Παρασκευή 25 Μαΐου 2018

ΑΥΤΟ ΖΗΤΑΕΙ ΑΠΟ ΕΜΑΣ Ο ΘΕΟΣ ΣΗΜΕΡΑ...



… Ἔλεγε ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὅτι στίς μέρες μας -τουλάχιστον πρός τό παρόν- δέν μᾶς ζητάει ὁ Θεός νά δώσουμε τή ζωή μας, ἀλλά τί; Νά ὁμολογήσουμε. Τί; Ὅτι εἴμαστε χριστιανοί. Νά ζήσουμε ὅπως λέει.
Μόνο πού ζεῖς καί κινεῖσαι χριστιανικά, τηρεῖς τίς ἐντολές, αὐτό εἶναι ὁμολογία σήμερα… Εἶναι ὁμολογία! Αὐτό ζητάει ἀπό μᾶς ὁ Θεός σήμερα. Γιατί νά ντρέπεσαι νά κάνεις τόν σταυρό σου στό ἐστιατόριο δηλαδή;
Γιατί νά ντρέπεσαι νά τηρήσεις τήν νηστεία;
Ἐπειδή ὅλοι γύρω σου καταλύουν, νά καταλύσεις κι ἐσύ… Ὄχι, νά μήν καταλύσεις, αὐτό εἶναι ὁμολογία. Αὐτό θέλει ὁ Χριστός ἀπό μᾶς. Γιατί ἡ γυναίκα νά φοράει ἀνδρικά ροῦχα; Ὄχι νά μήν φοράει. Νά φοράει τά κανονικά της ροῦχα. Αὐτό εἶναι ὁμολογία. Αὐτό θέλει ὁ Χριστός ἀπό μᾶς σήμερα. Κι αὐτό εἶναι ἀντιστράτευση στό κακό.

ΠΟΔΙΑ,ΧΕΡΙΑ ΣΤΗΝ ΔΟΥΛΕΙΑ ΝΑ ΔΙΝΕΤΕ,ΚΑΡΔΙΑ ΝΑ ΜΗ ΔΙΝΕΤΕ

Αποτέλεσμα εικόνας για cand lucram ne gandim la dumnezeu
– Γέροντα, τι εννοείτε, όταν λέτε: “Πόδια, χέρια στην δουλειά να δίνετε, καρδιά να μη δίνετε”;
– Εννοώ να μη δίνετε καρδιά στα υλικά πράγματα. Είναι μερικοί που δίνονται ολόκληροι στα υλικά. Περνούν όλη την ημέρα με το να ασχολούνται πως θα κάνουν καλά μια δουλειά και δεν σκέφτονται καθόλου τον Θεό. Να μη φθάνουμε εκεί. Να χρησιμοποιείτε τα χέρια και τα πόδια στην δουλειά, αλλά να μην αφήνετε τον νου σας να ξεφύγη από τον Θεό.

Να μη δίνετε όλο το είναι σας, όλο το δυναμισμό μαζί με την καρδιά σας, στα υλικά. Έτσι γίνεται μετά κανείς ειδωλολάτρης. Όσο μπορείτε στις δουλειές καρδιά να μη δίνετε, χέρια, μυαλό να δίνετε.Καρδιά να μη δίνετε σε χαμένα, σε άχρηστα πράγματα. Γιατί μετά πως θα σκιρτήση η καρδιά για τον Χριστό; Όταν η καρδιά είναι στον Χριστό, τότε αγιάζονται και οι δουλειές, υπάρχει και η εσωτερική ψυχική ξεκούραση συνέχεια, και νιώθει κανείς την πραγματική χαρά. Να αξιοποιείτε την καρδιά σας, να μην την σπαταλάτε.

Αν σπαταληθή η καρδιά σε πολλά ασήμαντα, δεν έχει αντοχή να πονέση για εκείνο που πρέπει να πονέση. Εγώ θα δώσω καρδιά σε έναν καρκινοπαθή, σε έναν πονεμένο. Η αγωνία μου είναι για τα παιδιά που κινδυνεύουν. Κάνω τον σταυρό μου να τα δίνη ο Θεός φώτιση. Όταν πάλι έχω κόσμο, πάει η προσοχή μου στον πόνο του άλλου, στην αγάπη για τον άλλον. Τον πόνο τον δικό μου δεν τον καταλαβαίνω. Έτσι ξεχνιούνται όλα, παίρνει άλλη στροφή ο άνθρωπος.

- Γέροντα, σε όλες τις δουλειές γίνεται να μη δίνη κανείς νου και καρδιά;
- Όταν η δουλειά είναι απλή, βοηθάει να μην απορροφάται ο νους. Όταν όμως η δουλειά είναι σύνθετη, τότε δικαιολογείται να απορροφά λίγο τον νου, όχι όμως να παίρνη την καρδιά.
- Την καρδιά με τι μορφή την παίρνει;
- Με τι μορφή; Ο πειρασμός με… “μορφίνες” την ναρκώνει! Την καρδιά την παίρνει με τον εγωισμό. Αλλά όταν η καρδιά δοθή στον Θεό, τότε ο νους θα είναι στον Θεό και το μυαλό στην δουλειά.

- Όταν λέμε “αμέριμνο”, τι εννοούμε ακριβώς;
- Όταν δουλεύης, να μην ξεχνάς τον Χριστό. Να κάνης την δουλειά με χαρά, αλλά ο νους και η καρδιά να είναι στον Χριστό. Τότε και δεν θα κουράζεσαι, και πνευματικά θα μπορής να κάνης.

ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ Γ' ΕΥΡΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ



Την ημέρα της Γ’ ευρέσεως της Τιμίας Κεφαλής του Αγίου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου τιμά σήμερα, 25 Μαΐου, η Εκκλησία μας.
Η Τιμία Κεφαλή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ενώ ήταν κρυμμένη για πολλά χρόνια, «φάνηκε μέσα από τη γη και έλαμψε ως χρυσός» (όπως λέει και το Απολυτίκιο της ημέρας).
Και ενώ στην αρχή βρισκόταν τοποθετημένη σε ειδική στάμνα, βρέθηκε μέσα σε αργυρό αγγείο και σε ιερό τόπο. Η εύρεση της Τιμίας Κεφαλής του έγινε κατόπιν πληροφορίας, την οποία έδωσε κάποιος ιερέας από τα Κόμανα της Καππαδοκίας, ο οποίος είδε το ακριβές σημείο σε ιερό εφύπνιο.
Από εκεί η Τιμία Κεφαλή μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, στη Μονή του Στουδίου, όπου και έγινε μεγαλειώδης υποδοχή, παρουσία του αυτοκράτορα του Πατριάρχου και του πιστού λαού της Βασιλεύουσας.
Οι εορτές του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου σε ολόκληρο το έτος:
~ Η Σύλληψις (23 Σεπτεμβρίου)
~ Το γενέσιον (24 Ιουνίου)
~ Η Σύναξις (7 Ιανουαρίου)
~ Η Αποτομή της κεφαλής (29 Αυγούστου)
~ Η Α’ και Β’ Εύρεσις της κεφαλής (24 Φεβρουαρίου)
~ Η Γ’ Εύρεσις της κεφαλής (25 Μαΐου)
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως θείον θησαύρισμα, εγκεκρυμμένον τή γή, Χριστός απεκάλυψε, τήν Κεφαλήν σου ημίν, Προφήτα καί Πρόδρομε, πάντες ούν συνελθόντες, εν τή ταύτη εύρέσει, άσμασι θεηγόροις, τόν Σωτήρα υμνούμεν, τόν σώζοντα ημάς εκ φθοράς ταίς ικεσίαις σου.

Πέμπτη 24 Μαΐου 2018

ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ...


                Οι παγκόσμιες ημέρες είναι ένας εύσχημος τρόπος καθιέρωσης ενός νέου εορτολογίου από ένα άθρησκο πολιτισμό. Γνωρίζουν οι προαγωγοί της άθεης παγκοσμιοποίησης ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς να θυμούνται πρόσωπα και γεγονότα που διαμορφώνουν σχέσεις και νόημα και φροντίζουν, απογυμνώνοντας από την πνευματικότητα τις γιορτές που ξεκινούν από την χριστιανική πίστη, καθιστώντας τες γιορτές κατανάλωσης ή αργίας, να καλλιεργήσουν το έδαφος ώστε να υπάρχουν οι λεγόμενες «παγκόσμιες ημέρες». Πέρα από την θρησκευτικότητα, η οποία δεν ενώνει όλους, πρέπει να υπάρχουν γιορτές που κανείς δεν θα έχει δικαιολογία να μην αποδεχθεί.
                Η παγκοσμιοποίηση βεβαίως, είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι γεγονός. Είναι αργά για δάκρυα, τουλάχιστον σε πολιτισμικό επίπεδο. Το ότι όμως είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε εντός της, δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να υποστούμε και λοβοτομή. Να αποδεχόμαστε άκριτα ό,τι μας παρουσιάζεται ως το δικό της «θέσφατο». Δεν μπορεί μία γενική γιορτή για την μητέρα να μας ενώσει, διότι δεν αρκεί για έναν άνθρωπο να γίνει γονέας, αλλά καλός γονέας. Δεν μας ενώνει η παγκόσμια ημέρα των δικαιωμάτων του παιδιού, όταν έχουμε εγκαταλείψει την ανατροφή του στην τηλεόραση και στο Διαδίκτυο, όταν το έχουμε μετατρέψει σε καταναλωτή και αδιαφορούμε για το δικαίωμά του να αγαπιέται, να αγαπά και να είναι προσωπικότητα που γνωρίζει και τις υποχρεώσεις του. Δεν μας ενώνει η ημέρα της αποδοχής των συνανθρώπων μας που πάσχουν από καρκίνο ή AIDS, όταν το παγκόσμιο σύστημα αρνείται να φανερώσει θεραπείες ή δεν παλεύει για την πρόληψη των ασθενειών οι οποίες συχνά έρχονται γιατί τα θέλουμε όλα, χωρίς Θεό, χωρίς αγώνα εναντίον των παθών μας και χωρίς πίστη ότι ακόμη κι αν ο χρόνος είναι παμφάγος, δεν είμαστε μόνοι μας, επειδή ακριβώς πιστεύουμε. 
                Η παγκοσμιοποίηση καταργεί τους λαούς και την διαφορετικότητά τους στο όνομα της πληθυσμιακής εξίσωσης. Το ότι όλοι είμαστε άνθρωποι δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε και ταυτότητα. Είμαστε λαοί και όχι πληθυσμοί. Και λαός σημαίνει ρίζες. Ιστορία. Γλώσσα. Αξίες. Πολιτισμός. Θρησκευτικότητα. Μέσα από αυτά μπορούμε να συναντηθούμε οι άνθρωποι ή να επιλέξουμε τα στοιχεία με βάση τα οποία θα συνομιλήσουμε, χωρίς ωραιοποιήσεις. Όσο δεν ωφελεί ο δυτικός χριστιανισμός να κρύβει τις Σταυροφορίες και την Ιερά Εξέταση, το ίδιο δεν ωφελεί να λέμε ότι το Ισλάμ δεν οδήγησε στο μαρτύριο χιλιάδες χριστιανούς γιατί δεν ήθελαν να πιστέψουν στον Αλλάχ. Η παραδοχή της αλήθειας ενθαρρύνει ώστε να συνυπάρξουμε με την διαφορετικότητά μας και όχι να την αποκρύβουμε στο όνομα του να γίνουμε ένα, κάτι που χωρίς Θεό είναι αδύνατο.
                Η συμμετοχή στην γιορτή της μητέρας δίνει άλλοθι στην παγκοσμιοποίηση να συνεχίσει τον αγώνα για την εκρίζωση της διαφορετικότητας και την πληθυσμιοποίηση των λαών. Η συναισθηματική αποθέωση του προσώπου της μητέρας μας, χωρίς επισήμανση του ρόλου και του τρόπου με τον οποίο αυτή καλείται να λειτουργήσει, είναι άλλοθι στην έμπρακτη υποτίμηση της ιδιότητας της μάνας σήμερα, όταν σημασία για την γυναίκα έχει να βγάλει χρήματα, να απολαμβάνει δικαιώματα, να κάνει εκτρώσεις και να είναι απούσα από την ζωή των παιδιών της, όταν, όσο πιο αργά γίνεται, παντρευτεί και γεννήσει.
                Στην καθημερινότητά μας ας κρατήσουμε τις εορτές της πίστης μας που δεν μας μιλούν μόνο για το «ποιος/ποια», αλλά και για το «πώς».
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

ΟΤΑΝ ΞΕΧΝΑΜΕ ΤΙ ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ...

Κάθε που θα χάνουμε την ειλικρινή επαφή με τον εαυτό μας θα εμφανίζεται μια δοκιμασία, μια σκιά που θα απειλεί να κρύψει όλο το γαλάζιο της ψυχής μας. Παρόλο που πολλές φορές θα νιώθουμε ότι φτάνουμε στα όρια της αντοχής μας, ας μην απογοητευθούμε. Η δοκιμασία που μας επισκέφτηκε δεν είναι τίποτε άλλο παρα ο Θεός που προσπαθεί να μας οδηγήσει και πάλι πισω σε μια αλήθεια που ξεχάσαμε. Να μας θυμίσει τι «δεν είμαστε». Και ναι, δεν είμαστε ούτε τέλειοι ούτε παντοδύναμοι. Απλά είμαστε άνθρωποι. Και αυτό δεν πρέπει να μας φοβίζει. Δεν είμαστε αναμάρτητοι και αυτό δεν πρέπει να μας απελπίζει. Αντιθέτως. Σε αυτό το ταξίδι της ζωής, δυο πράγματα δεν πρέπει ποτέ να λησμονήσουμε. Πρώτον στον παράδεισο δεν πάμε νίκη νίκη, αλλά όπως λέει ο Άγιος Σέργιος ήττα ήττα. Και δεύτερον, ότι μονάχα όταν μεγαλώνεις τον άνθρωπο μέσα σου μοιάζεις του Θεού. Κράτα την ανθρωπιά μέσα σου και μην απελπίζεσαι.

ΕΟΡΤΗΤ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΣΤΟΡΕΙΤΟΥ



Τη μνήμη του Οσίου Συμεών του Θαυμαστορείτου τιμά σήμερα, 24 Μαΐου, η Εκκλησία μας.
Ο Όσιος Συμεών, έζησε την εποχή του αυτοκράτορα Ιουστίνου Β’ (574 μ.Χ.). Καταγόταν από την Έδεσσα, αλλά γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας.
Όταν ευρίσκετο στην ηλικία των πέντε ετών ένας τρομερός σεισμός κατέστρεψε μεγάλο μέρος της Αντιόχειας. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο πατέρας του Ιωάννης, ο οποίος σκοτώθηκε όταν κατέρρευσε η στέγη του σπιτιού του. Η μητέρα του Μάρθα όμως, διασώθηκε διότι απουσίαζε από την πόλη όπως και ο Συμεών ο οποίος είχε πάει να προσκυνήσει το ναό του Αγίου Στεφάνου. Έκτοτε με φόβο θεού η Μάρθα ανέτρεφε και μεγάλωνε το γιο της.
Σε πολύ νεαρή ηλικία, πλήρης χάριτος και πνεύματος, ο Συμεών μετέβη στη Σελεύκεια, κοντά στο όρος του χωριού Πίλασα, σε κάποιο φημισμένο μοναστήρι όπου μόναζε ένας περίφημος ασκητής, ο Ιωάννης. Κοντά του ο Συμεών μελέτησε συστηματικότερα τις άγιες Γραφές και ασκήθηκε στην προσευχή και την ταπεινοφροσύνη. Γρήγορα έγινε παράδειγμα μίμησης και για τούς άλλους αδελφούς της Μονής.
Όμως ο διάβολος ο οποίος μισεί το καλό και την πνευματική πρόοδο των ανθρώπων έβαλε κάποιο φθονερό συμμοναστή του να τον σκοτώσει με μαχαίρι, αλλά από θαύμα το χέρι του ξεράθηκε επί τόπου. Όμως ο αμνησίκακος Συμεών όχι μόνον δε θύμωσε αλλά και προσευχήθηκε θερμά στον πανσθενουργό Κύριο να θεραπεύσει τον αδελφό του όπως και έγινε.
Αργότερα ο όσιος αποσύρθηκε στο Θαυμαστό Όρος σ’ ένα τόπο όπου υπήρχαν μόνο ξερόλιθοι. Εκεί έζησε σκληρά ασκητική ζωή επί σαράντα πέντε έτη. Εκοιμήθη ειρηνικά και αξιώθηκε της αιωνίου μακαριότητας το 590 μ.Χ., σε ηλικία ογδόντα πέντε ετών.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Όσιος Συμεών αξιώθηκε του χαρίσματος της προοράσεως και της θεραπείας κάθε ασθένειας. Έτσι προανήγγειλε την κοίμηση του διδασκάλου του, την κοίμηση του Αρχιεπισκόπου Εφραίμ (545 μ.Χ.), τους σεισμούς της Αντιόχειας και Κωνσταντινουπόλεως (557 μ.Χ.) και άλλα γεγονότα.
Απολυτίκιο:
Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.
Ως αείφωτος λύχνος δωρεών της ασκήσεως, εν τω Θαυμαστώ Πάτερ Όρει, διαπρέψας ανέλαμψας, και κλίμακα εκ γης, προς ουρανόν, τον στύλόν σου υπέθου αληθώς, Συμεών θαυματοφόρε τοις ευσεβώς, προστρέχουσι τη Μάνδρα σου. Δόξα τω δεδωκότι σου ισχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι διά σού, πάσιν ιάματα.

Τετάρτη 23 Μαΐου 2018

ΠΩΣ ΝΑ ΜΙΛΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ...



«Υπάρχει πρόνοια, υπάρχει πρόνοια, μη φοβάσαι- να χαίρεσαι». Ένας από τους μεγαλύτερους Γέροντες της Ορθοδοξίας ήταν και ο Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ (1896 – 1993), μαθητής του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη. Παρακάτω, ακολουθεί ένα πολύ ενδιαφέρον απόσπασμα από γνωστό βιβλίο που αναφέρεται στον Άγιο Γέροντα.
-Κάθε φορά που είχα να κάνω κάτι και που έπρεπε να μην σφάλω με την απόφαση που θα έπαιρνα, ήθελα πάντα να έχω την ευχή του Γέροντα. Γι’ αυτό μερικές φορές ήταν συχνά τα τηλεφωνήματα, όπως αναφέρει το simeiakairwn.
Ένα βράδυ σε ένα τηλεφώνημα δεν μου είπε τίποτα, παρά αναφερόταν με έντονο τρόπο στην αγάπη και την πρόνοια του Θεού. Μου είπε αρκετές φορές την φράση: «Υπάρχει πρόνοια, υπάρχει πρόνοια», μη φοβάσαι- να χαίρεσαι. Να έχεις την πρόνοια του Θεού ως μία ομπρέλα και να είσαι από κάτω.
Ήταν πολύ συγκινητικά όλα αυτά που έλεγε, τα λόγια του ήταν σαφή με αργό καθαρό ρυθμό. Στο τέλος μου είπε:
-Ξέρεις τώρα μιλάμε με το τηλέφωνο- έτσι να μιλάς με τον Θεό, σαν να σηκώνεις το τηλέφωνο και να του λες ότι θέλεις απ’ευθείας. Να έχεις πάντα ανοικτή γραμμή, μη σπάσεις ποτέ το καλώδιο αυτό.
Όλα στη ζωή μας ήθελε να τα προσανατολίζει έτσι, ώστε να έχουν πάντοτε σχέση με τον Θεό. Και πάλι μου έβαλε στην καρδιά μου το νόημα και την βασική ουσία της Προσευχής.
 ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟ ΤΟΥ ΕΣΣΕΞ»

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

Αποτέλεσμα εικόνας για για την αγαπη του χριστου


Μερικὲς φορὲς φοβούμαστε ν' ἀκούσουμε προσεκτικὰ κάποιο πρόσωπο, διότι τὸ ν' ἀκούσεις σημαίνει ν' ἀνταποκριθεῖς κι ὄχι μόνο γιὰ ἕνα λεπτὸ ὅσο ἡ καρδιὰ εἶναι συγκινημένη καὶ μὲ μιὰ περαστικὴ σκέψη ἀλλὰ γιὰ πάντα. Μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὁ Χριστὸς ἀνταποκρίθηκε στὴν ἀνθρώπινη θλίψη καὶ τὴ φρίκη τῆς στέρησης τοῦ Θεοῦ κι ἔγινε γιὰ πάντα ἄνθρωπος.

Δὲ σωζόμαστε ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀγωνιζόμαστε καὶ πετυχαίνουμε κάποιου εἴδους ἀποτέλεσμα, σωζόμαστε ἀπὸ τῆς ψυχῆς μας τὸν πόθο ποὺ μᾶς τραβᾶ στὸ ζωντανὸ Θεό, ἀπὸ τὴν ἀγάπη ποὺ μᾶς τραβᾶ στὸ Χριστό. Καὶ ὅταν ἀκόμα ἀποτυγχάνουμε - καὶ αὐτὸ ἰσχύει καὶ στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις -δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι ἀκριβῶς, ὅπως καὶ ὁ Ἄπ. Πέτρος ἀφοῦ εἶχε ἀρνηθεῖ τὸ Χριστὸ ἦταν ἱκανὸς νὰ ἀπαντήσει τὴν τριπλῆ ἐρώτησή του, μποροῦμε νὰ ποῦμε: «Κύριε, ἐσὺ γνωρίζεις τὰ πάντα, γνωρίζεις τὴν ἀσθένειά μου, τὶς ἐκτροπές, τὴν ἀβεβαιότητα, τὴν ἀστάθειά μου, γνωρίζεις ὅμως καὶ ὅτι σὲ ἀγαπῶ, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ τελευταῖο, τὸ βαθύτατο πράγμα μέσα μου».

Κανεὶς δὲν μπορεῖ ν' ἀγαπᾶ ἕναν ἀόρατο Θεὸ ἂν πρῶτα δὲ μάθει ν' ἀγαπᾶ τὸ συγκεκριμένο, ζωντανό, πραγματικὸ πρόσωπο τὸ ὁποῖο ἔχει ἀπέναντί του. Πρὶν λοιπὸν θέσουμε τὸ ἐρώτημά τοῦ πῶς θὰ φτάσουμε στὸ Θεό, ἂς ρωτήσουμε τοὺς ἑαυτοὺς μας ποιὰ εἶναι ἡ στάση μας ἀπέναντι στὸν πλησίον μας· ἂν ἡ καρδιὰ μας εἶναι κρύα, ἐπιφυλακτικὴ καὶ κλεισμένη, ἂν μᾶς τρομοκρατεῖ ἀκόμη καὶ ἡ ἰδέα ὅτι ὁ πλησίον μας μπορεῖ νὰ ἀπαιτήσει τὴν καρδιὰ καὶ τὴ ζωή μας δὲν ὑπάρχει κανένας λόγος νὰ ἐπιζητοῦμε συνάφεια μὲ τὸ Θεό. Θὰ πρέπει πρῶτα νὰ μάθουμε τὸ πῶς ν' ἀποκτήσουμε μιὰ καρδιὰ ζεστή, μιὰ καρδιὰ ζωντανή, μιὰ καρδιὰ ποὺ νὰ ἀνταποκρίνεται στὸν πλησίον μας καὶ ἡ καρδιὰ ἐκείνη τότε, ἀνοιγμένη, μὲ τὴν καθαρότητά της θὰ δεῖ τὸ Θεό.

Ἡ ἀγάπη δὲ γνωρίζει ὅρια. Δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸ νὰ ποῦμε ὅτι ἔχουμε ἀγαπήσει, ὅτι ἔχουμε κάνει πράξη τὴν κάθε παρακίνηση τῆς καρδιᾶς μας, ὅτι ἔχουμε ἀγαπήσει μὲ τρόπο τέλειο γιατί τέλεια ἀγάπη ἦταν ἐκείνη μὲ τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς ἀγάπησε τοὺς μαθητές Του. Μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Εὐαγγελιστῆ (Ἰω. 15.13): «μείζονα ταύτης ἄγαπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ».

Πρὶν δοκιμάσουμε νὰ ζήσουμε μὲ μόνη βάση τὴν ἀγάπη ἂς κάνουμε μιὰ προσπάθεια, ἂς δοκιμάσουμε νὰ ζήσουμε σύμφωνα μὲ τὸ νόμο, νὰ μὴν παραβλέπουμε δηλαδὴ τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ νόμου: τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν εἰλικρίνεια, ὅλες τὶς ἀπαιτήσεις τῆς φύσης ὅσον ἀφορᾶ τὸν τομέα τῶν σχέσεων ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Τότε μόνο θὰ εἶναι δυνατὸ νὰ φτάσουμε σ' ἕνα τέτοιο ἀνάστημα, ποὺ ἔχοντας προχωρήσει πέρα ἀπὸ τὸ νόμο θ' ἀγαπᾶμε μὲ ὅλη μας τὴν καρδιά, μὲ ὅλη μας τὴν ψυχή, ὅλη τὴ δύναμη καὶ τὸ εἶναι μας, μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατό μας.

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπέραντη καὶ βαθειὰ καὶ ἀγκαλιάζει τοὺς πάντες. Αὐτὸ τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ ἀλλάξει στὴν ἀγάπη αὐτὴ εἶναι μία κάποια ἐσωτερικὴ ἰδιότητά της: ὁ Θεὸς μπορεῖ ἀγαπώντας νὰ χαίρεται ἤ ἀλλοιώτικα νὰ πληρώνει τὸ τίμημα τῆς ἀγάπης Του πάνω στὸ σταυρό.

Πρέπει νὰ πάρουμε φωτιὰ μὲ ὁλόκληρο τὸ εἶναι μας, μὲ μυαλὸ καὶ καρδιὰ καὶ θέληση καὶ σῶμα καὶ νὰ γίνουμε ἡ καιόμενη βάτος τὴν ὁποία εἶδε ὁ Μωυσῆς νὰ καίγεται ὁλόκληρη χωρὶς νὰ ἀναλίσκεται.

Μόνο ἂν ἡ ἀνθρώπινη ἀγάπη φωτιστεῖ μὲ τὸ θεϊκὸ μυστήριο θὰ πάψει νὰ καταναλίσκει τὸ ὑλικὸ τὸ ὁποῖο τὴν τρέφει. Ἡ θεϊκὴ ἀγάπη καίει, κάνει τὸ κάθε τι μιὰ ζωντανὴ φλόγα, δὲν τρέφεται ὅμως μὲ τὸ ὑλικό της: καταστρέφει αὐτὸ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει στὴν αἰωνιότητα• αὐτὸ ποὺ μένει εἶναι μία καθαρὴ φλόγα ἡ ὁποία μεταμορφώνει τὸν ἄνθρωπο σὲ Θεό.

Anthony Bloom

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΥΝΑΔΩΝ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ



Τη μνήμη του Οσίου Μιχαήλ, του Επισκόπου Συνάδων και Ομολογητού τιμά σήμερα, 23 Μαΐου, η Εκκλησία μας. Ο Όσιος Μιχαήλ, έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Λέοντα του Αρμένιου και καταγόταν από πλούσια και αρχοντική οικογένεια, από τα Σύναδα της Φρυγίας. Σπούδασε με ζήλο τα ιερά γράμματα και στη συνέχεια έφθασε στην Κωνσταντινούπολη για να συνεχίσει τις σπουδές του.
Εκεί συνδέθηκε με ένα φημισμένο πνευματικό άνθρωπο το Θεοφύλακτο, και αποφάσισαν να αφοσιωθούν στην άσκηση της σάρκας και τη μελέτη των Θείων Γραφών.
Αποσύρθηκαν σε κάποιο μοναστήρι στον Εύξεινο Πόντο το οποίο είχε ιδρύσει ο Πατριάρχης Ταράσιος, ο οποίος φωτισθείς από το Άγιο Πνεύμα, τους υποδέχθηκε εγκάρδια και πολύ γρήγορα τους χειροτόνησε πρεσβυτέρους.
Στη συνέχεια, ο μεν Θεοφύλακτος εξελέγη επίσκοπος Νικομήδειας, ο δε Μιχαήλ επίσκοπος Συνάδων.
Από τη θέση του Επισκόπου ο Μιχαήλ έλαμψε πνευματικά. Δυναμικός μαχητής της πίστης, δίδασκε καθημερινά το λόγο του Θεού, κήρυττε, νουθετούσε και βοηθούσε δυναμικά τους πτωχούς, τους πάσχοντες και τους αδυνάτους. Διακρίθηκε επίσης για την προσήλωσή του στα ορθόδοξα δόγματα και την σφοδρή καταπολέμηση των αιρετικών διδασκαλιών.
Όταν ο αυτοκράτορας Λέων ο Αρμένιος, κήρυξε διωγμό εναντίον όσων υπερασπιζόταν τις ιερές εικόνες, ο Μιχαήλ με γενναιότητα αντιτάχθηκε στη προκλητική αυτή ενέργεια του αυτοκράτορα. Εξοργισμένος ο Λέων έδωσε εντολή να φυλακισθεί σε ένα φρούριο, το οποίο ονομαζόταν Ευδοκιάς.
Ο Όσιος όμως συνέχιζε να διακηρύσσει την αλήθεια με αντίτιμο συνεχείς εξορίες κακουχίες και στερήσεις για να καταλήξει σε κάποια ανθυγιεινή περιοχή όπου από τις ταλαιπωρίες παρέδωσε την αγία ψυχή του ως καλός στρατιώτης Ιησού Χριστού.
Την κάρα του Αγίου Μιχαήλ αποθησαυρίζει η Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας στο Άγιον Όρος, που της παραχωρήθηκε με χρυσόβουλο από τους βασιλείς Βασίλειο και Κωνσταντίνο.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Θεώ αναθεμένος, την σην ζωήν εκ παιδός, ποιμήν ανηγόρευσαι, και Ιεράρχης σεπτός, Χριστού ιερώτατε, όθεν τον του Δεσπότου, χαρακτήρα τιμήσας, θλίψεις εν εξορίαις, Μιχαήλ καθυπέστης και νυν αναπηγάζεις ημίν, ρείθρα ιάσεων.

Τρίτη 22 Μαΐου 2018

ΑΝ ΣΚΕΦΤΟΜΑΣΤΑΝ ΟΤΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΔΙΠΛΑ ΜΑΣ ΤΩΡΑ...


 «Αν σκεφτόμασταν ότι ο άνθρωπος δίπλα στον οποίο βρισκόμαστε τώρα, που τον έχουμε μπροστά μας και του μιλάμε, μπορεί σε ένα λεπτό να έχει φύγει δια παντός, αν σκεφτόμασταν ότι τα λόγια που μόλις ειπώθηκαν ήσαν και τα τελευταία, ότι η κίνηση που έγινε δεν ήταν αληθινή, ότι το καλό που θα μπορούσα να του είχα κάνει δεν το έκανα και ότι αυτό που κατέστρεψα δεν έπρεπε να το είχα καταστρέψει,τότε τον κάθε άνθρωπο που συναντάμε θα τον αντιμετωπίζαμε με προσοχή, με προσήλωση και με βάθος.
  Με ένα βάθος που θα έδινε και στη δική μας ζωή βάθος. Δεν φερόμαστε όμως με αυτό τον τρόπο, γιατί πιστεύουμε ότι θα υπάρχει χρόνος. 
 Αλλά χρόνος δεν υπάρχει, γιατί η παρούσα στιγμή καθίσταται ανεπίστρεπτο παρελθόν και η επόμενη στιγμή δεν θα έρθει ποτέ προς το μέρος μας. Δεν διαθέτουμε τίποτε άλλο από την παρούσα στιγμή.Τον χρόνο ενός πεταρίσματος του ματιού.Τη στιγμή.Τίποτα άλλο».
Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ

Η ΧΑΡΑ ΣΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ


Όσοι είναι αδιάφοροι ή εχθρικοί στην χριστιανική πίστη έχουν την εντύπωση ότι η εκκλησιαστική ζωή στερείται χαράς. Ότι είναι στηριγμένη στις απαγορεύσεις, σε ένα ηθικό πλαίσιο το οποίο δεν επιτρέπει στον χριστιανό να χαρεί την ζωή του όπως όλος ο κόσμος. Μερίδα μάλιστα χριστιανών φαίνεται ότι ενστερνίζεται αυτήν την αντίληψη. Θεωρεί την πνευματική ζωή υπόθεση σοβαρότητας, καθώς δεν είναι δυνατόν να ταυτίζουμε την οδό της πίστης με την εκκοσμικευμένη πραγματικότητα, στην οποία η χαρά είναι συνδεδεμένη με την ευχαρίστηση. 
Αυτή η αντίληψη όμως δεν μπορεί να είναι σωστή, καθώς η χαρά είναι δώρο του Αγίου Πνεύματος στον άνθρωπο. Ο χριστιανός που θέλει να ζει αυθεντικά παρακαλεί να έχει την δωρεά των πνευματικών χαρισμάτων. Ο λόγος του Ρώσου Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ “Χριστός ανέστη, χαρά μου”, κάθε φορά που συναντούσε έναν άνθρωπο, καθόλον τον χρόνο, δείχνει ότι η χαρά για την πίστη είναι πρωταρχικής σημασίας και το περιεχόμενό της, χωρίς να απορρίπτει την ευχαρίστηση συλλήβδην, την υπερβαίνει.
Η χαρά πηγάζει από την αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Δεν μπορούμε να μην είμαστε χαρούμενοι όταν γνωρίζουμε ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος για μας. Δεν μπορούμε να μην είμαστε χαρούμενοι όταν κοινωνούμε τον Θεάνθρωπο Κύριο σε κάθε θεία λειτουργία, όταν δηλαδή Τον αφήνουμε να κατοικήσει μέσα μας. Δεν μπορούμε να μην είμαστε χαρούμενοι όταν συναντούμε τον όποιο πλησίον, ακόμη κι αυτόν που μας δυσκολεύει, διότι γνωρίζουμε πως ο άλλος υπάρχει και για την πνευματική μας πρόοδο, για την άσκησή μας, για την καλλιέργεια της αρετής, για να μάθουμε να δινόμαστε και να προσφερόμαστε και να ανεχόμαστε εν αγάπη. 
Αυτή η χαρά έχει πρωταρχική αξία στις σχέσεις της οικογένειας. Προτεραιότητα στο ζευγάρι δεν είναι η συμπόρευση για να τα βγάλει πέρα στις δυσκολίες της ζωής ή για να πάψει η μοναξιά ή για να μεγαλώσει παιδιά. Προτεραιότητα είναι η χαρά της κοινωνίας του ενός με τον άλλο, η συνάντηση των προσώπων. Το ότι ο άλλος υπάρχει για μένα κι εγώ γι᾽ αυτόν. Το ίδιο συμβαίνει και με τα παιδιά. Δεν υπάρχουν μόνο για να μας διαδεχθούν στην ζωή ή για να πετύχουν ή για να καταξιωθούμε στην κοινωνία ή για να έχουμε βοήθεια καθώς περνούν τα χρόνια. Υπάρχουν για να μας μάθουν να δινόμαστε, να μην εγκλωβιζόμαστε στην αυτάρκεια μιας σχέσης, η οποία κάποτε γίνεται πληκτική, όταν ο χρόνος την εγκλωβίζει στην συνήθεια.
Η χαρά σκοντάφτει συνήθως στον εγωισμό, στην απουσία δοτικότητας, στην απαίτηση ο άλλος να κάνει το θέλημά μας. Κάποτε σε μία συνεχόμενη διάθεση κατάκρισης, η οποία εντοπίζει τα λάθη και τις ανεπάρκειες του άλλου, για να δικαιώσει το δικό μας θέλημα, το δικαίωμα να είναι η σχέση όπως την θέλουμε. Το ίδιο συμβαίνει και με τα παιδιά μας. Μας στενοχωρούν όταν έχουν θέλημα και όταν το θέλημά τους δεν συμβαδίζει με το δικό μας. Είναι όμως άλλο η ανατροφή και η πάλη για να μάθουν την αγάπη και την συνύπαρξη και άλλο η λήθη της χαράς διότι υπάρχουν και η πρόταξη των αδυναμιών τους που μας πληγώνουν.
                Ας ξαναδούμε το νόημα της χαράς για την πίστη μας και ας το προβάλλουμε και στην οικογενειακή ζωή! 
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΙΣΚΟΥ



Τη μνήμη του Αγίου Βασιλίσκου τιμά σήμερα, 22 Μαΐου, η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Βασιλίσκος, ανιψιός του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Τήρωνος, καταγόταν από το χωριό Χουμιαλά της Αμασείας και μαρτύρησε διά ξίφους επί Μαξιμιανού (285 – 305 μ.Χ.) και άρχοντος Αγρίππα.
Συνελήφθη από τον ηγεμόνα της Καππαδοκίας Ασκληπιάδη (ή Ασκληπιόδοτο) με τους στρατιώτες του Ευτρόπιο και Κλεόνικο, οι οποίοι, επειδή αρνήθηκαν να θυσιάσουν στα είδωλα, τελειώθηκαν διά μαρτυρικού θανάτου. Ο Άγιος Βασιλίσκος ρίχθηκε στη φυλακή από τους ειδωλολάτρες με την ελπίδα ότι, με την πάροδο του χρόνου και από τις στερήσεις και κακοπαθήσεις, θα αρνιόταν τον Χριστό, οπότε ο αντίκτυπος από την πράξη του αυτή θα ήταν μέγας μεταξύ των Χριστιανών. Αυτός όμως είχε λάβει την αμετάτρεπτη απόφαση να πεθάνει ως Χριστιανός, έχοντας ως φωτεινό παράδειγμα τον Μεγαλομάρτυρα θείο του, ο οποίος παρέμεινε σταθερός στην ομολογία του, αφού απέκρουσε όλες τις υποσχέσεις και τις απειλές.
Μία ημέρα ο Άγιος πέτυχε, χάρη στην εύνοια των στρατιωτών που τον φύλαγαν, να μεταβεί στον οίκο του, να παρηγορήσει τους γονείς και αδελφούς του και να τους συστήσει εμμονή στη Χριστιανική πίστη.
Όταν πληροφορήθηκε τούτο ο ηγεμόνας Αγρίππας διέταξε να του φορέσουν σιδερένια υποδήματα που έφεραν εσωτερικά καρφιά και να τον οδηγήσουν ενώπιόν του στα Κόμανα. Ερχόμενος προς τον ηγεμόνα, όταν έφθασαν στο χωριό των Δακών, οι στρατιώτες που τον συνόδευαν τον έδεσαν σε ξερό πλάτανο, για να γευματίσουν. Τότε ο Βασιλίσκος, διά της προσευχής του, πέτυχε να αναβλαστήσει ο πλάτανος και από την ρίζα του να αναβλύσει μικρή πηγή. Αφού είδαν το θαύμα αυτό οι στρατιώτες, θαύμασαν και πίστεψαν στον Χριστό.
Όταν έφθασε στα Κόμανα, προσήχθη ενώπιον του Αγρίππα, ο οποίος οδήγησε τον Βασιλίσκο στον ειδωλολατρικό ναό, ελπίζοντας ότι το επίσημο περιβάλλον θα τον ωθούσε να θυσιάσει στα είδωλα. Ο Βασιλίσκος όμως με θερμή προσευχή πέτυχε την πτώση και συντριβή των ειδώλων. Τότε ο Αγρίππας διέταξε να αποκεφαλισθεί και τα ιερά λείψανά του να ριχθούν στον ποταμό.
Χριστιανοί των Κομάνων ανέσυραν το τίμιο σκήνωμα κρυφά και το ενταφίασαν με ευλάβεια. Αργότερα, από τον ευσεβέστατο άρχοντα των Κομάνων Μαρίνο ανοικοδομήθηκε ναός προς τιμήν του Μάρτυρος, στον οποίο κατετέθησαν και τα ιερά αυτού λείψανα.
Η μνήμη του Αγίου Βασιλίσκου επαναλαμβάνεται στις 3 Μαρτίου.
Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.
Ως βασίλειον δώρον και θύμα άγιον, τω Βασιλεί των αιώνων και αθλοθέτη Θεώ, δι’ αθλήσεως στερράς προσήχθης ένδοξε· συ γαρ την πλάνην καθελών, στρατιώτης ευκλεής, πανεύφημε Βασιλίσκε, της αληθείας εδείχθης, Χριστώ πρεσβεύων υπέρ πάντων ημών.

Δευτέρα 21 Μαΐου 2018

Η ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΙ Η ΑΓΑΠΗ...




Όλοι επιθυμούν την ειρήνη, μα δεν ξέρουν πώς να την αποκτήσουν. Ο Μέγας Παΐσιος κυριεύθηκε από θυμό και παρακάλεσε τον Κύριο να τον ελευθερώσει από αυτό το πάθος. Ο Κύριος εμφανίστηκε σ’ αυτόν και του είπε:
«Παΐσιε, αν θέλεις να μην οργίζεσαι, μην επιθυμείς τίποτε, μη κρίνεις και μη μισήσεις κανένα και θα έχεις την ειρήνη».
Έτσι κάθε άνθρωπος που κάνει το θέλημα του να υποχωρεί έναντι του Θεού και των ανθρώπων, θα είναι πάντα ειρηνικός στην ψυχή. Όποιος όμως αγαπά να κάνει το θέλημά του, αυτός δεν θάχει ειρήνη.
Ψυχή που παραδόθηκε στο θέλημα του Θεού υποφέρει εύκολα κάθε θλίψη και κάθε ασθένεια· γιατί τον καιρό της ασθένειας παραμένει στη θέα του Θεού και προσεύχεται: «Κύριε, Συ βλέπεις την ασθένειά μου. Εσύ ξέρεις πόσο αμαρτωλός και αδύνατος είμαι· βοήθησέ με να υπομένω και να ευχαριστώ την αγαθότητά Σου». Και ο Κύριος ανακουφίζει τον πόνο και η ψυχή αισθάνεται την εγγύτητα του Θεού και μένει κοντά στον Θεό γεμάτη χαρά και ευγνωμοσύνη.
Αν υποστείς καμιάν αποτυχία, σκέψου: «Ο Κύριος βλέπει την καρδιά μου και αν είναι θέλημά Του, όλα θα είναι για το καλό το δικό μου και των άλλων». Έτσι η ψυχή σου θα έχει πάντα ειρήνη. Αλλ’ αν αρχίζει κανείς να παραπονείται: αυτό δεν είναι καλό, εκείνο δεν είναι όπως πρέπει, τότε ποτέ στην ψυχή του δεν θα υπάρχει ειρήνη, έστω κι αν νηστεύει και προσεύχεται πολύ….
… Ο Κύριος μας αγαπά κι έτσι μπορούμε να μη φοβόμαστε τίποτε, εκτός από την αμαρτία· γιατί εξαιτίας της αμαρτίας χάνεται η χάρη και χωρίς την χάρη του Θεού ο εχθρός παρασύρει την ψυχή, όπως παρασύρει ο άνεμος τα ξερά φύλλα ή τον καπνό….
… Το κατόρθωνε γιατί αγαπούσε τον λαό και δεν έπαυε να προσεύχεται γι’ αυτόν:
«Κύριε, δώσε την ειρήνη Σου στον λαό Σου».
«Κύριε, δώσε στους δούλους Σου το Πνεύμα Σου το Άγιο, για να θάλπει τις ψυχές τους με την αγάπη Σου και να τους οδηγεί σ’ όλη την αλήθεια και σε κάθε αγαθό»….
… Έτσι, προσευχόμενος συνεχώς για τον λαό, διαφύλασσε την ειρήνη της ψυχής, ενώ εμείς την στερούμαστε, γιατί δεν υπάρχει μέσα μας αγάπη για τον λαό. Οι Άγιοι Απόστολοι και όλοι οι Άγιοι ποθούσαν την σωτηρία του λαού και, όταν βρίσκονταν ανάμεσα σ’ ανθρώπους, προσεύχονταν διακαώς γι’ αυτούς. Το Άγιο Πνεύμα τους έδινε τη δύναμη ν’ αγαπούν τον λαό. Κι εμείς, αν δεν αγαπούμε τον αδελφό, δεν θα έχουμε ειρήνη….
… Ο Όσιος Παΐσιος ο Μέγας προσευχόταν για ένα μαθητή του που αρνήθηκε τον Χριστό. Ενώ λοιπόν προσευχόταν, του εμφανίστηκε ο Κύριος και του είπε: «Παΐσιε, για ποιόν παρακαλείς; Δεν ξέρεις πώς μ’ έχει αρνηθεί;» Ο Παΐσιος όμως εσυνέχιζε να λυπάται τον μαθητή του και τότε του είπε ο Κύριος: «Παΐσιε, έγινες όμοιος με μένα στην αγάπη».
Έτσι αποκτάται η ειρήνη και εκτός απ’ αυτόν δεν υπάρχει άλλος δρόμος….
… Ψυχή αμαρτωλή, αιχμάλωτη στα πάθη, δεν μπορεί να έχει ειρήνη και χαρά εν Κύριω, έστω κι αν έχει όλα τα πλούτη της γης, έστω κι αν βασιλεύει σ’ όλο τον κόσμο. Αν σ’ ένα τέτοιο βασιλιά, την ώρα που διασκεδάζει σε συμπόσιο με τους πρίγκιπες του καθισμένος στο θρόνο του δοξασμένος, αν του πούμε ξαφνικά: «Βασιλιά, πεθαίνεις σε λίγο», τότε η ψυχή του θα ταραζόταν, θα έτρεμε από το φόβο και θα έβλεπε την αδυναμία του.
Πόσοι όμως υπάρχουν φτωχοί, αλλά πλούσιοι σε αγάπη για τον Θεό, που αν τους έλεγαν: «Τώρα πεθαίνεις», θα απαντούσαν ειρηνικά: «Ας γίνει το θέλημα του Κυρίου. Ας είναι δοξασμένος ο Κύριος, γιατί με θυμήθηκε και θέλει να με πάρει εκεί, όπου πρώτος μπήκε ο ληστής»….
… Δόξα Σοι, Κύριε, γιατί τώρα έρχομαι σε Σένα και θα βλέπω αιώνια με ειρήνη και αγάπη το Πρόσωπό Σου. Το ιλαρό, πράο βλέμμα Σου αιχμαλώτισε την ψυχή μου και αυτή λιώνει για Σένα»….
… Αν όμως συνηθίσουμε να προσευχόμαστε θερμά για τους εχθρούς μας και να τους αγαπούμε, θα παραμείνει για πάντα η ειρήνη στις καρδιές μας.
Δεν μπορεί να έχει ειρήνη η ψυχή, αν δεν μελετά μέρα και νύχτα τον νόμο του Θεού. Γιατί αυτός ο νόμος γράφτηκε από το Πνεύμα του Θεού και το Πνεύμα του Θεού πηγαίνει από τη Γραφή στην ψυχή. Κι η ψυχή αισθάνεται γλυκύτητα και ευχαρίστηση γι’ αυτό και δεν θέλει πια ν’ αγαπά τα επίγεια, γιατί η αγάπη για τα επίγεια ερημώνει τον νου. Η ψυχή τότε καταλαμβάνεται από αθυμία, αγριεύει και παύει να προσεύχεται. Κι ο εχθρός, βλέποντας πώς η ψυχή απομακρύνθηκε από τον Θεό, την σαλεύει και εύκολα συγχύζει τον νου με διάφορους άτακτους λογισμούς κι έτσι περνά ολόκληρη τη μέρα και δεν μπορεί να βλέπει καθαρά τον Κύριο.
Όποιος έχει μέσα του την ειρήνη του Αγίου Πνεύματος, σκορπίζει ειρήνη και στους άλλους. Όποιος όμως έχει μέσα του πνεύμα κακό, σκορπά και στους άλλους το κακό….
… Ο θυμώδης άνθρωπος υποφέρει ο ίδιος μεγάλο μαρτύριο από πονηρό πνεύμα, εξαιτίας της υπερηφάνειας του. Ο υφιστάμενος, όποιος κι αν είναι, πρέπει να το καταλαβαίνει και να προσεύχεται για τον ψυχικά άρρωστο προϊστάμενό του και τότε ο Κύριος, βλέποντας την υπομονή του, θα του δώσει άφεση αμαρτιών και αδιάλειπτη προσευχή. Είναι μέγα έργον ενώπιον του Θεού, το να προσεύχεται κανείς γι’ αυτούς που τον αδικούν και τον προσβάλλουν. Εξαιτίας αυτού θα του δώσει ο Κύριος τη χάρη και θα γνωρίσει με το Άγιο Πνεύμα τον Κύριο. Κι έτσι θα υπομείνει τότε, χάριν του Κυρίου, με χαρά όλες τις θλίψεις και θα του δώσει ο Κύριος αγάπη για όλο τον κόσμο και θα επιθυμεί ολόψυχα το καλό για όλους και θα προσεύχεται για όλους όπως για την ψυχή του.
Ο Κύριος μας έδωσε την εντολή ν’ αγαπούμε τους εχθρούς και όποιος αγαπά τους εχθρούς εξομοιώνεται με τον Κύριο. Η αγάπη για τους εχθρούς δεν είναι δυνατή παρά μόνο με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό, μόλις σε προσβάλει κανείς, προσευχήσου γι’ αυτόν στον Θεό κι έτσι θα διατηρήσεις την ειρήνη του Θεού στην ψυχή σου….
… Αν κάποιος ως προϊστάμενος αναγκαστεί να δικάσει έναν άλλο για κάποιο παράπτωμα, πρέπει να παρακαλεί τον Κύριο να του δώσει συμπάσχουσα καρδιά, την οποία αγαπά ο Κύριος, και τότε θα κρίνει σωστά. Αν κρίνει όμως λαμβάνοντας υπόψη μόνο τα έργα του υποδίκου, τότε θα πέσει σε λάθη και δεν θ’ αρέσει στον Κύριο.
Πρέπει να κρίνει κανείς με σκοπό τη διόρθωση του ανθρώπου και συνεπώς είναι ανάγκη να συμπονή ο δικαστής κάθε ψυχή, κάθε πλάσμα και κτίσμα του Θεού και να έχει καθαρή συνείδηση σ’ όλες τις πτυχές της ζωής του και τότε θα βρει βαθιά ειρήνη στην ψυχή και τον νου….
… Αν εγνώριζαν οι βασιλιάδες και οι κυβερνήτες των λαών την αγάπη του Θεού, δεν θα έκαναν ποτέ πόλεμο. Ο πόλεμος προέρχεται από τις αμαρτίες και όχι από την αγάπη. Ο Κύριος μας εδημιούργησε κατά την αγάπη Του και μας παρήγγειλε να ζούμε με αγάπη.
Αν οι άρχοντες τηρούσαν τις εντολές του Κυρίου και ο λαός και οι υπήκοοι υπάκουαν με ταπείνωση, θα υπήρχε μεγάλη ειρήνη και αγαλλίαση πάνω στη γη. Εξαιτίας όμως της φιλαρχίας και της ανυπακοής των υπερήφανων υποφέρει όλη η οικουμένη….
Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΟ ΟΙ ΧΑΡΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΟ ΚΑΙ ΟΙ ΘΛΙΨΕΙΣ

Σχετική εικόνα





Στη γη οι θλίψεις είναι περισσότερες από τις χαρές. Και όπως στέλνονται οι δεύτερες από το Θεό, έτσι παραχωρούνται και οι πρώτες απ’ Αυτόν. Για διάφορους λόγους.
Άλλοτε για να συνέλθουμε από την πνευματική νάρκη. Άλλοτε για να κόψουμε κάποιαν αμαρτία. Άλλοτε για να καθαρθούμε με τη μετάνοια. Άλλοτε για να φανερώσουμε την αφοσίωσή μας στον Κύριο. Εμείς, πάντως, σ’ όλες τις περιπτώσεις οφείλουμε να δείχνουμε ανδρεία και υπομονή, τόσο για τη δόξα του Θεού όσο και για τη δική μας πνευματική προκοπή.
Για κάποιον από τους παραπάνω λόγους, λοιπόν, παραχώρησε ο Θεός να σας βρουν κι εσάς θλίψεις. Να προσέχετε τον εαυτό σας και να μην αντιστέκεστε στο θείο θέλημα. Απεναντίας, να έχετε εμπιστοσύνη στα σοφά και αγαθά κρίματα του Κυρίου.
Υπομονή στις θλίψεις
Δεν είναι εύκολο να υπομένουμε καρτερικά και ψύχραιμα κάθε θλίψη, προπαντός όταν είναι βαρειά. Αλλά το βάρος είναι πολύ μεγάλο την ώρα της συμφοράς και για λίγο έπειτα απ’ αυτήν. Ύστερα, σιγά-σιγά, γίνεται πιο ελαφρό. Ο χρόνο, βλέπετε, είναι ο καλύτερος γιατρός. Διώχνει τον πόνο, στεγνώνει τα δάκρυα, φέρνει τη λήθη, ξαναδίνει στη ζωή τον κανονικό της ρυθμό… Έτσι θα γίνει και με τη δική σας συμφορά. Κάντε κουράγιο, και η λύπη σας θα επουλωθεί.
Στο μεταξύ, να στερεώσετε μέσα σας την πεποίθηση ότι όλα παραχωρούνται από τον ΚύριοΕκείνος για ένα μόνο πράγμα ενδιαφέρεται: τη σωτηρία μας. Και για το σκοπό αυτό μεταχειρίζεται κάθε πρόσφορο μέσο, ακόμα, κάποτε-κάποτε, και το πιο σκληρόΌ,τι στέλνει, λοιπόν, ο Θεός να το δέχεστε σαν φάρμακο ωφέλιμο. Τίποτα δεν συμβαίνει τυχαία, όλα ρυθμίζονται από τη θεία πρόνοια. Γι’ αυτό, όποτε σας βρίσκει κάποια θλίψη, να σκέφτεστε πως είναι μια επίσκεψη, μια υπόμνηση, μια ειδοποίηση του Θεού για κάποιο σφάλμα σαςΝα Τον ευχαριστείτε και να διορθώνεστε.
Στους δικαίους οι θλίψεις στέλνονται ως δοκιμασίες – έτσι έγινε με τον μακάριο Ιώβ της Παλαιάς Διαθήκης. Σ’ εμάς τους αμαρτωλούς, όμως στέλνονται ως σωφρονιστικές τιμωρίες και ως ερεθίσματα για μετάνοια.
Σηκώνετε βαρειές θλίψεις; Λυπάμαι γι’ αυτό και σας συμπονάω. Άλλη βοήθεια δεν υπάρχει, παρά μόνο η υπομονή και η ελπίδα στο έλεος του Θεού. Όλα από το Θεό προέρχονται ή παραχωρούνται. Και για όλα πρέπει να Τον ευγνωμονούμε, όχι μόνο για τα ευχάριστα, αλλά και για τα δυσάρεστα. Γιατί κι αυτά στην ωφέλειά μας αποσκοπούν: στην κάθαρση, στην απόκτηση και στερέωση καλών έξεων, στη μνήμη και επίκληση του Κυρίου.
Μη βαρυγγωμάτε, λοιπόν. Κάντε υπομονή στις σκοτεινές ημέρες. Θα έρθουν και φωτεινές.
Θλίψεις, θλίψεις, θλίψεις… Η μια πίσω από την άλλη! Δεχθείτε τις με γενναιοψυχία και καρτερία. Είναι σωτήρια φάρμακα για τις αρρώστιες της ψυχής σας, σημάδι ότι ο Θεός ενδιαφέρεται για σας. Ευχαριστήστε Τον! Και φροντίστε να γίνετε καλά. Μην εξουδετερώνετε τη θεραπευτική δράση αυτών των φαρμάκων με το γογγυσμό.
Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου,

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗ





Tοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ´
Πολλοὶ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἁπλοὶ καὶ ἄσημοι. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ οἱ ὀνομαστοὶ καὶ ἐπίσημοι. Ὅλους τοὺς ἀγκαλιάζει καὶ τιμᾶ ἡ μήτηρ Ἐκκλησία.
Εἰδικότερα, οἱ ἅγιοι Κωνσταντῖνος καὶ Ἑλένη, ἀποτελοῦν ξεχωριστὲς μορφὲς ποὺ ἡ μὲν ἱστορία τὸν Κωνσταντῖνο τὸν ὠνόμασε μέγαν, ἡ δὲ Ἐκκλησία καὶ τοὺς δύο, υἱὸν καὶ μητέρα, κατέταξε στὸ ἁγιολόγιο αὐτῆς καὶ μάλιστα μὲ τὸν τίτλον «ἰσαποστόλους».
***
Ἀλλὰ γιὰ νὰ κατανοήσουμε καὶ προσεγγίσουμε βαθύτερα τὶς μεγάλες αὐτὲς προσωπικότητες, εἶναι ἀδήριτη ἀνάγκη νὰ γνωρίζουμε ἐπαρκῶς τὸ ἱστορικὸ ὑπόβαθρο, τὶς ἱστορικὲς συνθῆκες, τὰ ἰδεολογικοφιλοσοφικὰ ρεύματα καὶ τὶς πολιτικοκοινωνικὲς καταστάσεις τῶν χρόνων ποὺ ἔζησαν καὶ ἕδρασαν. Δὲν μποροῦμε νὰ τοὺς καταλάβουμε, ἂν δὲν τοὺς θεωρήσουμε στὴν ἐποχή τους. Καὶ πράγματι εὑρισκόμεθα στὰ ὅρια δύο κόσμων, τοῦ ἀρχαίου καὶ τοῦ νέου, τοῦ εἰδωλολατρικοῦ καὶ τοῦ χριστιανικοῦ. Ἡ Ἐκκλησία μόλις ἐξήρχετο ἀπὸ τὶς κατακόμβες. Οἱ διωγμοὶ ἦσαν νωποί. Ἡ μανία τῶν διωκτῶν εἶχε μεταβάλλει σὲ ἐρείπια τοὺς οἴκους τῆς χριστιανικῆς λατρείας. Τὸ αἷμα ἑκατομμυρίων μαρτύρων ἔρεε ὄχι μόνον στὸ Κολοσσαῖο, ἀλλὰ σ᾿ ὅλους τοὺς τόπους τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας.
Ὡστόσο ἔρχεται ἡ καλὴ ἀλλοίωση, ἡ ἐσωτερικὴ ἀλλοίωση ποὺ συντελεῖται στὸν Μέγα Κωνσταντῖνο. Καὶ τοιούτου εἴδους πνευματικὲς ἀλλοιώσεις δὲν συντελοῦνται κάθε μέρα. Ο Θεὸς τὸν ἀξιώνει νὰ γίνει ὁ πρῶτος χριστιανὸς αὐτοκράτωρ! Ὁ Κωνσταντῖνος εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ ὅταν ἀκόμη ἦταν εἰδωλολάτρης, ἀντίκρυζε τοὺς χριστιανοὺς μὲ βλέμμα συμπαθείας καὶ ἐκτίμησης. Τὶς εὐνοϊκὲς αὐτὲς διαθέσεις τὶς ἔλαβε ὡς πολύτιμη κληρονομικὰ ἰδιαίτερα ἀπὸ τὴν μητέρα του τὴν Ἁγία Ἑλένη. Νέος στὴν ἡλικία ὁ Κωνσταντῖνος ὑποχρεώθηκε νὰ μείνει ἕνα χρονικὸ διάστημα στὴν αὐλὴ τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ. Συχνὰ ἔβλεπε τοὺς τρομεροὺς διωγμοὺς κατὰ τῶν χριστιανῶν καὶ ἡ εὐγενὴς ψυχή του δοκίμαζε ἀγανάκτηση καὶ ἀποτροπιασμό. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τὸ ἡρωϊκὸ φρόνημα καὶ ἡ ὁμολογία τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως, γέμιζε τὸ εἶναι του μὲ θαυμασμὸ καὶ συγκίνηση. Αὐτὲς οἱ πνευματικὲς ζυμώσεις συντελούνταν στὸν ἐσωτερικὸ κόσμο τοῦ Κωνσταντίνου ὅταν τὰ ρωμαϊκὰ στρατεύματα τὸν ἀνακήρυξαν Καίσαρα στὸ δυτικὸ μέρος τῆς αὐτοκρατορίας. Πλὴν ὅμως, σὲ λίγο χρονικὸ διάστημα, βρέθηκε στὴν ἀνάγκη νὰ δεχθεῖ τὸν πόλεμο, τὸν ὁποῖο τοῦ κήρυξε ὁ Μαξέντιος. Τότε ἀκριβῶς ἕνα μεγάλο γεγονὸς ἦλθε νὰ δώσει ἀποφασιστικὴ στροφὴ στὴ ζωή του, ἀλλὰ καὶ σὲ ὁλόκληρη τὴν ἱστορία. Στὴ κρίσιμη στιγμὴ ἔξω ἀπὸ τὴν Ρώμη, πρὸ τῆς μάχης, ὁ Κωνσταντῖνος μὲ ἔκπληξη καὶ φόβο βλέπει στὸν οὐρανό, λαμπρὸ καὶ φωτεινὸ Σταυρὸ μὲ τὴν ἐπιγραφὴ «Ἐν τούτῳ νίκα». Ὁ Κωνσταντῖνος νίκησε καὶ κυρίευσε τὴ Ρώμη. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη ὁ γενναῖος αὐτοκράτωρ πλησίασε περισσότερο τὸν Χριστὸ καὶ τὴν διδασκαλία του. Ἡ ἐπίδραση τῆς ἀλήθειας τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, ὑπῆρξε γιὰ τὴν ζωή του ἐξαιρετικὰ εὐεργετικὴ καὶ φανερή.
***
Ἔτσι ἡ πρώτη του μεγάλη πράξη, ποὺ ἀπετέλεσε ἀληθινὸ σταθμὸ στὴν ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ ἦταν τὸ διάταγμα τῶν Μεδιολάνων (313 μ.Χ.). Οἱ ἀπάνθρωποι καὶ σκληροὶ διωγμοὶ κατὰ τῶν χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι κράτησαν τρεῖς ὁλόκληρους αἰῶνες, σταμάτησαν. Οἱ χριστιανοὶ μποροῦσαν πλέον νὰ χαροῦν τὴν πλήρη ἐλευθερία. Οἱ φυλακισμένοι καὶ ἐξόριστοι ὁμολογητὲς τῆς πίστεως ἐλευθερώθηκαν. Οἱ διῶκτες ὑποχρεώθηκαν νὰ ἐπιστρέψουν τὶς περιουσίες τὶς ὁποῖες ἥρπασαν ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς. Καθιερώθηκε πλέον ἡ γενικὴ ἀρχὴ τῆς ἀνεξιθρησκείας. Μία δεύτερη μεγάλη πράξη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου εἶναι ἡ ἀπόφαση καὶ ἡ σύγκληση τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας τὸ 35 μ.Χ., ἡ ὁποία καὶ κατεδίκασε τὴν φοβερὴ ἐκείνη αἴρεση τοῦ Ἀρειανισμοῦ. Ἔπειτα ἄλλη πράξη του εἶναι ἡ νομοθεσία του. Μὲ αὐτὴν κατήργησε τὴν θεοποίηση τῶν ἡγεμόνων καὶ καθιέρωσε τὸν ἑορτασμὸ καὶ τὴν ἀργία τῆς Κυριακῆς σ᾿ ὅλη τὴν αὐτοκρατορία. Κατήργησε τὶς μονομαχίες καὶ τὶς ἄλλες σκληρότατες καὶ ἀκόλαστες τελετὲς τῶν εἰδωλολατρῶν. Ἐξέδωκε σειρὰ διαταγμάτων γιὰ νὰ ἐξυψώσει ἠθικῶς τὴν οἰκογένεια. Κατήργησε τὴν ἔκθεση καὶ πώληση τῶν νηπίων καὶ διεκήρυξε ὅτι ἡ δουλεία εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὴν ἰσότητα τῶν ἀνθρώπων. Ἀκόμη μετέφερε τὴν πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας ἀπὸ τὴν Ρώμη στὴ «νέα Ρώμη», τὴν Κωνσταντινούπολη, ποὺ ἐγκαινιάσθηκε ἐπίσημα τὴν 11η Μαΐου τοῦ ἔτους 330 μ.Χ., πρωτεύουσα ποὺ ἔμελε νὰ διαδραματίσει ἐπὶ χίλια ἔτη ἀξιολογώτατο ρόλο τοῦ ὅλου ἑλληνικοῦ καὶ χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ.
Ἔπειτα ἀπέδωσε τὴν πρέπουσα τιμὴ στοὺς μάρτυρες καὶ ὁμολογητὲς τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸ τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖο ἀναφέρει ὁ βιογράφος του Εὐσέβιος, ὅτι καλοῦσε συχνὰ στὰ ἀνάκτορα ἕναν κληρικὸ ὁμολογητὴ τῆς ἁγίας χριστιανικῆς πίστεως, τοῦ ὁποίου τὸν ἕναν ὀφθαλμὸ εἶχον βγάλει σὲ σκληρότητα οἱ διῶκτες του κατὰ τὸν τελευταῖο διωγμὸ καὶ ὁ Κωνσταντῖνος τὸν ἐνηγκαλίζετο καὶ τὸν ἀσπαζόταν. Ἀλλὰ καὶ ὅπως πάλι γράφει ὁ ἴδιος ἱστορικὸς στὴν Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, «βλέποντας ὁ Μ. Κωνσταντῖνος τοὺς Ἐπισκόπους, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους, γηρασμένοι πιά, εἶχαν πάνω στὸ σῶμα τους τὰ σημάδια τῶν βασανιστηρίων ἀπὸ τοὺς διωγμούς, τοὺς φιλοῦσε τὸ χέρι καὶ τὰ τραύματά τους, γιατὶ πίστευε πὼς ἔτσι ἐλάμβανε μεγάλη εὐλογία».
Ἐπιπροσθέτως, συνείργησε στὴν ἵδρυση φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων, βοήθησε τὴν ὀργάνωση ἱεραποστολῶν καὶ ἀνέλαβε μαζὶ μὲ τὴν μητέρα του, τὴν Ἁγία Ἑλένη, τὴν ἀνοικοδόμηση πολυάριθμων ἱερῶν ναῶν.
***
Εἰδικότερα, ἡ ἁγία Ἑλένη, ἀξιώθηκε ὕστερα ἀπὸ μεγάλες καὶ πολλὲς προσπάθειες ἀλλὰ καὶ θαυματουργικὲς θεῖες ἐπεμβάσεις, νὰ εὕρει τὸν Τίμιο Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ νὰ ἔχουμε καὶ ἐμεῖς σήμερα τὸ «πανσεβάσμιον ξύλον» καὶ ἱερὸν σύμβολον εἰς προσκύνησιν.
Εἶναι ἐξόχως χαρακτηριστικὸν ὅτι ἡ εἰκόνα τῶν ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης, δείχνει τοὺς ἰσαποστόλους καὶ τοὺς δύο μαζὶ νὰ κρατοῦν τὸν Σταυρόν. Αὐτός, τῷ ὄντι, ὁ Σταυρὸς ἦταν ἡ δύναμή τους καὶ Αὐτὸν εὐλαβοῦντο. Ὁ μὲν Μέγας Κωνσταντῖνος τὸν εἶδε, ἡ δὲ ἁγία Ἑλένη τὸν εὗρε.
***
Ἀλλὰ ἐκεῖνο ὅμως ποὺ τὸν ἐξυψώνει ἀκόμη περισσότερο εἶναι τὰ χριστιανικὰ καὶ ἅγια τέλη τῆς ζωῆς του. Ὅταν αἰσθάνθηκε τὸ τέλος νὰ πλησιάζει προσῆλθε στὴν ἐξομολόγηση, ζήτησε συγχώρηση ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους του καὶ μὲ θερμὴ πίστη προχώρησε πρὸς τὸ Ἅγιον Βάπτισμα. Ἐκάλεσε, λοιπόν, τοὺς Ἐπισκόπους ἐκεῖ στὴ Νικομήδεια ὅπου βρισκόταν, τοὺς ἀνεκοίνωσε τὴν ἱερή του ἐπιθυμία νὰ προσέλθει στὸ Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος καὶ τοὺς εἶπε μεταξὺ ἄλλων: «Ἀπὸ πολλὰ χρόνια διψοῦσα καὶ ποθοῦσα νὰ ἀξιωθῶ καὶ ἐγὼ τῆς σωτηρίας τὴν ὁποία δίδει ὁ Θεός. Ὁ καιρὸς ποὺ τόσο ἤλπιζα ἦλθε. Ὥρα εἶναι νὰ ἀπολαύσω καὶ ἐγὼ τὴν σφραγίδα τῆς ἀθανασίας, νὰ λάβω τὴν σφραγίδα τῆς σωτηρίας, τὸ ἅγιον βάπτισμα. Εἶχα τὸν πόθον νὰ βαπτισθῶ στὰ ρεῖθρα τοῦ Ἰορδάνου, ὅπου ὁ Σωτὴρ ἡμῶν ἐβαπτίσθη γιὰ νὰ προτυπώσει τὸ δικό μας βάπτισμα. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς ὁ ὁποῖος γνωρίζει καὶ κανονίζει ὅλα πρὸς τὸ συμφέρον μας, μὲ ἀξιώνει ἐδῶ νὰ λάβω τὸ ἅγιον Βάπτισμα». Βαπτίσθηκε καὶ στὶς ὑπόλοιπες ἡμέρες τῆς ζωῆς του δὲν φόρεσε πλέον τὴν αὐτοκρατορικὴ πορφύρα ἀλλὰ ἔφερε τὸν λευκότατο χιτῶνα τοῦ βαπτίσματος. Γεμᾶτος ἀγαλλίαση ἀκούσθηκε νὰ λέγει: «Νῦν ἀληθεῖ λόγῳ μακάριον οἶδ᾿ ἐμαυτόν, νῦν τῆς ἀθανάτου ζωῆς πεφᾶνθαι ἄξιον, νῦν θείου μετειληφέναι φωτὸς πεπίστευκα»!
Παρέδωκε τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο στὶς 21 Μαΐου τοῦ ἔτους 337 μ.Χ., ἐνῶ ἡ σεβάσμια μητέρα του ἁγία Ἑλένη τὸ 328 μ.Χ.
Δικαίως τοὺς τιμοῦμε ὡς Ἰσαποστόλους καὶ πάνυ εὐλαβῶς πάντοτε ἑορτάζουμε τὴν μνήμη τους.
Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος πλ. δ’.
Τοῦ Σταυροῦ σου τὸν τύπον ἐν οὐρανῷ θεασάμενος, καὶ ὡς ὁ Παῦλος τὴν κλῆσιν οὐκ ἐξ ἀνθρώπων δεξάμενος, ὁ ἐν βασιλεῦσιν, Ἀπόστολός σου Κύριε, Βασιλεύουσαν πόλιν τῇ χειρὶ σου παρέθετο· ἣν περίσωζε διὰ παντὸς ἐν εἰρήνη, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.

Κυριακή 20 Μαΐου 2018

Η ΠΛΑΣΤΕΛΙΝΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Σχετική εικόνα



Όλοι κάποιον ψάχνουμε να μας καταλάβει, να μας νιώσει, να μας αγγίξει, να μας μιλήσει, να μας τραγουδήσει της αγάπης άσματα, να μας ψιθυρίσει νανουρίσματα, να μας κοιτάξει με γλυκύτητα, να μας πάρει στην αγκαλιά του σαν βρέφος αδύναμο, να μας ζεστάνει με το χαμόγελό του, να δακρύσει μαζί μας…
Όλοι κάποιον ψάχνουμε που ιδανικά θα χωράμε στην ζωή του. Μ’αυτό θέλει κόπο.
Θέλει να γίνουμε πλαστελίνη, να πάρουμε το σχήμα της αγκαλιάς του άλλου για να χωρέσουμε μέσα της ιδανικά, σαν να φτιάχτηκε για εμάς.
Και θα’ναι τότε παράδεισος. Είναι τότε που καταλαβαίνεις ότι η αγάπη δεν είναι ν’αλλάξεις τον άλλον αλλά ν’αλλοιωθείς για τον άλλον τόσο όσο χρειάζεται για να γίνεται ένα. Και τότε όλα παίρνουν νόημα βαθύ. Και τότε όλα γίνονται εύκολα. Και τότε πλέον δεν ανησυχείς.
Η αγάπη πλαστελίνη κάνει τις καρδιές, τις μαλακώνει, τις αλλοιώνει, τις δίνει το σχήμα της συμπλήρωσης, της συγχώρεσης. Δεν χωρούν μικρότητες, ούτε μιζέρια, ούτε εγωισμοί.
«Μ’αγαπάς», ρώτησα μια φορά, κι ο ουρανός μου έδειξε τ’άστρα, ο αγέρας μου χάιδεψε το πρόσωπο, ο Θεός μου έδειξε το Σταυρό Του κι εσύ ένα φιλί μου άφησες στο μάγουλο σαν μια αιώνια πράξη αποδοχής.
π. Παύλος Παπαδόπουλος

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ -Α' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος

20 Μαΐου 2018
Στα φετινά σύντομα κηρύγματα των Κυριακών του Καλοκαιριού, αγαπητοί αδελφοί, θα αναφερθώ στις Οικουμενικές Συνόδους της Εκκλησίας μας, και κυρίως στα δογματικά θέματα, με τα οποία ασχολήθηκαν οι άγιοι Πατέρες μας, οι οποίοι ήταν θαυμαστά μέλη τους. Πρέπει οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί να γνωρίζουμε την Ορθόδοξη πίστη μας.
Βέβαια, τα θέματα αυτά είναι μεγάλα και σοβαρά και δεν μπορούν να αναλυθούν επαρκώς σε μικρά σύντομα ευχαριστιακά κηρύγματα, αλλά θα τονισθούν μερικά από τα βασικότερα σημεία των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων, που είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Πρόκειται, δηλαδή, για μια μικρή γνώση, και εκείνοι που ενδιαφέρονται θα μπορέσουν να ενδιαφερθούν να αντλήσουν περισσότερες πληροφορίες.
Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος συνεκλήθη στην Νίκαια της Βιθυνίας, το έτος 325 μ.Χ. από τον Μέγα Κωνσταντίνο. Πρόεδροι της Συνόδου διετέλεσαν ο Αντιοχείας Ευστάθιος και ο Αλεξανδρείας Αλέξανδρος, ίσως και ο Κορδούης Όσιος.

Το δογματικό θέμα με το οποίο ασχολήθηκε η Σύνοδος αυτή ήταν η αίρεση του Αρείου. Ο Άρειος ήταν Πρεσβύτερος της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας και είχε καταδικασθή προηγουμένως από Σύνοδο της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας για τις αιρέσεις του ως προς την θεότητα του Χριστού. Επειδή, όμως, οι αιρετικές του απόψεις διαδόθηκαν και σε άλλες εκκλησιαστικές περιοχές της Ρωμαικής Αυτοκρατορίας και δημιούργησαν προβλήματα, γι’ αυτό ο Αυτοκράτωρ Μέγας Κωνσταντίνος συνεκάλεσε την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, για να λύση το θέμα.
Βασική πρόταση του Αρείου ήταν ότι κάποτε δεν υπήρχε ο Υιός του Θεού. Έλεγε: «ην ποτέ ότε ουκ ην». Συνέπεια αυτής της απόψεώς του ήταν ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού κτίσθηκε από τον Πατέρα εν χρόνω, δηλαδή υπήρξε χρόνος κατά τον οποίον δεν υπήρχε ο Υιός του Θεού, άρα έθετε χρόνο μεταξύ του Πατρός και του Υιού∙ ότι ο Υιός δεν έχει την ίδια ουσία με τον Πατέρα, που σημαίνει ότι είναι τρεπτός∙ και ότι αγνοεί τον Πατέρα. Και κατά συνέπεια και το Άγιον Πνεύμα είναι κτίσμα που δημιουργήθηκε από τον Πατέρα διά του Υιού.
Ο Άρειος ξεκινούσε από φιλοσοφικές απόψεις, ιδίως από την αρχή του Αριστοτέλους ότι κάθε τι που προέρχεται από την φύση είναι αναγκαστικό. Επειδή ο Υιός αν εγεννάτο από την φύση του Πατρός θα ήταν κατ’ ανάγκη Υιός του Θεού, γι’ αυτό έλεγε ότι δημιουργήθηκε από την βούληση του Πατρός. Αυτό σήμαινε ότι ο Λόγος δεν θα ήταν Θεός, αλλά κτίσμα, και μάλιστα το πρώτο κτίσμα της δημιουργίας. Επίσης βασική θέση του Αρείου ήταν ότι ο Υιός λειτουργεί ως κατώτερη θεότητα, η οποία δημιουργεί τους ανθρώπους, αλλά είναι αλλότριος στην ουσία από τον ανώτερο Πατέρα.
Αυτές οι αιρετικές απόψεις δημιούργησαν μεγάλη σύγχυση στο πλήρωμα της Εκκλησίας, γιατί οι πιστοί γνώριζαν από τους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, που είδαν τον άσαρκο Λόγο, και τους Αποστόλους της Καινής Διαθήκης, που είδαν την θεότητα του Χριστού, είδαν το Φως του Θεού –όπως οι Μαθητές επάνω στο όρος Θαβώρ, αλλά και σε άλλα γεγονότα, ιδιαιτέρως δε στην Πεντηκοστή– ότι ο Χριστός είναι Θεός αληθινός, γεννήθηκε από τον Πατέρα πριν από τους αιώνες, είναι Φως που προέρχεται από το Φως, και έχει την ίδια ουσία με τον Πατέρα και Αυτός γνωρίζει τον Πατέρα και Τον φανέρωσε στους ανθρώπους.

Έτσι, οι Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου ομολόγησαν αυτήν την πίστη των Προφητών και των Αποστόλων, αλλά και από την δική τους εμπειρία που είχαν, και συνέταξαν τα πρώτα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως, που ομολογούμε και απαγγέλλουμε μέχρι σήμερα.
Συγκεκριμένα, γράφεται στο Σύμβολο της Πίστεως ότι πιστεύουμε στον ένα Θεό, τον Πατέρα που είναι δημιουργός όλων των ορατών και των αοράτων, ώστε να αποκλεισθή η άποψη ότι ο δημιουργός του κόσμου είναι ένας κατώτερος Θεός, όπως πίστευαν οι γνωστικοί φιλόσοφοι. Έπειτα, ομολογείται η θεότητα του Χριστού, που γεννήθηκε προ πάντων των αιώνων από τον Πατέρα και δεν υπάρχει χρόνος μεταξύ του Πατρός και του Υιού∙ ότι ο Χριστός είναι Φως όπως ο Πατήρ, είναι ομοούσιος με τον Πατέρα∙ και ότι ο Υιός του Θεού ενηνθρώπησε για την σωτηρία μας. Επίσης, στο πρώτο αυτό Σύμβολο της Πίστεως γράφεται ότι πιστεύουμε και στο Άγιον Πνεύμα, και στο τέλος αναθεματίζονται όσοι διδάσκουν τα αντίθετα από αυτά.
Βέβαια, το Σύμβολο αυτό ολοκληρώθηκε από την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, όπως θα δούμε την άλλη Κυριακή, αλλά το σημαντικό είναι ότι εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί πιστεύουμε απολύτως στην θεότητα του Χριστού, πράγμα το οποίο μας διαβεβαίωσαν όσοι είδαν την δόξα Του, την θεότητά Του ως Φως. Αυτοί είναι οι Προφήτες, οι Απόστολοι και οι Πατέρες διά μέσου των αιώνων.
Ο Άρειος και όλοι οι αιρετικοί ομιλούν για τα θέματα αυτά χρησιμοποιώντας την φιλοσοφία, την φαντασία και τον στοχασμό, ενώ οι θεόπτες Προφήτες, Απόστολοι και Πατέρες διατυπώνουν την εμπειρία που είχαν, και ομολογούν ότι ο Χριστός είναι Φως, που γεννήθηκε προ πάντων των αιώνων από το Φως και είναι αληθινός Θεός.
Αυτόν λατρεύουμε, Αυτόν αγαπάμε και τηρούμε τις εντολές Του, για να φθάσουμε στο Φως.

ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΛΥΔΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΑΣ



Τη μνήμη της Αγίας Λυδίας της Φιλιππησίας τιμά σήμερα, 20 Μαΐου, η Εκκλησία μας.
«Διαβάς εις Μακεδονίαν βοήθησαν ημίν» (Πράξ. 16,9), είναι η έκκληση του Μακεδόνα που βλέπει σε όραμα ο Απόστολος Παύλος ενώ βρίσκεται στην Τρωάδα. Τη φωνή αυτή τη θεωρεί ως φωνή Θεού και χωρίς αναβολή αποφασίζει να διαπεραιωθεί στο εκλεκτότερο τμήμα της Ευρώπης, τη Μακεδονία. Μαζί του παίρνει και τους εκλεκτούς του συνεργάτες, Τιμόθεο, Σίλα και Λουκά.
Αποβιβάζονται στη Νεάπολη, σημερινή Καβάλα, κι από κει αναχωρούν για τους Φιλίππους. Έξω από την πόλη των Φιλίππων και κοντά στις όχθες του Ζυγάκτου ποταμού είναι ο τόπος προσευχής των Ιουδαίων. Στις συγκεντρωμένες εκεί γυναίκες ο Απόστολος Παύλος κηρύττει, για πρώτη φορά στην Ευρώπη, το λόγο του Θεού.
Οι θεοφοβούμενες γυναίκες ακούν με προσοχή και ευλάβεια τα λόγια του άγνωστου Ιουδαίου. Αλλά εκείνη που περισσότερο απ’ όλες ενθουσιάζεται είναι η Λυδία, η προσήλυτος πορφυρόπωλις από τα Θυάτειρα. Μέσα της γίνεται ένας σεισμός. Η καρδιά της Λυδίας ήταν πάντα ανήσυχη.
Δεν μπορούσε να λατρεύει θεούς και θεές που οργίαζαν μεταξύ τους. Έτσι οδηγήθηκε στον κήπο προσευχής των Ιουδαίων. Γνώρισε το νόμο του Ισραήλ κι άναψε μέσα της ή δίψα για την αναζήτηση του Μεσσία. Και τώρα ακούει για πρώτη φορά τον Απόστολο Παύλο να μιλάει για το Λυτρωτή του κόσμου.
Η Λυδία αποδέχεται χωρίς καμιά αντίρρηση τη νέα διδασκαλία. Πιστεύει στο Χριστό και δηλώνει κατηγορηματικά πως και αυτή θέλει να γίνει Χριστιανή. Και ο Απόστολος Παύλος ολοκληρώνει το έργο του. Στα γάργαρα νερά του ποταμού Ζυγάκτου βαπτίζει τη Λυδία.
Η πρώτη χριστιανή της Μακεδονίας πολιτογραφείται στη βασιλεία των Ουρανών. Τώρα είναι το πρώτο μέλος της πρώτης Εκκλησίας της Ελλάδος. Η καρδιά της πλημμυρίζει από αισθήματα ευγνωμοσύνης προς αυτούς πού άνοιξαν τα μάτια της ψυχής της και ζήτα να τους φιλοξενήσει στο σπίτι της.
«Και τις γυνή ονόματι Λυδία, πορφυρόπωλις πόλεως Θυατείρων, σεβόμενη τον Θεόν, ήκουεν, ης ο Κύριος διήνοιξε την καρδίαν προσέχειν τοις λαλουμένοις υπό του Παύλου, ως δε έβαπτίσθη και ο οίκος αυτής, παρεκάλεσε λέγουσα• ει κεκρίκατέ με πιστήν τω Κυρίω είναι, εισελθόντες εις τον οίκον μου μείνατε• και παρεβιάσατο ημάς». (Πράξ. 16,14-15).
Απολυτίκιο:
Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.
Τον Θεόν σεβόμενη διανοίας ευθύτητι, το της χάριτος φέγγος διά Παύλου είσδεδεξαι, και πρώτη εν Φιλίπποις τω Χριστώ, έπιστευσας θεόφρον πανοικεί, διά τούτο σε τιμώμεν ασματικώς, Λυδία Φιλιππησία. Δόξα τω εύδοκησαντι εν σοι, δόξα τω σε καταυγάσαντι, δόξα τω χορηγούντι διά σού, ημίν τα κρείττονα.

Σάββατο 19 Μαΐου 2018

ΑΡΓΥΡΙΟΥ Η' ΧΡΥΣΙΟΥ ΟΥΚ ΕΠΕΘΥΜΗΣΑ


 Î‘ποτέλεσμα εικόνας για sfanti părinÅ£i intai sinodul ecumenic
 Ένα από τα ζητούμενα της εποχής μας, όπως και κάθε εποχής, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι το πρότυπο του ηγέτη. Οι άνθρωποι θέλουμε αυτούς προΐστανται σε κάθε έργο, είτε είναι πολιτικό, είτε κοινωνικό, είτε υλικό, είτε πνευματικό, να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις. 
Να είναι άνθρωποι προσφοράς. 
Να είναι αληθινοί. 
Να μην απέχουν οι λόγοι από τα έργα τους. 
Να είναι πρόθυμοι να οδηγήσουν τους άλλους στον δρόμο που ωφελεί. Κυρίως όμως οι ηγέτες καλούνται να πάρουν τις δύσκολες αποφάσεις. 
Να μην αναγκάζονται, αλλά να προβλέπουν
. Να μην έρχονται εκ των υστέρων να συμβιβαστούν με αυτό που δεν ήθελαν να δούνε, αλλά με σωφροσύνη να προχωρούν εκεί που χρειάζεται.
 Κυρίως όμως το στοιχείο της ανιδιοτέλειας τονίζεται από μία μεγάλη μερίδα της κοινωνίας, αυτούς που δεν έχουν πολλά υλικά αγαθά, αυτούς που ζητούνε να υπάρχει ταπεινό φρόνημα στην ηγεσία, για να μπορεί να εμπνέει στην αλήθεια και την αγάπη.

  Ένα τέτοιο πρότυπο ηγέτη περιγράφει ο απόστολος Παύλος, εξ αφορμής της αναχώρησής του από την Έφεσο και της επιστροφής του στα Ιεροσόλυμα, καλεί τους πρεσβυτέρους της χριστιανικής κοινότητας και τους δίδει οδηγίες για την δική τους στάση ζωής. 
 Ο Παύλος τους λέει να μιμηθούν τον ίδιο. Σήμερα θα χαρακτηρίζαμε μία τέτοια προτροπή εγωιστική. Είναι γιατί δεν βλέπουμε την αλήθεια στην πορεία μας, αλλά ζητούμε να υποτιμήσουμε τους άλλους σε αυτό που κάνουν. Έτσι ,για να μην ελεγχόμαστε,κατακρίνουμε,ακόμη κι όταν διαπιστώνουμε ότι ο άλλος μπορεί να πει ότι σε κάποια ή σε πολλά θέματα λειτουργεί όπως θέλει ο Θεός. Αφού τους περιγράφει λοιπόν την διακονία του και τους προειδοποιεί για τους πειρασμούς που θα αντιμετωπίσουν, με τον ερχομό αιρετικών ανθρώπων και ψευδοπροφητών και ψευδοδιδασκάλων, οι οποίοι σαν λύκοι άγριοι θα θελήσουν να κατασπαράξουν το ποίμνιο, κάνει την εξής αναφορά: 
«Αργυρίου ή χρυσίου ή ιματισμού ουδενός επεθύμησα . αυτοί γινώσκετε ότι ταις χρείαις μου και τοις ούσι μετ’ εμού υπηρέτησαν αι χείρες αύται. Πάντα υπέδειξα υμίν ότι ούτω κοπιώντας δει αντιλαμβάνεσαι των ασθενούντων» (Πράξ. 20, 33-35). «Ασήμι ή χρυσάφι ή ιματισμό από κανέναν δε ζήτησα. Εσείς οι ίδιοι ξέρετε ότι για τις ανάγκες τις δικές μου και των συνοδών μου δούλεψαν αυτά εδώ τα χέρια. Με κάθε τρόπο σας έδωσα το παράδειγμα, ότι πρέπει να εργάζεστε έτσι σκληρά, για να μπορείτε να βοηθάτε αυτούς που έχουν ανάγκη». 
 Δεν είναι ότι δεν δικαιούνταν να συντηρείται από εκείνους τους οποίους
οδηγούσε στην πίστη,τους προστάτευε πνευματικά,θυσιαζόταν γι’ αυτούς. Παραιτείται από το δικαίωμά του, διότι θέλει να δείξει ότι η σχέση με τον Θεό δεν αναιρεί την πορεία της ζωής του ανθρώπου στον κόσμο. Ο άνθρωπος καλείται να επιβιώσει και ταυτόχρονα να ζήσει κατά Θεόν.

 Η επιβίωση έρχεται με την εργασία. Με τον κόπο. Αναλόγως με τα χαρίσματα του καθενός. Άλλοι εργάζονται ως χειρώνακτες. Άλλοι γράφουν. Άλλοι μαθαίνουν γράμματα. Άλλοι είναι στρατιώτες. Άλλοι διακονούν την κοινωνία από ποικίλες θέσεις. Ο Χριστός δεν ήρθε να διδάξει στον κόσμο έναν αναχωρητισμό της οκνηρίας, της ξεκούρασης, της εκμετάλλευσης των άλλων. 
 Ο ίδιος άλλωστε εργάστηκε κοντά στον Ιωσήφ, μέχρι να έρθει η ώρα να κηρύξει το Ευαγγέλιο της Βασιλείας. Κοντά Του είχε ανθρώπους που πήρε από τις εργασίες τους και οι οποίοι κατά καιρούς εργάζονταν τόσο υλικά, όσο και πνευματικά. Μπορεί να τους έκανε αλιείς ψυχών, αλλά δεν τους δίδαξε να περιμένουν τα πάντα έτοιμα. Και η πνευματική εργασία είναι εργασία. Ή αφιερώνεται κάποιος στην πνευματική εργασία και ζωή με όλες του τις δυνάμεις ή εργάζεται για να επιβιώσει και παράλληλα ζει τον Θεό, με τον τρόπο της Εκκλησίας, την προσευχή, την άσκηση, την μελέτη, την αγάπη, την οδό των αρετών.

  Ο Παύλος όμως διδάσκει και κάτι άλλο. Ότι στο έργο του δεν ζήτησε ούτε χρυσάφι, ούτε ασήμι, ούτε ρούχα. Δε ζήτησε αμοιβή γι’ αυτό που προσέφερε στους ανθρώπους. Ούτε προκάλεσε με τη ζωή του. Έδειξε ότι ο υλικός πλούτος δε χρειάζεται στον άνθρωπο του Θεού, αλλά η εμπιστοσύνη στο θέλημα του Κυρίου. Δεν εκμεταλλεύτηκε τη θέση του για να απολαύσει. Ούτε υποχρέωσε τους άλλους ως ηγέτης τους να τον υπηρετήσουν. Στηρίχτηκε στην πίστη του στον Θεό και στον κόπο του. Προσέλκυσε ανθρώπους κοντά του, αλλά δεν κράτησε κανέναν με τη βία. Στήριξε σχέσεις και μοιράστηκε τον άρτο της επιβίωσης όχι όμως για να θεραπεύσει το εγώ του και τον εαυτό του, αλλά μέσα από την χαρά της κοινωνίας. Και προτίμησε να δίδει παρά να παίρνει.

 Αυτό είναι και το πρότυπο του αληθινού ηγέτη. Δεν ξεχωρίζει ούτε για τα πλούτη του, ούτε για την ενδυμασία του, ούτε για τους ακολούθους του. Δεν είναι δηλαδή εξουσιαστής, αλλά διάκονος. Και γι’ αυτό όταν έφυγε από την Έφεσο, όπως και από κάθε τόπο «ικανός εγίγνετο κλαυθμός» (Πράξ. 20, 37). Διότι οι άνθρωποι έβλεπαν. Έκριναν. Εμπιστεύονταν. Δόξαζαν τον Θεό γι’ αυτόν που τους έστειλε. Και ήξεραν ότι στο δικό Του όνομα ήταν αυτός που ήταν. Κι εδώ είναι ένα ακόμη στοιχεί. Ο ηγέτης δεν ζητά αμοιβές, δόξα, πολυτέλεια, γιατί δεν ηγείται στο δικό του όνομα, αλλά στο όνομα του ταπεινού Θεού. Του Θεού της αγάπης. Αν ο Χριστός πορεύτηκε με ταπείνωση στον κόσμο αυτό, πόσο μάλλον οι ακόλουθοί Του.

 Ζούμε σε μία εποχή στην οποία με δυσκολία συναντάμε αυτά τα στοιχεία. Συνήθως απαιτούμε το δεύτερο. Ο ηγέτης να μην προκαλεί με τον βίο του. Να μη λειτουργεί εξουσιαστικά, αλλά να είναι ταπεινός. Λησμονούμε όμως ότι κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό όταν ο ηγέτης δεν έχει διάθεση να εργαστεί σε προσωπικό επίπεδο για την επιβίωσή του και, κυρίως, όταν έχει την αίσθηση ότι εργάζεται για τη δική του προσωπική δόξα, για το δικό του όφελος και όχι προς δόξαν Θεού. Και γι’ αυτό εύκολα υποκύπτει στον πειρασμό του χρυσού, του αργύρου, του ιματισμού. Όπως και όλοι μας, όταν μας δοθεί η ευκαιρία.

  Η Εκκλησία μας εορτάζοντας τους αγίους Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, την 7η Κυριακή μετά το Πάσχα, έχει ορίσει να διαβάζεται αυτό το αποστολικό ανάγνωσμα προς κοινό προβληματισμό. Τόσο για τους ηγέτες κάθε εποχής, όσο και για τους πιστούς, οι οποίοι πρέπει να διαβλέπουν αυτά τα τρία κριτήρια, της εργατικότητας, της διακονίας και ανιδιοτέλειας και της πορείας στο όνομα του Θεού και προς δόξαν Του για όλους όσους ποικιλοτρόπως διακονούν την κοινωνία. Και να απορρίψουν πρόσωπα και συμπεριφορές που αρνούνται αυτό το ήθος. Αν θέλουμε βεβαίως να είμαστε το άλας της γης. 

ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ -ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Α' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

   
    
Στό ἱερό Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀναγινώσκεται ἕνα τμῆμα τῆς «ἀρχιερατικῆς προσευχῆς» τοῦ Κυρίου μας, τοῦ μεγάλου Ἀρχιερέως τῆς ἀνθρωπότητος, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πρός τόν οὐράνιο Πατέρα του κατά τό βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμπτης μετά τό Μυστικό Δεῖπνο. Τότε λοιπόν ὁ Κύριος, ἐνῶ ἔβλεπε τούς μαθητές του, κάποια στιγμή ὑψώνει τά μάτια του στούς οὐρανούς. Ὑψώνει τά μάτια του πρός τό θρόνο τοῦ Θεοῦ Πατρός, γιά νά προσευχηθεῖ. Καί μέ τήν στροφή πρός τόν οὐρανό μᾶς δίνει το ὑπόδειγμα τῆς δικῆς μας στάσης κατά τίς προσευχές μας. Μᾶς διδάσκει νά ὑψώνουμε κι ἐμεῖς τό βλέμμα μας πρός τόν οὐρανό, γιά νά ἀφοσιωνόμαστε ὁλοκληρωτικά στόν Θεό. Νά ἀτενίζουμε πρός τά ἄνω ὄχι μόνο μέ τά σωματικά μας μάτια ἀλλά κυρίως μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς μας.
            Ἡ ὕψωση τῶν ματιῶν μας στόν οὐρανό ἀποτελεῖ γιά ὅλους ἐμᾶς τούς ἁμαρτωλούς ἀνθρώπους τή φυσική προσπάθεια νά ξεφύγουμε ἀπό τή γῆ, ὅπου εἴμαστε ἐγκλωβισμένοι  σέ διάφορες μέριμνες καί πάθη.Νά μείνουμε ἀπερίσπαστοι ἀπό κάθε γήινο καί πρόσκαιρο τήν ὥρα τῆς προσευχῆς μας καί νά ἀφοσιωνόμαστε στό Θεό. Ὡς ἄνθρωποι εἴμαστε τά μόνα ἐπίγεια ὄντα πού ὁ Θεός μᾶς ἔπλασε ἔτσι ὥστε νά μποροῦμε νά ὑψώνουμε τά μάτια μας πρός τόν οὐρανό. Αὐτό ἄλλωστε δηλώνει και η λέξη «ἄνθρωποι», που σημαίνει «ἄνω θρώσκομεν», μποροῦμε νά κοιτάζουμε ψηλά. Κι αὐτή ἡ φυσική μας διάπλαση ὡς πρός τή θέση τῶν ματιῶν μας μᾶς ὑπενθυμίζει τήν ἐξάρτησή μας, τόν προορισμό μας, τό χρέος μας.
Στόν οὐρανό νά στρέφεται ὁ νοῦς καί ἡ ψυχή μας, ἐκεῖ νά κατευθύνουμε τούς πόθους μας, ἀπό ἐκεῖ νά περιμένουμε τήν ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ.
            Μέσα στήν προσευχή του ὁ Κύριος, ἀνάμεσα στούς ἄλλους λόγους του ἀναφέρεται στό μεγάλο μυστήριο τῆς αἰώνιας ζωῆς. Μᾶς ἀποκαλύπτει τί πραγματικά εἶναι ἡ αἰώνια ζωή.Δέν εἶναι ἁπλῶς μία ζωή χωρίς τέλος ἀλλά κάτι ἀσυγκρίτως ἀνώτερο. Αἰώνια ζωή, λέει ὁ Κύριος, εἶναι τό νά γνωρίζουμε οἱ ἄνθρωποι τόν ἀληθινό Θεό. Ὄχι βέβαια μέ μία θεωρητική γνώση, ἀλλά μέ μιά ζωντανή καί συνειδητή ἐπικοινωνία μαζί του, μέ προσωπική γνωριμία καί σχέση μέ τόν Δημιουργό καί Πατέρα μας.
            Καί γιατί αὐτή ἡ προσωπική σχέση μέ τόν Θεό εἶναι ἡ αἰώνια ζωή; Διότι ὅσο περισσότερο ποθοῦμε καθημερινά καί ἀναζητοῦμε νά συναντοῦμε τόν Θεό, τόσο περισσότερο τόν γνωρίζουμε, τόσο περισσότερο τόν ἀγαποῦμε. Καί ὅσο περισσότερο τόν ἀγαποῦμε, τόσο περισσότερο ὁ Θεός ἔρχεται στήν ψυχή μας καί μᾶς ἀποκαλύπτεται κι ἐμεῖς ἀνακαλύπτουμε τίς θεῖες του ὡραιότητες καί τήν ἄπειρη ἀγάπη του σέ μᾶς. Ἔτσι ὁ Χριστός ζεῖ στήν καρδιά μας ὡς μόνιμος ἔνοικος, γεμίζει τή ζωή μας μέ αἰώνια ζωή. Ζοῦμε λοιπόν ἀπό ἐδῶ τήν αἰώνια ζωή, ὅταν ζοῦμε τόν Θεό. Ἀλλά καί στήν ἄλλη ζωή ἡ οὐσιαστική ἀπόλαυση τοῦ Παραδείσου θά εἶναι ἡ μέθεξη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἡ θέα τοῦ προσώπου του, ἡ μετοχή μας στό φῶς του.
          Βέβαια τό νά ζοῦμε ἀπ΄ αὐτήν τήν ζωή τήν αἰώνια ζωή δέν εἶναι ὑπόθεση μόνο τῆς δικῆς μας ἐπιθυμίας καί ἄσκησης ἀλλά κυρίως τῆς χάρης καί τοῦ φωτισμοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό Ἅγιο Πνεῦμα μᾶς φωτίζει νά γνωρίζουμε τόν Θεό καί νά ἀπολαμβάνουμε τήν ἀγάπη του καί τήν κοινωνία μαζί του. Κατέρχεται μυστικά στήν ψυχή μας κατά τίς ἱερές ὧρες τῆς προσευχῆς, τῆς μελέτης τοῦ θείου λόγου, τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν καί Μυστηρίων καί μᾶς μεταδίδει τή χάρη του, μᾶς μεταγγίζει πληρότητα, αἰωνιότητα. Ἀρκεῖ ἐμεῖς νά τήν ποθοῦμε, νά τήν λαχταροῦμε, νά τήν περιμένουμε.
          Ὁ Κύριος προσεύχεται στήν Ἀρχιερατική του προσευχή γιά τούς Ἀποστόλους του ἀλλά καί γιά ὅλους τούς πιστούς. Γνωρίζει τούς κινδύνους στούς ὁποίους θά εἶναι ἐκτεθειμένοι, τίς ἀμέτρητες ἀντιξοότητες πού θά ἀντιμετωπίσουν ἀλλά καί τό μῖσος τοῦ κόσμου καί τοῦ διαβόλου. Ὅμως δέν ζητᾶ ἀπό τόν οὐράνιο Πατέρα του νά ἀπομακρύνει τούς μαθητές του τοπικά ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά νά τούς δώσει τή δύναμη νά νικήσουν τόν κόσμο τῆς ἁμαρτίας. Δέν εὔχεται νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τήν πολεμική τοῦ κόσμου, ἀλλά νά προφυλαχθοῦν ἀπό τήν ἁμαρτία καί  τήν πλάνη, νά μείνουν σταθεροί στό ἱερό ἔργο τους. Γι’ αὐτό καί παρακαλεῖ τόν οὐράνιο Πατέρα του νά τούς δώσει δύο ἀκατανίκητα ὅπλα, τήν ἑνότητα τῆς πίστεως στόν Θεό καί τήν ἑνότητα τῆς ἀγάπης μεταξύ τους. Ἔτσι θά εἶναι ἀήττητοι καί κανένας δέν θά μπορέσει νά τούς νικήσει.
          Αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τῆς ἀγάπης πολέμησαν οἱ δαιμονοκίνητοι αἱρετικοί ὀπαδοί τοῦ Ἀρείου, προκειμένου νά διαλύσουν τήν Ὀρθοδοξία μας. Ἀπέναντι σ’ αὐτούς στάθηκαν ἀτρόμητοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τούς ὁποίους ἑορτάζουμε σήμερα. Καί κατενίκησαν τούς αἱρετικούς μέ τά δύο αὐτά ὅπλα, τήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί τήν ἑνότητα τῆς ἀγάπης. Αὐτήν τήν ἑνότητα νά ἔχουμε κι ἐμεῖς. Εἶναι ἡ ἀκατανίκητη δύναμή μας.

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 20/05/2018 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ ΙΖ'



Αγίων Πατέρων Α’ Οικουμενικής
Πρωτότυπο κείμενο 
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπάρας ὁ Ἰησοῦς τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν εἶπε΄ Πάτερ͵ ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν͵ ἵνα καὶ ὁ Υἱός σου δοξάσῃ σε΄ καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός͵ ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή͵ ἵνα γινώσκωσι σὲ τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν. Ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς΄ τὸ ἔργον ἐτελείωσα, ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω. Καὶ νῦν δόξασόν με, σύ Πάτερ͵ παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας͵ καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. Νῦν ἔγνωκαν, ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν· ὅτι τὰ ῥήματα ἃ δέδωκάς μοι, δέδωκα αὐτοῖς΄ καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς, ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον͵ καὶ ἐπίστευσαν, ὅτι σύ με ἀπέστειλας. Ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι͵ ὅτι σοί εἰσι. Καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστιν καὶ τὰ σὰ ἐμά΄ καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. Καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ͵ καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί͵ καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. Πάτερ ἅγιε͵ τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι͵ ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. Ὅτε ἤμην μετ΄ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου΄ οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα͵ καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο,  εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας͵ ἵνα ἡ Γραφὴ πληρωθῇ. Νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι͵ καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ, ἵνα ἔχωσιν τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς.
Νεοελληνική Απόδοση 
Εκείνο τον καιρό σήκωσε ο Ιησούς τα μάτια του στον ουρανό και είπε, «Πατέρα, έφτασε η ώρα· φανέρωσε τη δόξα του Υιού σου, ώστε κι ο Υιός να φανερώσει τη δική σου δόξα. Εσύ του έδωσες εξουσία πάνω σε όλους τους ανθρώπους έτσι θα δώσει κι αυ­τός την αιώνια ζωή σε όλους αυτούς που του εμπιστεύτηκες. Και να ποια είναι η αιώνια ζωή: Να αναγνωρίζουν οι άνθρωποι εσένα ως το μόνο αληθινό Θεό, καθώς κι εκείνον που έστειλες, τον Ιησού Χριστό. Εγώ φανέρωσα τη δόξα σου πάνω στη γη, αφού ολοκλήρωσα το έργο που μου ανέθεσες να κάνω. Τώρα λοιπόν εσύ, Πατέρα, δόξασέ με κοντά σ’ εσένα με τη δόξα που είχα κοντά σου προτού να γίνει ο κόσμος. «Εγώ σε έκανα γνωστό στους ανθρώπους που τους πήρες μέσα από τον κόσμο και μου τους εμπιστεύτηκες. Ανήκαν σ’ εσένα, κι εσύ τους έδωσες σ’ εμένα, κι έχουν δεχτεί το λόγο σου. Αυτοί τώρα ξέρουν πως όλα όσα μου έδωσες προέρχονται από σένα· γιατί τις διδαχές που μου έδωσες, εγώ τις έδωσα σ’ αυτούς, κι αυτοί τις δέχτηκαν και αναγνώρι­σαν πως πραγματικά από σένα προέρχομαι, και πίστεψαν πως εσύ με έστειλες στον κόσμο. Εγώ γι’ αυτούς παρακαλώ. Δεν παρακαλώ για τον κόσμο αλλά γι’ αυτούς που μου έδωσες, γιατί ανήκουν σ’ εσένα. Κι όλα όσα εί­ναι δικά μου είναι και δικά σου, και τα δικά σου είναι και δικά μου, και δι’ αυτών θα φανερωθεί η δόξα μου. Τώρα δεν είμαι πια μέσα στον κόσμο ενώ αυτοί μένουν μέσα στον κόσμο, κι εγώ έρχομαι σ’ εσένα. Άγιε Πατέρα, διατήρησέ τους στην πίστη με τη δύναμη του ονόματός σου που μου χάρισες, για να μείνουν ενωμένοι όπως εμείς. Όταν ήμουν μαζί τους στον κόσμο, εγώ τους διατηρούσα στην πίστη με τη δύναμη του ονόματός σου· αυτούς που μου έδωσες τους φύλαξα, και κανένας απ’ αυτούς δε χάθηκε, παρά μόνο ο άνθρωπος της απώ­λειας, για να εκπληρωθούν τα λόγια της Γραφής. Τώρα όμως έρ­χομαι σ’ εσένα, και τα λέω αυτά όσο είμαι ακόμα στον κόσμο, ώστε να έχουν τη δική μου τη χαρά μέσα τους σ’ όλη την πληρότητά της.