Τετάρτη 28 Μαρτίου 2018

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΕΙΝΑΙ ΔΩΡΟ ΘΕΟΥ

Αποτέλεσμα εικόνας για η αγαπη κατα θεον



Λέει ο π. Βασίλειος Θερμός:
«Για παράδειγμα, φυσική είναι η τάση του ανθρώπου για συντροφικότητα. Ο Θεός την αποδέχεται και την ευλογεί ευθύς εξ αρχής (Γένεση 1, 27 -28 και 2, 18 -24). Έρχεται όμως το αποστολικό ανάγνωσμα του μυστηρίου (Εφεσίους 5, 20 -33) να παραλληλίση το δεσμό των δύο ανθρώπων με την ένωση Χριστού και Εκκλησίας.
Από παλιά, στην Παλαιά Διαθήκη, ο Θεός χρησιμοποίησε σαν ανάλογο για να δείξει τη σχέση Του με τους ανθρώπους τον ερωτικό δεσμό (Ψαλμοί 44, 12 Ιερεμίας 3, 6-9 Ησαΐας 54, 1 10 και 62, 4 -5 Ιεζεκιήλ 16, 163 καθώς και ολόκληρο το Άσμα Ασμάτων . Βλ. επίσης στην Καινή Διαθήκη: Ιωάννη 3, 29- Ματθαίου 9, 15 και 22, 114 -Β Κορινθίους 11, 2 -Εφεσίους 5, 26-27 Αποκάλυψη 21, 9 και 22, 17). Και οι Πατέρες στη συνέχεια μεταχειρίσθηκαν αυτό το παράδειγμα (Κλίμαξ, λόγος 30, 5).
Αντιλαμβανόμαστε πόσο τιμούν τον ανθρώπινο έρωτα αυτές οι παρομοιώσεις. Η ερωτική συντροφικότητα αντιμετωπίζεται ως πρωτογενής και θεμελιώδης ανθρώπινη λειτουργία. Αυτό βέβαια το πιστεύουν και όσοι βλέπουν τον γάμο ανθρωποκεντρικά. Επί πλέον, όμως, εδώ παίρνει νόημα από την ουράνια πηγή της και γίνεται στη συνέχεια νοσταλγία της. Πέρα από το γεγονός ότι «ο Θεός τους έρωτας τούτους εγκατέσπειρε» ( Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος) ώστε ο άνθρωπος να καταξιώνεται και να συμπληρώνεται, τους έκαμε και σκαλοπάτια με το οποία θα ανάγεται προς τα ανώτερα και επουράνια.Όχι φυσικά με την έννοια ότι αυτόματα η ερωτική ζωή ανεβάζει πνευματικά τον άνθρωπο (με την κακή χρήση της μπορεί, αντίθετα να ξεπέση,) αλλά ότι όταν υπάρχει πνευματική ζωή το γεγονός του έρωτα λειτουργεί και ως κίνητρο για την αγάπη προς τον Θεό: αφού είναι τόσο ισχυρός ο ανθρώπινος έρωτας, μπορεί κανείς να φανατασθή τον έρωτα προς τον Θεό πόσο σφοδρός μπορεί να γίνη. Εκτός αυτού, με την διαπροσωπική σχέση ο άνθρωπος μαθαίνει ν’ ανοίγεται στον άλλο και να κοινωνεί μαζί του· χωρίς αυτή τη βασική προϋπόθεση αδυνατεί κάποιος να κοινωνήσει με τον Θεό.
Στην πραγματικότητα, η Εκκλησία τιμά αφάνταστα τον έρωτα και τον γάμο και μόνο σε αυτή τη βάση μπορεί κάποιος να καταλάβη τις «απαγορεύσεις» της. Ουσιαστικά πρόκειται για μέτρα προστασίας αυτών των θεϊκών δώρων, όπως κάποιος προστατεύει τη φλόγα του κεριού του να μην τη σβήση ο άνεμος, ή όπως υποβάλλεται σε στερήσεις ο αθλητής προκειμένου να γευθή τη χαρά της νίκης. Το αρχικό κεφάλαιο του έρωτα χρειάζεται να αυξηθεί και να μεταμορφωθή, όχι να αναλωθή απερίσκεπτα όπως συχνά συμβαίνει.
Από την άλλη, είναι γεγονός ότι διάφορα μέλη της Εκκλησίας δυστυχώς δεν συμμερίζονται τη ζωηφόρο Θεολογία της, είτε από άγνοια είτε για διάφορους προσωπικούς λόγους. Γονείς που βασανίζονται από τον πουριτανισμό τους και δεν χάρηκαν τον έρωτα ως δώρο του Θεού, κληρικοί και κατηχητές που δεν διδάχθηκαν σωστά την Αλήθεια ή που παρανόησαν την Ορθόδοξη άσκηση, όλοι αυτοί συμβάλλουμε συχνά στην αποξένωση του σημερινού ανθρώπου από την εκκλησιαστική ζωή, αφού τον εξωθούμε να τη βλέπη σαν τον θεματοφύλακα του πουριτανισμού.»