Τρίτη, 3 Απριλίου 2018

ΣΑΜΟΥ ΕΥΣΕΒΙΟΣ:"Η ΕΝΟΧΗ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ"



Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σάμου και Ικαρίας κ.κ Ευσέβιου

Πολύ συ­ζη­τηση γι­νε­ται για το πρόσωπο του Ι­ούδα και μα­έι­στα για το θέμα της ε­νο­χής του. Καάποιοι υ­πο­στη­ριίζουν ότι ο Ι­ου­δας η­ταν προ­ο­ρι­σμένος να προ­δωώσει τον Ι­η­σού και γι’ αυτό δεν φέρει ευ­θύνη.

Αλ­λοι, μι­μου­με­νοι αρ­χαί­ους αι­ρε­τι­κούς, φθα­νουν στο ση­μείο να λε­γουν ότι πρε­πει να α­πο­δω­σουμε κι ευ­γνω­μο­σύνη στον Ι­ούδα δι­ότι με την προ­δο­σία του συ­νε­τε­λεσε στην πρα­γμα­το­ποί­ηση του σταυ­ρι­κού θα­να­του του Χρι­στού και της λυ­τρω­σεώς μας από την α­μαρ­τία. Όλα αυτά κι άλλα α­κόμα που α­κού­γον­ται τον τε­λευ­ταίο καιρό, μας δι­νουν την α­φορμή να α­σχο­λη­θούμε κι ε­μείς ση­μερα με το προ­σωπο του Ι­ούδα και να δω­σουμε α­παν­τη­σεις σε πέντε βα­σι­κες ε­ρω­τη­σεις.
Ε­ρω­τηση πρώτη. Γι­ατί ευ­θυ­νε­ται ο Ι­ου­δας για την προ­δο­σία α­φού όλα αυτά τα γε­γο­νότα η­ταν προ­φη­τευ­μένα;
Α­κούν με­ρι­κοί να λε­γει η Α­γία Γραφή «Ίνα πλη­ρωθή το ρη­θεν υπό του Κυ­ρίου διά του Προ­φη­του λε­γον­τος», ο­πότε νο­μι­ζουν ότι ε­πειδή κάτι ε­χει ήδη προ­φη­τευ­θεί άρα ει­ναι προ­ο­ρι­σμένο και να γι­νει. Ο­ρι­στε λε­γουν, ο Ι­ου­δας ει­ναι α­θώος γι­ατί με τις ε­νερ­γειές του ε­πα­λη­θευσε όσα ο Κυ­ριος είχε προ­ε­γρα­ψει διά των Προ­φη­των του. Εάν εμ­βα­θυ­νουμε ο­μως στην ερ­μη­νεία των Γρα­φων, τότε θα κα­τα­λα­βουμε ότι οι προ­φη­τείες, που ο­μι­λούν για τον Ι­ούδα δεν ε­γρα­φη­σαν για να γι­νει προ­δο­της, κι έτσι να τις ε­πα­λη­θεύ­σει αλλά δι­ότι θα ε­γε­νετο, και γι’ αυτό ε­γρα­φη­σαν. Ο Θεός προ­γνω­ρι­ζει τα πάντα και οι προ­φη­τείες περί Ι­ούδα ε­γρα­φη­σαν δι­ότι αυ­τος ο Ι­ου­δας το ε­προ­κα­λεσε κι όχι γι­ατί ο Θεός ή­θελε να γι­νει προ­δο­της. Ε­πο­με­νως η προ­γνω­σις του Θεού δεν εμ­πο­δι­ζει την ε­λευ­θε­ρία του αν­θρω­που ούτε κα­ταρ­γεί το αυ­τε­ξού­σιο. Ε­μείς σκαν­δα­λι­ζο­μεθα γι­ατί δεν κα­τα­λα­βαί­νουμε ότι η προ­φη­τεία του Θεού ε­ξαρ­τα­ται από την προ­δο­σία του Ι­ούδα κι όχι η προ­δο­σία από την προ­φη­τεία, ο­πως λαν­θα­σμένα νο­μι­ζουμε.
Ε­ρω­τηση δεύ­τερη. Γι­ατί ο Χρι­στος ε­κα­λεσε τον Ι­ούδα να γι­νει μα­θη­της του α­φού ως Θεός προ­ε­γνω­ριζε την πτώση του;
Ο Κυ­ριός μας από τον ευρύ κυ­κλο των μα­θη­των του ε­πε­λεξε δω­δεκα, τους ο­ποί­ους ο­νο­μασε α­πο­στο­λους του. Ο­ταν ο Ι­ου­δας συγ­κα­τα­λε­χθηκε με­ταξύ των δω­δεκα η­ταν α­ξιος της ε­κλο­γης. Α­πο­δει­ξις του­του ει­ναι ότι ο Κυ­ριος τον α­πε­στειλε μαζί με τους αλ­λους μα­θη­τες να κη­ρυ­ξει και του ε­δωκε την ε­ξου­σία να ε­πι­τε­λεί θαύ­ματα και να εκ­βαλ­λει δαι­μο­νια. Ε­πι­σης το γε­γο­νος ότι τον ε­θεσε οι­κο­νόμο της μι­κρης ο­μα­δος τους φα­νε­ρω­νει ότι η­ταν κα­λος κι είχε πολ­λες ι­κα­νο­τη­τες. Δυ­στυ­χως ο­μως ο Ι­ου­δας δεν φα­νηκε α­ξιος της α­γα­πης, της τι­μης και της εμ­πι­στο­συ­νης που του ε­δειξε ο Κυ­ριος. Ε­ξε­πεσε της θε­σεώς του από την στι­γμη που θε­λη­μα­τικά πα­ρε­δωσε την ψυχή του στα θα­να­τη­φόρα πάθη της φι­λαρ­γυ­ρίας, της ζη­λο­φθο­νίας και της υ­πο­κρι­σίας.
Ο Θεός σε­βε­ται την ε­λευ­θε­ρία μας και δεν δυ­σκο­λεύει κα­νε­ναν και σε ο­λους δι­νει ευ­και­ρίες για να γι­νουν κα­λυ­τε­ροι και να φθα­σουν στην α­γι­ο­τητα. Και στην πε­ρι­πτωση του Ι­ούδα, ο Κυ­ριος ε­φρον­τισε με πολ­λούς τρο­πους να τον βο­η­θη­σει αλλά δυ­στυ­χως ο Ι­ου­δας «ουκ η­βου­λήθη συ­νι­ε­ναι».
Ε­ρω­τηση τρίτη. Τι ε­καμε ο Χριστός για να προ­λα­βει την πτώση του Ι­ούδα;
Ο­πως προ­ει­παμε ο Κυ­ριος με­τήλθε τα πάντα, για να α­πο­τρε­ψει τον Ι­ούδα από την πτώση και να τον εμ­πο­δι­σει να φθα­σει στο κα­ταν­τημα που κα­την­τησε. Μαρ­τυ­ρίες περί του­του μας δι­α­σω­ζουν οι ευ­αγ­γε­λι­στες.
α. Δι­α­βα­ζουμε στον Ευαγγελιστή Ι­ω­άννη ότι μετά την α­να­πτυξη του με­γα­λου θε­μα­τος της θείας Κοι­νω­νίας κι α­φού πολ­λοί ε­φυ­γαν σκαν­δα­λι­σμε­νοι μη μπο­ρων­τας να δε­χθούν τον λόγο, ο Κυ­ριος κλεί­νει την δι­δα­σκα­λία του ως ε­ξης: «Ουκ εγώ υ­μας τους δω­δεκα ε­ξε­λε­ξα­μην, και εξ υ­μων εις Δι­α­βο­λος ε­στιν;». Ο Ι­ου­δας η­ταν πα­ρων και α­σφα­λως α­κουσε τον λο­γον αυ­τον του Κυ­ρίου. Δεν συγ­κλο­νι­στηκε ο­μως, ούτε με­τα­με­λη­θηκε, ούτε μετανόησε.
β. Προ του Μυ­στι­κού Δεί­πνου κατά την ώρα της νι­ψεως των πο­δων των μα­θη­των, ο Κυ­ριος με­ταξύ των αλ­λων είπε και τα ε­ξης: «Και υ­μείς κα­θα­ροί ε­στε, αλλ’ ουχί παν­τες· ή­δει γαρ τον πα­ρα­δι­δόντα αυ­τον· διά τούτο ει­πεν· ουχί παν­τες κα­θα­ροί ε­στε». Α­σφα­λως ο Ι­ου­δας α­κουσε τον λόγον αυτόν όπως επίσης δε­χθηκε να του νι­ψει ο Κυ­ριος τους πο­δας κι ο­μως η καρ­διά του δεν συγ­κι­νη­θηκε, ούτε στα μα­τια του εμ­φα­νι­σθη­καν δα­κρυα με­τα­νοίας.
γ. Την ώρα του Μυ­στι­κού Δεί­πνου ε­λαβε χώρα και ο ε­ξης δι­α­λο­γος με­ταξύ του Κυ­ρίου και του Ι­ούδα: «Ο­ψίας δε γε­νο­με­νης α­νε­κειτο μετά των δω­δεκα, και ε­σθι­ον­των αυ­των ει­πεν·…Ο μεν Υιός του αν­θρω­που υ­πα­γει κα­θως γε­γρα­πται περί αυ­του· Ουαί δε τω αν­θρώπω ε­κείνω δι’ ου ο υιός του αν­θρω­που πα­ρα­δι­δε­ται· κα­λον ην αυτώ ει ουκ ε­γεν­νήθη ο αν­θρω­πος ε­κεί­νος. Α­πο­κρι­θείς δε Ι­ου­δας ο πα­ρα­δι­δούς αυ­τον είπε· μήτι εγώ ειμί, ραββί; και ο Κυ­ριος τον α­πο­κα­λυ­πτει λε­γων· «Συ ει­πας», δη­λαδή μα­λι­στα, ο­πως λε­γεις, εσύ ει­σαι.
Ο­πως βλε­πετε α­δελ­φοί μου, ο Κυ­ριός μας, ούτε για μια στι­γμη δεν στα­μα­τησε να νου­θε­τεί, να υ­πεν­θυ­μι­ζει, να α­πει­λεί τον Ι­ούδα. Λίγο η­ταν αυτό που του είπε, το «Κα­λυ­τερο θα η­ταν να μην είχε γεν­νη­θεί»;
Ο Θε­ο­φυ­λα­κτος, ερ­μη­νεύ­ον­τας τα λο­για του Κυ­ρίου, λε­γει ότι η α­νυ­παρ­ξία ει­ναι προ­τι­μο­τερη από την α­μαρ­τία. Κι αυτό γι­ατί ο αν­θρω­πος με την προ­αι­ρεσή του και με την ρα­θυ­μία του ε­φερε την κα­κία στην υ­παρξή του κι έτσι φα­νηκε α­χα­ρι­στος α­πε­ναντι στις με­γα­λες ευ­ερ­γε­σίες που ο Θεός του προ­σε­φερε. Ο Κυ­ριος λοι­πον προ­σπα­θεί να συ­νε­φε­ρει τον Ι­ούδα από την α­βυσσο της κα­κίας που ε­χει βυ­θι­στεί αλλά αυ­τος όχι μόνο δεν δι­ορ­θω­νε­ται ε­λεγ­χο­με­νος αλλά όλο και πε­ρισ­σο­τερο σκλη­ρυ­νει την καρ­διά του με την υ­πο­κρι­σία και την δι­α­στροφή της α­μαρ­τίας.
Ο ι­ε­ρος Χρυ­σο­στο­μος θαυ­μα­ζον­τας την μα­κρο­θυ­μία και α­νε­ξι­κα­κία του Κυ­ρίου μας και τις συ­νε­χείς προ­σπα­θειες που ε­καμε για να μα­λα­ξει την καρ­διά του Ι­ούδα α­να­φω­νεί: «Βα­βαί της α­ναι­σχυν­τίας, Ι­ούδα! α­κόμα και θη­ρίο αν η­ταν πα­ρον, θα είχε γι­νει πρα­ο­τερο».
Το α­πο­κο­ρυ­φωμα ο­μως της μα­κρο­θυ­μίας του Κυ­ρίου και της α­ναι­σχυν­τίας του Ι­ούδα το πα­ρα­κο­λου­θούμε στην συγ­κλο­νι­στική σκηνή της Γε­σθη­μανή, ο­που ο Ι­ου­δας πλη­σι­ασε τον Κυ­ριο και είπε: «Χαίρε ραββί, και κα­τε­φι­λη­σεν αυ­τον»! Με ένα δι­α­βο­λικό φι­λημα πα­ρε­δωσε τον δι­δα­σκα­λον του! Η γε­μάτη πα­ρα­πονο φωνή του Κυ­ρίου, «Ε­ταίρε εφ’ ω πα­ρει;», δεν ρα­γισε την πα­γω­μένη καρ­διά του προ­δότη μα­θητή; Γι­ατί ηρ­θες εδώ Ι­ούδα; Α­γα­πας τον δι­δα­σκα­λον σου και τον κα­τα­φι­λείς; Τότε προς τι οι στρα­τι­ω­τες μετά μα­χαι­ρων και ξυ­λων; Ηλ­θες για να πα­ρα­δω­σεις τον δι­δα­σκαλο; Τότε προς τι το φιλί; Γι­ατί τόση υ­πο­κρι­σία και α­ναλ­γη­σία και α­ναι­σχυν­τία;
Ποιος λοι­πον που ε­χει σώας τας φρε­νας μπο­ρεί να υ­πο­στη­ρι­ξει ότι ευ­θυ­νε­ται ο Θεός για την ε­παί­σχυν­τον πρα­ξιν του Ι­ούδα; Ο Κυ­ριος τα πάντα ε­καμε για να σω­σει τον Ι­ούδα, αυ­τος ο­μως τυ­φλω­με­νος και κυ­ρι­ευ­με­νος από τα πάθη του κα­τα­στρα­φηκε. «Ο δε παράνομος Ιούδας ουκ η­βου­λήθη συ­νι­ε­ναι»!
Ε­ρω­τηση τε­ταρτη. Ο Ι­ου­δας ε­βλαψε με την προ­δο­σία ή ω­φε­λησε, και εάν ω­φε­λησε γι­ατί κα­τη­γο­ρεί­ται;
Α­παντά ο ι­ε­ρος Χρυ­σο­στο­μος: «Ας προ­σε­ξουμε, δι­ότι δεν ει­ναι α­θώος ο Ι­ου­δας ε­πειδή ε­γινε αι­τία του θα­να­του του Κυ­ρίου με τον ο­ποίο σω­θηκε η οι­κου­μένη, αλλά μυ­ρίων κο­λα­σεων α­ξιος. Την σω­τη­ρία μας δεν την ερ­γα­σθηκε ο Ι­ου­δας με την προ­δο­σία του αλλά ο Χρι­στος με την σο­φία του, που δυ­να­ται να με­τα­τρε­πει τις πο­νη­ρίες μας σε α­γαθό.
Αλλά λε­γουν· και εάν ο Ι­ου­δας δεν τον ε­προ­διδε κα­ποιος αλ­λος θα τον ε­προ­διδε. Δι­ότι, εάν ε­πρεπε να σταυ­ρω­θεί ο Χρι­στος, κα­ποιος ε­πρεπε να τον προ­δω­σει, αυ­τος δε ο κα­ποιος θα η­ταν ε­νας αν­θρω­πος, και αν παν­τες η­σαν α­γα­θοί, δεν θα ε­γε­νετο η σω­τη­ρία. Μη γε­νοιτο. Δι­ότι ο παν­σο­φος Θεός ε­γνω­ριζε πως να τα­κτο­ποι­η­σει την σω­τη­ρία, ε­στω και αν η­σαν ο­λοι α­γα­θοί. Δι­ότι ει­ναι πλού­σιος σε Σο­φία και α­κα­τα­λη­πτος. Και τα λε­γο­μεν αυτά, διά να μη νο­μι­σει κα­νείς ότι ο Ι­ου­δας προ­σε­φερε κάτι καλό στην σω­τη­ρία μας ή ότι δη­θεν οι­κο­νο­μίας υ­πη­ρε­της ε­γε­νετο». Ε­ρω­τηση πεμ­πτη. Α­φού ο Ι­ου­δας με­τε­με­λήθη και ε­πε­στρεψε τα τρι­α­κοντα αρ­γυ­ρια γι­ατί τον κα­τη­γο­ρούμε;
Σκαν­δα­λι­ζον­ται με­ρι­κοί γι­ατί θε­ω­ρούμε ε­νοχο τον Ι­ούδα αν και αυ­τος ε­πε­στρεψε τα αρ­γυ­ρια και ο­μο­λο­γησε «Η­μαρ­τον πα­ρα­δούς αίμα α­θώον». Η α­παν­τη­σις ει­ναι α­πλη. Ο Ι­ου­δας με­τε­με­λήθη, αλλά ε­νω­πιον των Ι­ου­δαίων. Ο Ι­ου­δας είχε α­μαρ­τη­σει σε αυ­τον τον ι­διο τον Κυ­ριο. Δεν ζη­τησε λοι­πον συγ­γνώμη από τον Κυ­ριο, από τον μόνο ε­ξαλ­λου που ε­χει την δυ­ναμη να συγ­χω­ρεί α­μαρ­τίες. Και σαν να μην ε­φτανε αυτό, η δαι­μο­νική α­πελ­πι­σία κα­τε­λαβε την καρ­διά του Ι­ούδα και τον ο­δη­γησε στην αυ­το­κτο­νία. Ο Α­γιος Γρη­γο­ριος Νυσ­σης λε­γει ότι αν ο Ι­ου­δας δεν ε­σπευδε να γι­νει δη­μιος του ε­αυ­του του, τότε δεν θα είχε κα­μει την α­μαρ­τία του α­συ­γγνω­στον. Κι αν είχε προ­σπε­σει και είχε ζη­τη­σει το ε­λεος του Κυ­ρίου τότε θα είχε συγ­χω­ρη­θεί.
Και ο ι­ε­ρος Χρυ­σο­στο­μος λαμ­βα­νει α­φορμή από το τρα­γικό τε­λος του Ι­ούδα και μας δι­δα­σκει να μην α­πελ­πι­ζο­μα­στε: «Μη­δείς τοί­νυν, α­γα­πη­τοί, α­πο­γι­νω­σκέτω της ε­αυ­του σω­τη­ρίας· ουκ ε­στι φυ­σεως τα της πο­νη­ρίας· προ­αι­ρε­σει τε­τι­μη­μεθα και ε­λευ­θε­ρία. Τε­λω­νης ει; δυ­να­σαι γε­νε­σθαι Ευ­αγ­γε­λι­στης. Βλα­σφη­μος ει; δυ­να­σαι γε­νε­σθαι Α­πο­στο­λος. Λη­στης ει; δυ­να­σαι πα­ρα­δει­σον συ­λη­σαι. Μα­γος ει; δυ­να­σαι προ­σκυ­νη­σαι τον Δε­σπο­την. Ουκ ε­στιν ου­δε­μία κα­κία με­τα­νοία μη λυ­ο­μένη».
Αν λοι­πον ο Ι­ου­δας ζη­τούσε την συγ­χω­ρηση από τον Κυ­ριο τότε, ο­πως και ο Πε­τρος, θα α­πο­κα­θι­στατο κι αυ­τος στο α­πο­στο­λικό του α­ξι­ωμα και θα α­πο­τε­λούσε για ο­λους ε­μας α­πα­ρα­μιλλο προ­τυπο με­τα­νοίας. Η με­τα­με­λεια του Ι­ούδα δεν είχε σχέση με την με­τα­νοια, γι­ατί το κι­νη­τρο της η­ταν ο πλη­γω­με­νος ε­γω­ι­σμος κι όχι η συν­τριβή, ως εκ­φραση τα­πει­νω­σεως. Η με­τα­με­λεια δεν σω­ζει. Ο Χρι­στος σω­ζει. Και ο δρο­μος που ο­δη­γεί κοντά στον Χρι­στο ει­ναι αυ­τος της με­τα­νοίας και τα­πει­νω­σεως, που α­πόψε με το ι­διο το πα­ρα­δει­γμα του μας δι­δαξε ο Κυ­ριος μας με την νίψη των πο­δων των μα­θη­των του. Αν ει­μα­στε γνη­σιοι μα­θη­τες του τα­πει­νού Ι­η­σού, τότε γι­ατί α­κόμα δου­λεύ­ουμε στα ε­γω­ι­στικά θε­λη­ματά μας και σκλη­ρυ­νουμε την καρ­διά με την υ­πο­κρι­σία και την α­δι­α­φο­ρία μας;
Α­δελ­φοί μου,
Η τρα­γική κα­τα­ληξη του Ι­ούδα και η φο­βερή πτώση του πρε­πει να συγ­κλο­νι­σει τις καρ­διές μας. Μην με­νουμε μα­κριά από τον Κυ­ριό μας. Όσο κι αν ε­χουμε α­μαρ­τη­σει μην α­δι­α­φο­ρη­σουμε αλλά ας πλη­σι­α­σουμε με δα­κρυα τα­πει­νω­σεως και με­τα­νοίας τον Κυ­ριό μας κι ας ζη­τη­σουμε από αυ­τον να α­να­και­νι­σει την υ­παρξή μας με το α­χραντο αίμα του, πα­ρε­χον­τας μας την συγ­χω­ρηση και την δυ­ναμη να α­γω­νι­σθούμε να μεί­νουμε μα­κριά από τα α­μαρ­τωλά φρο­νη­ματα της σαρ­κος.
Μην δι­και­ο­λο­γού­μεθα. Μην λέμε ότι ε­χουμε χρόνο. Τώρα ει­ναι ο και­ρος της σω­τη­ρίας. Μην λέμε ότι εγώ δεν έχω αμαρτίες. Κανείς δεν είναι αναμάρτητος. Μην λέμε ότι εγώ τα λέγω απ’ ευθείας στον Χριστό και δεν πηγαίνω να εξομολογηθώ. Ο Κύριος στους Αποστόλους του έδωσε την εξουσία να συγχωρούν τις αμαρτίες κι αυτή την χαρισματική εξουσία οι Απόστολοι την έδωσαν στους διαδόχους τους, τους Επισκόπους. Ο Επίσκοπός σας και οι Ιερείς σας, φορώντας το λέντιον της Ιερωσύνης του Χριστού, περιμένουν κάθε πεφορτισμένο και κοπιώντα αυτού εδώ του κόσμου για να θεραπεύσουν την τραυματισμένη ψυχή του με την σωστική χάρη του Θεανθρώπου Λυτρωτού μας. Αυτές τις άγιες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδος ας στρέψουμε τα βλέμματά μας στον Χριστό. Αυτός είναι η σωτηρία μας. Ας προ­ε­τοι­μα­σουμε την καρ­διά μας με την ε­ξο­μο­λο­γηση, την με­τα­νοια, και τα έργα α­γα­πης, και τότε θα απολαύσουμε κι εμείς την α­γάπη του Κυ­ρίου, που θα μας προ­σφε­ρει με την σταυ­ρική του θυ­σία και την Α­να­στασή του.
Ο ι­ε­ρος υ­μνο­γρα­φος θα μας προ­τρε­ψει α­πόψε: «Κα­νε­νας από τους πι­στους να μη μεί­νει α­με­το­χος από το Δε­σπο­τικό δεί­πνο. Κα­νε­νας α­πο­λυ­τως να μην προ­σελ­θει στην α­γία τρα­πεζα με τον υ­πο­κρι­τικό δόλο του Ι­ούδα. Γι­ατί ε­κεί­νος, αν και δε­χθηκε το τμήμα του ψω­μιού, ο­μως προ­χω­ρησε ε­ναν­τίον του Αρ­του της ζωής. Και ε­πι­φα­νει­ακά μεν φαι­νο­ταν ως μα­θη­της, ενώ πρα­γμα­τικά η­ταν ο φο­νιάς. Με τους Ι­ου­δαί­ους μαζί χαι­ρο­ταν υ­περ­βο­λικά, αλλά και με τους Α­πο­στο­λους συν­δε­ο­ταν και συγ­κα­τοι­κούσε. Ενώ μι­σούσε τον Κυ­ριο, ο­μως του ε­δινε φι­λημα α­γα­πης και μ’ αυτό το ση­μάδι που­λούσε Ε­κεί­νον, που μας ε­ξα­γο­ρασε από την κα­τάρα, δη­λαδή τον Θεό και Σω­τήρα των ψυ­χων μας».