Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020
ΣΤΙΣ ΗΡΩΙΚΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ

ελάχιστη ανταπόδοση στην τεράστια προσφορά τους. ΑΘΑΝΑΤΕΣ!
(ένα συγκινητικό κείμενο της ΓΑΛΑΤΕΙΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΟΥ-ΣΟΥΡΕΛΗ)
Είχε φασόλια μαυρομάτικα, τα μούσκεψε, έριξε ξύλα στο τζάκι, μπας και σβήσει, γιόμισε καπνούς το σπίτι, δεν καλοτράβαγε το τζάκι, άτσαλα το ‘χε χτίσει ο μακαρίτης.
Απ’ το στενόμακρο παραθύρι κοίταξε τον ουρανό, μπλαβιασμένος ο ουρανός, χιονίζει μερόνυχτα, μα δε λέει να ξεθυμάνει. Καινούργιο χιόνι πάνω στο παλιό και ο λυσσασμένος παγωμένος αγέρας, να το κάνει πάγο. Βουνά ο πάγος να παραβγαίνουν θαρρείς σε μπόι με τα κατσάβραχα.
Για τον κύρη της ξέρει, τον πήρε κοντά του ο Θεός! Θεός σχωρέσ’ τον.
Μα εκείνος που να ‘ναι; Ο γιος της, το μοναχοπαίδι της, ε, βρε παιδεμός να τον μεγαλώσει, άντρακλας έγινε, που η Παναγιά να τον φυλάει.
Κι ήταν ώρες να βρει το ταίρι του, ν’ ανοίξει κι αυτηνής το σπίτι κι η καρδιά της, μα ήρθε ο πόλεμος.
Καί τώρα που να ‘ναι;
Πήγε χωρίς βιάση, άναψε το καντήλι της. “Εγώ δεν ξέρω Παναγιά μου που ‘ναι, μα εσύ ξέρεις· μάνα και του λόγου σου νογάς από καημούς”.
Πήρε μετά μια ξεφτισμένη ρόμπα της κι άρχισε να τη ρεμπατεύει. Το χωριό, το Ηπειρώτικο χωριό δεχόταν με βόγκο το χιόνι που έπεφτε… έπεφτε… έπεφτε.
Το χιόνι έπεφτε… έπεφτε. Κόντευες να πιστεύεις πως δε θα μπορούσε η μέρα να διώξει τη νύχτα. Κι όμως ξημέρωσε και τότε τόλμησαν να ξεκινήσουν.
Μπρος ορθό εχθρικό το βουνό. Κάτω το Ηπειρώτικο χωριό, δεξιά ζερβά οι χαράδρες. Και το χιόνι να τους κόβει την ανάσα, να τους ζαλίζει, που τελειώνει το μονοπάτι, που αρχίζει η χαράδρα;
Καί πάγος κάτω, πάγος που γλιστράει, τσουλήθρα θανάτου. Κι απάνω στο βουνό, ‘κει προς την κορφή να καρτερούν τα πυρομαχικά -ζωή και θάνατος η έλλειψη τους -και τους είχαν τελειώσει. Κι αυτοί ανέβαιναν… ανέβαιναν κι όσο κι αν φαίνεται παράξενο μέσα στην τόση παγωνιά είχαν ιδρώσει . Απ’ το κόπο κι απ’ τον φόβο…
Και ‘κει ήταν που και τα μουλάρια σταμάτησαν. Ή πιο σωστά πήραν τα πόδια τους τη γλιστρά της κατηφοριάς, οι ασήκωτες κάσες που ‘χαν στις πλάτες τους μετακινήθηκαν… κίνδυνος να γκρεμιστούν στο βάραθρο μαζί με τα μουλάρια. Κι απάνω στο βουνό εκεί προς την κορφή, να καρτερούν τα πυρομαχικά, ζωή και θάνατος η έλλειψη τους, και τους είχαν τελειώσει…
– “Δε φτάνουμε”, είπε ο λοχίας κι όλοι συμφώνησαν.
“Δε φτάνουμε ‘κει πάνω”.
“Να κατεβούμε στο χωριό, να ζητήσουμε παλιολινάτσες να βάλουμε στα ποδάρια των ζωντανών να μη γλιστράνε”, είπε ο δεκανέας κι όλοι το ‘δαν σα μόνη ελπίδα.
Πήρε δυο φανταράκια ο δεκανέας μαζί του και ροβόλησαν για το χωριό. Στο έμπα ήταν που αντάμωσαν τον παπά με δυο-τρεις άλλους που ασφάλιζαν γερά ένα παραθύρι της Εκκλησιάς μη τύχη και ο χιονιάς μπει μέσα.
Τους είδε να ‘ρχονται αλαλιασμένοι.
“Παιδιά, έσπασε το μέτωπο”, ρώτησε ο παπάς και κρεμάστηκαν κι οι υπόλοιποι απ’ το στόμα του. Είχε σπάσει η χολή τους, τέτοια τρομάρα!
“Παπά, το και το, γρήγορα μονάχα βρες παλιολινάτσες κι οι απάνω μείναν χωρίς βόλι”.
Είχε πιαστεί να κάθεται στο σκαμνί, της πόνεσε η μέση “έρμα γεράματα” γκρίνιαξε, τράβηξε κατά το παραθύρι, το παραθύρι, που το μαστίγωνε το χιόνι.
“Αγρίεψε ο καιρός, φύλαγε τα παιδιά μας, Παναγιά μου, ξέρεις εσύ πως…”.
Δεν απόσωσε, τους είδε εκεί στην Εκκλησιά. Λαχτάρησε. Καλά, ο παπάς να ‘ναι εκεί, η φανταρία όμως; Τυλίχτηκε σφιχτά με το χοντρό σάλι της και βγήκε κι αντάμωσε τη χιονοθύελλα. Κουβέντιαζαν έντονα, δε την κατάλαβαν.
“Να μαζώξουμε λινάτσες κι ό,τι μας βρίσκεται, μα μη θαρρείς πως τα ζωντανά δε θα γλιστράνε πάλι. Ξέρουμε από τέτοια κι έχουν χαθεί αν έχουν χαθεί ζωντανά μαζί μ’ ανθρώπους σε τούτα τα φαράγγια!”,είπε σκεφτικά ο παπάς.
“Εγώ θα σας πω και κάτι άλλο παλληκάρια: Τώρα να βαρέσουμε την καμπάνα, να καλέσουμε τις κυράδες να μας βρούνε ό,τι έχουν και δεν έχουν σε λινατσόπανα, θα κυλήσει ώρα. Άντε τα μαζώξαμε, τα πήρατε, πάτε στην ευχή του θεού. Μέχρι ν’ ανταμώσετε τους άλλους και τα ζωντανά σας βρήκε η νύχτα. Και δε δείχνει ο ουρανός να ξανοίγει, ώρα στην ώρα άλλη χιονιά έρχεται. Δε θα προκάνετε και εσείς λέτε πως βόλι πάνω στην κορφή οι φαντάροι μας δεν έχουνε βόλι, όχι οβίδες και…”.
Δεν αποτέλειωσε. Η φωνή κοφτή τον έκοψε. “Δεν προκάνουνε!!!…”.
Γύρισαν, είδαν τη γυναίκα που σίμωσε.
“Δε προκάνουνε”, ξανάπε με πεποίθηση.
“Και κυρά Σαράντη, τι λες να γίνει;” ρώτησε ο παπάς.
“Βάρα την καμπάνα, παπά μου, να μαζωχτούν οι γυναίκες. Εμείς θα ζαλωθούμε τα κιβώτια”. “Εσείς;” ξαφνιάστηκαν οι φαντάροι.
“Τα γουρουνοτσάρουχα δε γλιστράν, ξέρουμε σα τα σπιτικά μας τα μονοπάτια, “θα αντέξετε; Είναι βαριά, πες ασήκωτα”, είπε δειλά ο δεκανέας.
“Βαστάν οι καρδιές και τα κότσια τους”, είπε ο παπάς και ανακούφιση και περηφάνεια ένιωσε.
“Το λοιπόν μην αργείς παπά μου, και ξαναμούτρωσε ο καιρός”, είπε η γυναίκα και ίδια κοπελ-λίτσα τράβηξε για το σπίτι της, να βάλει τα γουρνοτσάρουχά της.
Η καμπάνα αυτοστιγμής χτύπησε δυνατά, χαρούμενα, ίδιος αναστάσιμος ο ήχος της…
Η μια πίσω απ’ την άλλη ανέβαιναν… ανέβαιναν… οι κάσες λύγιζαν τις μέσες τους, το χιόνι τις μάχονταν… ο θάνατος -το φαράγγι -δεξιά ζερβά τις παραμόνευε.
Κι αυτές ανέβαιναν… ανέβαιναν…
Η ΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΣΧΗΜΑΤΙΖΟΥΝ ΚΑΤΑ ΤΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΣΤΟΝ ΑΓΝΩΣΤΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ ΟΙ ΕΥΖΩΝΕΣ ΑΝΑ ΜΙΑ ΩΡΑ ΣΧΗΜΑΤΙΖΕΙ ΤΟ "ΟΧΙ"
Η στάση που σχηματίζουν κατά το προσκύνημα στον άγνωστο στρατιώτη οι εύζωνες ανά μια ώρα σχηματίζει το “ΟΧΙ”, το κεφάλι του πρώτου εύζωνα είναι το “Ο”, τα διασταυρωμένα τουφέκια είναι το “Χ” και το λεγόμενο μαύρο δάκρυ που κρέμεται από το φέσι του δεύτερου είναι το “Ι”
ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ:ΟΣΟΙ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΣΙΑ,ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ

~ Θυμάμαι, στον στρατό το σύνολο είχε έναν κοινό σκοπό. Προσπαθούσα εγώ, αλλά η θυσία υπήρχε και στους άλλους, άσχετα αν πίστευαν ή όχι στην άλλη ζωή.
«Γιατί να σκοτωθή ο άλλος; είναι οικογενειάρχης», έλεγαν, και πήγαιναν αυτοί σε μια επικίνδυνη επιχείρηση. Η θυσία που έκαναν αυτοί είχε μεγαλύτερη αξία από την θυσία που έκανε ένας πιστός. Ο πιστός πίστευε στην θεία δικαιοσύνη, στην θεία ανταπόδοση, ενώ αυτοί δεν γνώριζαν ότι δεν πάει χαμένη η θυσία που έκαναν και ότι θα έχουν να λάβουν γι’ αυτήν στην άλλη ζωή.
Στην Κατοχή, τότε με τον Δαβάκη, οι Ιταλοί είχαν κάνει συλλήψεις νέων αξιωματικών, τους έβαλαν σε ένα καράβι και τους βούλιαξαν. Ύστερα, τους πρώτους που έπιασαν, τους βασάνισαν, για να μαρτυρήσουν ποιοί έχουν όπλα. Εκεί να δήτε κοσμικοί άνθρωποι τί θυσία έκαναν! Στην Κόνιτσα, κοντά στο σπίτι μας, εκεί που έχτισαν τώρα τον Ναό του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, πρώτα ήταν τζαμί. Τους έκλειναν μέσα στο τζαμί και τους έδερναν όλη την νύχτα με βούρδουλα που είχε επάνω κολτσίδες όλο αγκάθια ή με καλώδια γδαρμένα· έβγαιναν έξω τα σύρματα, έδεναν και στην άκρη μολύβια και μ’ αυτά τους χτυπούσαν· και αυτό το ατσαλένιο σύρμα πήγαινε και έγδερνε το δέρμα. Για να μην ακούγωνται οι φωνές, τραγουδούσαν ή έβαζαν μουσική. Από ᾿δώ βγήκε το «ξύλο μετά μουσικής».
Τους κρεμούσαν και ανάποδα και έβγαζαν οι καημένοι αίμα από το στόμα, αλλά δεν μιλούσαν, γιατί σκέφτονταν: «Αν μαρτυρήσουμε εμείς – ήξεραν ποιοί είχαν ντουφέκια –, ύστερα θα χτυπούν τον καθέναν, για να μαρτυρήση». Γι’ αυτό οι πρώτοι είπαν: «Ας πεθάνουμε εμείς, για να τους αποδείξουμε ότι δεν έχουν οι άλλοι ντουφέκια». Και ήταν μερικοί που για μια οκά ή για πέντε οκάδες αλεύρι έλεγαν ότι ο τάδε π.χ. έχει δύο ντουφέκια. Πεινούσε ο κόσμος και πρόδιδαν τους άλλους. Οπότε και μερικοί Ιταλοί από ένα τάγμα που ήταν νόθα παιδιά και ήταν βάρβαροι με όλα τα κόμπλεξ που είχαν, έβγαζαν το άχτι τους. Έπαιρναν τα μικρά παιδιά, τα έβαζαν τα καημένα γυμνά πάνω στην μασίνα που έκαιγε και τα πατούσαν να καούν. Τα έκαιγαν, για να μαρτυρήσουν οι γονείς που έχουν το ντουφέκι. «Δεν έχω, δεν έχω», έλεγαν οι μεγάλοι και εκείνοι έκαιγαν τα παιδάκια. Θέλω να πώ, εκείνοι προτίμησαν να πεθάνουν, αν και ήταν κοσμικοί άνθρωποι, για να μη φάνε και οι άλλοι ξύλο ή για να μην τους σκοτώσουν. Με αυτόν τον τρόπο έσωσαν πολύ κόσμο. Έτσι από μερικά παλληκάρια κρατήθηκε το Έθνος!
Όσοι πεθαίνουν παλληκαρίσια, δεν πεθαίνουν. Αν δεν υπάρχη ηρωισμός, δεν γίνεται τίποτε. Και να ξέρετε, ο πιστός είναι και γενναίος.
*****
Στην εποχή μας σπανίζουν τα παλληκάρια. Οι άνθρωποι είναι νερόβραστοι. Γι᾿ αυτό, Θεός φυλάξοι, αν γίνη ένας πόλεμος, άλλοι από φόβο θα πεθάνουν, άλλοι θα μείνουν στον δρόμο από μια μικρή ταλαιπωρία, γιατί συνήθισαν στην καλοπέραση. Παλιά, τί παλληκαριά είχαν! Στην Μονή Φλαβιανών, στην Μικρά Ασία, είχαν πιάσει οι Τούρκοι έναν άνδρα και τον έσφαξαν. Μετά είπαν στην γυναίκα του: «Ή θα αρνηθής τον Χριστό ή θα σφάξουμε και τα παιδιά σου». «Τον άνδρα μου, τους λέει εκείνη, τον πήρε ο Χριστός, τα παιδιά μου τα εμπιστεύομαι στον Χριστό και εγώ τον Χριστό δεν Τον αρνούμαι». Τί παλληκαριά! Όταν δεν υπάρχη στον άνθρωπο ο Χριστός, πώς να υπάρχη αυτή η παλληκαριά; Σήμερα οι άνθρωποι χωρίς Χριστό χτίζουν την ζωή τους στα μπάζα.
Εκείνα τα χρόνια ήταν και οι μητέρες παλληκάρια και τα παιδιά παλληκάρια.
Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ '40

Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ´
Ἡ 28η Ὀκτωβρίου 1940, στὸ Ἐθνικὸ Μηναῖο, δὲν εἶναι μία ἁπλή, συνήθης ἡμερομηνία. Εἶναι ἡμεροχρονολογία ὁρόσημο. Γιατὶ εἶναι ἡ ἀρχὴ ἑνὸς ἄνισου καὶ ἄδικου πολέμου κατὰ τῆς Ἑλλάδος.
Ὁ Γολιὰθ παλεύει μὲ τὸν Δαβίδ. Ὁ Νέστωρ μὲ τὸν Λυαῖο. Ἀλλ᾿ ἡ μικρὴ Ἑλλάδα νικᾶ καὶ θριαμβεύει καὶ μεγαλουργεῖ.
Φθάνει ὥστε νὰ διακηρύξουν γι᾿ αὐτὴν ὅτι: «Ἕως τώρα ἐλέγαμε ὅτι οἱ Ἕλληνες πολεμοῦν σὰν ἥρωες. Τώρα θὰ λέγομεν ὅτι οἱ ἥρωες πολεμοῦν σὰν Ἕλληνες».
Θαῦμα ἦταν ἡ ἐποποιΐα τοῦ ΄40. Θαῦμα μὲ τὴν βοήθεια τῆς προστάτιδος τοῦ Ἔθνους, τῆς Παναγίας, τῆς «Ὑπερμάχου Στρατηγοῦ», γι᾿ αὐτὸ καὶ σήμερα τὴν ἑορτάζουμε, τὴν εὐχαριστοῦμε καὶ τὴν εὐγνωμονοῦμε. Τὴν Ἁγία Σκέπη.
Ἀνοίγοντας τὸ Ἐθνικὸ αὐτὸ Μηναῖο θὰ σταθοῦμε στὸ κεφάλαιο: Ἡ προσφορὰ τῆς ἐκκλησίας στὸ ἔπος τοῦ ΄40.
Τυγχάνει ἀναμφισβήτητο γεγονὸς ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἔδειξε ἀκατάβλητο ἡρωϊσμό. Ἀλλὰ ἀπὸ ποία πηγὴ ἀντλοῦσε ἡρωϊσμὸ καὶ ἐπετέλεσε τὸ θαῦμα αὐτὸ τοῦ 1940; Ἡ πηγὴ ἦταν ἡ πίστη στὸ Θεό. Αὐτὴ ἡ δυνατὴ πίστη ἔδωσε τὴν πνευματικὴ ἰσχὺ σ᾿ ὅλο τὸ μέτωπο.
Ἀκριβῶς ἐδῶ προβάλλει ἡ ἀνεκτίμητη προσφορὰ τῆς μάνας Ἐκκλησίας. Ἀπὸ τὸν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Χρύσανθο, τὴν μεγάλη ἐκκλησιαστικὴ καὶ ἐθνικὴ φυσιογνωμία, μέχρι τὸν ἡρωϊκὸ ἱερέα πάνω στὰ βουνὰ στὴ δίνη τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων.
Διεκήρυττε, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χρύσανθος, στὸ Διάγγελμά του πρὸς τὸν Ἑλληνικὸ λαό, στὶς 28 Ὀκτωβρίου τοῦ 1940:
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά.
Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς καὶ ὁ πρόεδρος τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν Κυβερνήσεως, καλοῦν ἡμᾶς πάντας ἵνα ἀποδυθῶμεν εἰς Ἅγιον ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος ἀμυντικὸν ἀγῶνα.
Ἡ Ἐκκλησία εὐλογεῖ τὰ ὅπλα τὰ ἱερὰ καὶ πέποιθεν ὅτι τὰ τέκνα τῆς Πατρίδος εὐπειθῆ εἰς τὸ κάλεσμα Αὐτῆς καὶ τοῦ Θεοῦ θὰ σπεύσουν ἐν μίᾳ ψυχῇ καὶ καρδίᾳ νὰ ἀγωνισθοῦν ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν καὶ τῆς Ἐλευθερίας καὶ τιμῆς καὶ θὰ συνεχίσουν οὕτω τὴν ἀπ᾿ αἰώνων πολλῶν ἀδιάκοπτον σειρὰν τῶν τιμίων καὶ ἐνδόξων ἀγώνων καὶ θὰ προτιμήσουν τὸν ὡραῖον θάνατον ἀπὸ τὴν ἄσχημον ζωὴν τῆς δουλείας.
Καὶ μὴ φοβούμεθα ἀπὸ τῶν ἀποκτεινόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι, ἂς φοβούμεθα δὲ μᾶλλον τὸν δυνάμενον καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα ἀπολέσαι. Ἐπιρρίψωμεν ἐπὶ Κύριον τὴν μέριμναν ἡμῶν καὶ αὐτὸς θὰ εἶναι βοηθὸς καὶ ἀντιλήπτωρ ἐν τῇ ἀμύνῃ κατὰ τὴς ἀδίκου ἐπιθέσεως τῶν ἐχθρῶν.
Οὗτοι ἐν ἄρμασι καὶ οὗτοι ἐν ἵπποις, ἡμεῖς δὲ ἐν ὀνόματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ καὶ ἐν τῆ γενναιότητι καὶ ἀνδρείᾳ μεγαλυνθησόμεθα. Ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς ἐπὶ πάντων ἡμῶν.
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος
ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ
Προσέτι ἡ Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀθηνῶν ἐξαπέλυσε πρὸς τὸν Ἱερὸ Κλῆρο τὴν κάτωθι Ἐγκύκλιο:
«Ὡς γνωστὸν τὸ Ἔθνος ἐκηρύχθη ἐν ἐπιστρατεύσει... Εἰς τὴν πρόσκλησιν ταύτην δὲν πρέπει νὰ ὑστερήσῃ ὁ Ἱερὸς Κλῆρος, ὁ ὁποῖος εἰς πᾶσαν ἐθνικὴν περιπέτειαν πρωτηγωνίστησεν...
Ὅθεν... παρακαλοῦμεν πάντας ὑμᾶς, ὅπως μὴ ἀπομακρύνησθε τῶν ἐνοριῶν καὶ τῶν Ἱερῶν Ναῶν ὑμῶν, παρέχοντες πάντοτε πρόθυμον τὴν ὑμετέραν συνδρομὴν καὶ βοήθειαν εἰς τοὺς εὐσεβεῖς ἡμῶν ἐνορίτας, ἐνθαρρύνοντες καὶ παρηγοροῦντες αὐτοὺς καὶ προφρόνως συντρέχοντες εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῶν, ὅπου ζητηθῇ ἡ ὑμετέρα ἀρωγὴ καὶ ἀντίληψις, προσκαρερῆτε δὲ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει, τακτικῶς καὶ ἀνελλιπῶς ἐν πάσῃ εὐλαβείᾳ καὶ ἐν φόβῳ Θεοῦ ἐπιτελοῦντες καθ᾿ ἑκάστην πρωτίστως μὲν ἁπάσας τὰς ἐνδιατάκτους Ἀκολουθίας Ἑσπερινοῦ, Ὄρθρου καὶ Λειτουργίας, ἰδίᾳ δὲ καὶ καθ᾿ ἑκάστην ἑσπέραν τελῆτε τὴν Ἀκολουθίαν τῆς Παρακλήσεως «Ὑπὲρ εἰρήνης καὶ καταστάσεως τοῦ σύμπαντος κόσμου, εὐσταθείας τῶν Ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν, Ὑπέρ... εὐοδώσεως καὶ ἐνισχύσεως τοῦ φιλοχρίστου κατὰ γῆν, θάλασσαν καὶ ἀέρα Στρατοῦ ἡμῶν, διαφυλάξεως, σκέπης, βοηθείας καὶ ἀντιλήψεως τοῦ εὐσεβοῦς ἡμῶν Ἔθνους...».
Εἰδικότερα, οἱ Ἀρχιερεῖς εἴτε μὲ τὸν θαρρετὸ λόγο τους, εἴτε μὲ τὶς Ἐγκυκλίους τους πρωτίστως μὲ τὴν παρουσία τους ἐνεθάρρυναν τὸν Ἑλληνικὸ στρατό, νὰ μὴν περιπέσει σὲ ἡττοπάθεια, συνέδραμον ποικιλοτρόπως σὲ πολλὰ ἐπίπεδα ὥστε νὰ ἀντιμετωπισθεῖ τὸ ἄδικον τοῦ πολέμου καὶ νὰ προστατευθεῖ ἡ ἀκεραιότητα καὶ ἡ τιμὴ τῆς πατρίδος.
Ὁ εἰδικὸς Τόμος ὑπὸ τὸν τίτλον «Μνῆμες καὶ Μαρτυρίες ἀπὸ τὸ ΄40 καὶ τὴν Κατοχή, ἡ προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίας τὸ 1940-1944», ἔκδοση τοῦ Κλάδου Ἐκδόσεων Ἐπικοινωνιακῆς καὶ Μορφωτικῆς Ὑπηρεσίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 2000 ἀναγράφει πολλὰ στοιχεῖα γιὰ τὴν ὅλη δράση τῶν Ἑλλήνων Ἀρχιερέων, τὸν ἀγῶνα στὸ Μέτωπο καὶ τὶς θυσίες τους.
Ἐπίσης οἱ ἱερεῖς, οἱ διάκονοι, οἱ μοναχοὶ ἦταν παντοῦ. Οἱ στρατιωτικὲς μονάδες ξεκίνησαν γιὰ τὴν Πίνδο, τὸ Καλπάκι καὶ τὶς ἄλλες βουνοκορφὲς μαζὶ μὲ τοὺς ἱερεῖς τους.
Οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ στρατιῶτες τοὺς ἔβλεπαν νύκτα καὶ μέρα ὡς πνευματικοὺς πατέρες καὶ ἀρχηγούς τους. Ἀκόμη καὶ στὰ χαρακώματα ἐπήγαιναν οἱ κληρικοί μας γιὰ νὰ τονώσουν πνευματικὰ τὸν Ἕλληνα πολεμιστή.
Καθ᾿ ὅλην τὴν διάρκεια ποὺ κράτησε ὁ ἀγώνας οἱ Ἕλληνες ἱερεῖς, γενναῖοι καὶ ἀτρόμητοι, ὡπλισμένοι μὲ τὸν «θώρακα τῆς πίστεως» δὲν ἐλογάριασαν στερήσεις, πεῖνα, κρύο, βροχές, χιόνια, κρυοπαγήματα, βομβαρδισμοὺς καὶ πολυβολισμούς.
Μὲ πολὺ ζῆλο καὶ ἀκατάβλητη δραστηριότητα γύριζαν τὶς μεγάλες καὶ τὶς μικρὲς μονάδες τοῦ στρατοῦ καὶ ἐπιτελοῦσαν τὸ ὑπέροχον ἔργον τῆς ψυχικῆς τόνωσης. Ἦταν ἐκεῖ. Δίπλα στὸν Ἕλληνα πολεμιστὴ στρατιώτη.
Χιλιάδες ἐθνικοθρησκευτικὰ κηρύγματα ἔγιναν ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς τὸ ἑξάμηνον τοῦ ἀγῶνα. Ἕνα πλῆθος λειτουργίες ἐτελέσθησαν. Τόσοι καὶ τόσοι πολεμιστὲς ἐξωμολογήθησαν καὶ κοινώνησαν.
Ἀμέτρητα χριστιανικὰ ἔντυπα καὶ βιβλία, ἀλλὰ καὶ εἰκόνες τῆς Ὑπερμάχου Στρατηγοῦ τῆς Παναγίας, ἐμοιράσθησαν στοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς στρατιώτας. Τραυματιζόντουσαν οἱ στρατιῶτες· καὶ πάλιν ἐκεῖ παρὰ τὸ πλευρόν τους ὁ ἱερεύς. Ἐφονεύετο ἄλλος· μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς του καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια ὁ ἱερεὺς ἔψαλλε τὴν νεκρώσιμη ἀκολουθία· ἔλεγε τό: «Αἰωνία ἡ μνήμη».
Ἀλλὰ καὶ στὰ μετόπισθεν ἡ παρουσία τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξε ἐξόχως εὐεργετική. Εὐεργετικὴ μὲ τὴν κάθε εἴδους προσφορὰ στὸ λαό, στοὺς ἡλικιωμένους, στὶς γυναῖκες, στὰ παιδιά.
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χρύσανθος διοργάνωσε ἀμέσως μὲ τὴν κήρυξη τοῦ πολέμου τὴν «Πρόνοια Στρατευομένων τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν».
Κινητοποίησε περὶ τοὺς 2000 συνεργάτες-ἐθελοντές, οἱ ὁποῖοι πρόσφεραν ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ τὴν συνεργασία του ἀνεκτίμητες ὑπηρεσίες στὶς οἰκογένειες τῶν στρατευθέντων καὶ στὴν ὅλη ἑλληνικὴ κοινωνία, ἡ ὁποία ἤθελε στήριγμα καὶ ἐνίσχυση στὴν χρονικὴ αὐτὴ περίοδο.
Τὸ σημαντικὸ αὐτὸ ἔργο εἶχε τρεῖς τομεῖς.
α). Τὴν ἠθικὴ ἐνίσχυση τῶν ἀξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν στὸ μέτωπο μὲ ἐπιστολές, βιβλία, φυλλάδια, εἰκόνες, ἄλλα χρήσιμα προσωπικὰ ἀντικείμενα.
β). Τὴν μέριμνα γιὰ τοὺς τραυματίες καὶ
γ). τὴν συμπαράσταση στὶς οἰκογένειες ποὺ ἔμεναν στὰ μετόπισθεν, μὲ βοήθεια ἰατρική, νομική, οἰκονομικὴ καὶ ἀκόμη προστασία τῶν ὀρφανῶν παιδιῶν. Ποιὸς θὰ ἔδειχνε στοργὴ γι᾿ αὐτὰ τὰ παιδιὰ ποὺ ξαφνικὰ ὀρφάνευαν;
Συγκεκριμένα, τριακόσιοι ἐθελοντὲς ἰατροὶ ἦσαν καθημερινῶς στὴ διάθεση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου γιὰ τὴν ἰατρικὴ μέριμνα τῶν οἰκογενειῶν τῶν στρατευσίμων.
Πενήντα νομικοὶ μὲ ὑπεύθυνο τὸν καθηγητὴ τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Γ. Ράμμο παρεῖχαν τὴν νομικὴ κάλυψη. Καθημερινῶς ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἐνημερωνόταν γιὰ τὴν ὅλη πορεία τῆς δράσεως αὐτῆς ἀπὸ τὸν κεντρικὸ ὑπεύθυνο ἀρχιμ. Ἱερώνυμο Κοτσώνη (μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπο), ἐνῶ δὲν παρέλειπε τὶς ἐπισκέψεις του στὰ στρατιωτικὰ νοσοκομεῖα ποὺ ἦταν γεμᾶτα ἀπὸ τραυματίες τοῦ πολέμου.
Ἀκόμα καὶ εἰδικὴ προσευχὴ συνέταξε ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χρύσανθος γιὰ νὰ τὴν λέγουν τὰ παιδιά, οἱ μαθητές, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ πολέμου.
Ἀξίζει νὰ τὴν παραθέσουμε:
«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ποὺ ἀγαπᾶς τόσο πολὺ ὅλα τὰ παιδιὰ τοῦ κόσμου, Σὲ παρακαλοῦμε ἄκουσε τὴν προσευχή μας: Δέξου τὶς εὐχαριστίες μας, γιατὶ γεννηθήκαμε ἀπὸ Χριστιανοὺς γονεῖς καὶ εἴμαστε Ἕλληνες καὶ γιατὶ ἔστειλες κοντά μας, ἐκτὸς ἀπ᾿ τοὺς γονεῖς μας, ἀνθρώπους ποὺ μᾶς ἀγαποῦν καὶ μᾶς φροντίζουν.
Σὲ εὐχαριστοῦμε γιὰ τὶς ὀμορφιὲς ποὺ ἔχει ἡ φύση, τὸ λαμπρὸ ἥλιο, τὸν καθαρὸ ἀέρα, τὰ ὡραῖα λουλούδια. Σὲ εὐχαριστοῦμε γιὰ τὴν τροφὴ ποὺ τρῶμε, τὰ ροῦχα ποὺ φορᾶμε, τὰ γράμματα ποὺ μαθαίνουμε.
Σὲ εὐχαριστοῦμε γιὰ τὴ δύναμη καὶ τὴ βοήθεια ποὺ δίνεις στὸ Στρατό μας καὶ Σὲ παρακαλοῦμε νὰ εἶσαι πάντα μαζί του καὶ νὰ τὸν προστατεύεις.
Σὲ παρακαλοῦμε, συγχώρεσέ μας, ἂν Σὲ κάνουμε καμία φορὰ νὰ λυπᾶσαι γιατὶ δὲν εἴμαστε τόσο καλοί, ὅσο Ἐσὺ θὰ ἐπιθυμοῦσες, καὶ βοήθησέ μας νὰ κάνουμε μὲ χαρὰ τὸ θέλημα τὸ δικό Σου.
Σὲ παρακαλοῦμε, στὶς ἡμέρες αὐτὲς τοῦ πολέμου, φύλαξε ἀπὸ κάθε κακὸ τοὺς γονεῖς μας, τοὺς δασκάλους μας, τοὺς συμμαθητές μας, τὸ μέρος ποὺ μένουμε καὶ ὁλόκληρη τὴν Ἑλλάδα μας. Βοήθησε, Κύριε, τὴν πατρίδα μας νὰ τελειώσει τὸν ἀγῶνα μας μὲ ΝΙΚΗ, καὶ χάρισε σὲ ὁλόκληρο τὸν κόσμο Σου τὴν εἰρήνη, τὴ δικαιοσύνη, τὴν ἀγάπη. ΑΜΗΝ».
Ἕνας ἄλλος τομέας, ἐξόχως σημαντικὸς γιὰ τὴν ἐποχὴ ἦταν τὸ θεῖον κήρυγμα. Ἦταν σπουδαιότατο τὸ ἔργο αὐτὸ γιατὶ ὁ λαὸς ἤθελε ψυχικὴ ἐνίσχυση, βάλσαμο παρηγορίας, πνευματικὴ καθοδήγηση.
Ἔτσι ἀπὸ ἀξιολόγους ἱεροκήρυκες τῆς Ἐκκλησίας μας ὁ θεῖος λόγος ἀλλὰ συνάμα καὶ ὁ πατριωτικὸς λόγος ἐνδυνάμωσε τὴν πίστη στὸ Θεό, τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὸ ἰδανικὸ τῆς ἐλευθερίας προσφέροντας ὑπομονή, ἐλπίδα, ὅραμα νίκης.
Σπουδαία ὑπῆρξε ἀκόμη καὶ ἡ προσφορὰ στὴν ἐποποιΐα τοῦ ΄40 ὅλων τῶν Ἱερῶν Μονῶν τῆς πατρίδος μας καὶ ἰδιαίτερα τοῦ Ἁγ. Ὄρους. Ἡ ἀδιάκοπη προσευχή, οἱ καθημερινὲς Θεῖες Λειτουργίες, οἱ Παρακλήσεις πρὸς τὴν Παναγία ἀλλὰ καὶ ὑλικὴ καὶ ποικίλη ἄλλη στήριξη ἦταν ὅλα αὐτὰ μαζί, σπουδαιότατα εὐεργετήματα καὶ δωρήματα στὸν ἀγῶνα.
Κοντολογίς, θὰ λέγαμε:
Ἡ παρουσία τοῦ τιμημένου ράσου καὶ ὁ ἦχος τῆς καμπάνας μὲ τὸ τρίχινο σκοινὶ στάθηκαν ὁ ἠθικὸς ἐμψυχωτὴς γιὰ τὴν νίκη τῶν δικαίων τοῦ Ἔθνους.
Στὴ συνέχεια, παραθέτουμε μερικὰ μόνον χαρακτηριστικὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα καὶ περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν τὸν θεῖο παράγοντα τὴν πίστη, ποὺ προσέφερε ἡ Ἐκκλησία, πέρα ἀπὸ κάθε ὀρθολογιστικὴ ἰδεολογία.
Ὁ στρατιώτης τότε Εὐστάθιος Χ. Μπάστας (θεολόγος-συγγραφέας) θυμᾶται μὲ συγκίνηση μιὰ Θεία Λειτουργία πάνω σὲ ξέφωτο, στὴν Τρεμπεσίνα, σὲ ὑψόμετρο κάπου χίλια ἑκατὸ μέτρα...
«Σὲ κάποια Κυριακὴ τοῦ Μαρτίου 1941, μὲ καθαρὸ οὐρανό, ἄρχισε κατανυκτικώτατη ἡ Θεία Λειτουργία. Λειτουργὸς ὁ ἱερεὺς τοῦ 31ου Συντάγματος τῆς Μεραρχίας, μετέπειτα ἀπὸ Κοζάνης Μητροπολίτης Πατρῶν Κωνσταντῖνος (Πλατῆς)...
Κατὰ τὴν φρικτὴν ὥρα τοῦ καθαγιασμοῦ τῶν τιμίων δώρων, σὲ μικρὸ ὕψος ἀπὸ τὰ κεφάλια τοῦ ἐκκλησιάσματος, φάνηκαν ν᾿ ἀργοπετᾶνε πέντε βαρειὰ βομβαρδιστικὰ ἀεροπλάνα τοῦ ἐχθροῦ.
Μιὰ βόμβα νἄριχναν, καθὼς ἦταν συγκεντρωμένοι οἱ Ἕλληνες, θὰ γίνονταν ὅλοι τους κομμάτια... Τὸ ἐκκλησίασμα ὅμως, ὅπως τὸ εἶχε συνηθίσει ὁ στρατιωτικὸς ἱερέας του, ἐγονάτισε... Ἡ ἀπόφασις ἦταν, ἂν ἦταν θέλημά Του, νὰ πετάξουν ἀπὸ τὸ ἐπίγειο στὸ ἐπουράνιο θυσιαστήριο.
Ἡ ἱερουργία συνεχίσθηκε... τὰ ἀεροπλάνα συνέχισαν τὸν δρόμο τους... Μολονότι τὰ καταφύγια ἦταν κοντά... ἡ πίστη καὶ ἡ εὐλάβεια κράτησε γονατιστοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ στρατιῶτες στὴν ὥρα τοῦ μεγάλου κινδύνου» (Μνῆμες καὶ Μαρτυρίες... ὅπ. παρ. σελ. 157).
Ἕνα ἄλλο περιστατικό:
«...Παραμονὴ Θεοφανείων ἔλαβε διαταγὴ τὸ Σύνταγμά μας νὰ βαδίσει πρὸς τὴν πρώτη γραμμή. Κρίσιμες ὧρες γιὰ ὅλους.
Μόλις ἡ μέρα γλυκοχάραζε, δόθηκε τὸ σύνθημα τῆς ἐκκινήσεως. Ὁ ἱερεὺς εἶχε φθάσει πρῶτος στὸν κεντρικὸ φαρδὺ δρόμο, ἀπ᾿ ὅπου θὰ περνοῦσε ὁλόκληρο τὸ Σύνταγμα. Ἐκεῖ περίμενε μὲ τὸν σταυρὸ καὶ τὸν ἁγιασμό.
-Παππούλη, τὴν εὐχή σου, τοῦ ἔλεγαν κι ἀπομακρύνονταν.
Ὅλες οἱ γύρω πλαγιὲς ἀντιλαλοῦσαν ἀπὸ ἕνα μυριόστομο, «Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου». Καὶ πολλοὶ τὸ ἄλλαζαν καὶ ἔλεγαν: «Σῶσον Κύριε τὸν στρατόν σου!».
Ὁ Διοικητὴς παρεκάλεσε τὸν ἱερέα νὰ βρίσκεται πάντοτε ἀνάμεσα στοὺς μαχομένους, γιατὶ καὶ μόνη ἡ παρουσία του ἐνέπνεε ἀνδρεία καὶ ἡρωϊσμὸ στὸ στρατό... Προχωροῦσαν ἀνάμεσα στὶς ἐκρήξεις τῶν ὀβίδων...
...Ὁ ἱερεὺς ἔπειτα ἀπὸ πολλὲς περιπλανήσεις ἔφθασε στὸ Γκοσμάρι κι ἀμέσως ἄρχισε τὸ μεγάλο του ἔργο. Ἡ ὑποδοχὴ ποὺ τοῦ ἔκαναν οἱ στρατιῶτες στὴν πρώτη γραμμὴ ἦταν συγκινητική. Ἀκόμα κι οἱ πιὸ ἀποθαρρυμένοι μεταβάλλονταν σὲ ἥρωες ἔπειτα ἀπὸ τὰ λίγα λόγια ποὺ τοὺς ἔλεγε.
Τὸ ἀντίσκηνο τοῦ κάθε στρατιώτη εἶχε μεταβληθῆ σ᾿ ἕνα φτωχὸ κι ἀπέριττο παρεκκλήσιο, μὲ τὶς εἰκόνες ποὺ εἶχε. Σὲ μερικά, ἕνα μικρὸ καντῆλι, ἀπὸ κουτὶ κονσέρβας, ἔκαιγε μὲ τὸ λίγο λῖπος, μπροστὰ στὶς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας...». (Κων. Ρουμπέσης, Νοσηλευόμενος τραυματίας (βλ. Ἡρώων γῆ, Ἀθῆναι 1950).
Ὁ Ἀρχιμανδρίτης (Ὑπολοχαγὸς) Τιμόθεος Χαλόφτης (μετέπειτα Ἐπίσκοπος Ροδοστόλου), Μεγαρεύς τῶ γένει, γράφει στὶς 2 Ἀπριλίου 1941, πρὸς τὸν τραυματία ἀδελφό του Παναγιώτη.
«...Εἶμαι εὐτυχὴς διότι τώρα τὸν τελευταῖον καιρὸν μοῦ δίδεται ἡ εὐκαιρία νὰ βλέπω ὅλους τοὺς στρατιώτας μου, τῶν λόχων τῆς πρώτης γραμμῆς, καὶ νὰ δροσίζω τὸν πόνο τους καὶ νὰ σταλάζω στὶς ψυχές τους τὸ βάλσαμο, ποὺ μόνον ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ χαρίζη. Στὴν Ἐθνική μας Ἑορτή, εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῆς τί ἔγινε. Ὁ ἐνθουσιασμὸς ἦταν κάτι ἀπερίγραπτο. Μόλις ἐτελείωσα τὴν Δοξολογία καὶ τοὺς ὁμίλησα, τέτοια ἦταν ἡ χαρά τους ὥστε μὲ παρεκάλεσαν νὰ μείνω μαζί τους ὅλη τὴν νύχτα ἐκείνη... Οἱ Ἰταλοὶ τἄκουγαν καὶ πῆγαν νὰ σκάσουν ἀπὸ τὸ κακό τους. Ὁ Θεὸς ἂς μᾶς εὐλογῆ ἔτσι μέχρι τέλους» (Μνῆμες καὶ Μαρτυρίες... ὅπ. παρ. σελ. 158).
Ὁ Ἀρχιμ. Τῖτος Ματθαιάκης (Ἔφεδρος Λοχαγὸς) μετέπειτα Μητροπολίτης Παραμυθίας. Ὑπηρέτησε στὸ 2ο Στρατιωτικὸ Νοσοκομεῖο Ἀθηνῶν μὲ τὰ παραρτήματα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ Ἀρεταίειου, στὰ 1ο, 2ο, 4ο, 7ο, 8ο καὶ 9ο Στρατιωτικὰ Νοσοκομεῖα, στὸ Γενικὸ Ἔμπεδον Ἀθηνῶν, ὡς καὶ στὸ 5ο Στρατιωτικὸ Νοσοκομεῖο Θεσσαλονίκης, τὸ ὁποῖο ἀνῆκε στὴν ζώνη τῶν πρόσω καὶ γι΄ αὐτὸν ἀναφέρεται τὸ ἑξῆς ἀπὸ Ἀπόσπασμα Ἡμερησίας Διαταγῆς Ἀξιωματικῶν τῆς 7ης Ἰανουαρίου 1941:
Α´ ΑΝΩΤΕΡΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ
2ον ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΝ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΝ ΑΘΗΝΩΝ.
..Ὡσαύτως ποιοῦμαι μνείαν τοῦ Ἐφέδρου Στρατιωτικοῦ Ἱερέως Λοχαγοῦ Ματθαιάκη Τίτου τοῦ Νοσοκομείου, ὅστις μὴ φειδώμενος κόπων καὶ μόχθων, ὡς πραγματικὸς πατὴρ περιέρχεται ἀπὸ κλίνης εἰς κλίνην τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τραυματίας παρηγορῶν καὶ ἐμψυχώνων αὐτοὺς νυκτός τε καὶ ἡμέρας καὶ προσπαθῶν πάντοτε, ὅπως ἐνσταλλάξῃ εἰς τὴν ψυχὴν αὐτῶν τὸ θάρρος καὶ τὴν καρτερίαν. Διὰ τὴν ἀκρίβειαν, ὁ Γραμματεύς, Βαλταδῶρος Φιλάρετος, Ἀρχίατρος. (Μνῆμες καὶ Μαρτυρίες... ὅπ. παρ. σελ. 159).
Ἐν κατακλεῖδι, σημειώνουμε καὶ τὴν μαρτυρία τοῦ καθηγητοῦ τῆς Μεσαιωνικῆς καὶ Νεωτέρας Ἱστορίας, τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν ἀειμνήστου Ἀπ. Δασκαλάκη (Γυθειάτου), ὁ ὁποῖος γράφει τὰ κάτωθι:
«...Ὄνειρα, ὀπτασίαι, θαύματα, ἄξια νὰ συγκινήσουν καὶ τὴν πλέον ψυχρὰν λογικοφάνεια, ἱκανὰ νὰ γοητεύσουν καὶ τὴν πλέον γόνιμον ποιητικὴν φαντασίαν, κυκλοφοροῦν ἀπὸ στόματος εἰς στόμα, μεταδίδονται ἀστραπιαίως ἀπὸ τῆς μιᾶς ἄκρας τοῦ μετώπου εἰς τὴν ἄλλην καὶ φθάνουν μὲ τὴν ἰδίαν γοργότητα εἰς τὰ μετόπισθεν.
Κάθε μάχη ἔχει καὶ τὰ ἰδικά της θεῖα σημεῖα, κάθε κατάληψις ὑψώματος ὕστερον ἀπὸ φοβερὸν ἀγῶνα ἔχει καὶ τὰς ἰδικάς της ὀπτασίας τῆς ἐξ οὐρανῶν βοηθείας, κάθε νίκη τὰ ἰδικά της θαύματα.
Ἕνας ἡρωϊκὸς ἀρχιμανδρίτης ἱεροκήρυξ μεγάλης στρατιωτικῆς μονάδος, ὁ ὁποῖος -ἄξιος συνεχιστὴς τοῦ Παπαφλέσσα, τοῦ Γερμανοῦ καὶ τοῦ Ρωγῶν Ἰωσὴφ- περιφέρεται εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν μὲ τὸν σταυρὸν καὶ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας εἰς τὰς χεῖρας, μοῦ ἐπεδείκνυε μίαν ἡμέρα ἕνα σημειωματάριον εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει καταγράψει μὲ ἡμερομηνίας, καθορισμοὺς ὑψωμάτων, ἀπαριθμήσεις μαχῶν καὶ μαρτυρίας στρατιωτικῶν, πλῆθος παρομοίων σκηνῶν καὶ ἐπεισοδίων τῆς πίστεως τῶν μαχομένων, διὰ τὴν κατὰ τὴν κρίσιμον στιγμὴν θαυματουργὸν ἐπέμβασιν τοῦ Θείου πρὸς τὴν ἐπιτυχίαν τῆς νίκης.
Ἂν μήτι ἄλλο, ἡ εὐσεβὴς αὐτὴ καταγραφὴ τοῦ κληρικοῦ-πολεμιστοῦ θὰ χρησιμεύση εἰς τὸν ἱστορικὸν διὰ τὴν πληρεστέραν κατανόησιν τοῦ πνεύματος, τὸ ὁποῖον διέπει τὸν ἑλληνικὸν ἀγῶνα, ὡς εἶδος πανηγυρικῆς ἐπιβραβεύσεως τῶν ἱερωτέρων παραδόσεων, μὲ τὰς ὁποίας ἔζησεν, ἐσώθη, ἐθριάμβευσε καὶ ἐδοξάσθη ἀνέκαθεν ὁ Ἑλληνισμός».
Εἶναι ἱστορικὴ ἀλήθεια. Ἡ Ἐκκλησία μας ὑπῆρξε καὶ πάλιν εὐεργέτις τοῦ Ἔθνους. Εἶναι ἡ μεγάλη μάνα τοῦ Γένους. Προστατεύει, μεριμνᾶ, προσφέρει, πονᾶ, δακρύζει ἀλλὰ καὶ δίνει κουράγιο καὶ ἐλπίδα. Μὰ προπαντὸς ξυπνᾶ νεκρωμένες συνειδήσεις. Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀγνωμοσύνη, τὴν ἀπαξίωση, τὴν λήθη, τὴν διαστρέβλωση τῆς ἱστορίας, τὴν ἀπόρριψη τῶν ὑψηλῶν ἠθικῶν ἰδανικῶν.
Τὸ μόνο ποὺ μᾶς ζητᾶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι: Γρηγοροῦσα συνείδηση.
ΒΡΟΧΗ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ
βροχή στην πόρτα μας, ατέλειωτη βροχή.
Και συ στα σύνορα, σ' ένα χαράκωμα
και γύρω ο θάνατος, ατέλειωτη βροχή.
Εγώ στα σύνορα, σε κάποιο γράμμα μου,
βαθιά στη χλαίνη σου, γλυκά να σε πονώ.
Και συ στο σπίτι μας, παντού τα χνάρια σου,
παντού τα μάτια σου, πληγές στο δειλινό.
Βροχή και σήμερα κι ούτε ένα γράμμα σου
κι ούτε ένα μήνυμα στον μαύρο ουρανό.
Φυλάξου αγέρα μου, φυλάξου αγρύπνια μου,
φυλάξου αγόρι μου, από τον κεραυνό.
Η ΑΓΙΑ ΣΚΕΠΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Λόγω λοιπόν, των πολλών Θαυμάτων από την Παναγία, που ανέφεραν οι Έλληνες στρατιώτες στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο το 1940, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος με απόφασή της το 1952, καθιέρωσε να εορτάζεται η Αγία Σκέπη της Θεοτόκου αντί για την 1η Οκτωβρίου, στις 28 Οκτωβρίου.
Της Σκέπης σου Παρθένε, αvuμνούμεν τας χαρίτας, ην ως φωτοφόρον νεφέλην, εφαπλοίς υπέρ έννοιαν, και σκέπεις τον λαόν σου νοερώς, εκ πάσης των εχθρών επιβουλης. Σε γαρ σκέπην και προστάτιν και βοηθόν, κεκτήμεθα βοώντες σοι. Δόξα τοις μεγαλείοις σου Αγνή, δόξα τη θεία Σκέπη σου, δόξα τη προς ημάς σου, προμηθεία Άχραντε.
Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΤΟΥ 1940
Στον καιρό που η Πατρίδα μας πολεμούσε κατά του Άξονα (1940) ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρύσανθος είχε συντάξει την ακόλουθη προσευχή, για να τη μάθουν απ’ έξω και να τή λένε οι μικροί μαθητές της πατρίδας μας στον καιρό του ελληνοϊταλικού πολέμου.
(σημ. μπορούμε να μάθουμε μια αντίστοιχη και στα δικά μας παιδιά… οι προσευχές των μικρών παιδιών μπορούν να κάνουν θαύματα, σύμφωνα με τον άγιο Παΐσιο…
.
ΠΡΟΣΕΥΧΗ
.
Κύριε Ιησού Χριστέ, που αγαπάς τόσο πολύ όλα τά παιδιά τον κόσμου, Σε παρακάνουμε άκουσε την προσευχή μας:
Δέξου τις ευχαριστίες μας,
γιατί γεννηθήκαμε από Χριστιανούς γονείς και είμαστε Έλληνες και γιατί
έστειλες κοντά μας, εκτός απ’ τους γονείς μας, ανθρώπους πού μας αγαπούν
και μας φροντίζουν.
Σε ευχαριστούμε γιά τις ομορφιές πού έχει η φύση, το λαμπρό ήλιο, τόν καθαρό αέρα, τά ώραία λουλούδια. Σε ευχαριστούμε γιά τήν τροφή πού τρώμε, τά ρούχα πού φοράμε, τά γράμματα πού μαθαίνουμε. Σέ ευχαριστούμε γιά τή δύναμη και τή βοήθεια πού δίνεις στό Στρατό μας και Σέ παρακαλούμε νά είσαι πάντα μαζί τον και νά τόν προστατεύεις.
Σέ παρακαλούμε, συγχώρεσε μας, αν Σέ κάνουμε καμιά φορά να λυπάσαι γιατί δεν είμαστε τόσο καλοί, όσο Εσύ θά επιθυμούσες, και βοήθησε μας νά κάνουμε μέ χαρά τό θέλημα τό δικό Σου.
Σέ παρακαλούμε, στις ημέρες αυτές του πολέμου, φύλαξε από κάθε κακό τους γονείς μας, τους δασκάλους μας, τους συμμαθητές μας, τό μέρος πού μένουμε και ολόκληρη τήν Ελλάδα μας. βοήθησε, Κύριε, τήν πατρίδα μας νά τελειώσει τόν αγώνα μας με ΝΙΚΗ, και χάρισε σε ολόκληρο τόν κόσμο Σου τήν ειρήνη, τή δικαιοσύνη, τήν αγάπη. ΑΜΗΝ.
ΙΔΙΟΡΡΥΘΜΙΑ ΚΑΙ ΥΠΑΚΟΗ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
Το «εγώ» μας χαρακτηρίζεται από μία «ιδιορρυθμία». Ιδιόρρυθμος είναι όποιος έχει επιλέξει ο χαρακτήρας του, οι συνήθειές του, το «αυτός είμαι εγώ», ακόμη και οι στόχοι του, να μη λαμβάνουν υπόψιν τον άλλο σε μία σχέση, αλλά να απαιτούν από τον άλλο να προσαρμοστεί στα δικά του. Αιτία των συγκρούσεων, της δυσαρμονίας, της διάλυσης της σχέσης είναι η ιδιορρυθμία. Η αγάπη κλονίζει το απόλυτο της ιδιορρυθμίας. Αυτός που σε αγαπά, ανέχεται τα ιδιόρρυθμα στοιχεία του χαρακτήρα σου, διότι δεν τα θεωρεί ανώτερης αξίας από την αγάπη την οποία σου έχει και ελπίζει να του έχεις. Όμως αυτό δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ άπειρον, εάν δεν αποφασίσεις να παραιτηθείς από την ισχύ της ιδιορρυθμίας σου χάριν της αγάπης του άλλου. Αν αγαπάς την ιδιορρυθμία σου πιο πολύ από τον άλλο, τότε η ήττα της αγάπης του είναι αναπόφευκτη. Θα κουραστεί. Αλλά κι εσύ θα μείνεις μόνος σου.
Παλαιότερα η ιδιορρυθμία καλύπτονταν από την υπακοή ως κοινωνική σύμβαση, ιδίως από την πλευρά της γυναίκας. Σήμερα η υπακοή μπορεί να γίνει μόνο από επιλογή. Στην πνευματική ζωή μάλιστα η υπακοή είναι η βάση για να προχωρήσει ο άνθρωπος στην οδό της αληθινής ελευθερίας. Υπακούει αυτός που εμπιστεύεται, αυτός που αγαπά. Υπακούει αυτός που έχει αποφασίσει το «εγώ» του να μην είναι κριτήριο στην πορεία της σχέσης του με τον Θεό και τον πλησίον, αλλά η ανάπαυση του θείου θελήματος και του ανθρώπου για τον οποίο νοιάζεται. Μόνο που η υπακοή προϋποθέτει να βρεις άνθρωπο που έχει στόχο και που αγαπά. Που θα μπορεί να σε διδάξει, παλεύοντας ταυτόχρονα με τον δικό του εαυτό να μην νικηθεί από την ιδιορρυθμία του. Αυτό φαντάζει αδύνατο και αδιανόητο. ίσως όμως να είναι και ο ορισμός της αυθεντικής αγάπης. Υπακούω θυσιάζοντας το θέλημά μου, την ιδιορρυθμία μου, από εμπιστοσύνη σ’ αυτόν που με αγαπά. Γι’ αυτό και η επιλογή του οικείου, του αγαπημένου είναι πολύ σημαντική. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος που «παιδεύεται» πνευματικά να μην εκπληρώνει κάθε θέλημά του, να μην δικαιώνει την ιδιορρυθμία του μπορεί να προκόψει αληθινά.
Συνήθως απαιτούμε υπακοή διότι έχουμε εντός μας ένα πνεύμα εξουσίας, υπερηφάνειας, αυτοδικαίωσης. «Εγώ ξέρω κι εσύ πρέπει να κάνεις αυτό που σου λέω». Το πιο ωραίο στον έρωτα, στον γάμο, στην οικογένεια είναι η υπακοή από αγάπη. Θέλει προσευχή και σε πείσμα των καιρών ήθος αντίστασης. Και υπομονή, για να μην νικηθούμε από τον σταυρό ενός αταίριαστου συμβιβασμού, που δεν είναι του Θεού, αλλά δικός μας.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
ΠΑΤΡΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ:ΥΨΩΣΤΕ ΤΗ ΣΗΜΑΙΑ ΣΤΑ ΜΠΑΛΚΟΝΙΑ ΣΑΣ

Για την Αγία μας Ορθόδοξο πίστη και τους αγώνες και τις θυσίες γι’ αυτά τα ιδανικά, αγωνίστηκαν διαχρονικά και έχυσαν το αίμα τους οι Έλληνες, ώστε εμείς να είμαστε ελεύθεροι, τόνισε ο Σεβασμιώτατος.
Ο Σταυρός στην Σημαία της Πατρίδος μας, δηλώνει την πίστη στον αληθινό Θεό και ότι η Ορθοδοξία είναι η πεμπτουσία του βίου μας. Οι λωρίδες της γαλανόλευκης σημαίνουν τον αγώνα για την ελευθερία, ο οποίος πέρασε μέσα από θυσίες και αίματα ηρώων και μαρτύρων.
«Αυτά όλα πάνε μαζί. Ουδείς δύναται να τα ξεχωρίσει. Κρατήστε τη Σημαία μας ψηλά και τα ιδανικά μας στην καρδιά σας και αναθρέψατε και μεγαλώστε τα παιδιά σας με τα νάματα της Ελληνορθοδόξου Πατρίδος μας. Μόνο έτσι αυτός ο τόπος θα έχει μέλλον» κατέληξε ο Σεβασμιώτατος.
Ο ΜΟΝΟΣ ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΘΕΟΣ
του πατρός Δημητρίου Μπόκου
Ρώτησαν κάποτε τον αββά Αγάθωνα:
– Εσύ είσαι ο Αγάθων; Ακούμε για σένα ότι είσαι πόρνος και υπερήφανος.
– Ναι, έτσι είναι, απαντά ο ασκητής.
– Εσύ είσαι ο Αγάθων που φλυαρείς και κατακρίνεις;
– Εγώ είμαι.
– Εσύ είσαι ο Αγάθων ο αιρετικός;
– Δεν είμαι αιρετικός, απαντά ο Αγάθων.
– Πες μας, τον παρακάλεσαν τότε, γιατί τόσα σου είπαμε και τα δέχθηκες, αλλά το τελευταίο δεν το άντεξες;
– Τα πρώτα ωφελούν την ψυχή μου, αλλά η αίρεση είναι χωρισμός απ’ τὸν Θεό, και δεν θέλω να χωρισθώ απ’ τὸν Θεό (από το Γεροντικό).
Να ένα θέμα που σήμερα έπαψε να είναι ουσιώδες και πέρασε σε δευτερεύουσα μοίρα. Δεν θεωρούμε ότι η ορθή πίστη είναι αναγκαία προϋπόθεση για τον ορθό τρόπο ζωής. Νομίζουμε ότι στον Θεό και στη σωτηρία μας (ζητήματα ζωής και θανάτου) μπορούμε να φτάσουμε από χίλια-δυο δρομάκια. Δεν έχει σημασία τελικά ποιά πίστη ακολουθείς, σε τί Θεό πιστεύεις.
Ρωτήθηκε κάποιος που στον καιρό μας από Χριστιανός έγινε Μουσουλμάνος:
– Πώς το αποφάσισες;
– Μόνος μου, απάντησε. Ψάχνοντας σιγά-σιγά βρήκα αυτό που ήθελα στο Ισλάμ.
– Έμαθα ότι παραλίγο να γινόσουν μοναχός στο Άγιον Όρος!
– Ναι! Δεν έχει καμμία διαφορά. Διαφορετικοί δρόμοι, ίδιο τέλος.
– Δεν υπάρχει απόσταση ανάμεσα στο Άγιον Όρος και το Ισλάμ;
– Απολύτως καμμία. Όταν πας στο Άγιον Όρος η επισκέπτεσαι κάποιον τεκέ στην Αίγυπτο (=κάτι σαν μοναστήρι ισλαμικό), βλέπεις ότι δεν υπάρχει απολύτως καμμία διαφορά(Στ. Θεοδωράκη, Οι άνθρωποί μου, σελ. 214).
Τί Μωάμεθ, τί Χριστός! Ένα και το αυτό λοιπόν; Καμμιά διαφορά; Μέσα απ’ τὸ κανάλι του παγκοσμίου κινήματος της «Νέας Εποχής» περνάει το καταστροφικό μήνυμα, ότι οι θρησκείες όλες είναι μία. Δεν έχουν διαφορά. Σε όποια θέλεις, πηγαίνεις. Και όποιον Θεό θέλεις, προσκυνάς. Αυτός είναι ο λεγόμενος θρησκευτικός συγκρητισμός, που λέγεται και εσωτερισμός.
Όμως ο ένας και μοναδικός Θεός, που ποτέ βέβαια δεν είχε αφήσει αμάρτυρο (=χωρίς μαρτυρίες, χωρίς σημάδια) τον εαυτό του (Πράξ. 14, 17), φανερώθηκε ολοφάνερα στον κόσμο με την ένσαρκη παρουσία του μονογενούς του Υιού Ιησού Χριστού. Ο Χριστός είναι ο μόνος που ήρθε για να σώσει τον κόσμο (Ιω. 3, 16-18). «Ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην», είπε ο άγγελος στους ποιμένες, «ότι ετέχθη (=γεννήθηκε) υμίν Σωτήρ» (Λουκ. 2, 10-11).
Σωζόμαστε λοιπόν μόνο διά Ιησού Χριστού. Κανένας άλλος δεν μπορεί, ούτε άνθρωπος, ούτε άγγελος, να μας σώσει. Μόνο ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, που είπε: «Εγώ (μόνο) είμαι η αλήθεια» (Ιω. 14, 6). «Και δεν είναι δυνατόν διά κανενός άλλου να σωθούμε. Διότι δεν υπάρχει άλλο όνομα (πλην του ονόματος του Ιησού Χριστού) που να δόθηκε κάτω από τον ουρανό μεταξύ των ανθρώπων, με το οποίο ορίσθηκε να σωθούμε» (Πραξ. 4, 12).
Λόγω της απόλυτης, μέχρι σταυρικού θανάτου, υπακοής Του στον Πατέρα Του, «ο Θεός τον υπερύψωσε και του χάρισε όνομα, που είναι πάνω από κάθε άλλο όνομα. Ώστε στο όνομα του Ιησού να καμφθεί κάθε γόνυ, αγγέλων, ανθρώπων και δαιμόνων, και να ομολογήσει κάθε γλώσσα, ότι Κύριος (όλων είναι ο) Ιησούς Χριστός (και μόνο)» (Φιλ. 2, 9-10).
Να γιατί ο αββάς Αγάθων νοιαζόταν τόσο πολύ να μην ξεφύγει από την πίστη αυτή. Εμείς σε ποιόν Θεό κλίνουμε γόνυ; Ποιόν αναγνωρίζουμε Κύριο και Σωτήρα μας;
Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΨΑΛΤΗΡΙΟΥ
«Ἂν θὰ μὲ ρωτούσατε νὰ σᾶς πῶ, τὶ κατάλαβα τόσα χρόνια στὴν ἔρημο, θὰ σᾶς ἀπαντοῦσα μὲ μιὰ λέξη: τὴν δύναμη τοῦ ψαλτηρίου.
Ἂν ξεκινοῦσα τὴν ζωὴ μου τώρα, ἕνα θὰ πάσχιζα νὰ κάνω, νὰ ἀποστηθίσω τὸ ψαλτήρι.
Αὐτὸ εἶναι ἡ γονικὴ μήτρα τῆς νοερᾶς προσευχῆς.
Αὐτὸ εἶναι τὸ εὔφορο χῶμα, ὅπου εὐδοκιμεῖ ὁ σπόρος τῆς εὐχῆς. Αὐτὸ μαστίζει τοὺς δαίμονες.
Ὅταν διάβαζα, στὶς ἀγρυπνίες μου, τὸ ψαλτήρι, ἐρχόνταν ὁ δαίμονας, ποὺ μούγκριζε σὰν ἀγριόχοιρος στὸ αὐτὶ μου.
Εἰδικὰ, ὅταν ἔλεγα τὸν στίχο, «Ἀναστήτω ὁ Θεός…» καί τὸν στίχο ποὺ λέει, «Ἐσὺ εἶσαι Κύριος καὶ Θεὸς μου».
Λυσσοῦσε, μὲ ἔπιανε ἀπὸ τὸν λαιμό, μὲ ἔπνιγε.
Μπέρδευε τὰ λόγια μου, γιὰ νὰ μὴν τὸ πῶ.
Τόσο πολὺ καιγόταν…».
ΜΗΝ ΑΓΑΝΑΚΤΕΙΣ ΠΟΥ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΔΕΝ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΟΠΩΣ ΤΑ ΘΕΛΕΙΣ ΕΣΥ ΣΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ
Καὶ ὁ παντογνώστης Θεὸς φυσικὰ τὸ γνωρίζει αὐτό, ἔστω κι ἂν ἐσὺ δὲν τὸ συνειδητοποιεῖς. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἐκπληρώνονται πάντα οἱ ἐπιθυμίες σου, γιὰ νὰ μὴ βλαφθεῖ ἡ ψυχὴ σου, ὁ πιὸ πολύτιμος θησαυρὸς πού διαθέτεις. «Τὶ γὰρ ὠφελεῖται ἄνθρωπος ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήση, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῆ;» (Ματθ. 16. 26).
Ἅγιος Δημήτριος τοῦ Ροστὼφ
ΚΟΛΑΣΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΟΠΟΣ ΠΟΥ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΔΙΑΛΕΓΟΥΝ ΓΙΑ ΝΑ ΦΥΛΑΚΙΣΟΥΝ ΤΟΝ ΕΥΑΤΟ ΤΟΥΣ

Η Εκκλησία προσδοκά την τελική ολοκλήρωση, που στην Ελληνική θεολογία
αποκαλείται αποκατάστασις, όταν ο Χριστός θα επιστρέψει «εν δόξη» για
να κρίνει «ζώντας και νεκρούς».
Η τελική αποκατάσταση περιλαμβάνει τη λύτρωση και τον δοξασμό της ύλης:
κατά την Εσχάτη Ημέρα οι δίκαιοι θα εγερθούν εκ των νεκρών και θα
ξαναβρούν τα σώματά τους, όχι όπως αυτά είναι τώρα, αλλά μεταμορφωμένα
και «πνευματικά», στα οποία η εσωτερική αγιότητα θα εκχέεται προς τα
έξω. Δεν θα μεταμορφωθούν δε μόνο τα σώματά μας, αλλ’ ολόκληρη η υλική
τάξη της κτίσης: ο Θεός θα δημιουργήσει «καινούς ουρανούς και καινήν
γην».
Αλλ’ η κόλαση υπάρχει όσο και ο ουρανός. Πρόσφατα πολλοί χριστιανοί, όχι μόνο στη Δύση, αλλά κατά καιρούς και στην Ορθόδοξη Εκκλησία, έφταναν στο σημείο να πιστεύουν πως η ιδέα της κόλασης είναι ασυμβίβαστη με την πίστη σ’ ένα Θεό που αγαπά. Ο ισχυρισμός όμως αυτός φανερώνει μια θλιβερή και επικίνδυνη «σύγχυση φρενών». Ενώ βεβαίως αληθεύει πως ο Θεός μάς αγαπά με μια άπειρη αγάπη, είναι εξίσου αληθές πως μάς προίκισε μ’ ελεύθερη βούληση. Και εφόσον διαθέτουμε ελεύθερη βούληση, έχουμε τη δυνατότητα ν’ απορρίψουμε τον Θεό. Αν αρνηθούμε την κόλαση, αρνούμαστε την ελεύθερη βούληση. «Ουδείς ούτως αγαθός και οικτίρμων, ως ο Θεός», γράφει ο Μάρκος ο Μοναχός ή Ερημίτης (αρχές 5ου αιώνα), «τω δε μη μετανοούντι, ουδέ αυτός αφίησι». Ο Θεός δεν μάς υποχρεώνει να Τον αγαπάμε, επειδή η αγάπη δεν είναι αγάπη αν δεν είναι ελεύθερη. Πώς λοιπόν μπορεί ο Θεός να συμφιλιωθεί μ’ αυτούς που αρνούνται κάθε συμφιλίωση;
Δεν υπάρχει φυσικά καμιά τρομοκρατία στην Ορθόδοξη περί Θεού διδασκαλία. Οι Ορθόδοξοι δεν σκύβουν δουλικώς μπροστά στον Θεό από φόβο, αλλά Τον θεωρούν ως φιλάνθρωπο, «εραστή του ανθρώπου». Δεν ξεχνούν όμως πως ο Χριστός κατά τη Δευτέρα Παρουσία θα έρθει ως κριτής.
Η κόλαση δεν είναι τόσο ένας τόπος όπου ο Θεός φυλακίζει τους ανθρώπους, όσο ένας τόπος τον οποίο οι ίδιοι οι άνθρωποι, καταχρώμενοι την ελεύθερη θέλησή τους, διαλέγουν για να φυλακίσουν τον εαυτό τους. Ακόμη και στην κόλαση οι κολασμένοι δεν στερούνται της αγάπης του Θεού, αλλ’ αυτό που οι άγιοι βιώνουν ως χαρά, αυτοί το βιώνουν ως βάσανα, πράγμα που είναι αποτέλεσμα της δικής τους επιλογής. «Η αγάπη του Θεού θα είναι ένα ανυπόφορο βάσανο γι’ αυτούς που δεν την έχουν αποκτήσει μέσα τους».
Η κόλαση υπάρχει ως τελική δυνατότητα, αλλ’ αρκετοί Πατέρες πιστεύουν, παρ’ όλα αυτά, πως στο τέλος όλοι θα συμφιλιωθούν με τον Θεό. Είναι αιρετικό το να λέμε πως όλοι υποχρεούνται να σωθούν, επειδή μ’ αυτό αρνούμαστε την ελεύθερη βούληση που διαθέτει ο άνθρωπος. Είναι όμως θεμιτό να ελπίζουμε πώς όλοι ίσως σωθούν. Μέχρι να έρθει η Έσχατη Ημέρα, δεν πρέπει ν’ απελπιζόμαστε για τη σωτηρία κανενός, και επιβάλλεται να προσευχόμαστε και να επιθυμούμε τη συμφιλίωση των πάντων χωρίς εξαίρεση. Κανείς δεν πρέπει να διαφεύγει από τις πρεσβείες της αγάπης μας. «Τι εστιν καρδιά που καίει με αγάπη για ολόκληρη την κτίση, για τους ανθρώπους, τα πουλιά, τα θηρία, για τους δαίμονες, για όλα τα δημιουργήματα». Ο Γρηγόριος Νύσσης λέει πως είναι θεμιτό οι χριστιανοί να ελπίζουν ακόμη και για τη λύτρωση του διαβόλου.
Η Βίβλος καταλήγει σε μια φράση έντονης προσδοκίας: «Ναι έρχομαι ταχύ. Αμήν, ναι έρχου, Κύριε Ιησού». Με το ίδιο πνεύμα έντονης ελπίδας οι πρώτοι χριστιανοί συνήθιζαν να προσεύχονται, «Η χάρις ελθέτω και ο κόσμος παρελθέτω». Από κάποια άποψη όμως οι πρώτοι χριστιανοί είχαν άδικο: φαντάζονταν πως το τέλος του κόσμου θα συνέβαινε σχεδόν αμέσως, ενώ στην πραγματικότητα έχουν περάσει δύο χιλιετίες και το τέλος δεν έχει έρθει ακόμη. Δεν ανήκει σε μάς να γνωρίζουμε τους χρόνους και τους καιρούς, και ίσως η παρούσα τάξη να διαρκέσει για πολύ περισσότερες χιλιετίες.
Από κάποια όμως άλλη άποψη, η αρχαία Εκκλησία είχε δίκιο. Επειδή όποτε κι αν έρθει το τέλος, νωρίς ή αργά, είναι πάντοτε επικείμενο, πνευματικά βρίσκεται διαρκώς κοντά μας, κι όταν ακόμη δεν βρίσκεται χρονικά κοντά μας. Η ημέρα του Κυρίου θα έλθει «ως κλέπτης εν νυκτί», την ώρα που δεν την περιμένουμε. Συνεπώς οι χριστιανοί, όπως στους αποστολικούς χρόνους, έτσι και σήμερα πρέπει να είναι συνεχώς έτοιμοι, γεμάτοι αναμονή. Ένα από τα πιο ενθαρρυντικά σημεία ανανέωσης στη σύγχρονη Ορθοδοξία είναι η αναβίωση του ενδιαφέροντος για τη Δευτέρα Παρουσία και τη σημασία της. «Όταν κάποιος πάστορας, που βρισκόταν σ’ επίσκεψη στη Ρωσία, ρώτησε ποιο είναι το πιο καυτό πρόβλημα της Ρωσικής Εκκλησίας, ένας ιερέας του απάντησε χωρίς δισταγμό: η Δευτέρα Παρουσία».
Όμως η Δευτέρα Παρουσία δεν είναι απλώς ένα γεγονός του μέλλοντος, επειδή στη ζωή της Εκκλησίας ο Μέλλοντας Αιώνας έχει ήδη προβάλει μέσα στον παρόντα αιώνα. Για τα μέλη της Εκκλησίας, οι «Έσχατοι Χρόνοι» έχουν ήδη τεθεί σε ενέργεια, καθότι εδώ και τώρα οι χριστιανοί απολαμβάνουν τους πρώτους καρπούς της Βασιλείας του Θεού. Ναι, έρχου, Κύριε Ιησού. Έχει ήδη έρθει, στη θεία Λειτουργία και στη λατρεία της Εκκλησίας.
Επίσκοπος Κάλλιστος Γουέαρ
Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΣΤΩΡ
Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.
Αθλητής ευσεβείας ακαταγώνιστος, ως κοινωνός και συνήθης του Δημητρίου οφθείς, ηγωνίσω ανδρικώς Νέστωρ μακάριε, τη θεική γαρ αρωγή, τον Λυαίον καθελών, ως άμωμον ιερείον, σφαγιασθείς προσηνέχθης, τω Αθλοθέτη και Θεώ ημών.
Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2020
ΣΤΟΝ ΚΑΘΕ ΠΛΗΣΙΟΝ ΥΠΑΡΧΕΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ
Όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος: Όλοι οι πιστοί χριστιανοί οφείλουμε να σκεπτόμαστε ότι στον κάθε άλλο πιστό υπάρχει ο Χριστός και πρέπει να έχουμε τόσην αγάπη πρός αυτόν, ώστε να είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε πρός χάρη του την ψυχή μας.
Δεν έχουμε δε δικαίωμα να ονομάζουμε ή να θεωρούμε κάποιον κακό, αλλά πρέπει να τους βλέπουμε όλους σαν καλούς.
Αν δείς κάποιον να ενοχλείται από τα πάθη, μη μισήσεις τον αδελφό, μα τα πάθη που τον πολεμούν, κι αν τον δείς να τυραννιέται από κακές επιθυμίες, πιό πολύ να τον σπαχνισθείς, μη τυχόν και σύ πειρασθείς, αφού είσαι τρεπτός και ευάλωτος στην ευπερίστατη αμαρτία.
ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ:Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΙΣΣΑ ΜΟΥ ΕΔΩΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΤΑΦΥΛΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΡΤΟ

Ο γέροντας συνήθιζε να έρχεται στις αγρυπνίες της Μονής μας όπου καθόταν στο στασίδι απέναντι από την εφέστιο εικόνα μας, τη Φοβερά Προστασία. Οι αδελφοί επίσης τον επισκέπτονταν συχνά, καθώς βέβαια και πλήθος προσκυνητών, που φιλοξενούνταν στη Μονή μας.
Όμως κάποια περίοδο -ήταν η χρονιά που είχε τα πρώτα συμπτώματα του καρκίνου- πέρασαν σαράντα ημέρες χωρίς να φανεί, χωρίς να ανοίγει την πόρτα της καλύβης, χωρίς να δώσει κανένα σημείο ζωής, γεγονός που μας δημιούργησε ανησυχία. Κάποια μέρα αποφάσισα και κατέβηκα μόνος μου στο καλύβι του.
Κτύπησα την πόρτα, αλλά επειδή δεν έλαβα απάντηση, κατάφερα και την παραβίασα. Παρότι ήμουν ανήσυχος, από τη στιγμή της εισόδου μου παραδόξως με κατέλαβε μια απροσδιόριστη και ανεξήγητη ηρεμία.
Μόλις έφθασα στο μικρό του δωμάτιο, τον είδα να κάθεται σε μαξιλάρι κατάχαμα, με τα χέρια ακουμπισμένα πάνω στο σοφρά. Στο πρόσωπό του είχε εμφανή σημεία εξαντλήσεως. Μπροστά του βρισκόταν ένα τσαμπί σταφύλι κι ένα αρτίδιο.
Πρόσεξα ότι ο χώρος ανέδιδε μιαν άρρητη και πρωτόγνωρη ευωδία, και ότι υπήρχε διάχυτη γαλήνη. Πήρα πρώτος τον λόγο, και του ζήτησα συγνώμη και του εξήγησα πόσο είχαμε ανησυχήσει.
Εκείνος με ηρεμία και απλότητα, με φωνή που μόλις έβγαινε από τα πνευμόνια του, είπε: Έκανα όλες αυτές τις μέρες νηστεία και προσευχή για τον κόσμο, και για τα επερχόμενα δεινά… Εξαντλήθηκα… Η Παναγία ήρθε και μου έδωσε αυτό το σταφύλι και τον άρτο… Δοκίμασε!
Πήρα λίγο σταφύλι. Είχε το χρώμα του ροδίτη, με μια ιδιαίτερη γεύση και άρωμα που δεν είχα ξανασυναντήσει. Πώς ήταν γέροντα η Παναγία; τον ρώτησα.
Τότε υποβασταζόμενος σηκώθηκε με δυσκολία, και μου έφερε μια μικρή εικόνα σε κορνίζα. Ήταν η Παναγία η Ιεροσολυμίτισσα.
Πάντοτε παρουσιάζεται σαν την Ιεροσολυμίτισσα μου είπε. Μιλήσαμε λίγο ακόμη και τον άφησα στην ησυχία του, γιατί έκρινα πως σε τέτοιες στιγμές δεν πρέπει να είναι κανείς αδιάκριτος».
ΠΟΙΟΝ ΣΚΟΤΩΝΕΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
Ο άγιος Δημήτριος εικονίζεται στην βυζαντινή αγιογραφία να σκοτώνει έναν άνθρωπο. Ποιος είναι αυτός και γιατί ένας άγιος σκοτώνει;
O AΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΜΥΡΟΒΛΗΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
Ήχος γ’.
Μέγαν εύρατο εv τοις κιvδυvοις, σε υπέρμαχοv, η οικουμένη, Αθλοφόρε τα έθνη τροπούμενον. Ως ούν Λυαίου καθείλες την έπαρσιν, εν τω σταδίω θαρρύvας τον Νέστορα, ούτως Άγιε, Μεγαλομάρτυς Δημήτριε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2020
ΠΩΣ ΑΠΑΝΤΑ Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΣΤΟΥΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ ΠΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥΝ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ;

Γράφει ο Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής Θεολογίας ΑΠΘ |
Επανερχόμενοι στο θέμα των επιθέσεων, που δέχεται τον τελευταίο καιρό η Θ. Ευχαριστία, από κάποιους επιστήμονες, επαναλαμβάνουμε ότι δεν είναι επιστημονικά δεοντολογικό και επιτρεπτό να υπεισέρχονται σε ξένες, σε σχέση με την επιστήμη τους, περιοχές και, πολύ περισσότερο, να αποφαίνονται για ξένα προς αυτούς επιστημονικά αντικείμενα.
Ο Άγιος Νεκτάριος γράφει, σχετικά με παρόμοιες παρεισφρήσεις, που συνέβαιναν και στην εποχή του: «Πάσαι αι θεωρίαι των διαφόρων επιστημών δεν επιδέχονται τας αυτάς αποδείξεις, αλλ’ εκάστη έχει ιδίας αποδείξεις, αρμοδίας εις την εαυτής φύσιν. Άλλας αποδείξεις έχουσιν αι μαθηματικαί επιστήμαι, άλλας αι φυσικαί, άλλας η φιλοσοφία, άλλας η ιστορία και άλλας η θεολογία. Διό και ορθός παραλογισμός είναι η απαίτηση της εφαρμογής της μιας επί των λοιπών και των λοιπών επί της μιας. Πώς είναι, λόγου χάριν, δυνατή φυσική απόδειξις, λαμβανομένη από τας καταληπτάς ενεργείας των ορατών όντων των υλικών κτισμάτων, να εφαρμοστεί εις τας ακαταλήπτους βουλάς του Θεού του Αοράτου, του Πανσόφου και Παντοδυνάμου, του αοράτως ενεργούντος, του δι’ εμπνεύσεως αλλοιούντος τας αρχάς, τας πεποιθήσεις και τας πίστεις των ανθρώπων; Ως, άρα, εκάστη επιστήμη κέκτηται ιδίας αποδείξεις προς απόδειξιν των θεωρημάτων αυτών, ούτω και η θεολογία κέκτηται ιδίας αποδείξεις, οικείας τω θεωρητικώ αυτής χαρακτήρι. Αι αποδείξεις της θεολογίας, ας αύτη κέκτηται και ας ποιείται χρήσιν προς απόδειξιν της θειότητος της πίστεως ημών, είναι εκείναι, ας ο θεοδίδακτος Απόστολος Παύλος, εδίδαξεν ημάς. Ούτος, γράφων προς τους Κορινθίους περί του κηρύγματος αυτού, έλεγεν ότι δεν έγινε με πειστικούς λόγους της ανθρωπίνης σοφίας, αλλά με απόδειξιν πνεύματος και δυνάμεως. Και τούτο, έλεγεν, ηυδόκησεν ο Θεός, ίνα μη λογισθεί η πίστις κατασκεύασμα ανθρωπίνης σοφίας, αλλ’ έργον και κατόρθωμα της δυνάμεως του υψίστου: ”ίνα η πίστις υμών μη ή εν σοφία ανθρώπου, αλλ’ εν δυνάμει Θεού”».
Κάποιοι επιστήμονες, συνεπώς, που, χωρίς διάκριση, παρεμβαίνουν, σοφιολογούν και αποφαίνονται για θέματα ανερμήνευτα, ακόμη και από θεολογικής πλευράς, όπως είναι τα θέματα της πίστεως και των Μυστηρίων της Εκκλησίας, αγνοούν, εν γνώσει ή εν αγνοία τους, ότι ο μόνος τρόπος προσεγγίσεως τέτοιων υπερλογικών θεμάτων δεν είναι η λογική και η γνώση, αλλά η πίστη.
Όπως μαρτυρεί, μάλιστα, ο Άγιος Νεκτάριος, «η πίστις των Χριστιανών εμαρτυρήθη διά της ιστορίας, ως ασφαλής και βεβαία γνώσις. Η πίστις, καίτοι μη υπαγομένη εις κανόνας ερεύνης, ουχ ήττον έχει ασφαλή και βεβαίαν την πληροφορίαν. Μεταβαίνομεν εις την απόδειξιν της αληθείας της θείας ημών πίστεως εξ ιστορικών γεγονότων».
Πώς είναι δυνατόν, συνεπώς, τα υπέρ λόγον και έννοιαν θαύματα της Εκκλησίας, που η ίδια η επιστήμη της Θεολογίας ομολογεί ότι δεν προσεγγίζονται λογικά, να επιχειρούν κάποιοι επιστήμονες, άλλων επιστημών, να τα ερμηνεύουν με λογικές αποδείξεις, αμφισβητώντας, μάλιστα, την πνευματική τους οντολογία και, κατά συνέπεια, την μυστηριακώς και υπερφυσικώς θαυματουργική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος μέσω της οποίας λειτουργούν;
Πώς τολμούν, παίζοντας «εν ου παικτοίς», να αναλύουν τα ακατάληπτα, με τη χρήση δήθεν επιστημονικών όρων και αποδείξεων, διασπείροντας το δηλητήριο της απιστίας, του φόβου και της αμφιβολίας και θέτοντας σε αμφισβήτηση την διά μέσου των αιώνων αποδεδειγμένη «γνώση της πίστεως», που βεβαιώνει τους πιστούς ότι η συμμετοχή τους στο Ιερό Μυστήριο της Θείας Κοινωνίας δεν μεταδίδει ιούς και ασθένειες;
Επ’ αυτού, ο Άγιος Νεκτάριος ο Θαυματουργός σημειώνει ότι «το παραδοθέν παρά του Κυρίου Μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας, είναι το ανώτερον όλων των Μυστηρίων, το θαυμασιώτερον των θαυμάτων, όσα η δύναμις του Θεού εξετέλεσεν, το υψηλότερον εξ όσων η σοφία του Θεού επενόησεν. Είναι δε και το τιμιώτερον όλων των χαρισμάτων, όσα η αγάπη του Θεού εχαρίσατο τοις ανθρώποις, διότι τούτο υπερέχει όλα τα άλλα, κατά την αριθμητικήν υπερβασίαν των όρων της φύσεως. Διότι πάντα μεν τα θαύματα προέρχονται εξ υπερβασίας νόμων τινών της φύσεως, το Μυστήριον όμως της Θείας Μεταλήψεως υπερέβη πάντας. Διό και δικαίως, θαύμα των θαυμάτων και Μυστήριον των Μυστηρίων δύναται να κληθεί και να θεωρηθεί… Θαύμα, διότι ο αυτός Ιησούς Χριστός είναι και εις τον ουρανόν και εις την γην και ο αυτός και εις το ιερόν ημών θυσιαστήριον. Θαύμα, διότι, ως σώμα Χριστού, είναι άφθαρτον και αθάνατον και ως αίμα Χριστού είναι πηγή ζωής αιωνίου. Είναι το μεγαλύτερον και υψηλότερον όλων των θαυμάτων, επειδή υπερβαίνει πάσαν κατάληψιν… και πάντας τους όρους της φυσικής γνώσεως».
Ο Άγιος Νεκτάριος, υπογραμμίζει ότι «ο επαξίως κοινωνήσας ευρίσκεται ενδεδυμένος την θείαν πανοπλίαν, ήτις προφυλάττει αυτόν από παντός κακού».
Για εκείνους, όμως, που αποφεύγουν να κοινωνούν, ο Άγιος διερωταται: «Εις ποίαν τάξιν χριστιανών κατατάξωμεν αυτούς; Άρα γε ούτοι εισίν αληθείς χριστιανοί; Τούτο ημίν άδηλον. Ό, τι δε ημείς δυνάμεθα να γινώσκωμεν είναι ότι οι τοιούτοι πελαγοδρομούσιν άνευ πυξίδος, άνευ πηδαλίου και άνευ κυβερνήτου. Ουαί δε αυτοίς τη ημέρα εκείνη. Έρημοι τότε και εστερημένοι της θείας παρηγορίας, θέλουσιν ατενίζει, με βλέμμα απελπισίας, τα ανοιγόμενα προ των ποδών των βάραθρα, τα απειλούντα καταποντισμόν και παντελή αφανισμόν».
Τονίζει, μάλιστα, «την εκ της θείας μεταλήψεως προσγενομένην ωφέλειαν, ψυχικήν τε και σωματικήν. Διότι η υγεία της ψυχής επιδρά και επί της υγείας του σώματος, ως γινώσκομεν ότι συμβαίνει τανάπαλιν».
Από θεολογικής πλευράς, οι «επιστήμονες» που κάνουν παράχρηση των αποδείξεων της επιστήμης τους, προσπαθώντας να τις εφαρμόσουν στην Ιερή Επιστήμη της Θεολογίας, οφείλουν να γνωρίζουν ότι γίνονται όργανα ψευδών και παραπλανητικών αποδείξεων, τις οποίες, επενδύοντάς τις με επιστημονικό μανδύα, τις χρησιμοποιούν για να αλλοιώσουν και να πολεμήσουν τον Λόγο του Θεού και του Ευαγγελίου του Χριστού και για να κλονίσουν την πίστη την οποία έχουν οι Χριστιανοί προς το πλέον ιερότερο Μυστήριο της πίστεώς τους, τη Θ. Ευχαριστία.
Ισχυρίζονται, μάλιστα, ότι θέλουν να προστατέψουν και να σώσουν σωματικά τους Χριστιανούς από τον νοσογόνο ιό, ενώ, στην πραγματικότητα, τους μολύνουν με την πνευματική ίωση της απιστίας, που τους οδηγεί στον οντολογικό αιώνιο θάνατο, αφού ο Χριστός του Αγίου Ποτηρίου, από το οποίον θέλουν να απομακρύνουν τους πιστούς, είναι ο μόνος χορηγός της αιώνιας ζωής.
Η μετάληψη των Αχράντων μυστηρίων, κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη (1749-1809), «προσφέρει αγιασμό στους μεταλαμβάνοντας τον Χριστό. Αποτελεί απαραίτητο συστατικό της ζωής της ψυχής, όπως είναι η αναπνοή και η τροφή για το σώμα. Ασυγκρίτως αναγκαιότερη είναι για τη ζωή της ψυχής η Αγία Μετάληψη, η ζωοποιός τροφή, χωρίς την οποία επαπειλείται κίνδυνος ψυχικού θανάτου».
Είναι ανάγκη, τονίζει ο Άγιος Νικόδημος, όχι μόνον να κοινωνούμε, αλλά να κοινωνούμε συχνά, «για να έχουμε πάντοτε εντός ημών την αληθινή ζωή, που είναι ο Ιησούς Χριστός και για να μη αποθάνουμε θάνατον ψυχικόν. Ο Χριστός είναι ζωή. Η θεία Κοινωνία είναι ο Χριστός. Άρα η Θ. Κοινωνία είναι χαρισματική μετοχή στη ζωή, τον Χριστό, η δε παύση της ζωοποιού τροφοδοσίας των Αγίων Μυστηρίων οδηγεί στον πνευματικό μαρασμό και τον ψυχικό θάνατο. Η θεία μετάληψη τρέφει τις αρετές ενδυναμώνει την εργασία των εντολών, τελειοποιεί την αγάπη, χωρίς την οποία είναι αδύνατη η σωτηρία, αφού οι αρετές του ηθικού βίου πηγάζουν από αυτήν».
Για τον λόγο αυτό, οι πιστοί, όπως τονίζει ο Άγιος Νικόδημος, είναι ανάγκη να υποτάσσονται στο θέλημα του Θεού, να μεταλαβαίνουν συχνά, αφού «εντολή τελειωτική και συστατική είναι η βρώση και η πόση του Αγίου Σώματος και του Τιμίου Αίματος του Χριστού. Οι μη συμμετέχοντες στη Θ. Κοινωνία στερούνται τον αγιασμό και τη χάρη των Αγίων Μυστηρίων, χάνουν τη θεοείδεια, λιμοκτονούν πνευματικά, καταστρέφεται ο πνευματικός τους μεταβολισμός και οδηγούνται στην απώλεια της σωτηρίας. Το αυτό ακριβώς συμβαίνει με κάποιον που στερείται την υλική τροφή, με αποτέλεσμα να ασθενεί και να κινδυνεύει με σωματικό θάνατο».
Με βάση τις παραπάνω αγιοπνευματικές διδασκαλίες, οι Χριστιανοί οφείλουν να ακούν και να ακολουθούν τις αλήθειες των Αγίων της Εκκλησίας τους και να περιφρονούν τις συκοφαντίες των εχθρών της.
ΤΙ ΣΚΛΑΒΟΙ ΠΟΥ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ;

Είμαστε κοσμικοί άνθρωποι, απλώς υπόσχεση δώσαμε πνευματικής ζωής. Συνήθως έρχεται κάτι και μας ταράζει.
Άν με ζητήσει, παραδείγματος χάριν, κάποιος να τον δώ και εγώ το ξεχάσω μερικές ημέρες, θα δείτε πώς θα είναι! Και αν του πούν, γιατί δεν του το θύμησες; Θα απαντήσει:
Γιατί να το θυμίσω; Μόνο εμένα να ξεχάσει; Όλους τους θυμήθηκε. Και εάν εγώ φύγω, έναν μήνα θα σκέφτεται το ίδιο.
Και πότε θα τσατίζεται που τον ξέχασα, και θα λέει ότι δεν τον αγαπώ, και πότε θα λέει: » Άχ, κακός που είμαι, ήμαρτον, Θεέ μου. Θα του το θυμίσω, όταν θα έρθει την άλλη φορά, θα του ζητήσω και συγγνώμη».
Και παλεύει ανάμεσα σε αυτό το πράγμα. Κοσμικότητα. Τι έμφαση έχει μέσα του; του εγώ, του προβλήματός του, της λύπης του, της πίκρας του, των κοσμικών πραγμάτων.
Τι σκλάβοι που είμαστε εμείς οι άνθρωποι, ενώ ποῦ μας ανεβάζει ο Θεός, όταν εμείς νοιώσουμε το ύψος της κλήσεώς μας
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑ
«Μαθηταί καί ὁπαδοί γεγονότες τοῦ τῆς ὁμοουσίου Τριάδος ὁμολογητοῦ καί κήρυκος, καί σύν αὐτῷ ὑπέρ αὐτῆς διωκόμενοι μακάριοι, τόν διά ξίφους θάνατον, τῶν αἱρετικῶν γλωσσαλγιῶν προεκρίνατε» (Από το Δοξαστικό των Στιχηρών του Εσπερινού της εορτής των αγίων Μαρκιανού και Μαρτυρίου των νοταρίων, 25 Οκτωβρίου)
«Μαθητές και οπαδοί αφού γίνατε του ομολογητή και κήρυκα της Αγίας και ομοουσίου Τριάδος (Παύλου του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως), προτιμήσατε να λάβετε τον δια ξίφους θάνατο αφού διωχτήκατε για την Αγία Τριάδα, μακάριοι, από το να ακολουθήσετε τις αιρετικές φλυαρίες».
Η παράδοση της Εκκλησίας μας περιλαμβάνει αγίους οι οποίοι προέρχονται από διάφορες κοινωνικές τάξεις. Η πίστη δεν είναι προνόμιο ούτε των απλών ανθρώπων ούτε των σκεπτομένων, αλλά δωρεά σε όλους και απόφαση ανταπόκρισης από όσους το θέλουν.
Στις 25 Οκτωβρίου κάθε χρόνο εορτάζουμε την μνήμη των αγίων Μαρκιανού και Μαρτυρίου. Έζησαν στην Κωνσταντινούπολη στα χρόνια του αρειανόφρονος αυτοκράτορα Κωνσταντίνου (337-361). Ήταν αρχοντικής καταγωγής και ξεχώριζαν για την παιδεία τους, για την πραότητα των τρόπων τους, για την ευλάβειά τους. Έγιναν νοτάριοι, που εκείνα τα χρόνια σήμαινε γραμματείς ή στενογράφοι και αργότερα συμβολαιογράφοι, του πατριάρχη Παύλου του ομολογητού, ο οποίος εξορίστηκε αργότερα στην Αρμενία και μαρτύρησε από οπαδούς του Αρείου (γιορτάζει στις 6 Νοεμβρίου). Ο Μαρκιανός και ο Μαρτύριος, άφοβοι μπροστά στο μαρτύριο, διακήρυτταν στον λαό ότι ο Χριστός είναι Υιός του Θεού, ομοούσιος με τον Πατέρα και φύσει Θεός. Οι λέξεις αυτές ήταν για εκείνους πολυτιμότερες και από την ίδια τη ζωή τους. Παρέμειναν σταθεροί μέχρι τέλους και αποκεφαλίστηκαν κοντά στην πύλη Μελανδησία, όπου αργότερα ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ως πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ανήγειρε ναό πάνω από τον τάφο τους, αφιερωμένου σ’ αυτούς. («Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ, τόμος 2ος-Οκτώβριος).
Μπορούμε να σταθούμε σε τρία σημεία στην ζωή των Αγίων.
Το πρώτο ότι η παιδεία τους δεν ήταν μόνο κοσμική, αλλά και πνευματική. Δεν περιορίστηκαν στα της ανθρώπινης γνώσης, αλλά προχώρησαν στην επίγνωση του ποιος είναι ο Θεός. Ο δρόμος αυτός περιλαμβάνει οπωσδήποτε όχι απλώς αποδοχή και βίωση των δογμάτων της Εκκλησίας, αλλά και ομολογία τους. Τα χρόνια της δικής τους ζωής η Εκκλησία βασανίζονταν από τον Αρειανισμό. Οι οπαδοί του Αρείου, παρότι είχαν καταδικαστεί από την Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, επέμεναν στην αιρετική διδασκαλία ότι ο Χριστός δεν ήταν ο Υιός του Θεού, δεν ήταν ομοούσιος με τον Πατέρα, ήταν της ιδίας δηλαδή ουσίας και επομένως φύσει Θεός, αλλά ήταν κτίσμα, δημιούργημα του Θεού και όχι γεννηθείς από τον Θεό. Σήμερα μας είναι αδιανόητο να εισέλθουμε σ’ αυτή τη συζήτηση. Την θεωρούμε ενασχόληση με λεπτομέρειες. Μας αρκεί να πιστεύουμε. Όμως το δόγμα δεν είναι μία απλή πεποίθηση. Η άρνησή του αποτελεί έξοδο από την οδό της πίστης και υιοθέτηση μιας ιδέας ή μιας άποψης που αλλοιώνει αυτό που είναι ο Θεός. Αν ο Χριστός είναι κτίσμα, τότε δεν υπάρχει Αγία Τριάδα. Ο Θεός δεν ενσαρκώνεται, άρα δε γίνεται ένας από εμάς, και επομένως δεν μπορούμε να Τον δούμε καθώς εστί. Και αν σ’ αυτή τη ζωή μπορούμε να ζήσουμε και με πεποιθήσεις και με ιδέες, αν ο Χριστός δεν είναι και Θεός και άνθρωπος μαζί, τότε η ανάστασή του δεν έχει κανένα νόημα για μας. Αναστήθηκε για να γίνει πρωτότοκος των νεκρών και την ίδια στιγμή να συναναστήσει όλη την ανθρώπινη φύση στο δικό Του πρόσωπο. Αν ήταν κτίσμα τότε η ανάστασή Του είχε να κάνει με τον ίδιο και μόνο και επομένως εμείς δεν θα είχε νόημα να αναστηθούμε, καθώς θα ήμασταν σε ακοινωνησία με τον Πατέρα. Ας μην ξεχνούμε ότι τον Πατέρα διά του Υιού Τον γνωρίζουμε. Αν ο Υιός αφήνει απρόσληπτη και αθεράπευτη την φύση μας, τότε δεν μπορούμε να γνωρίσουμε τον Πατέρα. Οι λεπτομέρειες είναι αυτές οι οποίες ξεκαθαρίζουν τη πίστη μας και γι’ αυτό η πνευματική παιδεία κάνει τον άνθρωπο ικανό να αναζητήσει την αλήθεια.
Η πνευματική παιδεία ακόμη κάνει τον άνθρωπο να συνειδητοποιήσει ότι τα πάντα στην ζωή είναι δώρο του Θεού. Ότι η γνώση από μόνη της, μολονότι μας καθιστά σοφότερους, εντούτοις δεν είναι αρκετή για να νοηματοδοτήσει αυθεντικά την πορεία μας με προσδοκία ανάστασης και υπέρβασης του θανάτου. Η γνώση από μόνη της δεν μας κάνει να αγαπούμε τον συνάνθρωπο, να αναλαμβάνουμε ευθύνη έναντί του, αλλά μας κάνει να στεφόμαστε προς τον εαυτό μας και να θεωρούμε ότι εμείς είμαστε το παν, διότι ξέρουμε. Έτσι, ζητάμε από τους άλλους αναγνώριση, ενώ η κατά Θεόν γνώση που γίνεται παιδεία του Αγίου Πνεύματος μας κάνει να βλέπουμε κάθε στιγμή της ζωής, όπως και κάθε άνθρωπο ως ευκαιρία αγάπης και προσφοράς. Γι’ αυτό και καλούμαστε να ζητούμε από τον Θεό να είναι Αυτός που φωτίζει τον νου και την καρδιά μας, για να μην υπεραιρόμαστε, να μην αφήνουμε την υπερηφάνεια της γνώσης να ψηλώνει τον νου μας.
Η πνευματική παιδεία όμως γίνεται και κριτική στην εξουσία, είτε αυτή έχει να κάνει με πρόσωπα είτε έχει να κάνει με στάσεις ζωής και ιδέες. Ίδιον της εξουσίας είναι η επιθυμία της να προσαρμόσουμε την ζωή μας στις επιταγές της. Κατά βάθος η εξουσία είναι μισαλλόδοξη, διότι διεκδικεί για τον εαυτό της το αλάθητο. Απαιτεί την υπακοή μας, γιατί αυτή θέλει να μας πείσει ότι γνωρίζει το καλό μας. Στερεί ουσιαστικά έτσι τη ελευθερία μας. Και εκφράζεται με νόμους και διά προσώπων τα οποία κάποτε είναι βασιλικότερα του βασιλέως. Πρόσωπα συμβιβασμένα. Πρόσωπα που για να γίνουν ευάρεστα, βασανίζουν τους αντιφρονούντες άλλοτε σωματικά και άλλοτε ψυχικά. Δεν έχουμε παρά να ρίξουμε μια ματιά στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης των καιρών μας. Ακόλουθοι της εξουσίας, της κυρίαρχης γνώμης, επιδίδονται σε ένα ατέλειωτο υβρεολόγιο, σε έναν συνεχή ονειδισμό εναντίον όσων έχουν διαφορετική γνώμη και στάση ζωής από αυτούς, λειτουργώντας ως «παπαγαλάκια» της εξουσίας. Και φέρουν ένα ήθος δαιμονικό, το οποίο απαγορεύει, όπως ο δαιμονισμένος των Γαδαρηνών, να φέρουμε το δικό μας ένδυμα, την δική μας προσωπικότητα και ταυτότητα και μας αφήνει να περιπλανιόμαστε σε πνευματικές ερήμους, για να είμαστε συμμορφωμένοι με την εξουσία. Η πνευματική παιδεία μας κάνει σταθερούς στην αλήθεια και την ίδια στιγμή να ομολογούμε με θάρρος ό,τι είναι αυθεντικό, χωρίς να γινόμαστε τύραννοι για να αντιμετωπίσουμε τους τυράννους. Η αγάπη συγχωρεί.
Οι δύο μάρτυρες Μαρκιανός και Μαρτύριος μας θέτουν προ των προσωπικών ευθυνών μας. Αυτός που πιστεύει αναζητεί την αλήθεια στις λεπτομέρειές της, εμπιστεύεται τον Θεό και ζητά τις δωρεές Του και αντιμετωπίζει κριτικά την εξουσία όταν αρνείται την ελευθερία του ανθρώπου να πιστεύει όπως αισθάνεται. Και είναι η Εκκλησία ο χώρος και ο τρόπος όπου το ήθος της πνευματικής παιδείας βιώνεται και μεταδίδεται στους αιώνες.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός













