Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

ΕΠΙΣΚΕΨΑΣΘΕ ΑΝΔΡΑΣ ΠΛΗΡΕΙΣ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΣΟΦΙΑΣ


  Στην πρώτη εκκλησιαστική κοινότητα, αυτήν που είχε άμεση εμπειρία του γεγονότος της Ανάστασης, ακόμη και για εργασίες που ήταν φαινομενικά διεκπεραιωτικές, όπως ήταν αυτή της διανομής των τροφίμων στις χήρες και τα ορφανά, οι Απόστολοι προτρέπουν τους πιστούς να λάβουν υπόψιν κατά την εκλογή εκείνων που θα διακονήσουν στον τομέα αυτό τα εξής:  «Επισκέψασθε, αδελφοί, άνδρας εξ υμών μαρτυρουμένους επτά, πλήρεις Πνεύματος Αγίου και σοφίας, ούς καταστήσομεν επί της χρείας ταύτης» (Πράξ. 6, 3).  «Φροντίστε, αδελφοί, να εκλέξετε απ’  ανάμεσά σας εφτά άντρες με καλή φήμη, γεμάτους από Άγιο Πνεύμα και σοφία και θα τους ορίσουμε να κάνουν αυτό το έργο». Θα ακολουθήσει η εκλογή των επτά διακόνων με επικεφαλής τον πρωτομάρτυρα Στέφανο, «άνδρα πλήρη πίστεως και Πνεύματος Αγίου» (Πράξ. 6,5), « άνθρωπο γεμάτο πίστη και Άγιο Πνεύμα».
                Οι Απόστολοι θεωρούν ως απαραίτητη προϋπόθεση για την διακονία της Εκκλησίας την εκλογή ανθρώπων οι οποίοι θα διακρίνονται για την παρουσία στην ύπαρξή τους του Αγίου Πνεύματος και θα είναι γεμάτοι από σοφία. Η εκλογή, κατεξοχήν δημοκρατική διαδικασία, προϋποθέτει όχι μόνο υποψήφιους για να συμμετάσχουν σ’  αυτήν, αλλά και να ενυπάρχει ποιότητα πνευματική στα πρόσωπά τους. Προϋποθέτει ακόμη εκλεκτορικό σώμα, χριστιανική κοινότητα δηλαδή η οποία να μπορεί να διακρίνει αυτήν την ποιότητα, όχι γιατί όλα θα είναι πάντοτε τέλεια, αλλά γιατί κάτι σπουδαίο δε μπορεί να ξεκινά με επιπολαιότητα, με άγνοια, με την λογική του « βλέποντας και κάνοντας». Και σπουδαία είναι και η τελευταία λεπτομέρεια στην ζωή της εκκλησιαστικής κοινότητας. Ό,τι έχει να κάνει με ανθρώπους έχει μοναδική αξία, διότι η διακονία όχι μόνο του λόγου και της λατρείας, αλλά και της ελεημοσύνης και της οργάνωσης και διοίκησης και της προσφοράς στα ελάχιστα, απαιτεί τους καλύτερους.
                Τι σημαίνει η παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην ύπαρξη εκείνου που θέλει ή καλείται να διακονήσει την Εκκλησία;
                Προϋπόθεση είναι η πίστη στην Ανάσταση και στον Αναστάντα Χριστό. Είναι ακόμη οι άλλοι καρποί του Πνεύματος: η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη, η μακροθυμία, η καλοσύνη, η αγαθή διάθεση έναντι των άλλων, ακόμη κι αν αυτοί λειτουργούν με εμπάθεια και απόρριψη, η συγχωρητικότητα, η εγκράτεια. Όλα αυτά δίδονται στον άνθρωπο ο οποίος έχει επίγνωση ποιος είναι ο Χριστός και ποια είναι η Εκκλησία και πώς καλείται να σταθεί έναντι τω άλλων. Ουδείς είναι αναμάρτητος. Η ύπαρξη όμως του Αγίου Πνεύματος αποτυπώνεται στον χριστιανό εκείνο ο οποίος είναι προσιτός, αισθάνονται οι άλλοι ότι μπορούν να τον εμπιστευτούν, είναι έτοιμος ο ίδιος να αγαπήσει και να είναι διαθέσιμος. Δεν είναι δικά του κατορθώματα αυτά, αλλά χάρισμα του Αγίου Πνεύματος.
                Υπάρχει όμως και ο παράγων «σοφία». Μπορεί πολλοί να είναι χαρισματικοί. Όμως το Άγιο Πνεύμα δεν λειτουργεί μαγικά. Δεν καθιστά αυτόματα όποιον ζει την παρουσία του ικανό για όλα τα έργα. Χρειάζεται και η προσωπική σοφία. Η σπουδή και η ικανότητα, εκ των οποίων δεν αποκλείεται και η κοσμική μόρφωση και παιδεία ως προϋποθέσεις, προκειμένου αυτός που καλείται να διακονήσει να έχει την βάση για να μπορεί να κατευθύνει σωστά τους ανθρώπους. Από την μία το Άγιο Πνεύμα δίνει στον άνθρωπο την εσωτερική ποιότητα. Από την άλλη ο άνθρωπος με τον κόπο, την γνώση, την εμπειρία, την σοφία μπορεί την εσωτερική του διάθεση την χρησιμοποιήσει για το καλό όλων. Ο σοφός από τον οποίο απουσιάζει το Άγιο Πνεύμα συνήθως είναι ένας εγωκεντρικός άνθρωπος, ένας υπερήφανος για τις γνώσεις του και αγωνίζεται να καταξιωθεί σε κοσμικό επίπεδο. Αλλά και αν επιθυμεί να είναι εντός της Εκκλησίας, ελλείψει των χαρισμάτων του Πνεύματος, θα διαγκωνίζεται για το αν αξίζει περισσότερο από τους άλλους την εξουσία, με κριτήριο την κάλυψη της προσωπικής φιλοδοξίας, την ηδονή εκ της θέσης και την αυτάρκεια της καλοπέρασης.
                Οι Απόστολοι προέτρεψαν την κοινότητα να εκλέξει. Και αυτή ανταποκρίθηκε κάνοντας ποιοτικές επιλογές. Διότι δεν ήταν το κριτήριο οι προσωπικές σχέσεις, αλλά η επίγνωση του κοινού καλού, της διακονίας του σώματος και όχι η εξασφάλιση «των δικών μας». Και η κοινότητα αναγνώριζε την ποιότητα, διότι και αυτή είχε το κριτήριο της αγιοπνευματικής παρουσίας εντός της, την επίγνωση ότι είναι κοινότητα αναστημένων ανθρώπων και όχι ένα σώμα φυλετισμού, οικογενειοκρατίας και ατομοκεντρισμού. Όταν κάποιοι επεχείρησαν να κάνουν διακρίσεις, η ίδια η κοινότητα αντέδρασε ζητώντας από του αποστόλους λύση. Δεν συμβιβάστηκε με το λάθος, ούτε αποδέχτηκε το κακό συνεχίζοντας έναν γογγυσμό καταστροφικό.
                Αυτό που λείπει από τους καιρούς μας, χωρίς οι επισκοπές και οι ενορίες να εξαιρούνται, είναι η επίγνωση ότι αποτελούμε κοινότητα στην οποία πρέπει να υπάρχουν προϋποθέσεις ανθρώπινης ποιότητας προκειμένου να προχωρήσουμε στον σκοπό της ύπαρξης και της συνύπαρξης. Ας μάθουμε, μέσα από την σπουδή της αυθεντικής μας παράδοσης, να παλεύουμε να γίνουμε άνθρωποι του Αγίου Πνεύματος και της σοφίας, αλλά και να επιλέγουμε τέτοιους ανθρώπους στην ζωή μας για να μας οδηγούνε. Και, εν πάση περιπτώσει, όταν διαπιστώνουμε την παρεκτροπή από αυτήν την οδό, ας μην μένουμε σε έναν γογγυσμό που γίνεται παθητικότητα, αλλά ας θυμόμαστε ότι ο κόσμος μας μπορεί να αλλάξει αν έχουμε επίγνωση του εαυτού μας και ζητούμε όχι το υλικώς καλύτερο αλλά τον τρόπο της βασιλείας, την αγάπη και την αλήθεια που πηγάζουν από την Ανάσταση. Ας προτρέπουμε να επιλέγονται για να διακονούν την εκκλησιαστική κοινότητα άνθρωποι που έχουν επίγνωση των κριτηρίων και ας τους ελέγχουμε με αγάπη και διάκριση. Ας επιλέγουμε όσους διακονούν κάθε κοινότητα με βάση την προσωπική τους ποιότητα. Και ας γινόμαστε κι εμείς όπως μας θέλει η αυθεντική μας παράδοση.