Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ


Ο Ιησούς Xριστός κατά το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα πορεύεται προς την αρχαία και ιστορική πόλη της Ιεριχούς. Η πόλη αυτή θυμίζει στους Ιουδαίους τον κόσμο των ειδώλων και τις ιστορικές περιπέτειες της φυλής τους, όταν πορεύονταν προς την αγία γη της Ιουδαίας, τη γη της επαγγελίας του Θεού. Η Ιεριχώ είχε αντισταθεί σταθερά στη πορεία των Εβραίων και αποτέλεσε  τον μέγιστο κίνδυνο της ιστορικής τους επιβίωσης. Η Ιεριχώ συμβόλιζε τον αντίθετο κόσμο των εθνικών , ενώ η Ιερουσαλήμ συμβόλιζε τον τόπο της εκπλήρωσης των υποσχέσεων του Θεού.
Ωστόσο, όταν ο Ιησούς Χριστός έφτασε στην Ιεριχώ πλήθος κόσμου από όλα τα κοινωνικοοικονομικά στρώματα μαζεύτηκε για να τον δει. Έτσι και ο Ζακχαίος θέλησε να συναντήσει τον Ιησού, αφού άλλωστε φλεγόταν από την εσωτερική του επιθυμία, για να Τον δει ιδίοις όμμασι. Λόγω όμως της κοσμοσυρροής και του ότι ο Ζακχαίος ήταν μικρόσωμος δεν μπορούσε να έχει οπτική επαφή με τον Ιησού. Χωρίς, λοιπόν, να σκεφτεί την κοινωνική του θέση και την προσωπική του αξιοπρέπεια σκαρφάλωσε μεμιάς σε μια συκομοριά, λες και ήταν μικρό παιδί. Αγνόησε αφενός κατ΄ αυτό τον τρόπο τα πικρά σχόλια και τα πειράγματα των υπολοίπων και αφετέρου αξιώθηκε να δει τον Κύριο, αλλά και να αποκτήσει κάτι πολύ αξιότερο, την προσωπική επαφή. «Ζακχαίε, σπεύσας κατάβηθι. Σήμερον γαρ εν τω οίκω σου δει με μείναι», οπόταν όχι μόνο ο Κύριος απευθύνθηκε ονομαστικά  στο Ζακχαίο, αλλά του είπε ότι θα πάει και στο σπίτι του για να δειπνήσει μαζί του.
Όπως ήταν φυσικό, αυτό προκάλεσε την άμεση αντίδραση όλων όσων ήταν με τον Ιησού και τον κατέκριναν ότι «παρά αμαρτωλώ ανδρί εισήλθε καταλύσαι». Ας μην ξεχνάμε ότι οι θρησκευτικοί άρχοντες του Ισραήλ ασφαλώς αποστρέφονταν το Ζακχαίο, διότι τον θεωρούσαν άδικο, μολυσμένο και αμαρτωλό, αφού ήταν αρχιτελώνης. Οι τελώνες νοικίαζαν τους φόρους μιας περιοχής και προκειμένου να πάρουν πίσω όσα τους οφείλουν, έφτανα στο σημείο να πωλήσουν όλα τα υπάρχοντα αυτού που τους χρωστούσε. Η λέξη «τελώνης» στη συνείδηση των Ιουδαίων, ήταν συνώνυμη της λέξης «αμαρτωλός».
Ο Χριστός όμως διαφοροποιείται από αυτούς, αφού τον κέρδισε η ένθερμη επιθυμία που είχε ο Ζακχαίος. Ο Ζακχαίος ήθελε τόσο πολύ να δει τον Χριστό, ώστε Του τράβηξε αμέσως την προσοχή. Η επιθυμία άλλωστε είναι  η αρχή του παντός. Όπως λέει το ευαγγέλιο «όπου γαρ εστίν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών»(Ματθ. 6,21). Τα πάντα στη ζωή μας αρχίζουν με κάποια επιθυμία, επειδή ό,τι επιθυμούμε είναι και αυτό που αγαπούμε και αυτό στο οποίο τελικά παραδινόμαστε. Γνωρίζουμε πως ο Ζακχαίος αγαπούσε το χρήμα και κατά τη δική του ομολογία γνωρίζουμε πως για να το αποκτήσει δεν είχε κανένα ενδοιασμό να κλέβει τους άλλους. Ο Ζακχαίος, λοιπόν, ήταν πλούσιος και αγαπούσε τον πλούτο, αλλά μέσα του ανακάλυψε μια άλλη επιθυμία , ουσιαστικότερη, και αυτή η επιθυμία έγινε το κομβικό σημείο της ζωής του.
Ο Ιησούς Χριστός σε καμία περίπτωση δεν κρίνει τους ανθρώπους σύμφωνα με την καταγωγή τους ή την πορεία της ζωής τους και εν γένει της συμπεριφοράς τους, όπως έκαναν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι. Ο Κύριος βλέπει βαθύτερα στην ψυχή των ανθρώπων, γι΄ αυτό δεν έκρινε το Ζακχαίο σύμφωνα με τις αδικίες που είχε διαπράξει, αλλά του έδωσε την ευκαιρία να μετανοήσει. Αν άλλωστε ο Κύριος συμπεριφερόταν προς το Ζακχαίο όπως του συμπεριφέρονταν οι υπόλοιποι, δε θα είχε την ευκαιρία  να επανορθώσει. Άλλωστε αξιοσημείωτο αποτελεί το γεγονός ότι ο Ζακχαίος δεν μοίρασε την περιουσία του όταν τον κατέκριναν οι άλλοι, αλλά όταν ο Ιησούς, πλησιάζοντάς τον, του είπε ότι θα πάει στο σπίτι του.  O Ζακχαίος μετανοεί έμπρακτα: «ιδού τα ημίση των υπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοις πτωχοίς, και ει τινός τι εσυκοφάντησα, αποδίδωμι τετραπλούν». Δίνει τα μισά του υπάρχοντα στους φτωχούς και όποιον αδίκησε, του το ανταποδίδει στο τετραπλό. Μεγάλη η μετάνοια του Ζακχαίου!
Με την πράξη του αυτή ο Ζακχαίος δικαιώνεται από τον Κύριο: «σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο, καθότι και αυτός υιός Αβραάμ εστίν. Ήλθε γαρ ο υιός του ανθρώπου ζητήσαι και σώσαι το απολωλός». Η αμοιβή του ήταν το ίδιο άμεση με την απόφασή του να επανορθώσει για τις αδικίες που έκανε. Όπως ο τελώνης χωρίς αναβολή για το αύριο, μοίρασε αμέσως το μισό της περιουσίας του και αποκατέστησε τις φορολογικές του αδικίες στο τετραπλάσιο, το ίδιο και ο Ιησούς Χριστός τον βεβαιώνει ότι του παρέχεται η χάρη της σωτηρίας. Επίσης με αυτό το λόγο ο Κύριος ήθελε να γίνει κατανοητό σε όλους ότι δεν ήρθε στη γη, για να εγκαταστήσει μια τάξη ευνοούμενων, αλλά για να αναζητήσει και να σώσει τους αμαρτωλούς.
Παράλληλα η Εκκλησία μας καλεί να θυμηθούμε την ύπαρξη του εσωτερικού ανθρώπου και να θορυβηθούμε από τον δίχως νόημα καταναλωτικό παραλογισμό μέσα στον οποίο βρισκόμαστε. Όταν αρχίσουμε να φιλοξενούμε το Θεό μέσα μας, τότε θα συμφιλιωθούμε και με τους άλλους ανθρώπους. Το ίδιο έπραξε και ο Ζακχαίος. Την αγάπη που του χάρισε απλόχερα ο Χριστός, την προσφέρει τώρα αφειδώλευτα στους άλλους ανθρώπους. Αυτή η αγάπη χάρισε στο Ζακχαίο τη σωτηρία του. Τώρα ο Ζακχαίος με την πίστη, την αγάπη και τη μετάνοια μεταμορφώθηκε από αμαρτωλός και έγινε το υπόδειγμα του σωσμένου ανθρώπου για τον υπόλοιπο κόσμο. Ο Ζαχκαίος γίνεται κοινωνός του Χριστού, μέλος της Εκκλησίας και πολίτης της Βασιλείας του Θεού. Την ισχυρή αυτοπεποίθηση του πλούτου αντικαθιστά η ταπείνωση, η παιδική απλότητα και η επιθυμία να δει τον Χριστό.
Αναμφίβολα, μέσα στην καταναλωτική φρενίτιδα που διανύουμε, οι πλείστοι των ανθρώπων προσπαθούν εναγωνίως να αυξήσουν τα αγαθά τους και να βελτιώσουν το βιοτικό τους επίπεδο με όλες τις τελευταίες εξελίξεις. Μέσα σε όλο το τρέξιμο για το γέμισμα του απύθμενου πιθαριού τους έχουν λησμονήσει την πνευματική τους καλλιέργεια. Ευτυχώς όμως ο Ιησούς Χριστός είναι συνέχεια εκεί και περιμένει να φιλοξενηθεί στις καρδιές όλων των ανθρώπων, όπως φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Ζακχαίου.
Όσα λάθη και όσα αμαρτήματα έχουμε διαπράξει ο Κύριος μπορεί να μας προσφέρει το μεγάλο θησαυρό της πίστεως και της σωτηρίας, αρκεί να δεχτούμε την πρόσκληση να τον φιλοξενήσουμε, όπως ο Ζακχαίος, στο ναό της καρδιάς μας. Η περικοπή αυτή είναι ακόμη ένα κάλεσμα σε μετάνοια.

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 21/01/2018 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΘ'



Zakxaios
Πρωτότυπο κείμενο
Τω καιρώ εκείνω, διήρχετο ό Ιησούς την Ιεριχώ• και ιδού ανήρ ονόματι καλούμενος Ζακχαίος, και αυτός ην αρχιτελώνης, και ούτος ην πλούσιος, και εζήτει ιδείν τον Ιησούν τις εστί, και ουκ ηδύνατο από του όχλου, ότι τη ηλικία μικρός ην. Και προδραμών έμπροσθεν ανέβη επί συκοκομορέαν, ίνα ίδη αυτόν, ότι δι’ εκείνης ήμελλε διέρχεσθαι. Και ως ήλθεν επί τον τόπον, αναβλέψας o Ιησούς είδεν αυτόν και είπε προς αυτόν• Ζακχαίε, σπεύσας κατάβηθι. Σήμερον γαρ εν τω οίκω σου δει με μείναι. Και σπεύσας κατέβη, και υπεδέξατο αυτόν χαίρων. Και ιδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ότι παρά αμαρτωλώ ανδρί εισήλθε καταλύσαι. Σταθείς δε Ζακχαίος είπε προς τον Ιησούν• «Ιδού τα ημίση των υπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοις πτωχοίς, και ει τινός τι εσυκοφάντησα, αποδίδωμι τετραπλούν». Είπε δε προς αυτόν ο Ιησούς ότι σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο, καθότι και αυτός υιός Αβραάμ εστίν. Ήλθε γαρ ο υιός του ανθρώπου ζητήσαι και σώσαι το απολωλός.
Νεοελληνική Απόδοση
Εκείνο τον καιρό περνούσε ο Ιησούς μέσα από την Ιεριχώ. Και να ένας άνθρωπος που τον έλεγαν Ζακχαίο και αυτός ήταν αρχιτελώνης και επομένως πλούσιος. Και ζητούσε να δει τον Ιησού ποιος είναι και δεν μπορούσε, εξαιτίας του κόσμου και επειδή ήταν μικρόσωμος. Έτρεξε λοιπόν μπροστά και ανέβηκε σε μια συκομουριά για να τον δει, γιατί από κει θα περνούσε. Και μόλις ήλθε σ’ εκείνο το μέρος, σήκωσε τα μάτια του ο Ιησούς και τον είδε και του είπε• Ζακχαίε, κατέβα γρήγορα, γιατί σήμερα πρέπει να μείνω στο σπίτι σου. Και ο Ζακχαίος κατέβηκε αμέσως και υποδέχτηκε τον Ιησού με χαρά. Όλοι τότε που το είδαν τούτο εγόγγυζαν και έλεγαν πως μπήκε να φιλοξενηθεί στο σπίτι ενός αμαρτωλού ανθρώπου. Ο Ζακχαίος όμως στάθηκε μπροστά στον Ιησού και του είπε• «Να τα μισά από τα υπάρχοντα μου, Κύριε, τα δίνω στους φτωχούς• και αν τύχει και έκλεψα κανενός του το δίνω πίσω τετραπλάσιο». Τότε του είπε ο Ιησούς• «Σήμερα έγινε σωτηρία σε τούτο το σπίτι, γιατί και αυτός είναι παιδί του Αβραάμ. Γιατί ο υιός του ανθρώπου ήλθε για να ψάξει να βρει και να σώσει τους χαμένους».

ΙΝΑ ΣΟΥ Η ΠΡΟΚΟΠΗ ΦΑΝΕΡΑ Η ΕΝ ΠΑΣΙΝ

               
Οι άνθρωποι ζητούμε προκοπή σε κάποιους βασικούς τομείς της ζωής μας. Να έχουμε μία εργασία από αξιοπρεπή έως καλή, να έχουμε ανταμοιβή  μέσα από αυτήν, να έχουμε αποδοχή από τους άλλους ανθρώπους, να αισθανόμαστε ότι ελέγχουμε την ζωή μας, να απολαμβάνουμε όσα περισσότερα μπορούμε, να μαθαίνουμε γράμματα και να μπορούμε να συμμετέχουμε στις δραστηριότητες της ζωής με ψηλά το κεφάλι, να ζητούν οι άλλοι την γνώμη μας, να μας αναγνωρίζονται οι κόποι μας. Υπάρχει όμως ένας τομέας της ζωής τον οποίο δεν συμπεριλαμβάνουμε στα προαπαιτούμενα της προόδου μας. Αυτός έχει να κάνει με την πνευματική μας πορεία και κατάσταση. Την αρετή κατά Θεόν. Οι γονείς απαιτούμε από τα παιδιά μας καλούς βαθμούς στο σχολείο και πρόοδο στο Πανεπιστήμιο. Απαιτούμε από αυτά να μην μας ενοχλούν με κακές συμπεριφορές, να έχουν δηλαδή την ετικέτα του «καλού παιδιού», και να μπορούν να μας κάνουν υπερήφανους. Δεν σκεπτόμαστε όμως ότι υπάρχει τόσο για μας όσο και για εκείνα μια άλλη διάσταση προόδου που είναι και η πιο σημαντική στην ζωή.
        Είναι η πρόοδος κατά Θεόν. Είναι η δυνατότητα του ανθρώπου να στρέφεται προς τον ουρανό, αλλά και προς τον πλησίον και προς τον εαυτό του και να επιλέγει συγκεκριμένους αγώνες και κόπους, βάζοντας στόχο να αγαπά τον Θεό με όλη του την καρδιά και την ύπαρξη και αυτό να φαίνεται στην αλήθεια, την αρετή και την αγάπη. Αν κάποιος προοδεύσει σ’  αυτά τα μονοπάτια, τότε έχει προοδεύσει εν πάσι και όχι μόνο αυτό. Η πρόοδός του γίνεται εμφανής. «Τύπος γίνου των πιστών, εν λόγω, εν αναστροφή, εν αγάπη, εν πνεύματι, εν πίστει, εν αγνεία...πρόσεχε τη αναγνώσει, τη παρακλήσει, τη διδασκαλία, μη αμέλει του εν σοι χαρίσματος, ό εδόθη σοι διά προφητείας μετά επιθέσεως των χειρών του πρεσβυτερίου. Ταύτα μελέτα, εν τούτοις ίσθι, ίνα σου η προκοπή φανερά η εν πάσιν» (Α’  Τιμ. 4, 15). « Να γίνεις υπόδειγμα για τους πιστούς με τον λόγο, με την συμπεριφορά σου, με την αγάπη, με την πνευματική ζωή, με την πίστη, με την αγνότητα. Συγκέντρωσε την προσοχή σου στην ανάγνωση των Γραφών, στις συμβουλές και στην διδασκαλία. Μην αφήνεις αχρησιμοποίητο το χάρισμα που έχεις και που σου δόθηκε όταν ύστερα από υπόδειξη των προφητών της εκκλησίας, σε χειροτόνησαν οι πρεσβύτεροι. Αυτά να έχεις στον νου σου, μ’  αυτά να ασχολείσαι, ώστε η πρόοδός σου να είναι φανερή σε όλα», λέει ο απόστολος Παύλος στον μαθητή του Τιμόθεο, επίσκοπο Εφέσου.     
         Όλα όσα αναφέρει ο απόστολος μαρτυρούν την επίγνωση ότι υπάρχει μία άλλη πρόοδος.  Είναι αυτή που πηγάζει από τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό και βιώνεται με τον τρόπο της Εκκλησίας. Είναι η πρόοδος στην αλήθεια, στην επίγνωση δηλαδή ότι ο Θεός όχι μόνο μας δημιούργησε και μας ανακαίνισε διά Ιησού Χριστού, αλλά και ότι είναι παρών στην ζωή μας.  Αυτό σημαίνει ότι εντός της υπάρξεώς μας, αλλά και σε κάθε κίνηση μπορούμε να βιώνουμε την παρουσία Του, την ανακαινιστική Του πνοή, το νόημα που μας δίνει Αυτός, προχωρώντας προς μία συνεχή επιστροφή προς Εκείνον, την Αρχή και το Τέλος μας. Αυτή η αλήθεια βιώνεται αυθεντικά μόνο στην ζωή της Εκκλησίας, στην οποία δεν είμαστε μόνο αποδέκτες της χάριτος  του Θεού διά των μυστηρίων, αλλά και αγωνιστές, καταθέτουμε δηλαδή την δική μας προαίρεση, τον δικό μας αγώνα, το δικό μας μάτωμα να νικήσουμε πάθη, λογισμούς, αισθήματα ανωτερότητας και να παλέψουμε στρεφόμενοι προς τον Θεό να διαχειριστούμε τις περιστάσεις μας.
Η αλήθεια του Θεού δεν είναι για παθητική κατανάλωση, η οποία δίνει η ψευδαίσθηση της αυτάρκειας. Είναι προτροπή και υπόμνηση για δυναμική μετοχή σ’  αυτήν, μέσα από τον κόπο τόσο της καρδιάς, όσο και όλης της  ύπαρξης για αρετή. Η αρετή δεν είναι μόνο στην εξωτερική συμπεριφορά, διότι τότε θα μας έδινε ένα προσωπείο, υποκριτικό τις περισσότερες φορές και όχι μεταμορφωτικό. Η αρετή έγκειται στην επιλογή μας να μη συμβιβαζόμαστε με τις ρίζες των παθών μας, αλλά να παλεύουμε να τις μεταποιήσουμε οχήματα που θα μας οδηγούν στον δρόμο του Θεού. Τον θυμό σε δημιουργικότητα εναντίον του κακού. Την υπερηφάνεια σε χαρά γιατί είμαστε μέλη του σώματος του Χριστού και κατανόηση στους αδελφούς μας για ό,τι δεν είναι. Την εξωστρέφεια και την περιέργεια για τον κόσμο και τους άλλους, σε δίψα για μάθηση των τρόπων με τους οποίους ο Θεός παρεμβαίνει στην Ιστορία και καλλιέργεια πνευματικότητας. Την τάση για ψέμα σε ταπείνωση. Την εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, σε ελπίδα προς τον Θεό. Την τάση για εξουσία και επικράτηση σε ταπεινή διακονία και προσφορά. Και βεβαίως μία συνεχή μετάνοια, η οποία οδηγεί στην επαναβεβαίωση της επιθυμίας μας ο Θεός να είναι ο οδηγός μας.
Τέλος, υπάρχει η πρόοδος στην αγάπη. Δεν είναι μόνο η βοήθεια στις ανάγκες του πλησίον μας. Είναι και η προσευχή γι’  αυτόν. Είναι το άνοιγμα της καρδιάς σε όλους τους ανθρώπους, χωρίς εξαιρέσεις. Είναι η προσφορά των χαρισμάτων μας στον πλησίον και όχι η κατακράτησή τους για τον εαυτό μας. Είναι «το διδόναι μάλλον ή το λαμβάνειν». Είναι η θυσία. Η παραίτηση από το εγώ μας, για να το ξαναβρούμε μέσα από την χαρά του άλλου. Είναι το να γίνει ο άνθρωπος παράδειγμα, όχι γιατί το επιδιώκει, αλλά μέσα από την φωτεινότητα της ζωής του, η οποία χαρακτηρίζεται από την σταυρική αγάπη τόσο για τον Θεό όσο και για τον συνάνθρωπο. Δεν είναι η πρόοδος στην αγάπη μία ακτιβιστική έκφραση καλών πράξεων, αλλά μία συνειδητή επιλογή να γίνουμε ο πλησίον του πλησίον μας.
Η κατά Θεόν πρόοδος έρχεται να συναντήσει την αντίληψη του κόσμου για την πρόοδο. Η Εκκλησία δεν είναι μία πρόταση αναχωρητισμού, ούτε μία πρόταση ιδιωτείας στην ζωή. Ο αναχωρητισμός είναι χάρισμα που δίδεται σε εκείνους που ο Θεός επιλέγει. Για τους υπόλοιπους  η κατά Θεόν πρόοδος συναντά την κατά κόσμον, την μπολιάζει, την ανακαινίζει, υποδεικνύει την σχετικότητά της και μας κάνει να γνωρίζουμε το αιώνιο και να το εμπιστευόμαστε, πέρα από το πρόσκαιρο. Μας κάνει με ελευθερία να παραδίδουμε την καρδιά μας και την ζωή μας στο θέλημα του Θεού, να κοπιάζουμε χωρίς αγωνία και να ζητούμε την αναπλήρωση των όσων μας λείπουν από Αυτόν που αν Τον έχουμε, έχουμε βρει το Παν. Διότι ο Χριστός είναι το Παν στην ζωή μας και η πρόοδός κοντά Του είναι πρόοδος εν πάσι.
 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 21/01/2018



Apostolos Pavlos
Πρωτότυπο κείμενο
Τέκνον Τιμόθεε, πιστός ο λόγος και πάσης αποδοχής άξιος• εις τούτο γαρ και ποπιώμεν και ονειδιζόμεθα, ότι ηλπίκαμεν επί Θεώ ζώντι, ος εστι σωτήρ πάντων ανθρώπων, μάλιστα πιστών. Παράγγελλε ταύτα και δίδασκε. Μηδείς σου της νεότητος καταφρονείτω, αλλά τύπος γίνου των πιστών εν λόγω, εν αναστροφή, εν αγάπη, εν πνεύματι, εν πίστει, εν αγνεία. έως έρχομαι, πρόσεχε τη αναγνώσει, τη παρακλήσει, τη διδασκαλία. Μη αμέλει του εν σοι χαρίσματος, ο εδόθη σοι δια προφητείας μετά επιθέσεως των χειρών του πρεσβυτερίου. Ταύτα μελέτα, εν τούτοις ίσθι, ίνα σου η προκοπή φανερά η εν πάσιν.
Νεοελληνική Απόδοση
Αυτό που λέω είναι αλήθεια και αξίζει να γίνει πέρα για πέρα αποδεχτό. Και εμείς γι΄ αυτό υπομένουμε κόπους και ονειδισμούς, γιατί στηρίξαμε την ελπίδα μας στον αληθινό Θεό, που είναι σωτήρας όλων των ανθρώπων και ιδιαίτερα των πιστών. Αυτά να παραγγέλλεις και να διδάσκεις. Κανείς να μη σε καταφρονεί που είσαι ακόμη νέος. Αντίθετα, να γίνεις υπόδειγμα για τους πιστούς με το λόγο, με τη συμπεριφορά σου, με την αγάπη, με την πνευματική ζωή, με την πίστη, με την αγνότητα. Ώσπου να έρθω, συγκέντρωσε την προσοχή σου στην ανάγνωση των Γραφών, στις συμβουλές και στη διδασκαλία. Μην αφήνεις αχρησιμοποίητο το χάρισμα που έχεις και που σου δόθηκε όταν ύστερα από υπόδειξη των προφητών της Εκκλησίας σε χειροτόνησαν οι πρεσβύτεροι. Αυτά να έχεις στο νού σου, μ΄ αυτά να ασχολείσαι, ώστε η πρόοδός σου να είναι φανερή σε όλα.

EAN ΑΣΤΑΜΑΤΗΤΑ ΜΕΤΡΑΣ ΤΙΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ,ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΟΥ ΘΑ ΑΥΞΑΝΟΝΤΑΙ!

Αποτέλεσμα εικόνας για μην κοιτας τις αμαρτιες των αλλων





–Οι άνθρωποι, που δεν μπορούν να κυριαρχούν στην καρδιά τους, ακόμα λιγότερο μπορούν να κυριαρχούν στη γλώσσα τους.
–Οι άνθρωποι, που δεν μπορούν να βάλουν τάξη στην ζωή τους, ακόμα λιγότερο μπορούν να βάλουν τάξη στο κράτος…
–Οι άνθρωποι, που δεν μπορούν να δούν κόσμο μέσα τους, ακόμα λιγότερο μπορούν να δούν τον εαυτό τους στον κόσμο.
–Οι άνθρωποι που δεν μπορούν να συμμετέχουν στον πόνο του άλλου, ακόμα λιγότερο μπορούν να συμμετέχουν στη χαρά του άλλου.
–Κράτα όλα τα πράγματα στην κατάλληλη απόσταση, μόνο την ψυχή σου πλησίασε όσο περισσότερο στον Θεό.
–Εάν χύσεις νερό στην φωτιά, δεν θα έχεις ούτε νερό ούτε φωτιά.
–Εάν επιθυμήσεις το ξένο, θα μισήσεις το δικό σου και θα χάσεις και τα δύο.
–Εάν πλησιάσεις την υπηρέτρια όσο και την γυναίκα σου, δεν θα έχεις ούτε υπηρέτρια ούτε γυναίκα.
-Εάν πίνεις συχνά στην υγεία του άλλου, θα χάσεις τη δική σου.
–Εάν ασταμάτητα μετράς χρήματα του άλλου, όλο και λιγότερο θα έχεις δικά σου.
–Εάν ασταμάτητα μετράς τις αμαρτίες του άλλου, οι δικές σου θα αυξάνονται!
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΕΥΘΥΜΙΟΥ



Τη μνήμη του Οσίου Ευθυμίου τιμά σήμερα, 20 Ιανουαρίου, η Εκκλησία μας. Ο Όσιος Ευθύμιος ο Μέγας γεννήθηκε στη Μελιτηνή της Αρμενίας το έτος 377 μ.Χ. κατά τους χρόνους της βασιλείας του Γρατιανού (375 – 383 μ.Χ.).
Οι γονείς του Παύλος και Διονυσία, ανήκαν σε επίσημη γενιά. Άτεκνοι όντες, αξιώθηκαν να αποκτήσουν παιδί, το οποίο αφιέρωσαν στη διακονία του Θεού στο οποίο και κατά θεία επιταγή έδωσαν το όνομα Ευθύμιος, αφού με την γέννησή του τους χάρισε την ευθυμία, τη χαρά και την αγαλλίαση.
Σε ηλικία μόλις τριών ετών ο Ευθύμιος έχασε τον πατέρα του. Τότε η χήρα μητέρα του τον παρέδωσε στον ευλαβή Επίσκοπο της Μελιτηνής Ευτρώιο, ο οποίος, μαζί με τους αναγνώστες Ακάκιο και Συνόδιο που έγιναν αργότερα Επίσκοποι Μελιτηνής, τον εκπαίδευσε καλώς και, αφού τον κατέταξε στον ιερό κλήρο, τον τοποθέτησε έξαρχο των μοναστηρίων.
Από τη Μελιτηνή ο Όσιος μετέβη, περί το 406 μ.Χ., στα Ιεροσόλυμα και κλείσθηκε στο σπήλαιο του Αγίου Θεοκτίστου, όπου και ασκήτευε με αυστηρότητα και αναδείχθηκε μοναζόντων κανόνας και καύχημα. Τόσο δε πολύ πρόκοψε στην αρετή, ώστε πολλοί πίστεψαν στον Χριστό. Τα μεγάλα πνευματικά του χαρίσματα γρήγορα τον ανέδειξαν και η φήμη του ως Αγίου απλώθηκε παντού. Γύρω του συγκεντρώθηκαν πάμπολλοι μοναχοί, οι οποίοι τον εξέλεξαν ηγούμενό τους.
Ο Μέγας Ευθύμιος με την αγιότητα του βίου του συνετέλεσε στο να επιστρέψουν στην πατρώα ευσέβεια πολυάριθμοι αιρετικοί, όπως Μανιχαίοι, Νεστοριανοί και Ευτυχιανοί, που απέρριπταν τις αποφάσεις της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου. Παντού, στην Αίγυπτο και τη Συρία, επικρατούσαν οι Μονοφυσίτες. Στην Παλαιστίνη όμως, χάρη στην παρουσία του Αγίου Ευθυμίου και των μαθητών του, επικράτησε η Ορθοδοξία. Και όταν ο Όσιος συνάντησε την βασίλισσα Ευδοκία (βλέπε 13 Αυγούστου), η οποία είχε περιπλακεί στα δίκτυα της αιρέσεως των Μονοφυσιτών, τόσο πειστικά και ακαταμάχητα μίλησε προς αυτήν, ώστε την απέδωκε στα ορθόδοξα δόγματα.
Ο Όσιος Ευθύμιος ο Μέγας είχε λάβει από τον Θεό το προορατικό χάρισμα και τη δύναμη της θαυματουργίας. Με ελάχιστα ψωμιά κατόρθωσε να χορτάσει τετρακόσιους ανθρώπους, που κάποτε την ίδια μέρα τον επισκέφθηκαν στο κελί του. Πολλές γυναίκες που ήταν στείρες, όπως και η δική του μητέρα, με τις προσευχές του Αγίου απέκτησαν παιδί και έζησαν την χαρά της τεκνογονίας. Και όπως ο Προφήτης Ηλίας, έτσι και αυτός προσευχήθηκε στον Θεό και άνοιξε τις πύλες του ουρανού και πότισε με πολύ βροχή τη διψασμένη γη, η οποία και αναζωογονήθηκε και έδωσε πλούσιους τους καρπούς της.
Ενώ κάποτε τελούσε το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, οι πιστοί είδαν μία δέσμη φωτός που ξεκινούσε από τον ουρανό και κατερχόταν μέχρι τον Άγιο. Το ουράνιο αυτό φως, παρέμεινε μέχρι που τελείωσε η Θεία Λειτουργία και δήλωνε την εσωτερική καθαρότητα και λαμπρότητα του Αγίου. Επίσης, σημάδι της αγνότητας και της αγιότητάς του αποτελούσε και το γεγονός ότι ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιος προσερχόταν να κοινωνήσει με καθαρή ή σπιλωμένη συνείδηση.
Ο Όσιος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 473 μ.Χ., σε ηλικία 97 ετών, επί βασιλείας Λέοντος του Μεγάλου.
Η Σύναξή του ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία.
Απολυτίκιον
Ήχος δ’.

Ευφραίνου έρημος η συ τίκτουσα, ευθύμησον η ουκ ωδίνουσα· ότι επλήθυνέ σοι τέκνα, ανήρ επιθυμιών των του Πνεύματος, ευσεβεία φυτεύσας, εγκρατεία εκθρέψας, εις αρετών τελειότητα. Ταίς αυτού ικεσίαις, Χριστέ ο Θεός, ειρήνευσον την ζωήν ημών.

Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ...



Πρόσφατα ρώτησα έναν υγιή ηλικιωμένο, τι θα ήθελε περισσότερο σ’ αυτό τον κόσμο από το Θεό. Βάζοντας το χέρι στο στήθος, μου απάντησε:
-Το θάνατο και μόνο το θάνατο!
-Και πιστεύεις στη ζωή μετά το θάνατο;
-Ακριβώς επειδή το πιστεύω, επιθυμώ όσο πιο σύντομα το θάνατο, είπε ο γέρων.

 Οι άπιστοι τρέμουν το θάνατο, επειδή ισχυρίζονται ότι ο θάνατος είναι η πλήρης εξαφάνιση της ζωής. Πολλοί πιστοί πάλι, φοβούνται το θάνατο επειδή νομίζουν ότι δεν έχουν ολοκληρώσει τις υποχρεώσεις τους στον κόσμο αυτό, δεν έβαλαν τα παιδιά τους σε μια σειρά, ή δεν αποτελείωσαν αυτό που έχουν ξεκινήσει.
Ακόμη και κάποιοι άγιοι άνθρωποι, φοβήθηκαν κατά την ώρα του θανάτου. Όταν οι Άγγελοι κατέβηκαν για να παραλάβουν τον Όσιο Σισώη, εκείνος ο αγγελικός άνθρωπος προσευχόταν να τον αφήσουν λίγο ακόμη σ’ αυτή τη ζωή για να μετανοήσει και να προετοιμαστεί για την άλλη ζωή.

  Οι Άγιοι λοιπόν, δεν φοβόταν το θάνατο αλλά την κρίση του Θεού μετά το θάνατο.
 Δίχως την πίστη στην άλλη, την ουράνια ζωή, ο φόβος γίνεται σκοινί γύρω από το λαιμό με το οποίο ο θάνατος έλκει τους καταδίκους στο λαρύγγι του. Η ζωή για τον άπιστο, δεν είναι άλλο από τον άνεμο του θανάτου, άνεμο που φυσά και καταρρίπτει την πεθαμένη του στάχτη και την απονεκρώνει. Αν ο άπιστος σκεφτόταν λογικά μέχρι τέλους, θα έπρεπε να ομολογήσει ότι ζωή στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Γι’ αυτόν ο θάνατος είναι η μόνη του πίστη, η μόνη αιώνια δύναμη! Ο Θάνατος είναι ο μοναδικός Θεός.

 Για μας πάλι, τους χριστιανούς, ο θάνατος είναι η λήξη ενός σχολείου, το σήμα της απολύσεως μιας στρατιωτικής θητείας, η γέφυρα για την επιστροφή στην πατρίδα. Ουσιαστικά, ο θάνατος καθαυτός, είναι γι’ αυτούς που πιστεύουν στο Χριστό ένα τίποτα. 
Εκείνος είπε στη Μάρθα: «εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται…» (Ιω.11, 25-26). Ποιον θα πιστέψουμε αν όχι το Χριστό; Στους ανθρώπους δεν μπορείς να πιστέψεις ούτε και όταν σου λένε το όνομά τους, πολύ λιγότερο όταν λένε: θα σε πληρώσω αύριο και ακόμα πιο λίγο όταν μιλούν για πράγματα βαθιά και υψηλά.

Εκτός από τον Υιό του Θεού, κανείς δε γνωρίζει τίποτα, ούτε για το θάνατο, ούτε και για εκείνο που μας περιμένει μετά το θάνατο. Εκείνος τα γνώριζε και μας τα φανέρωσε και τα έδειξε. «Κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος» (Ά Κορ. 15,54), κατά το λόγο του Αποστόλου. Τι έχουμε λοιπόν να φοβηθούμε απ’ αυτό που κατεπόθη από την ανάσταση του Χριστού; Δεν προσκολλάται ο φόβος του θανάτου πάνω σ’ εκείνους που είναι προσκολλημένοι στο Χριστό, τον Νικητή του θανάτου και Δωρεοδότη.
Όμως, παραμένει ένας φόβος συνειδητός και δικαιολογημένος. Είναι ο φόβος που ένοιωθαν ακόμα και οι ψυχές των Αγίων μπροστά στο θάνατο. Αυτό δεν είναι φόβος του θανάτου αλλά της μη προετοιμασίας για την αθάνατη ζωή, είναι φόβος εξαιτίας της ακαθαρσίας της ψυχής. Επειδή οι ακάθαρτοι δεν θα δουν το Θεό και την αληθινή ζωή στην Βασιλεία των Ουρανών.
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΟΦΡΩΝΙΟΣ:ΝΑ ΓΙΝΕΙ Ο ΘΕΟΣ Η ΖΩΗ ΜΑΣ



Κράτησε πριν απ’ όλα τη μνήμη του Θεού και την ειρήνη της καρδιάς.

Το τελευταίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για σένα, εφόσον δεν το κατέχεις ισχυρά. Πρόσεχε, μη δαπανάς χωρίς όφελος τις λίγες σωματικές σου δυνάμεις.

Για να βρεις τον σωστό δρόμο, είναι καλύτερο απ’ όλα να το ζητήσεις από τον ίδιο τον Θεό στην προσευχή:
Κύριε, Συ ο ίδιος δίδαξε με τα πάντα. Δώσε μου τη χαρά της γνώσεως του θελήματός Σου και των οδών Σου. Δίδαξέ με να Σε αγαπώ αληθινά με όλο μου το είναι, όπως μας παρήγγειλες.
Οικοδόμησε τη ζωή μου έτσι, όπως Εσύ ο Ίδιος την συνέλαβες στην προαιώνια βουλή Σου. Ναι, ακόμη και για μένα, γιατί Εσύ κανέναν δεν ξέχασες και κανέναν δεν έπλασες για απώλεια. Εγώ με αφροσύνη εκδαπάνησα τις δυνάμεις που μου έδωσες, αλλά τώρα, στο τέλος της ζωής μου, διόρθωσέ τα όλα Εσύ ο ίδιος, και ο ίδιος δίδαξε με τα πάντα. Αλλά έτσι, ώστε πραγματικά το θέλημά Σου να πραγματοποιηθεί στη ζωή μου, είτε εγώ το καταλαβαίνω είτε δεν το καταλαβαίνω μέχρι καιρού. Μην επιτρέπεις να πορευθώ σε ξένους δρόμους, που οδηγούν στο σκοτάδι. αλλά πριν παραδοθώ στον ύπνο του θανάτου, δώσε σε μένα την ανάξια να δω το Φως Σου, ω Φως του κόσμου.
Κι έτσι, με δικά σου λόγια, να προσεύχεσαι για όλα με τον ίδιο τρόπο. Θα περάσει κάποιος χρόνος και η δύναμη των λόγων αυτών θα εισχωρήσει στο εσωτερικό της υπάρξεώς σου, και τότε θα ρεύσει αυτομάτως ζωή, όπως ακριβώς θέλει ο Κύριος. Κρίνοντας όμως εξωτερικά δεν μπορούμε να αποφασίσουμε τίποτε.
Αλήθεια, όλο το νόημα της ζωής βρίσκεται στο να ζει ο νους και η καρδιά μας με τον Θεό· να γίνει ο Θεός η ζωή μας. Αυτό και μόνο ο ίδιος ζητά. Γι’ αυτό και δημιουργηθήκαμε, για να ζήσουμε τη ζωή Του, και μάλιστα σε όλη την απειρότητά της. Ο λόγος αυτός μπορεί να μας τρομάζει όταν βλέπουμε την τωρινή οικτρή κατάστασή μας, αλλά έτσι είναι, και δεν πρέπει να χάσουμε την πίστη αυτή. Ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους είναι να υποβιβάσουμε και να μειώσουμε την ιδέα του Θεού για τον άνθρωπο. Το κάθε πάθημά μας, ακόμη και το άδικο, το γνωρίζει ο Θεός. Γνωρίζει και συμπάσχει μαζί μας. Είναι απαραίτητο να δημιουργήσουμε “προσωπικές” σχέσεις μαζί Του, σχεδόν “ανθρώπινες”.Ελπίζω ότι με αντιλαμβάνεσαι.
Καταλαβαίνεις ότι με τον όρο αυτό εννοώ τον εσωτερικό, ενδόμυχο σύνδεσμο με τον Θεό.
Γιατί ο όλος άνθρωπος κλήθηκε για τη ζωή εν Αυτώ, δηλαδή όχι μόνο η ανώτερη ικανότητά του για θεωρία, το “πνεύμα”, αλλά και τα αισθήματα, η ψυχή, ακόμη και το σώμα. Να ακόμη μία προσευχή:
Κύριε Ιησού Χριστέ, Μονογενές Υιέ του Ανάρχου Σου Πατρός, διάνοιξε τους οφθαλμούς της εσκοτισμένης ψυχής μου, για να δω συνετά Εσένα, τον Δημιουργό και Θεό μου.
Σε παρακαλώ: Μη με απορρίψεις από το Πρόσωπό Σου, αλλά, παραβλέποντας όλη την αθλιότητά μου, όλην την ταπεινότητά μου, φανέρωσε μου το Φως Σου, ω Φως του κόσμου, και δος μου να γνωρίσω την αγάπη Σου προς τον άνθρωπο.Ω, γλυκύτατε Χριστέ, που εξαπέστειλες από τον Πατέρα στους αγίους μαθητές και Αποστόλους Σου το Πνεύμα το Άγιο, αυτό, Αγαθέ, κατάπεμψε και σε μας τους αναξίους και έτσι δίδαξέ μας τη γνώση Σου και φανέρωσέ μας τις οδούς της σωτηρίας Σου.
Λάμψε σε μένα, ο Θεός, ο Θεός μου, το Φως Σου το αληθινό, για να δω και εγώ στο Φως Σου τη Δόξα Σου ως Μονογενούς παρά Πατρός, και να μορφωθεί μέσα μου η Εικόνα Σου η ακατάληπτη, σύμφωνα με την οποία δημιούργησες κατ’ αρχάς τον άνθρωπο.
Ω, ο Θεός, ο Σωτήρας μου, το Φως του νου μου και το κραταίωμα της ψυχής μου, ας σκηνώσει σε μένα η αγαθό­τητά Σου, για να παραμένω και εγώ αδιάλειπτα σε Σένα, φέροντας παντοτινά μέσα μου το Πνεύμα Σου το Άγιο, ώστε να δώσει σε μένα να ομοιωθώ μαζί Σου, τον μόνο Κύριο μου, όπως ομοιώθηκαν μαζί Σου όλοι οι ανά τους αιώνες άγιοί Σου.
Ναι, Κύριε Ιησού Χριστέ, κατά την αμετάθετη επαγγελία Σου, έλα μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα το Άγιο και σκήνωσε μέσα μου.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΗΜΑ ΤΟ ΚΑΝΕΙ Ο ΘΕΟΣ...




Το πρώτο βήμα το κάνει ο Θεός!

Εμείς μετά έχουμε σειρά.

Αν θα ανταποκριθούμε ή όχι.
Όπως συμβαίνει με τον καθρέφτη.
Όσο τον καθαρίζουμε τόσο περισσότερο φως αντανακλάται, έλεγε ο π. Αθανάσιος Μυτιληναίος σε μια σύναξη νέων.
Όσο λίγο και αν καθαρίζουμε τον καθρέφτη της ψυχής μας, αυτό είναι μια θετική ανταπόκριση.
Δείχνει τη θέλησή μας, τη διάθεσή μας.
Την καλή μας προσπάθεια.
Αυτό οδηγεί σε μια άμεση (σε ανύποπτο χρόνο) απάντηση του καλού Θεού με αποστολή πλούσιας Χάρης.
Ο Χριστός χτυπάει και θα χτυπάει την πόρτα της ψυχής. Θα κάνει πάντα αυτό το πρώτο βήμα.
Εμείς, όμως, θα’χουμε τη λεπτή ακοή ν’ ακούσουμε το χτύπο;
Θα ‘ναι επαναλαμβανόμενος, διακριτικός, ανεπαίσθητος.
Αθόρυβος σχεδόν…

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΙΓΥΠΤΙΟΥ



Τη μνήμη του Οσίου Μακαρίου τιμά σήμερα, 19 Ιανουαρίου, η Εκκλησία μας. Ο Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος γεννήθηκε το 301 μ.Χ. σε κάποιο χωριό της Άνω Αιγύπτου και έζησε στα χρόνια του Θεοδοσίου του Μεγάλου (379 – 395 μ.Χ.).
Σε ηλικία 30 χρόνων αποσύρθηκε στην έρημο της Νιτρίας και στη Συρία, όπου παρέμεινε για εξήντα ολόκληρα χρόνια και απέκτησε μεγάλη φήμη για τον ασκητικό του βίο και τις άλλες θαυμαστές αρετές του. Επειδή, παρά το νεαρό της ηλικίας του, προέκοπτε στις αρετές ονομάσθηκε «παιδαριογέρων».
Στην έρημο γνώρισε τον Μέγα Αντώνιο του οποίου έγινε μαθητής. Σε ηλικία 40 ετών χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και λόγω της ενάρετης ζωής του αξιώθηκε από τον Θεό να λάβει το χάρισμα της θεραπείας των ασθενών και της προφητείας. Λέγεται ότι συνεχώς επικοινωνούσε με τον Θεό «και μάλλον τω πλείονι χρόνω προσδιατριβείν Θεώ ή τοις υπ’ ουρανόν πράγμασιν».
Ο Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος υπήρξε γέννημα θρέμμα της ερήμου. Για να είναι, λοιπόν, απερίσπαστος και να βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με τον Θεό, έσκαψε ο ίδιος και άνοιξε μια υπόγεια στοά, που άρχιζε από το κελί του και είχε μήκος εκατό περίπου μέτρα. Στην άκρη της στοάς διεύρυνε τον χώρο και διαμόρφωσε ένα σπήλαιο. Έτσι είχε την δυνατότητα όταν προσέρχονταν σε αυτόν πολλοί άνθρωποι και τον ενοχλούσαν, να κατεβαίνει στη στοά, χωρίς να τον παίρνουν είδηση και μέσω αυτής να πηγαίνει στο σπήλαιο και να κρύβεται, ώστε να μην μπορεί να τον βρει κανένας.
Κάποτε πήγε και συνάντησε τον Άγιο Μακάριο ένας αιρετικός, που είχε μέσα του δαιμόνιο και ισχυριζόταν ότι δεν είναι δυνατό να γίνει ανάσταση νεκρών. Ο Άγιος τότε, προκειμένου να τον πείσει, ανέστησε ένα νεκρό. Έλεγε δε ότι υπάρχουν δύο τάγματα δαιμόνων. Από αυτά, το ένα πολεμά τους ανθρώπους, παρασύροντάς τους σε πάθη τερατώδη και ακατονόμαστα, ενώ το άλλο, το οποίο ονομάζεται και «αρχικό», δημιουργεί στις ψυχές των ανθρώπων διάφορες κακοδοξίες και πλάνες. Αυτούς, μάλιστα, τους δαίμονες του δεύτερου τάγματος, τους ξεχωρίζει ο Σατανάς και τους αποστέλλει στους μάγους και στους αιρεσιάρχες.
Επίσης, κάποτε ένας μαθητής του Οσίου έκλεβε τα πράγματα φτωχών ανθρώπων και, παρά τις συμβουλές του, δεν διόρθωνε το πάθος του αυτό. Με το προορατικό του λοιπόν χάρισμα ο Όσιος, προείπε ότι θα ξεσπούσε η οργή του Κυρίου εναντίων του. Και πραγματικά, ο μαθητής του προσβλήθηκε από μια φοβερή αρρώστια, την ελεφαντίαση. Το δέρμα του σώματός του δηλαδή, ξεράθηκε και ζάρωσε.
Είναι προς πνευματική μας ωφέλεια να αναφέρουμε και ένα άλλο θαυμαστό γεγονός που συνέβη με τον Όσιο Μακάριο: κάποτε εκεί που περπατούσε στην έρημο βρήκε ένα κρανίο. Ήταν κάποιου που είχε διατελέσει ιερέας των ειδώλων. Μόλις ο Μακάριος πλησίασε και τον ρώτησε, άκουσε να του λέει ότι με τις προσευχές του ένιωθαν κάποια μικρή ανακούφιση στον πόνο τους, οι βρισκόμενοι στην κόλαση, όταν τύχαινε ο Όσιος και προσευχόταν υπέρ αυτών.
Ο Όσιος Μακάριος σε προχωρημένη ηλικία εξορίσθηκε σε νησίδα του Νείλου από τον Αρειανό Επίσκοπο Αλεξανδρείας Λούκιο και κοιμήθηκε με ειρήνη σε ηλικία 90 ετών το έτος 391 μ.Χ.
Απολυτίκιον
Ηχος α’.
Της ερήμου πολίτης και εν σώματι άγγελος, και θαυματουργός ανεδείχθης, θεοφόρε Πατήρ ημών Μακάριε· νηστεία αγρυπνία προσευχή, ουράνια χαρίσματα λαβών, θεραπεύεις τους νοσούντας, και τας ψυχάς των πίστει προστρεχόντων σοι. Δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι διά σού πάσιν ιάματα

Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΑ...


Μικρή και ντροπαλή πορτοκαλιά στο κήπο, κι όμως βγάζει τόσο καρπό, που κοντεύει να σπάσει. Δυσκολεύεται να σηκώσει τους καρπούς της. Όπως δυσκολευόμαστε κι εμείς στην ευθύνη των χαρισμάτων που μας έδωσε ο Θεός. Γι αυτό προτιμάμε το ρόλο του άκαρπου, ξερού, άρρωστου δέντρου. Ποιος θα ζητήσει ευθύνη από έναν άρρωστο; 
Έκοψα ένα πορτοκάλι. Γλυκό μα στο τέλος αφήνει μια λεπτή πικράδα στο στόμα. Σαν την ζωή, που τα γλυκά πικραίνουν κάπως...

Η ΔΥΣΚΟΛΙΑ ΜΙΑΣ ΚΑΛΗΜΕΡΑΣ

                Η απόσταση ανάμεσα στους ανθρώπους φαίνεται από την δυσκολία μιας καλημέρας. Αν διανοηθεί κάποιος να καλημερίσει το πρωί στο δρόμο ή στην αγορά κάποιον που δεν γνωρίζει, δεν είναι βέβαιο ότι θα λάβει απάντηση. Κάποιοι θα προσπεράσουν αδιάφορα, έχοντας τα ακουστικά του κινητού στ’ αυτιά τους. Άλλοι θα ξεστομίσουν με το ζόρι την δική τους «καλημέρα» από τυπική ευγένεια και ίσως απορήσουν. Πολλοί θα αναρωτηθούν για το ποιος είναι αυτός και γιατί χαιρετά. Αρκετοί θα προχωρήσουν με παγερότητα, δείχνοντας ότι δεν θέλουν καμία επαφή με αγνώστους. Λίγοι θα είναι αυτοί που θα ανταποδώσουν με εγκαρδιότητα και χαρά για την έκπληξη.
                Το ίδιο συμβαίνει και στον κόσμο των παιδιών. Ακόμη και στο σχολείο, τα παιδιά δεν χαιρετούν τους συμμαθητές τους, αλλά μόνο τους φίλους τους και αν. Έχουν χάσει την τυπικότητα της ευγένειας έναντι των δασκάλων και των καθηγητών τους, σα να φοβούνται την ανοιχτή ψυχή και το χαμόγελο και σαν να είναι σε έναν εντελώς δικό τους κόσμο. Απορροφημένα από τις σκέψεις τους, από την νύστα, από την βαρεμάρα του επερχόμενου μαθήματος. Κόσμος χωρίς το αίσθημα της γειτονίας, του πλησιάσματος, της συνύπαρξης από χαρά και όχι από υποχρέωση.
                Και στους ναούς μας συμβαίνει το ίδιο. Ένα αίσθημα εξωτερικής σοβαρότητας και σεβασμού στην ιερότητα του χώρου κάνει τις καρδιές κλειστές προς τον πλησίον. Πάμε στον ναό για να συναντήσουμε τον Θεό και να προσευχηθούμε. Λησμονούμε όμως ότι κληθήκαμε να συναντούμε και την εικόνα του Θεού που είναι ο άλλος άνθρωπος. Και αν κατά την διάρκεια της ακολουθίας έχουμε μία δικαιολογία, ότι στην εκκλησία χρειάζεται ησυχία, στο τέλος της, όταν σπεύδουμε να πάρουμε το αντίδωρο χωρίς να χαιρετούμε τους διπλανούς μας εφόσον δεν τους γνωρίζουμε, ποια δικαιολογία άραγε υπάρχει;
                Συνύπαρξη από υποχρέωση, μία από τις αρρώστιες των καιρών μας. Παρότι η μοντέρνα πολυπολιτισμική κουλτούρα μας ομνύει στην ετερότητα και την συνύπαρξη ανθρώπων και των λαών, με τονισμό του τι μας ενώνει και διαγραφή του τι μας χωρίζει, παλεύοντας για μία ταυτότητα άνοστη και άγευστη, δεν ενθαρρύνει την εγκαρδιότητα και την χαρά για την παρουσία του άλλου. Ατομοκεντρικούς μας θέλει. Για να μην «κινδυνεύουμε» να ανοιχτούμε. Να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε. Να μοιραστούμε. Διότι όταν μοιράζεσαι, δίνεις και παίρνεις. Και ο κόσμος μας θέλει να μας συνηθίσει μόνο να παίρνουμε.
                «Μια καλημέρα είναι αυτή, πες την κι ας πέσει χάμω», λέει ένα παλιό τραγούδι. Για να την πούμε σημαίνει ότι η καρδιά μας έχει προσανατολιστεί στον πλησίον και όχι μόνο στο «εγώ» μας. Έχουμε μάθει να είμαστε ευγενικοί. Να δοξάζουμε τον Θεό για την νέα ημέρα που μας χάρισε και να θέλουμε να μοιραστούμε αυτή την χαρά της δοξολογίας. Και γι’ αυτό ας μην λησμονούμε  να καλημερίσουμε με μια προσευχή τον Θεό, αλλά και να χαιρετίσουμε τους ανθρώπους του σπιτιού μας, πριν ανοίξουμε την πόρτα για τις υποχρεώσεις μας. Να χαμογελάσουμε στον δρόμο και να καλημερίσουμε όσους μπορούμε. Να κοιτάξουμε στα μάτια τον άλλο. Να κάνουμε μία μικρή προσευχή γι’ αυτόν και τον κόσμο. Και στον ναό ακόμη, πριν πάρουμε την θέση μας για να «βυθιστούμε» στην προσευχή, να χαιρετίσουμε τον πλησίον. Το ίδιο και στο τέλος. Για να γίνει η λειτουργία συνάντηση αγάπης! 
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ



1. Σήμερα, ἀδελφοί μου χριστιανοί, θά σᾶς πῶ λίγα λόγια γιά τόν ἅγιο Ἀθανάσιο, Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας, τοῦ ὁποίου τήν μνήμη ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας. Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, ἀγαπητοί μου, εἶναι ὁ μεγαλύτερος πατέρας τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Φωτίστηκε πολύ ἀπό τόν Θεό, ὥστε αὐτός, περισσότερο ἀπ᾽ ὅλους τούς ἄλλους κατανόησε τό μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος καί τό ἐξέφρασε. Γιά τήν ὑπεράσπιση δέ τῆς ἀλήθειας ὑπέστη διωγμούς καί ἐξορίες, πέντε τόν ἀριθμό. Εἶναι ὁμολογητής καί μάρτυρας. Στό ἀνάστημά του ἦταν κοντός. Ἀλλά ἡ Ἐκκλησία τόν εἶπε «Μέγα» καί τόν παρομοίασε μέ Ἄτλαντα. Τόν εἶπε «ἄτλαντα» Ὀρθοδοξίας! Πραγματικά! Στούς ὤμους του, μόνος αὐτός, κράτησε στήν ἐποχή του ὅλη τήν πίστη!
2. Ἀπό μικρός διάβαζε πολύ τήν Ἁγία Γραφή, τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη, τόσο ὥστε, ὅπως μᾶς λέγουν οἱ βιογράφοι του, τήν ἔμαθε ἀπέξω. Σπούδασε καί τήν κοσμική σοφία· δέν ἔδωσε ὅμως τήν καρδιά του στά μαθήματα αὐτῆς, ἀλλά τήν ἔδωσε στά θεϊκά νοήματα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀπό τά ὁποῖα εἶχε συναρπασθεῖ. Μεγαλώνοντας γνωρίστηκε μέ ἔξοχο ἐκκλησιαστικό ἄνδρα, μέ τόν ἀρχιεπίσκοπο τῆς Ἀλεξάνδρειας τόν Ἀλέξανδρο, ὁ ὁποῖος ἐθαύμασε τήν ἀρετή τοῦ νεαροῦ Ἀθανασίου καί τόν ἀνέλαβε ὑπό τήν πνευματική του προστασία. Μεγάλη σημασία ὅμως γιά τήν πνευματική πρόοδο τοῦ Ἀθανασίου εἶχε ἡ γνωριμία του μέ τόν ἅγιο Ἀντώνιο, τόν καθηγητή τῆς ἐρήμου. Ὁ μεγάλος αὐτός ἀσκητής βοήθησε καί στήριζε πολύ τόν Ἀθανάσιο, ὄχι μόνο ὅταν ἦταν νεαρός καί πήγαινε κοντά του στήν ἔρημο, ἀλλά καί ἀργότερα, ὅταν ἔγινε ποιμένας καί ἔδινε μάχες ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν.
3. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος, πού παρακολουθοῦσε τήν πρόοδο τοῦ Ἀθανασίου καί ἤθελε τήν ἀνάδειξή του γιά τήν ὠφέλεια τῆς Ἐκκλησίας, τόν χειροτόνησε διάκονο καί τόν προσέλαβε ἄμεσο βοηθό του. Τήν περίοδο αὐτή ὁ νεαρός διάκονος ὁλοκλήρωσε δύο του βιβλία, τό «Κατά Ἑλλήνων» καί τό «Περί ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου». Στό πρῶτο του βιβλίο μιλάει γιά τήν πλάνη τῆς εἰδωλολατρίας τῶν Ἑλλήνων, πού τούς ἔκανε νά καταπέσουν τόσο, ὥστε, παρά τήν φιλοσοφία τους, νά μεταχερίζονται τά ὄργανα τοῦ σώματός τους καί τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς τους γιά τήν διάπραξη τοῦ κακοῦ (βλ. Λόγος κατά Ἑλλήνων 5, ΒΕΠ 30,34-35). Στό δεύτερό του βιβλίο ὁ ἅγιος, στό «Περί ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου», μιλάει γι᾽ αὐτό πού γιορτάσαμε τά Χριστούγεννα, γιά τό ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος. Καί λέγει γιά τόν σκοπό τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ αὐτόν τόν σύντομο λόγο: «Αὐτός ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν»! Ὁ Θεός δηλαδή ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά κάνει τόν ἄνθρωπο θεό! Γιά νά θεώσει τόν ἄνθρωπο! Καί ἀφοῦ στήν Κοιλία τῆς Θεοτόκου ἑνώθηκε στό Πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ θεία φύση μέ τήν δική μας τήν ἀνθρώπινη φύση, ἄρα καί ἐμεῖς, στήν Κοιλία τῆς Θεοτόκου Ἐκκλησίας, μποροῦμε, διά τῶν θείων Μυστηρίων, νά ἑνωθοῦμε μέ τήν θεία φύση καί νά πετύχουμε τήν θέωση. «Ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά κάνει τόν ἄνθρωπο θεό», εἶπε ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος.
4. Τόν Μέγα Ἀθανάσιο τόν περίμεναν μεγάλοι ἀγῶνες, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν δόξα σ᾽ αὐτόν καί στήν Ἐκκλησία. Ἐκεῖνον τόν καιρόν, ἀγαπητοί μου, ἐμφανίστηκε ὁ Ἄρειος. Αὐτός καταγόταν ἀπό τήν Λιβύη, ἀλλά κατοικοῦσε στήν Ἀλεξάνδρεια καί σπούδαζε φιλοσοφία. Φαινόταν ὅτι ζοῦσε ἀσκητικό βίο, ἀλλά ἐπειδή τήν θεολογία τήν ἔκρινε μέ τήν φιλοσοφία, ἀλλά καί κυρίως γιατί ἦταν ὑπερήφανος καί δέν εἶχε λοιπόν τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, γι᾽ αὐτό καί ἔπεσε σέ μεγάλη βλασφημία. Βλασφήμησε τό Πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Δέν δεχόταν ὅτι ὁ Χριστός ἦταν πραγματικός Θεός, ὅμοιος μέ τόν Πατέρα. Δέν Τόν δεχόταν ὅτι ἦταν προαιώνιος Θεός, συναΐδιος μέ τόν Πατέρα, ἀλλά Τόν κήρυττε ὡς κτίσμα τοῦ Θεοῦ. Τά ἔλεγε δέ αὐτά τά βλάσφημά του ὁ Ἄρειος μέ δύναμη φιλοσοφικοῦ λόγου, γι᾽ αὐτό καί ἔπειθε πολλούς στήν πλάνη του. Ἀκόμη ἔπειθε καί ἱερεῖς καί μάλιστα καί ἀρχιερεῖς. Δημιούργησε κόμμα στήν Ἐκκλησία, ἔκανε «ἀρειανιστές». Τό πράγμα δημιούργησε ταραχή καί στήν Ἐκκλησία καί στήν κοινωνία. Γι᾽ αὐτό ὁ αὐτοκράτορας Μέγας Κωνσταντῖνος, γιά νά φανεῖ ἡ ἀλήθεια καί γιά τήν εἰρήνευση τῶν ἀνθρώπων, συνεκάλεσε τό 325 στήν Νίκαια τῆς Βιθυνίας τήν Α´ Οἰκουμενική Σύνοδο. Στήν Σύνοδο αὐτή μετεῖχε καί ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, διάκονος ὤν. Ἄν καί διάκονος ὁ Ἀθανάσιος, ὅμως, ἐκπροσωπώντας τόν Γέροντα Ἐπίσκοπό του Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρο, μίλησε, ἐνώπιον τῶν 318 Πατέρων τῆς Συνόδου, μέ δύναμη πολύ καί ἀπέδειξε ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί τήν Ἱερή Παράδοση ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, εἶναι ὅμοιος μέ τόν Θεό Πατέρα. Ὅτι εἶναι συνάναρχος καί συναΐδιος αὐτοῦ. Ὅτι δηλαδή δέν ὑπῆρχε χρονική στιγμή κατά τήν ὁποία δέν ὑπῆρχε ὁ Υἱός, ὅπως ἔλεγε ὁ Ἄρειος. Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ἀπέδειξε ἀπό τίς Γραφές καί διακήρυξε αὐτό τό δόγμα τῆς πίστης μας: «Ἅμα Πατήρ, ἅμα Υἱός»!  Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ δηλαδή δέν γεννήθηκε «ἐν χρόνῳ», ὅπως ὅλα τά δημιουργήματα, ἀλλά γεννήθηκε «ἀΐδια» (= ἄχρονα) ἀπό τόν Θεό Πατέρα. Ὁ Χριστός δέν εἶναι κτίσμα, ἀλλά εἶναι Θεός ἀληθινός. Εἶναι «ὁμοούσιος» μέ τόν Θεό Πατέρα.
5. Ὁ διάκονος ἅγιος Ἀθανάσιος ἀπέβηκε τό κύριο πρόσωπο τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἡ Σύνοδος κατεδίκασε τήν διδασκαλία τοῦ Ἀρείου, ἀλλά αὐτός ὁ Ἄρειος φρόντιζε καί μετά τήν καταδίκη του νά τήν διαδίδει καί νά ἀποκτᾶ περισσότερους ὀπαδούς. Ἔτσι καί ὅταν ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, μετά τόν θάνατο τοῦ Ἀλεξάνδρου, ἔγινε πατριάρχης Ἀλεξανδρείας, οἱ ἀρειανοί τοῦ δημιουργοῦσαν πολλές ἐνοχλήσεις. Πετύχαιναν μάλιστα, ἐπηρεάζοντες καί αὐτόν τόν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο, νά τόν ἐκτοπίζουν ἀπό τόν θρόνο του καί νά τόν στέλλουν ἐξορία. Γιά τά ὀρθόδοξα δόγματα τῆς Νικαίας πέντε φορές, ἀγαπητοί μου, πέντε φορές ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος πῆγε ἐξορία. Ἀλλά ὅλες τίς σωματικές ταλαιπωρίες καί τά ψυχικά του βάσανα τά ὑπέφερε καρτερικώτατα καί δέν ὑπεχώρησε καθόλου στόν ἀγῶνα του γιά τήν πίστη. Δίδαγμα αὐτό καί παράδειγμα αὐτό καί γιά σᾶς τούς λαϊκούς, ἀλλά πρό παντός γιά μᾶς τούς κληρικούς καί μάλιστα γιά μένα τόν ἐπίσκοπο. Παράδειγμα ὅτι πρέπει νά ἀγωνιζόμαστε γιά τήν ὀρθόδοξη πίστη μας. Γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς πίστης μας, χριστιανοί μου, νά εἴμαστε πρόθυμοι καί ἕτοιμοι καί ἐξορίες καί φυλακές καί μαρτύρια, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, νά ὑποστοῦμε. Ἔτσι εἶναι! Ὄχι μόνο νά φέρουμε τά ὀνόματα τῶν ἁγίων καί νά ἑορτάζουμε πανηγυρικά τήν μνήμη τους, ἀλλά νά μιμούμαστε καί τό ἅγιό τους παράδειγμα καί τούς ἀγῶνες τους γιά τήν πίστη. Σᾶς λέγω δέ, ἀδελφοί μου χριστιανοί, ὅτι καί σήμερα ὑπάρχουν ἀρειανοί, πού δέν πιστεύουν τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ μας. Οἱ λέγόμενοι Χιλιαστές καί ψευδομάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, γιά παράδειγμα, εἶναι ἐγγόνια τοῦ Ἀρείου, πού ἐπολέμησε ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος.
6. Τέλος, στά πνευματικά του τέκνα ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, πού λυποῦνταν γιά τούς διωγμούς του, τούς ἔλεγε σέ κάθε ταλαιπωρία πού τοῦ συνέβαινε αὐτό τό ὡραῖο: «Νεφύδριόν ἐστιν καί θᾶττον παρελεύσεται»! «Σύννεφο» δηλαδή θά εἶναι αὐτό τό κακό πού τοῦ ἔγινε καί σύντομα θά φύγει. Ἐνθυμοῦμαι τώρα, ὅταν ἤμουν φοιτητής, στά κηρύγματα τοῦ πατρός Αὐγουστίνου, τοῦ συγχρόνου αὐτοῦ ὁμολογητοῦ καί ἀγωνιστοῦ τῆς πίστης μας, ἐρχόταν μία πολύ νεαρά χήρα γυναίκα μέ τό μικρό της τό παιδάκι, 5 ἐτῶν στήν ἡλικία. Γιάννης ἦταν τό ὄνομα τοῦ μικροῦ. Ἡ μητέρα του, ἀπ᾽ αὐτή τήν ἡλικία, τοῦ μάθαινε λογάκια ἀπό τούς ἁγίους πατέρες. Καί ρωτάγαμε ἐμεῖς οἱ φοιτητές τόν μικρό: «Γιαννάκη, τί εἶπε ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος;». Καί ὁ μικρούλης μέ τήν χαριτωμένη του φωνοῦλα ἔλεγε: «Συννεφάκι εἶναι καί γρήγορα θά περάσει»!
Ἄς μᾶς εἶναι, ἀγαπητοί μου, παρηγοριά αὐτός ὁ λόγος τοῦ ἁγίου στά δύσκολα τῆς ζωῆς μας. Καί ἡ κρίση στήν ἀγαπημένη μας πατρίδα «συννεφάκι εἶναι καί γρήγορα θά περάσει»! ΑΜΗΝ.
Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Ἒργοις λάμψαντες, Ὀρθοδοξίας, πᾶσαν σβέσαντες κακοδοξίαν, νικηταί τροπαιοφόροι γεγόνατε· τῇ εὐσεβείᾳ τά πάντα πλουτίσαντες, τήν Ἐκκλησίαν μεγάλως κοσμήσαντες, ἀξίως εὕρατε Χριστόν τόν Θεόν, δωρούμενον πᾶσι τό μέγα ἔλεος
Μέ πολλές εὐχές,
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

ΤΟ "ΠΩΣ" ΤΗΣ ΑΠΟΔΟΧΗΣ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ

Ο καθένας έχει το δικαίωμα να είναι αυτό που είναι. Αναγνωρίζω το δικαίωμά του αυτό, ακόμη κι αν έχει λάθος, και τον στηρίζω. Αν θέλουμε να είμαστε μέρος μιας οποιασδήποτε σχέσης, είτε πρό­κειται για μια σχέση με τον Θεό ή μια σχέση με κάποιο πρόσωπο, πρέπει να μάθουμε να αποδεχόμα­στε τον άλλον όπως μας αποδέχεται ο Θεός. Αυτό δεν σημαίνει ότι αποδεχόμαστε το λάθος, ότι το καλλωπίζουμε, ότι σιωπούμε, ότι το αγνοούμε, ότι βαφτίζουμε «σωστό» το λάθος. Σημαίνει ότι απο­δεχόμαστε τον άνθρωπο ως όλον, και ξεκινάμε αυ­τή την επικίνδυνη σχέση με το σύνολο του ατόμου, μια σχέση που μπορεί να καταλήξει στη σταύρωση.

Αλλά για να το κάνουμε αυτό, είναι αναγκαίο να μάθουμε να βλέπουμε, να μάθουμε να κοιτάμε με σκοπό να δούμε. Πρέπει να μάθουμε να ακούμε και πρέπει να μάθουμε να ακούμε προσεκτικά και όχι με σκοπό να ξεφύγουμε από αυτό που είδαμε και ακούσαμε. Χρειάζεται, επίσης, να μάθουμε να ακούμε προσεκτικά με συγκεκριμένη διάθεση, έχο­ντας συγκεκριμένη προσέγγιση κατά νου. Αν είμα­στε αδιάφοροι, δεν βλέπουμε τίποτε. Αν μισούμε, βλέπουμε μόνο τα άσχημα και τα κακά και δια­στρεβλώνουμε οτιδήποτε καλό ερμηνεύοντας το, και μάλιστα με λάθος τρόπο. Μόνο η αγάπη μπο­ρεί να δει το καλό ως καλό, αλλά και το ψήγμα του καλού που ενυπάρχει, στο κακό, που επιβιώνει, διό­τι δεν υπάρχει κανείς που να είναι παντελώς, αμε­τάκλητα κακός, που να μην έχει ούτε μια χορδή που να ηχεί σωστά.


Anthony Bloom

ΟΙ ΑΧΑΡΙΣΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ


Αποτέλεσμα εικόνας
Στο μονοπάτι της ζωής, θα συναντήσετε ανθρώπους που θα σας πλησιάσουν προσπαθώντας να εκμεταλλευτούν τις ευαισθησίες σας.
Την καλοσύνη και αγαθότητα σας. Θα κάνουν τα πάντα για να συνδεθούν μαζί σας, αφού έχουν νιώσει το χάρισμα σας να βοηθάτε και να δίνεστε στους άλλους.
Στην αρχή θα σας αποθεώσουν, μην ξεχνάτε ότι ο προδότης είναι πάντα κάποιος που μας δόξασε. Θα σας τονίζουν το πόσο υπέροχος άνθρωπος είστε. Αλλά με την πάροδο του χρόνου και αφού έχουν πάρει και παίξει με την ψυχή σας, ο θαυμασμός θα γίνετε αδιαφορία, απομάκρυνση και λήθη. Απλά και μόνο διότι δεν εξυπηρετείτε πια τις ανάγκες τους. Οι άνθρωποι αυτοί ποτέ δεν νοιάστηκαν πραγματικά για εσάς αλλά μονάχα γι αυτό που τους δίνατε. Για εκείνο που έπαιρναν από εσάς και όχι γι εσάς.
Αρχίστε να λέτε «όχι» και θα δείτε την αχαριστία να ξεπροβάλει μπροστά σας. Οι αχάριστοι άνθρωποι όταν σταματήσουν να παίρνουν χάνονται και εξαφανίζονται, ψάχνοντας το επόμενο θύμα τους. Φρόντισε να μην είσαι εσύ…
π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος

Η ΧΑΡΑ

 


Ποιός δεν θέλει να ’ναι χαρούμενος; Η χαρά αποτελεί προαιώνιο πανανθρώπινο πόθο. Η χαρά έχει μεγάλη σημασία στη ζωή μας.
Το νόημά της είναι γνωστό και δεν χρειάζεται να το αναλύσουμε. Σήμερα όμως φαίνεται πως έχει χάσει το αληθινό νόημά της. Ο πόνος κυριαρχεί και η χαρά απουσιάζει. Ή η χαρά παρουσιάζεται όχι στην πραγματική, ουσιαστική και ολοκληρωμένη της μορφή, αλλά σε φτηνά υποκατάστατα, που μεγαλώνουν τον πόνο της ψυχής.


Ο άνθρωπος στην Εδέμ ήταν αθώος, ευδαίμων, μακάριος και τέλεια χαρούμενος. Πηγή της χαράς του ήταν η άνετη και συνεχής συνομιλία του με τον Θεό. Θέλοντας να ανεξαρτητοποιηθεί και να αυτοθεωθεί, αποξενώθηκε αυτόματα από την πηγή της μεγάλης χαράς του. Η χαρά για την ψυχή του ανθρώπου είναι ό,τι το ψωμί και το νερό για το σώμα του. Η χαρά αποτελεί θεία έμπνευση, ζωογόνο θαλπωρή, μητέρα της υγείας και αδελφή μιας υπέροχης παρηγοριάς. Μερικοί νομίζουν πως τη χαρά θα τη βρουν στην αχαλίνωτη διασκέδαση, στο ξετσίπωτο ξεφάντωμα, στο ολονύκτιο κυνηγητό της ηδονής, στο γλέντι της μέθης, στη μέθη της πολυτέλειας, της σπατάλης και του κορεσμού. Αν μπορούσε κανείς να φωτογραφίσει τα βάθη των καρδιών των θαμώνων των λεγόμενων κέντρων διασκεδάσεως, θα παρατηρούσε άβυσσο άλγους, ερημιάς, παγωνιάς και σκληρής μοναξιάς. Η χαρά δεν πουλιέται σε κανένα μαγαζί και δεν εξαγοράζεται με λίγα ή πολλά χρήματα.

Σήμερα ο άνθρωπος διασκεδάζει -από το αρχαίο ρήμα διασκεδάνυμι, που σημαίνει διασκορπίζεται- και δεν ψυχαγωγείται χαροποιά. Συνήθως η διασκέδασή του είναι ψυχοφθόρα και ψυχοβόρα. Όπως έλεγε ο σοφός Σόλων, να φεύγεις την ηδονή που γεννά λύπη! Επιστρέφει κανείς από μια κοσμική διασκέδαση κατάκοπος, κατηφής, στεναχωρημένος, πιο μόνος. Μερικοί νομίζουν πως όλοι οι πλούσιοι είναι αρκετά χαρούμενοι. Πρόκειται για ένα μεγάλο ψέμα, που το επιβεβαιώνουν συχνά οι ίδιοι. Ένας γελωτοποιός πήγαινε στον ψυχίατρο να παρηγορηθεί, που έκανε τους άλλους να γελούν δυνατά και τον εαυτό του να μην μπορεί να τον χαροποιήσει. Ένας ηθοποιός πλούσιος, γοητευτικός και διάσημος εθεωρείτο ο πιο ευτυχισμένος, και ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του τον πιο άθλιο.

Ο Μέγας Βασίλειος τονίζει πως ένας ασεβής δεν μπορεί να είναι ολοκληρωμένος και αληθινά χαρούμενος. Ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη θα πει: Ο άνθρωπος εκτός Θεού είναι ποντοπόρος άπορος. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει πως την καλή διάθεση και την πραγματική χαρά δεν τις προσφέρουν ούτε το μέγεθος της εξουσίας, ούτε το πλήθος των χρημάτων, ούτε της κυριαρχίας ο όγκος, ούτε του σώματος η δύναμη, ούτε τα πολυτελή τραπέζια, ούτε των ενδυμάτων ο στολισμός, παρά μόνο τα πνευματικά κατορθώματα και η αγαθή συνείδηση.

Ο χριστιανισμός, αντίθετα από αυτά που πρόχειρα λέγονται, έδωσε μια νέα, ολοκληρωμένη και σαγηνευτική χαρά. Η αληθινή χαρά δίνει μία εσωτερική πληροφόρηση και βεβαιότητα, που την κάνει μόνιμη και αναφαίρετη από την καρδιά του ανθρώπου, παρά τις εξωτερικές αντιξοότητες. Ο Πασκάλ το λέει ξεκάθαρα: Κανένας δεν είναι πιο χαρούμενος από τον πραγματικό χριστιανό. Μεγάλη χαρά έχει ο γνήσια ταπεινός. Εκείνος που έχει σβήσει το εγώ του κι έχει συγχωνευθεί με την ευτυχία του συνόλου. Όσοι κάνουν το καλό, είναι καταδικασμένοι να ’ναι πάντα χαρούμενοι. Ο Φώτης Κόντογλου έλεγε πως η χαρά η αληθινή αναβλύζει μονάχα από τη φλέβα της καλοσύνης.

Από το Ευαγγέλιο πηγάζει η θεολογία της χαράς, το ίδιο το Ευαγγέλιο είναι η πηγή της ακένωτης χαράς. Το ορθόδοξο βίωμα κατά βάση είναι χαρούμενο και χαροποιό. Ένας παλαιός, μεγάλος ασκητής, ο όσιος Νείλος, αναφέρει στην πατρολογία πολύ ωραία: Η χαρά καταστρέφει τη λύπη, στις συμφορές δίνει υπομονή, στις προσευχές χάρη, στους κόπους και μόχθους ευφροσύνη, στην ευποιία ευθυμία, στη φιλοξενία στέγη, στην ελπίδα καταφυγή, στους πενθούντες παρηγοριά, στις θλίψεις βοήθεια και συνδρομή, στην αγάπη στολισμό και στη μακροθυμία επιβράβευση…

Χαρά δεν είναι τα ξεκαρδίσματα, τα ξεφωνητά, τα χαχανητά, η ελαφρότητα, η χαριεντολογία, η ανεκδοτολογία, η σκωπτικότητα και η συνεχής αστειότητα, αλλά η διαρκής γαλήνη και η ειλικρινής φαιδρότητα, που προέρχεται από καρδιά ευφραινόμενη και συνείδηση καθαρή. Η χαρά είναι το φως του ενάρετου. Αναβλύζει από τα βάθη της υπάρξεως. Δεν είναι κάτι ποτέ το προσποιητό, εξωτερικό, φαινομενικό, αλλά κάτι το αρκετά βαθύτερο και σίγουρα σπουδαιότερο. Ένας σοβαρός, σεμνός και ησύχιος δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να είναι χαρούμενος. Το πρώτο γνωστό θαύμα του Χριστού στον γάμο της Κανά ήταν για να μη μείνει μισή η χαρά των καλεσμένων από έλλειψη κρασιού. Το τελευταίο θαύμα του, η ανάσταση του φίλου του Λαζάρου, για να διώξει τη λύπη και να δώσει χαρά.

Ο ανεξάντλητος τροφοδότης της χαράς είναι η αρετή. Ο εγωιστής, ο ατομιστής, ο τσιγκούνης, ο μισάδελφος δεν μπορεί να είναι χαρούμενος. Χαρά δεν μπορεί να έχει όποιος ζηλεύει, όποιος εχθρεύεται και όποιος μισεί. Τη χαρά κανείς την κερδίζει με την ταπείνωση και την υπομονή, την αλήθεια, την ελευθερία και την αγάπη. Η αληθινή χαρά συνοδεύει στοργικά τον κάθε ειλικρινή, τίμιο, ήρωα και άγιο. Η εποχή μας πάσχει από έλλειψη αληθινής χαράς και πλεονάζει από τη θλίψη της κακίας και ατιμίας. Η επιλογή είναι ελεύθερη για την απόκτηση της όντως αληθινής χαράς.
Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ


Σε κανέναν Άγιο της Εκκλησίας μας δεν έκανε τόσες και τέτοιες άγριες επιθέσεις πειρασμών ο διάβολος, όσες στον Μέγα Αντώνιο. Μεταχειρίστηκε ο δόλιος όλα τα μέσα για να τον γκρεμίσει, άλλα δεν μπόρεσε. Πάμπλουτος αλλά Αγράμματος Το 251 μ.Χ. γεννήθηκε στην Αίγυπτο ένα μεγάλο και φωτεινό αστέρι της χριστιανοσύνης: Ο Μέγας Αντώνιος. Ιδιαίτερη πατρίδα του ήτανε ένα μικρό χωριό, Κόμα ονομαζόμενο, που βρισκότανε ανατολικά της όχθης του ποταμού Νείλου, στην Νότιο Μέμφιδα. Οι γονείς του ήτανε πλούσιοι και ευσεβείς χριστιανοί. Μπορούσανε να δώσουμε μεγάλη μόρφωση στον μικρό τους Αντώνιο και να τον αναδείξουν μεγάλο επιστήμονα, αλλά τους φόβιζε η συναναστροφή στο σχολείο με τα παιδιά των ειδωλολατρών. Δεν θέλανε να χάση την πίστη του το παιδί τους, από την πλάνη της ειδωλολατρίας. Προτιμούσανε να δούνε  το παιδί του στον Παράδεισο αγράμματο, παρά γραμματισμένο στην Κόλαση. Έμεινε, λοιπόν, εξαιτίας αυτού, τελείως αγράμματος ο Αντώνιος. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να αναδειχθεί Μέγας. Οι γονείς του, όμως, φροντίσανε πολύ για την χριστιανική ανατροφή του. Τον μεγαλώσανε με τις αρχές του Ευαγγελίου και του δείξανε τους δύο δρόμους, που θα τον γλύτωναν από τις παγίδες του διαβόλου:
Στον δρόμο του σπιτιού και τον δρόμο της Εκκλησίας. Σε ηλικία 18 ετών, έμεινε ορφανός με μια αδελφή. Ο θάνατος των γονέων του, τον έβαλε στην αρχή σε λύπη και σε βαθύ συλλογισμό. Κατάλαβε τότε, πόσο μάταιος είναι τούτος ο κόσμος και πόσο γρήγορα είναι το πέρασμα του άνθρωπου από την προσωρινή αυτή ζωή.

Αναχωρεί στην έρημο
Μια Κυριακή ακούει στην Εκκλησία την Ευαγγελική περικοπή, στην οποία συζητάει ο Χριστός μ’ ένα πλούσιο νεαρό και του δείχνει, τον δρόμο της τελειότητας και της σωτηρίας της ψυχής του.
Ο Χριστός, αφού ακούει τον νεαρό πλούσιο, να του λέγει, ότι έχει ζήσει σύμφωνα με τις εντολές του Θεού, του υπογραμμίζει: «Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε, πώλησόν σου τά ὑπάρχοντα καί διάδος πτωχοῖς καί δεῦρο ἀκολουθεῖ μοί καί ἕξεις θησαυρόν ἐν οὐρανῶ». Τα λόγια αυτά του Ευαγγελίου, κάνουν βαθειά εντύπωση στην ψυχή του Αντωνίου. Γυρίζει στο σπίτι του σκεφτικός και κυριευμένος από αγωνία.
Νομίζει, ότι η φωνή του Κυρίου τον καλεί κι αυτόν, όπως εκείνον τον νέον, να τον ακούσει και να τον ακολουθήσει. Υπακούει αμέσως και χωρίς αναβολή.
Πουλάει όλα του τα κτήματα. Από την πώληση τους, πήρε πολλά χρήματα. Το χρυσάφι όμως, δεν του τράβηξε την καρδιά. Το έδωσε στην Εκκλησία, το μοίρασε στους φτωχούς και στους δυστυχισμένους. Αυτός κράτησε μόνο για την αδελφή του ελάχιστα χρήματα. Έπειτα εμπιστεύεται την αδελφή του σ’ ένα Κοινόβιο παρθένων, σ’ έναν παρθεώνα. Εκεί, ζούσανε ενάρετες γυναίκες μαζί και επεδίδοντο σε έργα αγάπης. Φεύγει κι’ αυτός, όχι πολύ μακριά από το σπίτι του κι’ άρχισε την ασκητική ζωή. Δεν υπάρχουν ακόμη μοναστήρια την εποχή εκείνη συγκροτημένα, όπως είναι σήμερον. Γι’ αυτό καταφεύγει σ’ ένα ερημητήριο των περιχώρων. Εκεί, βρίσκει, ένα Γέροντα ασκητή, ο όποιος αναλαμβάνει να τον καθοδηγήσει στην αρετή. Να φτιάξη ψυχή ο άνθρωπος χρειάζεται άσκησης. Τα πάθη δεν βγαίνουν, χωρίς αγώνα. «Ὑποπιάζω μου τό σῶμα καί δουλαγωγῶ», έλεγε ο Παύλος, «μήποτε ἄλλοις κηρύξας ἐγώ αὐτός ἀδόκιμος γένωμαι». Προσεύχεται στο Θεό. Του ζητάει να τον βοηθήσει στον αγώνα του, για την σωτηρία της ψυχής του. Ξενυχτάει, τώρα, πολλές φορές στην άσκηση και στην προσευχή. Τρώγει ελάχιστα. Η τροφή του είναι ένα ξερό κομμάτι ψωμί και νερό. Τρώγει μόνο μια φορά την ήμερα. Μερικές μάλιστα μέρες, περνούν, χωρίς να βάλει τίποτε στο στόμα του. Άλλοτε, πάλι γεύεται το ξεροκόμματο, αφού περάσουν τρεις και τέσσερες μέρες εξαντλητικής νηστείας.
Οι πρώτοι πειρασμοί Ο διάβολος όμως, βλέπει την μεγάλη πρόοδο του Αντωνίου, στην αγιοσύνη, ταράζεται και στεναχωριέται. Βάζει αμέσως τότε σε ενέργεια τις παγίδες του και τα φοβερά σχέδιά του. Τον χτυπάει λοιπόν, πρώτα με τα πλούτη και τις ανέσεις: -Είσαι κουτός, του λέγει μέσα του, στην σκέψη του. Άφησες τόσα πλούτη και ήρθες εδώ στην ερημιά να πεθάνεις από την πείνα και από το κρύο! Δεν βλέπεις την δυστυχία, που σε πνίγει;
Ένα στρώμα δεν έχεις να στρώσης. Ζεστασιά δεν υπάρχει πουθενά. Δεν είναι για σένα ο τόπος αυτός. Θα πεθάνεις και είναι αμαρτία. Έπειτα μη ξεχνάς: Έχεις και αδελφή! Πώς την άφησες μόνη της; Είναι σωστό αυτό; Τι ευτυχισμένος είσαι τώρα εδώ, σε μια υγρή σπηλιά! Όλοι οι άλλοι, που ζούνε στον κόσμο, θα χαθούμε και συ μόνο θα σωθείς; Είναι άραγε σωστό αυτό που κάνεις; Όλες αυτές τις σκέψεις τις βάζει στον νου του Αντωνίου ο Σατανάς και περιμένει μ’ αγωνία το αποτέλεσμα. Τί θα γίνει; Θα τις δεχτεί; Θα υποκύψει ή όχι; Άλλα στις δύσκολες αυτές στιγμές του πειρασμού, ο άγιος δεν λυγίζει. Προσεύχεται πολύ. Παρακαλεί από τα βάθη της καρδία του τον Θεό να τον βοηθήσει. Η προσευχή του, η νηστεία του και η θέληση του, νικούν τον διάβολο και τον τρέπουν σε φυγή. Δεν πρόκειται όμως, να ησυχάσει. Ο διάβολος βάζει μπροστά νέο σχέδιο, πιο τολμηρό αυτή την φορά. Τον πολεμάει με την σάρκα. Εκμεταλλεύεται γι’ αυτό ο άθλιος την νεότητά του. Παρουσιάζει στην φαντασία του αισχρά θεάματα. Μεταμορφώνεται ο τρισάθλιος σε γυμνή γυναίκα και προσπαθεί εκεί στην ερημιά, να τον σκανδαλίσει και να τον νικήσει.
Αγωνίζεται μέρα νύχτα να τον γκρεμίσει. Τού παρουσιάζει κέντρα διασκεδάσεων και σκηνές οργίων. Κάνει ότι μπορεί, για να επιτύχει τους δόλιους σκοπούς του. Ο Άγιος, όμως συνεχώς προσεύχεται. Μένει ξάγρυπνος και παρακαλεί τον Θεό να του δώσει δύναμη ν’ αντέξει σ’ αυτή την άγρια επίθεση των πειρασμών του διαβόλου, για να επιτύχει μέχρι το τέλος στην άμυνά του, δεν τρώγει εντελώς τίποτε. Κόβει κι’ αυτό το ελάχιστο ξερό ψωμί, που έτρωγε κάθε βράδυ, και μένει μέρες ολόκληρες νηστικός. Ο Σατανάς δεν εγκαταλείπει όμως τον αγώνα.—Να το δόλωμα! Η υπερηφάνεια. Τώρα, είναι η ώρα να τον κάμω να υπερηφανευτεί. Παρουσιάζεται, λοιπόν, ο δαίμονας στον Άγιο με μορφή μαύρου παιδιού και του λέγει: —Αχ! Αντώνιε. Πολλούς πλάνεψα, πολλούς έβαλα κάτω και τους νίκησα, αλλά εσένα κουράστηκα να σε πολεμώ! Νομίζω, πώς δεν θα επιτύχω. Είσαι δυνατός. Σε παραδέχομαι. —Και ποιος είσαι εσύ; τον ρώτησε ο Μ. Αντώνιος. —Εγώ είμαι το πνεύμα της πορνείας και γαργαλίζω τους νέους στην πράξη αυτή. Ο Άγιος, δεν υπερηφανεύεται, όπως περίμενε ο σατανάς. Δεν είπε από μέσα του: Τί είμαι εγώ!, Μπράβο μου!, Τα κατάφερα, αλλά δόξασε το όνομα του Κυρίου, που του έδωσε, την δύναμη να νικήσει και είπε στον σατανά: —Ύπαγε οπίσω μου σατανά. Δεν σε φοβάμαι.
Μέρες αθλήσεως
Μετά τους πειρασμούς, ο Άγιος προσεύχεται με πολλή πίστη. Η νηστεία και η σκληραγωγία γινότανε πιο αυστηρή. Έκτος από το ελάχιστο ψωμί, που έτρωγε κάθε δύο τρεις η και τέσσερες μέρες, ούτε λάδι, ούτε κρασί, ούτε καμιά άλλη τροφή έβαζε στο στόμα του. Κοιμότανε δε πάνω σε μια παλιά ψάθα ή και εντελώς κάτω στο χώμα. Για ν’ ανεβάσει, λοιπόν, ακόμη πιο ψηλά τον αγώνα και την άθληση του την χριστιανική, καταφεύγει σ’ ένα παλαιό τάφο κι’ απομονώνεται. Εκεί του φέρνει την λίγη τροφή του, από καιρού εις καιρόν, κάποιος ευσεβής χριστιανός. Ο τάφος αυτός ήταν ευρύχωρος, σαν δωμάτιο.
Ο Σατανάς επιτίθεται και πάλι
Γεμάτος οργή και μίσος για την αποτυχία του ο διάβολος, ξανακτυπάει τον Άγιο, για να τον κάνη να γυρίσει πίσω στον κόσμο και να τον ρίξει στην αμαρτία. Πηγαίνει την νύκτα και κάνει χαλασμό.
Του παρουσιάζεται με μορφές φιδιών, σκορπιών, λύκων, τίγρεων, που τον δαγκώνουν και του σχίζουν τις σάρκες. Ο Μέγας Αντώνιος λέει με γενναιότητα: —Δε θα με νικήσετε! ο αριθμό σας και ο θόρυβος σας δείχνουν την αδυναμία σας. Οι δαίμονες τον κτυπούν τότε μανιασμένα και τον αφήνουν εκεί με πληγές αναίσθητο και μισοπεθαμένο. Έτσι αναίσθητο τον βρίσκει ο χριστιανός, που του πήγε το πρωί το ψωμί του. Τον νομίζει για νεκρό. Τον μεταφέρει στο σπίτι του, κοντά στους συγγενείς και τους γνωστούς του. Συνέρχεται όμως, ο Άγιος την νύκτα και γυρίζει πάλι στον τάφο του μαρτυρίου του. —Εδώ είμαι! φωνάζει ο όσιος. Δεν με φοβίζουν τα ψεύτικα μαστίγιά σας. Κανένα μαρτύριο δεν θα με απομακρύνει από τον Δεσπότη μου Χριστό. Αγριεύουν οι δαίμονες, στη συνέχεια της μάχης, που δίνουν. Παρουσιάζονται σε χίλιες δυο μορφές ερπετών και θηρίων. Και ο Μέγας Αντώνιος, χωρίς να τα χάση είπε: —Εάν είχατε δύναμη, ένας και μόνο από σας, μπορούσε να με εξοντώσει. Επειδή ο Κύριος σας έχει κόψει τα νεύρα και σας έχει αφήσει χωρίς δύναμη, γι’ αυτό προσπαθείτε με το πλήθος, με την ψευτιά και την υποκρισία, να με φοβίσετε. Και γι’ αυτό μεταμορφώνεστε σε τόσα θηρία! Εμπρός λοιπόν! Εάν όμως δεν πήρατε άνωθεν εξουσία εναντίον μου, μη στέκεστε. Εάν όμως δεν πήρατε, τί ταράζεσθε; Οι δαίμονες ακούγοντας τα λόγια αυτά του Άγιου, έτριζαν τα δόντια τους, μια ακτίνα με θεϊκό φως κατέβηκε από τη στέγη του τάφου. Γαλήνη κι ησυχία απλώθηκε παντού. Το κορμί του Άγιου δεν πονούσε πλέον και δεν υπήρχαν πληγές στο σώμα του. Θεραπεύτηκαν από τον Κύριο. Ο μεγάλος ασκητής, καταλαβαίνει την θεία επίσκεψη και ρωτάει: —Πού ήσουνα, γλυκύτατέ μου Θεέ και δεν φανερωνόσουνα από την αρχή, να σταματήσεις τους πόνους του κορμιού μου; Δεκαέξι χρόνια, με έψησε ο σατανάς. Ακούστηκε τότε, μια φωνή, που του έλεγε: —Αντώνιε, εδώ ήμουνα και σε παρακολουθούσα αοράτως. Αλλά πρόσμενα να ιδώ τον αγώνα σου. Αφού, λοιπόν, δεν νικήθηκες, αλλά υπέφερες με πίστη, θα είμαι πάντοτε κοντά σου και θα κάνω το όνομά σου ξακουστό σ’ όλο τον κόσμο. Σηκώθηκε τότε ο Άγιος και προσευχήθηκε θερμά.
Για πιο αυστηρή άσκηση
Κατά το 285 μ.Χ., θέλει ν’ απομακρυνθεί περισσότερο από τον κόσμο. Ο Άγιος Αντώνιος ξεκινάει, για το σκληρό και δύσκολο δρόμο της ασκήσεως. Περνάει τον Νείλο ποταμό και προχωράει προς τα βουνά της δεξιάς όχθης του, που προεκτείνονται προς την Αραβία. Ο σκοτεινός διάβολος πλημμυρίζει από μίσος κατά του Άγιου. Καθώς τον βλέπει να προχωρεί, για πιο αυστηρή άσκηση και πρόοδο αγιοσύνης, ταράζεται. Δεν το βάζει όμως κάτω. Ετοιμάζεται να τον σκανδαλίσει, για τα τον ρίξει στην αμαρτία.
Ο Αργυρένιος δίσκος
Του πετάει, λοιπόν, στον δρόμο του εκεί που βάδιζε στην έρημο, ένα μεγάλο, αστραφτερό, αργυρένιο δίσκο! Ο Μέγας Αντώνιος κοντοστέκεται για λίγο και λέγει εκείνο, που κατάντησε παροιμιώδες:
Πόθεν δίσκος εν τη ερήμω;. Από που βρέθηκε ο δίσκος στην έρημο; Δική σου τέχνη είναι τούτο, διάβολε! είπε τότε ο Άγιος. Θέλεις να με εμπαίξεις. Δεν θα σού κάνω όμως την χάρη. Χάρισμά σου, λοιπόν. Πάρε τον δίσκο μαζί σου στην απώλεια, στο σκοτάδι της Κολάσεως, του φρικτού βασιλείου σου… Μόλις, όμως, είπε αυτά ο όσιος, ο δίσκος έγινε άφαντος! Ο δαίμονας είχε νικηθεί και πάλι. Σε λίγο ο Μέγας Αντώνιος συναντάει μπροστά του άφθονο χρυσάφι, που άστραφτε και γυάλιζε με τη λάμψη του. Για το χρυσάφι αυτό, δίνονται δύο εξηγήσεις.
Η μία είναι, ότι το  παρουσίασε ο διάβολος στον Άγιο, για να τον εμποδίση από τον θεάρεστο δρόμο του, για να του ανάψει την φλόγα της φιλαργυρίας και του πλούτου και έτσι να του αλλάξει τα  μυαλά. Η άλλη εξήγηση είναι, ότι το χρυσάφι αυτό, παρουσίασε ο Θεός στον Άγιο, για να δείξει στον διάβολο, ότι ο Αντώνιος, ούτε από το χρυσάφι παρασύρεται, ούτε με τίποτε άλλο αλλάζει την ευτυχία της πίστεώς του, που νοιώθει. Είναι στη Λυβική έρημο Πισπίρι, που βρίσκεται το σημερινό Δάρ -Ελ -Μεϊμούν. Φθάνει, λοιπόν, ο μεγάλος ασκητής βαθειά στην έρημο. Εδώ, αρχίζει ο Μ. Αντώνιος να ζει σε πιο αυστηρή άσκηση. Απομονωμένος από τον κόσμο εντελώς, βαθαίνει στα μυστήρια της ζωής και της Δημιουργίας.
Είκοσι ολόκληρα χρόνια,  προσεύχεται, νηστεύει, ξαγρυπνάει και αντιστέκεται στους πειρασμούς του διαβόλου. Οι επισκέπτες, που πηγαίνουν να τον δουν, ακούνε στο φρούριο άγριες κραυγές: —Φύγε από τον τόπον μας. Η έρημος είναι δική μας. Δεν θα μπορέσεις ν’ αντέξεις στις μηχανές μας.
Θα σε πιάσουμε στις παγίδες μας και στις ενέδρες μας! Οι επισκέπτες νομίζουνε στην αρχή, ότι οι φωνές είναι ανθρώπινες. Διαπιστώνουν όμως έπειτα, ότι πουθενά δεν υπάρχουν άνθρωποι, εκτός από τον γενναίο ασκητή. Καταλαβαίνουν τότε τί υπεράνθρωπη πάλη κάνει ο Άγιος με την πανουργία του διαβόλου και θαυμάζουν. Τότε ο Άγιος τους πλησιάζει γαλήνιος. Ανοίγει την εξώπορτα του φρουρίου και τους λέγει: —Μη φοβάστε, αγαπητοί μου. Αφήστε τον δαίμονα να χτυπιέται. Εσείς να κάνετε τον σταυρόν σας και να βαδίζετε άφοβα στον δρόμο σας.
Οδηγός και διδάσκαλος
Το όνομα του Μεγάλου Αντωνίου γίνεται ξακουστό. Ο θαυμασμός, για την αυστηρή ζωή, παρακινεί πολλούς να πάνε να τον δούνε. Πολλοί μοναχοί, τον βλέπουνε σαν φωτεινό παράδειγμα αγίας ζωής και θέλουν να τον μιμηθούν. Όταν, λοιπόν, μαθαίνουν που βρίσκεται, τρέχουν πολλοί με χαρά κοντά του. Κοιτάζουν με απορία το κοκαλιάρικο σώμα του και τα χάνουν. Αρκετοί, που πάσχουν από αρρώστιες, μόλος τον βλέπουν, γιατρεύονται. Πολλοί δαιμονισμένοι λυτρώνονται από τα δεσμά του διαβόλου. Ο Μέγας Αντώνιος, όλους τους δίδασκε. Δεν ήξερε βέβαια γράμματα, αλλά ο λόγος του ήτανε «ἅλατι ἠρτυμένος». Όσοι τον άκουγαν, ένοιωθαν αμέσως γαλήνη στην καρδιά του. Μεγάλωνε ο έρωτάς τους για την αρετή. Έφευγε από το σώμα τους η τεμπελιά, για τους πνευματικούς αγώνας και από την ψυχή τους ο καταστρεπτικός εγωισμός. Μάθαιναν όλοι τους, πώς να καταφρονούν τους πειρασμούς του πονηρού διαβόλου και πώς να πλησιάζουν περισσότερο τον Χριστό.
Στην Αλεξάνδρεια κοντά στους μάρτυρες
Κατά το 311 μ.Χ. επί της βασιλείας του αυτοκράτορα Μαξιμίνου, ξεσπάει άγριος διωγμός εναντίον των Χριστιανών στην Αίγυπτο. Τότε ο άγιος αφήνει την έρημο. Παίρνει μαζί του και μερικούς άλλους μοναχούς και κατεβαίνει στην Αλεξάνδρεια, έτοιμος να μαρτυρήσει, για το Χριστό. Στερεώνει τους μάρτυρες στην πίστη.
Τους δίνει κουράγιο. Τους βοηθάει στις δύσκολες στιγμές τους. Και, όταν δόθηκε εντολή, να μην πατήσει μοναχός στα δικαστήρια, ο μεγάλος ασκητής, δεν υπάκουσε. Μπήκε στο δικαστήριο και κάθισε σε σημείο, που να τον βλέπουν .
Μέσα του  κρυφόκαιγε ο πόθος να μαρτυρήσει, για την πίστη του Κυρίου, γιατί γνώριζε, ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερο για τον άνθρωπο από το να αξιωθεί να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Άλλη, όμως ήτανε η βουλή του Θεού
«Άνθρωπος αμαρτωλός είμαι»
 Μια μέρα, ενώ ησύχαζε στο κελί του, προχωρεί προς τα εκεί, ένας ανώτατος αξιωματικός ονόματι Μαρτινιανός και του κτυπάει την πόρτα, λέγοντας: -Άνθρωπε του Θεού, σε παρακαλώ βοήθησε με. Έχω μια θυγατέρα, που την ενοχλεί ο διάβολος. Αρρωσταίνει φοβερά. Ζητώ την βοήθεια σου… Ο Άγιος απαντάει τότε: -Άνθρωπε, τι, θέλεις; Αμαρτωλός άνθρωπος είμαι κι εγώ όπως είσαι κι εσύ. Εάν όμως πιστεύεις στον Χριστό, πήγαινε, κάνε την προσευχή σου και θα εκπληρωθεί η επιθυμία σου. Εκείνος πίστεψε τότε ολόψυχα στο Θεό. Γονάτισε και με πόνο ζήτησε την βοήθεια του. Το θαύμα έγινε. Η θυγατέρα του θεραπεύτηκε θαυματουργικά.
Στη μακρινή έρημο
Αποφασίζει, λοιπόν, να προχωρήσει, για άλλο μέρος. Σκέφτεται να πάει στην Θηβαίδα… Παίρνει, λοιπόν, δυο καρβέλια ψωμί και κατεβαίνει στο ποτάμι. Εκεί, περιμένει να φανεί κανένα πλοιάριο η καμιά βάρκα για να τον περάσει απέναντι. Ξαφνικά ακούει μια φωνή, να του λέγει: —Πού πήγαινες, Αντώνιε; —Οι όχλοι μού ζητούν να κάνω θαύματα παραπάνω από τις δυνάμεις μου. Φεύγω, λοιπόν, για να ησυχάσω στην άνω Θηβάιδα, είπε ο Άγιος. —Και στη Θηβαίδα να πάς θα έρθουν να σε βρούνε. Για να ησυχάσεις, λοιπόν, προχώρα βαθύτερα στην έρημο. —Και ποιος θα μου δείξει τον δρόμο, αφού δεν τον ξέρω; ρώτησε ο Αντώνιος. Τότε, η αόρατη φωνή του ουρανού, του έδηξε ν’ ακολουθήσει μερικούς Σαρακηνούς, που περνούσανε εκείνη την στιγμή κοντά του, για να φτάσει έτσι στον τόπο, που θα εύρισκε ησυχία και γαλήνη. Οι Σαρακηνοί δέχτηκαν με χαρά να τον καθοδηγήσουν. Περπάτησε μαζί τους στην έρημο τρία μερόνυχτα. Έφτασε τελικά, κοντά σ’ ένα ψηλό βουνό, που βρίσκεται στην περιοχή της Ερυθραίας, Εκεί, βρήκε άφθονο γάργαρο και κρύο νερό, κοντά στην Ερυθρά Θάλασσα. Υπήρχαν δε και αρκετοί φοίνικες. Το σημείο εκείνο ήταν αρκετά εύφορο. Εκεί τον άφησαν οι Σαρακηνοί, κατά την επιθυμία του, αφού του έδωσαν προηγουμένως μερικούς άρτους. Ύστερα από λίγο καιρό, μαθαίνουν οι μαθητές του, που βρίσκεται. Με στοργή και αγάπη τρέχουν κοντά του. Τον συμβουλεύονται στις δυσκολίες, που συναντούν και πιο πολύ τον προσέχουν και τον φροντίζουν. Ο Μέγας Αντώνιος σκέπτεται τους κόπους, την απόσταση και την ταλαιπωρία των μοναχών, που τον εφοδιάζουν με ψωμί και τους λυπάται. Για να τους απαλλάξει, λοιπόν, από τα δρομολόγια, τους ζητάει να του φέρουν σκαφτικά, γεωργικά, εργαλεία και λίγο σιτάρι, για σπορά. Όταν του φέρανε αυτά, που ζήτησε, επιδόθηκε στην μικροκαλλιέργεια. Έσκαψε την γη κι’ έσπειρε το σιτάρι. Έπειτα το φρόντιζε. Μόλις είδε ο Άγιος την ευφορία της γης, αλλά και την ανάγκη των επισκεπτών του να θέλουν να βάλουν κάτι στο στόμα τους, φύτεψε και λαχανικά. Δεν τον άφησαν όμως τ’ άγρια ζώα σε ησυχία. Κατέβαιναν στην πηγή, έπιναν νερό κι’ έπειτα έμπαιναν στα σπαρτά του και στο κήπο και του τα κατέστρεφαν. Ο Άγιος έπιασε μια μέρα ένα απ’ αυτά τα ζώα και του μιλούσε, όπως μιλάνε σε λογικούς ανθρώπους: — Γιατί με ζημιώνετε, του είπε. Εγώ σάς ζημιώνω; Πηγαίνετε λοιπόν στ’ όνομα του Κυρίου και μη με ξαναπλησιάσετε. Και τότε έγινε το έξης θαυμαστό. Τα άγρια ζώα ούτε τον κήπο του χαλάσανε, ούτε κατεβήκανε άλλη φορά στην πηγή εκείνη, για να πιούν νερό!
Ανάμεσα στα λιοντάρια
Μια νύχτα, που ο Μέγας Αντώνιος αγρυπνούσε στην προσευχή, ο διάβολος μάζεψε όλα τα λιοντάρια της ερήμου και με αυτά τον περικύκλωσε στο καλύβι του. Βγήκε λοιπόν με θάρρος από την καλύβι του και μέσα στην νύχτα φώναξε δυνατά στα θηρία: —Εάν επήρατε από τον Θεό εξουσία εναντίον μου, τότε προχωρείτε και κατασπαράξτε με! Εάν όμως σας έφερε εδώ με τη βία ο σατανάς, πάρτε δρόμο, φύγετε, είμαι δούλος του Χριστού! Τότε τα λιοντάρια βουβά σκορπίσανε με ορμή, σα να τα κτύπησε ξαφνική καταιγίδα. Ο δε Άγιος συνέχισε την προσευχή του.
Διδάσκει και θαυματουργεί
Το όνομά του γίνεται πλέον παντού ξακουστό. Όλοι κάτι έχουν ακούσει, για τον μεγάλο και ασύγκριτο ασκητή της ερήμου. Όλοι έχουν ανάγκη ν’ ακούσουν κάτι από τον φωτισμένο άνδρα. Μοναχοί από μακρινά Μοναστήρια τον καλούνε για να τους διδάξει και να ωφεληθούν από την παρουσία του. Εκείνος για να ωφελήσει τις ψυχές τους με ταπεινοφροσύνη, περνάει από Μοναστήρι σε Μοναστήρι. Τους διδάσκει την αγάπη, την καρτερικότητα και την πάλη με τη σάρκα. «Φυλάττεσθε, ἔλεγε, ἀπό ρυπαρούς λογισμούς καί σαρκικᾶς ἠδονᾶς. Μή ἀπατάσθε χορτασία κοιλίας, φεύγετε τήν κενοδοξίαν καί συνεχῶς προσεύχεσθε». Τα λόγια του θερμαίνουν τις καρδιές. Δυναμώνουν την πίστη, δίνουν ζωή και όρεξι, για θεία άσκηση, για αγώνες αρετής και αγιοσύνης. Σ’ ένα από τα γυναικεία Μοναστήρια συνάντησε και την αδελφή του, η οποία γριά πλέον, είχε γίνει Καθηγουμένη του Μοναστηρίου. Μεγάλη χαρά πήρε από την συνάντηση εκείνη ο Άγιος. Το όνομα του Όσιου, όπως είπαμε, ήτανε πλέον γνωστό, όχι μόνο στους χριστιανούς, αλλά και στους εθνικούς, τους ειδωλολάτρες, στους άρχοντες και βασιλιάδες. Μια μέρα επισκέφτηκε τον Άγιο ένας άρχοντας από το παλάτι του βασιλέως. Ο άρχοντας εκείνος λεγόταν Φρόντων. Έπασχε δε από μια φοβερή αρρώστια. Από την αρρώστια του εκείνη κινδύνευε να τυφλωθεί. Έπεσε λοιπόν στα πόδια του Άγιου και τον παρακαλούσε να τον γιατρέψει. Ο Μέγας Αντώνιος, αφού του έκαμε μια προσευχή του είπε: —Φύγε και στον δρόμο θα θεραπευτείς! Εκείνος όμως δεν έφευγε. Περίμενε πρώτα να θεραπευτεί κι’ έπειτα ν’ αναχωρήσει. Τότε ο Άγιος του επανέλαβε: —Όσο καιρό κάθεσαι εδώ, δεν πρόκειται να γίνει τίποτε. Πήγαινε λοιπόν και μέχρις ότου φτάσεις στην Αίγυπτο θα γίνεις καλά! Τότε πίστεψε ο άρρωστος στην υπόσχεση του Όσιου, πίστεψε όμως και στην δύναμη του Θεού κι’ έφυγε ευχαριστημένος.
Πολεμάει την αίρεση του Αρειανισμού
Το 338 μ.Χ. ενώ βρίσκεται σε βαθειά γεράματα, η Ορθοδοξία του ζητάει την βοήθειά του. Οι Αρειανοί ταράζουν την γαλήνη της Εκκλησίας και προσπαθούν να παραποιήσουν την πίστη. Οι παρακλήσεις των επισκόπων και των μοναχών να πάρει μέρος σ’ αυτή την μάχη κατά του Αρειανισμού τον ξεσηκώνουν. Κατεβαίνει τότε από το βουνό ο Άγιος και προχωράει, σαν θεϊκός σίφουνας, προς την Αλεξάνδρεια. Εκεί πρωταγωνιστεί. Πολεμάει με ζωτικότητα την αίρεση. Αποκηρύσσει τους Αρειανούς και την αίρεση τους. Την ονομάζει πρόδρομο του Αντίχριστου.
Οι διψασμένοι Μοναχοί
Μια μέρα, λοιπόν, εκεί στο ασκητήριο είχανε συγκεντρωθεί αρκετοί επισκέπτες συζητούσανε, ο Άγιος σταμάτησε την συζήτηση και τους είπε: —Πάρτε μια στάμνα, γεμίστε την νερό και τρέξτε πίσω από αυτούς τους μεγάλους λόφους. Εκεί βρίσκονται δύο μοναχοί, που θέλουν να έρθουν εδώ. Τους τελείωσε όμως το νερό και ο ένας πέθανε από την δίψα. Τρέξτε λοιπόν να προλάβετε τον άλλον, που κινδυνεύει. Οι καλόγεροι έτρεξαν στο μέρος που τους έδειξε ο Άγιος. Έφτασαν εκεί ύστερα από ώρες ολόκληρες πορείας. Είδαν δε τότε ότι συνέβαινε αυτό ακριβώς, που τους είχε προειπεί ο Άγιος. Τα χάσανε τότε και δοξάσανε τον Θεό. Συνέφεραν έπειτα τον Μοναχό, που κινδύνευε να πεθάνει και γυρίσανε στο ερημητήριο του μεγάλου ασκητού σκεπτικοί.
Ο Μέγας Αντώνιος και ο Άγιος Ευλόγιος
Ο Άγιος Ευλόγιος έζησε στην Αλεξάνδρεια. Αυτός βρήκε κάποτε στον δρόμο ένα γέροντα λεπρό και εγκαταλελειμμένο. Δεν είχε κανένα να τον φροντίζει. Τον λυπήθηκε και σκέφθηκε να τον πάρει στο σπιτάκι του. Εκεί να το περιποιείται, για να το βρει η ψυχή του, όπερ και έπραξε. Ο Ευλόγιος εργαζόταν την ημέρα έξω, διά να μπορεί να εξοικονομεί τα προς το ζην και το βράδυ φρόντιζε τον γέροντα, με κίνδυνο, φυσικά της ζωής του, διότι η λέπρα είναι μεταδοτική. Κατόπιν όμως μπήκε ο δαίμονας μέσα στον γέροντα και έβγαλε παραξενιές. Άρχισε ν’ αναποδιάζει, να νευριάζει και να φωνάζει. —Μ’ αφήνεις εδώ μονάχον και συ γυρίζεις. Κάνεις τον Άγιο. Είσαι υποκριτής. Δεν μπορούσε δε να τον ευχαριστήσει ο Ευλόγιος με τίποτε και να τον καταπραΰνει. Αυτή η αχαριστία και η αναποδιά του γέροντα διήρκεσε δέκα επτά χρόνια. Τότε ο Άγιος Ευλόγιος σκέφθηκε να τον παρατήσει και να τον διώξει. Σηκώθηκε και πήγε σ’ ένα Μοναστήρι, το όποιον θα επισκέφτηκε τότε ο Μέγας Αντώνιος, για να τον ερωτήσει. Δεν τον γνώριζε και για πρώτη φορά θα τον έβλεπε. Εκεί ήτανε και άλλοι πολλοί, που περιμένανε τον Άγιο Αντώνιο. Να ο Αντώνιος φάνηκε που ερχόταν. Σταμάτησε όμως και φώναξε τον Ευλόγιο μέσα από το πλήθος, τον όποιον, όπως είπαμε, δεν είχε δει ποτέ, ούτε και ο Ευλόγιος τον Αντώνιο. —Ευλόγιε, του είπε, τί θέλεις εδώ εσύ; Τρέξε γρήγορα στην δουλειά σου, για να μην χάσης τον μισθό δεκαεφτά ετών. Πράγματι! Ο Ευλόγιος γύρισε αμέσως στο σπιτάκι του και ξαναπεριποιείτο τον λεπρό γέροντα, όπως, και πριν. Αλλά σε τρεις ημέρες ο γέροντας απέθανε! Και στις σαράντα ημέρες του γέροντα απέθανε και ο Ευλόγιος!
Αύτη είναι η ψυχή του Αμμούν
Άλλη μια φορά, ενώ καθότανε ο Άγιος στο βουνό και συζητούσε με τους μαθητές του, είδε ξαφνικά μια ολόλευκη ψυχή ν’ ανεβαίνει στους ουρανούς. Την στιγμή δε εκείνη γινότανε μεγάλη χαρά. Πανηγυρίζανε οι Άγιοι Άγγελοι. Σηκώθηκε αμίλητος ο Αντώνιος και κοίταξε εκστατικά τον ουρανό. Μακάριζε δε την ψυχή εκείνη, που βάδιζε, για την αιωνία χαρά του ουρανού. Παρακαλούσε δε μυστικά τον Θεό να του φανερώσει σε ποιόν ανήκε η λυτρωμένη εκείνη ψυχή. Τότε άκουσε μια φωνή από τον ουρανό, που του είπε! —Αυτή είναι η ψυχή του Αμμούν. Ο Αμμούν ήτανε ασκητής στην έρημο της Νιτρίας, η οποία βρισκότανε πολύ μακριά από τον Μέγα Αντώνιο. Οι μαθητές του Όσιου Αντωνίου, μόλις τον είδανε έτσι να χαίρετε και να θαυμάζει, τον ρωτήσανε: —Τί συμβαίνει; Βλέπεις τίποτε; Ακοής τίποτε; Και ο θειος ασκητής τους είπε: —Την ώρα αυτή πέθανε ο Αμμούν, ο συνασκητής και φίλος μου! Οι μαθητές του τα χάσανε. Σημειώσανε όμως την ημέρα αυτή και την ώρα, που είδε ο Άγιος ξυπνητός το δράμα. Ύστερα από τριάντα μέρες έφτασαν στο ερημητήριο του Αγίου μερικοί Μοναχοί από την Νιτρία και ανέφεραν την ημέρα και την ώρα του θανάτου του ασκητού Άμμουν. Κατάλαβαν τότε όλοι, ότι ο Αμμούν είχε πεθάνει την ημέρα, που ο Άγιος Αντώνιος έβλεπε την ψυχή του ολόλευκη ν’ ανεβαίνει στον ουρανό. Και όλοι, όσοι μαθαίνανε αυτά χαιρότανε και θαυμάζανε τον μεγάλο ασκητή της ερήμου Αντώνιο.
Διώχνει τα δαιμόνια
Με το πέρασμα των χρόνων, οι δαίμονες εξακολουθούν να πειράζουνε τον Άγιο, αλλά δεν ελπίζουν πλέον να τον νικήσουν. Αντίθετα αρχίζουν τώρα και τον φοβούνται. Η προσευχή του είναι πανίσχυρη, διότι η πίστης του είναι μεγάλη και η ψυχή του αγνή. Μια μέρα, που ο Άγιος περνούσε το ποτάμι μ’ ένα πλοιάριο, διότι ήθελε να επισκεφτεί τα Μοναστήρια, του ήρθε στη μύτη μια βρωμερή οσμή. —Κάτι βρωμάει φοβερά! είπε ο Μέγας Αντώνιος. —Μήπως κανένα ψάρι; τον ρωτήσανε. —Όχι. Άλλη δυσωδία νοιώθω.. Εκείνη την στιγμή ακούστηκε από τ’ αμπάρι του πλοίου μια φοβερή κραυγή νέου, που είχε μέσα του δαιμόνιο και τον βασάνιζε. Τότε ο Άγιος έκανε θερμή προσευχή στο Θεό και απάλλαξε τον νέον από το μαρτύριο του διαβόλου. Τον άφησε ήσυχο, ήρεμο, γαλήνιο και υγιή να συνέχιση την εργασία του και την ζωή του, όπως όλοι οι άνθρωποι. Όλοι τότε καταλάβανε, ότι η βρωμιά εκείνη δεν ήτανε τίποτε άλλο, παρά ο βρωμερός και απαίσιος δαίμονας, που βασάνιζε τον νέο. Σ’ έναν άλλο πάλι νέο ο διάβολος του έκανε φοβερά μαρτύρια. Τον καταντούσε έτσι, ώστε να τρώγει τις σάρκες του. Τον βασάνιζε πολύ σκληρά. Οι γονείς του απελπισμένοι τον έφεραν στον Μέγα Αντώνιο. Ο Άγιος λυπήθηκε τον νέο και είπε στους γονείς του ότι θα αγρυπνήσει και θα προσευχηθεί γι’ αυτόν, αλλά μαζί του πρέπει ν’ αγρυπνήσουν και να προσευχηθούν κι’ εκείνοι. Πράγματι κάνανε μια προσευχή πολύ κατανυκτική. Κατά τα ξημερώματα όμως αγρίεψε ο άρρωστος. Όρμησε με οργή εναντίον του Άγιου και τον έριξε κάτω. Πικράθηκαν από την διαγωγή του παιδιού των οι δυστυχισμένοι γονείς. Ο πολύπαθος όμως, από τα τεχνάσματα του διαβόλου ασκητής, τους είπε: —Μην λέτε τίποτε εναντίον του παιδιού. Δεν φταίει αυτό, αλλά ο δαίμονας, που οργίστηκε διότι πήρε εντολή από τον Θεό να βγει από μέσα του και να τον αφήσει ελεύθερο. Αυτό είναι το σημάδι, ότι βγήκε το δαιμόνιο. Δοξάστε τον Θεό… Και πράγματι το παιδί ημερωμένο έπειτα, σηκώθηκε και φιλούσε ευτυχισμένο τα χέρια του Μεγάλου Αντωνίου. Το δαιμόνιο έφυγε.
Ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας
Δίνει Λύσεις
Ο Άγιος έδινε λύσεις σε σοβαρά προβλήματα πολλών μεγάλων ανδρών, όταν του ζητούσαν την συμβουλή του. Και δεν ήτανε λίγοι εκείνοι, που του έγραφαν… Τις απαντήσεις βέβαια δεν τις έγραφε μόνος του, γιατί δεν ήξερε, όπως είπαμε γράμματα. Έλεγε όμως σε κάποιον άλλο ασκητή, που ήξερε να γράφει, λέξη προς λέξη την απάντηση ή την συμβουλή και εκείνος την έγραφε. Τα γράμματά του γραφτήκανε όλα στην κοπτική γλώσσα. Αυτή τη γλώσσα ήξερε ο Άγιος. Έπειτα δε γίνανε και μεταφράσεις τους στην Ελληνική.
Ωφέλιμος συνομιλητής
Πολλές φορές, που τον ρωτούσανε, πώς μπορεί να ζει, χωρίς να διαβάζει βιβλία, τους απαντούσε με ευστροφία: — Το δικό μου βιβλίο είναι η φύσις των γεγονότων. Είναι η Δημιουργία του μεγαλοδύναμου Θεού! Άλλοτε πάλι θέλοντας να παρηγορήσει ένα τυφλό μοναχό, Δίδυμο ονομαζόμενο, του έλεγε: —Δίδυμε, διόλου να μην ταράσσεσαι, διότι έχασες τους αισθητούς οφθαλμούς σου. Αντιθέτως να χαίρεσαι, διότι έχεις ανοιχτό τα μάτια της ψυχής, με τα όποια βλέπεις τον Θεό και καταλαβαίνεις το φως των λόγων Του. Όπου περνάει αφήνει τον πλούτο της ψυχικής του ευφορίας ν’ ακτινοβολήσει. Ποτέ δεν ταράζεται. Ποτέ δεν σκυθρωπιάζει. Είναι πάντα γαλήνιος. Μα σαν πρόκειται να παλέψει για την πίστη και να πολεμήσει τις αιρέσεις, φουντώνει και θεριεύει. Γίνεται αθλητής της πίστεως. Γίνεται δύναμης φοβερή και τρομερή, που γκρεμίζει τις πλάνες των αιρετικών. «Ἀντώνιος σᾶς ἀποχαιρετᾶ….» Τώρα ο Άγιος είναι πλέον πολύ γέροντας. Είναι 105 χρονών. Μέχρι τώρα τίποτε δεν ένοιωσε στο κορμί του. Ποτέ του δεν αισθάνθηκε πόνο ή πυρετό ή δυσθυμία. Σε όλη του την ζωή πετούσε ανάλαφρα. Οι μπόρες, τα άγρια κρύα και οι μεγάλες ζέστες δεν τον πειράζανε. Ως τα βαθιά του γεράματα έμεινε ακμαίος και στο σώμα και στην ψυχή. Και όταν ήρθε ο χρόνος να αποχωριστεί η ψυχή από το βασανισμένο κορμί του, το προαισθάνθηκε. Και τις τελευταίες αυτές μέρες της ζωής του θέλησε να τις εκμεταλλευτή, για το καλό των μαθητών του. Παρά τα γεράματά του επισκέφτηκε πολλά μοναστήρια κι’ έδωσε τις τελευταίες του οδηγίες. Τους είπε πώς ν’ αγωνίζονται κατά του διαβόλου και ν’ αποφεύγουν τους αιρετικούς. Οι μοναχοί του έλεγαν να μην γυρίσει πίσω στην έρημο, στο ησυχαστήριο του, αλλά να μείνει κοντά τους. Ο Άγιος όμως επέστρεψε στην έρημο. Ζήτησε δε να μην μουμιοποίησουν το σώμα του, όπως συνηθίζανε οι Αιγύπτιοι, αλλά να ταφή εκεί κοντά στην έρημο, σε σημείο που να μην το ξέρει κανένας. Δεν ήθελε μεταθανάτιες τιμές. Λίγο προτού κλείσει τα μάτια του, λέγει στους μοναχούς, που βρίσκονται κοντά του, ότι αφήνει την μηλωτή, τον μανδύα του, για τον Μέγα Αθανάσιο, ο όποιος του τον είχε χαρίσει κάποτε καινούργιο. Κατόπιν ο Μ. Αθανάσιος τον φορούσε πάντοτε ως φυλαχτό. Τους προβάτινους χιτώνες τους, τους άφησε στο μοναχό Σεραπίωνα. Έπειτα, αφού τους κοίταξε κατάματα τους είπε: Ο Αντώνιος σας αποχαιρετά και φεύγει. Και με τα λόγια αυτά παρέδωσε την αμόλυντη ψυχή του στον Θεό. Τον έθαψαν κατά την επιθυμία του, σε άγνωστο μέρος. Ο τάφος του έμεινε, πράγματι, άγνωστος. Ουδείς ξέρει, που ετάφη. Ήταν 17 Ιανουαρίου 356 μ.Χ. Έζησε 105 χρόνια.
Απολυτίκιον Ήχος δ .
Τον ζηλωτήν Ηλίαν τοις τρόποις μιμούμενος’ τω Βαπτιστή ευθείαις ταις τρίβοις επόμενος πάτερ Αντώνιε, της ερήμου γέγονας οικιστής, και την οικουμένη εστήριξας ευχαίς σου. Διο πρέσβευε Χριστώ τω θεώ, σωθίναι τος ψυχάς ημών.