
Ηχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ως δόσιν θεόσδοτον, την παρθενίαν την σην, αγώσιν αθλήσεως, Θεοδοσία σεμνή, τω Λόγω προσήγαγες· όθεν προς αθανάτους, μεταστάσα νυμφώνας, πρέσβευε Αθληφόρε, τω Δεσπότη των όλων, ρυσθήναι εκ πολυτρόπων, ημάς συμπτώσεων.


Tου Αββά Φωκά
Έλεγε ο Αββάς Φωκάς, οπού ανήκε στο Κοινόβιο του Αββά Θεογνίου του Ιεροσολυμίτη: «Όταν έμενα σε Σκήτη, υπήρχε εκεί κάποιος Αββάς Ιάκωβος, νέος την ηλικία, στα Κελλιά, όπου είχε τον ίδιο πνευματικό και κατά σάρκα πατέρα.
Είχαν δε τα Κελλιά δύο εκκλησίες, μια των Ορθοδόξων, όπου και κοινωνούσε, και μια των αιρετικών. Επειδή λοιπόν ο Αββάς Ιάκωβος είχε τη χάρη της ταπεινοφροσύνης, όλοι τον αγαπούσαν, και τα μέλη της Εκκλησίας και οι χωρισμένοι απ΄ αυτή. Του έλεγαν λοιπόν οι ορθόδοξοι:
– «Τον νου σου, Αββά Ιάκωβε, μη σε ξεγελάσουν οι αιρετικοί και σε ελκύσουν στην κοινότητά τους».
Επίσης και οι αιρετικοί τού έλεγαν:
– «Γνώριζε, Αββά Ιάκωβε, ότι, κοινωνώντας με τους διφυσίτες, χάνεις την ψυχή σου. Γιατί είναι Νεστοριανοί και συκοφαντούν την αλήθεια».
Ο δε Αββάς Ιάκωβος, όπου ήταν ακέραιος και στενοχωρήθηκε με όσα άκουε από τις δυο πλευρές και δεν ήξερε πλέον τι να κάμη, πήγε να παρακαλέσει τον Θεό. Απέκρυψε λοιπόν τον εαυτό του σε απόμερο κελλί, έξω από τη λαύρα, όπου ντύθηκε τα εντάφια του, σαν να επρόκειτο να πεθάνη. Γιατί συνηθίζουν οι Αιγύπτιοι πατέρες, το πλεχτό ένδυμα, όπου λαμβάνουν το μοναχικό σχήμα, καθώς και το κουκούλι, να τα φυλάνε έως θανάτου και μ’ αυτά να ενταφιάζονται. Τα φορούν δε μοναχά κάθε Κυριακή, όταν μεταλαμβάνουν, και ευθύς ύστερα τα μαζεύουν. Πηγαίνοντας λοιπόν σ’ εκείνο το κελλί, παρακαλούσε τον Θεό και εξαντλήθηκε από τη νηστεία και έπεσε κατάχαμα και έμεινε εκεί πεσμένος. Και έλεγε ότι πολλά είχε πάθει εκείνες τις μέρες από τους δαίμονες, προπαντός κατά διάνοια. Αφού δε πέρασαν σαράντα μέρες, βλέπει να μπαίνει στο κελλί ένα παιδί χαρωπό και να του λέγη:
– «Αββά Ιάκωβε; τι κάνεις εδώ;».
Ευθύς δε, φωτισμένος και παίρνοντας δύναμη από τη θέα του παιδιού, τού είπε:
– «Κύριε, συ γνωρίζεις τι έχω. Εκείνοι μου λέγουν: Μην αφήσης την Εκκλησία. Και οι άλλοι μου λέγουν: Σε πλανούν οι διφυσίτες. Και εγώ έχοντάς τα χαμένα και μη ξέροντας τι να κάμω, ήλθα εδώ».
Του λέγει ο Κύριος:
– «Όπου είσαι, καλά είσαι».
Και ευθύς, μ’ αυτά τα λόγια, βρέθηκε στο κατώφλι, της αγίας Εκκλησίας των Ορθοδόξων, οπού ακολουθούσαν τη Σύνοδο».
π.Σπυρίδων Σκουτής
Αγαπητοί γονείς αποδεσμευτείτε από την αγάπη των παιδιών σας.
Στη φράση «το παιδί μου», στο «μου» κρύβεται το πρόβλημα. Αυτό το «μου» βάζει αλυσίδες στους αετούς. Δεν είναι δικό σου το παιδί αδερφέ! Δεν ανήκει το γράμμα στον ταχυδρόμο! Εκεί το κλειδί!
Όταν το καταλάβεις αυτό θα απελευθερωθείς κι εσύ και το παιδί. Θα του μιλάς και θα το παιδαγωγείς διαφορετικά. Και πως θα γίνει αυτό με ρωτάς ;
Όταν αντιληφθείς βαθιά ότι για να έρθει άνθρωπος στον κόσμο, αν δεν πει το «ΝΑΙ» ο Θεός δεν γίνεται τίποτα.
Την αγάπη θα τη χτίσετε μαζί αφενός όταν καταλάβεις εσύ ως πατέρας ότι το παιδί σου είναι υιοθετημένο κι εσύ είσαι ένας συνοδοιπόρος του κι αφετέρου όταν καταλάβει το παιδί ότι εσύ είσαι αυτός που θα του δείξει δρόμους τους οποίους θα τους ανοίξει ο Χριστός και θα τους περπατήσει μόνο του.
Ξέρεις γιατί δεν τα πας καλά με το παιδί σου; Διότι η αγάπη χτίζεται!
Όταν έχει φτάσει 17 χρονών κι έχετε φτιάξει μια αγάπη σαν καλύβα, τότε ο αέρας της αντίδρασης και της εφηβείας θα τα διαλύσει όλα.
Όταν έχετε φτιάξει αγάπη σαν κάστρο, τότε έχουν τοποθετηθεί γερές βάσεις.
Να αγαπάς το παιδί σου ως παιδί του Θεού και όχι ως δικό σου. Τότε αυτή η αγάπη θα το μάθει να πετάει μακριά όπως ο αετός!
Τι σημαίνει τελικά η διαπαιδαγώγηση των παιδιών και πως πρέπει να είναι ;
«Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν κατά πάντα και δια πάντα». Έτσι ακριβώς…

Η Ανάσταση συνεχίζεται! Αυτό δείχνει και η γιορτή της Αποδόσεως του Πάσχα. Τα ίδια γράμματα της νύχτας της Αναστάσεως, ακούγονται και κατά την Απόδοση του Πάσχα. Τελείται μια μέρα πριν απ’ τη γιορτή της Αναλήψεως.
Κάθε μεγάλη γιορτή στην Ορθόδοξη λατρεία έχει την «απόδοσή» της. Κάθε γιορτή είναι ζωντανό γεγονός, που επαναλαμβάνεται στη ζωή της Εκκλησίας, στη ζωή του πιστού.
Αλλά και για άλλο λόγο γίνεται ο επανεορτασμός μιας εορτής, δηλαδή η απόδοσή της. Για ν’ απολαύσουμε ακόμα μια φορά την ομορφιά της γιορτής.
Όταν ένα θέαμα είναι ωραίο, ποθούμε να το ξαναδούμε. Όταν ένα φαγητό είναι νόστιμο, θέλουμε να το ξαναγευτούμε. Ο εορτασμός κάποιου γεγονότος της ζωής του Χριστού ή της Θεοτόκου, προξενεί γλυκύτητα στη ψυχή, που θέλει να το ξαναγιορτάσει.
Τη γλυκύτητα περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο γεγονός, την αισθανόμαστε για τη γιορτή του Πάσχα. Γιορτή ευφροσύνης. «Πανήγυρις έστι πανηγύρεων». Ποτέ άλλοτε δεν σκιρτά η ψυχή τόσο πολύ, όσο τη νύχτα της Αναστάσεως. Χαιρόμαστε για το θρίαμβο του Αναστάντος Κυρίου.
Θρίαμβος της ζωής κατά του θανάτου. Του Χριστού κατά του Άδη. Της χαράς κατά της λύπης. Της αλήθειας κατά του ψεύδους. Αυτή η ευφροσύνη για την Ανάσταση του Χριστού είναι καθολική και αιώνια. Ουρανός και γη συγχορεύουν. Όχι μια φορά. Πάντοτε, αιώνια. «Ουρανοί μεν επαξίως ευφραινέσθωσαν, γη δε αγαλλιάσθω· εορταζέτω δε κόσμος, ορατός τε άπας και αόρατος. Χριστός γαρ εγήγερται, ευφροσύνη αιώνιος» (κανόνας Πάσχα).
Η Ανάσταση συνεχίζεται. Κάθε φορά, που τελούμε τη θεία Λειτουργία. Η θεία Λειτουργία ξαναζωντανεύει μπροστά μας όλα τα στάδια της ζωής του Χριστού. «Οδεύωμεν διά πασών των ηλικιών του Χριστού», όπως λέει ο άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος.
Ο Χριστός γεννάται, στην «πρόθεση», που τελείται στην αριστερή κόγχη του ιερού που μοιάζει με φάτνη. Ο Χριστός βγαίνει στο κόσμο για να κηρύξει το Ευαγγέλιό Του, κατά τη μικρή είσοδο, που ο ιερέας βγαίνει με υψωμένο το Ευαγγέλιο. Ο Χριστός ανεβαίνει στα Ιεροσόλυμα για να θυσιαστεί, κατά τη μεγάλη είσοδο. Ο Χριστός υψώνεται πάνω στο Σταυρό και θυσιάζεται, κατά την προσφορά και τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, που γίνεται με την προσφώνηση: «Τα σα εκ των σων…». Ο Χριστός ανασταίνεται, κατά τη μετάληψη των αχράντων Μυστηρίων, που πλημμυρίζει τη καρδιά από αναστάσιμη χαρά. Γι’ αυτό και ο λειτουργός, όταν κοινωνεί, ευθύς αμέσως λέει το «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι…».
Κάθε θεία Λειτουργία είναι μια ανάμνηση του Σταυρού και της Αναστάσεως. Είναι το σταυρώσιμο και αναστάσιμο Πάσχα. Ιδιαίτερα η Λειτουργία της Κυριακής έχει αναστάσιμο χαρακτήρα. Είναι η Λειτουργία της «μιας των σαββάτων». Την Κυριακή είναι όλα αναστάσιμα. Τα απολυτίκια των οκτώ ήχων, όλα αναστάσιμα. Αλλά και τα τροπάρια του όρθρου της Κυριακής. Κατεξοχήν αναστάσιμη είναι η περίοδος του Πάσχα, του Πεντηκοσταρίου, που αρχίζει τη νύχτα της Αναστάσεως και τελειώνει τη Κυριακή των Αγίων Πάντων.

Η Ανάσταση συνεχίζεται! Επαναλαμβάνεται κάθε φορά, που οι πιστοί έχουν Πάσχα. Οι κοσμικοί συνάνθρωποί μας μια φορά το χρόνο έχουν Πάσχα. Και ούτε αυτό αντιλαμβάνονται. Δεν το απολαμβάνουν. Νομίζουν, πως Πάσχα είναι το σουβλιστό αρνί, τα κόκκινα αυγά, το γλέντι και το ξεφάντωμα! Οι πιστοί γιορτάζουν το αληθινό Πάσχα, μάλιστα πολλές φορές στη ζωή τους. Όταν με πίστη ζουν το μυστήριο του Χρίστου, το μυστήριο του Σταύρου και της Αναστάσεως. Ζουν το νέο Πάσχα. Όταν κατορθώνουν και κάνουν μεγάλα περάσματα. Πάσχα σημαίνει διάβαση, πέρασμα. Ο Χριστός σταυρώθηκε και αναστήθηκε, για να μας περάσει απ’ την ενοχή της αμαρτίας στη δικαίωση. Απ’ τα έργα του σκότους στην αγιότητα. Απ’ τη φθορά στην αφθαρσία.
Κάθε φορά, που ξεπερνάμε τα γήινα, που υπερπηδάμε τα προβλήματα, που υπερνικάμε τις θλίψεις, που περνάμε το ορμητικό ποτάμι της ζωής ή τη φουρτούνα της θάλασσας των πειρασμών, κάνουμε θαυμαστή διάβαση. Πάσχα γιορτάζουμε! Όταν αξιωνόμαστε να κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Ιησού Χριστού. Με τη Θεία Κοινωνία κάνουμε όχι απλώς διάβαση, αλλά υπέρβαση. Ξεπερνάμε τα μέτρα μας. Αποκτάμε θεϊκές διαστάσεις. Αποσπόμαστε απ’ τη γη. Ξεκολλάμε απ’ τη λάσπη. Ανερχόμαστε προς τον ουρανό. Γινόμαστε κοινωνοί του Χριστού. Κοινωνοί των παθημάτων Του και της Αναστάσεώς Του. Γινόμαστε κοινωνοί θείας φύσεως (Β’ Πέτρ. α’ 4). Γινόμαστε χριστοφόροι, θεοφόροι.
Η Ανάσταση συνεχίζεται! Επαναλαμβάνεται στη ζωή των αγίων. Οι άγιοι είναι αμαρτωλοί, που αναστήθηκαν. Σ’ ένα τροπάριο παρακαλούμε· «Ανάστησον ημάς πεσόντας τη αμαρτία». Η αμαρτία είναι θάνατος. Η μετάνοια είναι ανάσταση. Νύχτα σκοτεινή η αμαρτία, μέρα λαμπρή η ζωή της μετανοίας. Κάθε χριστιανός, που μετανοεί, είναι ένας αναστημένος. Κάθε άγιος αποτελεί ζωντανή απόδειξη της δυνάμεως της Αναστάσεως. Η φωτεινή ζωή του αποτελεί ανταύγεια του αναστάσιμου φωτός.
Ο ιερός Χρυσόστομος στην ομιλία του « Εις το Άγιον Πάσχα», αναφερόμενος στους νεοφώτιστους χριστιανούς, για κείνους, δηλαδή, που βαπτίζονταν ομαδικά κατά τη νύχτα του Μεγ. Σαββάτου, λέει: Θέλω ν’ απευθύνω το λόγο σ’ αυτούς, που τη φωτόλουστη αυτή μέρα αξιώθηκαν το θείο βάπτισμα. Οι νεοφώτιστοι είναι τα καλά δενδρύλλια της Εκκλησίας, τα λουλούδια τα πνευματικά, οι νέοι στρατιώτες του Χριστού. Πριν από χτες ο Κύριος μας βρισκόταν στο Σταυρό. Έτσι κι αυτοί, πριν από χτες βρίσκονταν στην κυριαρχία της αμαρτίας. Αλλά τώρα συναναστήθηκαν μαζί με το Χριστό. Ο Χριστός σωματικά πέθανε κι αναστήθηκε. Αυτοί ήσαν πεθαμένοι στο λάκκο της αμαρτίας. Κι απ’ την αμαρτία αναστήθηκαν. Η γη τώρα την άνοιξη τριαντάφυλλα και γιασεμιά κι άλλα λουλούδια μας χαρίζει. Το βαπτιστήριο με τ’ αγιασμένα νερά μας χάρισε σήμερα ανθόκηπο πιο όμορφο απ’ της γης.
Η αλλαγή του ανθρώπου αποτελεί την τρανότερη απόδειξη της Αναστάσεως. Απ’ τον τάφο της αμαρτίας ανασταίνεται ο άνθρωπος με τη δύναμη της μετανοίας.
Ποιό είναι δυσκολότερο; Το ν’ αναστηθεί ένας αμαρτωλός απ’ το μνήμα της ακολασίας ή το να αναστηθεί το σώμα του ανθρώπου απ’ τον τάφο της φθοράς; Φαίνεται το δεύτερο δυσκολότερο. Κι όμως, το πρώτο είναι. Για την ανάσταση των σωμάτων καμιά αντίσταση δεν προβάλλεται. Για την αλλαγή της ψυχής υπάρχει η αντίστασης της θελήσεως, του παλαιού άνθρωπου.
Πολύ δύσκολη η πνευματική ανάσταση. Το να γίνει: Ο θυμώδης, πράος. Ο χαρτοπαίκτης και φιλάργυρος, ελεήμων. Ο μέθυσος, εγκρατής. Ο σαρκολάτρης, σώφρων. Ο εγκληματίας, ήσυχος. Ο άγριος, άγιος. Αυτό το τόσο δύσκολο είναι γεγονός. Το βλέπουμε στο χώρο της χάριτος, στη ζωή της Εκκλησίας.
Η Εκκλησία έχει τη δύναμη της μεταμορφώσεως, της αλλαγής του ανθρώπου. Είναι η Εκκλησία της Αναστάσεως. Ο Χριστός, η κεφαλή της Εκκλησίας, είναι όχι μόνο ο αναστάς εκ νεκρών, αλλά και ο εγείρων τους νεκρούς. Είναι νεκρεγέρτης ο Ιησούς Χριστός. Αφού, λοιπόν, γίνεται το δύσκολο, η ανάσταση τόσων αμαρτωλών, δεν μπορεί να γίνει το εύκολο, η ανάσταση των σωμάτων κατά την κοινή ανάσταση;
Αρχιμ.Δανιήλ Γ. Αεράκη

Το Σάββατο και την Κυριακή ο Πατήρ Παΐσιος πήγαινε να λειτουργηθή άλλοτε στο Κελλί των Δανιηλαίων και άλλοτε στη Μικρά Αγία Άννα ή πιο μακριά στην Κερασιά.
Συνήθως έφευγε αμέσως μετά τη Θεία Λειτουργία, χωρίς να κερασθή, και σε όλους τους Πατέρες έκανε εντύπωση η ασκητική μορφή του, καθώς και τα μετρημένα λόγια του.
Όταν βοηθούσε στις πανηγύρεις των Κελλιών αυτών, είχαν την ευκαιρία να τον συναναστραφούν λίγο περισσότερο και έβλεπαν και τον αθόρυβο τρόπο, με τον οποίο διακονούσε:
«Βλέποντας τον πατέρα Παΐσιο να διακονή, έλεγε αργότερα ο π. Δανιήλ, καταλάβαινες ότι ο πνευματικός άνθρωπος ότι και να κάνει το κάνει με προθυμία. Ήταν άνθρωπος γεννημένος να ζή για τον πλησίον».
Επίσης αν και ταλαιπωρημένος από την εγχείρηση, πήγαινε συχνά στην Καψάλα, απόσταση αρκετών ωρών, για να επισκεφθή τον παπα-Τύχωνα και να εξομολογηθή.
Για πνευματική ωφέλεια επισκεπτόταν και τον γερο-Γαβριήλ τον Καρουλιώτη, ο οποίος έμενε τότε κατάκοιτος στην σπηλιά ενός απόκρημνου βράχου.
Επικοινωνία είχε και με έναν άλλον αγωνιστή ασκητή, τον Ρουμάνο τον γερο-Δανιήλ, ο οποίος έμενε χαμηλά στην Κερασιά.
Μια μέρα ο γερο-Δανιήλ τον ρώτησε:
-Εσύ Πάτερ Παΐσιε, τι τυπικό έχεις;
-Για πες εσύ το τυπικό το δικό σου και μετά να θυμηθώ κι εγώ το δικό μου, είπε ο Πάτερ Παΐσιος.
-Εγώ, απάντησε εκείνος, μόλις σηκωθώ τη νύχτα, αρχίζω πρώτα το κανόνι. Και εννοούσε τον κανόνα.
-Πολύ καλά το λες, Γέροντα, είπε ο Όσιος. Κανόνι είναι !!!

Μην περιμένεις η ζωή να σε ρωτήσει εάν και πόσο αντέχεις…
Μην περιμένεις να βρεθούνε οι τέλειες συνθήκες για να πεις θα ζήσω…
Μην περιμένεις να διαμορφωθούν οι ιδανικές καταστάσεις για να γελάσεις…
Μην περιμένεις να βρεις τον τέλειο πατέρα ή μάνα για να μην έχεις τραύματα…
Μην περιμένεις να βρεις τον τέλειο σύζυγό γιατί απλά δεν θα τον βρεις ποτέ…
Μην περιμένεις να κάνεις τα τέλεια παιδιά, γιατί απλά δεν υπάρχουν…
Μην περιμένεις να συναντήσεις του τέλειους φίλους, γιατί ούτε και εσύ είσαι…
Μην περιμένεις να δουλέψεις στην ιδανική δουλειά γιατί απλά θα μείνεις άνεργος…
Μην περιμένεις να βρείς το τέλειο σπίτι για να απολαύσεις το ηλιοβασίλεμα…
Μην περιμένεις να έχεις την τέλεια παρέα για να πας ένα περίπατο…
Μην περιμένεις να δοθούν όλες οι απαντήσεις για να σταματήσουν οι ερωτήσεις…
Μην περιμένεις να δεις τον Θεό ως Ον που κατεβαίνει από τους ουρανούς ή ως χέρι που βγαίνει απο το υπερπέραν. Απλά δεν θα συμβεί και θα χάσεις και την ευκαιρία να Τον συναντήσεις στην καθημερινότητα σου…
Μην περιμένεις να βρεις τον αναμάρτητο και τέλειο πνευματικό, γιατί απλά δεν υπάρχει. Και όπου νομίζεις ή σε έπεισαν ότι τον είδες, φεύγα μακριά είναι της φαντασίας σου…
Γενικά στην ζωή αυτή, δεν υπάρχουν τέλειες καταστάσεις, τέλειες συνθήκες, τέλεια πρόσωπα. Αυτά μετά το πέρας της εδώ παράστασης… Οπότε συμφιλιώνομαι με την αδυναμία μου, την ατέλεια του άλλου και του κόσμου που με περιβάλει και ζω όπως μπορώ και όσο μπορώ, με δοξολογία και ευχαριστία προς τον Χριστό. Δεν μπορώ πάντα; Ναι, αλήθεια είναι αυτό!! Κανείς δεν τα καταφέρνει πάντα καλά. Ακόμη και οι Άγιοι είχαν τις κακές μέρες και περιόδους τους. Αλλά δεν τρελαίνομαι σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν αυτομαστιγώνομαι, δεν χάνω την ψυχραιμία μου, ούτε βιάζομαι να φύγει το κακό που με βρήκε. Κυρίως δεν λέω όλη μέρα γιατί και γιατί;
Γιατί απλά καλέ μου φίλε, μέχρι να μάθεις το γιατί, θα έχει τελειώσει η ζωή…!!!
π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος
Μωϋσῆς Μοναχὸς, Ἁγιορείτης
Ἴσως σκεφθεῖ κάποιος δικαιολογημένα, τί ἔχει νὰ πεῖ ἕνας ἀπομακρυσμένος Ἁγιορείτης μοναχὸς γιὰ τὴν οἰκογένεια, γιὰ τοὺς γονεῖς καὶ τὴν ἀνατροφὴ τῶν τέκνων τους;
Ὅμως, ὁ μοναχὸς δὲν εἶναι ἀνέραστος, μισόκοσμος καὶ ἀπομονωμένος. Ὁ μοναχὸς εἶναι εὐχέτης ὑπὲρ ὅλης τῆς οἰκουμένης.
Πάντοτε, ἡ Ἐκκλησία ἤθελε νὰ ἀκούει τοὺς μοναχούς. Στὴν ἱερὰ ἡσυχία ὁ μοναχὸς σοφίζεται, φωτίζεται, ἀγωνιζόμενος καὶ καθαιρόμενος.
Παρατηρεῖ, λοιπὸν, τοὺς ἀσκητὲς νὰ μηνύουν στὸν ἄστατο κόσμο τὸ «στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετὰ φόβου».
Ἡ μεγάλη τρυφὴ τοῦ κόσμου, ἡ ὑπερκαταναλωτικὴ κοινωνία, ἡ εὐδαιμονία, ἡ εὐμάρεια δὲν εἶναι διόλου θετικὰ στοιχεῖα γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
Τὸ Ἅγιον Ὅρος ἀνησυχεῖ γιὰ τὴν κατιούσα πορεία τοῦ κόσμου.
Γιὰ τὶς ἀνίερες ἰδέες ποὺ ἀκούγονται πρώτη φορᾶ στὸν νεοελληνικὸ βίο γιὰ συμβίωση μόνιμη καὶ νόμιμη ἀγάμων, ἀκόμη καὶ ὁμοφυλοφίλων, γιὰ τὴν ἔξαρση τῆς μοιχείας, τὴν αὔξηση τῶν διαζυγίων.
Καθημερινὰ ἔρχονται θλιμμένοι καὶ προβληματισμένοι ἄνθρωποι στὸ Ἅγιον Ὅρος, πνιγμένοι στ’ ἀδιέξοδα ἀπὸ μία ἀνοημάτιστη ζωή, ἕνα λανθασμένο τρόπο βίου.
Ἰδιαίτερα μᾶς προβληματίζει ἡ ἀδιαφορία τῶν νέων, μὲ τὰ πολλὰ ψυχικὰ τραύματα. Ταπεινὰ φρονοῦμε πὼς ἕνα ἀκόμη ὀχυρὸ εἶναι ἡ οἰκογένεια, παρὰ τὰ ὅποια προβλήματά της.
Τὴν οἰκογένεια ἀποτελοῦν οἱ γονεῖς καὶ τὰ παιδιά. Περὶ αὐτῶν, ἁπλὰ καὶ πρακτικὰ θὰ μιλήσουμε μὲ πόνο καὶ ἀγάπη, ὄχι ὡς δάσκαλοι ἀλλὰ ως συμπαθοῦντες ἀδελφοί.
Τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου ἔφερε μέσα στὴν οἰκογένεια ταραχή, ἀποσύνδεση ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας καὶ τῶν δικαιωμάτων, ρήξη καὶ διαμάχη.
Ἡ ἀντιλογία, ἡ γκρίνια, ὁ καυγᾶς, ἡ ἀπειλή, ἡ ψυχρότητα σκιάζουν ὅλα τὰ σπίτια. Ἀπουσιάζει ἡ ἀλληλοπεριχώρηση, ἡ ἀλληλοκατανόηση καὶ ὁ ἀλληλοσεβασμός.
Η ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ θὰ μᾶς ἐπαναφέρει μόνο στὴν εὐθεία. Τότε εἶναι περιττὲς ὅποιες ἄλλες γνῶμες, νουθεσίες καὶ συμβουλές.
Η ἀπεκκλησιοποίησή μας θέριεψε τὸ ἐγώ μας καὶ μᾶς θέλει κυρίαρχους κι ἐξουσιαστὲς τῶν πάντων ἀκόμη καὶ τῶν πολὺ δικῶν μας ἀνθρώπων, τῶν συζύγων, τῶν παιδιῶν.
Ὅταν λέμε ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ, δὲν θεωροῦμε μία γενικὰ καλὴ ἀντίληψη γιὰ τὴν Ἐκκλησία, μία πίστη σ’ ἕνα ἀνώτατο ὄν, μία εὐχάριστη ἰδεολογία.
Ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι συγκεκριμένη, μὲ ὀρθὴ πίστη στὸν ζῶντα Τριαδικὸ Θεό, λατρευτικὴ ζωή, ἀγωνιστικὴ πορεία καθάρσεως κι ἁγιασμοῦ.
Οἱ γονεῖς ἀξίζει ἀπὸ μικρὰ νὰ ὁδηγοῦν τὰ παιδιὰ τους τακτικὰ στὴν ἐκκλησία.
Νὰ συνηθίζουν νὰ λειτουργοῦνται, ν’ ἀσπάζονται τὶς εἰκόνες, νὰ κάνουν σωστὰ τὸν σταυρό τους, νὰ κοινωνοῦν τῶν ἀχράντων μυστηρίων.
Ἂς εἶναι ζωηρὰ καὶ ἄτακτα, ἂς κλαῖνε, δὲν πειράζει, μαθαίνουν, μυρίζουν τὰ ροῦχα τους λιβάνι, εὐλογοῦνται, ἁγιάζονται.
Μὲ μεγάλη μου λύπη εἶδα σὲ Ὀρθόδοξους ναοὺς στὴν Ἀμερικὴ, τὴν ὥρα τῆς θείας λειτουργίας, νὰ εἶναι στὸ ὑπόγειο τὰ παιδάκια μὲ τὴ νηπιαγωγό, γιὰ νὰ μὴν ἐνοχλοῦν στὸ ναὸ τοὺς προσευχόμενους…
Εἶναι ἀπαραίτητο ἀπὸ μικρὰ τὰ παιδιὰ νὰ μάθουν τὸν τακτικὸ ἐκκλησιασμό. Ἂς μὴν καταλαβαίνουν, ἡ Χάρη ἐνεργεῖ πλούσια ἐντός τους.
Μὲ τὸ «δι’ εὐχῶν» δὲν τελειώνει ἡ θεία λειτουργία καὶ τὰ «θρησκευτικά μας καθήκοντα». Χριστιανοί δὲν εἴμαστε μόνο στὴν ἐκκλησία. Ἡ ἐκκλησία θὰ πρέπει νὰ ἐπεκταθεῖ στὸ σπίτι μας.
Νὰ ὑπάρχει ἐκεῖ τὸ προσευχητάρι, ὄχι μόνο στὶς δύσκολες ὧρες, ἀλλὰ καθημερινά. Ἐκεῖ ν’ ἀρχίζει καὶ νὰ τελειώνει ἡ ἡμέρα. Μακάρι νὰ εἶναι ὅλη μαζὶ ἡ οἰκογένεια. Ἂν εἶναι δύσκολο κι ἕνας-ἕνας.
Τί ὡραῖο νὰ συνδεθεῖ κανεὶς ἀπὸ μικρὸς μὲ τὴν προσευχή! Δὲν θὰ ἔχει ποτὲ μοναξιά. Θὰ ἔχει ἀνοικτὸ μόνιμο διάλογο μὲ τὸν Θεό.
Ἂν κανεὶς παραπονεῖται ἀπὸ ἔλλειψη χρόνου, μπορεῖ νὰ προσεύχεται καὶ στὸν δρόμο καὶ στὸ αὐτοκίνητο καὶ στὸ γραφεῖο. Δὲν χρειάζονται βιβλία καὶ γνώσεις, κι ἕνα «Κύριε ἐλέησον» ἐγκάρδιο εἶναι ὡραῖα προσευχή. Ἀρκεῖ νὰ γίνεται μὲ συναίσθηση. Μὲ ταπείνωση.
Οἱ μητέρες, οἱ νοικοκυρές, οἱ δασκάλες, οἱ νοσοκόμες, ὅλες οἱ γυναῖκες, οἱ ἄνδρες στὰ κτήματα, στὶς οἰκοδομές, στὶς τράπεζες, στὰ ταξίδια, τὰ παιδιὰ καὶ στὸ παιχνίδι καὶ στὸ σχολεῖο καὶ στὸ δωμάτιό τους μποροῦν νὰ λένε μία μικρὴ προσευχὴ μόνο πέντε μικρῶν λέξεων: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με!»
Νὰ μάθει κανεὶς ἀπὸ νωρὶς νὰ κάνει τὸν σταυρό του, ποὺ ξυπνᾶ, ποὺ κοιμᾶται, ποὺ ξεκινᾶ κι ἐπιστρέφει στὸ σπίτι, ποὺ ἀρχίζει καὶ τελειώνει τὸ φαγητό του ἢ τὴν ἐργασία του, ποὺ πιάνει τὸ τιμόνι ἢ τὸ μολύβι.
Τί ὡραία νὰ ζητᾶμε πάντα τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ γιὰ ὅλα! Καὶ θὰ τὴν ἔχουμε. Γι’ αὐτὸ ὑπάρχει, γιὰ νὰ δίνει σὲ αὐτοὺς ποὺ Τοῦ ζητοῦν, γιὰ νὰ ἀνοίγει σὲ αὐτοὺς ποὺ Τοῦ κρούουν, γιὰ νὰ ἀκούει αὐτοὺς ποὺ τὸν ἐπικαλοῦνται.

Και αν εγώ κουράζομαι στην προσευχή μου, στην παράστασή μου ενώπιον του Θεού, και αν εγώ αγνοώ τον Θεό, και αν νυστάζω ή δεν καταλαβαίνω ή μου φεύγουν τα λόγια της προσευχής ή ζώ μέσα σε χίλια σκοτάδια, είμαι βέβαιος ότι μέσα στην άγνοιά μου, στην αορασία μου, σε αυτό το σκότος μου είναι παρών ο Θεός.
Ο Θεός με ακούει, ο Θεός με βλέπει, ο Θεός παρίσταται.
Ας μη θέλω εγώ να τον απολαμβάνω.
Ας θέλω να το πούμε έτσι, να με απολαμβάνει ο Θεός.
Ας θέλω να με χαίρεται ο Θεός.
Είτε κοιμάμαι είτε είμαι ξύπνιος, είτε ζώ είτε πεθαίνω, είτε είμαι ολόκληρος μια ζωντάνια ενώπιον του Θεού είτε είμαι ένας νεκρός, ο,τιδήποτε και άν είμαι, αυτό που έχει σημασία είναι να παρίσταμαι ενώπιόν του.
Επομένως, ασκητικότητα, πάλεσμα ασκητικό, σημαίνει να κάθωμαι ενώπιον του Θεού!
Να μη ζητάω εγώ να δώ τον Θεό, αλλά να με βλέπει ο Θεός.
Ά ρχιζε πάντα απ’ το Θεό και πάντα τελείωνε μαζί του
Β ίου το κέρδος είν’ αυτό: τη μέρα σου καλά να τελειώνεις
Γ νώριζε όλα τα καλά έργα των δικαίων
Δ εινόν το να πεινάει κανείς, μα φοβερότερος ο πλούτος ο παράνομος
Ε υεργετείς; Μάθε λοιπόν πως το Θεό μιμείσαι.
Ζ ήτα απ’ το Θεό να σου είναι σπλαχνικός, σαν όμως εύσπλαχνος είσαι και εσύ
Η σάρκα η ανθρώπινη να συγκρατείται πρέπει και να δαμάζεται γερά
Θ υμό χαλίνωνε, μη πέσεις έξω από τη λογική
Ί σια ψηλά το βλέμμα σου, στη γλώσσα να ‘χεις μέτρο
Κ λειδί στ’ αυτιά να βρίσκεται, το γέλιο σου να ‘ναι σεμνό
Λ υχνάρι να πορεύεται η λογική μπροστά από κάθε σου έργο
Μ η σου γλυστράει κάτω απ’ ότι φαίνεται, εκείνο που υπάρχει
Ν α ερευνάς τα πάντα με το νου, όμως να πράττεις όσα επιτρέπονται
Ξ ένος πως είσαι, μάθε το καλά. Γι’ αυτό τίμα τους ξένους
Ό ταν στη γαλήνη ταξιδεύεις, τότε να θυμάσαι τη φουρτούνα
Π άντα να δέχεσαι ευχάριστα, όσα από το Θεό προέρχονται
Ρ αβδί να σε χτυπά του δίκαιου καλύτερα, παρά ο κακός να σε τιμά
Σ τις θύρες των σοφών να πηγαινοέρχεσαι, μακρυά απ’ τις θύρες των πλουσίων
Τ ο μικρό, μικρό δεν είναι όταν σε κάτι μέγα οδηγεί
Ύ βριν χαλίνωνε, μακρυά απ’ την έπαρση μέγας σοφός να γίνεις
Φ υλάξου συ απ’ το πέσιμο, σαν όμως άλλος πέσει, μη γελάς
Χ άρισμα το να σε φθονούν, αίσχος και μέγα, να φθονείς εσύ
Ψ υχή που στο Θεό προσφέρεται, είναι η καλύτερη θυσία
Ω, ποιος θα τα φυλάξει όλα αυτά; Αυτός και θα σωθεί!


«Βλέπεις τα παιδιά σου και είναι νευρικά και φωνάζουν, κάνουν, φτιάζουν, θα σταυρώνεις τα παιδιά σου ή το βράδυ που κοιμούνται πήγαινε και σταύρωσε τα παιδιά σου, ή του φέρνεις ένα ποτήρι νερό, σταύρωσέ το «Εις το Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», ν΄ αγιαστεί το νερό, να το πιεί και να΄ναι αγιασμένο, να δεχτεί μέσα του στην ψυχή του Χάριν Θεού, να ευλογηθεί, να αγιασθεί ο άνθρωπος».
– Γέροντα, μου λέει ο λογισμός ότι ο διάβολος, ιδίως στις μέρες μας, έχει πολλή δύναμη.
– Ο διάβολος έχει κακία και μίσος, όχι δύναμη. Η αγάπη του Θεού είναι παντοδύναμη. Ο σατανάς προσπαθεί να φανή παντοδύναμος, αλλά δεν τα καταφέρνει. Φαίνεται δυνατός, αλλά είναι τελείως αδύναμος. Πολλά καταστρεπτικά σχέδιά του χαλούν, πριν καν αρχίσουν να πραγματοποιούνται. Θα άφηνε ποτέ ένας πολύ καλός πατέρας μερικά αλητάκια να χτυπούν τα παιδιά του;
– Γέροντα, φοβάμαι τα ταγκαλάκια.
– Τι να φοβηθής; Τα ταγκαλάκια δεν έχουν καμμιά δύναμη. Ο Χριστός είναι παντοδύναμος. Ο πειρασμός είναι σάπιος. Σταυρό δεν φοράς; Τα όπλα του διαβόλου είναι αδύναμα. Ο Χριστός μας μας έχει οπλίσει με τον Σταυρό Του. Μόνον όταν αφήνουμε τα όπλα τα πνευματικά, τότε ο εχθρός έχει δύναμη. Ένα μικρό σταυρουδάκι έδειξε ένας ορθόδοξος ιερέας σε έναν μάγο και έκανε να τρέμη ο δαίμονας που είχε επικαλεσθή με τις μαγείες του.
Κάθε φορά που κάνει τον σταυρό του ο Χριστιανός, προσκυνάει το σωτήριο Πάθος του Κυρίου και επικαλείται την δύναμη του Σταυρού, που είναι η δύναμη του σταυρικού θανάτου του Χριστού μας. Όταν λέμε «Σταυρέ του Χριστού, σώσον ημάς τη δυνάμει σου», επικαλούμαστε την δύναμη της σταυρικής θυσίας του Κυρίου. Γι᾿ αυτό έχει μεγάλη δύναμη ο Σταυρός. Αν λ.χ. βρέχη και πέφτουν κεραυνοί, μπορεί έναν μεγάλο σιδερένιο σταυρό σε ένα καμπαναριό να τον χτυπήση ο κεραυνός. Αν όμως είναι εκεί κάτω ένας Χριστιανός που έχει ένα τόσο μικρό σταυρουδάκι και πη «Σταυρέ του Χριστού, σώσόν με τη δυνάμει σου», δεν τον χτυπάει ο κεραυνός. Εκεί λειτουργούν οι φυσικοί νόμοι και πέφτει ο κεραυνός πάνω στον σταυρό και τον ρίχνει κάτω. Εδώ φυλάει τον πιστό ένα τόσο δά σταυρουδάκι, γιατί επικαλέσθηκε την δύναμη του Σταυρού.
Το μεγαλύτερο βάλσαμο της σταυρικής θυσίας τoυ Χριστού είναι που συντρίφθηκε o διάβολος. Μετά την Σταύρωση τoυ Χριστού, είναι πια όπως τo φίδι που τoυ έχει αφαιρεθεί τo δηλητήριο ή oπως τo σκυλί που τoυ έχουν αφαιρεθεί τα δόντια.
Αφαιρέθηκε τo φαρμάκι από τoν διάβολο, αφαιρέθηκαν τα δόντια από τα σκυλιά, τoυς δαίμονες, και είναι τώρα αφοπλισμένοι και εμείς με τoν Σταυρό οπλισμένοι. Τίποτε, τίποτε δεν μπoρoύν να κάνουν oι δαίμονες στo πλάσμα τoυ Θεού, όταν δεν τoυς δώσουμε εμείς δικαιώματα. Μόνο φασαρία κάνουν, δεν έχουν εξουσία.
***
Ο Γερο–Ευλόγιος ο υποτακτικός του Χατζή – Γεώργη, από το Κελλί του Αγίου Γεωργίου «Φανερωμένου», Στο κελλί του είχε έναν ξύλινο Σταυρό κρεμασμένο και μπροστά του συνήθως προσευχόταν. Κάποτε, την ώρα που προσευχόταν, ήρθε ένας διάβολος από το παράθυρο, για να πειράξη τον Γέροντα.
Βλέπει ξαφνικά ο Γερο-Ευλόγιος τον Σταυρό να ξεκρεμιέται μόνος του, να πλησιάζη τον διάβολο, και να εξαφανίζεται αμέσως ο έξω από εδώ. Μετά είδε πάλι τον Σταυρό μόνο του να ξανακρεμιέται στην θέση του.