Γέροντα Τρύφωνα τοῦ Βάσον
Προδίδει μία μορφή αὐταρέσκειας νά ζητᾶμε θαύματα προκειμένου νά πιστέψουμε· εἶναι σάν νά ἀπαιτοῦμε ἕνα ἀκριβό δῶρο ἀπό κάποιον προκειμένου νά τόν ἀποδεχθοῦμε ὡς φίλο.
Ὁ Θεός θά μποροῦσε νά κάνει θαύματα καί ὅλος ὁ κόσμος νά πιστέψει, ἀλλά δέν θέλει νά παρέμβει στήν ἐλευθερία μας. Ὡς Θεός περιμένει τή δική μας ἀπόφαση· θά ἀνταποκριθοῦμε στήν ἀγάπη Του ἤ ὄχι; Ἐπιθυμεῖ νά ἐπιλέξουμε νά κοινωνοῦμε μαζί Του, ὄχι λόγω τῆς δυνάμεώς Του, ἀλλά λόγω τῆς ἀγάπης Του γιά μᾶς.
Ὅταν κάποιος θέλει ἕνα θαῦμα γιά νά πιστέψει, οὐσιαστικά ζητᾶ ἀπό τόν Θεό νά τοῦ ἀποδείξει ὅτι εἶναι ἄξιος νά Τόν λατρεύει. Αὐτό δέν διαφέρει ἀπό τό ἑξῆς: «Πάρε μου, μπαμπά, ἕνα αὐτοκίνητο γιά τά γενέθλιά μου, καί τότε θά θεωρήσω ὅτι μ’ ἀγαπᾶς ὡς πατέρας». Πρέπει νά πλησιάζουμε τόν Θεό μέ ταπείνωση νοῦ καί καρδιᾶς καί νά ἀφήνουμε τά ὑπόλοιπα σ’ Ἐκεῖνον.
Εἶναι ἐπίσης πολύ πιθανό νά συμβεῖ ἕνα θαῦμα, ἀλλά ἡ αὐταρέσκεια καί ἡ ὑπερηφάνειά μας νά μή μᾶς ἀφήσουν νά τό ἀντιληφθοῦμε. Ρώτησα κάποτε ἕναν νεαρό αἰγύπτιο χριστιανό γιατί ἡ Θεοτόκος ἐμφανίστηκε σέ πλήθη ἀνθρώπων στό Κάιρο, στόν θόλο τῆς Κοπτικῆς ἐκκλησίας πού τιμᾶται στό ὄνομά Της, ἐκεῖ ὅπου πολλοί ἄνθρωποι, ἀκόμη καί μουσουλμάνοι καί ἑβραῖοι καί ἄθεοι μποροῦσαν νά τή δοῦν. Ἀπάντησε ὅτι οἱ χριστιανοί στή Μέση Ἀνατολή ζοῦν μέ τήν προσδοκία τοῦ θαύματος, κι ἔτσι, ὅταν ἔρχεται, δέν ἐκπλήσσονται ἀλλά τό δέχονται μέ χαρά. Καί πρόσθεσε ὅτι οἱ Δυτικοί, μέ τόν συλλογικό ἐγωισμό τους, εἶναι σκεπτικιστές πού ἀγνοοῦν τά θαύματα πού κάθε μέρα στέλνει ὁ Θεός.
Ἄν περιμένουμε τήν μέρα πού ὁ Θεός θά μᾶς «ἀποδειχθεῖ», παραγνωρίζουμε τό γεγονός ὅτι ἀκριβῶς αὐτό κάνει συνεχῶς, ἀλλά ἡ ἐγωπάθεια καί ἡ ἀλαζονεία μας μᾶς ἔχουν τυφλώσει καί δέν βλέπουμε αὐτό πού εἶναι μπροστά μας.