Τετάρτη 2 Απριλίου 2025

Όσιος Πορφύριος: Όταν μια μητέρα προσεύχεται για τα παιδιά της, ο Θεός τα αγκαλιάζει κρυφά..

 


Ὅταν μιὰ μητέρα προσεύχεται γιὰ τὰ παιδιά της, ὁ Θεὸς τὰ ἀγκαλιάζει κρυφά..

Τα παι­διά με τους συ­νε­χείς επαί­νους δεν οι­κο­δο­μούν­ται σω­στά. Γί­νον­ται εγωι­στές και κε­νό­δο­ξοι. Θα θέ­λουν στη συ­νέ­χεια, σ’ όλη τους τη ζωή, να τους επαι­νούν συ­νε­χώς, έστω και αν τους λένε ψέ­μα­τα..

Όταν τα παι­διά εί­ναι τραυ­μα­τι­σμέ­να και πλη­γω­μέ­να από κά­ποιο σο­βα­ρό ζή­τη­μα, να μην επη­ρε­ά­ζε­στε που αν­τι­δρούν και μι­λούν άσχη­μα. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δεν το θέ­λουν, αλλά δεν μπο­ρούν να κά­νουν αλ­λιώς στις δύ­σκο­λες στιγ­μές. Μετά με­τα­νιώ­νουν. Αν όμως, εσείς εκνευ­ρι­στεί­τε και θυ­μώ­σε­τε, γί­νε­στε ένα με τον πο­νη­ρό και σας παί­ζει όλους..

Για την κακή συμ­πε­ρι­φο­ρά των παι­διών φταί­νε γε­νι­κά οι γο­νείς. Δεν τα σώ­ζουν ούτε οι συμ­βου­λές, ούτε η πει­θαρ­χία, ούτε η αυ­στη­ρό­τη­τα. Αν δεν αγιά­ζον­ται οι γο­νείς, αν δεν αγω­νί­ζον­ται, κά­νουν με­γά­λα λάθη και με­τα­δί­δουν το κακό που έχουν μέσα τους. Πρέ­πει οι γο­νείς να γί­νουν Άγιοι και μετά τα παι­διά θα αγια­στούν και αυτά. Μετά δεν θα υπάρ­χουν προ­βλή­μα­τα..

Ένας μόνο τρό­πος υπάρ­χει, για να μην έχου­με προ­βλή­μα­τα με τα παι­διά μας: η αγιό­τη­τα. Γί­νε­τε Άγιοι και δεν θα έχε­τε κα­νέ­να πρό­βλη­μα με τα παι­διά σας.

Οφείλω μία συγνώμη στο Θεό για όσα μου χάρισε και δεν τα χάρηκα


Οφείλω μία στο για όσα μου χάρισε και δεν τα χάρηκα.

Για εκείνα που μου έδωσε και δεν τα πήρα.


Μα κι γι’ αυτά που μου ζήτησε και δεν του έδωσα.

Πάνω από όλα θέλω να κλάψω στην αγκαλιά Του για όλες εκείνες τις μέρες που δεν έζησα και απλά επιβίωσα.

Να πω συγνώμη για όσα σε αγαπώ δεν είπα, αγκαλιές που δεν έδωσα, πόρτες που έκλεισα, τηλέφωνα που δεν σήκωσα, μάτια που δεν αντίκρισα και προσευχές που δεν ειπώθηκαν.

Τέλος, εάν βρήκες έναν άνθρωπο να σε νιώσει, να σε καταλάβει, να σε αγαπήσει, κράτα τον κι ας είναι στην άλλη άκρη της γης.

Φτάνει που τον βρήκες. Δεν θα σου τύχει πολλές φορές στην ζωή. Και να θυμάσαι ότι στα δώρα λές ευχαριστώ κι ας μην τα ξετυλίξεις ποτέ.

Πάτερ Χαράλαμπου Παπαδόπουλου

Ο ΟΣΙΟΣ ΤΙΤΟΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ



Τη μνήμη του τιμά σήμερα, 2 Απριλίου, η μας.
Ο Όσιος Τίτος είχε ψυχή με θερμή αγάπη στο Θεό και τον πλησίον. Όπως ο Κύριος είχε πει στους μαθητές του, «εμόν βρώμά εστιν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με» ( Ιωάν., δ’ 34), δικό μου, δηλαδή, φαγητό είναι να πράττω το θέλημα Εκείνου (του Πατέρα Θεού) που με απέστειλε, έτσι συνέβαινε και στον όσιο Τίτο. Τροφή του ήταν να πράττει με κάθε τρόπο το θέλημα του ουρανίου Πατέρα και να χρησιμοποιεί τη ζωή του για την ηθική και πνευματική οικοδομή των αδελφών του.
Όταν έγινε μοναχός, έλαμψε με την φιλάδελφη συμπεριφορά του, την πραότητα και την επιείκεια. Ήταν χαρακτήρας που γνώριζε να παραβλέπει, να μακροθυμεί, να ανέχεται, να συνδιαλέγεται, να διαλύει τις παρεξηγήσεις, να κερδίζει γρήγορα την εμπιστοσύνη και να κατακτά τις καρδιές των άλλων.
Ετσι, έγινε πνευματικός ηγέτης μεγάλης αποδοχής και πλήθος λαϊκών και μοναχών ζητούσαν να ωφεληθούν από την συντροφιά του. Μάλιστα, ο Θεός αντάμειψε την καθαρότητα της ψυχής και της ζωής του με το χάρισμα να θαυματουργεί.
Αφού έμεινε σταθερός στην πίστη μέχρι τέλους της ζωής του, αποδήμησε στον Κύριο, αφήνοντας πίσω του πολλούς μιμητές.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Ανατεθείς από παιδός τω Κυρίω, αγγελικώς επολιτεύσω εν κόσμω, και των θαυμάτων είληφας την χάριν εκ Θεού, όθεν εχρημάτισας, Μοναζόντων αλείπτης, Τίτε παμμακάριστε, και σοφός οικονόμος. Άλλα μη παύση Πάτερ εκτενώς, υπέρ του κόσμου, Θεόν ιλεούμενος.

Τρίτη 1 Απριλίου 2025

Καρδιές ζωντανές… ερωτευμένες!

 Όταν απομακρύνονται οι καρδιές - Εναλλακτική Δράση

Πλέον οι καρδιές δεν χτυπάνε πια, δεν σκιρτούν. . .

Mπορεί να ακούμε τους ήχους από το βιολογικό όργανο αλλά ο χτύπος της αγάπης δεν ηχεί. Όλα μπήκαν σε υπολογισμούς και σε μαθηματικές εξισώσεις.

Ερωτευόμαστε, παντρευόμαστε, κάνουμε φιλίες, λέμε “καλήμερα” διότι πάντα θέλουμε κάτι από τον άλλον χωρίς να δώσουμε. Θέλουμε απλά να καλύψουμε κάποιες εγωϊστικές επιθυμίες που κραυγάζουν για να τραφούν.

Οι φορές που κατέκρινα στη ζωή μου πάντα θα είναι περισσότερες από τα συγγνώμη και τα “σ’ αγαπώ”. Μας αρέσουν τα ωραία λόγια ακόμα και αν είναι ψεύτικα. Στην αγιότητα όμως φτάνουμε όταν μπορούμε τα ωραία λόγια να τα κάνουμε πράξη και ζωή και αγωνιζόμαστε να βγάλουμε την τοξικότητα που τυχόν έχουμε και δηλητηριάζουμε τον άλλον.

Πάντα φταίει ο άλλος που εγώ δεν είμαι καλά. Τη δική μου όμως θέση στα πράγματα δεν την εξετάζω διότι θέλει κότσια για να δω τις πληγές μου.

Θέλει πνευματικά κότσια να δω πόσους σταύρωσα αλλά και γιατί σκότωσα το παιδί που έχω μέσα μου.  

Μπορεί να αναπνέουμε αλλά δυστυχώς δεν ζούμε. Κάνουμε στρατιωτική υπακοή σε ό,τι μας λέει ο κόσμος. Κάνουμε πράγματα απλά για να γίνουν και η καρδιά απουσιάζει, τη φυλακίσαμε και της λέμε να μην μιλήσει διότι “δεν κάνει, δεν πρέπει.”

Με καρδιές τραυματισμένες, κουρασμένες και ανέραστες δεν μπορούμε να κάνουμε βήμα.

Όλα περνούν από Ιερά Εξέταση. Τι πρέπει, τι δεν πρέπει, τι είναι σωστό για τον κόσμο. Η καρδιά μένει στην άκρη. Κανείς δεν της δίνει σημασία και αν πάει να μιλήσει της κλείνουμε το στόμα.

Στην πνευματική ζωή η ελευθερία δεν εγκλωβίζεται, δεν αιχμαλωτίζεται αλλά παιδαγωγείται πάντοτε με σεβασμό προς το πρόσωπο του ανθρώπου.  

Σε λίγα χρόνια θα είναι θαύμα να ερωτεύονται οι άνθρωποι μεταξύ τους. Να συναντιώνται δύο βλέμματα και να νιώθει ο ένας με τον άλλον την επιθυμία να γίνουν σάρκα μία, μία ζωή , μία ενότητα, μία πορεία προς τη Βασιλεία των Ουρανών. Να χτυπούν οι δύο καρδιές σαν μία.

Η κόλαση βρίσκεται στο γεγονός ότι οι άνθρωποι έπαψαν να ερωτεύονται μεταξύ τους και να βαπτίζουν τη σχέση τους στον Χριστό και ερωτεύτηκαν τον εαυτό τους.

Ξεχάσαμε να αγαπάμε, αρνούμαστε να ερωτευόμαστε και αυτό μας κάνει να βλέπουμε τα πράγματα επιφανειακά διότι για να δεις την ουσία των πραγμάτων χρειάζεται ερωτική καρδιά και όχι νεκρή .

Zωντανή είναι μια καρδιά που ερωτεύεται έναν άνθρωπο, τον Χριστό και όλη τη δημιουργία. Ζωντανή είναι μια καρδιά που ακόμα και αν πέφτει επειδή τραυματίστηκε, πάλι σηκώνεται. Μια καρδιά που χτυπάει ψεύτικα ζώντας σε “πρέπει” και σε κοινωνιολογικές επιταγές είναι μια νεκρή καρδιά.

Ας γίνει η προσευχή μας ερωτική κραυγή προς το πρόσωπο του Κυρίου, και οι λογισμοί μας αγιασμός της υπάρξεώς μας.

Καλό αγώνα.

π. Σπυρίδων Σκουτής

Σε αφήνει να πέφτεις..

 

Πρόσεχε να μήν κατακρίνεις. Διότι από αυτό παραχωρεί ο Θεός και φεύγει η Χάρη και σε αφήνει ο Κύριος να πέφτεις, να ταπεινώνεσαι, να βλέπεις τα δικά σου σφάλματα.

Αλλ’ όταν υποχωρεί η Χάρη για να δοκιμαστεί ο άνθρωπος, τότε γίνονται όλα σαρκικά και πέφτει η ψυχή. Συ όμως, τότε μή χάνεις την προθυμία σου, άλλα φώναζε διαρκώς την ευχή με βία, με το ζόρι, με πόνο πολύ. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».

Και πάλι και πολλές φορές, το ίδιο συνεχώς. Και σαν να ατενίζεις νοερά τον Χριστό να του λέγεις: «…Δόξα σοι, δόξα σοι, ο Θεός μου». Και υπομένοντας, πάλι θα έλθει η Χάρη, πάλι η χαρά. Όμως και πάλι ο πειρασμός και η λύπη, η ταραχή και τα νεύρα.

Αλλά και πάλιν αγώνας, νίκη, ευχαριστία. Και αυτό γίνεται μέχρις ότου σιγά-σιγά καθαρίζεσαι από τα πάθη και γίνεσαι πνευματικός.

Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ




Τη μνήμη της τιμά σήμερα, 1 Απριλίου, η μας.
Τον βίο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας συνέγραψε ο Άγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων, ο οποίος συνέγραψε διάφορα ασκητικά και υμνογραφικά κείμενα που διαποτίζονται από το πνεύμα της Ορθοδόξου θεολογίας και της ασκητικής παραδόσεως.
Η Οσία Μαρία γεννήθηκε στην Αίγυπτο και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527 – 565 μ.Χ.). Από τα δώδεκα χρόνια της πέρασε στην Αίγυπτο μια ζωή ασωτίας, αφού από την μικρή αυτή ηλικία διέφθειρε την παρθενία της και είχε ασυγκράτητο και αχόρταγο το πάθος της σαρκικής μείξεως.
Ζώντας αυτήν την ζωή δεν εισέπραττε χρήματα, αλλά απλώς ικανοποιούσε το πάθος της. Η ίδια ξαγορεύθηκε στον Αββά Ζωσιμά ότι διετέλεσε: «δημόσιον προκείμενη τής ασωτίας υπέκκαυμα, ου δόσεως τινός, μά τήν αλήθειαν, ένεκεν», κάνοντας δηλαδή το έργο της δωρεάν, «εκτελούσα τό εν εμοί καταθύμιον». Και όπως του απεκάλυψε, είχε ακόρεστη επιθυμία και ακατάσχετο έρωτα να κυλιέται στο βόρβορο που ήταν η ζωή της και σκεπτόταν έτσι ντροπιάζοντας την ανθρώπινη φύση.
Λόγω της άσωτης ζωής και της σαρκικής επιθυμίας που είχε, κάποια φορά ακολούθησε τους προσκυνητές που πήγαιναν στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό. Και αυτό το έκανε, όχι για να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό, αλλά για να έχει πολλούς εραστές που θα ήταν έτοιμοι να ικανοποιήσουν το πάθος της.
Περιγράφει δε και η ίδια ρεαλιστικά και τον τρόπο που επιβιβάστηκε στο πλοιάριο. Και, όπως η ίδια αποκάλυψε, κατά την διάρκεια του ταξιδιού της δεν υπήρχε είδος ασέλγειας από όσα λέγονται και δεν λέγονται, του οποίου δεν έγινε διδάσκαλος σε εκείνους τους ταλαίπωρους ταξιδιώτες. Και η ίδια εξέφρασε την απορία της για το πώς η θάλασσα υπέφερε τις ασωτίες της και γιατί η γη δεν άνοιξε το στόμα της και δεν την κατέβασε στον άδη, επειδή είχε παγιδεύσει τόσες ψυχές.
Κατά την διάρκεια του ταξιδιού αυτού δεν αρκέστηκε στο ότι διέφθειρε τους νέους, αλλά διέφθειρε και πολλούς άλλους από τους κατοίκους της πόλεως και τους ξένους επισκέπτες. Και στα Ιεροσόλυμα που πήγε κατά την εορτή του Τιμίου Σταυρού, περιφερόταν στους δρόμους «ψυχάς νέων αγρεύουσα».
Αισθάνθηκε όμως, βαθιά μετάνοια από ένα θαυματουργικό γεγονός. Ενώ εισερχόταν στο ναό για να προσκυνήσει το Ξύλο του Τιμίου Σταυρού, κάποια δύναμη την εμπόδισε να προχωρήσει. Στην συνέχεια στάθηκε μπροστά σε μία εικόνα της Παναγίας, έδειξε μεγάλη μετάνοια και ζήτησε την καθοδήγηση και βοήθεια της Παναγίας.
Με την βοήθεια της Θεοτόκου εισήλθε ανεμπόδιστα αυτή την φορά στον ιερό ναό και προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό. Στην συνέχεια, αφού ευχαρίστησε την Παναγία, άκουσε φωνή που την προέτρεπε να πορευθεί στην έρημο, πέραν του Ιορδάνου.
Αμέσως ζήτησε την συνδρομή και την προστασία της Θεοτόκου και ήρε τον δρόμο της προς την έρημο, αφού προηγουμένως πέρασε από την ιερά μονή του Βαπτιστού στον Ιορδάνη ποταμό και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Στην έρημο έζησε σαράντα επτά χρόνια, χωρίς ποτέ να συναντήσει άνθρωπο.
Κατά τα πρώτα δεκαεπτά χρόνια στην έρημο, πάλεψε πολύ σκληρά για να νικήσει τους λογισμούς και τις επιθυμίες της, ουσιαστικά για να νικήσει τον διάβολο που την πολεμούσε με τις αναμνήσεις της προηγούμενης ζωής.
Η Οσία ζούσε δεκαεπτά χρόνια στην έρημο «θηρσίν ανημέροις ταίς αλόγοις επιθυμίαις πυκτεύουσα». Είχε πολλές επιθυμίες φαγητών, ποτών και «πορνικών ασμάτων» και πολλούς λογισμούς που την ωθούσαν προς την πορνεία.
Όμως, όταν ερχόταν κάποιος λογισμός μέσα της, έπεφτε στην γη, την έβρεχε με δάκρυα και δεν σηκωνόταν από τη γη «έως ότου τό φώς εκείνο τό γλυκύ περιέλαμψεν καί τούς λογισμούς τούς ενοχλούντας μοί εδίωξεν». Συνεχώς προσευχόταν στην Παναγία, την οποία είχε εγγυήτρια της ζωής της μετανοίας που έκανε.
Το ιμάτιό της σχίσθηκε και καταστράφηκε και έκτοτε παρέμεινε γυμνή. Καιγόταν από τον καύσωνα και έτρεμε από τον παγετό και «ως πολλάκις μέ χαμαί πεσούσαν άπνουν μείναι σχεδόν καί ακίνητον».
Ύστερα από σκληρό αγώνα, με τη Χάρη του Θεού και την συνεχή προστασία της Παναγίας, ελευθερώθηκε από τους λογισμούς και τις επιθυμίες, οπότε μεταμορφώθηκε το λογιστικό και παθητικό μέρος της ψυχής της, καθώς επίσης εθεώθηκε και το σώμα της.
Λόγω της μεγάλης πνευματικής της καταστάσεως στην οποία έφθασε η Οσία Μαρία, έλαβε από τον Θεό το διορατικό χάρισμα.
Ήταν γυμνή αλλά το σώμα της υπερέβη τις ανάγκες της φύσεως. Λέγει η ίδια: «Γυνή γάρ ειμί, καί γυμνή, καθάπερ οράς, καί τήν αισχύνην τού σώματός μου απερικάλυπτον έχουσα». Το σώμα τρεφόταν με τη Χάρη του Θεού: «Τρέφομαι γάρ καί σκέπτομαι τώ ρήματι τού Θεού διακρατούντος τά σύμπαντα».
Στη περίπτωσή της, όπως και σε άλλες περιπτώσεις Αγίων, παρατηρούμε ότι αναστέλλονται οι ενέργειες του σώματος. Αυτή η αναστολή των σωματικών ενεργειών οφειλόταν στο ότι η ψυχή της δεχόταν την ενέργεια του Τριαδικού Θεού και αυτή η θεία ενέργεια διαπορθμευόταν και στο σώμα της: «Αρκείν ειπούσα τήν χάριν τού Πνεύματος, ώστε συντηρείν τήν ουσίαν τής ψυχής αμίαντον».
Εκείνη την περίοδο ασκήτευε σε ένα μοναστήρι ο Ιερομόναχος Αββάς Ζωσιμάς, που ήταν κεκοσμημένος με αγιότητα βίου. Έβλεπε θεία οράματα, καθώς του είχε δοθεί το χάρισμα των θείων ελλάμψεων, λόγω του ότι ζούσε μέχρι τα πενήντα τρία του χρόνια με μεγάλη άσκηση και ήταν φημισμένος στην περιοχή του.
Τότε, όμως, εισήλθε μέσα του ένας λογισμός κάποιας πνευματικής υπεροψίας, για το αν δηλαδή υπήρχε άλλος μοναχός που θα μπορούσε να τον ωφελήσει ή να του διδάξει κάποιο καινούργιο είδος ασκήσεως. Ο Θεός, για να τον διδάξει και να τον διορθώσει, του αποκάλυψε ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φθάσει στην τελειότητα. Και στην συνέχεια του υπέδειξε να πορευθεί σε ένα μοναστήρι που βρισκόταν κοντά στον Ιορδάνη ποταμό.
Ο Αββάς Ζωσιμάς υπάκουσε στην φωνή του Θεού και πήγε στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, που του υποδείχθηκε. Εκεί συνάντησε τον ηγούμενο και τους μοναχούς, και διέκρινε ότι ακτινοβολούσαν τη Χάρη και την αγάπη του Θεού, ζώντας έντονη μοναχική ζωή με ακτημοσύνη, με μεγάλη άσκηση και αδιάλειπτη προσευχή.
Στο μοναστήρι αυτό υπήρχε ένας κανόνας. Σύμφωνα με αυτόν, την Κυριακή της Τυρινής προ της ενάρξεως της Μεγάλης Σαρακοστής, αφού οι μοναχοί κοινωνούσαν των Αχράντων Μυστηρίων, προσεύχονταν και ασπάζονταν μεταξύ τους, και έπειτα ελάμβαναν ο καθένας τους μερικές τροφές και έφευγαν στην έρημο πέραν του Ιορδάνου, για να αγωνισθούν κατά την περίοδο της Τεσσαρακοστής τον αγώνα της ασκήσεως.
Επέστρεφαν δε στο μοναστήρι την Κυριακή των Βαΐων, για να εορτάσουν τα Πάθη, τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού. Είχαν ως κανόνα να μην συναντά κανείς τον άλλο αδελφό στην έρημο και να μην τον ερωτά, όταν επέστρεφαν, για το είδος της ασκήσεως που έκανε την περίοδο αυτή.
Αυτόν τον κανόνα εφάρμοσε και ο Αββάς Ζωσιμάς. Αφού έλαβε ελάχιστες τροφές, βγήκε από το μοναστήρι και πορεύθηκε στην έρημο, έχοντας την επιθυμία να εισέλθει όσο μπορούσε πιο βαθειά σε αυτή, με την ελπίδα μήπως συναντήσει κάποιον ασκητή που θα τον βοηθούσε να φθάσει σε αυτό που ποθούσε. Πορευόταν προσευχόμενος και τρώγοντας ελάχιστα. Κοιμόταν δε όπου ευρισκόταν.
Είχε περπατήσει μία πορεία είκοσι ημερών όταν, κάποια στιγμή που κάθισε να ξεκουραστεί και έψελνε, είδε στο βάθος μια σκιά που έμοιαζε με ανθρώπινο σώμα. Στην αρχή θεώρησε ότι ήταν δαιμονικό φάντασμα, αλλά έπειτα διαπίστωσε ότι ήταν άνθρωπος.
Αυτό το ον που έβλεπε ήταν γυμνό, είχε μαύρο σώμα – το σώμα αυτό προερχόταν από τις ηλιακές ακτίνες – και είχε στο κεφάλι του λίγες άσπρες τρίχες, που δεν έφθαναν πιο κάτω από τον λαιμό. Ο Αββάς Ζωσιμάς έβλεπε την Οσία Μαρία, την ώρα που προσευχόταν.
Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία ασκούσε την αδιάλειπτη προσευχή και μάλιστα ο Αββάς Ζωσιμάς την είδε όταν εκείνη ύψωσε τα μάτια της στον ουρανό και άπλωσε τα χέρια της και «ήρξατο εύχεσθαι υποψιθυρίσουσα, φωνή δέ αυτής ουκ ηκούετο έναρθρος». Και σε κάποια στιγμή, ενώ εκείνος καθόταν σύντρομος, «ορά αυτήν υψωθείσαν ως ένα πήχυν από τής γής καί τώ αέρι κρεμαμένην καί ούτω προσεύχεσθαι».
Ο Αββάς Ζωσιμάς προσπάθησε να πλησιάσει, για να διαπιστώσει τι ήταν αυτό που έβλεπε, αλλά το ανθρώπινο εκείνο ον απομακρυνόταν. Έτρεχε ο Αββάς Ζωσιμάς, έτρεχε και εκείνο. Και ο Αββάς κραύγαζε με δάκρυα προς αυτό ώστε να σταματήσει, για να λάβει την ευλογία του. Εκείνο όμως δεν ανταποκρινόταν.
Μόλις έφθασε ο Αββάς σε κάποιο χείμαρρο και απόκαμε, εκείνο το ανθρώπινο ον αφού τον αποκάλεσε με το μικρό του όνομα, πράγμα που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στον Αββά, του είπε ότι δεν μπορεί να γυρίσει και να τον δει κατά πρόσωπο, γιατί είναι γυναίκα γυμνή και έχει ακάλυπτα τα μέλη του σώματός της.
Τον παρακάλεσε, αν θέλει, να της δώσει την ευχή του και να της ρίξει ένα κουρέλι από τα ρούχα του, για να καλύψει το γυμνό σώμα της. Ο Αββάς έκανε ότι του είπε και τότε εκείνη στράφηκε προς αυτόν. Ο Αββάς αμέσως γονάτισε για να λάβει την ευχή της, ενώ το ίδιο έκανε και εκείνη. Και παρέμειναν και οι δύο γονατιστοί «έκαστος εξαιτών ευλογήσαι τόν έτερον».
Επειδή ο Αββάς αναρωτιόταν μήπως έβλεπε μπροστά του κάποιο άυλο πνεύμα, εκείνη διακρίνοντας τους λογισμούς του, του είπε ότι είναι αμαρτωλή, που έχει περιτειχισθεί από το άγιο Βάπτισμα και είναι χώμα και στάχτη και όχι άυλο πνεύμα.
Η Οσία Μαρία κατά την συνάντηση αυτή, αφού αποκάλυψε όλη την ζωή της, ζήτησε από τον Αββά Ζωσιμά να έλθει κατά την Μεγάλη Πέμπτη της επόμενης χρονιάς, σε έναν ορισμένο τόπο στην όχθη του Ιορδάνη ποταμού, κοντά σε μια κατοικημένη περιοχή, για να την κοινωνήσει, ύστερα από πολλά χρόνια μεγάλης μετάνοιας που μεταμόρφωσε την ύπαρξή της. «Καί νύν εκείνου εφίεμαι ακατασχέτω τώ έρωτι», του είπε, δηλαδή είχε ακατάσχετο έρωτα να κοινωνήσει του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.
Ο Αββάς Ζωσιμάς επέστρεψε στο μοναστήρι χωρίς να πει σε κανένα τι ακριβώς συνάντησε, σύμφωνα άλλωστε και με τον κανόνα που υπήρχε σε εκείνη την ιερά μονή. Όμως, συνεχώς παρακαλούσε τον Θεό να τον αξιώσει να δει και πάλι «τό ποθούμενον πρόσωπον» την επόμενη χρονιά και μάλιστα ήταν στεναχωρημένος γιατί δεν περνούσε ο χρόνος, καθώς ήθελε όλος αυτός ο χρόνος να ήταν μία ημέρα.
Το επόμενο έτος ο Αββάς Ζωσιμάς από κάποια αρρώστια δεν μπόρεσε να βγει από το μοναστήρι στην έρημο, όπως έκαναν οι άλλοι πατέρες στην αρχή της Σαρακοστής και έτσι παρέμεινε στο μοναστήρι. Και την Κυριακή των Βαΐων, όταν είχαν επιστρέψει οι άλλοι πατέρες της Μονής, εκείνος ετοιμάσθηκε να πορευθεί στον τόπο που του είχε υποδείξει η Οσία, για να την κοινωνήσει.
Την Μεγάλη Πέμπτη πήρε μαζί του σε ένα μικρό ποτήρι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, πήρε μερικά σύκα και χουρμάδες και λίγη βρεγμένη φακή και βγήκε από το μοναστήρι για να συναντήσει την Οσία Μαρία. Επειδή όμως εκείνη αργοπορούσε να έλθει στον καθορισμένο τόπο, ο Αββάς προσευχόταν στον Θεό με δάκρυα να μην του στερήσει λόγω των αμαρτιών του την ευκαιρία να τη δει εκ νέου.
Μετά την θερμή προσευχή την είδε από την άλλη πλευρά του Ιορδάνη ποταμού, να κάνει το σημείο του Σταυρού, να πατά πάνω στο νερό του ποταμού «περιπατούσαν επί τών υδάτων επάνω καί πρός εκείνον βαδίζουσαν». Στην συνέχεια η Οσία τον παρακάλεσε να πει το Σύμβολο της Πίστεως και το «Πάτερ ημών».
Ακολούθως ασπάσθηκε τον Αββά Ζωσιμά και κοινώνησε των ζωοποιών Μυστηρίων. Έπειτα ύψωσε τα χέρια της στον ουρανό, αναστέναξε με δάκρυα και είπε: «Νύν απολύεις τήν δούλη σου, ώ Δέσποτα, κατά τό ρήμά σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου τό σωτήριόν σου».
Στην συνέχεια, αφού τον παρακάλεσε να έλθει και το επόμενο έτος στο χείμαρρο που την είχε συναντήσει την πρώτη φορά, ζήτησε την προσευχή του. Ο Αββάς άγγιξε τα πόδια της Οσίας, ζήτησε και αυτός την προσευχή της και την άφησε να φύγει «στένων καί οδυρόμενος», διότι τολμούσε «κρατήσαι τήν ακράτητον». Εκείνη έφυγε κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ήλθε, πατώντας δηλαδή πάνω στα νερά του Ιορδάνη ποταμού.
Το επόμενο έτος, σύμφωνα και με την παράκληση της Οσίας, ο Αββάς βιαζόταν να φθάσει «πρός εκείνο τό παράδοξο θέαμα». Αφού βάδισε πολλές ημέρες και έφθασε στον τόπο εκείνο, έψαχνε «ως θηρευτής εμπειρότατος» να δει «τό γλυκύτατο θήραμα», την Οσία του Θεού. Όμως δεν την έβλεπε πουθενά.
Τότε άρχισε να προσεύχεται στον Θεό κατανυκτικά: «Δείξον μοί, Δέσποτα, τόν θησαυρόν σου τόν άσυλον, όν εν τήδε τή ερήμω κατέκρυψας, δείξον μοί, δέομαι, τόν εν σώματι άγγελον, ου ουκ έστιν ο κόσμος απάξιος». Για τον Αββά Ζωσιμά η Οσία Μαρία ήταν άθικτος θησαυρός, άγγελος μέσα σε σώμα, που ο κόσμος δεν ήταν άξιος να τον έχει. Και προσευχόμενος με τα λόγια αυτά είδε «κεκειμένην τήν Οσίαν νεκράν, καί τάς χείρας ούτως ώσπερ έδει τυπώσασαν καί πρός ανατολάς όρασαν κειμένην τό σχήματι».
Βρήκε δε και δική της γραφή που έλεγε: «Θάψον, αββά Ζωσιμά, εν τούτω τό τόπω τής ταπεινής Μαρίας τό λείψανον, αποδός τόν χούν τώ χοΐ, υπέρ εμού διά παντός πρός τόν Κύριον προσευχόμενος, τελειωθείσης, μηνί Φαρμουθί (κατ’ Αιγυπτίους, όπως εστί κατά Ρωμαίους Απρίλιος), εν αυτή δέ τή νυκτί τού πάθους τού σωτηρίου, μετά τήν τού θείου καί μυστικού δείπνου μετάληψιν». Την βρήκε δηλαδή νεκρή, κείμενη στην γη, με τα χέρια σταυρωμένα και βλέποντας προς την ανατολή. Συγχρόνως βρήκε και γραφή που τον παρακαλούσε να την ενταφιάσει.
Η Οσία κοιμήθηκε την ίδια ημέρα που κοινώνησε, αφού είχε διασχίσει σε μία ώρα απόσταση την οποία διήνυσε το επόμενο έτος ο Αββάς Ζωσιμάς σε είκοσι ημέρες. Γράφει ο Άγιος Σωφρόνιος: «καί ήνπερ ώδευσεν οδόν Ζωσιμάς διά είκοσι ημερών κοπιών, εις μίαν ώραν Μαρίαν διέδραμεν καί ευθύς πρός τόν Θεόν εξεδήμησεν». Το σώμα της είχε αποκτήσει άλλες ιδιότητες, είχε μεταμορφωθεί.
Στην συνέχεια ο Αββάς Ζωσιμάς, αφού έκλαψε πολύ και είπε ψαλμούς κατάλληλους για την περίσταση, «εποίησεν ευχήν επιτάφιον». Και μετά με μεγάλη κατάνυξη, «βρέχων τό σώμα τοίς δακρύσι» επιμελήθηκε τα της ταφής. Επειδή, όμως, η γη ήταν σκληρή και ο ίδιος ήταν προχωρημένης ηλικίας, γι’ αυτό δεν μπορούσε να την σκάψει και βρισκόταν σε απορία. Τότε «ορά λέοντα μέγαν τώ λειψάνω τής Οσίας παρεστώτα καί τά ίχνη αυτής αναλείχοντα», δηλαδή είδε ένα λιοντάρι να στέκεται δίπλα στο λείψανο της Οσίας και να γλείφει τα ίχνη της.
Ο Αββάς τρόμαξε, αλλά το ίδιο το λιοντάρι «ουχί τούτον τοίς κινήμασι μόνον ασπαζόμενον, αλλά καί προθέσει», δηλαδή το ίδιο το λιοντάρι καλόπιανε τον Αββά και τον παρακινούσε και με τις κινήσεις του και με τις προθέσεις του, να προχωρήσει στον ενταφιασμό της. Λαμβάνοντας ο Αββάς θάρρος από το ήμερο του λιονταριού, το παρακάλεσε να σκάψει αυτό το ίδιο τον λάκκο, για να ενταφιασθεί το ιερό λείψανο της Οσίας Μαρίας, επειδή εκείνος αδυνατούσε. Το λιοντάρι υπάκουσε. «Ευθύς δέ άμα τώ σώματι θαπτόμενο», δηλαδή με τα μπροστινά του πόδια άσκαψε το λάκκο, όσο έπρεπε, για να ενταφιασθεί το σκήνωμα της Οσίας Μαρίας.
Ο ενταφιασμός της Οσίας έγινε προσευχομένου του Αββά Ζωσιμά και του λιονταριού «παρεστώτος». Μετά τον ενταφιασμό έφυγαν και οι δύο, «ο μέν λέων επί τά ένδον τής ερήμου ως πρόβατον υπεχώρησε. Ζωσιμάς δέ υπέστρεψεν, ευλογών καί αινών τόν Θεόν ημών».
Και ο Άγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων, καταλήγει ότι έγραψε αυτό το βίο «κατά δύναμιν» και «τής αληθείας μηδέν προτιμήσαι θέλων».
Ο βίος της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, δείχνει πως μία πόρνη μπορεί να γίνει κατά Χάριν θεός, πως ο άνθρωπος μπορεί να γίνει άγγελος εν σώματι και πως η κατά Χριστόν ελπίδα μπορεί να αντικαταστήσει την υπό του διαβόλου προερχόμενη απόγνωση.
Στο πρόσωπο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας βλέπουμε τον άνθρωπο που αναζητά την ηδονή και κυνηγά τους ανθρώπους για την ικανοποίησή τους, αλλά όμως με τη Χάρη του Θεού μπορεί να εξαγιασθεί τόσο πολύ, ώστε να φθάσει στο σημείο να την κυνηγούν οι Άγιοι για να λάβουν την ευλογία της και να ασπασθούν το τετιμημένο της σώμα, καθώς επίσης να τη σέβονται και τα άγρια ζώα.
Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία με την μετάνοιά της, την βαθιά της ταπείνωση, την υπέρβαση εν Χάριτι του θνητού και παθητού σώματός της, αφ’ ενός μεν προσφέρει μια παρηγοριά σε όλους τους ανθρώπους, αφ’ ετέρου δε ταπεινώνει εκείνους που υπερηφανεύονται για τα ασκητικά τους κατορθώματα. Δεν ημέρωσε μόνο τα άγρια θηρία που υπήρχαν μέσα της, δηλαδή τα άλογα πάθη, αλλά υπερέβη όλα τα όρια της ανθρώπινη φύσεως και ημέρωσε ακόμη και τα άγρια θηρία της κτίσεως.
Αυτός είναι ο σκοπός και ο πλούτος της ενανθρωπίσεως του Χριστού, που φυλάσσεται μέσα στην Εκκλησία. Με την αποκαλυπτική θεολογία και την εν Χριστώ ζωή ο άνθρωπος μπορεί να μεταμορφωθεί ολοκληρωτικά.
Η Εκκλησία τιμά την μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας και την Ε’ Κυριακή των Νηστειών.
Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.
Φωτισθείσα ενθέως Σταυρού τη χάριτι, της μετανοίας εδείχθης φωτοφανής λαμπηδών, των παθών τον σκοτασμόν λιπούσα πάνσεμνε, όθεν ως άγγελος Θεού, Ζωσιμά τω ιερώ, ωράθης εν τη ερήμω, Μαρία «Όσία Μήτερ» μεθ’ ου δυσώπει υπέρ πάντων ημών.

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2025

Μεγάλη Εκδήλωση του Γραφείου Νεότητος της Ι.Μ. Πειραιώς

neotita pireos

Με ιδιαίτερη ζωντάνια και παλμό, γεμάτη ενθουσιασμό και εθνική υπερηφάνεια, πραγματοποιήθηκε, παρουσία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς κ. Σεραφείμ, το Σάββατο 29 Μαρτίου 2025 η Εκδήλωση που διοργάνωσε το Γραφείο Νεότητος της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς για την διπλή εορτή της 25ης Μαρτίου: του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και της Εθνικής Παλιγγενεσίας του 1821.

Στο αμφιθέατρο «Αθανάσιος Κανελλόπουλος» του Πανεπιστημίου Πειραιώς, περισσότεροι από 500 νέοι και νέες των Ενοριών της τοπικής μας Εκκλησίας, των Εκπαιδευτηρίων της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, αλλά και Δημοτικών Σχολείων του Πειραιά, παρουσίασαν επετειακά τραγούδια, παραδοσιακούς χορούς και δρώμενα, ενώ η θεατρική ομάδα της Μητροπόλεώς μας παρουσίασε το μονόπρακτο με τίτλο «Το όνειρο της Ψωροκώσταινας» σε συγγραφή και σκηνοθεσία του καθηγητή Χρήστου Παναγιώτου.

Κατά τον χαιρετισμό του ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ, αναφερόμενος αρχικά στη φράση του Ευαγγελιστού Ιωάννου «ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν», τόνισε ότι η ενσάρκωση του Θεού αποτελεί το μεγαλύτερο δώρο προς τον άνθρωπο.

Αναφέρθηκε στη σημασία της ανθρώπινης ελευθερίας ως προς την αποδοχή της Θείας Χάριτος και στη δυνατότητα σωτηρίας μέσω της θυσιαστικής αγάπης και της προσωπικής επιλογής να ακολουθήσει κάποιος τον δρόμο του Χριστού.

«Ο αληθινός Θεός δεν επιβάλλεται. Σέβεται την ελευθερία μας και προβάλλει την θυσιαστική Του αγάπη και όποιος θέλει σηκώνει τον Σταυρό του τον προσωπικό και ακολουθεί τα ματωμένα Του ίχνη για να γευθεί την ζωή και την Ανάσταση», είπε χαρακτηριστικά ο Σεβασμιώτατος.

Στη συνέχεια ευχαρίστησε θερμά τους Ιερείς Νεότητος των Ενοριών, τους κατηχητές, τους υπευθύνους των χορευτικών και των άλλων προσπαθειών «που γίνονται με πολλή αγάπη στις ενορίες μας, σαν μία οφειλετική προσφορά στη μεγάλη αγάπη του Θεού για εμάς».

«Δίνουν την καρδιά τους και την ψυχή τους στη διάδοχη γενιά, στα παιδιά μας, στο μέλλον μας, στην ελπίδα μας, στο δώρο του Θεού στη ζωή μας», υπογράμμισε, σημειώνοντας παράλληλα πως «αυτή η προσπάθεια», «δεν είναι κάτι απλό, κάτι εύκολο. Απαιτεί χρόνο, απαιτεί θυσιαστική αγάπη, απαιτεί πάρα πολλή φροντίδα και προσπάθεια».

Αναφερόμενος στη μεγάλη εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, τονίζοντας την πνευματική καθοδήγηση της Παναγίας μας, αλλά και την προστασία της, επανέλαβε ότι η Μητρόπολή μας είναι Παναγιοσκέπαστη και πως συνδέεται με το πρόσωπο της Κυρίας Θεοτόκου», γιατί, όπως χαρακτηριστικά είπε «εκείνη έτσι θέλησε και ευλόγησε τη Μητρόπολη» με την εμφάνισή της το βράδυ της 24ης προς 25η Μαρτίου 1929, στον Ιερό Ναό της Ευαγγελιστρίας Πειραιώς.

Ο Σεβασμιώτατος προλογίζοντας το μονόπρακτο της θεατρικής ομάδας της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, «που μεταφέρει δυνατά μηνύματα μέσα από το έργο της», έκανε ιστορική αναφορά στην εύρεση της εικόνας του Ευαγγελισμού της Τήνου από την Οσία Πελαγία και στον καθοριστικό ρόλο της Κυρίας Θεοτόκου στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, επισημαίνοντας παράλληλα πως «όλοι οι πολέμαρχοι κατέβηκαν να πάρουν χάρη με την πίστη ότι, αφού η Παναγία ευλογεί τον αγώνα, ο αγώνας αυτός θα πετύχει».

Τέλος, ευχαρίστησε θερμά τους συντελεστές του Γραφείου Νεότητος που είχαν την ευθύνη της εκδήλωσης και ειδικότερα τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Αχελώου κ. Νήφωνα, Βοηθό Επίσκοπο και Πρωτοσύγκελλο της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, τον Γενικό Αρχιερατικό Επίτροπο και Διευθυντή Εκδηλώσεων του Γραφείου Νεότητος Πρωτοπρεσβύτερο Ιωάννη Παναγιώτου, τη Γραμματέα Νεότητος κα Ασπασία Αθανασάκη και τον Διευθυντή του Ιδιαιτέρου του Γραφείου και του Γραφείου Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων κ. Δημήτριο Αλφιέρη.

Ιδιαίτερες ευχαριστίες εξέφρασε ο Σεβασμιώτατος προς τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου Πειραιώς κ. Μιχάλη Σφακιανάκη για την δωρεάν παραχώρηση του μεγάλου Αμφιθεάτρου, στους παρουσιαστές της Εκδήλωσης Σοφία Χατζή και Γιώργο Μπάρλα, στην ορχήστρα «η οποία μας χάρισε και μας χαρίζει ζωντάνια, ένα μήνυμα πολιτισμού, του δικού μας πολιτισμού, του Ελληνορθοδόξου», καθώς και στα παιδιά μας για την προετοιμασία και την παρουσία τους.

Όλοι οι συμμετέχοντες έλαβαν από τα χέρια του Σεβασμιωτάτου, ως ενθύμιο, βιβλίο με τις Ακολουθίες της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος, ενώ η Εκδήλωση ολοκληρώθηκε με τον Εθνικό μας Ύμνο.

ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

Τί όφελος έχουμε;

Να νηστεύουν τα χέρια, παραμένοντας καθαρά από την αρπαγή και την πλεονεξία. Να νηστεύουν τα πόδια, ξεκόβοντας από τους δρόμους που οδηγούν σε αμαρτωλά θεάματα. Να νηστεύουν τα μάτια, εξασκούμενα να μην πέφτουν ποτέ λάγνα πάνω σε όμορφα πρόσωπα, ούτε να περιεργάζονται τα κάλλη των άλλων.  Ας νηστεύει και η ακοή. Και νηστεία της ακοής είναι να μη δέχεται κακολογίες και διαβολές…Ας νηστεύει και το στόμα από αισχρά λόγια και λοιδορίες. Διότι τί όφελος έχουμε, όταν απέχουμε από πουλερικά και ψάρια, δαγκώνουμε όμως και κατατρώμε τους αδελφούς μας;

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Μια ρωγμή ζητάει ο Θεός…

 

Βλέπεις ανθρώπους με πάθη και αμαρτίες, λάθη και σφάλματα και μόλις λίγο στραφούν στο Χριστό γεύονται μεγάλες χαρές πνευματικές.

Κι άλλοι, χρόνια από παιδιά ίσως στο χώρο της εκκλησίας, και η ζωή τους άγευστη και άχρωμη από την εμπειρία του Θεού και την γλυκύτητα της Χάριτος.

Τότε μοιραία μέσα σου γεννιούνται ερωτήματα, «μα γιατί; τι φταίει άραγε;». Την απάντηση την πήρα μια όμορφη νύχτα σε ένα κελί του Αγίου Όρους.

«Γέροντα…», ρώτησα, «μα γιατί ο Θεός χαριτώνει ανθρώπους που δεν είναι και τόσο ασκητικοί και απαθείς και άλλους με πολύ αγώνα και κόπο πνευματικό τους αφήνει χρόνια στην πάλη; Μα γιατί ευλογημένε, αυτοί αισθάνονται αυτάρκεις.

Αισθάνονται ότι τα κάνουν όλα σωστά και τέλεια. Η μεγαλύτερη αμαρτία τους είναι η «αρετή» τους … Κανόνες, νόμοι, φόβοι, ενοχές, πρέπει, εμμονές, διατήρηση πάση θυσία της εικόνας και του προφίλ μας, αυτοδικαιωτισμός και αισθήματα πνευματικών κατορθωμάτων, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο στο Θεό να έρθει.

Έχουν φτιάξει ένα συμπαγές οχυρό του “εγώ”. Ο Θεός θέλει χώρο για να έρθει, ζητάει μια ρωγμή το Φως για να διώξει το σκοτάδι…».

Οι άνθρωποι της Χάριτος είναι ραγισμένοι…

Ο ΑΓΙΟΣ ΥΠΑΤΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΓΑΓΓΡΩΝ


 


Τη μνήμη του τιμά σήμερα, 31 Μαρτίου, η μας.
Ο Άγιος Υπάτιος ήταν μορφή από εκείνες που δόξασαν την Εκκλησία στους πρώτους αιώνες της και αγωνίσθηκαν για το θρίαμβο του χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας. Ήταν επίσκοπος Γαγγρών στα χρόνια του Μεγάλου. Κωνσταντίνου και συμμετείχε στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια (325 μ.Χ.), κατά της πλάνης του Αρείου.
Στο ποιμαντικό του έργο, εξακολούθησε να διδάσκει και να καθοδηγεί το ποίμνιο του, αλλά κυρίως αντιμαχόταν τις αιρέσεις, και ιδιαίτερα την αίρεση των Ναυτιανών. Η επιτυχία με την οποία καταπολεμούσε τους Ναυτιανούς, ξεσήκωσε τα άγρια πάθη τους και ζητούσαν την εξόντωση του.
Έτσι, το έτος 326 μ.Χ. πλήρωσαν κάποιους ειδωλολάτρες, οι οποίοι σε κρημνώδη περιοχή επιτέθηκαν κατά του Αγίου με ξύλα και πέτρες και τον άφησαν μισοπεθαμένο. Πριν ξεψυχήσει, μία εκ των φανατικών αιρετικών γυναικών τον θανάτωσε διά λίθου.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Οσίως ιέρευσας, τω επί πάντων Θεώ, και πρόεδρος ένθεος, της Εκκλησίας Γαγγρών, εδείχθης Υπάτιε, Όθεν θαυματουργίαις, διαλάμπων ποικίλαις, σύνθρονον τω Τεκόντι, τον Υίον ωμολώγεις, δι’ ον και χαίρων ήθλησας, Ιερομάρτυς ένδοξε.

Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

Αγιος Πορφύριος: Χτίσε το παρόν με τον Χριστό και το μέλλον θα γίνει καλύτερο με τον Χριστό

 

Όταν κάνης ένα αγώνα για τον Χριστό, πρέπει να τον κάνης με όλη σου την καρδιά.

Το Ψαλτήρι να το διαβάζετε αργά και καθαρά. Να ξέρης ότι το Ψαλτήρι μας μαθαίνει να γνωρίσουμε και ν’ αγαπήσουμε τον Θεό.

Η υπομονή είναι μεγάλη αρετή, διότι η υπομονή είναι αγάπη και χωρίς αγάπη δεν μπορείς να έχης υπομονή.

Να ξέρης ότι ο παραμικρός γογγυσμός κατά του αδελφού μας επηρεάζει την ψυχή μας και μετά δεν μπορούμε να προσευχηθούμε.

Ξέρεις τι θα πη μοναχός; Πρώτον ν’ αγαπάς τον Θεό και δεύτερον να κλαις και να θρηνής σε όλη σου την ζωή για την ανθρωπότητα.

Να κάνωμε υπομονή και να έχωμε ειρήνη.

Για να σωθούμε πρέπει να γίνωμε καλοί Χριστιανοί, να εξομολογούμαστε, να εκκλησιαζώμαστε, να κοινωνάμε, να διαβάζωμε το Ευαγγέλιο και βίους Αγίων και να ελεούμε τους πτωχούς.

Να λέτε την ευχή καθαρά και ειρηνικά· όχι βιαστικά.

Δεν πρέπει να κρύβης στην εξομολόγησή σου τίποτε.

Να αγαπάς όλο τον κόσμο και να συγχωρής.

Δεν πρέπει να απελπιζώμαστε όσο κι αν μας απορρίπτουν οι άνθρωποι, διότι έχομε τον Θεό που μας αγαπά και θέλει την σωτηρία μας.

Θα κάνουμε προσευχή να μετανοήση ο Στάλιν, όχι να πεθάνη. (Το είπε σε κάποιον που του ζήτησε να προσευχηθή για να πεθάνη ο Στάλιν).

Το παρόν να σε ενδιαφέρη, το παρόν και το μέλλον. Το παρελθόν ήδη έχει περάσει, δεν μπορείς να το διορθώσης, αλλά να σε ενδιαφέρη το παρόν. Χτίσε το παρόν με τον Χριστό και το μέλλον θα γίνη καλύτερο με τον Χριστό.

Στο τέλος θα νικήση η Ορθοδοξία, όμως εγώ τότε δεν θα ζω.

Θα ‘ρθη καιρός που θα πέσουν οι κοιλιές.

Εγώ τον καρκίνο δεν τον φοβάμαι, δεν τον σκέφτομαι, δεν τον φέρνω μπροστά μου να τον κοιτώ να τρέμω, αλλά τον σέρνω πίσω μου.

Όταν δεν φοβάσαι τον θάνατο, δεν υπάρχει θάνατος. Δεν λέει “μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν;”. Αν αναστηθή ο άνθρωπος, ζη δηλαδή τον Χριστό που είναι ζωή, δεν υπάρχει γι’ αυτόν θάνατος.

Άμα δεν καταλάβης καλά το βάθος της Θρησκείας μας και να μπης εκεί να την ζήσης, δεν γίνεται (προκοπή). Τώρα, (δηλαδή), πέφτουμε, σηκωνόμαστε, εξομολογούμαστε, πάλι ξαναπέφτουμε και είναι ένας αγώνας και μία αγωνία και ένα άγχος η Θρησκεία.

Η Θρησκεία είναι αγάπη, είναι έρωτας, είναι ενθουσιασμός. Είναι λαχτάρα του Θεού.

Έχω καταλάβει ότι το μυστικό (της πνευματικής ζωής) είναι ο έρωτας στον Χριστό. Ό,τι άλλος έρως δεν έχει καμμία αξία, είναι πρόχειρος. Ο κόρος οδηγεί σε απελπισία, πέφτει ο άνθρωπος και πολλές φορές αυτοκτονεί. Όταν αγαπήσης τον Χριστό, θέλεις να υποφέρης για τον Χριστό. Και αυτή η αγάπη, αυτός ο έρωτας, αυτός ο ενθουσιασμός και αυτή η αφομοίωσις σε φέρνει σε μια κατάσταση ορισμένες στιγμές (που) ούτε αρρώστια, ούτε πόνος, ούτε τίποτα, (δεν αισθάνεσαι). (Αυτό όμως) δεν είναι πάντοτε, είναι κάποιες στιγμές.

Προσκυνάω νοερώς.

Μεγάλη χαρά είχα τότε που έγινα μοναχός, δεν εξηγείται αυτό, ούτε λέγεται· ανείπωτα πράγματα, ανέκφραστα. Όπως τότε που είχα γίνει μοναχός μου είχε έρθει μια χαρά, (έτσι) μία τέτοια χαρά μου ήρθε σήμερα.

Από τότε που έγινα μοναχός και διάβασα την (Α’) Επιστολή του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, (ανοίχθηκαν) νέοι ορίζοντες, (και μου ήρθαν) δάκρυα χαράς και ευφροσύνης για την αγάπη και την θυσία του Χριστού μας.

Κυριακή Δ΄Νηστειών-Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ


 Στην καρδιά της εκκλησιαστικής ασκητικής παράδοσης χτυπάει η περίφημη «Κλίμακα». Κορυφαίο βιβλίο αναφοράς για την ορθόδοξη πνευματικότητα, αξεπέραστο εδώ και χίλια πεντακόσια χρόνια, γραμμένο από έναν ασκητή-ορόσημο, τον άγιο Ιωάννη ηγούμενο του Σινά. Είναι τόσο σπουδαία η μορφή του και η πνευματική του σοφία που με χαρισματικό τρόπο αποτυπώνεται στο εν λόγω σύγγραμμά του, που η Εκκλησία τον προβάλλει εν μέσω της Μεγάλης Σαρακοστής σαν διαχρονικό πρότυπο πνευματικής ζωής (Κυριακή Δ΄ Νηστειών).

Από τον έκτο αιώνα και μετά λοιπόν ο άγιος Ιωάννης με τα ζωοποιά του νάματα, «ως πηγή ανεξάντλητος, αντλουμένη» συνεχώς και «χεομένη», αλλά παραμένουσα εσαεί «αδαπάνητος», ποτίζει και αυξάνει πνευματικά τα τέκνα της Εκκλησίας. Από την αρχή της Σαρακοστής στις ιερές μονές αρχίζει η καθημερινή ανάγνωση της «Κλίμακος». Διαβάζουμε στο βιβλίο του Τριωδίου ήδη από την Καθαρά Δευτέρα, την πρώτη μέρα της νηστείας: «Και ευθύς αναγιγνώσκομεν εις την Κλίμακα». Και λίγο παρακάτω: «Είτα γίνεται ανάγνωσις εις την Κλίμακα». Το βιβλίο σήμερα είναι ήδη μεταφρασμένο σε γλώσσα απλή και μπορεί και πρέπει ο κάθε Χριστιανός να το κάνει καθημερινό πνευματικό του εντρύφημα.

Ας παραθέσουμε όμως και κάποιο πολύτιμο μαργαριτάρι από τον ακένωτο αυτόν θησαυρό. Αναφερόμενος στη μετάνοια και την εξομολόγηση ο άγιος Ιωάννης, στέκεται στο λεπτό σημείο της ντροπής που μας κυριεύει, όταν πρόκειται να φανερώσουμε τα αμαρτήματά μας στον πνευματικό. Αυτό προέρχεται, λέει, από την υπερηφάνεια και την αλαζονεία μας. Και τί κάνουμε; Παρουσιάζουμε τα αμαρτήματά μας με πλάγιο τρόπο, σαν να τα έπραξε τρίτο πρόσωπο. 
Λέμε δηλαδή: Πάτερ, τί πρέπει να κάνει κάποιος, αν πέσει στο τάδε αμάρτημα; Όμως είναι αδύνατο να ξεφύγουμε από την απέραντη εκείνη αισχύνη (της τελικής κρίσης και της αιώνιας κόλασης), αν δεν καταφρονήσουμε τώρα εδώ την (προσωρινή) αισχύνη της εξομολόγησης.

Γύμνωνε, λοιπόν, γύμνωνε φανερά στον ιατρό τα ψυχικά σου σφάλματα. «Ειπέ και μη αισχυνθής, εμόν το τραύμα, πάτερ, εμή η πληγή». Από τη δική μου ραθυμία προκλήθηκε, όχι από άλλη αιτία. Κανένας άλλος δεν φταίει γι’ αυτήν, ούτε άνθρωπος, ούτε σατανάς, ούτε η ίδια η σάρκα, ούτε κάτι άλλο, «αλλ’ η εμή αμέλεια». «Και εξομολογούμενος, ως κατάδικος γίνου» με κάθε τρόπο, «τω ήθει, τω είδει και τω λογισμώ». Με τη συμπεριφορά, με την εμφάνιση, με τον λογισμό σου. Στάσου μπρος στον πνευματικό «εις γην νενευκώς», σκυφτός, βρέχοντας τα πόδια του, ει δυνατόν, με δάκρυα, σαν να είναι ο ίδιος ο Χριστός.

Ο διάβολος μας υποβάλλει σε τρεις πειρασμούς σε σχέση με την εξομολόγηση:
(α). Ή μας αποτρέπει τελείως από αυτήν, να μην εξομολογούμαστε καθόλου.
(β). Ή να εξομολογούμαστε αναφερόμενοι σε τρίτο πρόσωπο, σαν να αμάρτησε κάποιος άλλος και όχι εμείς.
(γ). Ή να εξομολογούμαστε μεν, να ρίχνουμε όμως σε άλλους το φταίξιμο για τις δικές μας αμαρτίες.


π. Δημητρίου Μπόκου

ΕΙΣ ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΟΝ ΤΟΥ ΚΑΤΑΠΕΤΑΣΜΑΤΟΣ



 «Ἥν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος, ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν ᾿Ιησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα» (Εβρ. 6, 19-20).

«Αὐτή μας ἡ ἐλπίδα μᾶς ἀσφαλίζει καὶ μᾶς βεβαιώνει σὰν ἄγκυρα, καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὰ ἐνδότερα τοῦ καταπετάσματος, ὅπου μπῆκε πρὶν ἀπὸ μᾶς καὶ γιὰ χάρη μας ὁ ᾿Ιησοῦς, ἀρχιερέας γιὰ πάντα ὅπως ὁ Μελχισεδέκ». 

            Στο αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής Δ’ Νηστειών ο απόστολος Παύλος, αναφερόμενος στους Εβραίους, μάς υπενθυμίζει  την υπόσχεση του Θεού στον γενάρχη τους Αβραάμ, γενάρχη όλης της ανθρωπότητας ως προς την πίστη στον ένα και αληθινό Θεό. Ο Θεός του  ζήτησε να αφήσει τον τόπο κατοικίας του στην Ουρ της Μεσοποταμίας και να πάει στη γη της επαγγελίας, στην Παλαιστίνη, και του υποσχέθηκε ακόμη ότι θα τον καταστήσει γενάρχη πολλών ανθρώπων, παρότι δεν είχε παιδιά. Η υπόσχεση του Θεού εκπληρώθηκε, ενώ και ο Αβραάμ υπάκουσε στην προτροπή του ουρανού. Το ότι ο Θεός τηρεί τις υποσχέσεις Του είναι δεδομένο. Αυτή η τήρηση γεννά ελπίδα. Και η ελπίδα γίνεται άγκυρα στους κλονισμούς και στους σταυρούς της ζωής, ώστε να μπορούμε να μπούμε κι εμείς «στα ενδότερα του καταπετάσματος», στα Άγια των Αγίων, όπως ήταν ο ιερότερος χώρος του ναού του Σολομώντα, εκεί όπου προσφέρονταν η εξιλαστήριος θυσία μία φορά τον χρόνο από τον Αρχιερέα των Εβραίων, προκειμένου να συγχωρεθούν οι αμαρτίες των ανθρώπων έναντι του Θεού. Στα ενδότερα του καταπετάσματος εισήλθε για χάρη μας ο Χριστός, για να προσφέρει άπαξ ως θυσία τον ίδιο Του τον εαυτό, όχι μόνο για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες μας, αλλά και για να ζήσουμε αιώνια νικώντας μαζί Του τον έσχατο εχθρό της ύπαρξής μας, τον θάνατο.

            «Εις το εσώτερον του καταπετάσματος».  Η πίστη μας δεν έχει μυστικά. Όλα είναι διάφανα, στο φως. Ο δρόμος της αγάπης που γίνεται θυσία δίνει ελπίδα. Ο δρόμος κοινωνίας του σώματος και του αίματος του Χριστού γίνεται άφεση αμαρτιών και ζωή αιώνια. Ο δρόμος της προσευχής και της εκζήτησης της παρουσίας του Χριστού στη ζωή μας γίνεται το στήριγμα και το περιεχόμενό της. Στο «εσώτερον του καταπετάσματος» που είναι η Εκκλησία ακολουθούμε τον Χριστό, με μόνη προϋπόθεση την επίγνωση ότι όλα μας έχουν χαριστεί και το μόνο που χρειάζεται από εμάς είναι η ευχαριστία. Είναι η κίνηση της καρδιάς που γίνεται έξοδος από τις βεβαιότητες των αισθήσεων και από τη δόξα του «φαίνεσθαι», είναι παραίτηση από την απολυτότητα της ισχύος της προσωπικής μας άποψης και κρίσης, είναι άνοιγμα στον συνάνθρωπο, είναι ζωή που είναι ήδη λυτρωμένη από τον φόβο του θανάτου. Διότι στον θάνατο προχωρά με γενναιότητα αυτός που γνωρίζει να ζει. Και ζωή δεν είναι η απόλαυση του παρόντος, χωρίς να αποκλείεται και αυτή. Ζωή είναι η σχέση με τον Θεό που γίνεται αιωνιότητα και μνήμη των υποσχέσεών Του, ότι η πίστη απλώνεται και δι’ ημών σε όλους τους καιρούς και σε όλους τους ανθρώπους.

            Αν κάτι ξεχωρίζει τον χριστιανό από τον κόσμο, ιδίως τον σύγχρονο, είναι η αλήθεια. Κι αυτή δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς την μνήμη του «εσώτερον του καταπετάσματος». Ότι ακολουθούμε έναν Θεό που δεν κρύφτηκε. Που δεν εκμεταλλεύτηκε. Που δεν δικαίωσε τα πάθη μας, αλλά δεν μας εξουθένωσε γι’ αυτά. Που έγινε ένα με μας, έκλαψε για μας, υπέφερε για μας, έζησε τις χαρές μας, πέθανε για μας, αναστήθηκε για μας και είναι μαζί μας πάσας τας ημέρας της ζωής μας. Αυτόν τον Θεό Τον προσπερνάμε, απορροφημένοι στον θρίαμβο ενός πολιτισμού επηρμένου, που δεν όμως λυτρώνει. Που μας δίνει ελευθερία να έχουμε ταυτότητα, στην πραγματικότητα όμως θέλει να έχουμε την ταυτότητα τη δική του. Που κρύβει πολλά, το κυριότερο, τον θάνατο που δεν μπορεί να νικήσει παρά την καύχηση, την δύναμη της επιστήμης του, την τεχνολογία του, την εξουσία, τη δόξα. Αλλού είναι η αλήθεια. Στο  «εσώτερον του καταπετάσματος», μαζί με τον Χριστό. Στον Σταυρό και στην Ανάσταση. Στην αγάπη που γίνεται ελπίδα. Ας ακολουθήσουμε. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ

 


Τη μνήμη του τιμά σήμερα, 30 Μαρτίου, η μας.
Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακας γεννήθηκε πιθανότατα το 523 μ.Χ. στη Συρία. Ήταν γιος πλούσιας και ευσεβούς οικογένειας. Σε νεαρή ηλικία, παρακολούθησε ανώτερο κύκλο μορφώσεως, ώστε να διακρίνεται ανάμεσα στους συνομήλικούς του.
Εκείνος όμως, ενδιαφερόταν περισσότερο για την προσευχή, τις θεολογικές μελέτες, την συγγραφική εργασία και την άσκηση.
Πήγε στο Όρος Σινά, κοντά στον φημισμένο αναχωρητή Μαρτύριο, ο οποίος καθοδήγησε πνευματικά τον νεαρό Ιωάννη. Μετά από τέσσερα χρόνια άσκησης, εκάρη μοναχός ενώ η φήμη των αρετών και της σοφίας του είχε ευρύτερα διαδοθεί.
Γι’ αυτό πολλοί μοναχοί και λαϊκοί, αλλά και αξιωματούχοι έρχονταν στη Μονή για να ζητήσουν τη συμβουλή του. Είχε και το χάρισμα της θαυματουργίας. Λόγω της διαβίωσής του στην Ιερά Μονή Σινά ονομάζεται και Σιναΐτης. Μετά το θάνατο του ηγούμενου της Μονής και κατόπιν απαιτήσεως των αδελφών δέχθηκε να γίνει Ηγούμενος της ιεράς Μονής Σινά για μερικά χρόνια.
Η νοσταλγία, όμως, της ερημικής ζωής, έκανε τον Ιωάννη να αποσυρθεί πάλι στην έρημο και να αφοσιωθεί πάλι στις μελέτες του. Εκοιμήθη εν ειρήνη περί το 606 μ.Χ. και άφησε δύο σπουδαιότατα συγγράμματα, την «Κλίμακα» και τον «Λόγον προς τον Ποιμένα».
Η «Κλίμακα» περιλαμβάνει τριάντα λόγους περί αρετής, όπου ο καθένας λόγος περιλαμβάνει και μια αρετή, ξεκινώντας από τις πιο πρακτικές και ανεβαίνοντας σαν σκαλοπάτια κατέληξε στις θεωρητικά υψηλές. Στη πνευματική ζωή έχουμε βαθμίδες χαμηλές και υψηλές, καταστάσεις κατώτερες και ανώτερες. Γι’ αυτό και το σύγγραμμα ονομάζεται Κλίμακα των αρετών.
Στο έργο του αυτό ο συγγραφέας παρουσιάζει συστηματικά τις ιδέες του για την κοινοβιακή κυρίως, αλλά και για την ερημική ζωή, ταξινομώντας αυτές κατά τρόπο που δείχνει πορεία προς την ηθική τελείωση. Είναι γραμμένο σε κομψή ελληνική γλώσσα, καλοδουλεμένη με χάρη και μελωδικότητα.
Έχει διαύγεια, γλαφυρότητα, παραστατικότητα και παρουσιάζει πλούτο εκφράσεως, καλαισθησία και ευγένεια. Στη διακόσμηση του λόγου με εικόνες και παρομοιώσεις ο ιερός συγγραφέας είναι απαράμιλλος. Πάσης φύσεως σχήματα λόγου αναδύονται καθώς και ωραίες και επιτυχημένες προσωποποιήσεις.
Από την αρχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής το σύγγραμμά του διαβάζεται σε όλα τα ορθόδοξα μοναστήρια. Επειδή είναι παγκόσμιο κειμήλιο αναλύσεως όλων των παθών και των αρετών, η Εκκλησία τιμά ιδιαίτερα σε αυτή τη πνευματική περίοδο τον συγγραφέα άγιο Ιωάννη της Κλίμακας και το προτείνει για ανάγνωσμα. Η μνήμη του εορτάζεται στις 30 Μαρτίου και την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Μερικοί λόγοι του, από την Κλίμακα:
1) Η ταπεινοφροσύνη είναι ουράνιος ανεμοστρόβιλος που μπορεί να ανεβάσει την ψυχή από την άβυσσο της αμαρτίας στα ύψη του ουρανού.
2) Μητέρα της πηγής είναι η άβυσσος των υδάτων πηγή δε της διακρίσεως η ταπείνωσις.
Απολυτίκιο:
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείον κλίμακα, υποστηρίξας, την των λόγων σου, μέθοδον πάσι, Μοναστών υφηγητής αναδέδειξαι, εκ πρακτικής Ιωάννη καθάρσεως, προς θεωρίας ανάγων την έλαμψιν. Πάτερ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Σάββατο 29 Μαρτίου 2025

ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ:Δ' ΝΗΣΤΕΙΩΝ

 

duccio

Μάξιμος Παφίλης, Επίσκοπος Μελιτηνής


Στέκομαι στο κατώφλι της σιωπής, εκεί που οι λέξεις δεν έχουν σχήμα και η καρδιά πάλλεται σαν φυλακισμένο πουλί. Είναι μια σιωπή βαριά, γεμάτη από την υπόγεια βοή των αβύσσων, μια σιωπή που κυοφορεί την κραυγή ή την εξομολόγηση. Εδώ, μέσα σε βαριές σκέψεις, η θεολογία δεν είναι σύστημα, αλλά ανάσα, πηγή κρυμμένη κάτω από τους βράχους της καθημερινότητας, νερό που κυλά αθόρυβα διαβρώνοντας την πέτρα της λογικής. Η πίστη δεν είναι βεβαιότητα, αλλά τραύμα ανοιχτό, η αμφιβολία όχι άρνηση, μα η σκιά που ορίζει το φως. Η γλώσσα ψάχνει τον δρόμο της ανάμεσα στην αυστηρή γεωμετρία της πέτρας και την ακαθόριστη ρευστότητα του ονείρου, προσπαθώντας να ψιθυρίσει το άρρητο, να αγγίξει το μυστήριο που μας περιβάλλει σαν αόρατος μανδύας, υφασμένος από νήματα γνώσης και άγνοιας. Η πραγματικότητα σπάει σαν παλιό αγγείο, αποκαλύπτοντας τις χρυσές ραφές όπου η θεία παρουσία συγκρατεί τα θραύσματα.

Στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής Δ΄ Νηστειών, στην κοιλάδα που σφύζει από τον πυρετό της ανθρώπινης οδύνης, ένας πατέρας σέρνει τον γιο του. Όχι απλώς έναν γιο, αλλά ένα σώμα σπαρασσόμενο, έναν καθρέφτη της πτώσης μας, όπου «πνεῦμα ἄλαλον» (Μαρκ. 9,17) έχει στήσει τον θρόνο του. Η περιγραφή είναι γυμνή, σχεδόν κλινική στη φρίκη της: «καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, ῥήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται» (Μαρκ. 9,18). Είναι η εικόνα της ανθρωπότητας δέσμιας δυνάμεων που δεν κατανοεί, ριγμένη «καὶ εἰς πῦρ... καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν» (Μαρκ. 9,22). Ο πόνος εδώ δεν είναι μεταφορά, είναι σάρκα που αφρίζει, δόντια που τρίζουν, ζωή που στερεύει. Και οι μαθητές; Αυτοί που κλήθηκαν, που είδαν, που άκουσαν; Στέκονται αμήχανοι, ανίκανοι. «Καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν» (Μαρκ. 9,18). Η δύναμή τους, η εξουσία που τους δόθηκε, παραμένει ανενεργή. Η πίστη τους, ίσως, μια σημαία τυλιγμένη στον ιστό της, άχρηστη μέσα στην καταιγίδα. Πόσο μακριά φαντάζει τώρα το όρος της Μεταμόρφωσης, εκεί όπου το φως ήταν εκτυφλωτικό και η θεία δόξα απτή. Η αντίθεση είναι σπαρακτική: η λάμψη του Θαβώρ και η σκοτεινή κοιλάδα του δαίμονα. Δύο κόσμοι ταυτόχρονοι, αλληλοδιεισδυόμενοι, μα φαινομενικά ασύμβατοι. Η ανθρώπινη αδυναμία γίνεται κραυγαλέα μπροστά στο δαιμονικό κράτος, σαν ένα πλοίο ακυβέρνητο που συντρίβεται στα βράχια μιας άγνωστης ακτής.

Και τότε, κατεβαίνει Εκείνος. Η παρουσία Του δεν αναγγέλλεται με σάλπιγγες, αλλά η ατμόσφαιρα πυκνώνει, ο χρόνος μοιάζει να διαστέλλεται. Η κραυγή Του δεν απευθύνεται στο δαιμόνιο, αλλά στην ίδια την ανθρώπινη κατάσταση, στην έλλειψη βαθιάς εμπιστοσύνης: «ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;» (Μαρκ. 9,19). Δεν είναι οργή, αλλά θλίψη θεϊκή, ο στεναγμός του Δημιουργού για την πλάση που λησμονεί την πηγή της. Και μέσα σ' αυτή την πυκνή πραγματικότητα, η απάντηση του πατέρα έρχεται σαν ρωγμή στο αδιαπέραστο τείχος της απελπισίας: «πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ» (Μαρκ. 9,24). Τι συγκλονιστική ομολογία! Η πίστη και η απιστία αγκαλιασμένες, όχι ως αντίθετα, αλλά ως οι δύο όψεις της τραυματισμένης ανθρώπινης καρδιάς που ποθεί τον Θεό, αλλά σκοντάφτει διαρκώς στην ίδια της την αδυναμία. Είναι η προσευχή του καθενός μας στα βάθη της νύχτας, ο ψίθυρος που παλεύει με τη βουή του κόσμου. Η θεραπεία που ακολουθεί είναι αναπάντεχα απλή. Μια προσταγή: «τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν» (Μαρκ. 9,25). Και το κακό φεύγει, «κράξαν καὶ πολλὰ σπαράξαν» (Μαρκ. 9,26), αφήνοντας πίσω του ένα σώμα «ὡσεὶ νεκρός» (Μαρκ. 9,26). Ο θάνατος προηγείται της ανάστασης, η σιγή της νέας ζωής. Ο Άγιος Θεοφύλακτος Βουλγαρίας επισημαίνει την ευσέβεια αλλά και τον φόβο των μαθητών, που δεν τολμούν να ρωτήσουν δημοσίως, φοβούμενοι μήπως έχασαν τη χάρη και κριθούν από τον κόσμο, αλλά πλησιάζουν τον Διδάσκαλο «κατ᾿ ἰδίαν» (Ὅρα δὲ καὶ τὴν εὐλάβειαν αὐτῶν, πῶς κατ᾿ ἰδίαν αὐτῷ προσέρχονται ).

Στην ιδιωτικότητα του οίκου, μακριά από τον όχλο, έρχεται η ερώτηση των μαθητών, φορτισμένη με την απορία και ίσως την ταπείνωση της αποτυχίας τους: «ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό;» (Μαρκ. 9,28). Η απάντηση του Ιησού αποκαλύπτει έναν άλλο νόμο, μια άλλη πραγματικότητα, κρυμμένη κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων: «τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ» (Μαρκ. 9,29). Εδώ δεν πρόκειται για μαγικές φόρμουλες ή τελετουργικές πράξεις. Η προσευχή δεν είναι απλή επίκληση, αλλά η διαρκής, καρδιακή στροφή της ύπαρξης προς τον Θεό, η νοερά εγρήγορση που φυλάττει τις πύλες της καρδιάς. Είναι η αναπνοή της ψυχής που συντονίζεται με τον παλμό του Πνεύματος, μια συνεχής άσκηση παρουσίας μέσα στην απουσία. Η νηστεία, από την άλλη, δεν μπορεί είναι απλή αποχή από τροφές, αλλά η συνειδητή άσκηση της εγκράτειας, η τιθάσευση όχι μόνο του σώματος, αλλά και του λογισμού, των παθών, της ίδιας της επιθυμίας για κυριαρχία και αυτονομία. Είναι η εκούσια στέρηση που δημιουργεί χώρο για τον Άλλον, για τον Θεό και τον πλησίον.

Σε αυτό το σημείο, η ανάλυση του θεολόγου Charles Lambert Coghlan ρίχνει φως στην βαθύτερη αιτία της αδυναμίας των μαθητών. Στον σχολιασμό του, συγκεντρώνει επιμελώς διάφορες στιγμές όπου ο Χριστός απευθύνεται στην πνευματική κατάσταση των μαθητών Του, επισημαίνοντας την επαναλαμβανόμενη μομφή για την ανεπαρκή τους πίστη. Παρατηρεί πώς ο Ιησούς τους αποκαλεί «ολιγόπιστους» (Αγγλ. O ye of little faith) κατά τη διάρκεια της τρικυμίας, πώς ελέγχει τον Πέτρο για την αμφιβολία του πάνω στα νερά, και πώς, στην προκειμένη περίπτωση της θεραπείας του δαιμονισμένου νέου, χρησιμοποιεί την ακόμα πιο έντονη φράση: «Ω, γενεά άπιστε...» (Αγγλ. O faithless generation...). Ο Coghlan τονίζει ότι αυτή η έλλειψη πίστης δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό, αλλά ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, όπου ο Χριστός διαρκώς προσπαθεί να θεραπεύσει, προειδοποιώντας τους μάλιστα, όπως αναφέρει η προς Εβραίους επιστολή που παραθέτει, να προσέχουν μήπως υπάρξει μέσα τους «μία κακή καρδιά απιστίας, ώστε να απομακρυνθούν από τον ζώντα Θεό» (Αγγλ. an evil heart of unbelief, in departing from the living God).  Αυτή η "απιστία" ή "ολιγοπιστία" δεν είναι απλώς διανοητική αμφιβολία, αλλά μια βαθύτερη κατάσταση της καρδιάς, ένας ύφαλος αόρατος κάτω από την ήρεμη επιφάνεια της θάλασσας, πάνω στον οποίο συντρίβεται το πλοίο της θείας ενέργειας που ζητά να περάσει. Είναι ένας φόβος που παραλύει την ψυχή και εμποδίζει τη Θεία Χάρη να ενεργήσει πλήρως μέσω αυτών. Είναι ακριβώς αυτό το εσωτερικό εμπόδιο, αυτή η πνευματική ανωριμότητα, που καθιστά τους μαθητές ανίκανους να αντιμετωπίσουν "τοῦτο τὸ γένος". Θα λέγαμε ότι η προσευχή και η νηστεία δεν είναι απλώς εργαλεία, αλλά η ίδια η οδός για την καλλιέργεια αυτής της απούσας, βαθιάς πίστης, η επίμονη αξίνα που σκάβει το σκληρό χώμα της ψυχής, ανοίγοντας αυλάκια για να δεχτούν τη βροχή της Χάριτος. Είναι η άσκηση που δυναμώνει την καρδιά, την καθαρίζει από τον φόβο και την απιστία, και την καθιστά δεκτική στην πληρότητα της θείας δύναμης. Και τότε, ίσως η ψυχή να θυμίζει σκαμμένο χωράφι μετά τη βροχή. Σκοτεινή και υγρή, αλλά έτοιμη, ενδεχομένως, να δεχτεί τον σπόρο της ανανέωσης, πρόσφορη για καρποφορία...

Αμέσως μετά την αποκάλυψη αυτής της πνευματικής αρχής, ο Χριστός οδηγεί τους μαθητές Του σε μια άλλη, ακόμη πιο σκοτεινή αποκάλυψη. Φεύγοντας από εκεί, «παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ» (Μαρκ. 9,30). Η σιωπή και η απόκρυψη συνοδεύουν τώρα τη διδασκαλία για το Πάθος, «ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται» (Μαρκ. 9,31). Η θεραπεία του δαιμονισμένου νέου, μια πράξη θεϊκής εξουσίας και ελέους, πλαισιώνεται τώρα από την προαναγγελία της υπέρτατης αδυναμίας, της παράδοσης, του θανάτου. Η δύναμη που εκβάλλει δαιμόνια είναι η ίδια που θα παραδοθεί αμαχητί. Είναι η σοφία του Θεού που κρύβεται στην «μωρία» του Σταυρού. Οι μαθητές, όμως, «ἠγνόουν τὸ ῥῆμα, καὶ ἐφοβοῦντο αὐτὸν ἐπερωτῆσαι» (Μαρκ. 9,32). Η λογική τους, γαλουχημένη με προσδοκίες επίγειας δόξας, αδυνατεί να συλλάβει το μυστήριο του πάσχοντος Μεσσία. Ο φόβος τους εμποδίζει να ρωτήσουν, να πλησιάσουν το άκρον άωτον της θείας συγκατάβασης. Εδώ διαφαίνεται το βάρος της κοινότητας, του Εκκλησιαστικού σώματος που καλείται να ακολουθήσει τον Χριστό σε αυτή την οδό του Πάθους, κουβαλώντας ο καθένας τον δικό του σταυρό, μα όλοι μαζί κοινωνοί του ίδιου Μυστηρίου. Η Εκκλησία ως το ζωντανό, πάσχον σώμα, όπου η Λειτουργική εμπειρία γίνεται βίωση του Πάθους και της Ανάστασης, σκηνή ιερής ανταλλαγής μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Ο δρόμος προς τη Θέωση περνά αναπόφευκτα μέσα από τη νέκρωση, όπως ο σπόρος πρέπει να θαφτεί στη γη για να φέρει καρπό, μια αργή ανάδυση από το σκοτεινό χώμα προς έναν ήλιο που ακόμη δεν φαίνεται.

Και μένουμε πάλι με την ηχώ της κραυγής του πατέρα: «πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ». Η αγωνία αυτή δεν τελειώνει με το θαύμα. Συνεχίζεται μέσα μας, στην καθημερινή άσκηση της προσευχής και της νηστείας, στην προσπάθεια να κρατήσουμε την καρδιά ανοιχτή προς τον Ερχόμενο. Η αμφιβολία δεν εξαλείφεται, αλλά μεταμορφώνεται σε δέος μπροστά στο Μυστήριο. Η πίστη δεν γίνεται ακλόνητη βεβαιότητα, αλλά διαρκής κίνηση εμπιστοσύνης προς Εκείνον που κατέβηκε στην κοιλάδα μας, που άγγιξε τη νέκρωσή μας και μας σήκωσε. Το πρόσωπο του Χριστού, η γέφυρα μεταξύ άκτιστου και κτιστού, παραμένει το κέντρο όπου συγκλίνουν οι αντιθέσεις, όπου η δύναμη εκφράζεται στην αδυναμία και η ζωή πηγάζει από τον θάνατο. Η πνοή του Πνεύματος ζωογονεί τα πάντα, ακόμα και τις πιο σκοτεινές γωνιές της ψυχής, καλώντας μας σε μια μεταμόρφωση που ξεκινά εδώ και τώρα, αλλά ολοκληρώνεται πέρα από τα τείχη του χρόνου. Στον μακρινό εσχατολογικό ορίζοντα, αχνοφέγγει η θέωση, όχι ως κατάκτηση, αλλά ως η καυτή έλξη προς την ένωση, η πληγή της θείας αγάπης στην καρδιά της κτίσης, σαν ένα μακρινό αστέρι που καθοδηγεί τον ταξιδιώτη μέσα στην απέραντη νύχτα. Η σιωπή επιστρέφει, όχι πια βαριά και απειλητική, αλλά γόνιμη, γεμάτη από την υπόσχεση της παρουσίας Του, μια σιωπή όπου ο λόγος γίνεται καρδιακός παλμός.

Νέος Άγιος της Εκκλησίας μας ο π.Δημήτριος Γκαγκαστάθης

 


Μετά βαθυτάτης συγκινήσεως, η Ιερά Μητρόπολις Τρίκκης, Γαρδικίου και Πύλης ανακοινώνει ότι η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, κατά τη συνεδρίαση αυτής τη 11ην Μαρτίου 2025, απεδέχθη ομοφώνως την εισήγηση για την κατάταξη του μακαριστού πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Γκαγκαστάθη εις τας Αγιολογικάς Δέλτους της Εκκλησίας, και υπέβαλε σχετικό αίτημα προς την Α.Θ. Παναγιότητα, τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο.

Στο ἐπίσημο συνοδικὸ ἔγγραφο ἀναφέρεται:

«Ὑποβληθέντος αἰτήματος τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Τρίκκης, Γαρδικίου καὶ Πύλης κ. Χρυσοστόμου… ἀπεφασίσθη ἡ ἀναγραφή εἰς τὰς Ἀγιολογικὰς Δέλτους τῆς Ἐκκλησίας τοῦ ἱερέως Δημητρίου Γκαγκαστάθη, ἄνθρωπος πανθομολογουμένως τῆς ἁγιότητος καὶ τοῦ ὀρθοδόξου βίου, ὑπὸ τοῦ χριστεπωνύμου πληρώματος…»

Καθωρίσθη δὲ ὡς ἡμέρα μνήμης του ἡ 29η Ἰανουαρίου, ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του.

Ὁ παπα-Δημήτρης, ὡς ἠγάπα καὶ ἀπεκάλει αὐτὸν ὁ λαὸς, ὑπῆρξε ἱερεὺς τῆς προσευχῆς, τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς ἀδιάλειπτου διακονίας.

Ἡ φήμη τῆς ἀγιότητός του παραμένει ζωντανή, καὶ πλήθος πιστῶν συνεχίζει νὰ καταφεύγει στὶς προσευχὲς του.

Ἡ Ἱερὰ Μητρόπολις Τρίκκης, Γαρδικίου καὶ Πύλης, μετὰ προσευχῆς καὶ εὐλαβείας, ἀναμένει τὴν ἀπόφασιν τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας, διὰ τῆς Α.Θ. Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, διὰ τὴν ἐπίσημον καταγραφὴν τοῦ μακαριστοῦ ἱερέως μεταξὺ τῶν Ἁγίων.

Μετὰ βαθυτάτης συγκινήσεως
+ Ὁ Τρίκκης, Γαρδικίου καὶ Πύλης Χρυσόστομος

Ποιός ήταν ο Γέροντας Δημήτριος Γκαγκαστάθης

Γεννήθηκε στις αρχές του αιώνος μας, και συγκεκριμένα γεννήθηκε το 1902 στο χωριό Πλάτανος, όπου αργότερα, επί 42 συναπτά έτη, εχρημάτισε ο καλός ποιμήν των λογικών προβάτων. Εκοιμήθη το 1975, στις 29 Ιανουαρίου εν ειρήνη. Πρόκειται για μια οσιακή μορφή, καίτοι έζησε ως έγγαμος στον κόσμο. Υπήρξε προικισμένος με πολλά χαρίσματα, με πολλή επιμέλεια, καθαρότητα συνειδήσεως, άλαλο πίστη, βαθειά ταπείνωση και με πληρότητα αγάπης στο Θεό και τον πλησίον.

O Πλάτανος είναι μια μικρή κωμόπολη, ένα μεγάλο χωριό, 15 χιλιόμετρα δεξιά από την πόλη των Τρικάλων, στη Θεσσαλία. Ο πατήρ Δημήτριος είχε σημεία θαυμαστά από τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Κι αυτά που παρέλαβε από το Θεό τα καλλιέργησε με φιλότιμο, τα αύξησε και πάντοτε ταπεινά και για τη δόξα του Θεού και μόνον.

Όταν ο Θεός βρει τέτοια σκεύη τα αξιοποιεί, τα πλουτίζει και χαριτώνεται η ζωή τους και κοντά σ’ αυτούς και όσοι πλησιάζουν σ’ αυτές τις πνευματικές θερμάστρες, σ’ αυτά τα λιμάνια.

Ο παπα-Δημήτρης δεν έτυχε σπουδών. Με δυσκολίες τελείωσε το δημοτικό στο χωριό του. Ήταν βοσκός προβάτων. Όπου κι αν βρισκόταν είχε μνήμη Θεού, μνήμη θανάτου και έκλεινε τα πρόβατα στη στάνη και πήγαινε με δάκρυα και εκκλησιαζόταν. Όταν αυτό δεν μπορούσε να το κάνει, γονάτιζε εκεί που ήταν στα βουνά και έκλαιγε, ζητώντας το έλεος του Θεού, διότι βρισκόταν μακράν του οίκου του Θεού. Διάβαζε με πολλή κατάνυξη βίους αγίων και τους αισθανόταν φύλακες, ευεργέτες και προστάτες. Είχε αίσθηση ζώσα της παρουσίας των. Τους κρατούσε κοντά του η καθαρότης του βίου του. Και όπως ετόνιζε η εργασία φέρνει την αξία.

Αισθανόταν πώς θα πρέπει να τον προστατεύουν οι άγιοι και δεν έκανε τίποτε εάν δεν ξεκινούσε από το Θεό κι εάν δεν κατέληγε στο Θεό. Δηλαδή, αν έφευγε το πρωί για να φυλάξει τα πρόβατα, θα περνούσε πρώτα από τους Ταξιάρχες, ένα ναό του 1600, κατανυκτικό, με τοιχογραφίες, που βρισκόταν κοντά στο σπίτι του. Εκεί, έμαθε για το Θεό και από την ευλαβέστατη γιαγιά του και τους ευσεβείς γονείς του τα ιερά γράμματα και του Θεού τα πράγματα. Έλεγε: «να με προστατεύετε, να με φυλάξετε, να γυρίσω και πάλιν στον οίκο σας, να σας πω το ευχαριστώ». Πρώτα στον οίκο του Θεού και μετά στις δουλειές και πάλιν στον οίκο του Θεού και μετά στο σπίτι. Αυτό ήταν το πρόγραμμα της ζωής του.

Η ζωή του ήταν Ευχαριστιακή. Όπου κι αν ήταν είχε αναφορά στο Θεό. Στο χωράφι και παντού, στο βουνό, έψαλλε και ευχαριστούσε αδιαλείπτως. Εύρισκε το απερίγραπτο, τη χαρά του Θεού, την ευλογία Κυρίου. Ερχόταν, δηλαδή, στην μακαριά κατάνυξη, στο χαροποιό πένθος, για το οποίο ομιλούν οι Πατέρες. Φυσικά, ο Γέροντας είχε δικό του τρόπο με τον οποίο βίωνε τα του Θεού. Εμείς είμαστε αμέτοχοι αυτών των καταστάσεων και πολλές φορές ούτε καν τα πιάνουμε, σαν να ’ναι μια ξένη γλώσσα. Θ’ αναφέρω ένα περιστατικό που δείχνει ότι τον είχε κατά κάποιο τρόπο εκλέξει ο Θεός για την ιερή του πορεία και την ευλογημένη αποστολή του. Με συνέπεια ευαρέστησε το Θεό. Και τούτο με την άμεμπτο και καθαρή κατά Χριστό πολιτεία του.

Ένα βράδυ ενώ αναπαυόταν στο φτωχό σπίτι του ήρθε ένας γέροντας και τον ξύπνησε, λέγοντας του: «σήκω παιδί μου γρήγορα, το σπίτι θα πέσει». Ξανά, δεύτερη φορά, τον ξύπνησε. Και στο τέλος, τον ξύπνησε κανονικά. Βγαίνουν από το σπίτι και αμέσως το σπίτι έπεσε! Ο γέροντας ήταν ο άγιος Νικόλαος. Είχαν στο χωριό ναό αφιερωμένο στον άγιο Νικόλαο. Αυτός ήρθε και τον προστάτευσε. Μόλις βγήκε ο παπα-Δημήτρης, αμέσως το σπίτι κατέρρευσε.

Ούτε τρίχα δεν πέφτει από τον άνθρωπο που τον προστατεύει ο Θεός. Κι’ όταν επιτρέψει κάτι για να φανεί η πίστη του, η υπομονή του, το μεγαλείο της αρετής του, θα του δώσει και τα μέσα να το ξεπεράσει: την υπομονή, την μακροθυμία, την αγάπη, τα πνευματικά όπλα, που οι Γέροντες έχουν σε πλεονασμό και έτσι ξεπερνούν και την μεγαλύτερα δοκιμασία και θλίψη. Παρέλειψα να πω ότι ο παπα-Δημήτρης νυμφεύθηκε την Ελισάβετ και απέκτησε εννέα θυγατέρες.

Κι όταν ήρθε η ώρα να πάει στο στρατό επήγε στους Ταξιάρχες, προσκύνησε και έκανε συμφωνητικό λέγοντας: «σας ζητώ μια χάρη. Εγώ σας υπηρετώ από μικρό παιδί. Καθαρίζω καντήλια, κάνω ό,τι μπορώ. Θέλω να με φέρετε πίσω χωρίς να με αγγίξει κανένα κακό. Είστε υποχρεωμένοι. Ζητώ κι’ εγώ ένα ρουσφέτι».

Επήγε στη Μικρά Ασία. Σε όλους τους κινδύνους που αντιμετώπιζε, τον έσωζαν. Έλεγε: «στη Σμύρνη σφάζουν, κάνουν, εμένα έρχονται, μου δίνουν ένα άλογο και μου λένε: φύγε στον Τζεσμέ. Βρίσκομαι στο τάδε μέρος με τρεις άλλους” σκοτώνονται δύο από 150 ιππείς. Εμένα μου λένε, μη φοβάσαι, εμείς είμαστε μαζί σου. Θα πας εννιά παρά τέταρτο στο τάδε μέρος να προλάβεις το τελευταίο πλοίο για να πας για τη Χίο. Κι όπως είπαν, ούτε ένα μπάτσο από πουθενά».

Αργότερα πέρασε ισχυρές δοκιμασίες, στην εποχή του εμφυλίου πολέμου, επειδή αυτός μιλούσε για Χριστό, πατρίδα, οικογένεια, τον έβαλαν στο στόχαστρο, τον απείλησαν, τον αποκήρυξαν και πολλές φορές αποπειράθηκαν να τον σκοτώσουν και όλο σωζόταν.

Αναφέρω, μια από τις πολλές θαυμαστές περιπτώσεις. Είναι όλα καταγραμμένα στο ημερολόγιο που κρατούσε από μικρό παιδί, το οποίο μας έδωσε σε χειρόγραφα χαριτωμένα, απέριττα, αλλά με μεγαλείο ψυχής και ηρωικό φρόνημα: «Ήρθα, λέει, Κυριακή πρωί. Μόλις πρόλαβα και βγήκα από την εκκλησία. Ήταν 10 ιππείς και μαζί με τον αρχηγό τους 11 και με κυνηγούσαν στον κάμπο. Οι χωρικοί από την μια πλευρά έβλεπαν το θέαμα και οι απέναντι, από το άλλο χωριό, βγήκαν από την εκκλησία, κι’ έβλεπαν επίσης το θέαμα. Με έβριζαν ελεεινά και τρισάθλια. Δεν μπορώ να πω. Τραγόπαπα και άλλα ελεεινά κλπ., και πυροβολούσαν με τα στην συνέχεια. Οι σφαίρες με τρυπάνε τα ράσα, δεν με τσίμπαγε καμιά. Σαν με φτάσαν στα 50 μέτρα και με περικύκλωσαν, τότε γονάτισα. Σήκωσα τα χέρια στον ουρανό και φώναξα από το βάθος της ψυχής μου. Μιχαήλ αρχιστράτηγε, κινδυνεύω, βοηθήσατε με. Αυτοστιγμεί και οι 11 έγιναν κόκκαλο και άγαλμα. Ο αρχηγός πέφτει από το ζώο κάτω, σπάζει η σπονδυλική του στήλη και αφού είδα εγώ ότι είναι ακίνητοι, ευχαρίστησα το Θεό, τους Ταξιάρχας και τους είπα: να μετανοήσετε, να γίνετε καλοί άνθρωποι, να λέγετε την αλήθεια, να ’χετε το Θεό βοήθεια και αφού τους ευλόγησα -χωρίς να με πειράξουν- πήγα απέναντι, όπου περίμενε το χωριό και μπήκα με όλο το λαό μέσα στην εκκλησία και δώσαμε δόξα στο Θεό που έκανε σήμερα θαύμα».

Όλη η ζωή του ήταν μέσα σε τέτοια γεγονότα χωρίς να έχει καθόλου ιδέα για τον εαυτό του. Υπέγραφε ο τελευταίος, ο μικρός παπαδάκος, το σκύβαλο της γης. Το πίστευε, το αισθανόταν. Σε κάθε δυσκολία δεν τάχανε. Όταν του έλεγε η πρεσβυτέρα: «Δεν νοιάζεσαι; τι θα γίνουν αυτά τα κορίτσια; οι άλλοι κάνουν αυτό».

«Θα πεθάνω παπάς, όχι μασκαράς. Για το Χριστό θυσιάζομαι, υπέρ των προβάτων. Τί σήμερα, τί αύριο. Μια ψυχή έχουμε. Θα την παραδώσω στα χέρια του Δημιουργού μου».

Είχε συνέπεια. Τον καλούσαν να τον πάνε στη Μέση Ανατολή. «Εσείς δεν με σώσατε. Οι Ταξιάρχες με σώσαν και θα αφήσω τους προστάτες μου και το λαό μου για να πάω στη Μέση Ανατολή και στην Αθήνα; Όχι εκεί».

Και πράγματι τον σκέπαζε ο Θεός και τον φύλαγε: «Εγώ έχω τον Χριστό κυβερνήτη στη ζωή μου. Δεν τον βαλαν οι άνθρωποι καλά στην καρδιά τους για να νιώσουν το μεγαλείο του. Είναι γλυκύς. Δεν τον αλλάζω με τίποτα. Μια ζωή τον παρακαλώ να με αξιώσει κι’ εγώ να χύσω το αίμα μου γι’ Αυτόν. Κοιμάμαι τόσο αμέριμνα, όπως το πουλί στο αγκάθι και τα ρυθμίζει όλα Αυτός’ καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο».

Είχε εξ’ ολοκλήρου εμπιστοσύνη στο Θεό, όπως ένα μικρό παιδί. Εξομολογείτο δε με τέτοια καθαρότητα και ειλικρίνεια, που δεν την συναντάμε ούτε και στα μικρά παιδάκια. Όταν επήγαμε μια φορά να συναντήσουμε τον πατέρα Φιλόθεο Ζερβάκο (με τον πατέρα Δημήτριο) (πήγαμε 2 φορές και ήρθε ο πατήρ Φιλόθεος 2 φορές στο χωριό και συλλειτούργησαν), του λέει ο πατήρ Φιλόθεος.

«Είσαι ασθενής. Γιατί έκανες τόσο κόπο και ήρθες μέχρις εδώ; (στην Πάρο)»

«Εγώ είμαι ο τελευταίος και ο αμαρτωλός» είπε ο πατήρ Φιλόθεος.

«Τα Τρίκαλα έχουν καλούς πατέρες και άξιους».

«Ήρθα όχι μόνος μου. Με έφερε ο Θεός. Ήρθα να ξεπλύνω και να ξεκαθαρίσω την ψυχή μου».

Όταν δε εξομολογείτο ήταν σαν άγγελος. Η χαρά ήταν ζωγραφισμένη και έκδηλος στο πρόσωπο του.

«Τέτοια καθαρή και τελεία εξομολόγηση δεν συνήντησα στα 70 χρόνια που εξομολογώ», είπε ο π. Ζερβάκος. Υπήρξε ένας ζων άγιος.

Εις δε το βιβλίο του πατρός Δημητρίου Γκαγκαστάθη, το οποίον προλογίζει ο πατήρ Φιλόθεος (στο τέλος γράφει και ο καθηγούμενος της Ι. Μ. Σίμωνος Πέτρας, πατήρ Αιμιλιανός), ο οποίος τον έζησε από κοντά και ξέρει πολλές εμπειρίες θαυμαστές τον αποκαλεί «ο άγιος παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης».


Όταν τον ρωτήσαμε, «γιατί Γέροντα αρχίζετε έτσι τον πρόλογο;» απάντησε.

«Διότι, παιδί μου, είναι άγιος. Όταν μου είπαν για την κοίμηση του, άρχισα να προσεύχομαι και να νηστεύω και να ζητώ απ’ τον Θεό να με πληροφορήσει εις ποίαν κατάσταση βρίσκεται. Και κατόπιν από ημέρες μου έδειξε τη δόξα στην οποία ευρίσκεται. Πρόκειται περί αγίου».

Και κάτι για τον π. Φιλόθεο, μια και μιλάμε γι’ αυτόν. Στην κοίμηση του πατρός Φιλόθεου μια οικογένεια δικαστικών, είπε στον πατέρα Πορφύριο: «εκοιμήθη ο πατήρ Φιλόθεος». Εκείνος τους είπε: «να πάτε, κι’ εγώ απ’ εδώ θα παρακολουθήσω τη νεκρώσιμο ακολουθία. Η Εκκλησία μας απέκτησε ακόμα ένα άγιο λείψανο».

Γυρίζοντας εμείς από την κηδεία, μεσάνυκτα, πήγαμε στον πατέρα Πορφύριο. Ήταν η ώρα 2 μετά τα μεσάνυκτα. Μόλις πήγαμε είπε: «ο παπα-Δημήτρης είναι άγιος άνθρωπος κι’ ας μην πέρασαν πολλά χρόνια. Δεν έχει σχέση. Η αγιότης δεν γίνεται από τα πολλά χρόνια. Για μας τους αδυνάτους αργεί η Εκκλησία. Να φροντίσετε να γίνει επίσημα πλέον, για όλη την Ορθοδοξία η ανακομιδή των λειψάνων του».

Οι άνθρωποι του Θεού που γνώρισαν τον π. Δημήτριο τον θεωρούσαν ως σύγχρονο ζώντα άγιο. Μεταξύ αυτών των προσωπικοτήτων που σήμερα λάμπουν στο χώρο της Ορθοδοξίας με την ακτινοβόλο κατά Θεόν πολιτεία τους υπήρξε και ο π. Αμφιλόχιος της Πάτμου, που είχε και αλληλογραφία με τον παπα-Δημήτρη.

Θεωρούσαν άγιο τον π. Γκαγκαστάθη οι: πατήρ Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, ο πατήρ Γεώργιος Καψάνης της Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου ο ηγούμενος, ο ηγούμενος επίσης Αιμιλιανός και άλλοι σεβαστοί της Ορθοδοξίας σύγχρονοι πατέρες.

…Ο παπα-Δημήτρης είχε το χάρισμα της ζώσης πίστεως, το χάρισμα της υπομονής, της ταπεινώσεως, της αγάπης και έφερνε αποτελέσματα. Όταν πάρεις την αγάπη του Χριστού μέσα σου είναι σαν να παίρνεις την μητέρα όλων των αρετών, γεγονός που δεν το είχαν οι μεγαλύτεροι όλου του κόσμου σοφοί.

Να σας πω ένα περιστατικό, απ’ τα πολλά. Δεν θα αναφέρω δικά μου περιστατικά, γιατί θα πρέπει να αναφέρω κάποιων άλλων προσώπων, σεβαστών και γνωστών, που έχω σύνδεσμο μαζί τους. Ο ένας εκοιμήθη, ήτο διευθυντής τελωνείου, ευλαβέστατος, σοφότατος, πνευματικοπαίδι του παπα-Δημήτρη και του πατρός Φιλόθεου, ονόματι Αθανάσιος Μουρμούρης. Περνούσε μια σκληρή δοκιμασία, δηλαδή μια συκοφαντία, που αν μπορούσε να βγει θα βρισκόταν στις φυλακές. Έπεσε στο Θεό και τους δύο αυτούς ανθρώπους.

«Μη στενοχωριέσαι, του είπε ο π. Δημήτριος. Ησύχασε, έχει ο Θεός τρόπους. Εμείς το καθήκον μας. Διά της προσευχής, θα δοθεί απάντηση». Η απάντηση θα διδόταν μετά από ένα μήνα στο δικαστήριο. Ο παπα-Δημήτρης έπεσε σε προσευχή. Ήξερε το αποτέλεσμα εκ των προτέρων. Κι’ έγινε, όπως το είπε ο παπα-Δημήτρης.

Ένα άλλο πρόσωπο που ζει ακόμη, ήταν έπαρχος στο Σιδηρόκαστρο, ονόματι Γεώργιος Σαϊδίνης. Εχρημάτισε διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών. Επέρασε μια μεγάλη δοκιμασία επί στρατιωτικής κυβερνήσεως. Πήρε δυσμενή μετάθεση στα Χανιά και στη Σπάρτη. Πήγε δεξιά-αριστερά και δεν πήρε τις προαγωγές του. Έκανε προσφυγή στο Συμβούλιο Επικρατείας. Ο παπα-Δημήτρης βρισκόταν στο τελευταίο στάδιο της ζωής του. Δοκιμάσθηκε με τον καρκίνο. Στέλνει γράμμα στο Γέροντα και του λέει: «αυτό το πρόβλημα έχω, τί να κάνω». Πέφτει στην προσευχή ο Γέροντας. Είχε δικό του τρόπο. Μόλις είχε κατάνυξη, έπαιρνε την απάντηση. Ήταν αυτό σίγουρο. Δεν άλλαζε με τίποτα. Ήταν σαν να το προϋπέγραφε ο Θεός και του το φανέρωνε. Του λέει: «θα τα πάρεις όλα μαζεμένα. Θα πέσουν στο κενό οι μέχρι τώρα διαβολές και θα σου πει ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου αυτά και αυτά τα πράγματα».

Ο παπα-Δημήτρης ήταν με πυρετό και βαριά άρρωστος. Έγινε η προσφυγή και είδε ο κύριος Σαϊδίνης τον π. Δημήτριο πίσω από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου να του λέει τα λόγια αυτά που είχε γράψει στο γράμμα. Και κατόπιν τον προήγαγαν και τον έκαναν Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών.

…Η γνωριμία μας υπήρξε όντως δάκτυλος Θεού. Βγάζαμε ένα περιοδικό τότε, τον Άγιο Νεκτάριο, και ο παπα-Δημήτρης είχε πάει στη Μητρόπολη. Εκεί στη Μητρόπολη του λέει ένας κληρικός: «Εσύ αγαπάς τον άγιο Νεκτάριο, δεν το παίρνεις; Έχει καλά πράγματα».

«Μόλις το πήρα», λέει, «κατάλαβα ότι έχετε αγώνα και έχετε δυσκολίες και είπα: παπα-Δημήτρη, να κηρύξεις δεν ξέρεις, να γράψεις δεν ξέρεις, γιατί είσαι αγράμματος και πέφτεις όξω. Να προσευχηθείς δεν ξέρεις». Και μας γράφει ένα γράμμα και μας λέει: «παιδιά μου να με συγχωράτε. Θέλω κι’ εγώ μια χάρη. Να μου δώκετε τα ονόματα σας, γιατί εγώ θα τα μνημονεύω, και αισθάνομαι χαρά Θεού, ευλογία Κυρίου, κάτι που δεν περιγράφεται. Μεγάλη υπόθεση».

…Κάποτε πήγαμε με ένα πούλμαν από τη Θεσσαλονίκη σε διάφορα προσκυνήματα αλλά και στον Άγιο Νεκτάριο. Έκανε την ακολουθία του με πολλή κατάνυξη. Τότε του είπαμε: δεν φεύγουμε εάν δεν μας πεις λόγο Θεού. Αντέδρασε ως εξής: «Είμαι αγράμματος, δυσκολεύομαι, δεν ξέρω». Εκοκκίνησε. «Άμα θέλεις διώξε μας». Ανοιξε το στόμα του και πέρασαν ώρες και μιλούσε. Κανείς δεν είπε, φτάνει. Μία ώρα; δύο ώρες; τρεις ώρες; κουραστήκαμε; Όλοι ήμασταν αποσβολωμένοι. Κι’ αυτός μέσα στην κατάνυξη, μέσα στο δάκρυ. «Ζωντανή η θρησκεία μας παιδιά μου. Την βλέπετε αυτή την άγια Τράπεζα; Όταν λειτουργώ γεμίζει άρωμα. Ούτε το εκκλησίασμα το αισθάνεται. Έφερα εδώ τον πατέρα Φιλόθεο, έφερα τον τάδε και μου είπαν: «τούτο είναι ειδικό χάρισμα για τους διωγμούς που πέρασες για το όνομα του Χριστού, για να σε παρηγορεί. Και όντας έρχομαι εδώ, μεθάω παιδιά μου. Δεν ξέρω τί γίνεται. Ούτε ξέρω εάν έκανα τη λειτουργία. Γι’ αυτό με συγχωρνάτε. Δεν περιγράφεται. Ό,τι αντικείμενο βάζω στην Αγία Τράπεζα, όχι αλλού, γεμίζει άρωμα. Ξέρετε, παιδιά μου, το αισθάνομαι στο «τά Σά εκ των Σών» ή «στό “Αξιον εστί». Τότε κατέρχεται η χάρις. Ούλλο τον κόσμο να σου δώσουν δεν τον θεωρείς τίποτας».

«Μια άλλη φορά ήμουν μέσα στα βουνά διωγμένος; ταλαιπωρημένος. Με κυνηγούσανε για να με σκοτώσουν. Με πήρε ο Ζέρβας. Με εγκατέλειψαν. Παπά άνθρωπο, δεν τον θέλανε. Αλλά ο Θεός δεν με εγκατέλειψε και βρέθηκα σε ένα μέρος, γεμάτο ομίχλη, κι’ ο ποταμός πλημμυρισμένος. Δεν μπορούσα να περάσω απέναντι, έκλαιγα σαν μικρό παιδί και έλεγα: «Θεέ μου ή βγάλε με ή πάρε με. Κινδυνεύω, πείνα, ψείρα…» «Εκεί που προσευχόμουν έρχεται ένας νεαρός μ’ ένα άλογο και σαν συνήλθα είδα ότι ήμουν στην απέναντι πλευρά του ποταμού. Λέω, τί συνέβηκε σε μένα τον αμαρτωλό; Δοξολόγησα τον Κύριο, κι’ έψαχνα τον ευεργέτη. Ένα βράδυ παρουσιάζεται ένας νέος και μου λέει: «παπα-Δημήτρη, με ξέχασες». «Όχι παιδί μου, εγώ ψάχνω τον ευεργέτη μου». «Είμαι ο Γεώργιος. Θυμάσαι το 19… τάδε, στο τάδε μέρος που έκλαιγες κλπ. Ποιος σε έσωσε; Δεν ξέρω. Ψάχνω. Εγώ σε έσωσα και δεν ήρθες ούτε μια φορά να λειτουργήσεις το εξωκκλήσι. Ξυπνάω, κτυπώ την καμπάνα του χωριού, μαζεύω το χωριό, νηστεύουμε και πάμε στο μέρος αυτό. Αυτό το μέρος είχε θαύμα. Ένα δέντρο είχε, ένα κλωνάρι ξερό και στη γιορτή του έτρεχε νερό. Μόνο στη γιορτή του. Και το παίρναμε για αγιασμό. Μετά, επειδή ο κόσμος ήταν αμαρτωλός σταμάτησε το θαύμα. Διότι το θαύμα θέλει πίστη.

Όντας επήγα εγώ κι’ έκαμα την Ακολουθία, δηλαδή, το πρωί στη Λειτουργία, είπα στους χωρικούς: «τί λέτε, είναι ο άγιος Γεώργιος εδώ ή δεν είναι; Ζει ο Θεός και βασιλεύει και τον κόσμο προστατεύει; Ελάτε όλοι εδώ. Μαζεύτηκαν. Άη Γιώργη, δεν το κάνω από απιστία, ούτε από περιέργεια, το κάνω για να δυναμώσω την πίστη. Θέλω να ’ρθείς να παρουσιαστείς, δηλαδή, να κινήσεις το ξερό ξύλο για να ρίξεις τον αγιασμό όπως παλιά. Εκεί, λοιπόν, που προσευχόμουν, άρχισε να τρέχει λίγο λίγο το νερό. Δεν ευχαριστιόμουν, ήθελα περισσότερο, κι’ έγινα ενοχλητικός. Θέλω πιο πολύ’ και έπεσε, όπως γέμιζαν τα μπουκάλια, βραχήκαν. Αυτή είναι η πίστη μας. Ζωντανή».