Σάββατο 21 Μαρτίου 2020

ΟΙΤΙΝΕΣ ΟΥ ΜΗ ΓΕΥΣΩΝΤΑΙ ΘΑΝΑΤΟΥ



«Εἰσί τινές τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μή γεύσωνται θανάτου ἕως ἄν ἴδωσι τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληληθυῖαν ἐν δυνάμει» (Μάρκ. 9,1)
«Υπάρχουν μερικοί ανάμεσά σ’ αυτούς που βρίσκονται εδώ, οι οποίοι δε θα γευτούν τον θάνατο, πριν δουν να έρχεται δυναμικά η βασιλεία του Θεού»


                Ο θάνατος είναι ο μεγαλύτερος φόβος του ανθρώπου, φόβος υπαρξιακός. Η πίστη στην αιώνια ζωή μειώνει την αγωνία μας στο πώς θα είναι η αιωνιότητα. Η απιστία οδηγεί στον φόβο του μηδενισμού της ύπαρξης. Πώς να στερηθούμε την ζωή που γνωρίζουμε αντί μιας άλλης, πώς «να πούμε το ναι στον ουρανό, όταν μάνα μας είναι η γη» (Νίκος Γκάτσος); Πώς να πείσουμε τον εαυτό μας ότι πορεύεται προς το απόλυτο τίποτα, προς το «μη είναι», προς την ανυπαρξία, ενώ έχει γευτεί το «είναι», την χαρά της ζωής, της κοινωνίας, της αγάπης, αλλά και της δημιουργικότητας, της μετοχής στον κόσμο;
                Ο λόγος του Χριστού λίγο πριν να πορευθεί προς το πάθος Του είναι συγκλονιστικός: «υπάρχουν κάποιοι που δεν θα γευτούν τον θάνατο». Ανάμεσά τους δεν είναι ο Ίδιος, διότι Αυτός θα τον γευτεί και μάλιστα με τον πιο επώδυνο τρόπο επάνω στον σταυρό. Θα πεθάνει ως απόρριμα ενός κόσμου που γεύτηκε την αγάπη Του, τα θαύματά Του, την διδαχή Του, τις αναστάσεις Του, το κάλλος του προσώπου Του. Θα πεθάνει χωρίς να φέρει το «εν ανομίαις συνελήφθην και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου». Θα πεθάνει, ενώ είναι ο μόνος που μπορεί να πει ΟΧΙ στην δύναμη του θανάτου ως Θεός Παντοδύναμος.  Και όσο κι αν λέμε ότι η πίστη στην Ανάσταση παρηγορεί και τον Θεάνθρωπο και τον κάθε άνθρωπο, εντούτοις η σιωπή από την μία, η κραυγή «Θεέ μου, Θεέ μου εις τι με εγκατέλιπες;», το «τετέλεσται» δείχνουν την απόλυτα ανθρώπινη αγωνία για τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα.  Δεν είναι χαρά ο θάνατος για τον Χριστό, αλλά περίλυπος ήταν η ψυχή Του έως θανάτου, όπως λέει ο Ίδιος στους μαθητές Του στην αγωνία της Γεθσημανή. Ο ιδρώτας Του έγινε σαν θρόμβοι αίματος. Και η φωνή της ζωής μέσα Του Τον έκανε να συζητά με τον Πατέρα Του και να παρακαλεί για μια στιγμή να φύγει κι από τον Ίδιο το ποτήριο του θανάτου, ακόμη κι αν αμέσως δηλώνει την απόφασή Του να υπακούσει στον Πατέρα του, ιδίως την στιγμή που ήρθε στον κόσμο για να φτάσει σ’ εκείνη την ώρα του θανάτου.
                Αν λοιπόν ο Θεάνθρωπος ήρθε στον κόσμο για να πεθάνει, τότε πώς υπάρχουν κάποιοι που δεν θα γευτούν τον θάνατο;
                Όλοι οι άνθρωποι πρέπει να πεθάνουν! Όμως ο θάνατος δεν είναι μόνο ο του σώματος. Είναι κυρίως ο πνευματικός θάνατος, ο χωρισμός δηλαδή του ανθρώπου από τον Θεό, από το Πρόσωπο του Χριστού, από την αγάπη και το φως που Αυτός εκλύει με την παρουσία Του, από το Ευαγγέλιο, από την Εκκλησία. Όλοι οι άνθρωποι δεν θα πεθάνουν πνευματικά, αλλά θα ζήσουν, ακόμη κι αν πεθάνουν, εφόσον πεθάνουν ως προς τον χωρισμό με τον Θεό. Όταν δούνε την Βασιλεία του Θεού να έρχεται με τον δυναμισμό της, να έρχεται δηλαδή ουσιαστικά με τον Σταυρό, την Ταφή και την Ανάσταση του Χριστού, τότε ο σωματικός θάνατος δεν έχει βαρύτητα. Είναι αναπόφευκτος, αλλά πρόσκαιρος. Το σώμα θα παραμείνει προσδοκώντας την Ανάσταση των νεκρών, η ψυχή όμως θα ζει για πάντα, γευόμενη την κοινωνία με τον Χριστό σε έναν άλλον τρόπο ύπαρξης, αυτόν της αγάπης, όπως μας δίνεται εφόσον εμπιστευτούμε τον Χριστό. Και τότε θα λάβουμε αυτό που οφθαλμός δεν είδε και αυτί δεν άκουσε...
                 Δεν θα πεθάνουν ποτέ πνευματικά, ακόμη κι αν πεθάνουν σωματικά, όσοι θα δούνε και θα ζήσουν την εμπειρία της Βασιλείας του Θεού. Και αυτή βιώνεται στην Εκκλησία. Ο θάνατος του Χριστού στον Σταυρό καταργεί τον πνευματικό θάνατο.  Ο ερχομός της Βασιλείας του Θεού δεν είναι κάτι άλλο από την εμπειρία της Ανάστασης στην Εκκλησία. Και η ανάσταση έρχεται αφού σταυρώσουμε πάθη, κακίες, αγωνίες, φόβους, ακόμη κα τον ίδιο τον εαυτό μας.  Αφού σιωπήσουμε μπροστά  στον πειρασμό της ύπαρξής μας να θυσιάσουμε ακόμη και την πίστη μας στον Θεό, προκειμένου να ζήσουμε στον παρόντα κόσμο, αφού πούμε με όλη μας την καρδιά «γενηθήτω το θέλημά Σου», αφού πάρουμε την απόφαση να είμαστε με τον Χριστό έως το «τετέλεσται» και της δικής μας ζωής, έως την απόρριψη του εγώ μας, έως το άφημα της επιθυμίας να αρέσουμε, να εξουσιάσουμε, να μας συζητούν.
                Και δεν είμαστε μόνοι σ’ αυτήν την οδό. Είναι πλησίον μας και συνοδοιπόρος μας ο Χριστός. Όχι ο ακίνδυνος του κόσμου, αλλά ο επικίνδυνος της Εκκλησίας. Αυτός που μας οδηγεί στο θείο θέλημα, πράττοντας ο Ίδιος πρώτα αυτό που μας αφήνει ως παρακαταθήκη. Ο ασυμβίβαστος με το κακό και την αμαρτία. Ο Δωρεοδότης της Αγιότητας. Αυτός που βλέπει την ταπείνωση, τον κόπο, τις αγωνίες μας, την οδύνη των σχέσεών μας και μας χαρίζει την ανάπαυση.
                Ας προχωρήσουμε στους μικρότερους ή μεγαλύτερους σταυρούς της ζωής μας και ας παρακαλούμε να ανήκουμε σ’ αυτούς που δεν θα γευτούν πνευματικό, αλλά θα προσμένουν την χαρά της Βασιλείας στον τρόπο της Εκκλησίας!