Τρίτη 4 Μαΐου 2021

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΕΣ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ

 

Αποδείξεις ζητά ο σύγχρονος άνθρωπος για την πίστη. Στην αγωνία του, αυτήν που παραδέχεται και αυτήν που προσποιείται ότι δεν έχει, για τον θάνατο και το αν υπάρχει αιώνια ζωή, επικαλείται την ανάγκη του να γνωρίζει αληθινά τι συμβαίνει και τι θα συμβεί στο επέκεινα. Γι’ αυτό και στους καιρούς μας η απιστία περισσεύει. Η πίστη όμως ουδέποτε θα πάψει να διακηρύττει την ανάσταση του Χριστού μας ως τη μοναδική απάντηση, η οποία δίνει νόημα ζωής και αιωνιότητας στον αναζητητή άνθρωπο. Και θα επικαλείται τεκμήρια τα οποία αυτός που θέλει μπορεί να επιβεβαιώσει την αυθεντικότητά τους μέσα στον χρόνο.

Η μαρτυρία των αποστόλων

Το πρώτο τεκμήριο είναι η μαρτυρία των αποστόλων. «Μετά τον θάνατό του ο Χριστός παρουσιάστηκε σ’ αυτούς ζωντανός με πολλές αποδείξεις. για σαράντα μέρες τους εμφανιζόταν και τους μιλούσε σχετικά με τη βασιλεία του Θεού» (Πραξ. 1, 3). Οι απόστολοι δεν επινόησαν το γεγονός της αναστάσεως. Το έζησαν στις αλλεπάλληλες συναντήσεις με τον αναστάντα Χριστό. Βεβαιώθηκαν ψηλαφώντας τον, βλέποντάς τον να γευματίζει μαζί τους, να συζητά, να τους ενθαρρύνει, να προλέγει τον ερχομό του Αγίου Πνεύματος, την πορεία όλου του κόσμου προς τη βασιλεία του Θεού. Και μοιράστηκαν αυτή τη χαρά με όλους τους ανθρώπους, οι οποίοι στην συνέχεια μαθήτευσαν κοντά τους, βαπτίστηκαν, έζησαν τη ζωή της πίστης. Των αποστόλων μαθητές είμαστε κι εμείς, ως μέλη της μίας, αγίας, αποστολικής και καθολικής ’Εκκλησίας. Αυτό σημαίνει ότι δεχόμαστε την εμπειρία του αναστάντος Χριστού, εμπιστευόμενοι τον λόγο και το παράδειγμά τους. Και μετέχουμε στη χαρά τους, που γίνεται χαρά μας!

Η ομολογία των αγίων

Το δεύτερο τεκμήριο είναι η ομολογία των αγίων της πίστης μας. Μάρτυρες, ασκητές, κληρικοί και λαικοί, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, αφιερώθηκαν στον Χριστό μέχρι θανάτου. Δεν λύγισαν μπροστά στη δύναμη τριών μεγάλων εξουσιών. Η πρώτη είναι η κοσμική, η οποία συνέχισε να σταυρώνει με διάφορους τρόπους όσους πίστευαν στον αναστάντα, δίδοντας τον στέφανο του μαρτυρίου του αίματος, του μαρτυρίου της περιφρόνησης και των υβρισμών, της εξορίας από τα τερπνά της ζωής. Η δεύτερη είναι αυτή που θεωρεί ως σκοπό του ανθρώπου το να ευχαριστηθεί τη ζωή του με βάση τα αγαθά και τις ηδονές του πολιτισμού κάθε εποχής, όταν διατυπώνει το ερώτημα: «πως μπορεί ο καθένας να ευτυχήσει;». Κι αυτή η εξουσία προβάλλει το γεγονός ότι μια φορά μονάχα ζούμε και η πίστη ζητά να πορευτούμε με στερήσεις των αγαθών, των δικαιωμάτων, των απολαύσεων στο όνομα μιάς ανάστασης η οποία θα αργήσει να έρθει. Η τρίτη είναι αυτή του φόβου, ότι ο θάνατος μας οδηγεί στον μηδενισμό, στην ανυπαρξία, στο τίποτα, και ποιος ο λόγος να πιστεύουμε; Οι άγιοί μας όμως νίκησαν και τις τρεις εξουσίες, γιατί έζησαν την εμπειρία της παρουσίας του Χριστού. Τον κοινωνούσαν στα μυστήρια της Εκκλησίας. Τον ζούσαν στην αγάπη προς τους συνανθρώπους τους. Είχαν την μυστική χαρά της προσευχής. Έβλεπαν τα θαύματα τα οποία γίνονταν στο όνομα του αναστάντος. Και με θάρρος πορεύτηκαν εναντίον του κοσμοκράτορος του αιώνος τούτου, δείχνοντας ότι «πύλαι Άδου ου κατισχύσουσι της Εκκλησίας» (Ματθ. 16,18) και της πίστης που αυτή δείχνει!

Η δύναμη της συγχώρησης

Το τρίτο τεκμήριο είναι η εξάπλωση του Ευαγγελίου του αναστάντος Χριστού όχι διά της βίας και των πολέμων, αλλά διά της αγάπης και της συγχώρησης. Ο κόσμος ευαγγελίσθηκε βλέποντας τους χριστιανούς να αγαπούν τους εχθρούς τους. Να επιλέγουν αντί της εκδίκησης την προσευχή για όσους τους αδικούσαν, για όσους τους ταλαιπωρούσαν, τους βασάνιζαν, τους θανάτωναν. Να προσφέρονται στη διακονία του πλησίον τους, θυσιάζοντας και τον ίδιο τον εαυτό τους. Να υπομένουν, να ανέχονται, να δίδουν κι ας μην έπαιρναν τίποτε ως ανταπόδοση. Αυτό το ήθος της αγάπης και της συγχώρησης άλλαξε τον κόσμο, την πορεία της ανθρώπινης ιστορίας, τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι έβλεπαν τον συνάνθρωπό τους. Αυτό το ήθος πηγάζει από την προσευχή του Χριστού επάνω στον σταυρό στον Πατέρα του να συγχωρέσει τους σταυρωτές του, πηγάζει από τον πανάγιο τάφο στον οποίο ο Τριαδικός Θεός συγχώρεσε την ανθρώπινη αμαρτία και αποστασία, πηγάζει από την ελπίδα ότι ο αναστάς Κύριος θα συγχωρέσει εμάς που συγχωρούμε όλους όσοι μας οφείλουν!

Οι αναστάσιμες αποδείξεις μπορεί να μην πείσουν όσους θέλουν να βλέπουν τη ζωή με βάση τις αισθήσεις και τον ορθολογισμό. Αυτούς που έχουν εμπιστοσύνη στις δικές τους δυνάμεις, στα ανθρώπινα κατορθώματα, στην πεποίθηση ότι μόνο για το σήμερα υπάρχουμε. Όσοι όμως μετέχουμε στη χαρά της Ανάστασης, όσοι υψώνουμε τις λαμπάδες μας δείχνοντας ότι και στα χέρια μας και στην καρδιά μας κρατάμε τη λάμψη του νικητή του θανάτου, όσοι τον κοινωνούμε αναστημένο και τον αφήνουμε να κατοικήσει στις καρδιές μας, βεβαιώνουμε την ανθρωπότητα με τη θριαμβευτική, χαρούμενη και ελπιδοφόρα κραυγή: Χριστός ανέστη! Αληθώς ανέστη! Κι εμείς μαζί του!

 

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ

 Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ: ΣΧΟΛΙO  ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ (20:19-20)

Στα κείμενα του Ευαγγελίου μετράμε έντεκα εμφανίσεις του Χριστού μετά την Ανάσταση  προς τους μαθητές του. Όλες με ένα σκοπό: να τους βοηθήσει να πιστέψουν και να βεβαιωθούν για το γεγονός της Αναστάσεως. Έχει αξία να καταλάβουμε αυτή την προσπάθεια του Χριστού, διότι πιστοποιεί το γεγονός ότι η πίστη στην εν νεκρών Ανάσταση δεν είναι μια απλή υπόθεση διανοητικής παραδοχής. Η ανάσταση δεν χωνεύεται με το μυαλό, αλλά αποκαλύπτεται εν Αγίω Πνεύματι σε εκείνους που ειλικρινά αναζητούν τον Χριστό.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι σημερινοί άνθρωποι αποδέχονται την αξία και σημασία της διδασκαλίας του Χριστού αλλά δυσκολεύονται αφάνταστα να πιστέψουν ότι αναστήθηκε από τους νεκρούς. Εάν για τους μαθητές Του, που είχαν ζήσει μαζί Του, είχαν ακούσει τις θείες διδασκαλίες Του και είχαν βιώσει τα θαύματα Του ήταν τόσο δύσκολο να πιστέψουν στην ανάσταση (βλ. Λκ. 24:11· Μτ 28:17), φανταστείτε πόσο δύσκολο είναι για όλους εμάς, τους σύγχρονους πιστούς που η πίστη μας δεν είναι δυνατή και συμπαγής αλλά ραγισμένη. Η πίστη, ωστόσο, δεν είναι απλά ανθρώπινη ενέργεια. Κυρίως και πρωτίστως είναι δωρεά του Αγίου Πνεύματος, αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο.

Το γεγονός λοιπόν της Αναστάσεως του Χριστού, το οποίο είναι η βάση και το θεμέλιο της χριστιανικής πίστης και Εκκλησίας, «Εἰ δὲ Χριστός οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ὑμῶν» (Α΄ Κορ. 15:17), δεν είναι αποτέλεσμα μιας λογικής και νοησιαρχικής παραδοχής, αλλά δωρεάς του Αγίου Πνεύματος. Δεν πιστεύει κάποιος επειδή μαθαίνει να απαγγέλει το Σύμβολο της Πίστεως, ως μια ιδεολογική διακήρυξη νοητικών σχημάτων, αλλά διότι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος έχει ανοίξει την ύπαρξη του, σε μια ζωή ελευθερίας και χάριτος, εκτός και πέραν των ανθρώπινων ορίων.

Το γεγονός λοιπόν της Αναστάσεως του Χριστού, το οποίο είναι η βάση και το θεμέλιο της χριστιανικής πίστης και Εκκλησίας, «Εἰ δὲ Χριστός οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ὑμῶν» (Α΄ Κορ. 15:17), δεν είναι αποτέλεσμα μιας λογικής και νοησιαρχικής παραδοχής, αλλά δωρεάς του Αγίου Πνεύματος. Δεν πιστεύει κάποιος επειδή μαθαίνει να απαγγέλει το Σύμβολο της Πίστεως, ως μια ιδεολογική διακήρυξη νοητικών σχημάτων, αλλά διότι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος έχει ανοίξει την ύπαρξη του, σε μια ζωή ελευθερίας και χάριτος, εκτός και πέραν των ανθρώπινων ορίων.

Η πίστη είναι αποκάλυψη του Θεού στην ανθρώπινη καρδιά, η οποία σαφέστατα χρειάζεται την ανθρώπινη συνέργεια και συγκατάβαση, ως πράξη μετοχής και ελευθερίας, αλλά που σε καμία περίπτωση δεν αρκεί από μόνη της δίχως την παρουσία του Πνεύματος. Η σωτηρία δεν κερδίζεται αλλά δωρίζεται από τον Θεό. Ποια στιγμή αντιλήφθηκαν οι μαθητές ότι ο άνθρωπος που είχαν μπροστά τους ήταν ο Κύριος τους; Όταν ο Χριστός άρχισε να ερμηνεύει τις γραφές και να τεμαχίζει τον άρτο. Δηλαδή στην ερμηνεία του Λόγου και στην κλάση του Άρτου. Στη Θεία Ευχαριστία. Αυτό το γεγονός πιστοποιεί την παραπάνω θέση μας ότι η πίστη στην Ανάσταση είναι δωρεά του Αγίου Πνεύματος και όχι δικό μας κατόρθωμα.

Θα τους συναντήσει εκεί που βρίσκονται και όχι σε μια ιδεατή συνθήκη, αλλά στην πραγματικότητα τους, επειδή ο Θεός αγαπάει να μας συναντά στην αλήθεια μας όσο φρικτή κι εάν είναι αυτή. Εκείνο που αποστρέφεται δεν είναι το λάθος ή η αμαρτία μας, αλλά το ψέμα και η αλαζονεία μας, ιδιαιτέρως όταν αυτή φτιασιδώνεται με θρησκευτικό περίβλημα.

Αξίζει να σταθούμε σε μια από τις πολλές αναστάσιμες εμφανίσεις του Χριστού προς τους μαθητές του που αναφέρεται στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη (20:19-20) και να συνάξουμε κάποια σημαντικά και ωφέλιμα συμπεράσματα.: «Την ίδια εκείνη μέρα, δηλαδή την πρώτη μέρα μετά το Σάββατο, όταν βράδιασε κι ενώ οι μαθητές ήταν συγκεντρωμένοι κάπου με κλειστές τις πόρτες, επειδή φοβούνταν τις ιουδαϊκές αρχές, ήρθε ο Ιησούς, στέκεται στη μέση και τους λέει: “Ειρήνη σ’ εσάς”. Κι όταν το είπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια και την πλευρά του. Οι μαθητές χάρηκαν που είδαν τον Κύριο».

Κατ’ αρχάς ας ξεκινήσουμε από την εικόνα των φοβισμένων μαθητών. Έχουν υποστεί ένα βαθύ τραύμα. Ο διδάσκαλός τους είναι νεκρός. Εκείνος στον οποίο πίστεψαν και άφησαν τα πάντα για να ακολουθήσουν δεν ζει, έχει πεθάνει και μάλιστα με τρόπο ατιμωτικό και φρικτό. Όλα τελείωσαν. Ο φόβος έχει κυριέψει τις υπάρξεις τους και κρύβονται σε διάφορα σπίτια φοβούμενοι συλλήψεις και διαπόμπευση. Εκεί ακριβώς λοιπόν, στο σπίτι που κρυβόντουσαν, στην κρυψώνα των φόβων και των ανασφαλειών τους, θα εμφανιστεί ανάμεσά τους ο Χριστός. Θα τους συναντήσει εκεί που βρίσκονται και όχι σε μια ιδεατή συνθήκη, αλλά στην πραγματικότητα τους, επειδή ο Θεός αγαπάει να μας συναντά στην αλήθεια μας όσο φρικτή κι εάν είναι αυτή. Εκείνο που αποστρέφεται δεν είναι το λάθος ή η αμαρτία μας, αλλά το ψέμα και η αλαζονεία μας, ιδιαιτέρως όταν αυτή φτιασιδώνεται με θρησκευτικό περίβλημα.

Πρέπει να γίνει απόλυτα ξεκάθαρο μέσα μας, ότι ο Θεός δεν ζητάει να γίνουμε αυτό που δεν είμαστε, αλλά να αποδεχθούμε αυτό που όντως είμαστε. Ο Θεός είναι πρόσωπο και μονάχα ως πρόσωπα μπορούμε να σχετιστούμε μαζί Του. Όσο περισσότερο είμαστε ο εαυτός μας, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες αυτής της συγκλονιστικής συνάντησης μαζί Του.

Η καθημερινότητα του βίου μας, με τις χαρές και λύπες της, με τις νίκες και ήττες της, είναι ο μόνο χώρος που ο Θεός εισέρχεται για να συναντηθεί μαζί μας. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι τον Θεό δεν τον τρομάζει η αμαρτία μας αλλά η αλαζονεία της αρετής μας. Η προσπάθεια να φανούμε κάτι άλλο από αυτό που στην πραγματικότητα είμαστε. Ο σπουδαίος Αμερικανός θεολόγος Stanley Hauerwas σε ένα βιβλίο του για την προσευχή (βλ. Prayers Plainly Spoken), αναφέρει ότι δεν θα μπορούσε να προσεύχεται με άλλο τρόπο, λέξεις και ύφος εκτός από εκείνο με το οποίο καθημερινά ζει και πολιτεύεται, διότι διαφορετικά θα ήταν ψεύτικος. Πώς μπορεί αλήθεια κάποιος να συναντήσει τον μόνο Αληθινό, όταν υποκρίνεται κάτι που δεν είναι; Πρέπει να γίνει απόλυτα ξεκάθαρο μέσα μας, ότι ο Θεός δεν ζητάει να γίνουμε αυτό που δεν είμαστε, αλλά να αποδεχθούμε αυτό που όντως είμαστε. Ο Θεός είναι πρόσωπο και μονάχα ως πρόσωπα μπορούμε να σχετιστούμε μαζί Του. Όσο περισσότερο είμαστε ο εαυτός μας, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες αυτής της συγκλονιστικής συνάντησης μαζί Του. Η γυμνότητα της αλήθεια μας είναι το μόνο ρούχο το οποίο μπορούμε να φοράμε ενώπιον του Θεού. Ο Νυμφίος Χριστός έρχεται μέσα στην νύχτα της ζωής μας, και ζητάει να φωτίσει τα  σκοτάδια μας, με το ανέσπερο φως της Αναστάσεως Του.

«Η εις Άδου κάθοδος», Εικόνα του Ρώσου αγιογράφου Γρηγορίου Kroug (1907-1969).
Εικαστικό θέμα: «Η εις Άδου κάθοδος», Εικόνα του Ρώσου αγιογράφου Γρηγορίου Kroug (1907-1969).

Υπάρχει όμως κι έναν άλλος λόγος που ο αναστημένος Χριστός στέκεται ανάμεσα στους μαθητές του. Διότι με αυτόν τον τρόπο θέλει πάντες, όλοι να βιώσουν την εμπειρία της Αναστάσεως, να δουν και να γευθούν ότι είναι ένα αληθινό γεγονός. Δεν κρύβεται, αλλά φανερώνεται μπροστά σε όλους. Αυτή είναι μια εσχατολογική εικόνα. Ο Χριστός είναι Εκείνος που συνάσει και ενώνει τον διασκορπισμένο λαό του Θεού. Είναι Εκείνος που ενώνει την διαιρεμένη ανθρωπότητα αλλά και την κτίση ολάκερη. Στο πρόσωπο του ενώνονται τα πάντα. Επομένως ο Χριστός στέκεται ανάμεσα στους μαθητές ώστε με αυτόν τον τρόπο να φανερώσει ένα κάλεσμα και μια ένωση από την οποία κανείς δεν εξαιρείται. Πάντες θα ενωθούμε με το αναστημένο σώμα του Χριστού, κανείς δεν θα μείνει εκτός αυτής της ενώσεως, διότι ο Χριστός είναι το αρχέτυπο, η συμπερίληψη και ανακεφαλαίωση της σύνολης Δημιουργίας.

Κάθε αληθινή αγάπη είναι σταυρωμένη. Κάθε γνήσια αγάπη περνάει μέσα από την θυσία, διαφορετικά είναι ένα ρομαντικό αφήγημα ή μια νόθα ιδεολογία.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι αυτά τα φοβισμένα πλάσματα, που κρύβονται δια τον φόβο των Ιουδαίων (Ιω. 20:19), που δυσπιστούν και απορούν στα λεγόμενα των μυροφόρων γυναικών, μέσα σε λίγες μέρες θα μεταμορφωθούν σε μάρτυρες και ομολογητές της Αναστάσεως. Θα κηρύξουν το Ευαγγέλιο και θα σταθούν με παρρησία μπροστά σε ισχυρούς βασιλείς και εξουσίες. Θα αντιμετωπίσουν φρικτά βασανιστήρια και απειλές, και στο τέλος οι περισσότεροι θα δώσουν τη ζωή τους για να υποστηρίξουν την Ανάσταση του Χριστού. Τι άλλαξε; Τι ήταν εκείνο που σκόρπισε τον φόβο και έφερε ακλόνητη πίστη και παρρησία στη ζωή τους; Σαφέστατα η εμπειρία της Αναστάσεως. Ο Χριστός εμφανιζόμενος ανάμεσα τους, τους δίνει την Ειρήνη Του:  «καὶ λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν…». Χαρίζει την αναγεννητική δύναμη και παρουσία του Αγίου Πνεύματος μέσα στις καρδιές τους, σκορπίζοντας τον φόβο και φέρνοντας την πίστη και την ελπίδα. Οι μαθητές είδαν, μίλησαν και ακούμπησαν τον αναστημένο Χριστό. Η ανάσταση Του ήταν αλήθεια. Είχε εγερθεί εκ των νεκρών. Στο πρόσωπο του η ζωή είχε νικήσει τον θάνατο.

Η ανάσταση είναι η απάντηση του Θεού στο κακό και την αδικία, στο θάνατο και την απειλή του μηδενός. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο, κανείς σταυρωμένος της ιστορίας να μην μείνει δίχως ανάσταση. Πάντες στο πρόσωπο του Αναστημένου Χριστού να γευθούν την αιώνια βασιλεία του Θεού, βασίλεια αγάπης, χαράς και ενότητας. Δίχως πόνο και δάκρυ, δίχως την αγωνία της απώλειας.

Ο Χριστός σ’ αυτή τη συνάντηση με τους μαθητές θα κάνει και μια άλλη κίνηση που έχει το δικό της βαθύ συμβολισμό. Θα τους δείξει τις πληγές και τα σημάδια της θυσίας του. Τι χρειάζεται αυτή η κίνηση; Είναι ο ίδιος ζωντανός ανάμεσα τους, γιατί χρειάζεται να φανερώσει τις πληγές του Σταυρού; Η πράξη αυτή του Χριστού γίνεται διότι θέλει να σκορπίσει και την τελευταία ελάχιστη αμφιβολία των μαθητών ότι μπορεί να μην είναι Εκείνος, ότι ίσως είναι ένα φάντασμα, μια ψευδαίσθηση της προσδοκίας τους. Με την κίνηση Του να δείξει τις πληγές του Σταυρού είναι σαν να τους φωνάζει: δείτε εγώ είμαι, ο Κύριος σας ορίστε τα σημάδια της αγάπης και της θυσίας μου. Κάθε αληθινή αγάπη είναι σταυρωμένη. Κάθε γνήσια αγάπη περνάει μέσα από την θυσία, διαφορετικά είναι ένα ρομαντικό αφήγημα ή μια νόθα ιδεολογία.

Ο Χριστός τους καλεί να κοιτάξουν τις πληγές Του, τα σημάδια του Σταυρού, και μέσα εκεί να δουν τις αμαρτίες του κόσμου, όλο το κακό και την αδικία, που όμως δεν μπόρεσε να νικήσει και να καταστρέψει το σχέδιο του Θεού. Ας μην ξεχνάμε ότι η ανάσταση δεν είναι ένα ορθολογικό ιστορικό παράγωγο. Δεν ήρθε ως φυσική συνέχεια. Αλλά ως παράδοξο, έκπληξη και ολική ανατροπή του Θεού σε μια ιστορία μίσους και κακίας. Με την προδοσία και τη δίκη του Χριστού, με τα μαρτύρια και τον σταυρικό Του θάνατο, φαινομενικά το κακό κυριαρχεί. Όμως ο Θεός δεν έχει πει την τελευταία λέξη. Η ανάσταση είναι η απάντηση του Θεού στο κακό και την αδικία, στο θάνατο και την απειλή του μηδενός. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο, κανείς σταυρωμένος της ιστορίας να μην μείνει δίχως ανάσταση. Πάντες στο πρόσωπο του Αναστημένου Χριστού να γευθούν την αιώνια βασιλεία του Θεού, βασίλεια αγάπης, χαράς και ενότητας. Δίχως πόνο και δάκρυ, δίχως την αγωνία της απώλειας.

Ανάσταση σημαίνει το φιλί να πάρει και πάλι την γεύση που είχε πριν την προδοσία. Ανάσταση σημαίνει να πάρουμε πίσω όσα ύπουλα έκλεψε ο θάνατος από το βλέμμα μας. Όλους εκείνους και εκείνα που βίαια μας στέρησε, πρόσωπα και πράγματα, στιγμές και σιωπές, δειλινά και χαραυγές. Ανάσταση σημαίνει δικαιοσύνη για όλους τους σταυρωμένους της γης.

Γιατί Ανάσταση σημαίνει να μπορώ να σε φιλώ και να σ’ αγκαλιάζω δίχως ο θάνατος να τρυπώνει από τις χαραμάδες των χεριών μου. Ανάσταση σημαίνει το φιλί να πάρει και πάλι την γεύση που είχε πριν την προδοσία. Ανάσταση σημαίνει να πάρουμε πίσω όσα ύπουλα  έκλεψε ο θάνατος από το βλέμμα μας. Όλους εκείνους και εκείνα που βίαια μας στέρησε, πρόσωπα και πράγματα, στιγμές και σιωπές, δειλινά και χαραυγές. Ανάσταση σημαίνει δικαιοσύνη για όλους τους σταυρωμένους της γης. Το βράδυ της Ανάστασης, εκεί στις εκκλησιές, στα κεριά και τις αγκαλιές ο θάνατος υποκύπτει. Ο Χριστός σκορπά το φως και την ελπίδα σε στήθη βαριά ως μνήματα. Κατεβαίνει στον Άδη της καρδιάς, στην πιο σκοτεινή ώρα της ψυχής μας, λίγο πριν την ολική απόγνωση, και κηρύττει ότι η ζωή κέρδισε τον θάνατο. Ο Χριστός γίνεται η απαρχή της αιώνιας βασιλείας Του Θεού. «Χριστός Ανέστη» ακούγεται ως ιαχή αιώνιας νίκης απέναντι στο θάνατο, που πλέον δεν θα μπορεί να χαλάσει εκείνο που θα κτίσει η αγάπη.


πρωτοπρεσβύτερος Χαράλαμπος Λίβυος Παπαδόπουλος

OΛΗ Η ΔΥΝΑΜΗ ΕΓΚΕΙΤΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ!

 

 Όταν η καρδιά είναι φως, όλος ο άνθρωπος νιώθει άνετα και ευχάριστα. Όταν η καρδιά είναι βαριά, νιώθει δυστυχισμένος.

Στην Εκκλησία, ο Θεός αγγίζει τις καρδιές μας, τις καθαρίζει με τη χάρη Του και τις υποτάσσει στον «χρηστόν» ζυγό Του.

Όταν η καρδιά λάμπει στο φως του Θεού, είναι έτοιμος ο άνθρωπος να κινηθεί και να εκδηλωθεί χαρωπά»…

…«Η ζωή της καρδιάς είναι η αγάπη, ενώ η κακία απέναντι στον αδελφό μας είναι ο θάνατος της καρδιάς. Ο Κύριος μας κρατά ακόμη πάνω στη γη, ώσπου η αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον να διαποτίσει όλη τη καρδιά μας. Αυτό είναι που περιμένει από όλους εμάς. Άλλο προορισμό δεν έχουμε»…

… «ΌΤΑΝ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΑΣ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΗΓΑΖΕΙ ΚΑΘΕ ΛΕΞΗ ΤΗΣ ΚΑΤΕΥΘΕΙΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ και κάθε μια απ’ αυτές τις λέξεις να διατηρεί όλη τη δύναμη του περιεχομένου της. Αν αφήσουμε να εξατμιστεί η ουσία ενός φαρμάκου, το φάρμακο αυτό παύει να είναι σωτήριο για τη σωματική μας υγεία.

Έτσι και κατά την προσευχή. Αν λέμε τα λόγια της μη προσέχοντας στο ζωοποιό νόημά τους, μη νιώθοντας την αλήθεια τους στην καρδιά μας, δεν θα αποκομίσουμε ωφέλεια από την προσευχή. Γιατί η αληθινή, η καρποφόρος προσευχή γίνεται μονάχα όταν είναι προσευχή «εν πνεύματι και αληθεία».

Τα λόγια της προσευχής αντιστοιχούν στα συστατικά στοιχεία ενός φαρμάκου.

Το καθένα έχει τη δική του δύναμη και όλα μαζί αποτελούν τη θεραπευτική δόση που χρειάζεται το άρρωστο σώμα μας. Όπως οι φαρμακοποιοί φυλάνε σε κλειστό μπουκάλι ένα παρασκεύασμα ιαματικό, για να μην εξατμισθεί η δύναμή του, έτσι και εμείς πρέπει να κάνουμε με τα λόγια της προσευχής.

Να φυλάμε τη δύναμή τους στον κλειστό χώρο της καρδιάς μας, για να τα προφέρουμε με όλη τη δύναμή τους άθικτα και ακέραια»…

…«Όταν προσεύχεσαι στον Κύριο, τη Θεοτόκο ή τους Αγίους, να θυμάσαι πάντοτε οτι ο Θεός θα σου απαντήσει ανάλογα με τη διάθεση της καρδιάς σου.

«ΔΩΗ ΣΟΙ ΚΥΡΙΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ».

Ανάλογο με την καρδιά θα είναι και το δώρημα.

Προσεύχεσαι με πίστη, άδολα, ολόψυχα;

Το δώρημα που θα λάβεις, θα είναι σύμφωνο με την πίστη σου, θα αντιστοιχεί στη θερμότητα της καρδιάς σου.

Και, αντίθετα. Όσο πιο πολύ είναι η καρδιά σου ψυχρή, όσο πιο αδύνατα πιστεύεις, τόσο λιγότερο αποδοτική θα αποδειχθεί η προσευχή σου. Και, επιπλέον, θα λυπήσεις τον Κύριο, που είναι Πνεύμα και απαιτεί να Τον λατρεύουμε «εν πνεύματι και αληθεία»…

…«Όταν προσεύχεσαι για διάφορα προσφιλή πρόσωπα (ζώντες ή κεκοιμημένους), να προφέρεις τα ονόματά τους με ολοκάρδια θέρμη. Σε όλες τις περιπτώσεις αιτημάτων, που κάνεις, ας βγαίνει η προσευχή σου μεσ’ από τα βάθη της καρδιάς. Μ’ αυτή την προϋπόθεση, «ό εάν θέλητε, αιτήσασθε και γενήσεται υμίν».

«ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΠΟΥ ΔΙΝΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ, ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ ΝΑ ΑΝΑΠΤΥΣΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΝΟΙΑ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ. Πρέπει να έχουμε συγκεντρωμένο το ενδιαφέρον μας στην καρδιά, γιατί η καρδιά είναι ζωή, αλλά ζωή φθαρμένη από την αμαρτία.

Είναι ανάγκη να καθαρίσουμε αυτή την πηγή της ζωής, να ανάψουμε στην καρδιά τη φλόγα της ζωής, ώστε να καίει και να λάμπει αέναα, χωρίς να σβήνεται.

Η κοινωνία είναι διεφθαρμένη ακριβώς γιατί της λείπει η χριστιανική αγωγή».

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΡΑΦΑΗΛ,ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ

 Πηγή:www.vstrebenis.gr/

Οι Άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος και Ειρήνη συγκαταλέγονται στη χορεία των Νεοφανών Αγίων και μάλιστα εκείνων που μαρτύρησαν το 1463, δέκα χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Σχετικά με το βίο τους γνωρίζουμε λίγα πράγματα. Οι πρώτες πληροφορίες για την ύπαρξη των Αγίων ιστορούνται με θαυματουργικό και αποκαλυπτικό τρόπο από το έτος 1959.
Στις 23 Ιουνίου 1959, κατά την διάρκεια εργασιών αποκατάστασης ενός ναϋδρίου σ’ έναν λόφο κοντά στο χωριό Θερμή της Λέσβου, ο εργάτης Δούκας Τσολάκης ανακάλυψε έναν τάφο με οστά αγνώστων. Άνθρωπος ολιγόπιστος τότε και ανευλαβής παράτησε τα τίμια λείψανα στην ρίζα ενός δένδρου, περιγελώντας τα. Γρήγορα όμως τιμωρήθηκε και μπόρεσε να κινήσει ξανά τα χέρια του μόνον αφού έκανε το σημείο του Σταυρού, για πρώτη φορά μετά είκοσι επτά χρόνια. Είδε κατόπιν τον ίδιο τον άγιο Ραφαήλ κοντά στο ναΰδριο, μετεστράφη από την απιστία του και έγινε διάπυρος κήρυκας της χάριτος του νεοφανούς αυτού αγίου του Θεού. Προηγουμένως, η σύζυγός του Μαρία υπήρξε μάρτυς της εμφάνισης στο υπό κατασκευή ναΰδριο ενός ιερομόναχου με επιβλητικό παράστημα, ο άνδρας της όμως την είχε αποπάρει. Έκτοτε, ο άγιος εμφανίστηκε πολλές φορές στον ύπνο και στο ξύπνιο, στην σύζυγο του ιδιοκτήτη του χωραφιού και σε άλλες ευλαβείς γυναίκες του χωριού, καθώς και σε παιδιά και σε ώριμους άνδρες, χωρίς να υπάρξει προσυνεννόηση μεταξύ των προσώπων αυτών. Σε άλλους ο άγιος εμφανιζόταν χωρίς να μιλά, ως ιερομόναχος, φορώντας άμφια η ράσο. Σε άλλους αποκάλυπτε το όνομά του, λέγοντας: «Λέγομαι Ραφαήλ» και τους ανήγγειλε ότι ήταν πλέον καιρός να τον τιμήσουν μαζί με τους συναθλητές του, να φιλοτεχνήσουν εικόνα του και να εορτάζουν την μνήμη του την Τρίτη της Διακαινησίμου, διότι επρόκειτο να επιτελέσει πολλά θαύματα. Σε άλλους εμφανίστηκε συνοδευόμενος από την Παναγία και την αγία Παρασκευή και διηγιόταν λεπτομερώς το μαρτύριό του, οι δε διηγήσεις συμφωνούσαν απόλυτα μεταξύ τους. Ο τάφος και το λείψανο του Αγίου Νικολάου ανακαλύφθηκαν στις 13 Ιουνίου 1960.
Ο Άγιος Ραφαήλ καταγόταν από τους Μύλους της Ιθάκης και γεννήθηκε το έτος 1410. Το κοσμικό του όνομα ήταν Γεώργιος Λάσκαρης η Λασκαρίδης. Ο πατέρας του ονομαζόταν Διονύσιος και η μητέρα του Μαρία ήταν δε πολύ ευσεβείς άνθρωποι και έδωσαν στον Γεώργιο χριστιανική ανατροφή και μεγάλη μόρφωση. Χάρη στον σύζυγο της αδελφής του φεύγει στα 13 χρόνια του στον Μυστρά για σπουδές στην Δυτική και μετέπειτα Ελληνική φιλοσοφία. Παρακολουθεί και ιατρική που του άρεσε ιδιαίτερα.
Πριν γίνει κληρικός είχε σταδιοδρομήσει στο βυζαντινό στρατό και έφτασε μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Σε ηλικία τριάντα πέντε ετών γνώρισε έναν ασκητικό και σεβάσμιο γέροντα, τον Ιωάννη, ο οποίος τον προσείλκυσε στην εν Χριστώ ζωή. Κάποια Χριστούγεννα ο γέροντας κατέβηκε από τον τόπο της ασκήσεώς του, για να εξομολογήσει και να κοινωνήσει τους στρατιώτες, και κήρυξε το λόγο του Θεού. Τότε ο αξιωματικός Γεώργιος, όταν ο γέροντας κατέβηκε πάλι τα Θεοφάνεια, αποχαιρέτησε τους στρατιώτες και τον ακολούθησε.
Μετά την κουρά του σε μοναχό χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, τιμήθηκε δε και με το οφφίκιο του αρχιμανδρίτη και του πρωτοσυγκέλλου. Μαζί με τις άλλες αποκαλύψεις ο Άγιος Ραφαήλ ανέφερε ότι απεστάλη από τον Οικουμενικό Πατριάρχη στην Δύση, στην πόλη της Γαλλίας που ονομάζεται Μορλαί, για να εκπληρώσει την εντολή που του ανατέθηκε. Αυτό έγινε λίγο πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως.
Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τον διάκονο Νικόλαο, ο οποίος έγινε συνεργάτης του και πνευματικό του τέκνο. Η καταγωγή του ήταν από την Θεσσαλονίκη. Ήταν πλουσιόπαιδο ο Νικόλαος, παιδί συμβολαιογράφου που τον έστειλαν οι γονείς του να σπουδάσει σε γαλλικό πανεπιστήμιο Ιατρική. Συγκινημένος από την χριστιανική διδασκαλία ο νεαρός σπουδαστής Νικόλαος, εγκατέλειψε την κοσμική ζωή και τον ακολούθησε. Γύρισε μαζί του στην Ελλάδα και ασπάστηκε το Μοναχικό βίο. Ουδέποτε χωρίστηκαν έκτοτε, εκτός όταν χώριζαν για να διαδώσουν τον λόγο του Θεού.
Ακόμη απεκάλυψε ο άγιος Ραφαήλ ότι κήρυξε το λόγο του Ευαγγελίου στην Αθήνα, στο λόφο που είναι το μνημείο του Φιλοπάππου. Δίδαξε ως εφημέριος και ιεροκήρυκας για λίγο στο ναό του Αγίου Δημητρίου Μυροβλύτη που κατόπιν ονομάστηκε, Λουμπαρδιάρης.
Λίγα χρόνια πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, περί το έτος 1450, ο Άγιος βρέθηκε μετά από περιπλανήσεις στην περιοχή της Μακεδονίας και μόναζε εκεί. Κοντά στον Άγιο Ραφαήλ βρισκόταν εκείνο το διάστημα ο Άγιος Νικόλαος ως υποτακτικός. Ο Νικόλαος εκάρη μοναχός και στη συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος.
Μόλις έπεσε η Κωνσταντινούπολη στα χέρια των Τούρκων, οι οποίοι εισέβαλαν ορμητικά στη Θράκη, και καταλύθηκε οριστικά η βυζαντινή αυτοκρατορία, ο φόβος για γενικούς διωγμούς κατά των Χριστιανών στάθηκε ως αφορμή να καταφύγει ο Άγιος Ραφαήλ με τη συνοδεία του από το λιμάνι της Αλεξανδρουπόλεως στη Λέσβο, που ήταν το ασφαλέστερο νησί την εποχή εκείνη.
Η επιλογή της Λέσβου δεν είναι καθόλου τυχαία καθώς το νησί αυτό: απολάμβανε ακόμα υψηλών προνομίων από τον Σουλτάνο, είχε ηγεμόνα δίκαιο και σεβάσμιο απέναντι στους Ορθοδόξους και τα μοναστήρια των Ορθοδόξων λειτουργούσαν κανονικά στο Νησί.
Ζήτησαν πληροφορίες για το πού μπορεί να υπάρχει ένα ησυχαστήριο για να μονάσουν και τότε τους υπέδειξαν την Ιερά Μονή των Γενεθλίων της Θεοτόκου που βρισκόταν στον λόφο των Καρυών πάνω από την Λουτρόπολη Θέρμης η οποία με την σειρά της απέχει 14 χιλιόμετρα από την Μυτιλήνη.
Σε μερικές εμφανίσεις του ο Άγιος Ραφαήλ φαίνεται να συνοδεύεται από πολλούς, οι οποίοι διάνυσαν πριν απ’ αυτόν τον ασκητικό βίο στη Μονή των Καρυών, όπως είπε σ’ εκείνους που τα έβλεπαν αυτά. Αποκάλυψε επίσης ότι η μονή αυτή, η οποία ήταν γυναικεία, υπέστη επιδρομή από τους αιμοχαρείς πειρατές κατά το έτος 1235 μ.Χ. Κατά την επιδρομή εκείνη αγωνίστηκε μαζί με τις άλλες μοναχές τον υπέρ του Χριστού καλό αγώνα η καταγόμενη από την Πελοπόννησο ηγουμένη Ολυμπία και η αδελφή της Ευφροσύνη. Η Ολυμπία τελειώθηκε αθλητικώς στις 11 Μαΐου του έτους 1235, εμφανίσθηκε δε μαζί με τον μεγάλο και θαυματουργό Άγιο Ραφαήλ.
Στον χώρο εκείνο λοιπόν, προϋπήρχε ιστορικό μοναστήρι αφιερωμένο στο Γενέσιο της Θεοτόκου. Μαζί με την Παναγία στο Μοναστήρι τιμούσαν και την Αγία Παρασκευή. Ήταν η 14η Μαρτίου του 1454 όταν έφτασαν στην Θέρμη της Μυτιλήνης με το πλοιάριο. Στη Μονή βρήκε δύο πρόσωπα (Ρουβήμ και Ακίνδυνο) ο Άγιος Ραφαήλ. Στην Μυτιλήνη την περίοδο αυτή επικρατούσε μεγάλη αναταραχή. Το ίδιο και στην υπόλοιπη Ελλάδα και Αιγαίο. Οι Τούρκοι καταλάμβαναν ολόκληρη την Ελλάδα σκοτώνοντας και καταστρέφοντας κάθε στοιχείο πολιτισμού. Ηγούμενος της μονής εξελέγη στη συνέχεια ο Άγιος Ραφαήλ.
Υπό την ηγουμενία του Αγίου Ραφαήλ πάντως, πέρασαν με ειρήνη και ομόνοια 9 χρόνια μέχρι την 17 Σεπτεμβρίου 1462, χάρη στους Γενουάτες που είχαν για χρόνια την κυριαρχία του νησιού. Το μοναστήρι αυτό ήταν το πλέον σημαντικό του νησιού και όλα τα υπόλοιπα υπάγονταν σε αυτό. Ο Άγιος Ραφαήλ φιλοξενούσε και πολλά παιδάκια στο Μοναστήρι τα οποία τάιζε και βοηθούσε στα γράμματα. Με τις ιατρικές του γνώσεις ο Ηγούμενος Ραφαήλ και Διάκονος Νικόλαος προσέφεραν σημαντικές ιατρικές υπηρεσίες και λειτουργούσαν στο Μοναστήρι σαν κέντρο προληπτικής ιατρικής.
Αρχές Σεπτεμβρίου, του 1462 αρχίζει η πολιορκία του νησιού που θα οδηγούσε σε μεγάλη καταστροφή. Μετά από 17 ημέρες πολιορκία, στις 17 Σεπτεμβρίου 1462, το νησί πέφτει μόνιμα πλέον στα χέρια των Τούρκων. Οι Τούρκοι αν και κατέστρεψαν όλα τα Μοναστήρια τον Σεπτέμβριο του 1462, που κατέλαβαν το νησί δεν πείραξαν το Μοναστήρι του Αγίου Ραφαήλ για 6 ολόκληρους μήνες.
Είναι πολύ πιθανό το Μοναστήρι να απολάμβανε ιδιαίτερων προνομίων που έδιδε τότε επιλεκτικά ο πρώτος Πατριάρχης της σκλαβωμένης Πόλης με την συναίνεση του Σουλτάνου σε κάποια Μοναστήρια.
Τον Απρίλιο του 1463 έγινε μια τοπική εξέγερση εναντίον των Τούρκων. Την Μεγάλη Παρασκευή επάνω στο Μοναστήρι βρίσκονταν ο Ηγούμενος Ραφαήλ – Διάκονος Νικόλαος – Προεστός Βασίλειος – Δάσκαλος Θεόδωρος – η σύζυγος αυτού με το μωρό ( Μικρός Ραφαήλ) – η μικρή Ειρήνη – και ένα ακόμη κοριτσάκι η ανεψιά του προεστού Ελένη καθώς και άλλοι Μοναχοί που είχαν φύγει στο βουνό. Ο Άγιος στέλνει στο βουνό με οδηγίες τον επιστάτη Ακίνδυνο και τον μοναχό Σταύρο.
Ο Ηγούμενος Ραφαήλ είχε ήδη κρύψει σε ειδική κρύπτη τα Άγια Σκεύη, Εικόνες και Άμφια. Μαζί με αυτά βρισκόταν και η εικόνα της Παναγίας που είχε φέρει μαζί του ο Άγιος Ραφαήλ στην Λέσβο. Αυτή είναι η κρύπτη και η εικόνα που όλοι ζητούσαν την τριετία των αποκαλύψεων αλλά ποτέ δεν βρήκαν. Η Παναγία δήλωσε τότε σε ενύπνια κατοίκων ότι κάποια ημέρα θα βρεθεί η εικόνα της αλλά από άνθρωπο άλλης γενεάς με μεγάλη πίστη.
Ο Άγιος Ραφαήλ λειτούργησε για τελευταία φορά τη Μεγάλη Πέμπτη. Την Μεγάλη Παρασκευή έβρεχε πολύ δυνατά. Ο ουρανός θρηνούσε τον δεύτερο Γολγοθά. Ο Άγιος Ραφαήλ βγαίνει στην πόρτα της Μονής και αντικρίζει τους Τούρκους που πλησιάζουν. Τους φωνάζει ότι το σώμα του μπορούν να το κάνουν ότι θέλουν η ψυχή του όμως ανήκει στον Θεό του. Σε μια στιγμή ο Άγιος σηκώθηκε όρθιος, τράβηξε από το λαιμό του ένα μεγάλο Σταυρό που φορούσε και τους είπε: «Εμείς αυτόν προσκυνούμε και ποτέ δεν θα τον εγκαταλείψουμε». Τότε εκείνοι άρχισαν να τον τραβούν από τα γένια και να τον σέρνουν στη γη.
Όπως απεκάλυψε ο Άγιος: «Οι Τούρκοι μου έκαναν πολλά μαρτύρια. Πρώτα με χτύπησαν με τα ρόπαλα τους και με έριξαν κάτω παράλυτο. Έπειτα με κεντούσαν με τα κοντάρια τους, με τραβούσαν από τα γένια και με έσερναν καταγής. Ύστερα με έδεσαν σε μια καρυδιά και με χτυπούσαν απάνθρωπα επί ένα εικοσιτετράωρο. Όταν με βασάνιζαν, είπα «θα αντέξω τα πάντα για το θέλημα του Κυρίου, μέχρι την τελευταία μου πνοή». Κρεμασμένος έβλεπα που κλωτσούσαν και κτυπούσαν τους άλλους καλόγηρους, αλλά έλεγα: «Εδώ, στον αγώνα μέχρι την τελευταία μου πνοή». Γι’ αυτό είχα και έχω αυτές τις δυνάμεις». Με κατέβαζαν έως κάτω και πάλι με ανέβαζαν επάνω και με ξανακατέβαζαν, σέρνοντάς με στις πέτρες που είχαν βαφεί κόκκινες από το αίμα μου. Έπειτα με κρέμασαν ανάποδα εικοσιτέσσερις ώρες σε αυτήν την καρυδιά. Στο τέλος με πριόνισαν μέσα στο στόμα και με αποκεφάλισαν». Ήμουν τότε πενηντατριών ετών» είπε σε κάποιον, όταν εμφανίσθηκε στο όνειρό του, τον Απρίλιο του 1961. Ο σκελετός που βρήκε ο εργάτης πράγματι δεν είχε σιαγόνα, και μόνο μετά από εμφάνιση του αγίου βρέθηκε αυτή σε μικρή απόσταση.
Λίγο πριν ο επιστάτης Ακίνδυνος και ο Σταύρος είχαν προλάβει να ανέβουν στην σπηλιά του γέροντα ασκητή Ιωσήφ ( μετά από προτροπή του αγίου Ραφαήλ). Τις επόμενες ημέρες ο επιστάτης Ακίνδυνος και ο μοναχός Σταύρος βρήκαν τους νεκρούς, και αμέσως έτρεξαν στον ιερέα του χωριού ονόματι Σάββα και με κλάματα διηγήθηκαν τα όσα συνέβησαν. Τυφλός και ανήμπορος στα 112 χρόνια του κατάφερε με την βοήθεια των δύο άλλων να ανέβει στο Λόφο των Καρυών κρυφά.
«Θεέ μου, δος μου το φως μου να τους ιδώ για τελευταία φορά. Έπλυνα τα μάτια μου με λίγο αγίασμα που μου έδωσε ο Ακίνδυνος. Την ίδια στιγμή βγήκε μια λάμψη και ανέβλεψα. Όμως αυτό που είδα να μην αξιώνεται κανείς να το βλέπει. Το αγίασμα γεμάτο αίματα, τα σώματα των Μαρτύρων μέσα στο αίμα, και ο πολυαγαπημένος μου ηγούμενος Ραφαήλ κρεμασμένος ανάποδα σε μια καρυδιά και σφαγμένος. Τους θάψαμε με κλάματα και έπειτα ο Ακίνδυνος με τον Σταύρο με κατέβασαν πάλι στο χωριό».
Τον άγιο Ραφαήλ σαν ηγούμενο τον έθαψαν μέσα στην καμένη Εκκλησία, ενώ τον άγιο Νικόλαο στο αριστερό προαύλιο. Ο μοναχός Σταύρος προσωρινά μόνο γλίτωσε από την σφαγή. Όπως αποκάλυψε η ίδια η αγία Ειρήνη σε ενύπνιο της 2ας Δεκεμβρίου 1961, ένας από τους καλόγηρους έφυγε και σώθηκε, ο πατήρ Σταύρος. Επειδή δεν μπορούσαν να τον βρουν, βγήκαν αποσπάσματα στα βουνά και τον έψαχναν. Τέλος το έπιασαν, τον κατέβασαν στο ίδιο μέρος όπου σκότωσαν τους αγίους και τον σκότωσαν και εκείνον. Ένας χριστιανός τον έθαψε κοντά στην εκκλησία.
Έμεινε μόνος του πια στο βουνό, ο επιστάτης Ακίνδυνος να περιμένει τον Ηγούμενο Ραφαήλ να έρθει να τον πάρει όπως του είχε υποσχεθεί. Δώδεκα μήνες μετά την σφαγή Τούρκοι πιάνουν και αυτόν και τον αποκεφαλίζουν κλείνοντας το λουτρό αίματος. Μετά τη σφαγή στο Μοναστήρι επάνω από τον τάφο του αγίου έκτισαν ένα χαμηλοτάβανο εκκλησάκι με πορτούλα για να μπαίνουν και να προσκυνούν το λείψανό του.
Τον Άγιο Νικόλαο τον είχαν δέσει σε μια καρυδιά και βλέποντας να πριονίζουν τον αγαπημένο του Ηγούμενο, με τις πρώτες λόγχες που τον κεντούσαν έπαθε συγκοπή. Ο Νικόλαος αποκάλυψε σε πολλούς ανθρώπους το ακριβές σημείο του τάφου του. Μετά από αρχικούς δισταγμούς, φοβούμενοι ότι θα κατέληγαν περίγελως των ολιγόπιστων σε περίπτωση αποτυχίας, οι πιστοί έσκαψαν και βρήκαν στις 13 Ιουνίου 1960, το λείψανο του αγίου Νικολάου.
Μαζί με τους Αγίους συνάθλησε και η μόλις δώδεκα χρόνων Ειρήνη, θυγατέρα του Βασιλείου, προεστού της Θερμής, η οποία και εμφανίζεται μαζί τους. Αυτή μαρτύρησε ως εξής: Οι ασεβείς αλλόθρησκοι της απέκοψαν το ένα χέρι και ακολούθως την έβαλαν σε ένα πιθάρι και κατέκαψαν την αγνή αυτή παρθένο, υπό τα βλέμματα των δύστυχων γονέων της, οι οποίοι και θρηνούσαν γοερά για το φρικτό θάνατο του παιδιού τους. Μετά από εμφανίσεις και αποκαλύψεις, βρέθηκαν όντως τα λείψανα της αγίας Ειρήνης, στο πιθάρι και κοντά στους τάφους των αγίων Ραφαήλ και Νικολάου.
Επίσης μαζί με τους Αγίους μαρτύρησαν ο πατέρας της Αγίας Ειρήνης Βασίλειος, η σύζυγός του Μαρία, το μόλις πέντε ετών παιδί τους Ραφαήλ, η ανιψιά τους Ελένη, ο δάσκαλος Θεόδωρος και ο ιατρός Αλέξανδρος, των οποίων τα οστά βρέθηκαν κοντά στους τάφους των Αγίων, μέσα σε ξεχωριστούς τάφους. Το μαρτύριό τους συνέβη την Τρίτη της Διακαινησίμου, στις 9 Απριλίου του έτους 1463.
Οι αφηγήσεις των ντόπιων μέχρι το 1959 που άρχισε ο κύκλος των αποκαλύψεων, περιγράφουν έκτοτε συχνές εμφανίσεις ενός καλόγερου στο μέρος που έγινε η σφαγή. Ο άγιος Ραφαήλ επέτρεψε επίσης να ανακαλυφθεί μια εικόνα του Χριστού και ένα αγίασμα που επιτέλεσαν πολυάριθμα θαύματα. Οι άγιοι δεν περιορίστηκαν να αποκαλύψουν τα τίμια λείψανά τους και τις συνθήκες του μαρτυρίου τους, αλλά επίσης κατέδειξαν και καταδεικνύουν την παρρησία που έχουν ενώπιον του Θεού με θαύματα, των οποίων ο αριθμός συνεχώς αυξάνει. Μέχρι τις ημέρες μας, ο άγιος Ραφαήλ εμφανίζεται στον ύπνο η στο ξύπνιο πολλών ανθρώπων, ευσεβών η αδιάφορων, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Αμερική και την Αυστραλία. Θεραπεύει ασθενείς που πάσχουν από ανίατα νοσήματα, ξυπνά συνειδήσεις πωρωμένες από την αμαρτία, ανακουφίζει δεινοπαθούντες και πάσχοντες και καταδεικνύει ότι ο Κύριος δοξάζεται εν τοις αγίοις αυτού, σήμερα, όπως και χθες, και αιωνίως.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Τὴ τῶν Μαρτύρων θαυμαστὴ προστασία, τῶν ἐν Θερμῇ ἠμὶν ἀρτίως φανέντων, ἀπὸ ψυχῆς προσπέσωμεν κραυγάζοντες· Ραφαὴλ μακάριε, καὶ Νικόλαε θεῖε, καὶ Εἰρήνη πάνσεμνε, πάσης ρύσασθε βλάβης, καὶ ἀναγκῶν καὶ πάσης ἀπειλῇς, τοὺς τὴ πρεσβεία ὑμῶν καταφεύγοντας.

Δευτέρα 3 Μαΐου 2021

ΚΑΛΕΣΕ ΜΕ ΣΤΟ ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΣΟΥ,ΓΙΑ ΝΑ ΦΑΓΩ ΤΟ ΠΑΝΑΓΙΟ ΣΩΜΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΠΙΩ ΤΟ ΑΧΡΑΝΤΟ ΑΙΜΑ ΣΟΥ.ΓΙΑ ΝΑ ΓΕΜΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΣΟΥ

 


«Κοντά στόν Σταυρό τοῦ Κυρίου, στάθηκαν ὡς προσωποποιήσεις τῆς πιό ὑψηλῆς ἀνθρώπινης ἁγνότητος, ἡ Ἀειπάρθενος Θεοτόκος καί ὁ ἠγαπημένος Μαθητής καί παρθένος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος.
  Στόν ἴδιο ὅμως τόπο καί στήν ἴδια ὥρα, στάθηκαν καί δύο προσωποποιήσεις τῆς μετανοίας· ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή (ἀφ’ ἧς δαιμόνια ἑπτά ἐξεληλύθη) καί ὁ ἐκ δεξιῶν σταυρωμένος καί μετανοήσας εὐγνώμων Ληστής.
  Ἄς πάρουμε, λοιπόν, θάρρος! Καί γιά μᾶς τούς ἁμαρτωλούς ὑπάρχει θέση κοντά στόν Σταυρό! Ἄς σταθοῦμε νοερῶς ἐκεῖ καί ἄς θρηνήσουμε, λέγοντας: Κύριε, τά χέρια Σου τά ἁπλωμένα στόν Σταυρό, ἄς μέ κλείσουν, σάν τό χαμένο πρόβατο πού ξαναβρέθηκε, μέσα στήν ἀγκαλιά τῆς Θεότητός Σου! Κάλεσέ με στό θαυμαστό τραπέζι Σου, γιά νά φάγω τό πανάγιο Σῶμα Σου καί νά πιῶ τό ἄχραντον Αἷμα Σου· γιά νά γεμίσω ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα Σου· γιά νά ἑνωθῶ μαζί σου στήν αἰωνιότητα. Ἀπάλλαξέ με ἀπό τήν ἐπιφανειακή καί ψυχρή θέαση τῆς ζοφερῆς μου καταστάσεως. Μέ τέτοια ψυχρή θέαση, ζῶ σάν νά εἶμαι ἀναμάρτητος· σάν νά μήν ἔχω ἀνάγκη τήν μετάνοια. Ἀλλοίμονο, Κύριέ μου! Ἐσύ στόν Σταυρό κι ἐγώ στήν ἄνεση καί στήν ἀπόλαυση!»
 Ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσιανίνοφ

Ο ΑΗ ΓΙΩΡΓΗΣ Ο ΚΟΥΔΟΥΝΑΣ ΠΟΥ ΤΡΕΜΟΥΝ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ

 

Το μοναστήρι του βρίσκεται στην Πρίγκηπο και το πρόσωπό του ενώνει Ρωμιούς και Τούρκους σ΄ένα κοινό τόπο λατρείας. Είναι το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου του Κουδουνά, όπου οι μουσουλμάνοι πάνε στην εκκλησιά μαζί με τους χριστιανούς στην εορτή του Αγίου.

Το μοναστήρι του Άη Γιώργη του βρίσκεται στο νότιο λόφο της Πριγκήπου, στον Μαρμαρά.
Κάθε χρόνο το επισκέπτονται 250.000 άτομα, κυρίως Τούρκοι, γυναίκες, άντρες και παιδιά που ανεβαίνουν προς το μοναστήρι κρατώντας στα χέρια τους καρουλάκια. Ξετυλίγουν την κλωστή μέχρι να φτάσουν στην είσοδο της εκκλησίας. Δεν επιτρέπεται να μιλάνε όσο ανεβαίνουν.

Μπορούν να μιλήσουν μόνο στην επιστροφή όταν θα έχουν αφήσει την ευχή τους στον Άγιο. Μόνο έτσι θα τους ακούσει ο Άγιος και θα πραγματοποιήσει την ευχή τους. Ο καθένας γράφει ό,τι θέλει σε ένα χαρτάκι και το αφήνει στον Άγιο. Πολλοί θα επιστρέψουν σε σύντομο χρονικό διάστημα για να ευχαριστήσουν τον Άη Γιώργη που άκουσε την προσευχή τους και ικανοποίησε την επιθυμία τους ή βρήκε λύση στο πρόβλημά τους.
Όπως λένε χιλιάδες Τούρκοι που έρχονται κάθε χρόνο στον Άγιο Γεώργιο, «ο άγιος δεν ξεχωρίζει Ρωμιούς από αλλόθρησκους και τους φροντίζει όλους». Γι’ αυτό και του ζητούν καλύτερη δουλειά, να τους φέρει το κατάλληλο ταίρι, να τους βοηθήσει να αγοράσουν σπίτι ή να κρατήσει το κακό μακριά από την οικογένειά τους.
Η ιστορία της μονής
Η παράδοση λέει ότι το μοναστήρι ιδρύθηκε το 963, επί αυτοκράτορος Νικηφόρου Β΄ Φωκά. Η εικόνα του Αγίου Γεωργίου του Κουδουνά δόθηκε ως δώρο από τη γυναικεία μονή της Ειρήνης της Αθηναίας. Αργότερα, το 1204, δέχθηκε επιδρομή από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας, και το 1302 καταστράφηκε από φωτιά. Οι μοναχοί κατάφεραν να διασώσουν κειμήλια και την εικόνα του Αγίου, τα οποία στη συνέχεια τα έκρυψαν σε δυσπρόσιτη περιοχή. Η εικόνα βρέθηκε από έναν βοσκό, ο οποίος είδε λέει όνειρο τον άγιο που του είπε ότι η εικόνα είναι εκεί όπου θα ακούσει να χτυπούν τα κουδούνια. Έτσι κι έγινε. Από τότε, δίνονται στους προσκυνητές που φθάνουν στη μονή κουδουνάκια ως ευλογία.

O AΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ


Τη μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου τιμά σήμερα,  η Εκκλησία μας. Ο λαοφιλής Άγιος Γεώργιος ο μεγαλομάρτυρας και Τροπαιοφόρος γεννήθηκε περίπου το 275 μ.Χ. στην Καππαδοκία, από γονείς χριστιανούς.

Ο πατέρας του, μάλιστα, πέθανε μαρτυρικά για το Χριστό όταν ο Γεώργιος ήταν δέκα χρονών. Η μητέρα του τότε τον πήρε μαζί της στην πατρίδα της την Παλαιστίνη, όπου είχε και τα κτήματα της.
Όταν έγινε 18 χρονών, στρατεύθηκε στο ρωμαϊκό στρατό. Αν και νέος στην ηλικία, διεκπεραίωνε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις τέλεια. Όλοι τον θαύμαζαν για το παράστημα του.
Γι’ αυτό, γρήγορα τον προήγαγαν σε ανώτερα αξιώματα και του έδωσαν τον τίτλο του κόμη και ο Διοκλητιανός τον εκτιμούσε πολύ.
Ομολογητής
Από την εποχή του αυτοκράτορα Δεκίου μέχρι την εποχή που ανέβηκε στον θρόνο ο Διοκλητιανός, το 283 μ.χ., η Χριστιανική Εκκλησία μεγάλωσε πάρα πολύ, γιατί επικρατούσε ειρήνη. Οι Χριστιανοί πήραν πολλές δημόσιες θέσεις, έκτισαν πολλούς και μεγάλους ναούς, διάφορα σχολεία και οργάνωσαν την διοίκηση και τη διαχείριση των εκκλησιών και της φιλανθρωπίας.
Ο Διοκλητιανός αρχικά εργάστηκε για την οργάνωση του κράτους του. Προσέλαβε στρατηγούς για βοηθούς του που τους ονόμασε αυτοκράτορες και Καίσσαρες κι αφού πέτυχε να υποτάξει τους εχθρούς του κράτους και να σταθεροποιήσει τα σύνορα του, στράφηκε στα εσωτερικά ζητήματα. Δυστυχώς, στράφηκε εναντίον της Χριστιανικής Θρησκείας για να ανορθώσει την ειδωλολατρία. Γι’ αυτό το λόγο λοιπόν, κάλεσε τους βοηθούς του Καίσσαρες το 303 μ.χ. και τους στρατηγούς στην πρωτεύουσα του ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους σε τρεις γενικές συγκεντρώσεις. Ανάμεσα τους βρισκότανε και ο 28χρονος Γεώργιος, που διακρίθηκε πολλές φορές στους πολέμους.
Συγκεντρώθηκαν λοιπόν όλοι, για να πάρουν αποφάσεις για την εξόντωση και τον αφανισμό της Χριστιανικής πίστης. Πρώτος μίλησε ο Διοκλητιανός και επέβαλε σε όλους ν’ αναλάβουν τον εξοντωτικό αγώνα εναντίον του Χριστιανισμού. Όλοι υποσχέθηκαν ότι θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια, για να εξαλείψουν την Χριστιανική Θρησκεία από το Ρωμαϊκό κράτος. Τότε ο γενναίος Γεώργιος σηκώθηκε και είπε: «Γιατί, βασιλιά και άρχοντες, θέλετε να χυθεί αίμα δίκαιο και άγιο και να εξαναγκάσετε τους Χριστιανούς να προσκυνούν και να λατρεύουν τα είδωλα»; Και διακήρυξε την αλήθεια της Χριστιανικής Θρησκείας και την Θεότητα του Χριστού.
Μόλις τέλειωσε, όλοι συγχυστήκανε μ’ αυτή την ομολογία του και προσπάθησαν να τον πείσουν να μετανοήσει για όσα είπε, καταπραΰνοντας έτσι και τον Διοκλητιανό. Αλλά ο Γεώργιος ήταν σταθερός και με θάρρος διακήρυσσε την Χριστιανική του πίστη.
Στη φυλακή
Οργισμένος ο Διοκλητιανός διέταξε να τον κλείσουν στην φυλακή κα να του περισφίγξουν τα πόδια στο ξύλο και αφού τον ξαπλώσουν ανάσκελα, να βάλουν πάνω στο στήθος του μεγάλη και βαριά πέτρα.
Το άλλο πρωί ο Διοκλητιανός διέταξε να του παρουσιάσουν τον Γεώργιο για να τον ανακρίνει . Και πάλι αυτός έμεινε ακλόνητος στην ομολογία του και παρ’ όλες τις κολακείες και τις υποσχέσεις του αυτοκράτορα διακήρυττε την πίστη του και μιλούσε για τους ουράνιους θησαυρούς. Ο Διοκλητιανός οργίστηκε από τα λόγια του και διέταξε τους δήμιους να δέσουν τον Άγιο σε ένα μεγάλο τροχό για να κομματιαστεί το σώμα του. Μάλιστα ειρωνεύτηκε την ανδρεία του Αγίου και τον κάλεσε να προσκυνήσει τα είδωλα. Ο Γεώργιος ευχαρίστησε τον Θεό που τον αξίωνε να δοκιμαστεί και δέχτηκε με ευχαρίστησε να υποστεί το φοβερό αυτό μαρτύριο, που χώριζε σε μικρά λεπτά κομμάτια ολόκληρο το σώμα του, επειδή γύρω γύρω από τον τροχό υπήρχαν μπηγμένα κοφτερά σίδερα, που μοιάζανε με μαχαίρια.
Πραγματικά μόλις ο τροχός κινήθηκε τα κοφτερά σίδερα άρχισαν να κόβουν το σώμα του. Τότε ακούστηκε μια φωνή από τον ουρανό που έλεγε : «Μη φοβάσαι, Γεώργιε, γιατί εγώ είμαι μαζί σου» και αμέσως ένας άγγελος ελευθέρωσε τον Άγιο, λύνοντας τον από τον τροχό και θεραπεύτηκε όλο το καταπληγωμένο σώμα του.
Ο Γεώργιος αφού απέκτησε το θαυμάσιο παράστημα του, με όψη αγγελική, παρουσιάστηκε στον Διοκλητιανό που είχε πάει με άλλους να κάνει θυσία. Μόλις τον είδαν έμειναν όλοι έκθαμβοι και απορημένοι. Μερικοί δε ισχυριζόντουσαν ότι είναι κάποιος που του μοιάζει και άλλοι ότι είναι φάντασμα.
Καθώς όμως σχολιάζανε το γεγονός, εμφανίστηκαν μπροστά στον βασιλιά δύο από τους αξιωματικούς του, ο Πρωτολέοντας και ο Ανατόλιος με χίλιους στρατιώτες και ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό. Ο Διοκλητιανός θύμωσε τόσο που έγινε έξαλλος και διέταξε να τους σκοτώσουν, πράγμα που έγινε αμέσως.
Έπειτα διέταξε να γεμίσουν αμέσως ένα λάκκο με ασβέστη και νερό και αφού ρίξουν μέσα τον Γεώργιο, να τον αφήσουν μέσα τρεις μέρες και τρεις νύχτες έτσι που να διαλυθούν και τα κόκκαλα του.
Πραγματικά οι δήμιοι ρίξανε τον Άγιο στον ζεματιστό ασβέστη και κλείσανε το στόμα του λάκκου. Μετά από τρεις μέρες ο Διοκλητιανός έστειλε στρατιώτες να ανοίξουν το λάκκο. Με μεγάλη τους έκπληξη όμως βρήκαν τον Γεώργιο όρθιο, μέσα στον ασβέστη και προσευχόταν. Το γεγονός εντυπωσίασε και προκάλεσε θαυμασμό και ενθουσιασμό στο λαό, που φώναζε: «Ο Θεός του Γεωργίου είναι μεγάλος».
Ο Διοκλητιανός ζήτησε εξηγήσεις από τον Γεώργιο, που έμαθε τις μαντικές τέχνες και πως τις χρησιμοποιεί. Ο Γεώργιος τότε του απάντησε ότι τα γεγονότα ήταν αποτέλεσμα της θείας χάρης και δύναμης και όχι μαγείας και γοητείας.
Ο Διοκλητιανός οργισμένος διέταξε να του φορέσουν πυρακτωμένα παπούτσια με σιδερένια καρφιά και τον εξαναγκάσουν να περπατά. Ο Άγιος προσευχόταν και περπατούσε χωρίς να πάθει τίποτα. Πάλι διέταξε να τον φυλακίσουν και σκέφτηκε να φωνάξει του άρχοντες για να συσκεφτούν τι έπρεπε να κάμουν στον Γεώργιο.
Και αφού τον δείρανε τόσο πολύ με μαστίγια και καταπλήγωσαν ολόκληρο το σώμα του Αγίου, τον παρουσίασαν στον Διοκλητιανό, που έμεινε έκπληκτος βλέποντας τον Γεώργιο να λάμπει σαν Άγγελος. Σκέφτηκε, λοιπόν, ότι το φαινόμενο αυτό οφειλόταν στις μαγικές του ικανότητες. Γι’ αυτό κάλεσε τον μάγο Αθανάσιο, για να λύσει τα μάγια του Γεωργίου.
Αβλαβής από το δηλητήριο
Ήλθε, λοιπόν ο μάγος Αθανάσιος, κρατώντας στα χέρια του δύο πήλινα αγγεία, όπου υπήρχε δηλητήριο. Στο πρώτο αγγείο το δηλητήριο προξενούσε τρέλα, ενώ στο δεύτερο τον θάνατο.
Αμέσως οδήγησαν τον Άγιο στον Διοκλητιανό και στον μάγο Αθανάσιο. Ο βασιλιάς διέταξε να του δώσουν να πιει το πρώτο δηλητήριο. Ο Άγιος χωρίς δισταγμό ήπιε το δηλητήριο του πρώτου δοχείου, αφού προηγουμένως προσευχήθηκε , λέγοντας: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ο ειπών καν θανάσιμον τι πίωτιν, ου μη αυτούς βλάψει, θαυμάστωσον νυν τα ελέη σου». Και δεν έπαθε απολύτως τίποτα!
Μόλις είδαν ότι δεν έπαθε απολύτως τίποτα, ο βασιλιάς διέταξε να του δώσει ο μάγος και το δεύτερο αγγείο. Το ήπιε και αυτό χωρίς να πάθει το παραμικρό. Τότε όλοι έμειναν έκπληκτοι από αυτό το θαύμα. Ο Διοκλητιανός εξακολουθούσε να επειμένει ότι για να μην πεθάνει ο Γεώργιος είχε δικά του μάγια. Ο μάγος Αθανάσιος που ήξερε πόσο δραστικά ήταν τα δηλητήρια, αφού γονάτισε μπροστά στον μάρτυρα, ομολόγησε την πίστη του στον αληθινό Θεό.
Τότε ο Διοκλητιανός διέταξε και φόνευσαν τον Αθανάσιο αμέσως. Εκείνη την στιγμή έφθασε και η γυναίκα του Διοκλητιανού Αλεξάνδρα, που ομολόγησε την πίστη της στον αληθινό Θεό. Και ο σκληρός και άκαρδος Διοκλητιανός διέταξε να την φυλακίσουν και την επομένη να της κόψουν το κεφάλι. Η Αλεξάνδρα ενώ προσευχόταν στην φυλακή, παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Θεού.
Το μαρτυρικό τέλος του Αγίου
Ο Άγιος Γεώργιος κλείστηκε στην φυλακή και την νύκτα είδε στ’ όνειρο του τον Χριστό, που του ανάγγειλε ότι θα πάρει το στεφάνι του μαρτυρίου και θα αξιωθεί της αιωνίου ζωής. Σαν ξημέρωσε διατάχτηκαν οι στρατιώτες από τον ο Διοκλητιανό να παρουσιάσουν μπροστά του τον Άγιο.
Πραγματικά ο Άγιος βάδιζε γεμάτος χαρά προς τον βασιλέα, επειδή προγνώριζε ότι έφτασε το τέλος του. Μόλις λοιπόν τον αντίκρισε ο Διοκλητιανός, του πρότεινε να πάνε στον ναό του Απόλλωνα για να θυσιάσει στο είδωλο του. Όταν μπήκε ο Άγιος στον ναό, σήκωσε το χέρι και αφού έκανε το σημείο του σταυρού διέταξε το είδωλο να πέσει. Αμέσως τούτο έπεσε και έγινε κομμάτια.
Ο ιερέας των ειδώλων και ο λαός τόσο πολύ θύμωσαν, που φώναζαν στον βασιλέα να θανατώσει τον Γεώργιο. Ο Διοκλητιανός έβγαλε διαταγή και του έκοψε το κεφάλι.
Ο πιστός υπηρέτης του Αγίου, Πασικράτης, εκτελώντας την επιθυμία του Αγίου, παρέλαβε το Άγιο λείψανο του Μάρτυρα μαζί με αυτό της μητέρας του Αγίας Πολυχρονίας και το μετέφερε στη Λύδδα της Παλαιστίνης. Από εκεί, όπως βεβαιώνουν οι πηγές, οι Σταυροφόροι πήραν τα ιερά λείψανα της Αγίας Πολυχρονίας και τα μετέφεραν στη Δύση.
Κατά την Εκκλησία μας, ο ένδοξος αυτός μεγαλομάρτυρας είναι ο μαργαρίτης ο πολύτιμος, ο αριστεύς ο θείος, ο λέων ο ένδοξος, ο αστήρ ο πολύφωτος, του Χριστού οπλίτης, της ουρανίου στρατιάς ο συνόμιλος.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’.
Ως των αιχμαλώτων ελευθερωτής, και των πτωχών υπερασπιστής, ασθενούντων ιατρός, βασιλέων υπέρμαχος, Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, σωθήναι τας ψυχάς ημών.

Κυριακή 2 Μαΐου 2021

ΑΝΕΣΤΗ ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΠΛΕΟΝ ΟΛΑ ΕΧΟΥΝ ΝΟΗΜΑ!

 χριστος ανεστη | proseuxi.gr

Ανάσταση. Μία λέξη που περιέχει μέσα της τόσα πολλά για εμάς τους Έλληνες.

Η Ανάσταση με παραπέμπει αμέσως στο πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού, στην χαρμόσυνη περίοδο του Πάσχα. Ανάσταση σημαίνει συγχώρεση, εκκλησιασμός, κόκκινα αυγά, αντάμωμα με τους οικείους μας, πασχαλινό τραπέζι, ευθυμία, χαρά, ελπίδα.

Ανάσταση όμως πάνω απ’ όλα σημαίνει Σωτηρία. Η Ανάσταση του Χριστού είναι το καθοριστικό γεγονός που σημάδεψε την ανθρώπινη φύση μας. Είναι το γεγονός που μας δίνει την δυνατότητα όχι μόνο να ελπίζουμε αλλά να γνωρίζουμε ότι μπορούμε να σωθούμε. Ο Χριστός αναστήθηκε, νίκησε τον Θάνατο, έσπασε τις πόρτες του Άδη και μας τράβηξε όλους στο Φως, στην Αλήθεια, στην Θέωση.

Όλες αυτές τις ημέρες αντί για άλλους χαιρετισμούς οι Έλληνες Ορθόδοξοι χρησιμοποιούν το «Χριστός Ανέστη» και απαντούν «Αληθώς Ανέστη». Επιβεβαιώνουν συνεχώς ότι η πίστη τους είναι αληθινή, δεν είναι μία θεωρία, δεν είναι μία ιδέα, δεν είναι κάτι έξω από την καθημερινότητά τους.

Ο Χριστός Ανέστη όχι μόνο για μία ημέρα το χρόνο, αλλά για πάντοτε. Ο Χριστός Ανέστη όχι για μερικούς αλλά για όλους. Ο Χριστός Ανέστη όχι για να φάμε και να πιούμε, αλλά για να Τον κοινωνήσουμε.

Χωρίς την Ανάσταση του Χριστού η πίστη μας δεν θα είχε νόημα. Όπως λέγει και ο απόστολος Παύλος : «ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, … κενή δε και η πίστις υμων» (Α’ Κορ. 15,14). Ο Χριστός όμως Ανέστη και τώρα πλέον Ζωή πολιτεύεται.

Η Ανάσταση του Χριστού καθόρισε μια και καλή την πορεία των ανθρώπων. Οι άνθρωποι συνειδητοποίησαν ότι υπάρχει Κάποιος ο οποίος όχι μόνο κάνει θαύματα, όχι μόνο λέγει όμορφες διδασκαλίες αλλά νικά τον Θάνατο. Αυτός λοιπόν ο Κάποιος είναι ο Θεός. Ένας Θεός διαφορετικός από τους άλλους, γιατί είναι ο Αληθινός. Ένας Θεός ταπεινός, πράος, υπέροχος, σιωπηλός, παντοδύναμος, φιλάνθρωπος, ανεξίκακος, υπέρλογος, αόρατος και ορατός, μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος, σταυρωμένος και αναστημένος….Θεός και Άνθρωπος.

Ο Χριστός Ανέστη στην καρδιά του εκατόνταρχου, ο Χριστός Ανέστη στην καρδιά του Πέτρου που τον αρνήθηκε, στις μυροφόρες που ήλπιζαν, στην ύπαρξη του Θωμά που αμφέβαλλε αλλά και λαχταρούσε να Τον δει. Ο Χριστός Ανέστη για τον κάθε άνθρωπο που θέλει ο Χριστός να είναι στην ζωή του, στις χαρές και στις λύπες, στις επιτυχίες και στις αποτυχίες, στην νηνεμία και στις τρικυμίες της καθημερινότητας.

Οι άνθρωποι στον κόσμο ξεχνούν εύκολα ότι ο Χριστός Ανέστη με το που πιάσουν πάλι δουλειά, με το που μπουν πάλι στην αδυσώπητη ρουτίνα της καταναλωτικής κοινωνίας μας. Ο Χριστός όμως παραμένει Αναστημένος και περιμένει. Περιμένει τον καθένα μας. Περιμένει να Τον θυμηθούμε. Να Τον ακούσουμε να μας καλεί να συναναστηθούμε μαζί Του. Πολλοί μένουν αδιάφοροι, κλείνουν τα αυτιά τους, τα μάτια τους, την καρδιά τους στο Αναστάσιμο Φως που βγαίνει από το κενό μνημείο.

Μερικοί όμως Τον αφουγκράζονται, μπαίνουν στο μνημείο και βλέπουν με τα ίδια τους τα μάτια ότι λείπει. Λείπει ώστε να βρίσκεται παντού. Απουσιάζει από τον τάφο για παρουσιάζεται στις καρδιές που Τον αναζητούν. Άνθρωποι απλοί, καθαροί και αμαρτωλοί, επιστήμονες και αγράμματοι, ανήλικοι και ηλικιωμένοι, πλούσιοι και φτωχοί μπορούν να Τον αγγίξουν, μπορούν να Τον δουν, να Τον ακούσουν, να Τον αισθανθούν, αρκεί να ομολογήσουν μαζί με τον απόστολο: «Ο Κύριός μου και ο Θεός», αρκεί να μην δειλιάσουν να ταπεινωθούνε, αρκεί να μην αρκεσθούν στην τρυφή της φθαρτότητας, αρκεί να ατενίσουν μπροστά, πέρα από τα μαρτύρια, τους αγώνες, την άσκηση, τις ταλαιπωρίες και να δουν το Τέλος – την Τελειότητα που προσφέρει ο Θεάνθρωπος δια της Αναστάσεως.

Ο Χριστός Ανέστη νικώντας τους τύπους, νικώντας τον ευσεβισμό, νικώντας την υποκρισία, νικώντας την απιστία, νικώντας την εμπάθεια, νικώντας τον πόνο, τα βάσανα, το μίσος, νικώντας τον Διάβολο, το σκοτάδι, τον Θάνατο.

Ο Χριστός Ανέστη και γι’ αυτό ας μην υπάρχει πλέον κανένας δειλός κλεισμένος στο «υπερώο» του. Ο Χριστός Ανέστη και γι’ αυτό ας βγούμε όλοι έξω στον κόσμο ομολογώντας με την ζωή μας την χαρά που έχουμε, χωρίς μιζέρια, χωρίς αγωνία για το αν γίνουμε πιστευτοί ή όχι διότι δεν είμαστε εμείς που κάνουμε τους άλλους να συνέλθουν αλλά ο Παράκλητος που έρχεται, που ήρθε. Ας σπάσουμε το καβούκι της μετριότητας και ας εισέλθουμε στο πανηγύρι των τελείων, στο ευωδιαστό ξημέρωμα της ανέσπερης ημέρας που ξεπροβάλει κάτω από το πετραχήλι του πνευματικού μας, μέσα στο μυστήριο της Θείας Κοινωνίας.

Ανέστη ο Χριστός και η ζωή μας άλλαξε. Ανέστη ο Χριστός και οι τάφοι άδειασαν. Ανέστη ο Χριστός οι κεκοιμημένοι ξύπνησαν. Ανέστη ο Χριστός και οι αμαρτωλοί συγχωρέθηκαν. Ανέστη Χριστός και οι πιστοί Τον γνώρισαν. Ανέστη Χριστός και όλα πλέον έχουν νόημα.

αρχιμανδρίτης Παύλος Παπαδόπουλος

ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΑΙΝΙΓΜΑΤΩΝ

 Î¤Î¿ κλειδί όλων των αινιγμάτων

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Το κλειδί όλων των αινιγμάτων:

Ο Χριστός ανέστη – σημαίνει: αληθώς υπάρχει ο Θεός.

Ο Χριστός ανέστη – σημαίνει: αληθώς υπάρχει ο επουράνιος κόσμος, ο πραγματικός και αθάνατος κόσμος.

Ο Χριστός ανέστη – σημαίνει: η ζωή είναι ισχυρότερη και από το θάνατο.

Ο Χριστός ανέστη – σημαίνει: το κακό είναι ασθενέστερο του καλού.

Ο Χριστός ανέστη – σημαίνει: όλες οι καλές ελπίδες της ανθρωπότητας έχουν εκπληρωθεί.

Ο Χριστός ανέστη – σημαίνει: όλα τα προβλήματα της ζωής έχουν λυθεί θετικά.

Όλα τα προβλήματα της ζωής έχουν λυθεί, τα κύρια και τα βασανιστικά αινίγματα έχουν αποσαφηνιστεί, οι αλυσίδες του σκότους και των θλίψεων έχουν κοπεί, διότι ο Χριστός ανέστη.

H ANAKOMΙΔΗ ΤΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

 


Σήμερα, 2 Μαΐου, η Εκκλησία μας τιμά την Ανακομιδή των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Αθανασίου. Η γιορτή του Μεγάλου Αθανασίου είναι στις 18 Ιανουαρίου. Σήμερα, όμως, γιορτάζουμε την ανακομιδή των λειψάνων αυτού του γίγαντα της Ορθοδοξίας μας.
Σύμφωνα όμως με τον Κώδικα των Καυσοκαλυβίων και το δίστιχο του Λαυριωτικού Κώδικα Ι 70, η κυρίως μνήμη του Αγίου Αθανασίου, πρέπει να γιορτάζεται σήμερα, όπου και ιστορικά αποδεδειγμένη η κοίμηση του.
Και όχι η ανακομιδή των λειψάνων του, που για το γεγονός αυτό δεν έχουμε την παραμικρή ιστορική αναφορά.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης, ότι και όλη η ανέκδοτη ποιητική υμνολογία κατά την 2α Μαΐου περιστρέφεται στην ετήσια μνήμη του και όχι στην ανακομιδή των λειψάνων του, για την οποία ούτε απλή αναφορά γίνεται. Για ποιο λόγο όμως καθιερώθηκε η κυρίως μνήμη του την 18η Ιανουαρίου, μ’ αυτή του Αγίου Κυρίλλου, δεν γνωρίζουμε. Το πιθανότερο όμως είναι, για τον λόγο που καθιερώθηκε και η γιορτή των τριών Ιεραρχών.
Η Εκκλησία απέδωσε πολλές τιμές στον Άγιο Αθανάσιο, διότι αναδείχθηκε ο ηρωικότερος των Άγιων και ο αγιότερος των ηρώων. Να πώς τον χαιρετίζουν οι εκκλησιαστικοί ύμνοι:
«ως την μεγάλην της Εκκλησίας σάλπιγγα, των αρετών κανόνα, τον νουν τον περίβλεπτον, των Πατριαρχών την κρηπίδα, την οξυτάτην γλώσσαν, τον διαυγή οφθαλμόν, τον λαμπτήρα τον φαεινότατον, τον πέλεκυν τον κόπτοντα πάσα ύλην αιρέσεων και καταφλέγοντα τω πυρί τω του πνεύματος».
Και ακόμα: «ως τον άπερίτρεπτον στύλον, τον άσειστον πύργον, τον χρυσορρόαν Νείλον, της αθανασίας τον επώνυμον, τον πυρσόν τον μετάρσιον, τον ακατάβλητον πύργον, τον ταξιάρχην θεολέκτου παρατάξεως, τον θεοφόρον της χάριτος ποταμόν, αρχιερέων το κλέος, αριστέα τον αήττητον, τον συγκόψαντα τας φάλαγγας των αιρέσεων τη δυνάμει του Πνεύματος, τον στήσαντα της Ορθοδοξίας τα τρόπαια καθ’ όλην την οίκουμένην» (Συναξαριστής Μιχαήλ Ι. Γαλανού).
Ας προσέξουμε, λοιπόν, αυτά τα χαρακτηριστικά του Μ. Αθανασίου και ας αγωνιστούμε να τον μιμηθούμε.
Απολυτίκιο:
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Στύλος γέγονας ορθοδοξίας, θείοις δόγμασιν υποστηρίζων, την Εκκλησίαν Ιεράρχα Αθανάσιε· τω γαρ Πατρί τον Υιόν ομοούσιον, ανακηρύξας κατησχυνας Άρείον Πάτερ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν, το μέγα έλεος.

H ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

 


Χριστός κατελθών προς πύλην Άδου μόνος· Λαβών ανήλθε πολλά της νίκης σκύλα. Οι γυναίκες οι οποίες παραβρέθηκαν το απόγευμα της Παρασκευής, στον ενταφιασμό του Κυρίου, δηλαδή η Μαρία η Μαγδαληνή και οι υπόλοιπες, όταν επέστρεψαν από το Γολγοθά στην πόλη, ετοίμασαν αρώματα και μύρα για να αλείψουν το σώμα του Ιησού• και την επομένη μέρα απείχαν από κάθε δραστηριότητα λόγω της αργίας του Σαββάτου.
Κατά το βαθύ όρθρο, όμως, της Κυριακής, η οποία ονομάζεται από τους Ευαγγελιστές «πρώτη Σαββάτου» και «μια Σαββάτων», δηλαδή πρώτη μέρα της εβδομάδος, μετά από τριάντα έξι σχεδόν ώρες από τη νέκρωση του ζωοδότη Λυτρωτή, έρχονται με νεκρώσιμα αρώματα στον τάφο.
Και ενώ σκέπτονταν τη δυσκολία της αποκυλίσεως του λίθου από την είσοδο του τάφου γίνεται σεισμός φοβερός• και Άγγελος με αστραπηφόρα όψη και χιονόφωτη στολή, αφού αποκύλισε το λίθο και κάθισε πάνω σ’ αυτόν, έκανε τους φύλακες να τρομάξουν και τους έτρεψε σε φυγή.
Οι γυναίκες, στο μεταξύ, αφού μπήκαν στον τάφο και δε βρήκαν το σώμα του Ιησού, βλέπουν δυο Αγγέλους λευκοφορεμένους, με αντρική μορφή, οι οποίοι αφού τους φανέρωσαν την ανάσταση του Σωτήρα, τις στέλνουν για να αναγγείλουν στους μαθητές την χαρούμενη είδηση.
Σε μικρό χρονικό διάστημα φθάνουν στον τάφο ο Πέτρος με τον Ιωάννη, αφού έμαθαν τι έγινε από τη Μαρία τη Μαγδαληνή, όπως ήδη ειπώθηκε, αλλά μπαίνοντας μέσα βρίσκουν μόνο τα σάβανα. Γι’ αυτό ανέρχονται όλοι στη πόλη με χαρά, κήρυκες της ανάστασης του Χριστού, τον οποίον και είδαν πραγματικά ζωντανό πέντε φορές κατά τη σημερινή γιορτή.
Αυτή την χαρμόσυνο Ανάσταση γιορτάζοντας σήμερα ασπαζόμαστε μεταξύ μας τον εν Χριστώ ασπασμό, δείχνοντας με τον τρόπο αυτό τη διακοπή της πρώτης έχθρας ανάμεσα σ’ εμάς και το Θεό και τη διαλλαγή του Θεού προς εμάς για άλλη μια φορά, διαλλαγή που έγινε φανερή με το πάθος του Σωτήρος.
Και η εορτή ονομάζεται Πάσχα, έχοντας έτσι το ίδιο όνομα με το Πάσχα των Εβραίων, το οποίο, στη γλώσσα τους σημαίνει διάβαση• διότι ο παθών και αναστάς Ιησούς μας διεβίβασε από την κατάρα του Αδάμ και τη δουλεία του διαβόλου στην ελευθερία και μακαριότητα.
Και αυτή η μέρα της εβδομάδος, κατά την οποία έγινε η Ανάσταση του Χριστού, η οποία είναι η πρώτη από τις υπόλοιπες μέρες, επειδή, αφιερώθηκε στην τιμή του Κυρίου ονομάστηκε από το όνομα Του Κυριακή, και σ’ αυτή μετατέθηκε από τους Αποστόλους η αργία και η ανάπαυση της εορτής του Σαββάτου του παλαιού νόμου.
Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. α’
Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας, και τοις εν τοις μνήμασι, ζωήν χαρισάμενος.

Σάββατο 1 Μαΐου 2021

ΞΕΡΕΤΕ ΒΡΕ ΑΠΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΒΓΑΛΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΑΣ;

 

Ξέρετε βρε από πού μας έβγαλε ο Χριστός μας ;
Ξέρετε σέ τι δύσκολη θέση βρέθηκε τό ανθρώπινο γένος μετά την πτώση;
Άβυσσος χάος χωρίς τέλοςΟύτε άγγελοι ούτε αρχές καί εξουσίες ούτε Δίκαιοι,ούτε Άγιοι καί Προφήτες μπορούσαν νά μας βγάλουν από εκεί.
Μόνο ο Χριστός μας με την Σταυρική Του θυσία έκανε την σκοτεινή άβυσσο αυτή ....ένα πέρασμα ...ένα εύκολο μονοπάτι...για νά περάσουμε στην Βασιλεία των ουρανών.
Άγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ-Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΑ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ(ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΡΟΙΚΟΝΗΣΟΥ ΙΩΣΗΦ)

 

Η Ακολουθία ήδη μας έδωσε όχι μόνον όλη την Χάρη αλλά και όλη την χαρά, τον καταρτισμό του νοήματος των Αγίων Ημερών. Αξιωθήκαμε να προχωρήσουμε λειτουργικώς μαζί με τον Κύριο από τον κήπο της Γεθσημανή μέχρι τον φρικτό Γολγοθά και μέχρι τον ζωηφόρο και ζωοδόχο Τάφο, τον ξένο Τάφο, στον οποίο φιλοξενήθηκε τριήμερος. Σημειώνω, αυτόν τον ξένο Τάφο, γιατί ο Κύριος ήλθε «εις τα ίδια και οι ίδιοι Αυτόν ουκ εδέχθησαν», ήλθε στους δικούς Του και οι δικοί Του δεν Του ανοίξανε και έμεινε διά βίου ένας ξένος. Ξένος για τον κόσμο, τον οποίο δημιούργησε. Ξένος για τον λαό τον περιούσιο, τον αγαπημένο. Ξένος ως τον θάνατό Του, που δεν βρέθηκε ούτε ένας τάφος να ανήκει στον Ίδιο για να Τον δεχθεί, αλλά φιλοξενήθηκε στον τάφο του δικαίου Ιωσήφ του Αριμαθαίου.

Σήμερα ο Κύριος έχει κατέβει στα ταμεία του Άδου. Λέει ο απόστολος Πέτρος, ότι εκεί κατέβηκε «ίνα και τοις εν φυλακή πνεύμασι κηρύξη». Κατέβηκε μέχρι τα αμειδή,(αγέλαστα-μελαγχολικά) βασίλεια του θανάτου, τα σκοτεινά, όπου δεν υπάρχει χαμόγελο ποτέ, να αναζητήσει «παγγενή τον Α­δάμ», όλη την ανθρωπότητα, από του Αδάμ και της Εύας μέχρι και εκείνων που είχαν πεθάνει ως την ώρα εκείνη.

Κατέβηκε μέχρι την Κόλαση και την φώτισε, και με την παρουσία Του η Κόλαση έγινε Παράδεισος, και τα πνεύματα τα κεκοιμημένα των δικαίων που είχαν ξεροσταλιάσει από την προσδοκία Του και από την λαχτάρα Του και από τον πόθο της λυτρώσεως, της ζωής, του φωτός, της χαράς, σκίρτησαν και αγαλλίασαν.

Όσο ο διάβολος πικραινόταν μαζί με το βασίλειό του, δεχόμενος μέσα σ’ αυτό την παρουσία του Νικητή της ζωής, τόσο τα πνεύματα των κεκοιμημένων Αγίων και Δικαίων χαίρονταν, ευφραίνονταν, αγάλλονταν, έσπευδαν να δεχθούν τον ζωοπάροχο ασπασμό, τον οποίο τους έδινε ο Κατελθών εις τον Αδη, για να σώσει μέχρις εκεί τον άνθρωπο. Και μετά από την Ανάσταση του Χριστού «πολλά σώματα των κεκοιμημένων» εκείνων Αγίων αναστήθηκαν και μπήκαν στην αγία πόλη των Ιεροσολύμων και εμφανισθήκανε σε πολλούς. Αυτό σημαίνει ότι επέτρεψε ο Θεός να γίνει μία μερική ανάσταση, όχι όλων των ανθρώπων αλλά μερικών προσφάτως κεκοιμημένων. Ανθρώπων, δηλαδή, οι όποιοι είχαν λίγο καιρό, λίγα χρόνια, αν θέλετε, πεθάνει, και τους θυμόντουσαν, τους ξέρανε. Μπορεί να είχαν πεθάνει πριν 20 χρόνια, αλλά υπήρχαν τόσοι άνθρωποι γύρω, οι οποίοι θυμόντουσαν ότι ο Ησαΐας εκείνος, ο Ιακώβ εκείνος, ο Ζαχαρίας εκείνος, η Εσθήρ εκείνη, ήταν ο γείτονας που έμενε δίπλα, ήταν ο φίλος μας, ήταν ο παππούς μας, ήταν ο θείος μας, η μάνα μας, ο πατέρας μας, ο μεγάλος μας αδελφός. Ήταν εύκολο να τους αναγνωρίσουν, και επέτρεψε ο Θεός να γίνει αυτό το μεγάλο θαύμα, για να μην υπάρξει το παραμικρό περιθώριο αμφισβητήσεως ποτέ, όχι μόνον της δικής Του Αναστάσεως, αλλά και της καθολικής αναστάσεως όλων των νεκρών.

Πιστεύω ότι δεν τον πολυαπασχολεί τον Χριστό, όσον άφορα τον Ίδιο, αν πιστέψουμε ή δεν πιστέψουμε στην Ανάστασή Του. Δεν έχει να χάσει ή να κερδίσει τίποτε. Τον απασχολεί και τον πολυαπασχολεί όμως, εάν δεν πιστέψουμε, διότι εμείς χανόμαστε, εμείς μένουμε έξω από την Άμπελο. Μένουμε ξερά κλήματα, τα οποία πρόκειται να κατακαούν στο μη σβεννύμενον ποτέ πυρ της Κολάσεως. Αυτό τον ενδιαφέρει. Να μη χαθούμε. Ειδ’ άλλως είτε πιστέψουμε είτε δεν πιστέψουμε ούτε δόξα του προσθέτουμε ούτε χάρη του αφαιρούμε, ούτε τίποτε. Αλλά για να πιστέψουμε και την Ανάσταση την δική Του και την προσδοκώμενη ανάσταση όλων μας κατά την ημέρα της Κρίσεως, κατά την οποία θα σημάνει η σάλπιγγα η αρχαγγελική και θα μας καλέσει. Και θα δώσει η γη πίσω ό,τι είχε λάβει, το χώμα θα αποδώσει το σώμα, η φωτιά ό,τι είχε καταλύσει, η θάλασσα ό,τι είχε καταπιεί, τα ζώα ό,τι είχαν κατασπαράξει. Θα αποδοθούν πίσω τα σώματα και ενωμένα με τη ψυχή θα αναστηθούν. Διότι «η ψυχή άπαξ και εγεννήθη δεν αποθνήσκει». Άλλος είναι ο θάνατος της ψυχής.

Η ψυχή δεν πρόκειται ποτέ να χάσει την αίσθηση του είναι, ότι δηλαδή υπάρχει, αλλά έχει δύο δυνατότητες. Εκείνο το είναι να το νιώθει ως “ευ είναι” ή να το νιώθει ως “φευ είναι”. Λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ότι όλοι βλέπουν το Θεό. Όλοι θα βλέπουν το άκτιστο Φως της θεότητος, αλλά οι μισοί θα χαίρονται, θα αγάλλονται, θα ευφραίνονται, θα πανηγυρίζουν, θα λένε: “ευ, ευ,  τί ωραία, τί καλά, τί ευχάριστα, τί χαρά είναι αυτή!” Οι άλλοι μισοί θα καταλέγονται, θα κατακαίονται, θα πάσχουν, θα υποφέρουν, θα λένε: “φευ, φευ
, φευ!” Δηλαδή: “ωχ αλλοίμονο, ωχ αλλοίμονο, ω συμφορά μου!” Είναι εύκολο να το συλλάβουμε λίγο και από μακρυά; Όλοι μας περνάμε κατά καιρούς μία απλή γρίπη, μία ίωση. Όταν έχουμε γρίπη ή ίωση και βγούμε έξω στον ήλιο, δεν τον αντέχουμε. Αρχίζουμε και φταρνιζόμαστε και βήχουμε και τρέχουν τα μάτια μας και έρχεται «ρινικός κατάρρους», συνάχι, όλα αυτά, και τρέμουμε και λέμε: “αμάν, το γρηγορότερο να πάω να κλεισθώ μέσα να μη με βλέπει ο ήλιος”. Ο άλλος από δίπλα που είναι υγιής χαίρεται και λέει: “α! δόξα σοι ο Θεός! τί όμορφη μέρα είναι αυτή! ηλιόκαλη. Να κάτσουμε λίγο στον ήλιο να ζεσταθεί το κοκαλάκι μας, να ανασάνουμε, να χαρούμε!” Δεν φταίει ο ήλιος. Ο ίδιος είναι και για τον ένα και για τον άλλο. Η γρίπη φταίει. Η γρίπη είναι πού διώχνει τον ένα και τον στέλνει μέσα, η ίωση! Έτσι είναι και εδώ η αμαρτία, η αμετανοησία και η απιστία, η αθεΐα. Αυτή είναι η ασθένεια πού κάνει τον άνθρωπο να μην αντέχει να βλέπει τον νοητό Ήλιο της Δικαιοσύνης και να λέει: “φευ, φευ”, την ώρα που όλοι οι άλλοι φωνάζουν: “ευ, ευ, τί καλά, τί ωραία”.

Προσκυνήσαμε λοιπόν, ακολουθήσαμε το ξόδι της Ζωής, ψάλαμε τα λυρικώτατα Εγκώμια, τα οποία φέρουν έντονη τη σφραγίδα της λαϊκής ποιήσεως, και μάλιστα -χωρίς ίχνος σωβινισμού- της ελληνικής καρδιάς, της ελληνικής ευαισθησίας. Όλες οι άλλες ακολουθίες ενδεχομένως αντέχουν εξ ίσου σε όλες τις νοοτροπίες και σε όλες τις ψυχοσυνθέσεις. Τα εγκώμια έχουν αυτή την ευαισθησία, τη λεπτότητα, όχι απλώς τη μεσογειακή αλλά την ελληνική! Αυτή τη λαχτάρα, τη ζεστασιά της ελληνίδας μάνας! Όταν ακούς την Παναγία μέσα απ’ αυτά τα Εγκώμια να θρηνεί τον Υιό της, νομίζεις ότι είναι μια Ρωμηά μάνα, που κλαίει και θρηνεί το γιό της. Από κει επηρεασμένος και ο Ρίτσος έγραψε τον «Επιτάφιο»· έκανε την ωραία μουσική επένδυση με βάση την υμνωδία των Εγκωμίων ο Θεοδωράκης και ούτω καθ’ εξής, Είναι οι ύμνοι αυτοί, οι οποίοι αγγίζουν ιδιαίτερα του Έλληνα Ορθόδοξου Χριστιανού τις χορδές τις πιό λεπτές της καρδιάς του.

Συνοδεύσαμε λοιπόν στην τυπική εκείνη περιφορά το ξόδι της Ζωής «επ’ έλπίδι αναστάσεως». Όχι της δικής Του. Αυτήν την έχουμε σίγουρη. Αυτήν την ξέρουμε. Αυτήν τη γιορτάζουμε 365 ημέρες τον χρόνο! Κάθε μέρα η Εκκλησία ούτε λησμονεί ούτε παύει να γιορτάζει την Ανάσταση.

Κηρύσσει Χριστόν Εσταυρωμένο αλλά και ταυτόχρονα Αναστάντα εκ των νεκρών.

Ήδη έχουμε την κατάπαυση του Μεγάλου Σαββάτου. «Υπνεί η Ζωή» και το βράδυ τα σήμαντρα και οι καμπάνες θα μας συνάξουν να γιορτάσουμε την εκ νεκρών Ανάσταση του Κυρίου. Ας κάνουμε προσευχή να ετοιμάσει και τη δική μας ανάσταση ο Κύριος, η οποία να είναι ανάσταση όχι εις κρίση και κατάκριση αλλά να είναι ανάσταση εις ζωήν αιώνιον και συμβασιλεία μαζί Του, μαζί με όλη την Παναγία Τριάδα, τον άναρχο Πατέρα και το συναΐδιον Πνεύμα το Αγιον, μαζί με την Υπεραγία Θεοτόκο, μαζί με όλους τους Αγίους, τους προστάτες της Μονής, τον άγιο Νικόλαο, την αγία Αναστασία την Ρωμαία, τον άγιο Γρηγόριο, τον προσωπικό προστάτη του καθενός Άγιο, μαζί με όλους τους αγίους Αγγέλους και τους Αρχαγγέλους, και να χαιρόμαστε την μακαρία εκείνη χαρά της Βασιλείας, όπου «ήχος καθαρός εορταζόντων και βοώντων απαύστως το: Κύριε δόξα σοι».

O ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΙΕΡΕΜΙΑΣ

 


Τη μνήμη του Αγίου Προφήτου Ιερεμία τιμά σήμερα, 1 Μαΐου, η Εκκλησία μας. Ο Προφήτης Ιερεμίας γεννήθηκε πιθανώς κατά το 650 π.Χ., στην μικρή πόλη της φυλής Βενιαμίν Αναθώθ, βορειοανατολικά της Ιερουσαλήμ. Ο πατέρας του ήταν ιερέας και ονομαζόταν Χελκίας. Ανατράφηκε στην ιερατική αυτή οικογένεια με αυστηρότητα. Μελετούσε τους προ αυτού Προφήτες Ησαΐα και Ωσηέ.

Νεότατος στην ηλικία, περίπου 23 – 25 ετών, περί το 627 – 625 π.Χ., καλείται από τον Θεό στο προφητικό αξίωμα. Ανταποκρίνεται στο θέλημα του Κυρίου και έτσι το όνομά του (Ιερεμίας), που σημαίνει ο Θεός ανυψώνει ή καθιστά, εκφράζει και την αποστολή του.
Κατάπληκτος από την τιμή αυτή ο Ιερεμίας, αρνείται την υψηλή τιμητική κλήση, προβάλλοντας τις ασθενείς νεανικές του δυνάμεις. Ο Θεός όμως ενισχύει αυτόν υποσχόμενος, όχι υλικές αμοιβές και τιμές, αλλά το πολυτιμότερο όλων: τη βοήθειά Του. Ο Ιερεμίας υπακούει.
Ο Προφήτης Ιερεμίας καθαγιάσθηκε πριν από τη γέννησή του, όπως γράφει ο Άγιος Ιερώνυμος. Πράγματι, στην αρχή του προφητικού του βιβλίου ο Ίδιος ο Θεός του λέγει: «Προ του με πλάσαι σε εν κοιλία επίσταμεί σε και προ του σε εξελθείν εκ μήτρας ηγίακά σε, προφήτην εις έθνη τέθεικά σε».
Σε τέσσερις περιόδους δυνάμεθα να διαιρέσουμε την δημόσια δράση του. Πρώτον, επί του βασιλέως Ιωσίου προ της μετερρυθμίσεως (627 – 621 π.Χ.), δεύτερον, επί του βασιλέως Ιωακείμ μέχρι του Σεδεκίου (609 – 598 π.Χ.), τρίτον, επί Σεδεκίου (598 – 586 π.Χ.) και τέταρτον, μετά την άλωση της Ιερουσαλήμ και την αιχμαλωσία του Σεδεκίου.
Μετά την καταστροφή του βασιλείου του Ισραήλ, το βασίλειο του Ιούδα, όπου βρισκόταν ο Προφήτης Ιερεμίας, τελούσε υπό την επίδραση των Ασσυρίων, όχι μόνο πολιτικά αλλά και θρησκευτικά. Η πολυθεΐα των Ασσυρίων είχε εισχωρήσει στους Ιουδαίους, διότι ο βασιλέας Μανασσής (693 – 639 π.Χ.) ήταν υποτελής των Ασσυρίων και είχε παραδοθεί σε θρησκευτικό συγκρητισμό και σε ειδωλολατρία. Όσες πόλεις υπήρχαν στην Ιουδαία, τόσοι ήταν και οι θεοί, όσοι οι δρόμοι της Ιερουσαλήμ, τόσα θυσιαστήρια του Βαάλ.
Υπήρχε η ειδωλολατρία του Μολώχ με τα ανθρώπινα θύματα. Στις αυλές του ναού ήταν θυσιαστήρια των Ασσυρίων θεών και το είδωλο της Αστάρτης. Ο Ιερεμίας, επί της βασιλείας του Ιωσίου, από το 627 π.Χ., επέρχεται κατά της πολυθεΐας κηρύσσοντας τον Ένα και Μόνο Αληθινό Θεό και στηλιτεύοντας τη διαφθορά. Εκτός της ειδωλολατρίας και ανηθικότητας, ο Ιερεμίας πολεμάει κατά την περίοδο αυτή και τους ψευδοπροφήτες, οι οποίοι παραπλανούσαν τον λαό με ψευδείς προφητείες. Ο Προφήτης διαισθάνεται κάποια μεταβολή του λαού, κάποια μετάνοια, διότι στην πρόσκληση του Θεού, ο λαός απαντά: «Ὁδοῦ, πρὸς Σὲ ἔρχομαι».
Η μετάνοια όμως αυτή ήταν πρόσκαιρη λόγω της ανομβρίας. Ο Προφήτης πονάει, υποφέρει. Περιέρχεται σε απόγνωση. Όμως η μακροθυμία του Θεού δεν εξαντλείται. Ο Θεός συμβουλεύει τον Προφήτη να ερευνήσει την υπό του κακού τρυγηθείσα άμπελο, το λαό Του, μήπως εύρει ρώγα σταφυλιού, κάποιον άνθρωπο ευσεβή, ατρύγητο από το κακό. Έτσι τονίζεται η μεγάλη αξία του ανθρώπου. Ο Προφήτης δεν βρίσκει δυστυχώς καμία ρώγα σταφυλιού ατρύγητη από το κακό. Στην άκαρπη αυτή προσπάθεια του Προφήτη, ο Θεός συνιστά σε αυτόν και πάλι να συνεχίσει την εργασία του, για να πεισθεί και ο ίδιος ο Προφήτης για το αδιόρθωτο του λαού και τη δίκαιη τιμωρία του.
Ο Θεός παρομοιάζει τον Προφήτη με μεταλλουργό που δοκιμάζει τα μέταλλα και φροντίζει από το μείγμα να εξαγάγει αυτά που είναι ευγενή, δηλαδή το χρυσό και τον άργυρο. Μάταια όμως.
Εδώ τερματίζεται η πρώτη περίοδος της δράσεως του Προφήτη Ιερεμία. Κατόπιν έρχεται η κατάλυση του Ασσυριακού βασιλείου διά της πίστεως της Νινευή το 621 π.Χ. Ο ευσεβής βασιλέας Ιωσίας, επωφελούμενος από την κατάρρευση αυτή, ανέλαβε πολιτική εξωτερικής ανεξαρτησίας και προέβη σε εσωτερικές μεταρρυθμίσεις, για να ορθώσει την πίστη στον Θεό. Ο Ιερεμίας, κατά το χρονικό διάστημα 621 – 608 π.Χ., αποσύρθηκε πιθανότατα σε μόνωση. Χαρακτηριστικό της ασκητικής του ζωής ήταν ότι αυτός «λινοῦν περίζωμα εἶχε μόνον. Ὡς δὲ τὰ εὐτραφῆ τῶν σωμάτων γυμνούμενα φανερωτέραν δείκνυσι τὴν ἀκμήν, οὕτω καὶ τῶν ἠθῶν τὸ κάλλος, μὴ ἀνειλούμενον ἀπειροκάλοις φλυαρίαις, τὸ μεγαλοπρεπὲς ἐνδείκνυται».
Κατά την δεύτερη περίοδο της δράσης του, επί της εποχής του βασιλέως Ιωακείμ (609 – 598 π.Χ.), ο Προφήτης Ιερεμίας στρέφεται κατά των ατόπων της Ισραηλιτικής θρησκείας. Ο μαγικός χαρακτήρας, τον οποίο απέδιδαν οι Ιουδαίοι στο ναό και στις τελετές, τον ενοχλούσε. Έλεγε δε, ότι «ο ναός, ο οποίος χρησιμεύει να καλύπτει τα κακουργήματα, είναι όχι ναός Θεού, αλλά σπήλαιο ληστών».
Κατά το πρώτο έτος της βασιλείας του Ιωακείμ, σε κάποια μεγάλη εορτή, εμφανίζεται ο Προφήτης Ιερεμίας στην αυλή του ναού και μέσα στο ενθουσιώδες από τη θέα του ναού πλήθος, προσβάλλει την εσφαλμένη αυτή πίστη, την οποία είχε ο λαός περί του ναού και κηρύσσει την επερχόμενη καταστροφή του ναού. Όλος ο λαός εξεγείρεται και ζητεί τον θάνατό του. Σώζεται με την επέμβαση του Αχικάμ.
Μεταβαίνει στο εργαστήριο του κεραμέως και παρατηρεί ότι ο κεραμέας μεταπλάσσει όσα από τα πήλινα δοχεία δεν αρέσουν σε αυτόν. Έτσι, λέγει ο Προφήτης, θα κάνει ο Θεός σε έθνη και ανθρώπους, τα οποία δεν αρέσουν σε Αυτόν. Για την αποφυγή της καταστροφής συνιστά την εσωτερική μετάνοια του ανθρώπου. Άρχοντες και λαός αντιδρούν. Κουρασμένος ο Προφήτης από τους άκαρπους αγώνες του ζητεί τη μόνωση και προβλέποντας την αμετανοησία του λαού του Θεού, προλέγει την καταστροφή του.
Κάποιοι άνθρωποι αποφασίζουν να τον δηλητηριάσουν στην Αναθώθ. Συνωμοτούν εναντίον του και συγγενείς του. Ο Ιερεμίας αποδίδει την σωτηρία του στον Θεό. Στρέφεται κατά των αρχόντων, του βασιλέως Ιωακείμ και των ανακτόρων, των οποίων κηρύσσει την καταστροφή. Όλος ο κόσμος είναι εναντίον του.
Προς στιγμήν κάμπτεται, διότι νομίζει ότι έχει εγκαταλειφθεί από τον Θεό και παραπονείται. Συνέρχεται όμως και συνεχίζει το έργο του. Στην αυλή του ναού κηρύσσει και πάλι την καταστροφή του ναού. Το κήρυγμα αυτό προκαλεί αναταραχή. Γι’ αυτό ο στρατηγός του ιερού χώρου του ναού Πασχώρ τον ραβδίζει και τον ρίχνει στη φυλακή. Τα κηρύγματά του γίνονται δεκτά με ειρωνείες. Του απαγορεύουν να επισκέπτεται το ναό.
Ο Προφήτης σκέπτεται να εγκαταλείψει τον αγώνα. Η φωτιά όμως του λόγου του Θεού, που είναι μέσα του, δεν τον αφήνει. Κατά το τέλος του 605 π.Χ., μετά την ήττα των Αιγυπτίων στο Χαρκαμύς, επειδή ο ίδιος δεν ήταν δυνατόν να εισέλθει στην αυλή του ναού, δίδει στον μαθητή του Βαρούχ να αναγνώσει στο μέσο της αυλής του ναού, προφητεία, διά της οποίας κηρυσσόταν η καταστροφή του ναού. Όλοι τότε επαναστατούν εναντίον του. Ο Ιερεμίας και ο Βαρούχ κρύβονται, για να μη συλληφθούν. Η προλεχθείσα όμως καταστροφή επήλθε.
Οι Βαβυλώνιοι κατέστησαν φόρου υποτελή, το βασιλέα Ιωακείμ. Αυτός, επιθυμώντας την ανεξαρτησία και αφού παρακινήθηκε από άκριτους ανθρώπους, προκαλεί τη Βαβυλώνιο εκστρατεία κατά της Ιερουσαλήμ. Ο Ναβουχοδονόσωρ επέρχεται εναντίον του και πολιορκεί την Ιερουσαλήμ. Ο Ιερεμίας μάταια συνιστά στον βασιλέα Ιωακείμ, υποταγή στους Βαβυλώνιους. Ο Ιωακείμ πεθαίνει και η πόλη καταλαμβάνεται και πολιορκείται.
Ο ναός καταστρέφεται. Ο άμεσος διάδοχος του Ιωακείμ, ο Ιωαχείμ (Ιεχονίας) πορεύεται σε αιχμαλωσία με τους αξιωματούχους της χώρας και δέκα χιλιάδες από το λαό. Ο βασιλέας Ναβουχοδονόσωρ ορίζει ως διάδοχο του Ιεχονίου, τον Σεδεκία.
Κατά την Τρίτη περίοδο της δράσεως του Προφήτη Ιερεμίου, το 594 π.Χ., απεσταλμένοι των Ιδουμαίων, Αμμωνιτών, Τύρου και Σιδώνος, παρακάλεσαν τον Σεδεκία να συμμαχήσουν κατά των Βαβυλωνίων. Οι ψευδοπροφήτες κηρύσσουν ότι τα ιερά σκεύη του ναού που είχαν κλαπεί θα επιστραφούν. Ο Ιερεμίας αντιτίθεται και συμβολικά θέτει ζυγό στον τράχηλό του, για να δηλώσει ότι θα είναι δούλοι του Ναβουχοδονόσορ.
Ο ψευδοπροφήτης Ανανίας σπάζει το ζυγό πάνω στον τράχηλο του Ιερεμία, για να τονίσει την αποτίναξη του ζυγού των Βαβυλωνίων. Ο Ιερεμίας απαντά: «Έσπασες ξύλινους ζυγούς; Σιδερένιους θα θέσει ο Θεός στον τράχηλό σας».
Ο Σεδεκίας τήρησε συνετή πολιτική προς τους απεσταλμένους των άλλων περιοχών και ενέκρινε την γνώμη του Προφήτη Ιερεμία. Όμως, κατά το 588 π.Χ., ο φαραώ της Αιγύπτου Ουαφρής επαναστατεί κατά των Βαβυλωνίων. Το φρόνημα των Ιουδαίων αναπτερώνεται και λαμβάνουν και αυτοί μέρος στην επανάσταση αυτή. Ο Ιερεμίας τους αποτρέπει από το να συμμαχήσουν με τους Αιγυπτίους κατά των Βαβυλωνίων.
Οι Ιουδαίοι δεν υπακούν και επαναστατούν. Ο Ιερεμίας επιμένει ότι η πόλη των Ιεροσολύμων θα καταστραφεί. Οι άρχοντες τον ρίχνουν σε λάκκο βορβορώδη, διότι με τον τρόπο που ο Προφήτης ομιλούσε παρέλυε τα χέρια των πολεμιστών. Με την επέμβαση όμως του Αβδεμέλεχ αποσύρεται από τον λάκκο. Η πόλη των Ιεροσολύμων καταλαμβάνεται και ο βασιλέας Σεδεκίας συλλαμβάνεται, τυφλώνεται και οδηγείται στη Βαβυλώνα. Η πόλις παραδίδεται στις φλόγες.
Κατά την τέταρτη περίοδο της δράσεώς του, ο Ιερεμίας, μετά την άλωση της Ιερουσαλήμ, αποφασίζει να διαμείνει πλησίον του Γοδολίου. Τον Γοδολία, ο βασιλέας Ναβουχοδονόσωρ εγκαθιστά κυβερνήτη της Ιουδαίας. Μετά από λίγο, όμως, ο Γοδολίας δολοφονείται και ο Ιουδαϊκός λαός, φοβούμενος την τιμωρία από τους Βαβυλωνίους, αποφασίζει να απέλθει στην Αίγυπτο παρά την γνώμη του Ιερεμίου και την εντολή του Θεού.
Χωρίς την θέλησή του, παίρνουν μαζί τους και τον Ιερεμία, ο οποίος κηρύττει και στην Αίγυπτο. Προλέγει την εισβολή του Ναβουχοδονόσωρ, η οποία και έγινε. Εκεί οι Ιουδαίοι περιπίπτουν σε ειδωλολατρία. Ο Προφήτης επέρχεται και πάλι εναντίον αυτών. Εκείνοι όμως δεν υπακούουν και ο Προφήτης προλέγει την καταστροφή τους.
Ο Προφήτης Ιερεμίας λιθοβολήθηκε από τους συμπατριώτες του στην πόλη Τάφνα της Αιγύπτου ή απήχθη μαζί με τον Βαρούχ αιχμάλωτος από τον βασιλέα Ναβουχοδονόσωρ σε κάποια εισβολή του στην Αίγυπτο το 568 π.Χ., ως λέγει κάποια Ραββινική παράδοση.
Η Σύναξη αυτού ετελείτο στο ναό του Αποστόλου Πέτρου, που ήταν κοντά στην Μεγάλη Εκκλησία.
Το βιβλίο του Προφήτη Ιερεμία στην Παλαιά Διαθήκη δεν παρουσιάζει μόνο υψηλές θρησκευτικές ιδέες, αλλά κυρίως μια ζωηρή θρησκευτική προσωπικότητα, διότι ο Ιερεμίας δεν κήρυττε μόνο, αλλά ζούσε την διδασκαλία αυτή με τόση επιμονή, ώστε όχι μόνο ο θάνατός του υπήρξε μαρτυρικός, αλλά και ολόκληρη η ζωή του ήταν ένα διαρκές μαρτύριο. Η διδασκαλία του Προφήτη Ιερεμία αφορούσε, α) τον άνθρωπο, β) τον Θεό και γ) το λαό του Θεού. Κέντρο και των τριών αυτών είναι η καρδιά, η βάση της προσωπικότητας του ανθρώπου.
Απολυτίκιο:
Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.
Εκ γαστρός ηγιάσθης τη προγνώσει του Κτίσαντος, και προφητικής επληρώθης εκ σπαργάνων συνέσεως, εθρήνησας την πτώσιν Ισραήλ, σοφέ Ιερεμία εν στοργή, διά τούτο ως Προφήτην και Αθλητήν, τιμώμεν σε κραυγάζοντες, δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω χορηγούντι διά σού, ημίν τα κρείττονα.

ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ-Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

 

Μάτην φυλάττεις τον τάφον, κουστωδία. Ου γαρ καθέξει τύμβος αυτοζωΐαν.
Το Σάββατο, αφού συγκεντρώθηκαν οι αρχιερείς και οι φαρισαίοι στο Πόντιο Πιλάτο, τον παρακάλεσαν να ασφαλίσει τον τάφο του Ιησού για τρεις ημέρες διότι, καθώς έλεγαν, «έχουμε υποψία μήπως οι μαθητές Του, αφού κλέψουν την νύχτα το ενταφιασμένο Του σώμα κηρύξουν έπειτα στο λαό ως αληθινή την ανάσταση την οποία προείπε ο πλάνος εκείνος, όταν ακόμη ζούσε· και τότε θα είναι η τελευταία πλάνη χειρότερη της πρώτης».
Αυτά αφού είπαν στον Πόντιο Πιλάτο και αφού πήραν την άδεια του, έφυγαν και σφράγισαν τον τάφο τοποθετώντας εκεί για ασφάλεια του κουστωδία, δηλαδή στρατιωτική φρουρά.
Απολυτίκιον
Ήχος β’.
Ο ευσχήμων Ιωσήφ, από του ξύλου καθελών το άχραντόν σου Σώμα, σινδόνι καθαρά, ειλήσας και αρώμασιν, εν μνήματι καινώ κηδεύσας απέθετο.

Παρασκευή 30 Απριλίου 2021

Ο ΛΗΣΤΗΣ

 



          Το δυσκολότερο σημείο στις ανθρώπινες σχέσεις είναι όταν διαπιστώνουμε πως ο άλλος δεν είναι όπως τον θέλουμε, όπως τον έχουμε φανταστεί. Όταν διαπιστώνουμε πως ενώ καταβάλλουμε κόπο μεγάλο για τα παιδιά μας, αυτά ακολουθούν δρόμους διαφορετικούς από ό,τι ελπίζουμε. Όταν ο άλλος δεν δείχνει να υπολογίζει την αγάπη μας, αλλά πορεύεται με βάση το εγώ και μας οδηγεί να σκεφτόμαστε κι εμείς έτσι. Όταν όλα εντάσσονται στην προοπτική του δικαιώματος. Όταν τα όνειρά μας συναντούν ανθρώπους που όχι μόνο δεν τα ενστερνίζονται, αλλά δεν κάνουν ούτε καν εκείνο το μικρό βήμα ανοχής, ώστε να μας αφήσουν τουλάχιστον ελεύθερους να προσπαθήσουμε να τα εκπληρώσουμε. Κι όταν πρέπει να είμαστε δίπλα σε ανθρώπους που δεν μας ταιριάζουν, χωρίς να μπορούμε να τους αποφύγουμε, τι να σκεφτόμαστε στ’  αλήθεια; 

          Πώς να σκέφτηκαν άραγε οι σταυρωτές του Χριστού όταν μαζί Του έβαλαν δύο ληστές;  Όταν Τον αντιμετώπισαν σαν έναν συνηθισμένο κακούργο και εγκληματία, Τον βασάνισαν, Τον εξευτέλισαν, Τον έκαναν να πονέσει, Τον οδήγησαν στον Γολγοθά Του και ως τελευταία κίνηση πριν ανεβεί στον σταυρό Τον έκαναν να δει δύο πραγματικούς κακούργους, τους οποίους θεώρησαν σκόπιμο να εκτελέσουν μαζί Του, αφού βρήκαν ευκαιρία; «Μετά ανόμων ελογίσθη», λέει η Γραφή.  Κι όμως, για τον Χριστό κι αυτοί ήταν ο λαός Του. Αυτοί που έπρεπε να λάβουν την ευκαιρία της σωτηρίας. Κι αυτή περνούσε μέσα από τη σιωπή Του. Μέσα από την καρτερία στον πόνο και την εκ βάθους προσευχή Του επάνω στον Σταυρό. Για τον Χριστό οι ληστές δεν ήταν οι κακούργοι που η ανθρωπότητα έλυνε τους λογαριασμούς της μ’  αυτούς στέλνοντας τους στο σκοτάδι της λήθης. Ήταν ψυχές που στάθηκαν μαζί Του την ώρα του σβησίματος της ύπαρξης και η επόμενη ώρα τους μετά τον θάνατο κρίνονταν από την σιωπή της αγάπης του Κυρίου.

            Δεν ήταν όμως μόνο η σιωπή που αντέταξε ο Χριστός σε δύο αταίριαστους ανθρώπους. Ήταν και η ελευθερία που, όπως σε όλη τη ανθρωπότητα, παρείχε. Διότι δεν τους ανάγκασε να Τον αποδεχτούν. Δεν έκανε ούτε γι’  αυτούς ένα σημείο απόδειξης δύναμης. Περίμενε, όπως περιμένει όλους τους ανθρώπους να πούνε το «Ναι»  στην πρόσκλησή Του. Και ακόμη και στην άρνηση του δεν θα πει κάτι. Δεν θα διεκδικήσει το κάθε δίκιο Του. Καρτερικά θα περιμένει την μετάνοια, παρότι ο σκληρόκαρδος ληστής θα μπήξει ένα ακόμη καρφί πόνου στο καταπληγωμένο σώμα Του.

         Μένουμε συνήθως στο πρόσωπο του ευγνώμονος ληστού. Κι έχουμε ανάγκη από ένα καλό παράδειγμα αγιότητας, μετάνοιας, ελπίδας, Παραδείσου και αυτό ο εκ δεξιών ληστής μας το δίνει. Ο εξ ευωνύμων έχασε την τελευταία ελπίδα όχι να αλλάξει την εν χρόνω ζωή του, αλλά να κερδίσει την αιώνια. Κι αυτό διότι αποφάσισε να πάει μαζί με όσους σταύρωναν και τον Χριστό και τον ίδιο. Να μην ακούσει την σιωπή. Να μη νιώσει την αγάπη. Να συνεχίσει μέχρι το τέλος να πορεύεται με τους όρους της δύναμης, της εκδίκησης απέναντι στην ανθρωπότητα, της αναζήτησης ενός παντοδύναμου και όχι ενός Θεού που συγχωρεί.

Ας ακολουθήσουμε την σιωπή, την υπομονή, την ελευθερία, την συγχώρηση του Χριστού για να Τον συναντήσουμε και να αντέξουμε κι αυτούς που δεν μας ταιριάζουν. Άλλωστε, στον κάθε σταυρό ο τελευταίος λόγος ήταν και είναι του Χριστού.

 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός