Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2016

ΕΟΡΤΗ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΟΥ ΜΥΡΟΒΛΗΤΗ




Από τους ενδοξότερους και δημοφιλέστερους αγίους της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας, μαζί με τον Άγιο Γεώργιο. Είναι πολιούχος της Θεσσαλονίκης, στην πόλη που γεννήθηκε, έζησε και μαρτύρησε. Η μνήμη του εορτάζεται (και από τους Καθολικούς) στις 26 Οκτωβρίου και στις 8 Νοεμβρίου γι’ αυτούς που ακολουθούν το Ιουλιανό Ημερολόγιο (Παλαιοημερολογίτες).
Ο Δημήτριος γεννήθηκε γύρω στο 280 στη Θεσσαλονίκη, επί αυτοκράτορος Μαξιμιανού, και καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια. Σε νεαρή ηλικία κατατάχθηκε στον ρωμαϊκό στρατό και έφτασε ως το βαθμό του χιλίαρχου, σε ηλικία μόλις 22 ετών. Φύση φιλομαθής και ερευνητική αναζητούσε το υψηλό και το αληθινό και το βρήκε στη χριστιανική πίστη, της οποίας έγινε διαπρύσιος κήρυκας στη Θεσσαλονίκη.
Σχημάτισε ένα κύκλο νεαρών μαθητών και τους δίδασκε την Αγία Γραφή στις υπόγειες στοές κοντά στα δημόσια λουτρά της πόλης. Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας συνάθροισης, οι ειδωλολάτρες τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν ενώπιον του αυτοκράτορα Μαξιμιανού, που παρεπιδημούσε στη Θεσσαλονίκη. Όταν ο αυτοκράτορας του ζήτησε να απαρνηθεί την πίστη του, ο Δημήτριος του απάντησε: «Τω Χριστώ μου πιστεύω μόνον». Ο Μαξιμιανός εξοργισμένος από τη θαρραλέα στάση του αξιωματικού του διέταξε να τον φυλακίσουν.
Εν τω μεταξύ, ένας από τους μαθητές του Δημητρίου, ο Νέστορας, παρουσιάστηκε στο στάδιο της Θεσσαλονίκης, όπου ο Μαξιμιανός διοργάνωνε αθλητικούς αγώνες και ζήτησε να αγωνιστεί εξ ονόματος των χριστιανών με τον θηριώδη και ακατανίκητο παλαιστή Λυαίο, ειδωλολάτρη καταγόμενο από το Σίρμιο της Πανονίας (σημερινή Μητροβίτσα Σερβίας). Με την πεποίθηση ότι έχει τη χάρη και τη βοήθεια του Θεού, ο Νέστορας μπήκε στην παλαίστρα και όχι μόνο νίκησε τον Λυαίο, αλλά τον σκότωσε, όπως ο Δαυίδ τον Γολιάθ στην Παλαιά Διαθήκη.
Οργισμένος ο Μαξιμιλιανός από την ήττα του εκλεκτού του, διέταξε τον αποκεφαλισμό του Νέστορα και τη θανάτωση του Δημητρίου με λογχισμούς. Ο Δημήτριος τάφηκε στον τόπο του μαρτυρίου του, όπου αργότερα χτίστηκε περίβλεπτος ναός προς τιμήν του. Από τον τάφο του ανάβλυζε μύρο, εξού και η ονομασία Μυροβλήτης.
Σπάνια ένας άγιος έχει ταυτισθεί τόσο στενά με μία πόλη, όσο ο Άγιος Δημήτριος με τη Θεσσαλονίκη. Θεωρήθηκε ανέκαθεν από τους Έλληνες ο φρουρός της πόλης, που μαζί με το λαό αγωνίζεται εναντίον των Σλάβων, Αβάρων, Αράβων, Νορμανδών, Φράγκων, Τούρκων και άλλων βαρβάρων. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ελληνικός στρατός απελευθέρωσε τη Θεσσαλονίκη ανήμερα της εορτής του Αγίου Δημητρίου (26 Οκτωβρίου 1912), γεγονός που θεωρήθηκε θαύμα.

Απολυτίκιον Αγίου Δημητρίου

Μέγαν εύρατο εv τοις κιvδύvοις, σε υπέρμαχοv, η οικουμένη, Αθλοφόρε τα έθνη τροπούμενον. Ως ουν Λυαίου καθείλες την έπαρσιν, εν τω σταδίω θαρρύvας τον Νέστορα, ούτως  Άγιε, Μεγαλομάρτυς Δημήτριε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.


ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΜΥΡΟΒΛΥΣΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ



Στην ανάρτηση αυτή θα αναφερθούμε στο θαύμα της μυρόβλησης του Αγίου Δημητρίου, εντός του Ιερού Ναού του στη Θεσσαλονίκη, κατά το έτος 1987, όπως την διηγείται ο τότε διάκονος του Ναού και σημερινός Εφημέριος του Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου, Σαράντα Εκκλησιών Θεσσαλονίκης, π. Χρήστος Κότιος.
Ήταν 26 Οκτωβρίου 1987. Ώρα περασμένες δέκα το βράδυ. Η Θεσσαλονίκη γιόρταζε την μνήμη της αθλήσεως του πολιούχου της Αγίου Δημητρίου καθώς και τα ελευθέριά της από την περίπου πεντακοσίων ετών (1430-1912) καταδυναστεία των Οθωμανών. Ο ναός του Αγίου Δημητρίου με ανοιχτές τις πόρτες δεχόταν τους νυχτερινούς προσκυνητές, που γονάτιζαν μπροστά στην ασημένια λάρνακα με τα άγια λείψανα του Μυροβλύτου. Την ώρα εκείνη δεν θα ήταν περισσότεροι από τριάντα με σαράντα άνθρωποι στον ναό. Μια ομήγυρις περίπου δέκα γυναικών, μπροστά στην λάρνακα, έψελνε την παράκληση του Αγίου. Μοναδικός κληρικός που παρευρισκόταν, ο νεαρός και νεοχειροτονηθείς διάκονος του ιερού ναού μαζί με την διακόνισσα-σύζυγό του. Ο τότε προϊστάμενος του ναού και νυν μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας Παντελεήμων, τους είχε παραγγείλει να βρίσκονται εκεί και να τον περιμένουν.
Ξαφνικά, οι γυναίκες που έψελναν την παράκληση άρχισαν να φωνάζουν! Ο διάκονος έτρεξε κοντά τους και αυτές, με ανάμικτα συναισθήματα, του έδειξαν την λάρνακα! Ήταν λουσμένη κυριολεκτικά με ένα ελαιώδους συστάσεως μύρο (λέω μύρο γιατί η ευωδία του ήταν ασύγκριτη). Θα έλεγε κανείς με σιγουριά, ότι κάποιος άδειασε επάνω της τουλάχιστον δυο «κουβάδες» αρωματικό υγρό (χρησιμοποιώ την λέξη «κουβάδες» για να γίνει κατανοητό ότι η ποσότητα του μύρου που γλυστρούσε στα συμπαγή τοιχώματα της αργυρής λάρνακας με τις ανάγλυφες παραστάσεις, ήταν μεγάλη).
Ο διάκονος για μια στιγμή σάστισε: ο Άγιος μυροβλύζει! Χωρίς να αμφιβάλει καθόλου για το θαύμα, και ευρισκόμενος σε μια κατάσταση χαράς, έκπληξης και ενθουσιασμού, έτρεξε να φέρει βαμβάκι από κάποιο έπιπλο του ιερού βήματος. Επέστεψε τρέχοντας και άρχισε να σκουπίζει με το βαμβάκι το μύρο από τα εξωτερικά τοιχώματα της λάρνακας και να δίνει τμήματα από μυρωμένο αυτό βαμβάκι στους προσκυνητές. Σκούπιζε και το μύρο δεν τελείωνε, αλλά συνέχισε να αναβλύζει μυστικά, χωρίς να υπάρχει κάποια ορατή πηγή. Χαρακτηριστικά, του έκανε πολύ εντύπωση ένα γεγονός: με ένα μεγάλο κομμάτι βαμβάκι σκούπισε το μύρο από μια λεία περιοχή της λάρνακας. Το βαμβάκι σκούπισε καλά όλο το μύρο, όπως όταν σκουπίζουμε ένα τζάμι με ένα στεγνό πανί πιέζοντάς το καλά και αφαιρούμε την υγρασία που μπορεί να υπάρχει επάνω. Μια γυναίκα έσυρε την παλάμη του χεριού της πάνω στο τμήμα της λάρνακας που μόλις είχε σπογγιστεί. Ο διάκονος, με θαυμασμό, είδε το χέρι της βρεγμένο από το ελαιώδες κιτρινοπράσινο μύρο!!!
Εν τω μεταξύ η ευωδία είχε πλημμυρίσει όλον τον ναό και ξεχείλιζε από τις ανοιχτές πόρτες προς την οδό Αγίου Δημητρίου, προσελκύοντας τους περαστικούς, που έσπευδαν να δουν τι συμβαίνει και από που προέρχεται η ευωδία αυτή. Όλοι κατευθύνονταν προς την λάρνακα με τα λείψανα του Αγίου Δημητρίου, που ήταν τοποθετημένη όχι στο κιβώριό της (ακόμα δεν είχε κατασκευαστεί) αλλά μπροστά στο τέμπλο του ναού.
Οι ευχάριστες όμως εκπλήξεις δεν σταμάτησαν εκεί! Οι προσκυνητές διαπίστωσαν ότι όλες οι εικόνες του ναού, οπουδήποτε κι αν βρίσκονταν, σε προσκυνητάρια ή στο τέμπλο, ανέβλυζαν μύρο. Μάλιστα ο διάκονος είδε προσκυνητές να βγάζουν χαρτομάντηλα και να σκουπίζουν τα τζάμια τα προστατευτικά των εικόνων του τέμπλου και τα χαρτομάντηλα να κιτρινίζουν από το μύρο το οποίο «έτρεχε» και από τις δύο πλευρές του τζαμιού, εσωτερική και εξωτερική. Το μέγεθος του θαύματος ήταν τέτοιο που δεν άφηνε το παραμικρό περιθώριο για αμφισβήτηση. Δεν καταλαβαίναμε τί ζούσαμε, ήταν κάτι σαν όνειρο μέσα στην ομίχλη, αλλά το ζούσαμε!!! Το ψηλάφιζαν τα χέρια μας, το έβλεπαν τα μάτια μας, το μύριζαν τα αισθητήρια της όσφρησής μας!!!
Σε λίγο χρόνο δημιουργήθηκε μια «ουρά» από ανθρώπους που με δάκρυα στα μάτια προσκυνούσαν την λάρνακα του Μυροβλύτη και συνειδητοποιούσαν γιατί του δόθηκε το προσωνύμιο αυτό.
Εν τω μεταξύ έφθασε στον ναό και ο προϊστάμενος ιερεύς με άλλους κληρικούς. Ξεκλείδωσαν τα ανοίγματα της λάρνακας και αποκαλύφθηκαν τα άγια λείψανα του Πολιούχου της Θεσσαλονίκης. Ευωδίαζαν μεν, αλλά ήταν η ευωδία των ιερών λειψάνων. Η ευωδία του μύρου ήταν διαφορετική και χαρακτηριστική.
Ο μακαριστός Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κυρός Παντελεήμων ο Β΄, ο Χρυσοφάκης, απέδωσε το θαύμα της μυρόβλυσης του Αγίου Δημητρίου στο εξής γεγονός: Εκείνο το βράδυ, στην εορταστική τελετή του Πανεπιστημίου για τα ελευθέρια της Θεσσαλονίκης, ο κεντρικός ομιλητής αγνόησε στην ομιλία του παντελώς τον Άγιο, και δεν αναφέρθηκε καθόλου σ’ αυτόν. Ο Άγιος Δημήτριος όμως δήλωσε με την μυρόβλυσή του ότι, όπως ποτέ δεν εγκατέλειψε την πόλη του Θεσσαλονίκη έτσι και τώρα είναι πάντοτε παρών και αυτός είναι που την έσωσε και από την σκλαβιά και από τους σεισμούς, αλλά και διαμαρτύρεται όταν οι Θεσσαλονικείς αποδεικνύονται αχάριστοι και απομακρύνονται από τον Χριστό και τους Αγίους Του.
Πέρασαν 24 χρόνια από τότε. Είμαι ο τότε διάκονος του ναού, τώρα ιερεύς στην Θεσσαλονίκη και σας γράφω τα γεγονότα όπως τα θυμάμαι. Την ώρα εκείνη ήταν σαν να ζούσα ένα μυστήριο. Δεν μπορώ να περιγράψω τι αισθανόμουν! Χαρά, έκπληξη, συγκίνηση, ενθουσιασμό… δεν μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς. Πάντως είναι από τα γεγονότα που ενισχύουν την πίστη, που μας γεμίζουν χαρά, ελπίδα και αίσθηση της παρουσίας του Χριστού και των Αγίων. Η πίστη μας είναι «ζωντανή».

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2016

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ 1940

 Την Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2016 και ώρα 18:00 θα πραγματοποιηθεί στον ιερό μας ναό η δεύτερη ομιλία του πατρός Νικολάου Λαγουμτζή με θέμα: "Αναδρομή στο Έπος του 1940. Η Υπεραγία Θεοτόκος Προστάτιδα και Σκέπη του Έθνους μας."

ΓΙΑΤΙ ΧΩΡΙΖΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Αποτέλεσμα εικόνας για Γιατί χωρίζουν οι άνθρωποι



Κωνσταντίνος Γανωτής

Κάθε πρωῒ ποὺ ξυπνᾶμε ξαναθυμούμαστε τὸ μόνιμο καημό μας, τὸν καημὸ νὰ εὐτυχήσουμε. Καὶ ἡ εὐτυχία μας ἔχει ὡς πρώτιστο στοιχεῖο τὴν κοινωνία.
Εὐτυχοῦμε ὅταν βλέπουμε ὅτι ἀγκαλιαζόμαστε καὶ ἀγκαλιάζουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Ἡ ἐκτίμηση τῶν ἄλλων ἀποτελεῖ μέτρο τιμῆς μέσα στὴν κοινωνία καὶ ἡ ἀγάπη τῶν ἄλλων στὸ πρόσωπό μας συνιστᾷ τὴν αἰτία τῆς εὐτυχίας μας.
Κι ἐκεῖ ὅπου βρίσκουμε τὴν ἐκτίμηση καὶ τὴ συμπάθεια τῶν ἄλλων, ἐκεῖ θέλουμε νὰ μένουμε καὶ μ’ ἐκεῖνο τὸ περιβάλλον εἴμαστε ἑνωμένοι. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ παιδάκι ἀποζητάει τὴν ἀγκαλιὰ τῶν γονιῶν του καὶ τὸ ἀρνάκι τρέχει πίσω ἀπὸ τὴ μάννα του.
Κι ἐνῷ τὸ ἀρνάκι χρειάζεται τὴ μάννα του, ὥσπου νὰ μπορεῖ νὰ βόσκει μόνο του, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει καὶ ψυχικὲς ἀνάγκες σ’ ὅλη τὴ ζωή του, χρειάζεται τὴ συμβίωση καὶ τὴν κοινωνία καὶ τὴν παιδεία τῶν οἰκείων του σ’ ὅλη του τὴ ζωή. Ἀκόμα καὶ τὴν κοινωνία ὁλόκληρη χρειαζόμαστε, δηλαδὴ καὶ τοὺς κοντινοὺς καὶ μακρινοὺς κατοίκους αὐτῆς τῆς γῆς· καὶ τοὺς πεθαμένους ἀκόμα χρειαζόμαστε καὶ οὐσιαστικὰ ἀπὸ τὸ ἔργο τους καὶ τὰ πλούτη, ποὺ σώρευσαν πάνω στὴ γῆ, ζοῦμε κι ἐμεῖς σήμερα σὲ πολὺ μεγάλο βαθμό. Μόνο μέσα στὴν ἑνότητα μὲ τὸ σύμπαν ἀναπαυόμαστε.
Κέντρο τῆς κοινωνικότητας ὅμως εἶναι ἡ κοινωνία μὲ τοὺς γονεῖς, μὲ τὰ παιδιά μας καὶ κυριότατο κέντρο ἡ σχέση τοῦ ζευγαριοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἡ σχέση μὲ τοὺς γονεῖς καὶ τὰ παιδιά μας χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὸ οἰκογενειακὸ δίκαιο ὡς συγγένεια, ἐνῷ τὸ ζευγάρι ἀναγνωρίζεται ὡς ἕνας ἄνθρωπος καὶ ὄχι ὡς συγγενεῖς.
Αὐτὴ εἶναι ἡ λογικὴ ἔννοια τῆς κοινωνικότητας καὶ ὅταν ἰσχύει καὶ βιώνεται κανονικά, εἶναι ἀδιανόητος ὁ ὁποιοσδήποτε χωρισμός, ὁποιαδήποτε ἀκόμα καὶ διάσταση προσώπων. Καὶ ὅμως ἡ διάσταση καὶ ὁ χωρισμὸς παραμονεύουν στὴ ζωή μας καὶ ἐπεμβαίνουν συχνὰ καὶ διαλύουν τὶς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ὁ καημὸς γι’ αὐτοὺς τοὺς χωρισμούς, ποὺ εἶναι πολλοὶ στὴν ἐποχή μας καὶ μᾶς δηλητηριάζουν τὴ ζωὴ ἀφοῦ ματαιώνουν τὸν κυριότατο λόγο τῆς εὐτυχίας, εἶναι μεγάλος, εἶναι ἡ βαριὰ ταφόπλακα τῆς εὐτυχίας· ἰδιαίτερα αὐτὸς ὁ χωρισμὸς τῶν γονιῶν εἶναι τὸ μαῦρο σύννεφο, ποὺ μαυρίζει τὶς ψυχὲς τῶν παιδιῶν.
Τὰ ζευγάρια ποὺ χωρίζουν ἔχουν ἔτοιμο ἕνα μῦθο ἀληθοφανῆ καὶ ἀπαριθμοῦν ἐπιχειρήματα, γιὰ νὰ στηρίξουν τὴ δική τους ἀθῳότητα καὶ τὴν ἐνοχὴ τοῦ ἄλλου προσώπου. Τὰ παιδιὰ ὅμως ποὺ καταλαβαίνουν μὲ τὸ ἀλάνθαστο ἔνστικτο τῆς καρδιᾶς, δὲν γελιοῦνται εὔκολα. Ἡ κόλαση τῶν χωρισμένων γονιῶν ἐγκαθίσταται μέσα στὶς καρδιὲς τῶν παιδιῶν τους.
Κι ἐκεῖνο ποὺ βασανίζει περισσότερο τὰ παιδιὰ εἶναι τὸ παράλογο τοῦ θέματος. Πῶς μπορεῖ ἡ ἀγάπη ν’ ἀλλάξει, νὰ μεταμορφωθεῖ σὲ μῖσος; Τὸ ἐρώτημα εἶναι ὑπαρξιακὸ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι μένει ἀναπάντητο συγκλονίζει τὴν ψυχὴ τῶν παιδιῶν, τὴν εἰδοποιεῖ γιὰ τὴν χαμένη γιὰ πάντα εὐτυχία του καὶ τότε ἔρχεται ἡ ὥρα τῶν ναρκωτικῶν. Γι’ αὐτὸ ὅλοι σχεδὸν οἱ χρῆστες εἶναι παιδιὰ ἢ λίγο πιὸ πάνω.
Τελικὰ ποιός θ’ ἀπαντήσει στὸ ἐρώτημα γιατί χωρίζουν οἱ ἄνθρωποι; Καὶ μάλιστα ποιός θ’ ἀπαντήσει στὰ παιδιά;
Πολὺ συχνὸ εἶναι τὸ φαινόμενο οἱ ἄνθρωποι νὰ χωρίζουν, γιατὶ ποτὲ δὲν ἑνώθηκαν. Ἡ σχέση τους διαμορφώθηκε μὲ μιὰ διαδικασία πορνική. Γιὰ μιὰ σαρκικὴ ἰκανοποίηση χρησιμοποιοῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον καὶ γιὰ κάποια ἀσφάλεια κάνουν τὴ σχέση τους θεσμό. Νομίζουν ὅτι ἔτσι κάνουν μιὰ ῥυθμισμένη κοινωνία μὲ ἔντιμο πρόσωπο. Μιὰ τέτοια οἰκογένεια ὅμως πολὺ εὔκολα διαλύεται. Τὰ ζευγάρια χωρίζουν, γιατὶ τὸ ζητούμενο στὴ σχέση τους, δηλαδὴ ἡ σαρκικὴ ἠδονή, βρίσκεται εὔκολα καὶ χωρὶς τὴν προσωπικὴ ἀναγνώριση. Καμμιὰ ἀναφορὰ στὴν ἱερότητα τοῦ δεσμοῦ καὶ στὴν εὐλογία δὲν ἰσχύει, γιατὶ μὲ τὴν περιφρόνηση τοῦ μυστηρίου, τῆς ἔνταξης τοῦ δεσμοῦ μέσα στὴ θρησκευτικὴ παράδοση, ποὺ εἶναι καὶ κοινωνική, τὸ ζευγάρι δὲν αἰσθάνεται τὴν ἱερότητα στὴ σχέση τους, εἶναι σὰν ἀκτιβιστές, ποὺ κάνουν μιὰ ἐντυπωσιακὴ κίνηση, ποὺ δὲν ἔχει τὴ δύναμη τῆς συνέχειας.
Γιὰ νὰ μὴν ἐνοχλοῦνται οἱ ἄνθρωποι μὲ αὐτὲς τὶς ἀνευλόγητες σχέσεις καὶ νὰ μὴν φοβοῦνται αὐτὸν ποὺ νομοθετεῖ καὶ συντηρεῖ τὴν ἔγγαμη συμβίωση, αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἔχασαν τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ ντροπὴ τῶν ἀνθρώπων. Ἔχουν χάσει καὶ τὴ μνήμη τοῦ βαπτίσματός του, ἔγιναν ξένοι γιὰ τὸ Θεὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία. Σὲ παλιότερες γενιὲς δὲν ἄνοιγαν οἱ γείτονες τὰ παράθυρά τους, ποὺ ἔβλεπαν πρὸς τὸ σπίτι τοῦ ἀστεφάνωτου ἀντρόγυνου. Τοὺς ἐνέπνεε φρίκη. Βέβαια αὐτὴ ἡ ἀντιμετώπιση ἀποτελοῦσε ἠθικολογία, ἀλλὰ λειτουργοῦσε ἀποτρεπτικὰ γιὰ τὴ μίμηση ἀπὸ ἄλλους.
Τὸ κρυφὸ κι ἀνομολόγητο δρᾶμα τῶν γάμων χωρὶς εὐλογία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι ἐφ’ ὅσον τὸ πλησίασμα τοῦ ζευγαριοῦ ἀποσκοπεῖ μόνο στὴ σαρκικὴ ἡδονή, τότε πρέπει ἡ διάθεση καὶ ἡ σκέψη νὰ γυρίζει μόνο γύρω ἀπ’ αὐτό. Ἔτσι ὁ καθένας αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ βρίσκεται σὲ διαρκῆ ἐρωτικὴ διέγερση. Αὐτὸ ἐκτὸς τοῦ ὅτι κουράζει ψυχικὰ καὶ σωματικὰ τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ἀφαιρεῖ καὶ ἕνα ἀνάλογο μικρὸ ἢ μεγάλο μέρος τῆς ἡδονῆς κατὰ τὴ σαρκικὴ ἐπαφή. Καὶ τότε πέφτει τὸ ἐξωτικὸ ὄνειρο σὲ ῥουτίνα. Καὶ νὰ σκεφτεῖ πόσον ἀγῶνα καὶ πόσες θυσίες ἔκαναν οἱ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ στεργιόσουν αὐτὸν τὸ δεσμό!
Οἱ πιὸ ἀνώριμοι καταλήγουν στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ἡδονὴ ζωηρεύει ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς ἁμαρτίας, ἐπειδὴ αὐτὸ ἦταν τὸ ἀρχικὸ αἴσθημα· νομίζουν ὅτι ὅσο ὑποτάσσονται σ’ ἕνα νόμιμο τρόπο, τόσο ἀτονεῖ τὸ ἐρωτικὸ αἴσθημα. Δὲν ὑποπτεύονται ἢ δὲν ἀξιολογοῦν ὅτι τὸ πρῶτο αἴσθημα τῆς ἐρωτικῆς σχέσης ἦταν ἡ αἴσθηση τῆς ἁμαρτίας ποὺ τὴ συνόδευε καὶ ὅτι χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουν ἀπολάμβαναν τὴν ἴδια τὴ γεύση τῆς ἁμαρτίας. Κι ὅσο ἡ σχέση γίνεται πιὸ νόμιμη καὶ ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὴν κοινωνία, τόσο πιὸ ἄχρωμη γίνεται.
Κι αὐτὸ θεωροῦν ὡς αἰτία τῶν πολλῶν διαλύσεων, ποὺ γίνονται σ’ αὐτὴ τὴ φάση τῆς ζωῆς του ζευγαριοῦ. Ἡ αἰτία εἶναι ὅμως ποὺ βάζουν στόχο τὴν ἴδια τὴν ἐπιδίωξη τῆς ἁμαρτίας.
Χαριτωμένη ἡ σχέση τοῦ ζευγαριοῦ ποὺ μὲ ἀγάπη ἀφοσιώνεται στὰ ἔργα τῆς οἰκογένειας καὶ τοῦ ἐπαγγέλματος κι ἀφίνουν τὴν ἐρωτικὴ διάθεση νὰ κοιμᾶται ὡς τὴν ὥρα τῆς κοινῆς ἀνάπαυσης καὶ τότε ἡ εὐχαρίστηση εἶναι γεμάτη. Εἶναι ζυγιασμένη καὶ συνδυασμένη με τὴν ψυχικὴ καὶ μὲ τὴ σωματικὴ ἐπαφὴ συγχρόνως. Τότε ὅλα εἶναι ἐξευγενισμένα σ’ αὐτὴ τὴ σχέση. Τότε μποροῦν νὰ ὀνειρευτοῦν οἱ δυό τους καὶ τὰ παιδιά τους, ποὺ ἔρχονται καὶ τὶς θυσίες, ποὺ εἶναι ἔτοιμοι νὰ κάνουν ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον καὶ τὰ κοινὰ ἰδανικὰ, ποὺ τοὺς ἑνώνουν. Αυτὸς εἶναι ὁ ἔρωτας του χριστιανικοῦ ζευγαριοῦ, ποὺ δὲν φοβᾶται χωρισμοὺς καὶ διαζύγια.
Δὲν φτάνει ὅμως κανεὶς σ’ αὐτὴ τὴν ἁρμονικὴ σχέση τοῦ Χριστιανικοῦ γάμου μόνο μὲ σκέψη καὶ θέληση. Ὁ σωστὸς βίος εἶναι μιὰ ἐκστρατεία. Οἱ νεοσύλλεκτοι χρειάζονται ἄσκηση. Ἡ ζωὴ τοῦ ζευγαριοῦ εἶναι μιὰ διαρκὴς ἄσκηση στὶς ἀρετὲς τῆς ζωῆς. Πρέπει νὰ ξέρουν ὅτι ἡ ὑπέροχη σχέση τους εἶναι διαρκῶς στὸ στόχαστρο τῶν ὅπλων τοῦ διαβόλου. Τὰ σκάνδαλα εἶναι συνεχόμενα καὶ ἀποσκοποῦν στὴν καταβαράθρωση τῆς καθαρότητας τῆς ψυχῆς, τῆς πλούσιας ἀγάπης καὶ τῆς ταπείνωσης ποὺ εἶναι σὰν κῆποι μέσα στοὺς ὁποίους μόνο φυτρώνουν κι εὐωδιάζουν τὰ ἄνθη τῆς συζυγικῆς εὐτυχίας.
Οἱ ἀρετὲς ἀπὸ τοὺς ἠθικολόγους χαρακτηρίζονται ὡς κατακτήσεις τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπὸ μιὰ ἄποψη βέβαια εἶναι κατακτήσεις τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν κατάκτησή τους εἶναι ἡ προσευχή. Ἂν κατορθώναμε τὶς ἀρετές μας μὲ τὴν ἠθική μας δύναμη, ὅπως πιστεύουν οἱ εἰδωλολάτρες, ποιός θὰ μᾶς γλύτωνε ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια; Αὐτὸς εἶναι ὁ πιὸ μεγάλος πειρασμός. Τώρα ὅμως ποὺ θεωροῦμε τὶς ἀρετὲς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ, μποροῦμε νἀνέβουμε πολὺ ψηλὰ χωρὶς νὰ χάσουμε τὴν ταπείνωσή μας.
Ὁ σημερινὸς κόσμος πρέπει νὰ ξεπεράσει τὸν πειρασμὸ τοῦ Ὀρθολογισμοῦ, γιὰ νὰ βρεῖ λύσεις στὰ προβλήματά του. Δὲν μπορεῖς νὰ σώσεις τὴν ἑνότητα στὴν οἰκογένεια καὶ σὲ κάθε καλὴ σχέση χωρὶς νὰ ξεκινᾷς ἀπὸ τὴν ἑνότητα τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τὴν ἑνότητα τοῦ καθενός μας μὲ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλες οἱ προσπάθειες ἔξω ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ἁπλὲς ἠθικολογίες. Ὁ κόσμος χωρίζει γιατὶ εἶναι χωρισμένος ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ὁ Θεὸς ἐπεμβαίνει θαυματουργικὰ καὶ συντηρεῖ τὴν ἑνότητα τῶν ζευγαριῶν. Κάνει τὰ πρόσωπα νὰ νιώθουν εὐτυχισμένα μὲ τὴν ἑνότητά τους καὶ νὰ αἰσθάνονται εὔκολη κι εὐχάριστη κάθε θυσία γι’ αὐτήν.
Ὄχι μόνο τὴν ἀγαπητικὴ ἑνὀτητα τοῦ ζευγαριοῦ σῴζει ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἄσκηση ἀλλὰ καὶ κάθε ἄλλης σχέσης τὴν ἑνότητα. Ὅλη ἡ κτίση δημιουργήθηκε καὶ ὑπάρχει σὲ μιὰ ἀπέραντη ἑνότητα καὶ συλλειτουργία. Ἡ “καταφθαρθεῖσα φύσις τοῦ γένους ἡμῶν” ἔφερε τὴ διάσπαση μέσα στὸν κόσμο καὶ τώρα ὅσο ξαναδένεται ὁ κόσμος μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ὅσο ξαναγαπιοῦνται οἱ ἄνθρωποι, τόσο ξαξασμίγουν τὰ ὄντα, τὰ ἄψυχα καὶ τὰ ἔμψυχα, καὶ ἡ φύση ξαναγυρίζει στὸ “κατὰ φύσιν” της. Τὸ βλέπουμε αὐτὸ στὸ παράδειγμα τῶν ἁγίων μας σὰν τὸν ἅγιο Παΐσιο, τὸν ἅγιο Πορφύριο καὶ ἄλλους, ποὺ μέρωναν τ’ ἀγρίμια, μιλοῦσαν μὲ τὰ πουλιά, ἄκουγαν τὰ λουλούδια, γλύκαιναν μὲ τρυφερότητα τὴ φύση γύρω τους. Κι αὐτὸ γιατὶ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ξανάφερνε στὴν κτίση τὸν Παράδεισο.
Ἔτσι καὶ τὰ παιδιά μας ξαναγυρίζουν στὶς ἐγκαταλελειμμένες οἰκογένειες, ξανασμίγουν τὰ ζευγάρια, συνεννοοῦνται οἱ συνέταιροι, εἰρηνεύουν τὰ ἔθνη, ἡσυχάζουν τὰ συνδικάτα, ὅλα σὲ τέτοιο βαθμό, σὲ ὅσο βαθμὸ ἡ μετάνοια καὶ ἡ προσευχὴ γίνονται ἡ ἀναπνοὴ τῶν ἀνθρώπων. Ὅταν λείψει ἡ ἀνάσα τοῦ “Κύριε ἐλέησον”, τὰ πάντα θὰ χωρίζουν καὶ τὰ ζευγάρια, οἱ οἰκογένειες, οἱ λαοὶ καὶ τὰ ζωντανά, ὅλα θὰ τρώγονται. Κύρι’ ἐλέησον.

ΑΝ ΣΚΕΦΘΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΓΚΡΑΤΗΣΕΙ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΤΟΥ

Διδαχές της αείμνηστης Γερόντισσας Μακρίνας, Ηγουμένης της Ι.Μ.Παναγίας Οδηγήτριας Πορταριάς.
* Τον νου μας να τον έχουμε βιβλίο ανοιγμένο και να κάνουμε μελέτη την κόλαση και τον Παράδεισο. Άμα σκεφτούμε την αιώνια κόλαση, συγκλονίζεται το εσωτερικό μας όλο. Για σκέψου το πυρ το αιώνιον; Τον σκώληκα τον ακοίμητο; τον βρυγμό των οδόντων;
Αν σκεφθεί κανείς την κόλαση, δεν μπορεί να συγκράτησει τα δάκρυά του.
Όταν ο άνθρωπος έχει στη μνήμη του την κόλαση, τα πάθη του ελαττώνονται, η ψυχή γίνεται μαλακιά σαν το βαμβάκι, τρυφερή. Πονάει, συμπαθεί, ευσπλαχνίζεται.
Όλα μπορεί να τα σηκώσει κανείς, αλλά από την ευσπλαχνία του Θεού καίγεται, διαλύεται, «φθάνει Θεέ μου, λέει, δεν μπορώ άλλο, ελάττωσέ την». Αν ο άνθρωπος, τότε που έρχεται μέσα του η αγάπη του Θεού, πονάει όλο τον κόσμο με τις αμαρτίες του, τα πάθη του, και δε μπορεί να το αντέξει αυτό, για σκέψου την ευσπλαχνία του Θεού. «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν».
Για σκέψου, να πορνεύει, να σκοτώνει και εσύ να τον αγαπάς. Αν ξέραμε τι χάνουμε κάθε δευτερόλεπτο δεν θα κοιτάζαμε δεξιά κι αριστερά. Θα κοιτάζαμε όλο το είναι μας να το αφιερώσουμε στο Θεό.
*Άμα θα σιωπήσετε κι έχετε τον νου σας στην αδιάλειπτη προσευχή, μια βδομάδα, θα δείτε τη διαφορά τη μεγάλη μέσα στην ψυχή σας. Αλλά κοιτάζουμε τον Α και τον Β και δεν μπορούμε να προοδεύσουμε.
Τότε θα ζητάμε μοναξιά, ησυχία, τόσο πολύ θα νοιώσει η ψυχή μας το μεγαλείο του Θεού. Και μπορούμε μέσα στην κιβωτό να τα απολαύσουμε όλα αυτά.
Όταν βιαστεί κανείς, αισθάνεται τη Θεία Μακαριότητα και θα είναι ήσυχος, ανεύθυνος, χωρίς προβλήματα και το πνεύμα του θα είναι στον ουρανό και θα γεύεται τα μεγαλεία του Θεού.
Το κελί έχει πάρα πολλή χάρη. Είναι μία παλαίστρα που παλεύει κανείς και δίνεται στο Θεό.
*Όταν υπάρχει πνευματική ένωση με τους προεστώτας ο υποτακτικός αισθάνεται στην ψυχή του το Θεό χωρίς να κηλιδωθεί ο λογισμός του. Αισθάνεται πώς είναι το ρεύμα, ή πρίζα.
Όταν υπάρχει πνευματική προεργασία στο Χριστό και στους προεστώτας αισθάνεται μεγάλη χαρά, αγαλλίαση παρακαλεί πότε να πεθάνει και λέει ας φύγω. Θέλει προσοχή στο λογισμό να μην έρθει μώμος ή για τον Γέροντα ή για την Γερόντισσα. Όταν αυτό φυλάξουμε, θαύματα θα δούμε.

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΠΡΟΣ ΤΣΙΠΡΑ:ΜΗ ΔΙΑΓΡΑΦΕΤΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ


Μέσω επιστολής προς τον ο αναλύει με τρόπο σαφή τους κίνδυνους που ελλοχεύουν και τα προβλήματα που θα προκύψουν εάν τελικώς προχωρήσει ο περιβόητος .
Συγκεκριμένα, η Μητρόπολη Πειραιώς έκανε γνωστό πως:
Ακολουθεί η επιστολή την οποίαν απέστειλε ο Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ στον Πρωθυπουργό κ. Αλέξιο Τσίπρα με θέμα την αναθεώρηση των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας.
Επιστολές με ίδιο περιεχόμενο εστάλησαν στους Αρχηγούς των Κομμάτων του Κοινοβουλίου.
Εξοχώτατε Κύριε Πρωθυπουργέ,
Τίθεται συνεχώς στο δημόσιο λόγο το θέμα της αναθεωρήσεως του Συντάγματος με εισαγωγή «προσωπικοιδεολογικών» διατάξεων, μία εκ των οποίων είναι και η αναθεώρηση των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας που αδοκίμως και αντιεπιστημονικώς χαρακτηρίζεται ως «διαχωρισμός».
Στις προτάσεις Σας περί Συνταγματικής αναθεωρήσεως αναφερθήκατε στην επαναπλαισίωση των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας την οποία άμοιροι νομικής επιστήμης και από τον πολιτικό και δημοσιογραφικό χώρο χαρακτηρίζουν ως «διαχωρισμό Κράτους-Εκκλησίας» και μάλιστα ο Εξοχώτατος κ. Νικ. Φίλης ανέφερε ότι το 70% του Ελληνικού λαού επιθυμεί τον «διαχωρισμό» της Εκκλησίας από το Κράτος.
Πρέπει να γίνει σαφές ότι οι σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας αφορούν σε ήδη διακριτούς ρόλους όπως ο νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας στο βιβλίο του «Η αναθεώρηση του Συντάγματος / Υπό το πρίσμα της κοινοβουλευτικής εμπειρίας», εκδ. Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 2010, σελ. 65 επ. έχει υποστηρίξει.
«Οι διακριτοί ρόλοι προκύπτουν από την συγκρότηση του περιγράμματος του κράτους δικαίου δηλ. από την συνταγματική και έννομη τάξη και ευρίσκονται στα όρια εκκοσμικεύσεως των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας υφισταμένου του πολυθρύλητου διαχωρισμού» (Π. Μηλιαράκη-Συνταγματολόγου, ΕΠΙΚΑΙΡΑ 24-6-2016).
Και ναί μεν στο πλαίσιο των ρυθμιστικών κανόνων που ισχύουν διατηρούνται οι «ειδικές σχέσεις» Κράτους και Εκκλησίας, όπως το εορτολόγιο και οι επίσημες τελετές, συναρτώνται με το τυπικό της Εκκλησίας, εν τούτοις αυτές οι «ειδικές σχέσεις» δεν αναιρούν την διάκρισι μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η Πολιτεία νομοθετεί ερήμην ή και εναντίον του δόγματος και του ήθους της Εκκλησίας όπως τα ψηφισθέντα νομοθετικά πλαίσια για τον πολιτικό γάμο, την καύση των νεκρών, το αυτόματο διαζύγιο, την αποποινικοποίηση της μοιχείας, τη νομιμοποίηση των εκτρώσεων, το σύμφωνο συμβίωσης ετεροφύλων και ομοφυλοφίλων κλπ. Συνεπώς από το γεγονός αυτό αποδεικνύεται ότι οι ρόλοι Εκκλησίας και Πολιτείας είναι απολύτως διακριτοί και βρίσκονται στα όρια της εκκοσμίκευσης. Επομένως η ιδεοληψία περί δήθεν θεοκρατίας πηγάζει μόνο από σκοτεινή εμπάθεια και νομική άγνοια ή μίσθαρνη στράτευση.
Συνεπώς δεν υφίσταται νομική δυνατότης «διαχωρισμού» Εκκλησίας και Πολιτείας διότι δεν υφίσταται «ένωσι» Εκκλησίας και Πολιτείας, άλλως ως προαναφέραμε το Κράτος δεν θα επετρέπετο να προβή σε ωρισμένη ενέργεια άνευ της συμφώνου γνώμης της Εκκλησίας.
Σχετική διάταξι στην Ελληνική Νομοθεσία δεν υφίσταται, ούτε υπήρξε περίπτωσι που το Κράτος να ηθέλησε να προβή σε ωρισμένη ενέργεια και τελικώς να μη προέβη, διότι η Εκκλησία δεν συνήνεσε.
Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Προκόπης Παυλόπουλος στο έργο του «Η αναθεώρηση του Συντάγματος», Αθήνα 2010 σελ. 65 επ. παραθέτει σχετικό απόσπασμα σε επίρρωσι των ανωτέρω: «Μπορεί να μου πει κανείς μέσα σε αυτή την αίθουσα σε ποία περίπτωση από τη Μεταπολίτευση και μετά, θέλησε μία κυβέρνηση να νομοθετήσει προς μια κατεύθυνση και την εμπόδισε η οποιαδήποτε ρύθμιση υπάρχει στο Σύνταγμα ως προς τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας; Θελήσαμε ποτέ, να αφαιρέσουμε κάτι από τη νομοθεσία μας είτε να προσθέσουμε κάτι, το οποίο οι διατάξεις που αφορούν την Εκκλησία και την Πολιτεία μας εμπόδισαν; Κάθε άλλο. Άρα, λοιπόν, συνταγματικό εμπόδιο και στην πιο «προοδευτική» κυβέρνηση για τα θέματα που αφορούν τις σχέσεις πολιτείας και Εκκλησίας δεν υπήρξε ποτέ».
Με το άρθρο 9 του νόμου 4303/2014 προβλέπεται διαδικασία χορηγήσεως αδείας Ναού ή Ευκτηρίου Οίκου άνευ συμπράξεως της «οικείας αναγνωρισμένης Εκκλησιαστικής Αρχής» γεγονός που διευκρινίζει και η υπ’ αριθμ. 69230/Α3/6.5.2014 Εγκύκλιος του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων κοινοποιουμένη σε όλα τα συναρμόδια Υπουργεία, που ουσιαστικώς καταργεί τον Νόμο 1363/1938.
Επιπροσθέτως το άρθρο 110 του Συντάγματος επιτρέπει, εισάγον «Εξαιρετικό Δίκαιο», την αναθεώρηση αλλά όχι και την κατάργηση ωρισμένων διατάξεων του Συντάγματος και επομένως το να επιδιώκεται η κατάργηση του άρθρου 3 του Συντάγματος, που ανήκει στις δυνάμενες να αναθεωρηθούν διατάξεις, αποτελεί παραβίαση των Αρχών του Συντάγματος και βέβαια δεν σημαίνει κάποιου είδους «διαχωρισμό» Κράτους και Εκκλησίας διότι η Ορθόδοξος Χριστιανική Εκκλησία θα εξακολουθή να είναι η επικρατούσα θρησκεία της Χώρας, επειδή η διατάξι του άρθρου 3 του Συντάγματος απεικονίζει μία σταθερή πραγματικότητα την οποία και αναγνωρίζει.
Η πρόταση του λεγομένου «διαχωρισμού», περνά και από την θύρα της ειδικής επιστήμης της κοινωνιολογίας.
Η εφαρμογή της αρχής «η θρησκεία είναι μία ιδιωτική υπόθεση» κατέληξε πάντοτε στην καταδίωξη και καταπίεση της θρησκευτικής πίστεως.
Άμεσες συνέπειες της τακτικής αυτής είναι ο προοδευτικός εκφυλισμός της προσωπικής και κοινωνικής ηθικής, η σχετικοποίηση της εθνικής παραδόσεως και η εισβολή ξένων ιδεολογιών με επικίνδυνο για την εθνική επιβίωση περιεχόμενο.
Η συλλειτουργία των θεσμών του Έθνους και της Εκκλησίας στην ιστορική πορεία μας, έχει ως συνέπεια να είναι αδύνατον να αυτονομηθούν οι θεσμοί αυτοί και να παύσουν να συλλειτουργούν χωρίς το άμεσο ενδεχόμενο αρνητικών συνεπειών στην εθνική πορεία και επιβίωση.
Ο ομ. Καθηγητής του Α.Π.Θ. κ. Β. Γιούλτσης παρουσίασε εναργέστατα την θεωρία του φονξιοναλισμού (fonctionnalisme) δηλ. της συλλειτουργίας των κοινωνικών θεσμών.
Όταν στην «αθειστική» Γαλλία συνομολογήθηκαν «κονκορδάτα» αμοιβαιοτήτων που οδήγησαν προοδευτικά στα διατάγματα 91/1955, 654/1968 και 1024/1983 με τα οποία ουσιαστικά η εθνική Ρωμαιοκαθολική «Εκκλησία» της Γαλλίας επέστρεψε στα επίπεδα συλλειτουργίας με τους πολιτικούς θεσμούς και όταν επίσης στην άλλοτε κραταιά Σοβιετική Ένωση το διάταγμα της 5/2/1918 με το οποίο επεβλήθη ο «διαχωρισμός» Εκκλησίας και Κράτους αντικατεστάθη με μια σειρά διαταγμάτων όπως 1102/1972, 69/1973, 85/1973 και με την γνωστή ημισυνταγματική αναθεώρηση του 1972 με τα οποία αναγνωρίστηκε ως «ανεπίσημη θρησκευτική επισημότητα» η Ορθόδοξος Εκκλησία, αποτελεί ή όχι ανεπίτρεπτη συνθηματολογία ο επιδιωκόμενος «διαχωρισμός» στην Ελλάδα, όπου η Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί την ψυχή του Έθνους;
Όσοι ομιλούν για «διαχωρισμό» στην ουσία στοχεύουν στον θρησκευτικό αποχρωματισμό των Ελλήνων, θέλουν να πάψουν οι πολίτες να είναι θρησκεύοντα μέλη του σώματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, διότι είναι αντίθετοι προς την χριστιανική πίστη.
Την απουσία όμως του θρησκευτικού στοιχείου από τον πολίτη θα την υποκαταστήσει ένα άλλο στοιχείο το οποίο έχει και αυτό θρησκευτικό χαρακτήρα, γιατί δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, αφού από τον άνθρωπο κατά τον θεωρητικό των Σοβιέτ Λουνατσάρσκι «τρία πράγματα δεν μπορείς να αφαιρέσης την ελευθερία, την ιδιοκτησία και την μεταφυσική αγωνία» και αυτό το στοιχείο ονομάζεται αντιχριστιανός ή αντιθρησκευτικός πολίτης ή άθεος που στρατεύτεται στην «θρησκεία» της αθείας. Αυτό είναι το πρότυπο του πολίτου αυτών που θέλουν τον λεγόμενο «διαχωρισμό».
Τον αποκαλούν με πολλά ονόματα, φιλικό ή έντιμο «διαχωρισμό» ή βελούδινο διαζύγιο ή αναθεώρηση σχέσεων, δεν έχει σημασία. Με αυτόν τον τρόπο λένε ότι το κράτος θα είναι ουδέτερο προς την θρησκεία και αυτό θα είναι δήθεν καλύτερο για την κοινωνία.
Τεχνητός όμως «διαχωρισμός» της ανθρώπινης προσωπικότητας στην κοινωνική της διάσταση και λειτουργία μπορεί να είναι από νομοθετικής πλευράς δυνατός, θα αποτελεί όμως κατ’ ουσίαν κατασκευή ενός «ανθρωπίνου τέρατος», ενός «κοινωνικού θηρίου».
Η Ελληνική κοινωνία είναι οργανωμένη με κανόνες, που είναι οι χριστιανικοί κανόνες και επομένως είναι τραγικό λαθος η πολιτική βούληση που θέλει να οδηγήσει σε θρησκευτικό αποχρωματισμό την ελληνική κοινωνία στο όνομα της δήθεν προόδου, γιατί στην ελληνική κοινωνία οι θεσμοί συλλειτουργούν επειδή συλλειτουργούν οι ανθρώπινες προσωπικότητες.
Βέβαια στις κοινωνίες υπάρχουν πολίτες με θρησκευτική συνείδηση και πολίτες χωρίς αυτήν αλλά αυτό αποτελεί επιλογή και ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα προστατευόμενο συνταγματικά. Η καθιέρωση όμως πολιτειακά του «διαχωρισμού» των κοινωνικών θεσμών είναι τραγικά αγεφύρωτη έκπτωση.
Ο «διαχωρισμός» χωρίς να ληφθούν υπ’ όψιν η συλλειτουργία των κοινωνικών θεσμών, η ιδιομορφία του πολιτιστικού και Εθνικού παρελθόντος, οι αντιλήψεις και η ιδιοσυγκρασία του Ελληνικού λαού είναι μία αφελής συνθηματολογία που περιέχει μόνο άγνοια και προκατάληψη.
Το σύστημα της συναλληλίας που ισχύει σήμερα με το Σύνταγμα του 1975 και τον Καταστατικό Χάρτη είναι καθεστώς διακριτών ρόλων αφού Εκκλησία και Πολιτεία είναι κοινωνίες διάφορες, συναφείς όμως και συνεχόμενες με συνεργασία κοινωνικά αναγκαία και αναπόφευκτη.
Η ιστορική εμπειρία εφαρμογής του συστήματος τόσο στην χιλιόχρονη βυζαντική περίοδο και την οθωμανική κατοχή, όσον και στην περίοδο του νεωτέρου Ελληνικού Κράτους, αποδεικνύει ότι η νομική αυτή κατάσταση δεν έβλαψε ούτε την Ελληνική κοινωνία, ούτε τα δικαιώματα των άλλων θρησκευτικών Κοινοτήτων και επί τέλους θέτει το ερώτημα που δεν συνδέεται άμεσα με την συνταγματική αναθεώρησι, η μετατροπή της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος στην οποία πολυειδώς οφείλει το Έθνος από ειδικό Ν.Π.Δ.Δ. σε απλό Σωματείο ή Ένωση προσώπων θα συμπαρασύρει και το υφιστάμενο νομικό καθεστώς των Μουφτειών της Μουσουλμανικής θρησκευτικής παραδοχής που προβλέπεται από την Συνθήκη της Λωζάνης και του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου και των Ισραηλιτικών Κοινοτήτων; Γιατί κάτι τέτοιο δεν προαναγγέλεται.
Συνεπώς αντιλαμβάνεται κανείς ευχερώς ότι με την πρότασή αυτή κηρύσσεται ουσία διωγμός κατά της Μάννας Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος και μόνον.
Η Αρχή της ελευθερίας της θρησκευτικής συνειδήσεως, υπερτέρα της Αρχής της ανεξιθρησκείας που διέπει τον θεμελιώδη Νόμο του Κράτους, το Σύνταγμά μας (αρ. 13) πηγάζει όχι μόνο από την ιδιοπροσωπεία μας αλλά κυρίως από την θρησκευτική μας πίστη και τις Ευαγγελικές Αρχές της θεοσδότου ελευθερίας του ανθρώπου και ασφαλώς από την αιώνια διακήρυξη του Δομήτορος της Εκκλησίας «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν» (Μαρκ. 8, 34).
Η ευλογημένη χώρα μας είναι μία χώρα στην οποία οι πάντες απολαμβάνουν της ελευθερίας της θρησκευτικής συνειδήσεως και η Αγιωτάτη Εκκλησία της Ελλάδος ουδέν πλεονέκτημα έχει πέραν της διά τους γνωστούς ιστορικούς λόγους αναγνωρίσεως ότι τα Νομικά Αυτής Πρόσωπα κατά τας νομικάς των σχέσεις είναι ειδικά Ν.Π.Δ.Δ. (αρθρ. 1 Ν. 590/1977 ΦΕΚ τ. Α 146) που συνεπιφέρει όμως και την εποπτεία και τον δημοσιονομικό έλεγχο υπό των ελεγκτικών οργάνων του Κράτους!
Όπως ευστόχως αναφέρει η αιτιολογική έκθεση υπό το αρθρ. 68 παρ. 1 παρ. 3 του Ν. 435/2014 : «Το Ευρωπαικό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει αποσαφηνίσει και σε Ελληνική υπόθεση (ΕΔΔΑ Holy Monasteries c Greece) και σε υποθέσεις μεταξύ άλλων ευρωπαικών Κρατών και Εκκλησιών με νομική μορφή Ν.Π.Δ.Δ., ότι, παρότι στα κράτη αυτά οι Εκκλησίες είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, είναι «μη κυβερνητικοί οργανισμοί» και έχουν πλήρως δικαίωμα αυτοδιοίκησης των υποθέσεων τους έναντι του Κράτους με αποφάσεις των διοικητικών οργάνων τους (ΕΔΔΑ Holy Synod of the Bulgarian Orthodox Church c. Bulgaria, ΕΔΔΑ Siebenhaar c. Allemagne, ΕΔΔΑ Reuter c. Allemagne, ΕΔΔΑ Muller c. Allemagne, ΕΔΔΑ Fernandez Martinez v. Spain, ΕΔΔΑ Schuth c. Allemagne, ΕΔΔΑ Obst c. Allemagne).
Έτσι, εισάγεται μία γενική ρύθμιση για αυτά τα ειδικά νομικά πρόσωπα, ήτοι τα νομικά πρόσωπα της Εκκλησίας της Ελλάδος, της Εκκλησίας της Κρήτης και των Ιερών Μητροπόλεων Δωδεκανήσου και Εξαρχίας Πάτμου, των Ισραηλιτικών Κοινοτήτων, του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου, του Οργανισμού Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως Ισραηλιτών Ελλάδος, προκειμένου να διευκρινιστεί ότι αυτά δεν ταυτίζονται με τα κρατικά ν.π.δ.δ. και δεν υπάγονται στις διατάξεις δημοσίου δικαίου, που αφορούν τη Γενική Κυβέρνηση και το δημόσιο τομέα -στενό ή ευρύτερο- εκτός εάν το ορίζει ρητά κάποια συγκεκριμένη διάταξη.
Ωστόσο, συνεχίζουν να ισχύουν οι τυχόν μέχρι σήμερα εφαρμοζόμενες σ' αυτά διατάξεις, που αφορούν στην εποπτεία τους και τον δημοσιονομικό έλεγχό τους καθώς και την πρόσληψη και την κατάσταση του προσωπικού τους (π.χ. το άρθρο 45 παρ. 4 του ν. 590/1977 για τον διαχειριστικό έλεγχο του κράτους στις εκκλησιαστικές διαχειρίσεις ή το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 για την πρόσληψη εκκλησιαστικών υπαλλήλων μέσω Α.Σ.Ε.Π.).
Διευκρινίζεται επίσης ότι σε όσες περιπτώσεις τα παραπάνω θρησκευτικά νομικά πρόσωπα λαμβάνουν επιχορηγήσεις και κάθε είδους χρηματοδοτήσεις από το Κράτος ή ευρωπαικούς πόρους υποχρεούνται να ακολουθούν την κείμενη νομοθεσία δημοσίου δικαίου κατά την διαχείριση αυτών των χρηματικών ποσών (π.χ, ανάθεση συμβάσεων έργων) και ότι υπάγονται στον ίδιο δημοσιονομικό έλεγχο, που υπάγονται και τα επιχορηγούμενα κρατικά Ν.Π.Δ.Δ..».
Την αυτή όμως νομική προσωπικότητα με την Εκκλησία της Ελλάδος, δι’ ιστορικούς λόγους έχουν και το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο της Ελλάδος και οι Ισραηλιτικές κοινότητες Ν. 2456/1920 (ΦΕΚ Α΄ 173) ΑΝ2544/1940 (ΦΕΚ Α΄287), ΑΝ 846/1946 (ΦΕΚ Α΄144), ΝΔ 301/1869 (ΦΕΚ 195), ΠΔ 182/1978 (ΦΕΚ Α΄40).
Ο Αρχιραβίνος διορίζεται και απολύεται διά Προεδρικού Διατάγματος, του αναγνωρίζεται δικαίωμα επιβολής φόρων κλπ, ενώ οι τρεις Μουσουλμανικές Μουφτείες Ξάνθης, Κομοτηνής και Διδυμοτείχου είναι «δημόσιες υπηρεσίες του Κράτους» με πλήρη δικαιοδοτική αρμοδιότητα ασκουμένη κατά τις επιταγές του Μουσουλμανικού δικαίου (Σαρία) (Νόμοι 1920/1991, 2345/1920, 3000/1924, 6344/1934, 372/1936).
Ο Μουφτής «ασκεί δικαιοδοσία μεταξύ Μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών της περιφερείας του επί γάμων, διαζυγίων, διατροφών, επιτροπειών, κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και της εξ αδιαθέτου διαδοχής εφ’όσον οι σχέσεις ταύται διέπονται από τον Μουσουλμανικό Νόμο» (άρθρο 5 Νόμου 1920/1991 (ΦΕΚ 182 Α΄ 24.12.1990) όπως προβλέπει η διεθνής Συνθήκη της Λωζάνης του 1923 (άρθρα 14 και 37-44).
Κατά ταύτα με ποίο νόμιμο τρόπο θα υποβιβασθεί η Εκκλησία της Ελλάδος σε Νομικό Πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ή ιδίου δικαίου (Θρησκευτικό Πρόσωπο) του Ν. 4301/2014 (ΦΕΚ Α΄ 223/17.1.2014) την στιγμή που θα παραμείνουν Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο της Ελλάδος και οι Ισραηλιτικές Κοινότητες και δημόσιες υπηρεσίες του Κράτους οι Μουσουλμανικές Μουφτείες;
Και με ποίο νομικό τρόπο κατ’ επιταγή της αρχής της ισότητος του Συντάγματος θα υποβιβασθούν οι Μουσουλμανικές Μουφτείες σε Ν.Π.Ι.Δ. για να παρακολουθήσουν την υποβάθμιση της νομικής προσωπικότητος της Εκκλησίας της Ελλάδος όπως πρότεινε και ο Ελλογ.Πρόεδρος της Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου Καθηγητής κ. Κώστας Τσιτσελίκης (Εφημερίδα των Συντακτών 3/10/2015) και την ίδια στιγμή θα διατηρήσουν τη δικαιοδοσία ως υπηρεσίες του Κράτους απονομής δικαίου σε Έλληνες Μουσουλμάνους πολίτες;
Κι ακόμη υφίσταται σήμερα νομική δυνατότης τροποποιήσεως της Διεθνούς Συνθήκης της Λωζάνης και υποβαθμίσεως της νομικής προσωπικότητος της Μουσουλμανικής μειονότητος της Ελλάδος που δικαίως θα διεκδικήση πλέον την εκλογή αντί του διορισμού από το κράτος των Μουφτήδων όταν μάλιστα προκλητικά θέτει το θέμα της τροποποιήσεως ο Πρόεδρος της γείτονος;
Σήμερα το Ελληνικό Δημόσιο αντιμετωπίζει διεθνώς το πολύ ευαίσθητο νομικό θέμα του διορισμού αντί της εκλογής από την Μουσουλμανική μειονότητα, στηριζόμενο στο γεγονός ότι οι Μουσουλμανικές Μουφτείες είναι δημόσιες υπηρεσίες του Κράτους και έχει το Δημόσιο την αρμοδιότητα του διορισμού των ασκούντων την σχετική δικαιοδοσία.
Εάν η Κυβέρνηση δεν έχει πρόβλημα με την «εκλογή» των Μουφτήδων από το Τουρκικό Προξενείο της Κομοτηνής η «Κοσοβοποίηση» της Θράκης θα είναι θέμα ολίγων μηνών.
Αυτοί που επιδιώκουν τον λεγόμενο «διαχωρισμό» επιζητούν:
Α. Η Εκκλησία να πάψη να είναι η επικρατούσα θρησκεία των Ελλήνων
Β. Οι Κληρικοί και οι εργαζόμενοι σε Αυτήν να μην έχουν κοινωνικά δικαιώματα,
Γ. Η Εκκλησία να μεταβληθή σε ένα κοινό Σωματείο ιδιωτικού δικαίου,
Δ. Να καταργηθούν οι Θεολογικές Σχολές στα Πανεπιστήμια και η Εκκλησιαστική Εκπαίδευση.
Ε. Να καταργηθή το μάθημα των Θρησκευτικών στα Σχολεία, -ήδη ο επί της Παιδείας Υπουργός απεφάσισε και δημοσίευσε στο ΦΕΚ την μετατροπή του σε Θρησκειολογία ενώ στη Χώρα μας είναι πολυομολογιακό μάθημα (Ν. 4386/11.5.2016)-, η προσευχή και ο Εκκλησιασμός.
Με ένα λόγο επιδιώκεται η περιθωριοποίηση της Εκκλησίας η οποία για τους επιθυμούντας τον λεγόμενο «διαχωρισμό» είναι άχρηστη μέσα στην κοινωνία και συνεπώς ένας «διαχωρισμός» θα υποκρύπτει «κρυφό διωγμό» και θα συνδράμει με την πάροδο του χρόνου ώστε η Εκκλησία να οδηγηθή κατά τη γνώμη τους σε μαρασμό.
Οι «καλοί» όμως αυτοί «πόθοι» στερούνται σοβαρότητος γιατί αγνοούν το πασίδηλο γεγονός ότι οι πολίτες είναι συγχρόνως και θρησκευτικές προσωπικότητες και δεν μπορούν να χωρισθούν στα δύο ώστε το Κράτος να πάρει τον «πολίτη» και η θρησκεία τον «θρησκευτικό πολίτη».
Το αίτημα του «διαχωρισμού» χωρίς να λαμβάνεται επιπροσθέτως υπ’ όψι η οργάνωση της Ελληνικής κοινωνίας, τα μεγάλα γεωστρατηγικά και γεωπολιτικά προβλήματα της περιοχής μας, ο τρομακτικός φονταμενταλισμός του Ισλάμ, είναι τελικά μια αφελής συνθηματολογία που περιέχει μόνο άγνοια και προκατάληψι.
Το μεγάλο εκσυγχρονιστικό και μεταρρυθμιστικό θέμα της Πολιτείας δεν είναι ο «διαχωρισμός» του Έθνους από την Εκκλησία γιατί όπως προαναφέραμε με το Σύνταγμα του 1975 έχουν καθορισθή οι διακριτοί ρόλοι Εκκλησίας και Πολιτείας στα όρια της εκκοσμίκευσης, αλλά η αντιμετώπισις του τέρατος της Γραφειοκρατίας, της ασυνέχειας του Κράτους, της ευνοιοκρατίας και κομματοκρατίας και της σοβούσης ηθικής σήψεως και διαφθοράς.
Αδαώς φερόμενοι οι επιζητούντες τον «διαχωρισμό» ισχυρίζονται ότι θα απαλλαγή δι’ αυτού η Πολιτεία και από την μισθοδοσία του κλήρου και θα ιδιοποιηθή την Εκκλησιαστική λεγόμενη περιουσία, λησμονούν όμως απαράδεκτα ότι ακόμη η Ελλάδα αποτελεί Κράτος Δικαίου και ότι την απάντησι στους «ευσεβείς πόθους» τους έδωσε το Ευρωπαικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Δ.Α.Δ) που υποχρέωσε την Ελληνική Πολιτεία να άρει τις συνέπειες των Νόμων 1700/1987 και 1811/1988.
Με την απόφασι 10/1993/305/483-484/9.12.1994 του Ευρωπαικού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επιλύεται οριστικά η νομική θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος μέσα στην Ελληνική Πολιτεία και αναγνωρίζεται η δικαιική αρχή του άρθρου 51 του εισαγωγικού νόμου του Αστικού Κώδικος «Η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά περιστατικά για την απόκτησή τους» και δι’ αυτών ουσία η Σύμβασις του έτους 1952 μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας.
Επομένως με τον τυχόν «διαχωρισμό» Εκκλησίας και Πολιτείας εφ’ όσον η χώρα επιθυμεί να βρίσκεται εντός της Ευρωπαικής Ενώσεως και να είναι υποκείμενο του Ευρωπαικού νομικού πολιτισμού και Δικαίου θα πρέπει να συνεχισθή η μισθοδοσία του κλήρου κατά τις συμβατικές υποχρεώσεις της Χώρας ως αντίδοσι για το 96% της Εκκλησιαστικής περιουσίας που κατά καιρούς από του έτους 1833 με διαφόρους τρόπους διήρπασε, ή να διακοπή η μισθοδοσία του κλήρου και να επιστραφή το σύνολο της περιουσίαςαπό του έτους 1833, διά την νομικήν και ιστορικήν κατοχύρωσιν της οποίας ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος κ.κ. Ιερώνυμος με το περισπούδαστο Ιστορικό πόνημά του «Η απάντησι της Εκκλησίας στα μυθεύματα του Αντικληρικαλιστικού Λαικισμού» (Αθήνα 2016) απέδειξε την αλήθεια, ή να αποζημιωθή δι’ αυτήν η Εκκλησία.
Συνεπώς ομιλούμε για τρισεκατομμύρια Ευρώ που καθιστά το γεγονός της αμφισβητήσεως της μισθοδοσίας του κλήρου εν συνδυασμώ προς την οικονομική πραγματικότητα, πλήρως ανεδαφικό.
Θα πρέπει να επαναληφθή ότι το Ελληνικό Κράτος άρχισε να απαλλοτριώνη αυθαιρέτως δηλαδή χωρίς αποζημίωση και αντίδοση, την ακίνητη περιουσία της Εκκλησίας αρχικώς διά των επεχόντων ισχύν Νόμου Βασιλικών Διαταγμάτων της 18/1/1833, της 20/5/1836, της 1/6/1836, της 13/10/1834, της 13/1/1838, της 29/4/1833 κ.α. και μεταγενεστέρως με άλλες πράξεις του ως οι Νόμοι 1072/1917, 2050/1920 και τελικώς διά της ανωτέρω από 18/9/1952 συμβάσεως μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας απαλλοτριώθηκε το 92,5% και άνω της όλης Εκκλησιαστικής περιουσίας οπότε διά του Νόμου 536/1945 το Κράτος ανέλαβε την μισθοδοσία του Κλήρου σε αντάλλαγμα των όσων ακινήτων απαλλοτρίωσε.
Παρεμπιπτόντως η συγκεκριμένη απόφασι του Ε.Δ.Α.Δ. αποτελεί νομολογία και πρόκριμα για ομοειδείς υποθέσεις στο μέλλον, διότι το Ε.Δ.Α.Δ. είναι το μόνο αρμόδιο να κρίνη για την παραβίαση της συμβάσεως της Ρώμης και υπερτερεί του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου, των Ανωτάτων Δικαστηρίων της εγχωρίου εννόμου τάξεως. Με την απόφασι αυτή εκρίθη οριστικά και αμετάκλητα το κεφάλαιο της αμφισβητήσεως της Εκκλησιαστικής περιουσίας από συστάσεως του Ελληνικού Κράτους έως σήμερα.
Μετά τα ανωτέρω και η δήθεν νομιμοποίησις του «διαχωρισμού» μέσω δημοψηφίσματος θα πρέπει να εξηγήση τι ακριβώς νομικά υποδηλώνει ο πολλά (!!) ψευδοϋποσχόμενος αυτός όρος, ότι δηλαδή «διαχωρισμός» σημαίνει την μετατροπή ουσία του νομικού χαρακτήρος των Εκκλησιαστικών Νομικών
Προσώπων από ειδικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου σε Ιδιωτικού Δικαίου την ίδια στιγμή που οι Μουσουλμανικές Μουφτείες είναι Δημόσιες Υπηρεσίες και οι Ισραηλιτικές Κοινότητες Ν.Π.Δ.Δ.
Το θέλει λοιπόν αυτό ο Ελληνικός Λαός; Να υποβαθμισθή η Ορθόδοξη Εκκλησία και να παραμείνουν οι Ισραηλιτικές Κοινότητες και οι Μουσουλμανικές Μουφτείες σαν δημόσιες νομικές οντότητες του Ελληνικού Κράτους;
Επιτρέψατέ μου να αμφιβάλλω, γιατί δεν αγωνίσθηκαν γι’ αυτό διαχρονικά οι Έλληνες.
Εν κατακλείδι παραθέτω επί λέξει απόσπασμα από δημοσίευμα του καταξιωμένου αρθρογράφου κ. Μανώλη Κοττάκη στην Εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ φ. 15/6/2016 σελ. 7 υπό τον τίτλο «Ηλίθιος πειρασμός» χωρίς να ενστερνίζομαι τους σχετικούς χαρακτηρισμούς: «... Η κυβέρνηση πρέπει να πάρει, νομίζω, το μάθημά της από την όλη εξέλιξη. Ειδικά τώρα που έχει τον ασύγγνωστης ... πειρασμό να ανοίξει ζήτημα αναθεώρησης του άρθρου 3 του Συντάγματος, το οποίο προσδιορίζει τις σχέσεις κράτους - Εκκλησίας. Και τούτο γιατί η αναθεώρηση του άρθρου 3 συνδέεται ευθέως με τον μύχιο πόθο του Πατριαρχείου να αποκτήσει ποίμνιο στη βόρειο Ελλάδα, στις λεγόμενες Νέες Χώρες. Με όλη την αγάπη που έχουμε οι Ελληνες στο Οικουμενικό Πατριαρχείο (ταυτισμένο ιστορικά με μεγάλες στιγμές του Ελληνισμού), από που και έως που νομικό πρόσωπο που έχει έδρα ξένη επικράτεια, πόσο μάλλον την Τουρκία, μπορεί να αποκτήσει δικαιοδοσία σε νομικά πρόσωπα που εδρεύουν σε άλλη εδαφική επικράτεια; ... Το ζήτημα όμως -... - είναι να καταλάβει και η πολιτική ηγεσία μας το εθνικό λάθος που πάει να γίνει με την αναθεώρηση του άρθρου 3 του Συντάγματος. Τυχόν κατάργησή του θα ανοίξει τον ασκό του Αιόλου για χάραξη νέων εκκλησιαστικών συνόρων μεταξύ Ελλαδικής Εκκλησίας - Οικουμενικού Πατριαρχείου και Αγίου Ορους. Να το καταλάβει πρώτος ο πρωθυπουργός που περιστοιχίζεται από άσχετους στην πλειονότητά τους με το θέμα υπουργούς (πλην Γιάννη Αμανατίδη). Να το καταλάβει και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης...».
Εξοχώτατε κ. Πρόεδρε,
Το άρθρο 3 του Συντάγματος κατοχυρώνει και προστατεύει τα Καταστατικά κείμενα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τον Τόμο της Αυτοκεφαλίας του 1850 και την Πράξι του 1928 και από αυτό απορρέει ο εκτελεστικός Νόμος 590/1977 «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος». Αντιλαμβάνεσθε ασφαλώς ως ιδιαιτέρως ευφυής, τον κίνδυνο αποσταθεροποιήσεως που ενέχει μία άκριτος μεταχείρισι των Καταστατικών αυτών κειμένων.
Επομένως οι προτάσεις περί αναθεωρήσεως που αφορούν στο συγκεκριμένο θέμα είναι ιδεολογικές και εκτός συνταγματικής πραγματικότητος και δεν εισφέρουν τίποτε στο Συνταγματικό βίο της Χώρας.
Το Ελληνικό Κράτος είναι κοσμικό Κράτος και ασφαλώς με την διάταξι του άρθρου 13 του Συντάγματος προστατεύει την θρησκευτική ελευθερία κάθε γνωστής θρησκείας στη χώρα, που δεν έχει κρύφια δόγματα και η λατρεία της δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη και την δημόσια τάξι και αποτελεί εξωπραγματική και παραπλανητική και στερουμένη σοβαρότητος υπόθεσι το να παρουσιασθή η χώρα ως χώρα άθεη.
Για τους λόγους αυτούς η απάλειψη στην προμετωπίδα του Συντάγματος μνείας της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος, το μόνο που θα επετύγχανε θα ήτο να διαγραφή από την Ιστορία του Έθνους το Βυζάντιο και η Ελληνική Επανάστασι και οι αγώνες διατηρήσεως της εθνικής ιδιοπροσωπείας και η διαχρονική συνέχεια του Ελληνικού Έθνους και θα διασάλπιζε παγκοσμίως ότι η Ελλάς είναι χώρα άθεη, γεγονός εξωπραγματικό, παραπλανητικό και στερούμενο πάσης σοβαρότητος.
Εξοχώτατε κ. Πρόεδρε,
Ευελπιστώ ότι οι ταπεινές μου αυτές θέσεις θα συμβάλουν στην διασάφηση αυτού του πολύ σημαντικού θέματος και στην απεμπλοκή του από ιδεολογικές και εκτός συνταγματικής πραγματικότητος τοποθετήσεις.
Μετ’ ευχών
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ ο Πειραιώς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

ΜΗΝ ΟΔΗΓΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΟΝ ΕΓΩΙΣΜΟ


Με τον έπαινο από μικρά τα μας τα οδηγούμε στον . Και τον εγωιστή μπορεί και τον κοροϊδεύεις, αρκεί να του λέει ότι είναι καλός, να του φουσκώνεις το εγώ του.
Κι έτσι σου λέει: «Α, αυτός που μ’ επαινεί, αυτός είναι καλός». Αυτά δεν είναι σωστά πράγματα.
Επειδή ο άνθρωπος μεγαλώνει με τον εγωισμό, αρχίζουν τα μπερδέματα μέσα του, υποφέρει, δεν ξέρει τι να κάνει. Αιτία της ψυχικής ακαταστασίας είναι ο εγωισμός.
Αυτό το πράγμα και οι ίδιοι οι ψυχίατροι, άμα το μελετήσουν, θα το βρουν, ότι ο εγωιστής είναι άρρωστος. Ποτέ δεν πρέπει να επαινούμε τους συνανθρώπους μας και να τους κολακεύουμε, αλλά να τους οδηγούμε στην ταπείνωση και στην αγάπη του Θεού.
Κι ούτε να επιζητούμε εμείς να μας αγαπάνε, λέγοντας επαίνους στους άλλους… Σ’ όποιον τα πεις αυτά, θα πει: «τι λες, καλέ, άμα δεν επαινέσεις το παιδί ούτε να διαβάσει μπορεί, ούτε, ούτε…». Μα συμβαίνει αυτό, γιατί έτσι είμαστε εμείς και κάνομε και το παιδί μας έτσι.
Δηλαδή έχομε ξεφύγει απ’ την αλήθεια. Ο εγωισμός έβγαλε τον άνθρωπο απ’ τον Παράδεισο, είναι μεγάλο κακό.

ΟΣΟ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ΟΜΟΙΟΙ ΜΕ ΘΗΡΙΑ ΜΗΝ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΕΙΡΗΝΗ

Αποτέλεσμα εικόνας για Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ:


Είμαι πλέον γέρος αλλά ήδη από τα πρώτα παιδικά μου χρόνια δέχθηκα τις εντυπώσεις της ειρήνης και του φωτός.
Από την αρχή του ρωσοϊαπωνικού πολέμου (1904­-1905) ως τις ημέρες μας βλέπω όλη την ανθρωπότητα βυθισμένη σε αδελφοκτόνους πολέμους, και ακόμη δεν υπάρχει φως στον ορίζοντα. Αντιθέτως μάλιστα, κάλυψαν τον ουρανό πρωτοφανή μαύρα σύννεφα, έτοιμα να προκαλέσουν αποκαλυπτική καταιγίδα…
Και εγώ, βλέποντας την θηριώδη αυτή κατάσταση από τα νεανικά μου χρόνια, ήμουν έτοιμος να βγω στους δρόμους και τις πλατείες με αναμμένο φανάρι, όπως ο Διογένης, για να αναζητήσω άνθρωπο… Βλέποντας όμως τον Χριστό, χάρηκα για το θαυμάσιο αυτό εύρημα και ποτέ πια δεν μπορώ να ξεχάσω το γεγονός αυτό της ιστορίας του κόσμου μας.
Στην πραγματικότητα μόνο αυτός, ο Χριστός, είναι και τέλειος Άνθρωπος. Εμείς όμως όλοι διερχόμαστε την περίοδο της επίγειας περιπλανήσεώς μας με την έφεση να ομοιωθούμε προς Αυτόν. Ο άνθρωπος αρχίζει πραγματικά να υπάρχει από τη στιγμή που συνειδητοποιεί τον εαυτό του ως υιό του αιωνίου Πατρός και προφέρει την προσευχή «Πάτερ ημών» με τη συνείδηση αυτή.
Εμείς όμως δεν έχουμε αισθανθεί ακόμη πλήρως την αξία αυτή του ανθρώπου, και γι’ αυτό παρακάμπτουμε τον δρόμο της διαμορφώσεως μας, της αυξήσεως μας εν Πνεύματι Αγίω. Χωρίς τον Χριστό είναι αδύνατο να δικαιώσουμε την ανθρωπότητα… Και με τον τρόπο αυτό ο Χριστός, ταυτόχρονα Θεός και Άνθρωπος, δικαιώνει τον Θεό μπροστά στον κόσμο, φανερώνοντας στον κόσμο την άπειρη αγάπη του Πατέρα, ενώ δικαιώνει και τον άνθρωπο μπροστά στον Θεό, δείχνοντας στον Θεό Πάτερα τη γνήσια μορφή του Ανθρώπου. Η δικαίωση όμως αύτη δεν είναι “νομική”, όπως πολλοί χριστιανοί τείνουν να νομίζουν, αλλά εντελώς άλλης τάξεως.
Μετά από τόσα πολλά χρόνια αδιάκοπης σχεδόν αλληλοεξοντώσεως των ανθρώπων επάνω στη γη, για την οποία δικαιολογούνται όλοι αδιάκοπα μπροστά στον ίδιο τον εαυτό τους, είναι αδύνατο να περιμένουμε ότι αυτοί θα τολμήσουν να ατενίσουν το ύψος του Ουρανού και να ονομάσουν τον Θεό Πατέρα τους. Στις ημέρες μας η “αποκτήνωση” του κόσμου έλαβε φοβερές διαστάσεις. Η έκπτωση από την αυθεντική χριστιανική πίστη έχει γίνει καθολικό φαινόμενο. Η λέξη που χαρακτηρίζει τον αιώνα μας είναι η «αποστασία».
Φοβάμαι λοιπόν ότι μόνο η αύξηση των συμφορών μπορεί τώρα να οδηγήσει τους ανθρώπους στα παθήματα εκείνα που θα φανούν πραγματικά κρίσιμα, και τα οποία θα διεγείρουν σ’ αυτούς πάλι την ικανότητα να αντιληφθούν την πρωταρχική τους φύση κατ’ εικόνα Θεού. Τότε θα βασιλεύσει η ειρήνη στη γη.
Όσο όμως οι άνθρωποι παραμένουν όμοιοι με τα άγρια θηρία, δεν πρέπει να αναμένουμε ειρήνη επάνω στη γη. Είναι μάταιες όλες οι προσπάθειες με τις οδούς της διπλωματίας και με άλλα παρόμοια μέσα για την αποτροπή της συμφοράς του πολέμου. Είναι πρωτίστως απαραίτητη η πνευματική αναγέννηση του ανθρώπου, απαραίτητη η “ανθρωποποίηση” του θηριώδους αυτού κόσμου.
Καταλαβαίνεις ότι τα γραφόμενά μου είναι μόνο μικροί υπαινιγμοί, σύντομα αποσπάσματα από την εικόνα που παρουσιάζεται στον νου μου, ιδιαίτερα κατά τις ώρες της Λειτουργίας, της αιώνιας αυτής θυσίας για τις αμαρτίες όλου του κόσμου. Βέβαια θα ήθελα να συνομιλώ μαζί σου επί ώρες για τα ζωτικά αυτά θέματα, αλλά να που δεν μας δόθηκε αυτό στις ημέρες μας.
Ωστόσο, σου εύχομαι όλα τα καλύτερα, ανάμεσα στα οποία και υγεία, αλλά πάνω απ’ όλα και πριν απ’ όλα την Άνωθεν έμπνευση, για να περάσεις επάξια τη γεροντική ηλικία που αρχίζει, και που είναι η πιο ευλογημένη περίοδος της ζωής μας επάνω στη γη.
Όλα τα μικρά και ταπεινά πράγματα υποχωρούν, εξαφανίζονται με φυσικό τρόπο, και η σκέψη για άλλη τάξη του Είναι γίνεται αδιάκοπη, εξαιτίας της προσεγγίσεως της θριαμβευτικής στιγμής της εξόδου μας από εδώ. Δεν γνωρίζουμε ακόμη τί θα γίνει με μας, διότι η πείρα μας δεν επαρκεί για να κρίνουμε πλήρως το θέμα αυτό. Γνωρίζουμε μόνο ότι ο Χριστός αναστήθηκε και εν Αυτώ όλοι εμείς θα αναστηθούμε.
Όταν συντελεσθεί αυτό τελείως, ως πραγματοποίηση πλέον της δημιουργίας του Θεού, τότε σε όλους μας, με μεγαλύτερη από “μαθηματική” αξιοπιστία, θα αποκαλυφθούν όλα όσα υπάρχουν στον κόσμο, και η γνώση μας θα πάρει εκείνο τον απόλυτο χαρακτήρα προς τον οποίο ορμά το πνεύμα του ανθρώπου σε όλους τους αιώνες.
(Αρχιμ. Σωφρονίου του ΄'Εσσεξ

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016

ΣΙΩΠΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Του Μητροπολίτη Βολοκολάμσκ Ιλαρίωνα Αλφέγιεβ
Η εμπειρία της σιωπής είναι απαραίτητη σε κάθε άνθρωπο, που θέλει να μάθει την ευχή. Δεν είναι υποχρεωτικό να φύγει στην έρημο, ώστε να την αποκτήσει.

Όμως είναι απαραίτητο να αφιερώσουμε κάποια λεπτά κατά τη διάρκεια κάθε μέρας, στα οποία να μπορούμε να αποσπαστούμε από όλες τις δουλειές να μπούμε στο δωμάτιο και «αφού κλείσεις την πόρτα, προσευχήσου στον Πατέρα σου, Ο οποίος βλέπει τις κρυφές πράξεις» (Ματθ. 6:6). Ο συνήθης πειρασμός και η απάτη στη ζωή μας συνίσταται στο ότι είμαστε πάντα απασχολημένοι, πάντα βιαζόμαστε να προλάβουμε κάτι πολύ σημαντικό και μας φαίνεται ότι, αν ξοδέψουμε χρόνο στην προσευχή, ακριβώς αυτές τις πιο σημαντικές δουλειές δεν θα προλάβουμε να τις κάνουμε.

Όμως είναι αποδεδειγμένο εκ πείρας, ότι η μισή ή η μια ώρα, που "ξοδέψαμε" ποτέ δεν επηρεάζει την πορεία των συνηθισμένων εργασιών με τέτοιο καταστροφικό τρόπο, όπως μας φαίνεται, όταν σκοπεύουμε να προσευχηθούμε. Αντίστροφα, η συνήθεια της προσευχής διδάσκει τον άνθρωπο να συγκεντρώνεται γρήγορα, τον απαλλάσσει από τη διάσπαση, πειθαρχεί τον νου και ως αποτέλεσμα σε τελευταία ανάλυση ο χρόνος κερδίζεται.

«Όλες οι δυστυχίες των ανθρώπων προέρχονται από το ότι δεν μπορούν να παραμείνουν σε ησυχία στο προσωπικό τους δωμάτιο», έλεγε ο Πασκάλ. Η απουσία επιθυμίας μόνωσης και σιωπής είναι η ασθένεια του σύγχρονου ανθρώπου. Πολλοί ακόμη φοβούνται την ησυχία, φοβούνται τη μοναξιά και τον ελεύθερο χρόνο, γιατί δεν έχουν με τι να γεμίσουν το κενό: τους χρειάζονται λόγια, εντυπώσεις, τους χρειάζονται να είναι απασχολημένοι και να βιάζονται πάντα, ώστε να δημιουργείται η αυταπάτη της θυελλώδους και γεμάτης ζωής. Όμως η ζωή με το Θεό αρχίζει, αφού τα λόγια και οι λογισμοί σωπάσουν, αφού τα επίγεια έργα πάνε σε δεύτερη μοίρα και στην ψυχή του ανθρώπου ελευθερωθεί μέρος, το οποίο μπορεί να αναπληρώσει ο Θεός.

Οι Άγιοι Πατέρες συχνά γράφουν ότι η ευχή που γεννιέται από τη σιωπή πρέπει να είναι απλή και όχι φλύαρη. Η κατάσταση του προσευχόμενου παραβάλλεται με την κατάσταση του παιδιού που μιλά με τον πατέρα του: «Μην επιτηδεύεσαι τα λόγια της προσευχής σου. Διότι πολλές φορές τα απλά και ανεπιτήδευτα ψελλίσματα των μικρών παιδιών ευχαρίστησαν και ικανοποίησαν τον ουράνιο Πατέρα τους. Μη ζητείς να λες πολλά στην προσευχή σου, για να μη διασκορπιστεί ο νους σου, αναζητώντας λόγια. Ένας λόγος του τελώνη εξιλέωσε το Θεό και ένας λόγος πίστεως έσωσε τον ληστή. Η πολυλογία στην προσευχή πολλές φορές δημιούργησε στο νου φαντασίες και διάχυση, ενώ αντιθέτως η μονολογία συγκεντρώνει το νου» (Ιωάννης της Κλίμακος).

Η παιδική πίστη πρέπει να συνδυάζεται με αίσθημα βαθιάς ταπείνωσης: «περπάτα με απλότητα την οδό της ζωής σου και μη γίνεσαι σοφός ενώπιον του Θεού, καθότι τη μεν απλότητα ακολουθεί η πίστη, τη δε λεπτότητα της γνώσεως και την αναστροφή των λογισμών σου ακολουθεί η υψηλοφροσύνη, διά της οποίας βρίσκεσαι μακριά από το Θεό. Όταν παρασταθείς σε προσευχή ενώπιον του Θεού, τόσο οφείλεις να ταπεινώνεις τον εαυτό σου διά του λογισμού σου, ώστε να θεωρείς τον εαυτό σου ως μυρμήγκι, ως ερπετό της γης, ως βδέλλα και ως παιδί που τραυλίζει και μην πεις μπροστά Του κάτι με λεπτή γνώση, αλλά πλησίασε Τον με φρόνημα μικρού παιδιού και στάσου ενώπιον Του έτσι, ώστε να αξιωθείς της πατρικής εκείνης πρόνοιας, την οποία δείχνουν οι πατέρες στα πολύ μικρά παιδιά τους» (Ισαάκ ο Σύρος).
Η προσευχή, η σιωπή, η ταπείνωση και η μετάνοια, κατά τον Όσιο Ισαάκ, είναι συνδεδεμένες άρρηκτα: «Όποιος αγαπά τη διά της προσευχής συνομιλία με τον Χριστό, αυτός αγαπά τη μοναξιά, όποιος όμως αγαπά να βρίσκεται μαζί με πολλούς ανθρώπους, αυτός είναι φίλος αυτού του κόσμου. Εάν αγαπάς τη μετάνοια, αγάπησε και την ησυχία».

Η ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ


Αποτέλεσμα εικόνας για black & white photos of boats

Γράφει ο Κωνσταντίνος Γανωτής
Η ευθυμία που δείχνουν οι σημερινοί άνθρωποι είναι διανοητικά επιτηδευμένη. Έχουν πεισθεί οι άνθρωποι από την ψυχολογική προπαγάνδα ότι χαρά είναι η επιδερμική ηδονή, η ικανοποίηση των σαρκικών επιθυμιών και, όταν βρίσκονται αυτές οι προϋποθέσεις, «πείθονται» ότι είναι ευτυχισμένοι, χαρούμενοι.
Κι επειδή έχουν ασυνείδητα την ειδοποίηση της ανεπάρκειας αυτής της ευτυχίας, βάζουν ένταση μεγάλη για να καλύψουν το αίσθημα αυτό και τότε φαίνονται πολύ ψυχαγωγούμενοι, πολύ κεφάτοι.

Αυτά βέβαια μας τα δείχνει η παρατήρηση, αλλά έχομε και πολλούς τρόπους να την επιβεβαιώσομε αυτή την παρατήρηση. Ο σημερινός άνθρωπος στη μεγάλη πλειοψηφία βρίσκεται σε διαρκή αγανάκτηση για τα εμπόδια της ευτυχίας του και για τους εχθρούς του.
Βλέπομε να φτάνουν οι άνθρωποι στα δικαστήρια και να δικάζονται για διάφορες αδικίες μικρές και μεγάλες, σε ποσοστά πολύ μεγαλύτερα από παλαιότερες εποχές. Αυτή η ανικανότητα συνδιαλλαγής είναι μια από τις ενδείξεις της πλήξης, που κυριαρχεί στα συναισθήματα του σημερινού ανθρώπου, που δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τίποτε και με κανένα.

Βλέπομε ότι ο σημερινός άνθρωπος δεν αναπαύεται με καμμιά ευχαρίστηση και πολύ γρήγορα χάνει την ευχαρίστησή του και ζητάει αλλαγές. Ακόμα και στο γάμο χάνει πολύ σύντομα την ευχαρίστησή του από το πρόσωπο του/της συζύγου κι έτσι έχομε τα πολλά διαζύγια, τις διαστάσεις, τους οικογενειακούς καυγάδες, ειδικά τις συγκρούσεις και τους διαπληκτισμούς με τα κληρονομικά. Σχεδόν κανείς δεν θυσιάζει το παραμικρό, για να διατηρήσει τη γλυκιά σχέση με τ’ αδέρφια του.


Μπορείτε να φαντασθείτε το πρόσωπο ενός τέτοιου ανθρώπου γελαστό; Προτιμάει την πίκρα και το μίσος ακόμη προκειμένου να κερδίσει ένα μικρό κομματάκι αμφισβητούμενης γης. Και η πλήξη ύστερα μονιμοποιείται στην ψυχή του.

 Βλέπετε, όλη η παγκόσμια ιστορία κυριαρχείται από την ιδέα της δικαιοσύνης· όλη η θεολογία των προ Χριστού λαών, και του Ισραήλ ακόμα, και όλη η θεολογία, η ψυχολογία και η κοινωνιολογία μαζί με την πολιτική των χωρίς Χριστό λαών και ατόμων ρυθμίζεται από την δικαιοσύνη. Όλοι την επικαλούνται, όσο κι αν όλοι δυστυχούν απ’ αυτήν, νικητές και νικημένοι. Άλλο βέβαια πράγμα η επιβολή της δικαιοσύνης και άλλο η ταπεινή αποδοχή της. Όποιος αποδέχεται τη δικαιοσύνη με υπομονή κι ευχαριστία, έστω κι αν είναι σε βάρος του, αυτός βγαίνει απ’ τα πλαίσια της δικαιοσύνης, είναι ίσος μ’ αυτόν, που παραιτείται από την δικαιοσύνη.

Συνήθως οι άνθρωποι έχουν διαφορές δικαιοσύνης με την ψυχή τους. Η συνείδησή τους είναι φορτωμένη με ενοχές ανεξομολόγητες. Ενώ υποφέρουν από τις ενοχές, δεν θέλουν ν’ απαλλαγούν απ’ αυτές. Υπάρχει μια γλύκα της κόλασης στις ενοχές· είναι αυτό η κλασσική απάτη του δαίμονα. Ακόμα και τις σαρκικές ηδονές τις θέλουν πολλοί αναμιγμένες με τις ενοχές. Κοιτάξτε όλα τα πρόσωπα των κινηματογραφικών έργων της μικρής και της μεγάλης οθόνης, καθώς και όλων των κοσμικών περιοδικών. Όλα είναι καταθλιμμένα αλλά όχι λυπημένα, κρατούν σκληρά κολλημένη επάνω τους τη σκοτεινή όψη και όταν ακόμα γελούν!

Η κατάθλιψη ξαπλώθηκε στην εποχή μας και στον πολύ λαό και στους απλούς πολίτες, γιατί η ευημερία σε συνδυασμό με τις πολλές πληροφορίες ανεβάζει την αλαζονεία και των φτωχών ανθρώπων. Η διαφήμιση των αγαθών και το «δημοκρατικό» καλόπιασμα με τη συνεχή αναφορά των δικαιωμάτων ξετσιπώνει το λαό και τους κάνει να νιώθουν και να φέρνονται σαν άρχοντες. Έτσι φορούν και οι λαϊκοί άνθρωποι το μολυβένιο προσωπείο των αστών, που κρίνουν, επικρίνουν και βλαστημούν αυτούς που επηρεάζουν τη μοίρα μας, δηλαδή την υλική μας ευημερία.
Αποτέλεσμα εικόνας για Γκρέκο «Ο μεγάλος Ιεροεξεταστής
Όσοι έχομε δει τον πίνακα του Γκρέκο «Ο μεγάλος Ιεροεξεταστής», θα έχομε πάρει μια επαρκή γεύση της κατάθλιψης που γεννιέται από την ηθική και τη θρησκεία, ή καλύτερα από την ηθική της θρησκείας.
 Ο μεγάλος Ιεροεξεταστής εκφράζει το πρόσωπο του ανθρώπου, που ενοχοποιεί όλους όσοι δεν είναι τέλειοι στις υποχρεώσεις τους απέναντι στο Θεό. Κι επειδή βέβαια δεν βρέθηκε ως τώρα κανένας τέλειος, ο Ιεροεξεταστής είναι το πρόσωπο της κόλασης για όλους και για όλα. Και μέσα στο παραλήρημα της δικαιοκρισίας ο χαρακτηριστικός αυτός εκπρόσωπος της Δυτικής Χριστιανοσύνης ξεχνάει ότι είναι κι αυτός αμαρτωλός, ξεχνάει την αγάπη του Θεού και την μετάνοια. Το πρόσωπό του δείχνει την αποκρουστική κόλαση. Ένας Ορθόδοξος ζωγράφος σαν τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο χάρισε στον κόσμο ένα πειστικό και αληθινό ορισμό της Δυτικής Θεολογίας.

Η κατάθλιψη είναι αποτέλεσμα του πολιτισμού. Ο πολιτισμός είναι η παγκόσμια επιχείρηση αποκατάστασης του χαμένου κύρους του ανθρώπου ύστερ’ από την απώλεια του Παραδείσου. Βέβαια η σκληρή ζωή με τα αγκάθια και τα τριβόλια, με τον ιδρώτα του προσώπου, με τους πόνους της γέννας κτλ. απαιτούσε μια προσπάθεια του ανθρώπου να ανακουφίσει το κορμί του και την ψυχή του μέσα στην έρημο της εξορίας του. Άλλωστε γι’ αυτό εφοδίασε ο Θεός τους Πρωτοπλάστους με φύλλα συκής και με δερμάτινους χιτώνες. Από τη σχετική βελτίωση όμως μέχρι το παραλήρημα του θριάμβου του ανθρώπου, που ένιωσε κάποια στιγμή πως έφτιαξε το δικό του Παράδεισο, υπάρχει η απόσταση, που μέσα σ’ αυτήν γεννιέται η κατάθλιψη.

Στις μέρες μας η κατάθλιψη, ενώ δεν ομολογείται και μάλλον κρύβεται πίσω από τις διαφημίσεις και τους λόγους των πολιτικών, ανιχνεύεται εύκολα και μάλιστα συνειδητοποιημένη και αυτοεξομολογούμενη. Πόσο προδίδεται από τα παραισθησιογόνα, που είναι τόσο απαραίτητα, μα πάρα πολύ απαραίτητα! Αν πάρομε υπ’ όψιν μας και τη νικοτίνη και τα οινοπνευματώδη, ίσως φτάνομε στην υψηλότερη δαπάνη εισοδήματος. Αν διαπιστώσομε ότι ο κόσμος δαπανά για τα παραισθησιογόνα περισσότερο μέρος του εισοδήματός του απ’ όσα δαπανά για την τροφή του, τότε θα εκτιμήσομε την πλήξη σαν πρώτο κίνητρο εργασίας γενικά των ανθρώπων!

Και δεν είναι μόνο τα παραισθησιογόνα που προδίδουν την πλήξη. Είναι οι θορυβώδεις διασκεδάσεις, είναι οι διαστροφές, ομοφυλοφιλίες, παιδεραστίες και άλλες «φιλίες» που δεν λέγονται, είναι η συσσώρευση πλούτου, είναι το χόμπυ, είναι η μόδα, η εξουσιολαγνεία και άλλα ακόμη, που δείχνουν ένα πρόσωπο του σύγχρονου ανθρώπου αγέλαστου, αγχωμένου μέχρι την τελευταία του πνοή, διαρκώς ανήσυχου, φοβισμένου και επιθετικού.

Αν φέρομε στο νου μας το πρόσωπο ενός φιλότιμου και υγιούς χριστιανού, θα εντυπωσιαστούμε πρώτ’ απ’ όλα από το πόσα πράγματα δεν χρειάζεται. Ένα κελλί φυλακής συνήθως είναι πλουσιότερο απ’ το κελλί ενός ασκητή, που το φτιάχνει συχνά μόνος του και μπαίνει μέσα με αγαλλίαση. Και ένα σπίτι αστού (λαϊκού) χριστιανού στερείται πολλά και ακριβά πράγματα, χωρίς ο νοικοκύρης του να αισθάνεται καμμιά στέρηση.
 Τα αγαθά που στερούμαστε σε εποχές κρίσης και αγανακτούμε γι’ αυτό είναι αυτά, που ένας σωστός χριστιανός θα τα χαρακτήριζε περιττά ή σχεδόν περιττά. Κι όμως γι’ αυτά τα σχεδόν περιττά αναστατώνονται οι δρόμοι από τις συντεχνίες, αυτοκτονούν άνθρωποι, περιφέρονται βαρύθυμοι άνθρωποι στους δρόμους, χωρίζουν αντρόγυνα, μισούνται αδέρφια μεταξύ τους!…
Αν ο χριστιανός φυλάξει την πίστη του, διατηρήσει την προσευχή του, τηρήσει τις νηστείες του και την απλότητά του, τότε θα μπορεί να έχει ιλαρό πρόσωπο και να δοξάζει το Θεό για την επάρκεια των αγαθών του, θα μπορεί να ψάλλει χαρούμενος και παρηγορημένος μέρα και νύχτα και να παρηγορεί και άλλους, που θα τρέχουν κοντά του.

Η πλήξη θα πετάξει σαν ένα αρπακτικό που πήγε να καθήσει επάνω του, για να τον φάει, και έφυγε σκιαγμένο από μια δύναμη μεγάλη.

Ο Περικλής στον Επιτάφιό του λέει ότι οι πλούσιοι Αθηναίοι έχουν ωραία σπίτια, κατασκευές γενικότερα «ων καθ’ ημέραν η τέρψις το λυπηρόν εκπλήσσει». Μ’ αυτά τα λόγια του ομολογεί ότι στις καρδιές των μεγαλοδύναμων εξουσιαστών υπήρχε «το λυπηρόν» που κάθονταν επάνω τους σαν αρπαχτικό, και με τα ωραία σπίτια τους το «σκιάζανε» να φύγει κάθε μέρα. Και κάθε μέρα βέβαια ξαναγύριζε.
Εμείς αυτή την πλήξη τη διώχνομε κάθε στιγμή με το «Κύριε ελέησον» και «την χαράν ημών ουδείς αίρει αφ’ ημών».

Η ΕΞΟΥΘΕΝΩΣΗ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΟ ΘΕΟ


Σπάνια ένας άνθρωπος, ο οποίος δεν έχει στερήσεις, και δυστυχίες στη ζωή του, μπορεί με φλογερή καρδιά να στο .
Προσευχή η οποία έχει τη φλόγα της πίστης, της ελπίδας και της αγάπης προς το Θεό, βγαίνει από την ψυχή, η οποία έχει συνειδητοποιήσει την ελεεινότητα και τη φτώχεια της, ότι δηλαδή χωρίς το Θεό είναι τυφλή και γυμνή.
Και γι᾿ αυτό Τον παρακαλεί να αναπληρώσει τις ελλείψεις της. ῎Εχω ακούσει μερικούς ανόητους ανθρώπους να λένε·
«Για ποιο λόγο να προσευχόμαστε στο Θεό, αφού δε μας λείπει τίποτε, αφού όλα τα έχουμε με αφθονία, και μαζί με όλα είμαστε υγιείς και χαρούμενοι;».
Αυτή είναι η φωνή της σάρκας, η οποία πάντα περηφανεύεται και νομίζει ότι όλα τα αγαθά που απολαμβάνει τα έχει αποκτήσει με την εξυπνάδα της και τους κόπους της.
Γι᾿ αυτό το λόγο, για να αρχίσει ο άνθρωπος να προσεύχεται θερμά, με δυνατή πίστη και ζωντανή ελπίδα στο Θεό, πρέπει να στερηθεί τα αγαθά που αυτός νομίζει πως είναι δικά του και τον κάνουν να είναι περήφανος.
῎Ετσι θα μάθει τι σημαίνει ανάγκη, τι στην πραγματικότητα είναι ο ίδιος, πόσο ανίσχυρος είναι, πόσο ασήμαντος είναι χωρίς το Θεό, χωρίς τη βοήθεια και την ευλογία Του.
Πρέπει να στερηθεί την περιουσία του ή την υγεία ή κάποιο μέλος του σώματος, παραδείγματος χάρη το χέρι, πόδι ή μάτι, ή την ακοή ή την ικανότητα να μιλάει· να συντριβεί η καρδιά του με φοβερά βάσανα που προεικονίζουν τα πραγματικά βάσανα της κολάσεως.
Τότε θ᾿ αρχίσει να ικετεύει τον Δότη όλων των αγαθών, το Θεό, τότε θ᾿ αναγνωρίσει την εξουσία, τη βασιλεία, τη δύναμη και τη δόξα Του, τότε θα καταλάβει τι είναι ο ποταμός των δακρύων.

ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΗΣ


Τη μνήμη της τιμά σήμερα, , η μας.
Η Αγία Σεβαστιανή καταγόταν από την πόλη Σεβαστή της Φρυγίας και διδάχτηκε τη χριστιανική πίστη από τον απόστολο Παύλο, και πήρε τη θερμότητα και την ανδρεία του διδασκάλου της.
Η Αγία Σεβαστιανή έζησε τον 1ο αιώνα μ.Χ. και χρησιμοποιούσε τη ζωή της κάθε μέρα για την αλήθεια του Ευαγγελίου (στη Μαρκιανούπολη της Θράκης). Πήγαινε σε σπίτια ειδωλολατρών και είλκυε πολλές γυναίκες απ' αυτούς στους κόλπους της Εκκλησίας. Συνελήφθη γι' αυτό επί αυτοκράτορας Δομετιανού και ηγεμόνος Σεργίου, κακοποιήθηκε και εξεδιώχθη από τον τόπο της.
Έφθασε στην Ηράκλεια της Θράκης όπου πάλι συνελήφθη, από τον ηγεμόνα Πομπηιανό, και φυλακίστηκε. Αλλά η γυναικεία της φύση, ντρόπιασε τους βασανιστές της. Οι υποσχέσεις δεν τη δελέασαν, οι απειλές δεν την έκαμψαν, και κάτω από βαριά μαρτύρια στάθηκε όρθια με όλη της τη γενναιοψυχία.
Οι σάρκες της αγίας Σεβαστιανής σχίζονταν, αλλά τα χείλη, όπως και η καρδιά της, εξακολουθούσαν να υμνούν τον Χριστό. Τελικά, η μεγάλη αυτή αθλήτρια της Εκκλησίας μας, παρέδωσε τη ζωή της με τον δια αποκεφαλισμού θάνατο και ετάφη στη Ραιδεστό.

ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ, ΧΩΡΙΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΨΥΧΗΣ;

Αποτέλεσμα εικόνας για Ποιότητα ζωής, χωρίς ποιότητα ψυχής;


Ζούμε την εποχή της μεγάλης σύγχυσης. Παντού η ποσότητα εκτοπίζει την ποιότητα.
Στον τομέα της τέχνης κυριαρχεί το «κιτς», στην αρχιτεκτονική η πολυκατοικία, στη δίαιτα η πολυφαγία, στις ανθρώπινες σχέσεις ηβαναυσότητα, στο συναίσθημα η ρηχότητα, στην πολιτική το σύνθημα, στον αθλητισμό το ρεκόρ επιδόσεων και αμοιβών, στην οικονομία ο ρυθμός παραγωγής και κατανάλωσης, στα βιβλία το εκάστοτε πολυδιαφημισμένο «μπεστ σέλερ», στην τηλεόραση η σαπουνόπερα ή κοινώς σήριαλ, στον κινηματογράφο το πορνό και η βία, στο θέατρο η βωμολοχία, στην επαφή μας με τη φύση ο εμπρησμός και η οικοπεδοφαγία. Είναι μια εποχή που ο άνθρωπος τρώει τον εαυτό του.
Μιλάμε για πρόοδο αλλά μάθαμε να την υπολογίζουμε μόνο από τα εξωτερικά στοιχεία, μόνο από τους επιβλητικούς αριθμούς παραγωγής και τους εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης. Όμως, ενώ την εξωτερική πρόοδο τη βλέπουμε, την υπολογίζουμε, τη βαθμολογούμε, αντίθετα την εσωτερικήκαθίζηση αδυνατούμε να τη μετρήσουμε. Ενώ ξέρουμε τι κερδίσαμε εξωτερικά, αγνοούμε το τι χάσαμε εσωτερικά. Είναι αδύνατο να βρεθούν δείκτες για την προσμέτρηση της ηθικής πτώσης του ανθρώπου. Τα ποσοτικά επιτεύγματα μας εμπόδισαν να υπολογίσουμε τις ποιοτικές απώλειες. Αυτές μόνο να τις αισθανθούμε μπορούμε. Κι ευτυχώς αντιδρούμε κι όλο και περισσότεροι άνθρωποι ζητούμε μια ζωή στηριγμένη στην ποιότητα κι όχι μόνο στην ποσότητα. Πέρα από αυτό, επειδή η εποχή μας μαστίζεται από την κοινωνική δυσαρμονία, τη συρρίκνωση των ελευθεριών του πολίτη -όχι από ανελεύθερα καθεστώτα αλλ’ από μηχανισμούς που ελέγχουν και τα καθεστώτα-, από την παραφροσύνη της αδιαλλαξίας και των εκρήξεων της τυφλής βίας, εκφράζεται όλο και συχνότερα το αίτημα για ποιότητα ζωής. Πάθη, όπως ο θρησκευτικός ή πολιτικός φανατισμός, η κοινωνική και ταξική προκατάληψη αποτελούν γενεσιουργές αιτίες για την πρόκληση ανυπολόγιστων ζημιών και για τη μη επούλωση ανοιχτών ακόμη πληγών. Η πληθύς, λοιπόν, των προβλημάτων και των παθημάτων, σε συνδυασμό με την αποπνευματοποίηση και την έντονα συμφεροντολογική νοοτροπία, είναι επόμενο να γίνονται αιτίες που οδηγούν πολλούς, που έχουν την ευαισθησία ν’ ανησυχούν, στην όλο και συχνότερη διατύπωση του αιτήματος για ποιότητα ζωής.
Η άποψη-αίτημα αυτή είναι απόρροια μιας επιθυμίας, που παρά την αξία τής έμπρακτης προοπτικής της, οδηγεί σε υπέρμετρες απλουστεύσεις, έχοντας έτσι φυσικό επακόλουθο την άστοχη τοποθέτηση του ζητήματος. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε την αντίφαση. Ζητάμε ποιότητα ζωής και ξεχνάμε ότι απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ποιότητα των ανθρώπων. Έτσι προσπαθούμε να φτιάξουμε τη ζωή, χωρίς να φτιάξουμε τον άνθρωπο. Κάνουμε αγώνα ν’ ανεβάσουμε το βιοτικό και πολιτιστικό μας επίπεδο και αδρανούμε μπροστά στην ουσιαστική λύση του προβλήματος. Ο ρόλος του ανθρώπου στην ιστορική εξέλιξη δεν είναι παθητικός. Δεν είναι μόνο οι καταστάσεις που διαμορφώνουν τους ανθρώπους αλλά και οι άνθρωποι που διαμορφώνουν τις καταστάσεις. Αν, λοιπόν, χάθηκε η ποιότητα της ζωής, είναι γιατί χάθηκε η ποιότητα των ανθρώπων.
Η εξέταση του ζητήματος εκτείνεται στη μελέτη ορισμένων κοινωνικών θεσμών και διαδικασιών και κυρίως της έμπρακτης λειτουργίας τους στην καθημερινή ζωή, επειδή συμβάλλουν άλλοτε έμμεσα κι άλλοτε άμεσα στον καθορισμό της ποιότητας ζωής του σύγχρονου ανθρώπου. Η παραβίαση του γραπτού και άγραφου δικαίου, καθώς και των αρχών ηθικής δεοντολογίας, η αποδιοργάνωση της παιδείας, ο υποτονικός ή και καμιά φορά ανύπαρκτος κοινωνικός έλεγχος, η διαλυμένη οικογένεια και οι κοινωνικές ωσμώσεις και ανισότητες αποτελούν τις επιμέρους συνιστώσες, που έχουν ως τελική συνισταμένη την υποβάθμιση του ανθρώπου και, κατά συνέπεια, υποβάθμιση της ποιότητας της ζωής.
Στον κοινωνικό βίο ο παραμερισμός του συλλογικού συμφέροντος και ησυνεχής προβολή του ατομικού σε συνάρτηση με τον αθέμιτο ανταγωνισμό και τους αλλοτριωτικούς καταναγκασμούς, που πηγάζουν από το απαίδευτο άτομο, από ανίσχυρες και δουλικές προσωπικότητες και από δυναμικές υποδουλωτικές προσωπικότητες, είναι φυσικό να υποβαθμίζουν το ποιοτικό επίπεδο της σύγχρονης ζωής. Με την παραβίαση ρυθμιστικών για την κοινωνική ζωή κανόνων και την απειθαρχία στο γραπτό δίκαιο μιας μερίδας ατόμων, αρχίζει η πρόκληση για την αλλοπρόσαλλη, καριεριστική στάση έναντι της ζωής. Η στάση όμως αυτή, έστω κι αν δεν τηρείται από το σύνολο, αλλά μόνο από ένα μέρος του, είναι το ίδιο επιβλαβής, διότι και τα υπόλοιπα μέλη του συνόλου θ’ αναγκαστούν ν’ «αμυνθούν», χρησιμοποιώντας, δυστυχώς, τα ίδια μέσα. Ξεφεύγοντας, λοιπόν, από τ’ απαραίτητα πλαίσια ηθικής δεοντολογίας, ο κοινωνικός βίος μετατρέπεται σε αγώνα επιβίωσης, σε αμείλικτη πάλη, όπου ισχύει η αρχή του «bellum omnium contra omne» (= πόλεμος πάντων κατά παντός).
Μέσα, λοιπόν, στην πληθύ των προβληματικών, όσον αφορά στη λειτουργία, θεσμών έρχεται να προστεθεί και η παιδεία, όπου η ανυπαρξία σχολικής αγωγής, η πτώση της πνευματικότητας και η αύξηση της μηχανικής αποδοτικότητας του μυαλού, η ασυναρτησία και η ακαταστασία στη δομή και τη λειτουργία των σχολείων, που ίσως υπερβολικά χαρακτηρίζονται ως εκτροφεία θηρίων, που πρόκειται αύριο να τους πάρουν το δέρμα, δικαιολογούν την παθητικότητα κι ως ένα σημείο το πνεύμα της γενικής αδιαφορίας, που κάνει τους νέους να πιστεύουν πως η σχολική πράξη δεν είναι και τόσο σοβαρή ασχολία. Δυστυχώς η αδιαφορία των «αρμοδίων», παρά τις κατά καιρούς ηχηρές διακηρύξεις, έχει ως συνέπεια την αδιαφορία των μαθητών.
Η ασυδοσία της κοινωνικής συμπεριφοράς, άμεσο αποτέλεσμα της κοινωνικής και πολιτικής διαφθοράς, σε συνδυασμό με τη χαλάρωση των οικογενειακών δεσμών, προάγει τον οπορτουνισμό, τον καριερισμό, προωθεί τη φθήνεια και την αχρειότητα στη βιοπάλη, που αρχίζει να μοιάζει με πάλη εναντίον του βίου. Η εγκληματικότητα και η βία, καθημερινά παραδείγματα ηθικής καθίζησης και ψυχικής στενοχώριας έρχονται να επιβεβαιώσουν του λόγου το αληθές. Όλα αυτά έχουν ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα τη δημιουργία ανισοτήτων και συγκρούσεων, την αδιαλλαξία και το φανατισμό, τον αποσυσχετισμό και την υπονόμευση του σημαινόμενου: συνάνθρωπος. Όταν χάνεται η πρόθεση «συν» από τις διανθρώπινες σχέσεις, είναι φυσικό να εξατμίζεται και η ποιοτική σχέση. Έτσι, λοιπόν, απ’ όλες τις παραπάνω νοσηρές καταστάσεις συνεπάγεται ότι η δεισλειτουργία πρωτευουσών κοινωνικών δομών και θεσμών προέρχεται από την κακή ποιοτική στάθμη των ίδιων των ανθρώπων. Πίσω από κάθε άσχημη κατάσταση κρύβεται ο «άσχημος» άνθρωπος. Όταν ο νέος βλέπει πως τα πάντα στη ζωή είναι «ωνητά», δεν κάνει πρόβλημα το πώς θα αμυνθεί, αλλά σε τι τιμή θα πουληθεί. Λείπουν οι Κάτωνες οι Τιμητές από τη ζωή μας, που θα έδιναν τη μάχη της ποιότητας. Έτσι ο νέος δεν έχει οδηγούς· έχει προαγωγούς. Ακόμη, και όταν εισέρχεται στην πολιτική, «όρων τας υπατικάς αρχαιρεσίας ωνίους ούσας», ότι δηλαδή ακόμα και τα ύπατα αξιώματα αγοράζονται, προκρίνει τη μέθοδο του Ιουγούρθα, που αντί να πολεμήσει τη Ρώμη προτίμησε να την αγοράσει, λέγοντας το περίφημο: «Ω, πόλις ωνία, θα ήσουν πρόθυμη να πουληθείς, αν βρισκόταν αγοραστής». Στους καιρούς μας όμως οι αγοραστές είναι πολλοί.
Δημιουργείται, λοιπόν, ένας φαύλος κύκλος και το κακό αναπαράγεται. Ο άνθρωπος ανερμάτιστος, απογυμνωμένος από ιδανικά και σωστούς προσανατολισμούς χάνει τη στοιχειώδη οξυδέρκεια να διακρίνει τις δυσοίωνες προοπτικές που εμφανίζονται, συνεχίζει απτόητος προς ένα μέλλον που του επιφυλάσσει οδυνηρές εκπλήξεις. Συνθλίβει κάθε αίτημα ποιότητας προς όφελος της ποσότητας. Οι όγκοι των απορριμμάτων μετρούν το μέγεθος του πολιτισμού του, του «πολιτισμού των σκουπιδιών». Στη συνέχεια βλέποντας χαμηλή τη στάθμη της ποιοτικής ζωής αντιδρά, διαμαρτύρεται, εναντιώνεται στις καταστάσεις και λησμονεί ότι ο ίδιος υπήρξε δημιουργός τους. Είναι φανερό, τελικά, πως τα λάθη του πληγώνουν το σώμα και την ψυχή του μέσω της κακής ποιότητας της ζωής του.
Πρέπει, λοιπόν, να καταλάβουμε ότι το πρόβλημα της αναπνοής δε λύνεται με χορήγηση τεχνητού οξυγόνου. Χρειαζόμαστε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα υγιή, όχι μόνο από χημική αλλά κι από ηθική άποψη. Τα ηθικά λύματα είναι αυτά που περισσότερο πνίγουν τη ζωή μας. Συνεπώς, δεν είναι δυνατό να πετύχουμε την ποθητή βιοτική μας ανάπτυξη, αν δεν πετύχουμε τηνπνευματική και ηθική μας ανάταση. Οποιαδήποτε προσπάθεια, που δεν υποτάσσεται στην παραπάνω αρχή, θα ήταν μάταιη και αφελής. …
Αντί, λοιπόν, μάταια να ψάχνουμε για χαμένες αξίες και να κατηγορούμε ανεύθυνα ή ακόμα να παραδινόμαστε άκριτα σ’ οποιαδήποτε καινοτομία, ας έχουμε υπόψη ότι όλοι οι δρόμοι-λύσεις έχουν υπονομευτεί, εκτός από εκείνον της αυτοβελτίωσης. Η ελπίδα για καλύτερη ζωή βρίσκεται στα δικά μας χέρια. Πρέπει να επιμείνουμε σ’ αυτό. Όταν το λέμε φαίνεται λογικό. Όταν όμως αναλογιστούμε τις δυσκολίες και τον κόπο, που χρειάζεται ο αγώνας αυτός, γίνεται ζήτημα πίστης και θέλησης. Αυτά είναι δική μας ευθύνη, για να μη γίνουμε θύτες του εαυτού μας.
Όσο για την οικονομική ανάπτυξη που τόσα θυσιάσαμε και τόσο θυσιαστήκαμε γι’ αυτή, ας μην τη θεωρούμε πανάκεια. Οι παππούδες μας ήταν πλούσιοι μέσα στη φτώχεια τους κι εμείς φτωχοί μέσα στον πλούτο μας. Πλούτος δεν είναι μόνο οι τραπεζικές αλλά και οι ψυχικές καταθέσεις. Οι παππούδες μας ήξεραν να μοιράζουν εμείς κατανέμουμε. Το πρώτο είναι αρμοδιότητα ψυχής, το δεύτερο αριθμητικής. Μ’ αυτό θέλουμε να πούμε πως με την αριθμητική μόνο δεν προάγεται η ποιότητα της ζωής. Πρέπει να βάλουμε κάτι από την ψυχή μας, για να πάψουμε να λέμε πως κάθε τού ανθρώπου επιστημονική επιτυχία δε φέρνει αναγκαίως την ευτυχία.
(14 Νοεμβρίου 1985) – Σαράντος Ι. Καργάκος