνος για τα χρήματα σου παίρνει τόσα προνοητικά μέτρα, ενώ εσύ ούτε για τη δική σου ψυχή; Και μάλιστα εγώ δεν σε αναγκάζω να περιφέρεσαι έξω στο ύπαιθρο όπως εκείνος, ούτε να πιέζεσαι φωνάζοντας δυνατά, αλλά μένοντας μέσα σ’ έναν απόμερο χώρο, στο ίδιο το δωμάτιο σου, γονάτισε, παρακάλεσε τον Δεσπότη. Γιατί αυτός ο ίδιος ο Δεσπότης διανυκτέρευσε πάνω στο όρος των Ελαιών; Όχι για να γίνει πρότυπο για μας; Τότε αναπνέουν τα φυτά, τη νύχτα εννοώ· τότε και η ψυχή, ακόμη περισσότερο απ’ αυτά, δέχεται τη δροσιά. Αυτά τα οποία ο ήλιος της ημέρας τα ξήρανε, αυτά τη νύχτα δροσίζονται. Αποτελεσματικότερα από κάθε δροσιά είναι τα δάκρυα που χύνονται εναντίον των επιθυμιών και κάθε φλογώσεως και καύσωνα και δεν αφήνουν να πάθουμε κανένα κακό.
Αν δεν απολαύσει (η ψυχή) αυτή τη δροσιά, την ημέρα θα ξεραθεί εντελώς. Αλλά όχι, να μη συμβεί κανένας από μας να τροφοδοτήσει εκείνη τη φωτιά, αλλά αφού δροσιστούμε και απολαύσουμε τη φιλανθρωπία του Θεού, έτσι όλοι να ελευθερωθούμε από το φορτίο των αμαρτιών μας με τη χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αμήν.
 Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

ΕΚΟΙΜΗΘΗ Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΓΛΥΦΑΔΟΣ ΠΑΥΛΟΣ



Γλυφάδος Παύλος: Το ξημέρωμα της Τρίτης στις 2:30 εκοιμήθη σε νοσοκομείο των Αθηνών ο Μητροπολίτης Γλυφάδος Παύλος σε ηλικία 76 ετών.

Ο Μακαριστός Μητροπολίτης αντιμετώπιζε προβλήματα με την καρδιά του και νοσηλευόταν καιρό τώρα λόγω επιδείνωσης της υγείας του.
Ο κατά κόσμον Ευστράτιος Σπ. Τσαούσογλου γεννήθηκε το 1943 στην Ερμούπολη της Σύρου, καταγόμενος από πατρός εκ Σμύρνης.
Ο Μητροπολίτης ήταν πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών , τελειόφοιτος της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στις Ηνωμένες Πολιτείες του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών (εισήγηση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος) στην Ποιμαντική- Κοινωνιολογία και Ψυχολογία για νέους. Ήταν γνώστης της αγγλικής γλώσσας. Υπήρξε υπότροφος του Ελληνικού Κράτους στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και της Βιομηχανίας «Γιώτης».
Χειροτονήθηκε διάκονος το 1966 και πρεσβύτερος το 1969. Στις 11 Οκτωβρίου 2002, εξελέγη απο την Ιεραρχια της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος μητροπολίτης Γλυφάδας, χειροτονήθηκε στις 14 του ίδιου μηνός και ενθρονίσθηκε την 1η Δεκεμβρίου 2002.
Η ανακοίνωση της Ιεράς Συνόδου αναφέρει:
Η Εκκλησία της Ελλάδος με βαθειά συγκίνηση αναγγέλλει ότι μετέστη προς Κύριον σήμερα, 19 Φεβρουαρίου 2019, ο μακαριστός Μητροπολίτης Γλυφάδας, Ελληνικού, Βου-λας, Βουλιαγμένης και Βάρης κυρός Παύλος σε ηλικία 76 ετών.
Ο μακαριστός Μητροπολίτης Γλυφάδας, Ελληνικού, Βούλας, Βουλιαγμένης και Βάρης κυρός Παύλος γεννήθηκε το 1943 στην Ερμούπολη Σύρου. Σπούδασε στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Χειροτονήθηκε Διάκονος το 1966 και Πρεσβύτερος το 1969 και υπηρέτησε επί 36 έτη ως Ιεροκήρυξ των Ιερών Μητροπόλεων Νικοπόλεως-Πρεβέζης και Νικαίας, του Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου και της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών.
Από το 1999 διετέλεσε Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη.
Την 14η Οκτωβρίου 2002 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Γλυφάδας, Ελληνικού, Βούλας, Βουλιαγμένης και Βάρης.
Η Εξόδιος Ακολουθία του μακαριστού Μητροπολίτου Γλυφάδας, Ελληνικού, Βούλας, Βουλιαγμένης και Βάρης κυρού Παύλου θα ψαλεί την Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου στις 12.00 στον Μητροπολιτικό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, προεξάρχοντος του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου.
Τοποτηρητής της χηρευούσης Μητροπόλεως Γλυφάδας, Ελληνικού, Βούλας, Βουλιαγμένης και Βάρης ορίσθηκε ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος.
Τελευταία του ηχηρή παρέμβαση ήταν λίγο πριν την ψήφιση της συμφωνίας των Πρεσπών όπου με μια δημόσια επιστολή του συντάχθηκε με τους 22 Μακεδόνες Ιεράρχες, γράφοντας τα εξής:
Δημοσιευθέντος τοῦ ὑπό ἡμερομηνίαν 19ης Δεκεμβρίου 2019 ἱστορικοῦ ὑπομνήματος περί τῆς «Συμφωνίας τῶν Πρεσπῶν», ὑπογραφομένου ὑπό ἁπάντων τῶν ἐν Μακεδονίᾳ διακονούντων ΣεβασμιωτάτωνΣυνεπισκόπων Μητροπολιτῶν, ἐρχόμεθα διά τοῦ παρόντος, ὅπως ἐκθύμως ἐκφράσωμεν τά εἰλικρινῆ καί ἐκ βάθους καρδίας συγχαρητήρια τῆς ἡμετέρας ἐλαχιστότητος, πρός τούς ὑπογράφοντας Σεβασμιωτάτους Ἀδελφούς καί Συλλειτουργούς, διά τήν εὐθύτητα, τήν ἐνάργειαν, τήν εὐπρέπειαν καί, ὑπεράνω πάντων, τήν ὑπ΄ Αὐτῶν διατετυπωμένην πικράν Ἀλήθειαν περί τῆς Μακεδονίας τῶν ἀπό αἰώνων γηγενῶν Πατέρων ἡμῶν καί τῶν Ἁγίων τῆς πίστεως ἡμῶν.
Ἡ φωνή ἡμῶν, εἰ καί ἰσχνοτέρα τῶν μαχομένων ἐπί τῶν ἐπάλξεων τοῦ Γένους Σεβασμιωτάτων ἐν Μακεδονίᾳ Ἀδελφῶν, ἑνωθήτω μετά τοῦ βροντώδους καί καταλυτικοῦ Αὐτῶν λόγου, ὅστις ἐκφράζει καί τήν φωνήν σύμπαντος τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου καί τῶν εὐσεβῶν Χριστιανῶν τῆς καθ΄ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως.
Ἡ παράδοσις, ἄνευ ὅρων, τῆς ἐνδόξου Ἱστορίας τῆς Πατρίδος ἡμῶν εἰς κέντρα ἀλλότρια τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ξένον ἐστί σημεῖον τῶν ἡμετέρων Παραδόσεων καί τῆς δι΄ αἵματος Ἡρώων καί Μαρτύρων ποτισθείσης Μακεδονικῆς γῆς.
Μή γένοιτο τοιαύτη προσβολή ἔναντι τῶν τετιμημένων νεκρῶν ! Μή γένοιτο τοιαύτη προσβολή, ἔναντι τῆς ἐλπιδοφόρου νεολαίας ἡμῶν !
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
† Ὁ Γλυφάδας, Ἑλληνικοῦ, Βούλας, Βουλιαγμένης καί Βάρης
ΠΑΥΛΟΣ ὁ Α΄

ΝΑ ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΣΤΕ ΤΗΝ ΚΑΚΙΑ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ ΣΑΝ ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΠΟΥ ΤΟΝ ΒΑΣΑΝΙΖΕΙ...



«...Να αισθανόμαστε την κακία του άλλου σαν αρρώστια που τον βασανίζει και υποφέρει και δεν μπορεί να απαλλαγεί. Γι’ αυτό να βλέπομε τους αδελφούς μας με συμπάθεια και να τους φερόμαστε με ευγένεια λέγοντας μέσα μας με απλότητα το «Κύριε Ιησού Χριστέ», για να δυναμώσει με τη θεία χάρι η ψυχή μας και να μην κατακρίνομε κανένα.
  Όλους για αγίους να τους βλέπουμε. Όλοι μας μέσα φέρουμε τον ίδιο παλαιό άνθρωπο. Ο πλησίον όποιος κι αν είναι, είναι «σάρξ εκ της σαρκός μας», είναι αδελφός μας και «μηδενί, μηδέν οφείλομεν, ει μη το αγαπάν αλλήλους», σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο. Δεν μπορούμε ποτέ να κατηγορήσομε τους άλλους, γιατί «ουδείς την εαυτού σάρκα εμίσησεν....»
 Άγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΦΙΛΟΘΕΗΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΙΑΣ



Τη μνήμη της τιμά σήμερα, , η Εκκλησία μας. Η Αγία Φιλοθέη γεννήθηκε το έτος 1522 μ.Χ. στην τουρκοκρατούμενη τότε Αθήνα. Οι ευσεβείς γονείς της ονομάζονταν Άγγελος και Συρίγα Μπενιζέλου. Η μητέρα της ήταν στείρα και απέκτησε την Αγία μετά από θερμή και συνεχή προσευχή.
Ο Κύριος που ικανοποιεί το θέλημα εκείνων που Τον σέβονται και Τον αγαπούν, άκουσε την δέησή της. Και πράγματι, μια ημέρα η Συρίγα μπήκε κατά την συνήθειά της στο ναό της Θεοτόκου για να προσευχηθεί και από τον κόπο της έντονης και επίμονης προσευχής την πήρε για λίγο ο ύπνος. Τότε ακριβώς είδε ένα θαυμαστό όραμα.
Ένα φως ισχυρό και λαμπρό βγήκε από την εικόνα της Θεομήτορος και εισήλθε στην κοιλιά της. Έτσι ξύπνησε αμέσως και έκρινε ότι το όραμα αυτό σήμαινε στην ικανοποίηση του αιτήματός της. Έτσι κι έγινε. Ύστερα από λίγο καιρό η Συρίγα έμεινε έγκυος και έφερε στον κόσμο τη μονάκριβη θυγατέρα της.
Μαζί με την Χριστιανική ανατροφή, έδωσαν στην μοναχοκόρη τους και κάθε δυνατή, για την εποχή εκείνη, μόρφωση. Έτσι η Ρηγούλα (ή Ρεβούλα, δηλαδή Παρασκευούλα), αυτό ήταν το όνομά της προτού γίνει μοναχή, όσο αύξανε κατά την σωματική ηλικία, τόσο προέκοπτε και κατά την ψυχή, όπως λέει το συναξάρι της.
Σε ηλικία 14 χρονών, οι γονείς της την πάντρεψαν, παρά την θέλησή της, με έναν από τους άρχοντες της Αθήνας. Αργότερα, αφού πέθαναν οι γονείς και ο σύζυγός της, ήρθε η ώρα να πραγματοποιήσει ένα μεγάλο πόθο της. Αφιερώνεται εξ ολοκλήρου στον Χριστό, γίνεται μοναχή και παίρνει το όνομα Φιλοθέη.
Κατ’ αρχήν, ύστερα από εντολή του Αγίου Ανδρέα του Πρωτόκλητου, τον οποίο είδε σε όραμα, οικοδόμησε ένα γυναικείο μοναστήρι με αρκετά κελιά, στο οποίο και έδωσε το όνομα του Αγίου για να τον τιμήσει. Στο μοναστήρι πρόσθεσε και άλλα αναγκαία οικοδομήματα και εκτάσεις και το προικοδότησε με μετόχια και υποστατικά, που υπερεπαρκούσαν για τη διατροφή και συντήρηση των μοναζουσών.
Το μοναστήρι αυτό του Αγίου Ανδρέα σωζόταν στην Αθήνα, με τη Χάρη του Θεού, επί πολλά έτη μετά την κοίμηση της Αγίας και ήταν πλουτισμένο, όχι μόνο με υποστατικά και διάφορα μετόχια, αλλά και με πολυειδή χρυσοΰφαντα ιερατικά άμφια και σκεύη, απαραίτητα για τις ετήσιες ιερές τελετές και αγρυπνίες.
Προπαντός όμως το μοναστήρι σεμνυνόταν και εγκαλλωπιζόταν με το θησαυρό του τιμίου και αγίου λειψάνου της Αγίας, το οποίο ήταν αποθησαυρισμένο και αποτεθειμένο στο δεξιό μέρος του Ιερού Βήματος, όπου και το ασπάζονταν με ευλάβεια όλοι οι Χριστιανοί. Το τίμιο λείψανο της Αγίας σκορπούσε ευωδία, γεγονός που αποτελούσε εμφανή μαρτυρία και απόδειξη της αγιότητας αυτής.
Το παράδειγμά της, λοιπόν, να αφιερωθεί στον Χριστό, το ακολουθούν και άλλες νέες. Σε λίγο διάστημα, η μονή έφθασε να έχει διακόσιες αδελφές. Η μονή της Οσίας Φιλοθέης γίνεται πραγματικό λιμάνι. Εκεί βρίσκουν προστασία όλοι οι ταλαιπωρημένοι από την σκλαβιά. Εκεί οι άρρωστοι βρίσκουν θεραπεία, οι πεινασμένοι τροφή, οι γέροντες στήριγμα και τα ορφανά στοργή.
Η Οσία, παρά τις αντιδράσεις των Τούρκων, οικοδομεί διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα, νοσηλευτήρια, ορφανοτροφεία, «σχολεία διά τους παίδας των Αθηναίων, διά ν’ ανοίξη τους οφθαλμούς αυτών προς την παράδοσιν και την δόξαν των προγόνων των». Πρωτοστατεί σε όλα αυτά τα έργα η ηγουμένη Φιλοθέη. Διδάσκει με τα λόγια και με τη ζωή της. Στηρίζει τους πονεμένους σκλάβους με την προσευχή της. Ιδιαίτερες είναι οι φροντίδες της για να σώσει από τον εξισλαμισμό ή την αρπαγή των Τούρκων τις νέες Ελληνίδες. Το έργο της, κατά βάση εθνικό και θρησκευτικό, ξεπέρασε τα όρια της Αθήνας και έγινε γνωστό σε όλη την Ελλάδα. Αδιαφιλονίκητη ιστορική επιβεβαίωση για το έργο αυτό παρέχει η αλληλογραφία της Φιλοθέης με τη Γερουσία της Βενετίας (1583 μ.Χ.), από την οποία ζητούσε οικονομική βοήθεια.
Η όλη όμως δράση της Αγίας Φιλοθέης εξαγρίωσε κάποτε τους Τούρκους. Κάποια στιγμή την συλλαμβάνουν και εκείνη με πνευματική ανδρεία ομολογεί: «Εγώ διψώ να υπομείνω διάφορα είδη βασανιστηρίων για το όνομα του Χριστού, τον οποίο λατρεύω και προσκυνώ με όλη μου την ψυχή και την καρδιά, ως Θεό αληθινό και άνθρωπο τέλειο και θα σας χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη αν μπορείτε μια ώρα πρωτύτερα να με στείλετε προς Αυτόν με το στεφάνι του μαρτυρίου».
Ύστερα από την ηρωική αυτή απάντηση προς τους κατακτητές, όλοι πίστευαν ότι η πανευτυχής και φερώνυμη Φιλοθέη εντός ολίγου θα ετελειούτο διά του μαρτυρικού θανάτου. Όμως, κατά θεία βούληση, την τελευταία σχεδόν στιγμή πρόφθασαν κάποιοι Χριστιανοί και καταπράυναν τον ηγεμόνα με διάφορους τρόπους. Έτσι πέτυχαν να ελευθερώσουν την Αγία.
Αφεθείσα πλέον ελεύθερη, η Αγία Φιλοθέη, επέστρεψε αναίμακτη στο μοναστήρι της, όπως επί Μεγάλου Κωνσταντίνου ο μυροβλύτης Νικόλαος και πολλούς αιώνες αργότερα ο Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Φρόντιζε δε, όχι μόνο για τη σωτηρία της δικής της ψυχής αλλά και των άλλων, αφού τους μεν ενάρετους τους στερέωνε στην αρετή, τους δε αμαρτωλούς τους βελτίωνε ηθικά και τους οδηγούσε στη μετάνοια.
Και αποκλειστικά για το σκοπό αυτό πέρασε στη νήσο Τζια (Κέα), όπου προ πολλού είχε οικοδομήσει μετόχι, για να αποστέλλει εκεί τις μοναχές εκείνες που φοβούνταν για διαφόρους λόγους να διαμένουν στην Αθήνα. Στην Τζια έμεινε αρκετό χρόνο και κατήχησε θεαρέστως τις ασκούμενες αδελφές στην ακριβή τήρηση των κανόνων της μοναστικής ζωής. Μόλις τελείωσε το έργο της εκεί, επέστρεψε και πάλι στην Αθήνα.
Έτσι λοιπόν, η Αγία Φιλοθέη, αφού έφθασε στην τελειότητα και στην πράξη και στην θεωρία, αξιώθηκε από τον Θεό να επιτελεί θαύματα, από τα οποία, προς απόδειξη του θαυματουργικού της χαρίσματος, θα μνημονεύσουμε ένα μόνο, το ακόλουθο: Ζούσε στην εποχή της ένας νέος, ποιμένας προβάτων, ο οποίος από πολύ μικρός είχε συνηθίσει στις κλεψιές και στις ραδιουργίες. Ο νέος αυτός, κατά παραχώρηση του Θεού, κυριεύθηκε από τον Σατανά. Εξ αιτίας τούτου περιφερόταν στα βουνά και στις σπηλιές γυμνός και τετραχηλισμένος, θέαμα όντως ελεεινό.
Πολλές φορές, όταν συνερχόταν από την τρέλα, στην οποία τον είχε οδηγήσει ο Σατανάς, σύχναζε στα γύρω μοναστήρια για να βρει θεραπεία στην ασθένειά του. Δεν μπορούσε όμως να πετύχει τίποτε. Κάποιοι, που τον ευσπλαγχνίστηκαν, τον οδήγησαν στην Αγία Φιλοθέη η οποία, ύστερα από πολύ και εκτενή προσευχή τον λύτρωσε από εκείνη τη διαβολική μάστιγα. Έπειτα, αφού το νουθέτησε αρκετά, τον εισήγαγε και στην τάξη των μοναχών. Και έτσι ο νέος εκείνος, αφού εκάρη μοναχός, πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του με μετάνοια και άσκηση, θαυμαζόμενος απ’ όλους.
Μάταια οι Τούρκοι προσπαθούν να ανακόψουν την δράση της. Ώσπου μια νύχτα, στις 2 Οκτωβρίου του έτους 1588 μ.Χ., πήγαν στο μονύδριο που είχαν οικοδομήσει στα Πατήσια (έτυχε τότε να εορτάζεται η μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Διονυσίου του Αρεοπαγίτου και η Αγία μαζί με τις άλλες αδελφές βρίσκονταν στον ιερό ναό επιτελώντας ολονύκτια αγρυπνία) και πέντε από αυτούς ανέβηκαν στον εξωτερικό τοίχο και πήδησαν μέσα στην αυλή. Στην συνέχεια εισέβαλαν στο ναό, όπου άρπαξαν την Αγία και την μαστίγωσαν με μανία και βαναυσότητα και την εγκαταλείπουν ημιθανή έξω από τη μονή της.
Έξω από το ναό, στα δεξιά της εισόδου του, σώζεται η κολώνα, όπου η Φιλοθέη δέθηκε και μαστιγώθηκε. Οι μοναχές της την μετέφεραν στην κρύπτη της στην Καλογρέζα. Εκεί η Φιλοθέη υποκύπτει στα τραύματά της στις 19 Φεβρουαρίου 1589 μ.Χ.
Είκοσι ημέρες μετά από την κοίμηση της Αγίας, ο τάφος της ευωδίαζε. Ακόμη, όταν μετά από ένα έτος έγινε η ανακομιδή, το τίμιο λείψανό της βρέθηκε σώο και ακέραιο. Επιπλέον ήταν γεμάτο με ευωδιαστό μύρο, τρανή και λαμπρή απόδειξη της θεάρεστης και ενάρετης πολιτείας της, προς δόξα και αίνο του Θεού και καύχημα της πίστεώς μας.
Το ιερό λείψανό της βρίσκεται σήμερα στον Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών. Στο μνήμα της απάνω βρεθήκανε γραμμένα τούτα τα λόγια: «Φιλοθέης υπό σήμα τόδ’ αγνής κεύθει σώμα, ψυχήν δ’ εν μακάρων θήκετο Yψιμέδων».
H Φιλοθέη ανακηρύχθηκε αγία επί Oικουμενικού Πατριάρχου Mατθαίου B΄ (1595 – 1600 μ.Χ.). Ο Nεόφυτος ο μητροπολίτης Aθηνών, αφού εξήτασε και ερεύνησε τα κατά τον βίον και το μαρτύριον της οσίας, σύνταξε αναφορά στο Πατριαρχείο μαζί με τους επισκόπους Kορίνθου και Θηβών και με τους προκρίτους της Aθήνας για να τάξει την οσία Φιλοθέη στους χορούς των αγίων.
Σ’ αυτό το συνοδικό έγγραφο είναι γραμμένα και τούτα: «Eπειδή εδηλώθη ασφαλώς ότι το θειότατον σώμα της οσιωτάτης Φιλοθέης ευωδίας πεπληρωμένον εστί και μύρον διηνεκώς εκχείται, αλλά και τοις προσιούσι τε ασθενέσι τε και θεραπείας δεομένοις την ίασιν δίδωσι… τούτου χάριν έδοξε ημίν τε και πάση τη ιερά Συνόδω των καθευρεθέντων ενταύθα αρχιερέων συγγραφήναι και ταύτην εν τω χορώ των οσίων και αγίων γυναικών, ώστε κατ’ έτος τιμάσθαι και πανηγυρίζεσθαι».
Tην Aκολουθία της την έγραψε κάποιος σοφός και ευλαβής άνθρωπος που ονομαζόταν Iέραξ. Aνάμεσα στα ωραία εγκώμια είναι και τούτο: «Δαυΐδ γαρ το πράον έσχες και Σολομώντος, σεμνή, την σοφίαν, Σαμψών την ανδρείαν, και Aβραάμ το φιλόξενον, υπομονήν τε Iώβ, του Προδρόμου δε θείαν άσκησιν…».
Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.
Αθηναίων η πόλις η περιώνυμος Φιλοθέην τιμά την οσιομάρτυρα και ασπάζεται αυτής το θείον λείψανον, ότι εβίωσε σεμνώς και μετήλλαξε το ζην αθλήσει και μαρτυρίω, και πρεσβεύει προς τον Σωτήρα, διδόναι πάσι το θείον έλεος.

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2019

ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ Η' ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΤΟ ΓΙΑΤΙ;


Αποτέλεσμα εικόνας για de ce mi se intampla mie toate relele
Εὐλογημένα «γιατί»!
  Ἐρώτημα τόσο συχνό, τόσο βαθύ, τόσο δυνατό στήν ἐκφορά του, τόσο δύσκολο στήν ἀπάντησή του. 
 Ἐρώτημα τόσο ἀληθινό, τόσο ἀνθρώπινο, τόσο ἀπαιτητικό, πού ὅμως ἀπό τή φύση του δέν ἀντέχει στόν λόγο, δέν ἐκφράζεται μέ τό στόμα, δέν μπαίνει σέ λέξεις, δέν δημοσιοποιεῖται σέ ἀκροατήριο, πολύ δέ περισσότερο, δέν ἐπιδέχεται μονοσήμαντες ἀπαντήσεις ἀπό κάποιους πού δῆθεν γνωρίζουν πρός κάποιους ἄλλους πού σίγουρα πονοῦν. Ἴσως εἶναι τό κατ’ ἐξοχήν θέμα γιά τό ὁποῖο δέν μπορεῖ καί δέν πρέπει νά γίνονται ὁμιλίες. 
Εἶναι πολύ βαθύ γιά νά ἔλθει στήν ἐπιφάνεια τῆς συνειδητοποίησης. 
Εἶναι πολύ ἐπώδυνο γιά νά χωρέσει στόν ὁρίζοντα τῶν ἀντοχῶν μας. 
Εἶναι πολύ προσωπικό γιά νά ἐντοπισθεῖ στό στερέωμα τοῦ δημόσιου λόγου. Ἴσως αὐτό τό ἐρώτημα νά πονάει πιό πολύ καί ἀπό τήν αἰτία πού τό δημιουργεῖ. Γιατί ὅλοι ξέρουμε πώς δέν ἔχει εὔκολη ἀπάντηση. Καί ὅμως εἶναι τόσο ἐπίμονο καί ἀληθινό.

 Γιατί σέ μένα, Θεέ μου; Ἠχεῖ στά αὐτιά μου αὐτό τό ἐρώτημα καί ἀντηχεῖ βαθιά στήν καρδιά μου. Εἶναι τό ἐρώτημα κάθε γονιοῦ πού τό παιδί του πάσχει ἤ κάθε ἄνθρωπου πού ἔχει χτυπηθεῖ ἀπό ἀνίατη ἀσθένεια. Πῶς εἶναι δυνατόν αὐτό τό ἐρώτημα νά μεταμορφωθεῖ σέ ὁμιλία, συμβουλή, γνώμη ἤ ἀπάντηση;

Τό ἐρώτημα αὐτό συνεχῶς διατυπώνεται καί ἀπαντᾶται μόνο μέ δάκρυα, ὄχι μέ λέξεις, μέ αἰσθήματα, ὄχι μέ σκέψεις, μέ σιωπή, ὄχι μέ ἀπόψεις, μέ συμπόνια, ὄχι μέ ἀπαντήσεις. Πῶς νά τό κάνουμε; Συχνά τά μάτια μιλοῦν πιό εὔγλωττα ἀπό τό στόμα, ὁ ἀναστεναγμός πιό δυνατά ἀπό τή σκέψη καί ἡ πονεμένη ἀπορία ἐκφράζει περισσότερο τήν ἀλήθεια ἀπό τήν ὅποια ἀπάντηση.
Γιατί;
Γιατί ὁ πόνος; γιατί ἡ ἀδικία; γιατί τά παιδάκια; γιατί τόσο πρόωρα; γιατί μέ αὐτόν τόν τρόπο; γιατί τήν ἀπερίγραπτη χαρά τῆς ἀθώας παρουσίας τους νά τή διαδέχεται ὁ ἀβάσταχτος πόνος; γιατί; Καί ἄν εἶναι γιά τό ἄγνωστο καλό μας, γιατί αὐτό τό καλό μας νά εἶναι τόσο πικρό;
Γιατί σέ μένα;
Τί κακό ἔκανα; Ποῦ νά ψάξω νά βρῶ μέσα μου τήν ἄγνωστη σέ μένα αἰτία; Καί ἄν φταίω ἐγώ, δέν μπορῶ κάτι νά κάνω γιά νά ἀναστρέψω τά πράγματα; Καί ποιός ὁ λόγος ἐξ αἰτίας μου νά ὑποφέρει αὐτό τό ἀθῶο πλασματάκι; Αὐτό μοῦ φαίνεται πιό ἀδύνατο νά τό ἀντέξω. Κινδυνεύω νά χάσω καί τή λίγη καί ἀσθενική πίστη μου. Τελικά, ποιό τό ὄφελος αὐτῆς τῆς ἱστορίας;

Γιατί σέ μένα, Θεέ μου;
Δέν εἶμαι παιδί σου; δέν εἶσαι Θεός ἀγάπης; τί σχέση μπορεῖ νά ἔχει ἡ ἀγάπη Σου

μέ τό μαρτύριό μου; Πῶς νά μέ προσελκύσουν τά μαστιγώματά Σου; Πῶς συνδυάζεται ἡ καλωσύνη Σου μέ τήν ἀνερμήνευτη λογική τοῦ πόνου, μέ τή θλίψη, μέ τό ἐνδεχόμενο τοῦ σκανδαλισμοῦ;

Ἡ «εὐλογία» τοῦ πόνου. Εὐλογημένα «γιατί»!
  Τά καθαγίασε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός στόν σταυρό «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί μέ ἐγκατέλιπες;» Θεέ μου, γιατί μοῦ τό ’κανες αὐτό; Τί σοῦ ἔκανα; Δέν εἶμαι ὁ Υἱός σου; Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἐρώτημα μέ τό δικό μου τό ὁποῖο ἔμεινε καί αὐτό ἀναπάντητο. Ἔμεινε ἀναπάντητο στά φαινόμενα. Τά γεγονότα ὅμως φανέρωσαν τήν ἀπάντηση.

  Τέτοια πολλά «γιατί» βγῆκαν καί ἀπό τό στόμα τοῦ πολυάθλου Ἰώβ ἤ τή γραφίδα τοῦ τραυματισμένου Δαυίδ, δύο ἀνθρώπων πού οἱ τραγικοί θάνατοι τῶν παιδιῶν τους σφράγισαν τό πέρασμά τους ἀπό τήν ἱστορία καί πού μᾶς παρουσιάζονται συχνά ὡς μοναδικά πρότυπα πίστης, ἐγκαρτέρησης καί ὑπομονῆς.

  Τό ἐρώτημα αὐτό τό ἀπευθύνουμε στόν Θεό, τό λέμε στόν ἑαυτό μας, τό ἐπαναλαμβάνουμε στούς ἀνθρώπους πού νοιώθουμε ὅτι ἰδιαίτερα μᾶς ἀγαποῦν. Τό λέμε κυρίως γιά νά ἐκφράσουμε τό μέσα μας, τό λέμε ὅμως καί προσδοκώντας τό χάδι μιᾶς ἀπάντησης. Ποιός ὅμως μπορεῖ νά δώσει μία ἀπάντηση; Ἀκόμη κι ἄν τήν ξέρει, ποιός μπορεῖ νά μᾶς τήν πεῖ;

 Λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος πρός πενθοῦντα πατέρα ὅτι ὁ πόνος κάνει τόν ἄνθρωπο τόσο εὐαίσθητο, ὥστε μοιάζει μέ τό μάτι πού δέν ἀνέχεται οὔτε τό πούπουλο. Καί ἡ πιό τρυφερή κίνηση αὐξάνει τόν πόνο τοῦ πονεμένου. Καί ἡ πιό διακριτική ἀναλογία δέν ἀντέχεται. Ὁ λόγος πού ἐκφέρεται ὡς λογικό ἐπιχείρημα ἐνοχλεῖ ἀβάσταχτα. Μόνο τό δάκρυ, ἡ κοινωνία τῆς ἀπορίας, ἡ σιωπή, ἡ ἐσωτερική προσευχή θά μποροῦσαν νά ἀνακουφίσουν τόν πόνο, νά φωτίσουν τό σκοτάδι ἤ νά γεννήσουν μία μικρή ἐλπίδα.

Ὁ πόνος γεννᾶ ἀλήθεια, συμπόνια, κοινωνία.
Ὁ πόνος δέν ξυπνάει μόνον ἐμᾶς, ἀλλά γεννάει καί τήν ἀγάπη στούς γύρω μας. Προσπαθοῦν νά μποῦν στή θέση μας. Ἀγωνίζονται στόν καιρό τῆς ἀσφάλειάς τους νά μοιραστοῦν τά πιό ἀνεπιθύμητα γι’ αὐτούς δικά μας αἰσθήματα. Καί τό κάνουν. Ὁ πόνος γεννᾶ τήν ὑπομονή μας, ταυτόχρονα ὅμως γεννᾶ καί τόν ἐξ ἀγάπης σύνδεσμο μέ τούς ἀδελφούς μας. Ὁ πόνος γεννᾶ τήν ἀλήθεια. Ἡ συμπόνια τῶν ἄλλων τή φυτεύει στή δική μας καρδιά. Ἐκεῖ διακριτικά κρύβεται καί ἡ ἀπάντηση.
Ἔτσι γεννιέται στήν καρδιά ἡ παρηγοριά, ἡ γλύκα καί ἡ ἀνακούφιση τῆς ὁποίας εἶναι πολύ ἐντονότερες ὡς ἐμπειρίες ἀπό τό βάρος τοῦ πόνου.

Ὁ πόνος μᾶς βγάζει ἀπό τά ἀνθρώπινα μέτρα.
  Τελικά αὐτά τά «γιατί» δέν ἔχουν τίς ἀπαντήσεις πού ἡ φτώχια καί ἡ ἀδυναμία μᾶς περιμένει. Στή λογική αὐτή συνήθως παραμένουν ἀναπάντητα. Γι’ αὐτό καί ὁ Χριστός γιά τόν θάνατο δέν εἶπε παρά ἐλάχιστα. Ἁπλά, ὁ Ἴδιος τόν ἐπέλεξε καί πόνεσε ὅσο κανένας ἄλλος. Καί ὅταν ἀναστήθηκε, τό στόμα Τοῦ ἔβγαλε περισσότερη πνοή καί λιγότερα λόγια. Δέν εἶπε τίποτε γιά ζωή καί θάνατο -μόνο προφήτευσε τό μαρτύριο τοῦ Πέτρου. Ὁ πόνος δέν ἀπαντιέται μέ ἐπιχειρήματα. Οὔτε ἡ ἀδικία καί ὁ θάνατος ἀντιμετωπίζονται μέ τή λογική. Τά προβλήματα αὐτά λύνονται μέ τό ἐμφύσημα καί τήν πνοή πού μόνον ὁ Θεός δίνει. Λύνονται μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ξεπερνιοῦνται μέ τήν ταπεινή ἀποδοχή τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ πού εἶναι τόσο ἀληθινό ἀλλά συνήθως καί τόσο ἀκατανόητο.

  Στό διάβα της ἡ δοκιμασία συνοδεύεται ἀπό τό σφυροκόπημα τῶν ἀναπάντητων ἐρωτημάτων. Κι ἐμεῖς, γαντζωμένοι στά «μήπως», στά «γιατί», στά «ἄν» συντηροῦμε τίς ἐλπίδες καί ἀντέχουμε τήν ἐπιβίωση σέ αὐτόν τόν κόσμο, προσδοκώντας κάτι σίγουρο ἤ κάτι σταθερό. Αὐτό ὅμως συνήθως δέν ἐντοπίζεται στήν προτεινόμενη ἀπό μᾶς λύση, ἀλλά ἐπικεντρώνεται στήν ἀπροσδόκητη ὑπέρλογη θεϊκή παρηγοριά. 
Κάθε προσπάθεια ἀντικατάστασής της μέ ἀνθρώπινα ὑποκατάστατα ἀδικεῖ ἐμᾶς τούς ἴδιους. Κάθε περιορισμός στήν ἀσφυκτική θηλιά τῶν ὀρθολογιστικῶν ἀπαντήσεων μᾶς παγιδεύει βαθύτερα στό δράμα μας. Στόν διάλογο μέ τόν πόνο, τήν ἀδικία καί τόν θάνατο εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά βγοῦμε ἀπό τά ἀνθρώπινα μέτρα. Αὐτή εἶναι ὄχι μόνον ἡ ἔξοδος ἀπό τή δοκιμασία ἀλλά καί ἡ εὐεργεσία της.

Ἡ μοναδική εὐκαιρία.
 Τελικά, τό μέν ἐρώτημα μποροῦμε νά τό ὑποβάλλουμε, τήν δέ ἀπάντηση πρέπει νά τήν περιμένουμε. Ἤ ὁ Θεός δέν ὑπάρχει ἤ παραχωρεῖ μιὰδοκιμασία γιά νά μᾶς δώσει μι μοναδική εὐκαιρία. Ἄν δέν γινόταν ἡ Σταύρωση, δέν θά ὑπῆρχε ἡ Ἀνάσταση. Ὁ Χριστός θά ἦταν ἕνας καλός δάσκαλος· ὄχι ὁ Θεός. Ὁ Θεός δίνει τήν εὐκαιρία. Σέ μᾶς μένει νά τή δοῦμε καί νά τήν ἀξιοποιήσουμε. Ἡ δέ χαρά καί τό περιεχόμενο αὐτῆς τῆς εὐκαιρίας εἶναι πολύ μεγαλύτερα ἀπό τήν ἔνταση καί τόν πόνο τῆς δοκιμασίας.
 Ὁ θάνατος, ὁ πόνος, ἡ ἀδικία ἀποτελοῦν μυστήριο πού ἡ ὅποια ἀπάντηση τό διασαλεύει. Στίς περιπτώσεις αὐτές, ἡ ἀλήθεια δέν ἐκφράζεται ὡς ἄποψη ἤ ἐπιχείρημα, ἀλλά προσφέρεται ὡς ταπείνωση καί κοινός πόνος. Ἡ πορεία στό μεθόριο τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, τοῦ σκανδαλισμοῦ καί τῆς δοξολογίας, τοῦ θαύματος καί τῆς ἀδικίας παρουσιάζει στροφές καί κρυμμένες γωνιές, ὅπου διασφαλίζεται ἡ ἀλήθεια τῆς ζωῆς. Ἄν ξεφύγει κανείς τόν πειρασμό νά λυγίσει, τότε ἀντικρίζει τήν ἀλήθεια μέ τέτοια ὄψη, πού ποτέ του δέν εἶχε κἄν φαντασθεῖ. Ὁ πόνος, ἄν κάποιος καταφέρει νά τόν ἀγκαλιάσει, γεννᾶ πρωτόγνωρες εὐαισθησίες καί ξεδιπλώνει πραγματικότητες πού κανείς ἀλλιῶς δέν βλέπει. Ἡ πρόκληση δέν εἶναι νά συμβοῦν γεγονότα καί ἀποκαλύψεις· αὐτά ὑπάρχουν. Ἡ πρόκληση εἶναι νά ἀνοίξει κανείς τά μάτια του γιά νά μπορεῖ νά τά ἀντικρύσει.
Εἶναι ἀναντίλεκτη ἀλήθεια δυστυχῶς, συνήθως μόνο χάνοντας τά πολύ ἐπιθυμητά, γνωρίζουμε καί κερδίζουμε τά πολύ μεγάλα.
 Σίγουρα ὁ πόνος καί ἡ ἀδικία δέν μποροῦν νά καταργήσουν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός ὑπάρχει. Καί εἶναι ἀγάπη καί ζωή. Ἡ τέλεια ἀγάπη καί τό πλήρωμα τῆς ζωῆς. Καί τό μεγαλύτερο θαῦμα τῆς ὕπαρξής Του εἶναι ἡ συνύπαρξή Του μέ τόν πόνο, τήν ἀδικία καί τόν θάνατο.
Ἴσως καί ἡ μεγαλύτερη πρόκληση γιά τόν καθένα μας νά εἶναι ἡ συνύπαρξη μέ τόν δικό του προσωπικό πόνο, τό ἐλπιδοφόρο σφιχταγκάλιασμα μέ τά βαθύτερα αὐτά «γιατί», ἡ ταπεινή ἐσωτερική περιχώρηση στήν προσδοκία τοῦ Θεοῦ μέσα ἀπό τίς «ἀδικίες» πού νομίζουμε πώς Αὐτός μᾶς κάνει.

Πρό καιροῦ, μέ πλησίασε κάποια νεαρή κοπέλα πού τό καντηλάκι τῆς ζωῆς της φαίνεται νά τρεμοσβήνει. Μέσα στόν ἀβάσταχτο πόνο της διέκρινα τήν ἐλπίδα. Μέσα ἀπό τά δακρυσμένα μάτια της ἀντίκρισα τή χαρά, τή δύναμη καί τή σοφία.
-Θέλω νά ζήσω, μοῦ εἶπε. Ἀλλά δέν ἦλθα γιά νά μοῦ τό ἐπιβεβαιώσετε. Ἦλθα γιά νά μέ βοηθήσετε νά φύγω ἕτοιμη ἀπό αὐτόν τόν κόσμο.
-Ἐγώ εἶμαι παπάς τῆς ζωῆς καί ὄχι τοῦ θανάτου, τῆς ἀπαντῶ. Γι’ αὐτό καί θέλω νά ζήσεις. Ἐπίτρεψέ μου, ὅμως, νά σέ ρωτήσω κάτι• μέσα στή δοκιμασία σου, ρωτᾶς ποτέ «γιατί σέ μένα, Θεέ μου;»
-Δέν σᾶς καταλαβαίνω, πάτερ, μοῦ λέει. Ἐγώ ρωτῶ «γιατί ὄχι σέ μένα, Θεέ μου; Καί περιμένω ὄχι τόν θάνατό μου· προσδοκῶ τόν φωτισμό μου»!
 
Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Νικόλαος

Η ΕΙΔΩΛΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΥΑΤΟΥ ΜΑΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ειδωλοποίηση του εαυτού μας



Ἔχει τονισθεῖ ἀπό πολλούς. Τούς τελευταίους αἰῶνες, παρασυρμένος ὁ ἄνθρωπος ἀπό φιλοσοφικές θεωρήσεις, οἰκονομικά προτάγματα καί κοινωνικά συστήματα, ἔχει ξεχάσει τόν Θεό κι ἔχει αὐτονομηθεῖ ἔναντί του!
Ζαλισμένος ἀπό ὑποσχέσεις γιά ἐπίγεια εὐδαιμονία καί ἀφοσιωμένος στό κυνήγι τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν δέν ἔχει τή δύναμη, οὔτε τή διάθεση, νά σηκώσει τό κεφάλι ἀπό τή λάσπη τῆς χοϊκότητάς του γιά νά ἀτενίσει τόν Οὐράνιο Πάτερα. Ἀκόμη κι ὅταν ἐγκλωβισμένος στό διαρκές τῶν πολλαπλῶν προβλημάτων, ἀκούει πολλούς μέ ὑπευθυνότητα νά διακηρύσσουν ὅτι ἡ κρίση δέν εἶναι οἰκονομική, ἀλλά πρώτιστα ἠθική καί πνευματική, ἀρνεῖται στήν πράξη νά μετατρέψει αὐτήν τήν παραδοχή σέ ἐνέργειες πού θά προκαλέσουν τήν πνευματική ἀνάσταση καί θά ἀνατρέψουν τή χαοτική πορεία πρός τήν κλιμακούμενη δυστυχία.
Ἐπιπλέον, διεκδικώντας ὁ καθένας τήν ἐξασφάλισή του, αὐτό πού στά νέα ἑλληνικά ὀνομάζουμε «βόλεμα», περιορίζεται στά προσωπικά του καί ἀδιαφορεῖ γιά τήν κοινωνία, τήν πατρίδα, τόν πλησίον… Θεωρεῖ πώς ἡ φροντίδα τοῦ ἑαυτοῦ του εἶναι τό μοναδικό καθῆκον, ἐνῶ κινεῖται σάν τά πάντα νά περιστρέφονται γύρω ἀπό αὐτόν. Τελικά, ἐπέρχεται καί τό πιστευμα πώς οἱ ἀπόψεις καί θεωρήσεις μας εἶναι οἱ μόνες σωστές καί ἀληθινές, κι ἔτσι ὁλοκληρώνεται ἡ διαδικασία θεοποιήσεως τοῦ ἑαυτοῦ μας, διαδικασία τόσο διαφορετική καί ἀντίθετη ἀπό τόν τρόπο τῆς κατά χάριν θεώσεως, στόν ὁποῖο μᾶς προσκαλεῖ ὁ Χριστός!
Περίοδος προσευχῆς
Εἶναι γνωστή καί οἰκεία ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή. Ἡ παραβολή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου σημασιοδοτεῖ τήν ἔναρξη τῆς πιό πνευματικῆς περιόδου τοῦ ἔτους, τῆς περιόδου τῆς προετοιμασίας μας γιά τή μεγαλύτερη ἑορτή τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ Πάσχα. Κι ἡ περίοδος αὐτή παίρνει τό ὄνομά της ἀπό τό λειτουργικό βιβλίο τῆς Ἐκκλησίας πού ὀνομάζεται «Τριώδιο», καθώς ἡ χρήση αὐτοῦ τοῦ βιβλίου ξεκινᾶ ἀπό τόν ἑσπερινό τῆς Κυριακῆς πού διαβαζεται ἡ σημερινή παραβολή καί ἐκτείνεται μέχρι τήν παννυχίδα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, καθιερώνοντας αὐτήν τήν περίοδο ὡς περίοδο αὐξημένης προσευχῆς τόσο σέ ποσότητα, ὅσο καί σέ ποιότητα.
Ἀκριβῶς δέ ἐπειδή ἡ περίοδος αὐτή εἶναι ἀφορμή ἐντατικότερης καί θερμότερης προσευχῆς, γιά τόν λόγο αὐτό ἡ Ἐκκλησία μας ξεκινᾶ τήν περίοδο μέ τή διδασκαλία τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ γιά τόν τρόπο τῆς θεάρεστης προσευχῆς. Κι ἡ διδασκαλία αὐτή ἐμπεριέχεται σέ μιά ἱστορία, στή διδακτικότατη αὐτή παραβολή τοῦ Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου, πού τόσο ἔχει ἀναλυθεῖ ἀνά τούς αἰῶνες καί ἔχει καταστεῖ ἀφορμή προβληματισμοῦ καί ἀποφάσεων.
Κύριο χαρακτηριστικό της, ἡ μέ ἁπλό τρόπο ἐπισήμανση τῶν πνευματικῶν κινδύνων πού ἀναιροῦν τήν προσευχή καί τήν μετατρέπουν σέ προσβολή πρός τόν Ἅγιο Θεό ἤ, ἀκόμη χειρότερα, σέ ἱεροσυλία. Συνάμα παρατίθεται ὁ τρόπος, μέ τόν ὁποῖο ἡ προσευχή φθάνει στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ, καθίσταται θεάρεστη κι ὁ προσευχόμενος ἄνθρωπος χαριτώνεται καί πορεύεται τήν ὁδό τῆς Ἁγιότητας καί τῆς Θεώσεως.
«Πρός ἑαυτόν προσηύχετο»
Σάν νά εἶχε κατά νοῦ τόν ἄνθρωπο τοῦ εἰκοστοῦ πρώτου αἰώνα ὁ Χριστός μας ὅταν περιέγραφε πρίν δύο χιλιάδες χρόνια τόν Φαρισαῖο! Ἀπερίφραστα καί ξεκάθαρα ὁ Χριστός τονίζει πώς ὁ Φαρισαῖος, ἄν καί βρισκόταν μέσα στόν Ναό, δέν προσευχόταν στόν Θεό, ἀλλά στόν ἑαυτό του, τόν ὁποῖο εἶχε εἰδωλοποιήσει. Γι’ αὐτό καί ἡ γεμάτη ἔπαρση κι ἐπίδειξη προσευχή. «Ἐγώ εἶμαι τέλειος, οἱ ἄλλοι εἶναι γεμάτοι ἐλαττώματα. Έγώ κάνω ὅ,τι πρέπει καί μέ τό παραπάνω, οἱ ἄλλοι ὑστεροῦν κι εὐθύνονται γιά τό κακό στόν κόσμο. Ἐγώ δέν κάνω κανένα λάθος, δέν σφάλλω πότε, οἱ ἄλλοι εἶναι γεμάτοι ἁμαρτίες, πάντα σφάλλουν, μέ μεγαλύτερο λάθος τους τό ὅτι δέν σπεύδουν νά μέ παραδεχθοῦν ὡς ἀνώτερό τους». Πουθενά ἡ προοπτική της Οὐρανίου Βασιλείας, πουθενά ἡ προοπτική της αἰωνιότητας, πουθενά ἡ ἀναφορά στόν Πάτερα καί τοὺς ἀδελφούς, μᾶλλον κυρίαρχη ἡ κατάργηση τοῦ Πάτερα καί ἡ ἀπαξίωση τῶν ἀδελφῶν, ἤ ἀκόμη χειρότερα, κυρίαρχη ἡ κατηγορία ἐναντίον τοῦ Πατέρα γιά τά «χάλια» ὅλων τῶν ἄλλων πού σέ καμία περίπτωση δέν λoγίζονται ὡς ἀδελφοί!
Ἀνέκαθεν ὁ ἄνθρωπος προσευχόταν. Τό πρόβλημα ὅμως, ἦταν σέ ποιόν ἀνέφερε τήν προσευχή του! Κι αὐτό τό πρόβλημα εἶναι ἔκδηλο κυρίως σήμερα, ὁπότε οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἀναφέρονται στόν ἑαυτό τους καί καθόλου στόν Θεό. Προσπαθοῦν μόνοι τους νά βροῦν λύσεις στά προβλήματα, στίς δυσκολίες, στίς ἀντιξοότητες, ἐμπιστευόμενοι μόνον τήν κρίση τους καί τίς ὅποιες ἱκανότητές τους, δυσπιστώντας ταυτόχρονα ἔναντι τῶν ἄλλων. Ἔτσι ὅμως, δέν κατορθώνουν κάτι παραπάνω ἀπό τό νά ὑψώσουν κι ἄλλο τά τείχη πού τούς ἀπομονώνουν ἀπό τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους καί τούς ἐγκλωβίζουν στή μοναξιά καί τήν ἀπελπισία.
Ἡ ἐποχή μας μᾶς καταντᾶ αὐτοκαταστροφικούς. Μᾶς καθοδηγεῖ νά πιστέψουμε μόνον στόν ἀτελή καί ἀδύναμο ἑαυτό μας. Μᾶς ἀρνεῖται τήν προοπτική της πνευματικῆς ζωῆς καί τῆς ἐξάρτησής μας ἀπό τόν Θεό καί τήν ἀγάπη του. Μᾶς ἐγκλωβίζει στό «ἐδῶ καί τώρα» φορτώνοντάς μας μέ δισεπίλυτα προβλήματα, ὥστε νά ἀπασχολούμαστε διαρκῶς μέ αὐτά, νά χάνουμε τόν χρόνο τῆς ζωῆς μας καί νά στερούμαστε τήν ἀναφορά μας στήν πηγή τῆς ζωῆς καί αἰτία τῆς ὕπαρξής μας.
Σέ ὅλα αὐτά, μία εἶναι ἡ σωτηρία ἀντιμετώπιση. Τό γονάτισμα μπροστά στά εἰκονίσματα καί ἡ γεμάτη συντριβή καί μετάνοια τελωνική προσευχή: «Ὁ Θεός, ἰλασθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ»!
 Μητροπολίτου Λαρίσης Νικολόπουλου Ἱερώνυμου

ΗΤΑΝ ΣΚΛΗΡΗ ΚΑΙ ΔΥΣΚΟΛΗ Η ΖΩΗ ΜΟΥ,ΑΛΛΑ ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΗΚΑ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΕΥΚΟΛΗ

Προς όλους τους Χριστιανούς, αλλά σε σας, τα παιδιά μου, μπορώ να πω: Μιμηθείτε έμενα, όπως και εγώ τον Απ. Παύλο.Ήταν σκληρή και δύσκολη η ζωή μου, αλλά ουδέποτε προσευχήθηκα στον Θεό να γίνει εύκολη. 
Διότι είναι «στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν και ολίγοι εισιν οι ευρίσκοντες αυτήν» (Ματθ. 7, 14).
 Άγιος Λουκάς ο Ιατρός

Ο ΑΓΙΟΣ ΛΕΟΝ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ



Τη μνήμη του , τιμά σήμερα, , η Εκκλησία μας. O Άγιος Λέων υπήρξε από τούς μεγαλύτερους υπερασπιστές και προμάχους της ορθόδοξης πίστης. Έζησε στο χρόνια του αυτοκράτορα Μαρκιανού και Πουλχερίας. Διακρινόταν για την μεγάλη θεολογική του κατάρτιση, το ήθος του χαρακτήρα του, την αγνότητα του βίου του. Διετέλεσε επίσκοπος της πρεσβυτέρας Ρώμης.
Σημαντικότατη ήταν η συμβολή του στις εργασίες της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου, όταν απέστειλε τέσσερις αντιπροσώπους, ως και επιστολή στην οποία με πλήρη ακρίβεια και βάσεις της αποστολικής παραδόσεως, καθόριζε τις δύο φύσεις του Χριστού η οποία βοήθησε στη διεξαγωγή των συζητήσεων ως και στη συγγραφή των τελικών όρων της Συνόδου (για την ακρίβεια η επιστολή του Αγίου Λέοντος είχε σταλεί τρία χρόνια πριν στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Φλαβιανό και ανεγνώσθη στη Σύνοδο. Είναι δε γνωστή ως «Τόμος του Λέοντος»).
Παράλληλα υπήρξε και συγγραφεύς πολυγραφότατος. Σήμερα, σώζονται αρκετές επιστολές, γραμμένες με πλήρη γλαφυρότητα αλλά και δύναμη λόγου.
Εκοιμήθη οσιακά σε βαθύτατο γήρας στις 10 Νοεμβρίου 460 μ.Χ. και η Σύναξή του ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία.
Υπάρχει όμως και μια άλλη εκδοχή της βιογραφίας του, αυτή του Σ. Ευστρατιάδη. Σύμφωνα με αυτήν, ο Άγιος Λέων γεννήθηκε στην Ρώμη στα τέλη του 4ου μ.Χ. αιώνα. Διετέλεσε διάκονος των Πάπων Καλλίστου και Σήξτου πριν ανεβεί στον θρόνο την 29η Σεπτεμβρίου του 440 μ.Χ.
Υπήρξε από τους απολυταρχικότερους Πάπες και υποστήριξε με πείσμα το παπικό πρωτείο. Την αγιοκατάταξη του την οφείλει στην επιστολή που έστειλε στην Δ’ Οικουμενική Σύνοδο εναντίον των Μονοθελητών και Μονοφυσιτών και η οποία έχει δεκτή με ενθουσιασμό από τους παρευρεθέντες πατέρες. Κοιμήθηκε στις 10 Νοεμβρίου του 460 μ.Χ.
Απολυτίκιο:
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, ορθοδοξία, υπεστήριξας, την Εκκλησίαν, ως πολύφωνον του πνεύματος όργανον εκ γαρ Δυσμών αναλάμψας ως ήλιος, αιρετικών την απάτην εμείωσας, Λέων Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2019

ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΑΣ ΣΚΟΥΠΙΔΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑ...




Ιστορίες καθημερινής τρέλας, αδιαφορίας, σκληροκαρδίας και ασυνεννοησίας από τον π.Ανδρέα Κονάνο, ιστορίες που αφορούν όλους μας και έχουμε πολλά να διδαχθούμε ακούγοντάς τις.
Μπαίνει ο άντρας στο σπίτι.
«Η γυναίκα μου, πάτερ, είτε μπήκα είτε δεν μπήκα, καμία σημασία. Γυρισμένη πλάτη στην κουζίνα, καθάριζε χόρτα, μπαίνω κι ακούω μια φωνή:
“Γύρισες πάλι; Σχολάσατε κιόλας; Δεν έχεις πουθενά αλλού να πας; Έπρεπε να έρθεις κατευθείαν σπίτι;”
Είτε μπήκα είτε δεν μπήκα σπίτι, για τη γυναίκα μου είναι σαν να μην υπάρχω. Δεν αξίζω τίποτε στα μάτια της».
Το ίδιο κι ο άντρας στη γυναίκα. Της δίνεις αξία και σημασία;
Όλοι το ζητάμε. Όλοι έχουμε ανάγκη να μας δίνουν αξία και προσοχή. Όταν σου λέει ο άλλος ένα «μπράβο», νιώθεις ενθάρρυνση, καταλαβαίνεις ότι βαδίζεις καλά και συνεχίζεις με όρεξη. Δεν είναι εγωισμός αυτό.
Είναι ο καλός λόγος που σου δίνει κουράγιο να συνεχίσεις.
Πάει η γυναίκα στο κομμωτήριο. Φτιάχνει το μαλλί της. Το βάφει, το περιποιείται. Γυρίζει στο σπίτι.
«Ο άντρας μου, πάτερ, είτε με είδε είτε δεν με είδε, ένα και το αυτό. Την άλλη ημέρα πάω στη δουλειά. Με βλέπει ο κύριος στο απέναντι γραφείο και μου λέει:
“Ωραίο look, πολύ ωραίο το χτένισμά σου, πολύ μου αρέσει η αλλαγή που έκανες!”
Ο άντρας μου δεν το πρόσεξε. Ο ξένος όμως το πρόσεξε». Γιατί, κύριε, δεν το πρόσεξες;… Για ποιον το έκανε αυτό η γυναίκα σου;
Για ποιον άλλαξε κι ομόρφυνε;
Για σένα. Μα εσύ δεν πιάνεις το μήνυμα.
Έλεγε μια γυναίκα: «Όταν ο άντρας μου βλέπει αθλητικά, πάτερ, τα πάντα σβήνουν και χάνονται. Την ώρα εκείνη δεν υπάρχει κανένας στον κόσμο γι’ αυτόν. Ακόμα κι αν έμπαινα στο σαλόνι καβάλα σε άλογο, με ξέπλεκα μαλλιά που είχαν πάρει φωτιά, δεν θα με πρόσεχε. Όταν βλέπει αθλητικά, δεν γυρίζει να με κοιτάξει ούτε δευτερόλεπτο Εκείνη την ώρα δεν υπάρχει τίποτε γι’ αυτόν. Είμαι ανύπαρκτη».
Η τροφοδοσία της αξίας της ψυχής. Πολύ αναγκαία.
Το ίδιο όμως θέλουν και τα παιδιά.
Πες μια καλή κουβέντα στο παιδί σου.
Αναρωτιέσαι γιατί βγαίνει συνέχεια έξω.
Ξέρεις γιατί;
Γιατί έξω τον βλέπουν οι φίλοι του και του λένε: «Γεια σου, ρε μεγάλε». Γι’ αυτό.
Ενώ εσύ δεν του λες: «Γεια σου, μεγάλε». Εσύ του λες: «Είσαι άχρηστος. Θα μείνεις στουρνάρι. Πίσω θα πας στη ζωή. Ανεπρόκοπος.
Μια ζωή πληρώνουμε για σένα και τίποτε δεν κάνεις. Τσάμπα τα φροντιστήρια Μας αρρώστησες. Μας καταξόδεψες».
Άκου λόγια! Δες ενθάρρυνση. Κάνουμε το παιδί σκουπίδι και μετά λέμε: «Γιατί δεν μ’ αγαπάει το παιδί; Γιατί το παιδί με βλέπει και τρέχει μακριά μου; Και τρέχει σε πλατείες κι άλλα στέκια, και πάει με τους φίλους του, και πάει σε ξένα σπίτια;» Γιατί; Γιατί εκεί το αγαπούν με τον τρόπο που μπορούν. Κι εσύ σίγουρα αγαπάς το παιδί σου. Μα δεν το δείχνεις. Το θέμα δεν είναι να αγαπάς μόνο, αλλά να το δείχνεις κιόλας. Όλοι αγαπάμε. Μα καταλήγουμε να το δείχνουμε στους τάφους μόνο, στους νεκρούς. Εκεί, όλο συναίσθημα, ποίηση, μελό και κλάμα. Όσο ο άνθρωπός σου ζει τον «ψήνεις» κανονικότατα. Μετά δάκρυα και πόνος. Μα είναι αργά.
 π. Ανδρέας Κονάνος

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟ



Μια φορά κι έναν καιρό…

Ένα κρουαζιερόπλοιο κατά τη διάρκεια μιας σφοδρότατης καταιγίδας βυθίστηκε και μόνο δύο από τους επιβάτες του κατάφεραν να κολυμπήσουν μέχρι ένα μικρό ερημονήσι.

Οι δυο ναυαγοί μη ξέροντας τι άλλο να κάνουν, συμφώνησαν ότι δεν είχαν άλλη διέξοδο από το να προσευχηθούν στο Θεό.
Ωστόσο για να εξακριβώσουν ποιανού η προσευχή είναι ισχυρότερη αποφάσισαν να χωρίσουν την περιοχή στα δύο και να μείνουν στις αντίθετες πλευρές του νησιού.
Το πρώτο πράγμα για το οποίο προσευχήθηκαν ήταν τροφή.
Το επόμενο πρωινό, ο πρώτος άνδρας είδε ένα δέντρο γεμάτο φρούτα στην πλευρά του και ικανοποίησε την πείνα του.
Η άλλη πλευρά του νησιού παρέμεινε άγονη.
Μετά από μια εβδομάδα, ο πρώτος άνδρας ένοιωθε μοναξιά και αποφάσισε να προσευχηθεί για μια σύζυγο. Την επόμενη μέρα, μια γυναίκα βγήκε κολυμπώντας στη δική του πλευρά του νησιού. Στην άλλη πλευρά δεν έγινε τίποτα.
Σύντομα ο πρώτος άνδρας προσευχήθηκε για ένα σπίτι, ρούχα, περισσότερη τροφή. Την επόμενη μέρα έγινε το θαύμα !
Ότι προσευχήθηκε του δόθηκε !
Ωστόσο ο δεύτερος άνδρας ακόμη δεν κατάφερε να αποκτήσει τίποτα.
Τελικά, ο πρώτος άνδρας προσευχήθηκε για ένα πλοίο ώστε αυτός και η σύζυγος του να μπορέσουν να φύγουν από το ερημονήσι.
Το πρωί, βρήκε ένα πλοίο αραγμένο στη δική του πλευρά του νησιού.
Ο πρώτος άνδρας και η σύζυγος του επιβιβάστηκαν στο πλοίο και αποφάσισαν να αφήσουν τον δεύτερο άνδρα μόνο του στο νησί.
Θεώρησαν ότι ο δεύτερος άνδρας ήταν ανάξιος να λάβει τις ευλογίες του Θεού καθώς καμιά από τις προσευχές του δεν εισακούστηκαν.
Καθώς το καράβι ήταν έτοιμο να σαλπάρει, ο πρώτος άνδρας άκουσε μια φωνή από τον παράδεισο να δονεί τον αέρα :
«Γιατί παρατάς τον σύντροφό σου στο νησί ;»
«Οι ευλογίες είναι μόνο δικές μου, καθώς εγώ ήμουν αυτός που προσευχήθηκε για να τις λάβει.
Από τις δικές του προσευχές δεν εισακούστηκε καμία και έτσι δεν του αξίζει τίποτα» απάντησε ο πρώτος άνδρας
«Κάνεις πολύ μεγάλο λάθος» τον επίπληξε η φωνή.
«Ο άνδρας αυτός προσευχόταν μόνο για ένα πράγμα το οποίο και εισακούστηκε.
Αν δεν γινόταν αυτό εσύ δεν θα λάμβανες καμιά από τις ευλογίες μου»
«Πες μου» ρώτησε ο πρώτος άνδρας, «ποια ήταν η προσευχή του για την οποία του είμαι υποχρεωμένος ;
«Προσευχόταν να εισακουστούν όλες οι προσευχές σου!»

Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΤΗΡΩΝ



Τη μνήμη του τιμά σήμερα, , η Εκκλησία μας. Ο Αγιος Θεόδωρος ο Τήρων καταγόταν από το χωριό Αμάσεια στη Μαύρη Θάλασσα, που ονομαζόταν Χουμιαλά, και έζησε κατά τους χρόνους των αυτοκρατόρων Μαξιμιανού (286 – 305 μ.Χ.), Γαλερίου (305 – 311 μ.Χ.) και Μαξιμίνου (305 – 312 μ.Χ.).
Ονομάζεται Τήρων, διότι κατετάγη στο στράτευμα των Τηρώνων, δηλαδή των νεοσυλλέκτων, διοικούμενο υπό του πραιπόσιτου Βρίγκα.
Διαβλήθηκε στον πραιπόσιτο ως Χριστιανός και εκλήθηκε σε εξέταση. Εκεί ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό χωρίς δισταγμό. Ο διοικητής Βρίγκας δεν θέλησε να προχωρήσει στην σύλληψη και τιμωρία του Αγίου Θεοδώρου, αλλά τον άφησε να σκεφτεί και να του απαντήσει λίγο αργότερα.
Πίστευε ότι ο Θεόδωρος θα άλλαζε και θα θυσίαζε στα είδωλα. Ο Μεγαλομάρτυς όχι μόνο παρέμεινε αδιάσειστος στην πίστη του, αλλά έκαψε και το ναό της μητέρας των θεών Ρέας μετά του ειδώλου αυτής. Αμέσως τότε συνελήφθη και ρίχτηκε από τους ειδωλολάτρες σε πυρακτωμένη κάμινο, όπου και ετελειώθηκε μαρτυρικά.
Η Σύναξη του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Θεοδώρου του Τήρωνος ετελείτο στο αγιότατο Μαρτύριό του, το οποίο βρισκόταν στην περιοχή του Φωρακίου ή Σφωρακίου, το Σάββατο της Α’ εβδομάδος των Νηστειών, δηλαδή την ημέρα που ο Άγιος έκανε το θαύμα των κολλύβων σώζοντας τον ορθόδοξο λαό από τα μιασμένα ειδωλόθυτα, τα οποία επρόκειτο από άγνοια να φάει.
Στην Αγιογραφία, ο Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων εμφανίζεται σε τεσσάρων ειδών μορφές. Είτε μόνος με στρατιωτική στολή, είτε αντιμετωπίζοντας ένα φίδι-δράκο και μαζί με τον Άγιο Θεόδωρο τον Στρατηλάτη όρθιοι ή πάνω σε άλογα. Πάντα φέρει στρατιωτική στολή.
Απολυτίκιο:
Ήχος β’.

Μεγάλα τα της πίστεως κατορθώματα! εν τη πηγή της φλογός, ως επί ύδατος αναπαύσεως, ο άγιος Μάρτυς Θεόδωρος ηγάλλετο, πυρί γαρ ολοκαυτωθείς, ως άρτος ηδύς, τη Τριάδι προσήνεκται. Ταίς αυτού ικεσίαις, Χριστέ ο Θεός, σώσον τας ψυχάς ημών.

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2019

ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΣΗΜΑΝΤΟΙ(Ο ΕΙΣ ΦΑΡΙΣΑΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΕΤΕΡΟΣ ΤΕΛΩΝΗΣ)



«Άνθρωποι δύο ανέβησαν εις το ιερόν προσεύξασθαι, ο είς Φαρισαίος και ο έτερος τελώνης» (Λουκ. 18, 10)
«Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στον ναό για να προσευχηθούν. Ο ένας ήταν Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης»


                Υπάρχουν τα ασήμαντα και τα σημαντικά στην ζωή μας. Οι άνθρωποι, ιδίως στους καιρούς μας, διακρίνουμε στην ζωή μας ό,τι αξίζει του ενδιαφέροντός μας, πράγματα υλικά, ιδέες, στόχοι, σχέσεις, και ό,τι είναι δευτέρας σημασίας, ό,τι δηλαδή είτε δίνει νοστιμιά στην ζωή μας είτε είναι αναγκαίο , χωρίς να της δίνει όμως νόημα. Ο πολιτισμός μας σήμερα, έχοντας αντικειμενοποιηθεί ως προς τους στόχους που δίνουν ευτυχία, ασχολείται με το «ΤΙ» και το «ΠΩΣ» μπορούμε να το αποκτήσουμε ή να το αποφύγουμε. Είναι γεγονός όμως ότι όλη αυτή η αντικειμενοποίηση, η οποία έχει περάσει και στον τομέα των ανθρώπινων σχέσεων, έχει μεταβάλει και τους ανθρώπους, με τους οποίους σχετιζόμαστε, σε αντικείμενα, διά των οποίων είτε επιδιώκουμε την προσωπική μας ευχαρίστηση, χρησιμοποιώντας τους, είτε αποφεύγοντας τις συνέπειες των επιρροών τους, καθότι τους θεωρούμε ως εχθρούς, προχωρούμε στην ζωή μας χωρίς να μας ενδιαφέρουν. Σημαντικό είναι αυτό το «ΤΙ» που μας ωφελεί. Αφήνουμε κατά μέρος όμως  το «ΚΑΠΟΙΟΣ», την μοναδική αξία του ανθρώπου ως υποκειμένου, πέρα από αγαθά, πράξεις, ιδέες. Δεν βλέπουμε δηλαδή ότι ο καθένας, ανεξαρτήτως του «ΤΙ»  έχει να μας δώσει, είναι σημαντικός γι’  αυτό που είναι, μοναδική εικόνα Θεού, στην σχέση με την οποία καταλαβαίνουμε ποιοι είμαστε, αλλά και πώς η ζωή μας μπορεί να βρει νόημα χωρίς να μετράμε το τι πρέπει α κάνουμε και τι να αποφύγουμε, αλλά το πώς καλούμαστε να συνυπάρξουμε και να αποδεχτούμε. Διότι εδώ έγκειται αυτό που ονομάζουμε κοινωνία.
                Η πίστη μας ζει αυτές τις μεγάλες αλήθειες και μας καλεί να τις βιώσουμε, διαμορφώνοντας μία διαφορετική αντίληψη σε σχέση με αυτή του πολιτισμού μας εν πράξει. Το διαπιστώνουμε αυτό κατά την περίοδο του Τριωδίου. Στο ξεκίνημά της ο Χριστός αφηγείται την παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου. Ένας άνθρωπος που έχει εστιάσει το νόημα της ζωής του στο «ΤΙ» κάνει και, κατά συνέπεια, θεωρεί ότι είναι σημαντικός και για τον Θεό και για τους ανθρώπους, ενώ δικαιούται να απορρίπτει έναν άλλον, ο οποίος στα «ΤΙ» του όχι μόνο δεν τα καταφέρνει, αλλά αντιτίθεται στις εντολές του Θεού. Κι όμως, ο απορριφθείς δικαιώνεται από τον Θεό. Συνειδητοποιεί ότι αυτό το «ΤΙ»  τον καθιστά ανεπαρκή έναντι του Θεού, όμως μέσα του δεν χάνει το νόημα. Είναι η σχέση με τον Θεό, η συναίσθηση ότι ακόμη και ως αμαρτωλός δεν παύει να είναι δημιούργημα του Θεού και σε Εκείνον έχει την ελπίδα του. Ο Θεός του δίνει την μοναδικότητα του «ΚΑΠΟΙΟΣ», του δίνει την ευκαιρία να ξεκινήσει και πάλι την ζωή του, να συγχωρεθεί και να λυτρωθεί, να ξεκινήσει στην συνέχεια τον αγώνα ώστε και αυτό το «ΤΙ» να αλλάξει με βάση την σχέση με τον Θεό και τον πλησίον.
Διότι εκεί βρίσκεται η αμαρτία του τελώνη. Στην πρόταξη του «εγώ» του και την έγνοια του για το «ΤΙ» των αγαθών. Και ο τελώνης αυτό έχει ως προτεραιότητα. Μόνο που ο Φαρισαίος το βλέπει στην προοπτική των εντολών του Θεού, αρνούμενος όμως την σχέση με τους άλλους ανθρώπους, την οποία ο Θεός την ζητά ως αγάπη, ως συγκατάβαση, ως συγχώρεση γι’  αυτό που δεν μπορούν να είναι. Ο τελώνης αρνείται την σχέση του με τους άλλους ανθρώπους, θεωρώντας τους ως αντικείμενα προς εκμετάλλευσιν. Μέσα του όμως νιώθει τον έλεγχο της παρουσίας του Θεού. Συναισθάνεται την αμαρτωλότητά του. Και αφήνει τον εαυτό του, το «εγώ» του στα χέρια του Θεού, όχι για να δικαιωθεί αλλά για να λυτρωθεί.
Ο Φαρισαίος είναι ο τύπος του θρησκευτικού ανθρώπου που πάσχει από την ίδια ασθένεια με αυτήν του τελώνη, χωρίς να το ξέρει. Εγωκεντρικός, υπερήφανος, νομίζει ότι ο Θεός θα συγκινηθεί από τα κατορθώματά Του και δεν Τον χρειάζεται για να γίνει «ΚΑΠΟΙΟΣ». Ο τελώνης είναι ο τύπος του εκκοσμικευμένου ανθρώπου, που δεν έχει χάσει όμως την αίσθηση ότι τα «ΤΙ» του δεν επαρκούν για την ευτυχία του. Η ταπείνωση, τα δάκρυα , η προσευχή και, τελικά, η μετάνοιά του τον σώζουν, ενώ ο άλλος κατακρίνεται.
Ας κατανοήσουμε ότι «ΚΑΠΟΙΟΙ» γινόμαστε όχι χάρις στα επιτεύγματα, τα αγαθά μας, διότι αυτά έρχονται και παρέρχονται, ενώ μας ρίχνουν και στην υπερηφάνεια. «ΚΑΠΟΙΟΙ» είμαστε και γινόμαστε επειδή ο Θεός μας έπλασε μοναδικούς και την ίδια στιγμή μας δίνει την δυνατότητα εν Χριστώ και εν Εκκλησία, στον τρόπο της συμπερίληψης και των αδελφών μας, στον τρόπο της αγάπης, στον τρόπο της ταπείνωσης, της μετάνοιας, της εναπόθεσης της ύπαρξής μας στα χέρια του Θεού, να βρούμε την ελπίδα! Μικρά ζύμη στο φύραμα του πολιτισμού μας, που δείχνει πως κανείς δεν είναι ασήμαντος, πως ό,τι κι αν έχουμε, ό,τι κι αν είμαστε, εν Χριστώ γίνεται καινούργιο, αν αφεθούμε!