Σάββατο 25 Απριλίου 2026

ΤΑ ΒΙΑΣΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ (Κυριακή των Μυροφόρων).

 


Στις δύσκολες ώρες του σταυρικού θανάτου του Χριστού και ενώ οι μαθητές του διασκορπίστηκαν «εις τα ίδια» τρομοκρατημένοι, αναλαμβάνουν δράση και κηδεύουν τον Ιησού οι κρυφοί μαθητές Ιωσήφ και Νικόδημος, συνεπικουρούμενοι από τις πανταχού παρούσες Μυροφόρες, που πλαισίωναν πάντα τη Μητέρα του Κυρίου (Κυριακή των Μυροφόρων).

«Άνθρωπος πλούσιος από Αριμαθαίας» ήταν ο Ιωσήφ και «ευσχήμων βουλευτής». Κατείχε το αξίωμα του βουλευτή, ήταν δηλαδή σεβαστό και επίσημο μέλος του ιουδαϊκού συνεδρίου. Αλλά ήταν και μαθητής του Ιησού, «κεκρυμμένος δε διά τον φόβον των Ιουδαίων». Είχε μαθητεύσει στον Χριστό, αλλά κρυφά, για να μη διακινδυνεύσει τη θέση του. Είχε εγκολπωθεί το κήρυγμα του Χριστού περί της Βασιλείας του Θεού και ανέμενε και αυτός τον ερχομό της.

Παρομοίως και ο Νικόδημος ήταν μέλος του συνεδρίου, από την τάξη των Φαρισαίων, «άρχων των Ιουδαίων» και «διδάσκαλος του Ισραήλ». Για να αποφύγει την πολεμική εκ μέρους των Φαρισαίων, πήγαινε και συνομιλούσε με τον Χριστό κρυφά τη νύχτα. Και πολλοί άλλοι «εκ των αρχόντων επίστευσαν» στον Χριστό, αλλά από τον φόβο των Φαρισαίων δεν το ομολογούσαν αυτό φανερά, για να μην τους διώξουν από τη συναγωγή. «Ίνα μη αποσυνάγωγοι γένωνται».

Θα έλεγε κανείς ότι ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος και άλλοι άρχοντες που πίστευαν κρυφά στον Χριστό, δεν τηρούσαν στάση σωστή. Μήπως αγάπησαν και αυτοί τη δόξα των ανθρώπων περισσότερο από τη δόξα του Θεού, όπως λέει για κάποιους ο ευαγγελιστής Ιωάννης; Όμως οι βιαστικές κρίσεις είναι πάντα επισφαλείς. Καλό είναι να αποφεύγονται. Όταν δεν περιμένουμε την τελική έκβαση των πραγμάτων, αλλά προδικάζουμε το αποτέλεσμα, μπορεί να πέσουμε έξω.

Έτσι και τα γεγονότα που συνόδευσαν το Πάθος του Χριστού, έφεραν τα άνω κάτω, ανέτρεψαν άρδην τις υπάρχουσες ισορροπίες. Οι φανεροί μαθητές κρύφτηκαν περιδεείς, ενώ οι κρυφοί τόλμησαν το αδιανόητο. Ο Ιωσήφ διαχώρισε τη θέση του στο συνέδριο και, κόντρα στη γνώμη των πολλών, αρνήθηκε ευθαρσώς να συνυπογράψει την καταδίκη του Χριστού. Και επειδή οι καταδικασμένοι σε σταυρικό θάνατο δεν θάπτονταν, αλλά ρίπτονταν βορά στα θηρία, ο Ιωσήφ δεν δίστασε να παρουσιαστεί στον Πιλάτο και να ζητήσει άδεια ταφής του Χριστού, την οποία και πραγματοποίησε με τη βοήθεια του Νικοδήμου. «Θάρσος έλαβον οι πρώην δειλιώντες».

Πόσο θα τους αδικούσαμε, αν σπεύδαμε να τους κρίνουμε πρόωρα, προ του τέλους, επιπόλαια!

Τον παλιό καιρό κάποτε ένα δεκάχρονο παιδί μπήκε σε κάποιο ζαχαροπλαστείο, κάθισε σ’ ένα τραπέζι και ρώτησε τη σερβιτόρα:

«Πόσο κάνει ένα παγωτό σοκολάτα με αμύγδαλα;»

«Εξήντα δραχμές», απάντησε εκείνη.

Το παιδί έβγαλε από την τσέπη μια χούφτα κέρματα κι άρχισε να μετράει.

«Και πόσο κάνει χωρίς αμύγδαλα;» ρώτησε ξανά λίγο μουδιασμένο.

Άλλοι πελάτες περίμεναν, η κοπέλα άρχισε να χάνει την υπομονή της με το παιδί που την καθυστερούσε.

«Σαράντα πέντε δραχμές», του είπε ενοχλημένη.

Το παιδί μέτρησε πάλι τα κέρματα και είπε:

«Θέλω ένα παγωτό σοκολάτα χωρίς αμύγδαλα».

Η σερβιτόρα έφερε την παραγγελία με την απόδειξη. Το παιδί έφαγε το παγωτό, πλήρωσε στο ταμείο και έφυγε. Όταν η σερβιτόρα ήρθε στο τραπέζι να μαζέψει, τα μάτια της δάκρυσαν. Δίπλα στο άδειο πιατάκι, τακτοποιημένα όμορφα, βρίσκονταν κέρματα αξίας δέκα πέντε δραχμών. Το παιδί στερήθηκε τα αμύγδαλα στο παγωτό του για να της αφήσει φιλοδώρημα.

Μήπως ανήκεις και συ σ’ αυτούς που βγάζουν βιαστικά συμπεράσματα; 

 π. Δημητρίου Μπόκου

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 26/04/2026-ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΙΕ' 43-ΙΣΤ' 8


 Κυριακή των Μυροφόρων: Μια μεγάλη γιορτή της ορθοδοξίας - Zougla



Πρωτότυπο Κείμενο

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε· καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ. Καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου. Ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία Ἰωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται. Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν. Καὶ λίαν πρωῒ τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; Καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. Ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· μὴ ἐκθαμβεῖσθε· Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. Ἀλλ᾿ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. Καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.

Νεοελληνική Απόδοση

Εκείνο τον καιρό, ο Ιωσήφ, ένα αξιοσέβαστο μέλος του συνεδρίου, που καταγόταν από την Αριμαθαία, και περίμενε κι αυτός τη βασιλεία του Θεού, τόλμησε να πάει στον Πιλάτο και να του ζητήσει το σώμα του Ιησού. Ο Πιλάτος απόρησε που ο Ιησούς είχε κιόλας πεθάνει. Κάλεσε τον εκατόνταρχο και τον ρώτησε αν είχε πεθάνει από ώρα. Όταν πήρε την απάντηση από τον εκατόνταρχο, χάρισε το σώμα στον Ιωσήφ. Εκείνος αγόρασε ένα σεντόνι, κατέβασε τον Ιησού, τον τύλιξε μ’ αυτό και τον τοποθέτησε σ’ ένα μνήμα που ήταν λαξεμένο σε βράχο· μετά κύλησε ένα λιθάρι κι έκλεισε την είσοδο του μνήματος. Η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιωσήφ παρακολουθούσαν που τον έβαλαν. Όταν πέρασε το Σάββατο, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου, και η Σαλώμη, αγόρασαν αρώματα, για να πάνε ν’ αλείψουν το σώμα του Ιησού. Ήρθαν στο μνήμα πολύ πρωί την επομένη του Σαββάτου, μόλις ανέτειλε ο ήλιος. Κι έλεγαν μεταξύ τους: «Ποιος θα μας κυλήσει την πέτρα από την είσοδο του μνήματος;» Γιατί ήταν πάρα πολύ μεγάλη. Μόλις όμως κοίταξαν προς τα κει, παρατήρησαν ότι η πέτρα είχε κυλήσει από τον τόπο της. Μόλις μπήκαν στο μνήμα, είδαν ένα νεαρό με λευκή στολή να κάθεται στα δεξιά, και τρόμαξαν. Αυτός όμως τους είπε: «Μην τρομάζετε. Ψάχνετε για τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, το σταυρωμένο. Αναστήθηκε. Δεν είναι εδώ. Να και το μέρος όπου τον είχαν βάλει. Πηγαίνετε τώρα και πείτε στους μαθητές του και στον Πέτρο: πηγαίνει πριν από σας στην Γαλιλαία και σας περιμένει· εκεί θα τον δείτε, όπως σας το είπε». Οι γυναίκες βγήκαν κι έφυγαν από το μνήμα γεμάτες τρόμο και δέος· δεν είπαν όμως τίποτα σε κανέναν, γιατί ήταν φοβισμένες.

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 26/04/2026-ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΣΤ' 1-7


 Ο Απόστολος Παύλος: Ο αληθινά Μεγάλος

Πρωτότυπο Κείμενο

Ἐν ταῖς ἡμεραῖς ἐκείναις, πληθυνόντων τῶν μαθητῶν ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν Ἑλληνιστῶν πρὸς τοὺς Ἑβραίους͵ ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν. Προσκαλεσάμενοι δὲ οἱ δώδεκα τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν εἶπαν͵ Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις· ἐπισκέψασθε δέ͵ ἀδελφοί͵ ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτὰ πλήρεις πνεύματος καὶ σοφίας͵ οὓς καταστήσομεν ἐπὶ τῆς χρείας ταύτης· ἡμεῖς δὲ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσομεν. Καὶ ἤρεσεν ὁ λόγος ἐνώπιον παντὸς τοῦ πλήθους͵ καὶ ἐξελέξαντο Στέφανον͵ ἄνδρα πλήρη πίστεως καὶ πνεύματος ἁγίου͵ καὶ Φίλιππον καὶ Πρόχορον καὶ Νικάνορα καὶ Τίμωνα καὶ Παρμενᾶν καὶ Νικόλαον προσήλυτον Ἀντιοχέα͵ οὓς ἔστησαν ἐνώπιον τῶν ἀποστόλων͵ καὶ προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τὰς χεῖρας. Καὶ ὁ λόγος τοῦ θεοῦ ηὔξανεν͵ καὶ ἐπληθύνετο ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν ἐν Ἰερουσαλὴμ σφόδρα͵ πολύς τε ὄχλος τῶν ἱερέων ὑπήκουον τῇ πίστει.

Νεοελληνική Απόδοση

Εκείνες τις μέρες, καθώς μεγάλωνε ο αριθμός των μαθητών, άρχισαν να παραπονιούνται οι ελληνόφωνοι πιστοί εναντίον των εβραιοφώνων, ότι στην καθημερινή διανομή των τροφίμων δεν φρόντιζαν τις ελληνόφωνες χήρες όσο έπρεπε. Τότε οι δώδεκα απόστολοι σύναξαν όλους τους μαθητές και είπαν: « Δεν είναι σωστό εμείς ν΄ αφήσουμε το κήρυγμα του λόγου του Θεού και να ασχολούμαστε με διανομές τροφίμων. Φροντίστε λοιπόν, αδελφοί, να εκλέξετε απ’ ανάμεσά σας εφτά άντρες με καλή φήμη, γεμάτους από τη σοφία του Αγίου Πνεύματος. Αυτούς θα ορίσουμε να κάνουν αυτό το έργο, κι εμείς θα αφιερωθούμε αποκλειστικά στην προσευχή και στο έργο του κηρύγματος». Μ’ αυτά τα λόγια συμφώνησε όλη η κοινότητα.  Έτσι διάλεξαν το Στέφανο, άνθρωπο γεμάτον πίστη και Άγιο Πνεύμα∙  επίσης το Φίλιππο, τον Πρόχορο, το Νικάνορα, τον Τίμωνα, τον Παρμενά και το Νικόλαο από την Αντιόχεια, που προηγουμένως είχε προχωρήσει στον Ιουδαϊσμό. Αυτούς τους έφεραν μπροστά στους αποστόλους, που προσευχήθηκαν κι έβαλαν τα χέρια τους στα κεφάλια των εφτά. Στο μεταξύ ο λόγος του Θεού διαδινόταν. Ο αριθμός των μαθητών στην Ιερουσαλήμ μεγάλωνε πολύ. Ακόμη και ιερείς πάρα πολλοί αποδέχονταν την πίστη.

Εκεί όπου το «πρέπει» αντικαταστάθηκε από το «μπορώ» και το «καθήκον» από το «δικαίωμα»….

 

Περνάει ἡ σκέψη σὲ μερικοὺς ὅτι ἡ ζωὴ ἑνὸς χριστιανοῦ ἐπειδὴ ἐν πολλοῖς ἑτεροκατευθύνεται(εἴτε ἀπὸ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦεἴτε ἀπὸ τὸ παραδοσιακό

–ὅταν ὑπῆρχε–πλαίσιο εἴτε ἀπὸ κάποιον πνευματικό)τὸν ὁδηγεῖ στὸ νὰ μὴν μπορεῖ νὰ χαρεῖ τὴ ζωή,ἐπειδὴ ἀκριβῶς δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ τὸν ἀληθινὸ ἑαυτό του,
τὶς πραγματικὲς ἐπιθυμίες τοῦ κ.ο.κ.

Ἀλλὰ ἡ κατάθλιψη, ἀντιθέτως, εἶναι μιὰ κατεξοχὴν μαζικὴ ἀσθένεια τῆς νεωτερικῆς καὶ τῆς μετανεωτερικῆς ἐποχῆς ὅπου τὸ ἄτομο ἀποτίναξε τὸν ζυγὸ τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς παραδοσιακῆς κοινωνίας,τῆς κοινωνίας δηλαδὴ τῆς πειθαρχίας καὶ τῆς ὑπακοῆς.

Ἐκεῖ ὅπου τὸ «πρέπει» ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ τὸ «μπορῶ» καὶ τὸ «καθῆκον» ἀπὸ τὸ «δικαίωμα».

Σὲ αὐτὴ τὴν ἐποχὴ ὅλοι μιλᾶμε γιὰ τὸ «κυρίαρχο ἄτομο», ποὺ (ὅπως ἔλεγε ὁ Νίτσε) μοιάζει μόνο στὸν ἑαυτό του.

Καὶ ὄντως ἔτσι συμβαίνει.Τί μένει νὰ ποῦμε;

Μᾶλλον ὅτι ἐλλείψει κάποιου πλαισίου,χωρὶς ὁδηγό, χωρὶς κάποια κοινότητα, ὁ κυρίαρχος ἄνθρωπος ἀποδεικνύεται ἐλάχιστα κυρίαρχος στὰ τοῦ οἴκου του,
θέλει νὰ καταφέρει τὰ πάντα ἀπὸ μόνος του καί, νά,δὲν μπορεῖ κἂν νὰ χαρεῖ.

Ἐλλείψει ὅλων τῶν παραπάνω,μόνος μὲ τὸν ἑαυτό του, εὔκολα κατρακυλᾶ στὸν μηδενισμό. Καὶ καταρρέει.

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΟΣ Β' ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ


 

Την μνήμη του Αγίου Μακεδονίου Β’, του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, εορτάζει σήμερα, 25 Απριλίου, η Εκκλησία μας.

Ο Άγιος Μακεδόνιος Β’ από προσβύτερος και σκευοφύλακας της Αγίας Σοφίας, για την ευσέβεια του, στην οποία τον παιδαγώγησε ο θείος του Πατριάρχης Γεννάδιος, κλήθηκε να διοικήσει τον Οικουμενικό θρόνο (496-511), αντί του Πατριάρχη Ευφημίου, που εξορίστηκε στα Ευχάϊτα.

Ο λαός έτρεφε μεγάλη αγάπη στο πρόσωπο του.

Ο αιρετικός όμως αυτοκράτορας Αναστάσιος ο Δίκορος (491-518), ζήτησε από το Μακεδόνιο ένα γράμμα – που ο Αναστάσιος είχε δώσει στον προκάτοχο του Μακεδονίου, Ευφήμιο, και κατόπιν αυτός το είχε δώσει στον Μακεδόνιο – με το όποιο διαβεβαίωνε ίδιογράφως, ότι θα τηρήσει απαραχάρακτα τα δόγματα της Εκκλησίας. Διαβεβαίωση που καταπάτησε βάναυσα.

Ο Μακεδόνιος αρνήθηκε να του το δώσει και ο Αναστάσιος εξοργισμένος τον κατέβασε από το θρόνο, και τον εξόρισε πρώτα στη Χαλκηδόνα και έπειτα στα Ευχάΐτα.

Αλλά λόγο των επιδρομών των Ούννων στον Πόντο, κατέφυγε στη Γάγγρα, όπου και πέθανε το 517 μ.Χ. Αναδείχτηκε αληθινός επίσκοπος, υπέρμαχος της Ορθοδοξίας και της Εκκλησίας απέναντι στις αυτοκρατορικές αυθαιρεσίες.

Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

Αν ήταν….

 

 Του  Αρχιμ. Χρυσοστόμου Χρυσόπουλου

Αν ήταν μυθοπλασία, θα είχαν γραφεί και άλλες.

Αν ήταν αφήγημα, θα είχε στο χρόνο ξεθωριάσει.

Αν ήταν θέατρο, θα είχαν κουραστεί οι ηθοποιοί.

Αν ήταν επανάληψη, θα είχε χάσει την επικαιρότητα.

Αν ήταν σύμπτωση, θα είχαν υπάρξει και άπειρες άλλες.

* * *

Η πίκρα του Άδη γίνεται για όλους μας

παιάνας νίκης, ομολογία  πίστης,  βεβαίωση ζωής.

Αν δεν σταυρωθούμε, δε θα αναστηθούμε.

Αν δεν αντισταθούμε, δε θα ελευθερωθούμε.

Αν δεν διαβούμε,  δε θα γνωρίσουμε.

Αν δεν παλέψουμε, δε θα κατακτήσουμε.

* * *

Τότε και μόνον τότε:

Η αγριότητα θα  νικηθεί από την αγιότητα.

Το σκοτάδι θα ηττηθεί από το φως.

Η θλίψη θα ανατραπεί από την χαρά.

Ο θάνατος θα πατηθεί από την ζωή.

* * *

Όσο, όταν  και αν κάποιοι θα Τον αρνούνται, 

θα υπάρχει ο Άγγελος να διαλαλεί ότι:

ΧΡΙΣTOΣ   ANEΣTH!

Είναι το μήνυμα τo χαρμόσυνο και  ικανό 

Η Ελλάδα που αντιστέκεται

 

Κοντά στα όσα θλιβερά συμβαίνουν στην κάστα των «εκλεκτών» (ελίτ) της κοινωνίας μας και σε αναζήτηση της ζωηφόρου ελπίδας, πέραν της βοηθείας του Θεού δια πρεσβειών των αγίων Του,  σημαντικό στοιχείο ελπίδας είναι και ο ελληνικός λαός, που πληρώνει τα λάθη και τη διαφθορά των ηγετών του και που αντιμετωπίζει τις σε βάρος του αποφάσεις της ηγεσίας του και των «εταίρων» του.

Για πολλούς λόγους οι Έλληνες δεχθήκαμε και δεχόμαστε πολλές αρνητικές επιρροές και εμφανίζουμε ελαττώματα αλλά, έως σήμερα, διατηρούμε τον ξεχωριστό πολιτισμό μας, στοιχείο του οποίου είναι και η γλώσσα μας.

Την άποψη αυτή υποστηρίζει  ο  ιδιοφυής ιστοριοδίφης Σπυρίδων Ζαμπέλιος ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα στο βιβλίο του «Βυζαντιναί μελέται», εκδοθέν το 1857. Γράφει, μεταξύ άλλων, ότι η διατήρηση του πολιτισμού μας «ασφαλώς οφείλεται πέραν της Γραικορρωμαϊκής μοναρχίας την ενέργεια, της Εκκλησίας την πολιτεία και της λογίας τάξεως το σύστημα, εις το ουσιωδέστερο του νεοελληνισμού στοιχείο, τον ανερμήνευτο λαό, ο οποίος δια της ζώσης αυτού φωνής ενεκόλαψε εις την ιστορία της παλιγγενεσίας μας την σφραγίδα της ελληνικής ταυτότητος, το διαγνωστικό στοιχείο της ιδιοπροσωπίας» (σελ. 648). Η ιδιοπροσωπία δεν είναι «ιδεολογική παράμετρος του αντιευρωπαϊσμού», όπως έχει «αποφανθεί» χρονογράφος, αλλά, κατά τον αείμνηστο Πρόεδρο της Δημοκρατίας Χρήστο Σαρτζετάκη, είναι «κατάδηλος και αυταπόδεικτος αλήθεια» και όσοι δεν την αναγνωρίζουν έχουν ιδεολογία «ταυτόσημη με τη σταλινική και των πολυεθνικών εταιρειών, που είναι αυτή της νέας τάξεως πραγμάτων». Οι αναγνωρίζοντες το ανάδελφο του ελληνικού έθνους ακολουθούν την άποψη του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ότι ανήκομε στη Δύση φέροντες σε αυτήν την ιδιοπροσωπία μας και διατηρούντες την πολιτισμική αυτονομία και ανεξαρτησία μας.    

Οι Έλληνες από την αρχαιότητα ζούμε σε έναν κόσμο διαφορετικό από μας, αλλά διαθέτουμε την ικανότητα να προσλαμβάνουμε τα ωφέλιμα  και να ανανεωνόμαστε χωρίς να χάνουμε τα βασικά εθνικά μας γνωρίσματα. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του  Αιγυπτίου ιερέα στον Σόλωνα – γραμμένος στον πλατωνικό «Τίμαιο» – πως οι Έλληνες είμαστε παιδιά, με την έννοια της περιέργειας και της αφομοίωσης στοιχείων από άλλους πολιτισμούς που μας ωφελούν, χωρίς να χάνουμε την ταυτότητά μας. Με το ίδιο πνεύμα ο Μέγας Βασίλειος συμβούλευσε τους  χριστιανούς νέους  να ωφελούνται από τα ελληνικά γράμματα, χωρίς να αλλοτριώνουν την πίστη τους. Προς τούτο τους έφερε, μεταξύ άλλων, παραδείγματα από τον Όμηρο και τον Σωκράτη, τους περιέγραψε  την επιλογή της δύσκολης οδού της αρετής από τον Ηρακλή, και  χαρακτήρισε άξιο θαυμασμού τον Διογένη γιατί περιφρονούσε τα υλικά αγαθά.

Έλληνας χρονογράφος, λάτρης της αφομοίωσης των Ελλήνων από τους άλλους λαούς της Ευρώπης, δεν έχει κάνει τον κόπο να εντρυφήσει στην ιστορία των πολιτισμών, π.χ. του Γουίλ Ντυράν, να εξετάσει γιατί υπάρχει αυτή η ενότητα μεταξύ των πολλών λαών της Ευρώπης και γιατί το «ανάδελφο» προς αυτούς του δικού μας λαού. Έχομε μαζί τους κοινά, αφού εκ των βάσεων του πολιτισμού τους είναι ο ελληνικός, αλλά έχομε διατηρήσει και πολλά στοιχεία που είναι διαφορετικά. Αντίθετα οι δυτικοί και οι βόρειοι λαοί έχουν πολλά κοινά στη νοοτροπία, στον τρόπο ζωής. Προ του Λουθήρου βασικός ενωτικός παράγων μεταξύ τους ήταν ο Πάπας και μετά η προερχόμενη από τον Παπισμό   διαμαρτύρηση. Από τις διαμάχες, τις αναμίξεις, τους συμβιβασμούς  τους, έγιναν ένα μίγμα, το ονομαζόμενο «Δύση» με πολλά κοινά στοιχεία. Απόδειξη είναι ο πυρήνας της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ήταν η Ευρωπαϊκή Κοινότητα  Άνθρακος και Χάλυβος και αποτελείτο από έξι χώρες, τις λατινογενείς Γαλλία και Ιταλία, και τις σε μεγάλο ποσοστό γερμανικές Δυτική Γερμανία, Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο. Οι σλάβοι έχουν κύριο μεταξύ τους ενωτικό παράγοντα την Ορθόδοξη Εκκλησία και αισθάνονται πνευματική συγγένεια με την Ελλάδα, αλλά  με διαφορές σε πολλά πολιτισμικά στοιχεία. Όσοι Σλάβοι ασπάσθηκαν τον παπισμό (π.χ. Πολωνοί και Κροάτες), αφομοιώθηκαν με τους υπόλοιπους δυτικούς λαούς. Η προσπάθεια των προερχόμενων θρησκευτικά από τον παπισμό και τη διαμαρτύρηση κρατών   είναι να αφομοιωθούν και να ενταχθούν στο φυλετικό και πολιτισμικό μίγμα τους και οι Ορθόδοξοι, Έλληνες και Σλάβοι.

 Παραδείγματα εθνοτικών συνδέσεων στην Ευρώπη, που, παρά τις  διαφορές τους αποτελούν ομόσπονδα κράτη είναι η Ελβετία και το Βέλγιο, Η Ελβετία ήταν ενδιαίτημα διαφόρων φυλών, των Ελβετών, των Ραίτων, των Λεποντίων, κελτικής, τεκτονικής και ιταλικής καταγωγής. Για να εξασφαλίσουν την αμοιβαία βοήθεια και την ασφάλειά τους οι βουνίσιοι χωρικοί σχημάτισαν καντόνια, όπως και οι αστοί των πόλεων. Συν τω χρόνω συνασπίσθηκαν όλα τα καντόνια στην Ελβετική Ομοσπονδία, διατηρώντας το καθένα τη γλώσσα, τη θρησκεία και τα έθιμά του. Το Βέλγιο, αποτελείται από τους γερμανικής καταγωγής Φλαμανδούς, που μιλάνε γερμανικά και τους Βαλλόνους, κράμα γερμανικών, γαλλικών και κελτικών στοιχείων, που μιλάνε γαλλική διάλεκτο.

Η αντίσταση των όπου Γης Ελλήνων στην αφομοίωσή τους φάνηκε και στη φετινή αυθόρμητη, αθρόα και ολόψυχη συμμετοχή τους στα Πάθη και στην Ανάσταση του Σωτήρα  Ιησού Χριστού. Όπως έγραψαν χρονικογράφοι οι ξένοι, οι οποίοι ήσαν στη χώρα μας τις ημέρες αυτές, εντυπωσιάστηκαν από το μέγα πλήθος των Ελλήνων που έλαβαν μέρος και από την εκ μέρους τους τήρηση των εθίμων της Μεγάλης Εβδομάδος και της Κυριακής του Πάσχα, που έρχονται μέσα από το βάθος των αιώνων.

Έκπληκτοι ευχάριστα πολλοί ετερόδοξοι ξένοι μας,  ακολούθησαν την περιφορά του Επιταφίου,  παρέστησαν στο άναμμα της πασχαλινής λαμπάδας και στο φιλί της αγάπης και έμαθαν για το τσούγκρισμα των κόκκινων αυγών, τη μαγειρίτσα, το πασχαλινό αρνί  ή κατσίκι, την πασχαλινή οικογενειακή συγκέντρωση και συσπείρωση, με τη συμμετοχή και των ξενιτεμένων συγγενών, καθώς και στον πάνδημο χορό της χαράς την Κυριακή του Πάσχα, μετά τον Εσπερινό της Αγάπης. Σημειώνεται ότι για τους Ρωμαιοκαθολικούς και τους Προτεστάντες το Πάσχα είναι μια  εορτή χωρίς τίποτε το ιδιαίτερο. Και οι δύο ομολογίες τονίζουν το Πάθος και τη Σταύρωση του Ιησού και όχι την Ανάσταση και δίνουν περισσό βάρος  στα Χριστούγεννα, που  τα συνδυάζουν με τον Άγιο Νικόλαο και την ανταλλαγή δώρων.

Η εορτή του Πάσχα εορτάστηκε με τον ίδιο πανηγυρικό και πάνδημο τρόπο από τους όπου Γης Έλληνες. Από την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία έως τη Νέα Υόρκη και την Φλόριντα, από το Λος Άντζελες έως τη Νότια Αφρική, από την Αργεντινή έως την Ιρλανδία, από τη Σουηδία και τη Νορβηγία έως τη Γαλλία και την Ισπανία, νέοι στην ηλικία φοιτητές και επιστήμονες, και οικογένειες με μέλη τρίτης και τέταρτης γενιάς γιόρτασαν με τον παραδοσιακό τρόπο την μεγάλη εορτή της Χριστιανοσύνης.

Ο αείμνηστος Διονύσης Σαββόπουλος στον δίσκο του «Η Ελλάδα που αντιστέκεται…», το 1983, με τον τρόπο του μίλησε για την εθνική αυτοσυνειδησία μας, την εθνική μας παράδοση και για την πολιτισμική μας μοναξιά: «Η Ελλάδα που αντιστέκεται/ η Ελλάδα που επιμένει/ κι όποιος δεν καταλαβαίνει/ δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει».-

Άγιος Πορφύριος: Να ανοίξεις την καρδιά σου τελείως και χωρίς σφίξιμο στον Κύριο και θα έλθει μέσα σου!

 


Ήμουν στενοχωρημένος και με συμβούλευσε [ο άγιος Πορφύριος]:

– Δεν σου είπα και άλλη φορά, όταν ανοίξεις τελείως την καρδιά σου στον Κύριο, χωρίς σφίξιμο, μπαίνει ο Κύριος μέσα, και την καθιστά ανίκανη να αμαρτήσει. Κατάλαβες; Ανίκανους στο κακό.

Ο Κύριος μέσα στην καρδιά μας αγαπάει, φέρνει πραότητα, καλωσύνη.

Και να θέλουμε να θυμώσουμε, να κάνουμε στον άλλο κακό, δεν μπορούμε.

Τότε ισχύει «Ζω δε ουκέτι εγώ».

Το ζεις και το φωνάζεις μέσα σου.

Ο Παύλος πια τρελάθηκε από τη χαρά του και το διαλαλούσε.

Μα αλλάζει ο Χριστός; Όπως ήταν τότε είναι και τώρα…

Γιατί μωρέ, αφού τα λέμε και τα αποφασίζουμε, ύστερα τι παθαίνουμε και γυρίζουμε στα ίδια και πρέπει να ξαναλέμε τα ίδια;

Πάρ’ το εγωιστικά και μην αφήνεις τον εαυτό σου να δίνει ικανοποίηση στο διάβολο.
Δώσου εξ ολοκλήρου στο Χριστό, με ένθερμο έρωτα, με λαχτάρα.

Όταν βλέπεις κάτι και αντιδράς μέσα σου, και σφίγγεσαι να μη μιλήσεις, ήδη δεν είσαι εν τάξει, με αυτό το σφίξιμο.

Να είσαι απλός, συνετός, αυτοσυγκεντρωμένος, μετρημένος. Να νοιώθεις τον Κύριο πάντα παρόντα. Εκείνος θα σε διδάσκει πώς θα μιλήσεις, πότε θα σιωπήσεις.

Χαρά στους ανθρώπους που θα κρατήσουν για 40 ημέρες το «Χριστός Ανέστη», για να υπενθυμίζουνε και στους άλλους

 

Καί τό πρωΐ
«Χριστός Ἀνέστη»
καί τό μεσημέρι «Χριστός Ἀνέστη»
καί τό βράδυ
«Χριστός Ἀνέστη»…

Χαρά στούς ἀνθρώπους πού θά ‘θελαν νά κρατήσουν γιά 40 ἡμέρες τό «Χριστός Ἀνέστη»,
γιά νά ὑπενθυμίζουνε καί στούς ἄλλους.

Ο Σατανάς έβλεπε την ανθρωπότητα του Χριστού που Σταύρωσε,
δεν έβλεπε όμως την θεότητα του Χριστού.
Ο Σατανάς έβλεπε τη Σταύρωση του Χριστού, αλλά δεν έβλεπε την Ανάσταση,
που είναι το ”Βατερλό” του, αφού συντρίφτηκε η κεφαλή του.

Γι’ αυτό ο διάβολος μισεί την υπόθεση της Αναστάσεως του Χριστού
και φροντίζει να μην γίνεται λόγος περί Αναστάσεως
και να αντικαθίσταται η ευχή: «Χριστός Ανέστη» με τα: “Χρόνια πολλά”.
Αν για παράδειγμα πεις σε έναν αιρετικό: «Χριστός Ανέστη»,
το μόνο που δεν θα σου πει είναι ”Αληθώς Ανέστη!”.
Θα σου πει
«Χρόνια πολλά».
Γιατί;
Γιατί δεν θέλουνε τον Χριστό…

Εμείς ντρεπόμαστε να πούμε «Χριστός Ανέστη»
και λέμε «Χρόνια πολλά»,
χωρίς να γνωρίζουμε οι δυστυχείς,
ότι χωρίς τον Χριστό,«Χρόνια πολλά» δεν υπάρχουνε.

Εάν ο Χριστός δεν Ανέστη, που θα πάμε;
Που πηγαίνανε οι άνθρωποι τόσες χιλιάδες χρόνια προ Χριστού;
Πηγαίνανε στον Άδη.

Από τότε που ήρθε ο Χριστός στον κόσμο,που πάνε οι άνθρωποι;
Αν θέλουν πάνε στον Άδη.Τότε πηγαίνανε, αναγκαστικά στον Άδη.
Θέλανε δεν θέλανε. Σήμερα δεν πάνε στον Άδη,αν δεν θέλουν.

Οι πρώτοι Χριστιανοί είχαν το
«Χριστός Ανέστη» εις χρήσιν για 40 ολόκληρες μέρες.
Είχε αποσυρθεί η «καλημέρα»,
είχε αποσυρθεί η «καλησπέρα»,
το «χαίρετε»
και το «καληνύχτα»… αυτά είχανε αποσυρθεί, είχανε αντικατασταθεί!
Επί 40 ολόκληρες ημέρες ο χαιρετισμός ήταν «Χριστός Ανέστη».
Και το πρωΐ
«Χριστός Ανέστη»
και το μεσημέρι «Χριστός Ανέστη»
και το βράδυ
«Χριστός Ανέστη».

Δυστυχώς σήμερα ξεθωριάσανε αυτοί οι ωραίοι θεσμοί,
οι διδακτικοί και δεν ακούγεται από πολλούς,
ούτε ανήμερα το Πάσχα, το«Χριστός Ανέστη»!
Χαρά στους ανθρώπους που θα ‘θελαν να κρατήσουν για 40 ημέρες
το «Χριστός Ανέστη», για να υπενθυμίζουνε και στους άλλους.

ΟΤΙ ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΕΣΤΗ.

Η ΑΓΙΑ ΕΛΙΣΑΒΕΤ


 Ποια ήταν η Αγία Ελισάβετ που εορτάζει στις 24 Απριλίου | Dogma

Η Οσία Ελισάβετ γεννήθηκε στην Ηράκλεια της Θράκης και ήταν η μοναχοκόρη του Ευνομιανού και της Ευφημίας. Όταν η ελισάβετ έγινε 12 χρονών η μητέρα της πέθανε και μετά τρία χρόνια πέθανε και ο πατέρας της. Η Ελισάβετ πήγε στην Κωσταντινούπολη στη μονή Αγίου Γεωργίου που εκεί ήταν ηγουμένη η θεία της από την μεριά του πατέρα της και έγινε μοναχή.

Οι γονείς της Αγίας Ελισάβετ ζούσαν στην Ηράκλεια της Θράκης τον 5ο αιώνα μ.Χ. Λέγονταν Ευνομιανός και Ευφημία, ήταν ξακουστοί και ονομαστοί για την φιλοξενεία τους, την αρετή τους αλλά και τα πλούτη τους. Κατοικούσαν κοντά στην Ηράκλεια, στον τόπο που από παλιά ονομαζόταν Θρακοκρήνη και αργότερα Αβυδηνοί.

Μετά από 16 χρόνια γάμου και ήταν ακόμη άτεκνοι. Γι' αυτό παρακαλούσαν αδιάκοπα τον Θεό να τους χαρίσει ένα παιδί.
Ένα παλαιό έθιμοστον τόπο που ζούσαν συγκέντρωνε τους Χριστιανοί στην μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Γλυκερίας και να γιόρταζαν μια ολόκληρη εβδομάδα. Κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, ο πατέρας της Ελισάβετ, Ευνομιανός, έβλεπε την αγία κάρα πότε να χαμογελά και πότε να λυπάται. Κάποια στιγμή τους πήρε και τους δύο γονείς ο ύπνος για λίγο. Ο Ευνομιανός είδε σε όνειρο την Αγία Γλυκερία,να του λέει ότι σύντομα θα αποκτήσουν ένα κορίτσι. Αυτό να το ονομάσετε Ελισάβετ, όπως την μητέρα του Ιωάννου του Προδρόμου και Βαπτιστή.
Ο πατέρας της Οσίας συμφώνησε και εκείνη τον σφράγισε με το σημείο του Σταυρού και έφυγε. Η γυναίκα του συνέλαβε αμέσως και μετά από τη συμπλήρωση εννέα μηνών γέννησε κορίτσι.

Όταν η Ελισάβετ έγινε δώδεκα ετών, η μητέρα της έφυγε από την πρόσκαιρη ζωή. Μετά από τρία χρόνια έφυγε από την ζωή και ο πατέρας της.
Εκείνη αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη. Έφθασε στη μονή του Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου, που είχε το όνομα «Μικρός Λόφος» και που ηγουμένη εκεί ήταν κάποια θεία από τον πατέρα της. Στη μονή αυτή απαρνήθηκε τα εγκόσμια και τις βιοτικές μέριμνες και έγινε μοναχή.

Δύο χρόνια αργότερα η ηγουμένη της μονής έφυγε από την παρούσα ζωή, αφού όρισε διάδοχό της την Οσία Ελισάβετ, την οποία εγκατέστησε ο Πατριάρχης Γεννάδιος Α' (458 - 471 μ.Χ.).
Πρίν πεθάνει ήρθε στη πατρίδα της την Ηράκλεια και προσκύνησε τους ναούς των Αγίων.
Αιστάνθηκε οτι πλησιάζει το τέλος της και επέστρεψε στο μοναστήρι. Έτσι η Οσία Ελισάβετ κοιμήθηκε με ειρήνη. Το ιερό λείψανό της ενταφιάσθηκε στο ναό του Αγίου Γεωργίου, μένοντας ακέραιο και ανέπαφο.

Ιερά Λείψανα: 

Τμήματα του Ιερού Λειψάνου της Αγίας βρίσκονται στις Μονές Αγίας Άννης Λυγαριάς Λαμίας και Νταού Πεντέλης.

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Μια συγκλονιστική σκηνή με τον Άγιο Γεώργιο μας την περιγράφει ο Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος

 

|γράφει ο εκ των “συν αυτώ”, π.Ιωάννης Παπαδημητρίου

<<Αφού πύρωσαν σιδερένια παπούτσια

(που μέσα είχαν καρφιά) 

και του τα φόρεσαν,

έφεραν άλογα, 

Αραβικά άλογα, που τρέχουν πολύ, 

και τον έδεσαν πίσω από τα άλογα.

Κι άρχισαν να τρέχουν τα άλογα 

και αυτός έπρεπε ή να τρέξει 

ή αν έπεφτε κάτω

θα γινόταν χίλια κομμάτια….

Και λέγει ο βίος του,

“το πλήθος φώναζε εναντίον του Γεωργίου 

και ούρλιαζε και έκαναν αλαλαγμούς”.

Σκεφτείτε λοιπόν εκείνη την ατμόσφαιρα!

“Ο δε γενναίος μάρτυς του Χριστού, Γεώργιος” 

-λέγει το συναξάρι-

“μετά πολλής προθυμίας έτρεχεν

λέγων εις εαυτόν”, έλεγε στον εαυτό του:

“Τρέχε Γεώργιε ίνα λάβεις τον ποθούμενο Κύριον.”

Είχε μπροστά του, 

όχι το πλήθος, 

όχι τα άλογα,

όχι την κακία των ανθρώπων

αλλά τον ποθούμενο Κύριο.

Έτρεξε δε τόσο 

ώστε πέρασε και τα άλογα >>.

 Μας κάνει εντύπωση,

 δεν λέει στον εαυτό του απλά 

“κάνε υπομονή’’,

 ‘’άντεξε’’,

που στον καιρό της δοκιμασίας

κι αυτό μαρτύριο είναι….

Λέει ‘’τρέξε’’!

Πως γίνεται να μη βλέπεις το μαρτύριο

ως καταδίωξη

και να το βλέπεις ως πορεία

προς κάποιον που ποθείς;

Γίνεται 

όταν αλλάζει η θέα των γεγονότων…

Όταν ο άνθρωπος σταθεί

«επάνω στον Σταυρό» βλέπει αλλιώς…

Ο πόνος δεν εξαφανίζεται

αλλά παύει να είναι το κέντρο.

Από εκεί πάνω όλα βλέπονται διαφορετικά…

Και φθάνει στο σημείο ο Γεώργιος

που τον καταδιώκει η μανία του πονηρού

τελικά να γίνεται εκείνος

που καταδιώκει τον ηγαπημένο της καρδιάς του…

Μα, ο πόνος θα πει κανείς!

Δεν πονούσαν οι μάρτυρες;

Φυσικά και υπέφεραν, 

δεν ανήκαν σε κάποια εξελιγμένη βιολογικά φυλή ανθρώπων

που ένιωθαν τον πόνο λιγότερο.

Αυτό που αλλάζει στους μάρτυρες

είναι η ερμηνεία της πραγματικότητας.

Βλέπεις στην λογική του κόσμου τούτου

δοκιμασία σημαίνει 

απώλεια, 

αδικία, 

κατάρα…

Για τον μάρτυρα μπορεί η δοκιμασία

να γίνει τόπος συνάντησης με Εκείνον…

Δεν γίνεται όμως στο γεγονός αυτό καθ΄αυτό

αλλά στο νόημα που δίνω

σε αυτό που μου συμβαίνει.

Να κάνουμε και μια σημαντική διευκρίνηση…

Ο Άγιος Γεώργιος δεν είδε τον Χριστό

την ώρα του μαρτυρίου.

Τον είχε ήδη ενώπιόν του.

Εμείς πολλές φορές περιμένουμε

να είμαστε σε κατάλληλη φάση

για να προσευχηθούμε, 

να αγωνιστούμε,

να κάνουμε μια καλοσύνη…

Το μαρτύριο δεν του αποκάλυψε τον Χριστό 

αλλά του αποκάλυψε πόσο βαθιά Τον αγαπά!

Η δοκιμασία δεν γίνεται ευκαιρία

ανακάλυψης της αλήθειας μου,

 έτσι κι αλλιώς,

αλλά γίνεται ευκαιρία επειδή ο Χριστός

μπορεί να είναι παρών μέσα της…

Και δεν είναι φυσικά ότι τότε

ο πόνος εξαφανίζεται, 

όχι,

αλλά εν Χριστώ παύει να είναι αδιέξοδο…

Οι μάρτυρες δεν αγάπησαν τον πόνο,

μα αγάπησαν τον Χριστό

περισσότερο από τον πόνο.

Και τότε αυτό που για άλλους είναι συμφορά

για εκείνους γίνεται πορεία

ή καλύτερα συνοδοιπορία…

Άραγε για μας ποια μπορεί να είναι τα «άλογα»;

Είτε οι εξωτερικές πιέσεις

(υποχρεώσεις, 

ρυθμοί, 

απαιτήσεις)

με απλά λόγια δηλ. η ζωή

που μας τραβάει μπροστά 

χωρίς να μας ρωτά…

Οι εσωτερικές κινήσεις

(φόβος, 

άγχος, 

θυμός, 

ανάγκη ελέγχου)

που δεν μας τραβούν απ’ έξω

αλλά μας σέρνουν από μέσα…

Οι προσκολλήσεις

(εικόνα που θέλω να έχω, 

ασφάλεια, 

αναγνώριση).

Ακόμα ακόμα κι ο συνεχής εσωτερικός διάλογος,

αυτό το «γιατί σε μένα;», 

το «δεν είναι δίκαιο»

που πολλές φορές πονά

περισσότερο κι από το ίδιο το γεγονός…

Ο Άγιος Γεώργιος

δεν σταματά τα άλογα, 

δεν σπάει τα δεσμά.

Αλλάζει κατεύθυνση μέσα στην ίδια κίνηση!

Ενώ τον σέρνουν, 

εκείνος λέει «τρέχε».

Τα άλογα υπάρχουν, 

η ταχύτητα υπάρχει,

ο κίνδυνος υπάρχει,

αλλά δεν τον ορίζουν εσωτερικά.

Το ερώτημα για εμάς δεν είναι

«Πώς θα σταματήσουν τα άλογα;»

(συχνά δεν σταματούν).

Αλλά ποιος ορίζει την κατεύθυνση;

Με σέρνουν, 

ή μετατρέπω

το σύρσιμο σε πορεία συνάντησης

με την αλήθεια μου

αλλά και με την Αλήθεια (Χριστό);

Ίσως τελικά η μεγαλύτερη νίκη

μέσα στο μαρτύριο δεν είναι 

ότι απλά αντέξαμε

αλλά ότι με την χάρη του Θεού

δεν αφήσαμε τίποτε να μας κλέψει τον πόθο

για την ζωή και την Όντως Ζωή…

Ο Θρησκευτικός - Παραθρησκευτικός χαρακτήρας των πολεμικών τεχνών

 

pireos athlitismos 1

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ, μιλά για τον Θρησκευτικό - Παραθρησκευτικό χαρακτήρα των πολεμικών τεχνών.


 

ΦΟΒΑΤΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ;

           


 Ο πρόσφατος λόγος του Πάπα Λέοντος ότι δεν φοβάται τον Αμερικανό Πρόεδρο και την παντοδυναμία των όπλων και της εξουσίας του, φέρνει ξανά στο προσκήνιο το ερώτημα κατά πόσον η Εκκλησία έχει ανάγκη την εξουσία κάθε μορφής και κατά πόσον τη φοβάται. Στην καθ’ ημάς ορθόδοξη παράδοση ισχύει η “συναλληλία” Εκκλησίας και Πολιτείας. Το κράτος, αναγνωρίζοντας την ορθόδοξη πίστη ως την επικρατούσα θρησκεία της πατρίδας μας, προσφέρει σε αυτήν κάποια προνόμια, σε συνέχεια των μεγάλων αγώνων της Εκκλησίας για να κρατηθεί ζώσα η ταυτότητα και η ιδιοπροσωπία του Ελληνισμού στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας και της Βενετοκρατίας. Τα προνόμια αυτά όμως δεν είναι λόγος για να σταματήσει η Εκκλησία να έχει άποψη για ό,τι τεκταίνεται στην κοινωνία και για τις όποιες αποφάσεις της Πολιτείας, ιδίως αν αυτές έχουν σχέση με ζητήματα πίστης.

             Η Εκκλησία έχει λόγο για τη ζωή των ανθρώπων και οφείλει αυτόν τον λόγο να τον καταθέτει. Είναι μάλλον αναπόφευκτο ο λόγος να είναι ελεγκτικός των κακώς πεπραγμένων. Ό,τι ακολουθεί την αλήθεια του Ευαγγελίου, συνήθως έρχεται σε ρήξη με τη νοοτροπία του κόσμου. Η Εκκλησία ουδέποτε φοβήθηκε να κρατήσει ακαινοτόμητη την διδασκαλία της, μόνο και μόνο για να μην διακινδυνεύσει την εκδήλωση της οργής της Πολιτείας. Δεν έχει ανάγκη η Εκκλησία την Πολιτεία, για να επιβιώσει. Ζητά όμως η Εκκλησία να υπάρχει γαλήνη στις σχέσεις της με την Πολιτεία, ώστε να έχουμε “ήρεμον και ησύχιον βίον”, όπως προσευχόμαστε στη θεία λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου.

             Η Εκκλησία δεν είναι όμως ένα θεολογικό καθίδρυμα. Η παρουσία της είναι δεδομένη στην Ιστορία του κόσμου. Ζητά το “πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας”, αλλά δεν λησμονεί το “νυν”. Οι πιστοί, αλλά και όλοι οι άνθρωποι, διότι η Εκκλησία είναι Οικουμενική και το μήνυμα της πίστης δεν απευθύνεται μόνο στους πιστούς αλλά σε όλους, έχουν την ανάγκη τόσο της επιβίωσης, όσο και της ελευθερίας να εκδηλώνουν την πίστη τους δημοσίως. Επίσης, έχουν την ανάγκη να στηρίζονται και από την Εκκλησία, την οποία βλέπουν και ζούνε ως Μητέρα. Έχουν ανάγκη να ακούνε τη γνώμη της Εκκλησίας για τη ζωή και την πραγματικότητα του κόσμου. Και η Εκκλησία δεν πρέπει να κρύβεται. Χρειάζεται θάρρος και παρρησία, όπως ο Χριστός διεμήνυσε, ώστε ο λόγος να ακούγεται. Βεβαίως και δεν πρέπει να έχει την απαίτηση η Εκκλησία η Πολιτεία να συμμορφώνεται. Θα βοηθούσε όμως πολύ την Πολιτεία να μην ξεχνά τον λόγο της Εκκλησίας, λόγο σοφίας, λόγο εμπειρίας, αγάπης και αλήθειας που έρχεται εκ Θεού.

             Από την άλλη, πολλοί πιστοί ζητούν από την Εκκλησία να εκφράζει λόγο για θέματα που δεν άπτονται της πνευματικής πορείας τους. Παρασυρμένοι από κινδυνολόγους και εσχατολογούντες, νομίζουν ότι η Εκκλησία πρέπει να λειτουργεί επαναστατικά και αντιστασιακά, όχι πάνω σε ζητήματα αλλοτρίωσης του ορθοδόξου φρονήματος, αλλά σε ζητήματα που επαφίενται στην προσωπική ευθύνη και τον αγώνα του πιστού ως πολίτη στο “νυν” της Ιστορίας. Ζητούν και απαιτούν μια Εκκλησία που να βλέπει παντού εχθρούς και όχι μια Εκκλησία που να αγαπά και να ορθοτομεί εκεί όπου υπάρχει κίνδυνος αλλοίωσης της πίστης. 

             Έχει σημασία η διακήρυξη της ανάγκης για ειρήνη στον κόσμο. Η καταδίκη της αλαζονείας των Ισχυρών. Η αίσθηση ότι η Εκκλησία δεν μπορεί και δεν πρέπει να ευλογεί επιθετικούς πολέμους. Από την άλλη, η θέση της Εκκλησίας είναι δύσκολη όταν γίνονται πόλεμοι των οποίων οι αιτίες δεν είναι μονόπλευρες και το δίκιο δεν είναι εμφανές. Από το σημείο αυτό όμως μέχρι τού να ευλογείται η εξουσία αδιακρίτως η απόσταση είναι μεγάλη.                                               

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κάποιες φορές η λύση είναι απλά να σταματάς…


Κάποιες φορές η λύση είναι απλά να σταματάς.

Να σταματάς να ασχολείσαι.

Να σταματάς να ασχολείσαι με πρόσωπα.

Να σταματάς να ασχολείσαι με πράγματα.

Να σταματάς να ασχολείσαι με μικρότητες, με γνώμες, με απόψεις, με «μούτρα», με «σου είπα και μου είπες»…

Και ναι, όταν θα το κάνεις αυτό, όλοι μπορεί, να πέσουν να σε φάνε…

‘’Τί άλλαξε’’, θα σε ρωτάν…‘’Δεν ήσουν έτσι εσύ…Κάτι έχεις. Κάτι τρέχει. Δεν είσαι καλά. Κάτι σου συμβαίνει…’’.

Και θα προσπαθούνε να ρίξουνε το μπαλάκι της ευθύνης πάνω σου…

Βλέπεις, μπορεί να μην περνάει καν από το μυαλό τους, πως είναι η δική τους συμπεριφορά, που σε έχει αγανακτήσει….

Κάποιες φορές η λύση είναι απλά να σταματάς.

Να σταματάς να ασχολείσαι.

Ούτε να θυμώνεις. Ούτε να αρρωσταίνεις. Ούτε να ξοδεύεις τον εαυτό σου σε μαλώματα, σε συγκρούσεις και θυμούς…

Κάποιες φορές η λύση είναι απλά να σταματάς και να πηγαίνεις παρακάτω…

Χριστός Ανέστη.

Ψυχολόγος Ελευθεριάδης Ελευθέριος

“Η προσευχή είναι τόσο σημαντική για την ψυχή του ανθρώπου όπως η αναπνοή..”

 

Δεν υπάρχει τίποτα πιο πολύτιμο στη ζωή του ανθρώπου από την προσευχή. Κάνει το αδύνατο, δυνατό! καθιστά το δύσκολο, εύκολο!

Η προσευχή είναι τόσο σημαντική για την ψυχή του ανθρώπου όπως η αναπνοή.

Όποιος δεν προσεύχεται στερείται της συνομιλία με το Θεό και μοιάζει με το δέντρο που δεν αποδίδει καρπούς και κόβεται και ρίχνεται στη φωτιά (Ματθ. 7:19).

Η νύχτα είναι πολύ κατάλληλη στιγμή για μοναχική προσευχή. Είναι μια ώρα που όλα είναι ήσυχα και ήρεμα.

Όλα είναι σιωπηλά και η προσευχή που αναβλύζει από τα βάθη της καρδιάς στη σιωπή της νύχτας ακούγεται, και η χάρη του Θεού εγκαθίσταται στην ψυχή σε ακόμη μεγαλύτερη αφθονία.

Κατά τη στιγμή της προσευχής, οι πειρασμοί αυξάνονται κατά του πρόσωπου που προσεύχεται με μεγάλη σφοδρότητα, με φόβους και περισπασμούς. Ταυτόχρονα η χάρη του Θεού πολλαπλασιάζεται ώστε να μας προστατεύσει και να μας δώσει πνευματική βοήθεια.

Η γενική άποψη των αγίων Πατέρων είναι ότι η προσευχή είναι η κόρη των εντολών του Ευαγγελίου, όπως επίσης η μητέρα όλων των αρετών.

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΚΑΙ ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ

Άγιος Γεώργιος ο Μεγαλομάρτυρας και Τροπαιοφόρος - Ορθοδοξία News Agency

Ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ Τροπαιοφόρος ἀνήκει στή χορεία τῶν μεγαλομαρτύρων καί εἶναι ἀπό τούς πιό λαοφιλεῖς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας. Γεννήθηκε στή Καππαδοκία ἀπό χριστιανούς γονεῖς, πλούσιους καί πολύ εὐσεβεῖς. Ὁ πατέρας του Γερόντιος Ἕλληνας στήν καταγωγή, ἡ μητέρα του Πολυχρονία ἀπό τήν Λύδδα τῆς Παλαιστίνης.
Βρισκόμαστε σέ χρόνια σκληρῶν διωγμῶν ἐναντίον τῶν χριστιανῶν. Ὅταν ἦταν σέ ἡλικία δέκα ἐτῶν ἐμαρτύρησε ὁ πατέρας του καί ἡ μητέρα του ἔπαιρνε τόν μικρό Γεώργιο καί πήγαιναν στόν τάφο τοῦ πατέρα του καί ἐκεῖ προσευχόντουσαν γονατιστοί. Μέ αὐτά τά βιώματα μεγάλωνε ὁ Ἅγιος καί ἔτσι θέριευε μέσα του ἡ πίστη στό Θεό.
Σέ ἡλικία 18 ἐτῶν κατάχθηκε στό ρωμαϊκό στρατό. Γρήγορα διακρίθηκε γιά τήν τόλμη, τήν ἀνδρεία καί τόν ἠρωϊσμό του, γι᾿ αὐτό καί ἔλαβε ἀνώτερα στρατιωτικά ἀξιώματα. Κατηχοῦσε μάλιστα, δίδασκε στούς εἰδωλολάτρες στρατιῶτες του τήν ἀληθινή πίστη, τήν πίστη στόν Ἰησοῦ Χριστό καί ἔτσι πολλοί ἦταν ἐκεῖνοι πού πίστεψαν καί βαπτίσθηκαν, ἔγιναν χριστιανοί.
Τό 303 μ.Χ. ὅταν ἄρχισαν οἱ λυσσαλέοι διωγμοί τοῦ Διοκλητιανοῦ, δέν δίστασε ὁ γενναῖος στρατηλάτης νά ὁμολογήσει μέ παρρησία τήν χριστιανική του πίστη καί αὐτό στάθηκε αἰτία καί ἀφορμή νά ὑποστεῖ πολλά καί φοβερά μαρτύρια καί στό τέλος νά ἀποκεφαλισθεῖ γιά τήν ἀγάπη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ὁ ἅγιος Γεώργιος μέ τό φωτεινό παράδειγμά του διδάσκει μέσα στόν σύγχρονο κόσμο τῆς ἀδιαφορίας, τῆς ἀπιστίας καί τῆς διαφθορᾶς, ὅτι εἶναι ἐφικτή, ὅτι εἶναι κατορθωτή ἡ χριστιανική ζωή καί σήμερα, ἀφοῦ μποροῦσε νά γίνει τότε στή δύσκολη ἐποχή τῶν διωγμῶν καί τοῦ μαρτυρίου. Βλέπουμε τόν γενναῖο ὁπλίτη, τό παλλικάρι τοῦ Χριστοῦ νά δείχνει, σάν τόν ἀπόστολο Παῦλο, τά στίγματα τοῦ Κυρίου. Τά στίγματα ἀπό τίς μαστιγώσεις, τά τραύματα ἀπό τόν φοβερό τροχό, τίς πληγές ἀπό τόν ἀσβέστη, πού τόν ἔρριξαν, ἀπό τά πυρακτωμένα σιδερένια παπούτσια μέ τά ἐσωτερικά καρφιά καί ἄλλα τόσα πολλά. Καί ἦταν τότε σέ ποιά ἡλικία; Παρακαλῶ, μόλις 22 ἐτῶν.
Οὔτε ὁ πλοῦτος τόν ἐμπόδισε στήν πίστη, οὔτε τά ἀξιώματα, οὔτε οἱ ἀπολαύσεις, οὔτε ὁ φόβος τῶν βασανιστηρίων, οὔτε κάτι ἄλλο. Ὁ ἅγιος Γεώργιος μᾶς στέλνει σήμερα ἕνα σπουδαῖο μήνυμα, ὅτι ἡ πίστη καί ἡ ἁγιότητα εἶναι γιά ὅλους ἀδιακρίτως. Δέν θά ζήσουμε τά καλά μας χρόνια μέσα στήν ἁμαρτία καί στά γεράματα θά στραφοῦμε στό Θεό. Ἐξ ἄλλου κανείς δέν γνωρίζει, ἄν θά φτάσει σέ μεγάλη ἡλικία.
Κάποιοι ἀναρχικοί νέοι, πού γράφουν στούς τοίχους διάφορα συνθήματα, ἔγραψαν καί αὐτά τά λόγια: Πεθαίνουμε στά 18 καί μᾶς θάβουν στά 80. Μά ἀσφαλῶς ἔτσι εἶναι. Ὅταν δέν ζοῦμε κοντά στό Χριστό, μαζί μέ τόν Χριστό, τότε εἴμαστε πεθαμένοι. Εἴμαστε κινούμενα πτώματα.
Μέσα στά μαρτύρια ὁ ἅγιος Γεώργιος παρώτρυνε τόν ἑαυτό του: Ἄνοιξε ἡ θύρα τοῦ νυμφώνα. Τό δεῖπνο εἶναι ἕτοιμο, τρέξε, Γεώργιε, γιατί ἀργεῖς; Μπές μέσα, πρίν προλάβει καί κλείσει ἡ πόρτα. Αὐτό δέν πρέπει νά κάνουμε κι᾿ ἐμεῖς; Νά μή μείνουμε ἔξ τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ, σάν τίς πέντε μωρές παρθένες τῆς γνωστής παραβολῆς;
Γιά νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τά βιωτικά πράγματα, γιά νά μή ἔχει κανένα βάρος καί κανένα ἐμπόδιο, μοίρασε τήν περιουσία του στούς φτωχούς, ἔκοψε κάθε δεσμό μέ τόν κόσμο καί τήν ὕλη καί πλέον ἐλεύθερος καί ἀνάλαφρος προχώρησε μέ θάρρος στό μαρτύριο καί ὁμολόγησε τόν Χριστό μπροστά σέ βασιλεῖς καί ἡγεμόνες.
Ποιό εἶναι τό ὄνομά σου; τόν ρώτησαν. Εἶμαι χριστιανός, ἀπάντησε, ὅπως ἔκαναν καί πολλοί ἄλλοι μάρτυρες. Δέν λέει τό βαπτιστικό του ὄνομα, γιατί, ἀδελφοί μου, τό πρῶτο μας ὄνομα εἶναι τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ χριστιανική μας ἰδιότητα. Ὅταν οἱ ἄλλοι βλέπουν τό πρόσωπό μας, πρέπει νά βλέπουν τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ἕνα μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καί ὄχι ἕνα ἄγριο θηρίο. Εἶμαι δοῦλος Χριστοῦ, εἶπε ὁ ἅγιος, αὐτό εἶναι τό τιμιώτερο ὄνομά μου, αὐτό εἶναι ἡ ὀμορφιά μου, δέν ἔχω κάτι ἄλλο καλύτερο γιά νά στολιστῶ.
Αὐτό εἶναι ἕνα ἄλλο σπουδαῖο δίδαγμα ἀπό τόν Ἅγιο Γεώργιο. Δέν πρέπει νά δειλιάζουμε σάν χριστιανοί. Πρέπει νά ὁμολογοῦμε τήν χριστιανική μας ἰδιότητα μέ θάρρος καί παρρησία. Καυχᾶται ὁ ἄλλος ἀπό τηλεοράσεως, γιατί εἶναι ἀνήθικος καί διεφθαρμένος, γιατί εἶναι ἄπιστος καί ἀνθέλληνας. Δέν διστάζει νά ὁμολογήσει μέ καύχηση σέ ποιό κόμμα ἤ σέ ποιά ποδοσφαιρική ὁμάδα ἀνήκει. Ἐμεῖς γιατί νά ντραποῦμε γιά τήν πίστη μας; Γιατί νά μή ὁμολογήσουμε, ὅτι εἴμαστε χριστιανοί; Ἄν μάλιστα εἴμαστε χριστιανοί στά λόγια, χριστιανοί τῆς κακιᾶς ὥρας, τότε καλύτερα νά κλείσουμε τό στόμα, νά καταπιοῦμε τή γλώσσα μας καί νά κοιτάξουμε νά γίνουμε σωστοί χριστιανοί. Νά καμαρώνει γιά μᾶς ὁ Χριστός, ὄχι νά μᾶς ἀποστρέφεται.
Τό μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τό ἔγραψε ἕνας ὑπηρέτης του, ὁ Πασικράτης, πού ἦταν κοντά καί παρακολουθοῦσε. Ἐνῷ ὁ Ἅγιος προσευχόταν καί ζητοῦσε τήν ἐνίσχυση ἀπό τό Θεό, τόν ἅρπαξαν οἱ δήμιοι σάν ἄγρια θηρία καί τόν ἔβαλαν στό φοβερό ὄργανο τοῦ τροχοῦ. Τό σῶμα του ξεσκίζονταν, γινόταν κομμάτια. Ποτάμι ἔτρεχε τό αἷμα. Μιά λίμνη σχηματίσθηκε στή γῆ. Ὁ Ἅγιος ἔνοιωθε, ὅτι ἦταν ξαπλωμένος πάνω σέ μαλακό κρεββάτι.
Γιατί ἄραγε; ἐρωτᾶ ὁ βιογράφος του καί ἀπαντᾶ πάλι ὁ ἴδιος. Γιατί εἶχε θεῖο ἔρωτα ἀκραιφνῆ καί γνήσιο. Ὅταν ὑπάρχει αὐτός ὁ θεῖος ἔρωτας, αὐτή ἡ ὑπερβολική ἀγάπη, τότε ὅσα σκληρά, ὅσα ὁδυνηρά πέφτουν πάνω στόν ἄνθρωπο, ὅλα τά καταφρονεῖ. Τρέχει μόνο στό ἔνα καί σ᾿ αὐτό ἀφοσιώνεται. Ὅταν δέ τό ἕνα εἶναι ὁ Χριστός, τότε τίποτε δέν μπορεῖ νά κάνει τόν μάρτυρα νά πονέσει. Γιατί ὁ νοῦς του εἶναι προσηλωμένος στό Χριστό καί στό σταυρό τοῦ Χριστοῦ.
Αὐτήν  τήν ἀγάπη πρός τό Χριστό πρέπει νά ἔχουμε κι᾿ ἐμεῖς καί αὐτή ἡ ἀγάπη πρέπει νά μᾶς δυναμώνει. Βέβαια σήμερα δέν  ζητεῖται ἀπό ἐμᾶς τό μαρτύριο τοῦ αἵματος. Τοὐλάχιστον πρός τό παρόν. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νά ἔχουμε τό μαρτύριο τῆς συνειδήσεως. Τό μαρτύριο τῆς ὑπομονῆς στίς θλίψεις καί στίς ἀδυναμίες τοῦ ἄλλου. Τό μαρτύριο τῆς σταθερῆς ὁμολογίας, ὅτι ναί καί σήμερα πιστεύουμε στό Χριστό, ἀλλά καί Τόν ἐμπιστευόμαστε καί τόν ἔχουμε ὁδηγό στή ζωή μας.
Ἀγαπητοί μου,
Γράφει ὁ ὑπηρέτης του, ὁ Πασικράτης, ὅτι, ὅταν ὁ ἅγιος Γεώργιος ἦταν μέσα στή φυλακή καταπληγωμένος ἄκουσε τή φωνή τοῦ Χριστοῦ, πού τοῦ ἔλεγε: Ἀνδρίζου, Γεώργιε, καί ἀδίστακτος ἔσο. Κράτα τό ἀνδρικό σου φρόμηνα καί μεῖνε ἀτάραχος. Ἄγγελος Κυρίου κατέβηκε, τόν ἔλυσε ἀπό τά δεσμά καί θεράπευσε ὅλες του τίς πληγές. Φεύγοντας μάλιστα τόν ἀσπάσθηκε ὁ ἄγγελος, τόν φίλησε καί τοῦ εἶπε: Ἀληθινά νά χαίρεσαι Γεώργιε, γιατί εἶσαι μακάριος καί τρισμακάριος. Δέν παρέδωσες τήν ζωή σου στό θάνατο, ἀλλά στήν ὄντως ζωή πού εἶναι ὁ Χριστός. Πολύ γρήγορα θά σέ στεφανώσει ὁ Βασιλεύς τῆς δόξης μέ τό ἄφθαρτο στεφάνι τοῦ οὐρανοῦ καί θά κατατροπώσει ὅλους τούς ἀσεβεῖς τυράννους καί ἀντιπάλους σου.
Ἄς κρατήσουμε τήν πίστη μας στόν Ἰησοῦ Χριστό. Νά ἀκολουθήσουμε, ὅσο γίνεται στόν καιρό μας, τό παράδειγμα τοῦ ἁγίου Γεωργίου, γιά νά περιμένουμε στεφάνι σάν τό στεφάνι του, γιά νά ἔχουμε τόπο καί θέση κοντά του στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.
 Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’.
Ὡς τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτής, καὶ τῶν πτωχῶν ὑπερασπιστής, ἀσθενούντων ἰατρός, βασιλέων ὑπέρμαχος, Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Μην αμφιβάλλεις ότι είναι Άγιος! (Μία αληθινή ιστορία)

 

Ταξίδευε για την Αθήνα με το τραίνο μ’ έναν παραδελφό του. Έβλεπε τα διάφορα τοπία π’ αντανακλούσαν στα μάτια του, μα ο ίδιος ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του. Ο νεαρός άλλος καλόγερος το’ χε ρίξει από ώρα στον ύπνο. Η προτροπή του Γέροντά του ηχούσε ακόμη στ’ αυτιά του.

«Πήγαινε, παιδί μου, στην Αθήνα, για τις δουλειές του μοναστηριού, μα να πας να προσκυνήσεις και τον άγιο του Θεού. Μπορεί η Εκκλησία μας να μην έχει διακηρύξει ακόμη τον αγιότητά του, μα είναι ζήτημα χρόνου γι’ αυτό. Εγώ τον είχα γνωρίσει και είμαι πεπεισμένος για το πόσο μεγάλος είναι. Ο Πορφύρης, όπως τον λέγανε οι γεροντότεροι του Όρους. Ο άγιος Πορφύριος για μένα και για τους περισσοτέρους. Σπουδαία και μεγάλα τα χαρίσματά του. Σαν κι αυτόν κάθε διακόσια χρόνια φανερώνεται από τον Θεό στην Εκκλησία».

«Πώς κι απέκτησε τόσα χαρίσματα, Γέροντα;» είχε ρωτήσει. «Και μάλιστα ζώντας τα περισσότερα χρόνια έξω από τον Άγιον Όρος. Πού; Στο κέντρο της Αθήνας, την Ομόνοια! Είναι δυνατόν;»

«Βεβαίως, παιδί μου. Γιατί δεν είναι ο τόπος που κάνει τον άγιο, αλλά ο τρόπος της ζωής του. Μην ξεχνάς από την άλλη, ο Γερο-Πορφύριος έφυγε από το Όρος όχι γιατί ο ίδιος το θέλησε, αλλά γιατί οι περιστάσεις με την υγεία του έκαναν τους Γεροντάδες του να του δώσουν κατ’ ανάγκην ευλογία για να βρεθεί στον τόπο των γονιών του καταρχάς, κι έπειτα στην Αθήνα ως κληρικός που έγινε. Κινδύνεψε μάλιστα να φύγει από τη ζωή νεαρός που ήταν, κι αν δεν αποφάσιζαν να τον στείλουν στους γιατρούς οι Γέροντές του δεν ξέρουμε αν θα μπορούσε να ζήσει».

«Τι χαρακτηριστικό ιδιαίτερο είχε, Γέροντα; Ποιος ήταν αυτός ο τρόπος της ζωής του; Έχω ακούσει αρκετά βεβαίως, όλοι οι προσκυνητές που έρχονται στη Μονή μας, τουλάχιστον οι περισσότεροι, μας λένε για την αγιότητά του και τα θαυμαστά σημεία που συνοδεύουν τις διάφορες ενέργειές του, αλλά μέσα μου σαν να ορθώνεται ένα αγκάθι που με τριβελίζει και με κάνει να αρνηθώ ότι ένας άνθρωπος καλόγερος που τελικά κατέληξε έξω από τη Μονή της μετανοίας του άγιασε, όπως λες» – φάνηκε λίγο εξουθενωμένος ο π. Πέτρος, ο καλός νέος στην ηλικία αδελφός του ιστορικού αγιορείτικου μοναστηριού, που εδώ και κάποια χρόνια αγωνιζόταν τον καλό αγώνα της μετανοίας του, «υποπιάζοντας το σώμα του και δουλαγωγώντας το», όπως λέει και ο απόστολος.

«Ναι, πρέπει να το ξαναπούμε», είπε σκεφτικός ο Γέροντας κι έσκυψε το κεφάλι μνημονεύοντας το όνομα του Κυρίου. «Και δεν πρόκειται να πάψω να τονίζω το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του μεγάλου αγίου της εποχής μας, που είναι και το πιο καίριο γνώρισμα κάθε αγίου οποιασδήποτε εποχής. Κατ’ ακρίβειαν, χωρίς αυτό αληθινός χριστιανός δεν υπάρχει. Μπορεί να έχει όλα τα θεωρούμενα χαρίσματα και όλες τις αρετές, μα αν λείπει αυτό το ένα που σφράγιζε την ύπαρξη και του Γέροντα Πορφυρίου, όλα τα άλλα είναι με ερωτηματικό. Κι αυτό το ένα, το μοναδικό, είναι η αγία ταπείνωση – έτσι τη χαρακτήριζε και ο άγιος. Η μεγάλη του ταπείνωση, λοιπόν, ήταν το πιο μεγάλο γνώρισμά του, γι’ αυτό και μαγνήτισε τη θεία χάρη τόσο πολύ. «Ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν» δεν λέει ο λόγος του Θεού; Ε, το βλέπουμε τούτο σ’ όλο του το μεγαλείο στον άγιον αυτόν άνθρωπο. Και ξέρεις γιατί;»

Κοίταξε με απορία μεγάλη ο Πέτρος προσδοκώντας την απάντηση.

«Διότι ενώ από πολύ μικρός, δεκαεφτάχρονος περίπου, φάνηκε να αποκτά τα μεγάλα χαρίσματα του Θεού, το διορατικό, το προορατικό, το θαυματουργικό ακόμη, ποτέ δεν ξιπάστηκε κι ούτε άφησε μέσα του κάποιο ίχνος κενοδοξίας να τον καταλάβει. Κι αυτό φανερώνει το πόσο έντονος και βαθύς ήταν ο καθημερινός αγώνας του για μετάνοια, το πόσο την κάθε στιγμή της ζωής του τη θεωρούσε ως την τελευταία του, για να μην παρασυρθεί από την πλημμύρα της χάρης του Θεού πάνω του. Κι είναι η αλήθεια αυτή εκείνο που εξηγεί και την τεράστια αγάπη που έτρεφε σε κάθε πλάσμα του Θεού, από το μικρότερο έως το μεγαλύτερο, τον άνθρωπο. «Στο πρόσωπο του συνανθρώπου βλέπουμε τον Χριστό», τόνιζε συχνά πυκνά, ακολουθώντας κατά γράμμα την εντολή του Κυρίου, που επιτάσσει να διακρίνουμε Εκείνον σε κάθε αδελφό μας. «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων εμοί εποιήσατε». Οπότε, καταλαβαίνεις, – κατέληξε ο Γέροντας – ένας τέτοιος άνθρωπος έχει γίνει ενεργούμενο του Πνεύματος του Θεού. Τον Χριστό διαπιστώνουμε στην ύπαρξή του και γι’ αυτό υποκλινόμαστε στην αγιότητά του».

Φτάσανε στην Αθήνα οι καλόγεροι. Τελείωσαν με τις δουλειές του μοναστηριού που είχαν αναλάβει. Τράβηξαν για το Μοναστήρι του Γέροντος Πορφυρίου στη Μαλακάσα, τη «Μεταμόρφωση του Σωτήρος». Τα κατάφεραν πολύ καλά, μιας και ο Γέροντάς τους είχε φροντίσει να ειδοποιήσει κάποιο πνευματικό τέκνο του που σχετιζόταν με το μοναστήρι να τους εξυπηρετήσει. Προσκύνησαν το μεγάλο ναό που ολοκληρωνόταν σιγά σιγά. Και βρέθηκαν στον «πυρήνα» του μοναστηριού από πλευράς παρουσίας του οσίου Γέροντα: το ταπεινό κελάκι του με το κρεβατάκι του και το ριγμένο πάνω άγιο πετραχήλι του. Εικόνες πολλές κρέμονταν από παντού, ενώ η κεντρικότερη ήταν η αγαπημένη του αγίου, η μάνα Παναγία.

Προσκύνησε και φίλησε την εικόνα της Μεγάλης Μάνας και στάθηκε μπροστά στο κρεβατάκι του οσίου. Οι σκέψεις της αμφιβολίας για την αγιότητά του ήρθαν με μορφή καταιγιστική. Ένιωσε ευάλωτος. Δεχότανε επίθεση. Θέλησε να αντιτάξει ως άμυνα την πίστη του αγίου δικού του Γέροντα. Σκέφτηκε το πόσοι άνθρωποι βεβαίωναν και διαρκώς βεβαιώνουν την πνευματοφορία του αγίου. «Θεέ μου, Χριστέ μου, βοήθησέ με» κατόρθωσε να προφέρει. Την πίστη του για τον Χριστό ποτέ του δεν την αμφισβήτησε. Μα για τον συγκεκριμένο Γέροντα, που δεν ήταν «επισήμως» άγιος της Εκκλησίας, είχε πάντοτε τις αμφιβολίες του.

«Κι αν είναι άγιος, μήπως γίνομαι βλάσφημος, αρνούμενος το Πνεύμα του Θεού σ’ αυτόν;» του ήλθε απότομα ο λογισμός, που φάνηκε να τον κλονίζει ακόμη περισσότερο. Γονάτισε. Φίλησε το πετραχήλι του αγίου. Ύψωσε τα μάτια του και τον κοίταξε στη φωτογραφία του. Τα μάτια του αγίου τα ένιωσε σαν της μάνας του, γεμάτα στοργή και θερμή αγάπη γι’ αυτόν. Το χαμόγελό του πήρε να του παρηγορεί λίγο την ταραγμένη καρδιά. Μα, το «αγκάθι» της αμφιβολίας λειτουργούσε καλά και πάλι μέσα του. Σηκώθηκε. Δεν έπρεπε να δείξει και σε άλλους την εσωτερική του πάλη. Σταυροκοπήθηκε και βγήκε στον διάδρομο.

Δεν θέλησε να φύγει, έστω κι αν είδε ότι δύο πούλμαν βρέθηκαν στο μοναστήρι για το ιερό προσκύνημα. Ο κόσμος άρχισε να συρρέει και να παίρνει σειρά για να μπει στο κελί του αγίου. Κάποιοι ήδη είχαν αρχίσει τις αγορές βιβλίων και διαφόρων αγιοτικών που υπάρχουν στον διάδρομο. Οι περισσότεροι έγραφαν και τα ονόματά τους προς μνημόνευση. Το προσκύνημα συνεχιζόταν, όπως συνεχιζόταν και η επίθεση λογισμών στον π. Πέτρο, ο οποίος είχε σταθεί ένα βήμα πέρα από το κελί, παρακολουθώντας την όλη κίνηση. Άρχισε να θαυμάζει την απλοϊκή πίστη αυτών των ανθρώπων. Παρακαλούσε θερμά τον Κύριο να τον φωτίσει, να τον ενισχύσει, να του δείξει ένα «σημάδι» που θα έλυνε τον προβληματισμό του. Ήξερε βεβαίως ότι αυτό δεν συνάδει απολύτως με την πίστη του Χριστού – να ζητάς «σημεία και θαύματα» – μα μέσα στην απόγνωσή του το έκανε.

Τράβηξε την προσοχή του μία γερόντισσα που καθοδηγείτο από κάποιες άλλες γυναίκες, γιατί ήταν τυφλή. Την έβαλαν στο κελί του αγίου, προσκύνησε, βγήκε. Κι εκεί που ήταν θεατής κι οι σκέψεις του «σαν κοράκια τον χαστούκιζαν», ένιωσε το χέρι της τυφλής γερόντισσας να αρπάζει το δικό του χέρι. Τα δάχτυλά της σαν να ψηλάφιζαν τον καρπό του δεξιού του χεριού. Κάτι άρχισε να του λέει. Δεν κατάλαβε. Έσκυψε να την ακούσει καλύτερα. Αυτά που του είπε τον συγκλόνισαν. «Πάτερ, μην αμφιβάλλεις για την αγιότητα του Γέροντα. Είναι πράγματι άγιος!» Άφησε το χέρι του και αφέθηκε στην καθοδήγηση των γνωστών της. Τα βήματά της σύρθηκαν προς την έξοδο. Ο ίδιος όμως έμεινε εμβρόντητος και καθηλωμένος στη θέση του.

«Μην αμφιβάλλεις για την αγιότητα του Γέροντα. Είναι πράγματι άγιος!» Δάκρυα άρχισαν να ρέουν από τα μάτια του που δεν έκανε καμία προσπάθεια να τα σκουπίσει. Ζητούσε «σημείο» από τον Κύριο και ο Κύριος του έστειλε τη γερόντισσα αυτήν! Την τυφλή! Τυφλός δεν ήταν και ο όσιος Γέροντας τα τελευταία χρόνια της ζωής του; Του πήρε το χέρι και του ψηλάφισε τον καρπό! Το χέρι δεν έπιανε και ο άγιος και δεν ψηλάφιζε τον καρπό; Σαν να ζαλίστηκε. Βρήκε μία καρέκλα και κάθισε. Φωτίστηκε. Η απάντηση του Θεού, είπε.

Λίγο αργότερα, μόνος μετά το προσκύνημα των προσκυνητών, ξαναμπήκε στο κελί του Γέροντα. Με δάκρυα στα μάτια αυτήν τη φορά. Χωρίς καμία αμφιβολία. Έκανε αρκετές στρωτές μετάνοιες και άφησε το κεφάλι του ακουμπισμένο στο πετραχήλι του αγίου για πολλή ώρα. Σηκώθηκε τόσο ανάλαφρος σαν να ήθελε να πετάξει. Όποιος τον έβλεπε θα έλεγε ότι ο καλόγερος αυτός είχε υποστεί κάποια θεία αλλοίωση. Τα μάτια του αντιφέγγιζαν ένα βαθύ μυστικό φως.

Αν προσέξουμε τη ζωή μας, θα δούμε ότι δεν πιστεύουμε. Αν πιστέψεις, αμέσως αλλάζεις, αμέσως τρέχεις στον Χριστό..

 

Αν πιστέψεις στον Χριστό, σιγά-σιγά θα αρχίσει να σε ελκύει. Και αν είσαι ειλικρινής και πραγματικά τον πιστεύεις, λίγο-λίγο περνάει μέσα σου η χάρη, η αγάπη, η ενέργεια του Χριστού και ανακαλύπτεις καινούργιο δρόμο, καινούργια ζωή.

Όλοι οι άγιοι βρήκαν και αγάπησαν τον Χριστό κατά έναν ειδικό και μοναδικό τρόπο. Αλλιώς, χαραμίζουμε τη ζωή. Ο Χριστός για όλους είναι αυτή η φωτιά, η δύναμη η θεϊκή. Αν εσύ δεν απομακρύνεσαι μεν αλλά σαν να μην τον βρήκες τον Χριστό κατά έναν μοναδικό τρόπο, χαραμίζεσαι. Σιγά-σιγά να έρθει αυτή η ώρα: να ανακαλύψεις τον Χριστό κατά μοναδικό τρόπο, όχι απλώς να κλωθογυρίζεις στην Εκκλησία και να κάνεις άψυχα τα της σχέσεώς σου με τον Χριστό. Τα πιο αθώα πράγματα να κάνεις, αν ξεχνιέσαι σ’ αυτά σαν να είναι αυτά ο Θεός, αμαρτάνεις τελικά.

Αν προσέξουμε τη ζωή μας, θα δούμε ότι δεν πιστεύουμε. Αν πιστέψεις, αμέσως αλλάζεις, αμέσως τρέχεις στον Χριστό. Είναι αδιανόητο μετά να αμαρτάνεις με τον τρόπο που αμαρτάνει ο σημερινός άνθρωπος· που αμαρτάνει σαν να μη συμβαίνει τίποτε. Εάν φυτοζωούμε ως χριστιανοί, αν είμαστε χλιαροί, είναι γιατί δεν πιστεύουμε. Αν όμως πιστέψεις αληθινά – που η πίστη αυτή έχει αγάπη μέσα· το παν για σένα είναι ο Θεός – μόνο που κινείσαι έτσι, αλλάζεις· πόσο μάλλον που την ώρα που πιστεύεις έτσι, έρχεται η χάρη του Χριστού μέσα σου και σε ενδυναμώνει και, ούτε λίγο ούτε πολύ, σε κάνει να μπορείς να κάνεις όσα κάνει ο Χριστός.

Να θυμάσαι: “Κάθε τέλος είναι μια μεταμφιεσμένη αρχή. Κι εσύ είσαι πιο δυνατός απ’ ό,τι νομίζει ο φόβος σου”

 

Κάθε πρωί που ξυπνάς, ο ήλιος δεν περιμένει να μάθει αν άξιζες τη νέα μέρα. Απλά υπάρχει, σκορπώντας το φως του χωρίς όρους.

Έτσι κι εσύ. Δεν χρειάζεται να είσαι τέλειος για να προσφέρεις κάτι καλό στον κόσμο. Η καρδιά σου δεν μετράει τα λάθη σου απλά χτυπάει, ακόμα κι όταν εσύ έχεις πάψει να πιστεύεις σ’ αυτήν.

Μάθε απ’ το κύμα: δεν επιλέγει πού θα σπάσει, μα επιλέγει να σπάσει με ορμή. Μάθε απ’ το δέντρο: κλαδεύεται, κι όμως ανθίζει ξανά.

Κι αν κάποια μέρα νιώσεις πως η χαρά καθυστερεί, θυμήσου ότι ακόμα κι ο ωραιότερος κήπος θέλει χειμώνα για να προετοιμαστεί για την άνοιξη.

Να είσαι ευγνώμων ακόμα και για τον πόνο που σε έμαθε να στέκεσαι. Γιατί το φως που μπαίνει μέσα από την πληγή, είναι το ίδιο που σε κάνει αληθινό.

Να θυμάσαι: κάθε τέλος είναι μια μεταμφιεσμένη αρχή. Κι εσύ είσαι πιο δυνατός απ’ ό,τι νομίζει ο φόβος σου.