Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2019

ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ




Σέ καιρό θλίψεων, πού ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου νιώθει νά περισφίγγεται ἀπό τά κακά πού τή στενοχωροῦν, χωρίς νά φαίνεται πουθενά διέξοδος, μόνο ἡ πίστη, ἡ προσευχή καί ἡ πλήρης καταφυγή στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μποροῦν νά ρίξουν φῶς στό σκοτάδι τῆς ζωῆς. «Σύ μου εἶ καταφυγή ἀπό θλίψεως τῆς περιεχούσης με» (Ψαλμ. λα΄, 7)…
ἀναφωνεῖ γιά τήν πολυτάραχη ζωή του ὁ Δαβίδ. Τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἀποζητοῦσε καί ἔπαιρνε σέ κάθε δύσκολη περίσταση τῆς ζωῆς του. «Ἐγενήθης ἀντιλήπτωρ μου καί καταφυγή μου ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς μου. Βοηθός μου εἶ» (Ψαλμ. νη΄, 17 – 18). Κι ὅταν ὁ Χριστός περπατοῦσε στούς δρόμους τῶν ἀνθρώπων, τί ἄλλο ἦταν παρά καταφύγιο ὅλων τῶν πονεμένων; Σ’ Αὐτόν κατέφυγαν ὁ Ἰάειρος, ἡ Χαναναία, ἡ αἱμορροοῦσα, οἱ τυφλοί…, ὅλοι ὅσοι δέν εἶχαν καμιά ἐλπίδα ἀπό πουθενά.
Σέ καιρό ἀδιεξόδων καί πνευματικῶν κινδύνων, πού κανείς δέν ξέρει πῶς νά φυλάξει τόν ἑαυτό του καί τούς δικούς του, ὅταν ἄνθρωποι, καταστάσεις, πειρασμοί μᾶς ἀπειλοῦν, μόνο στόν Θεό μποροῦμε νά καταφύγουμε καί νά ἀσφαλιστοῦμε μέσα στήν παντοδύναμη παρουσία Του. «Γενοῦ μοι εἰς Θεόν ὑπερασπιστήν καί εἰς οἶκον καταφυγῆς τοῦ σῶσαί με. Ὅτι κραταίωμά μου καί καταφυγή μου εἶ σύ» (Ψαλμ. λ΄, 3 – 4). Ἰδιαίτερα, ὅταν ὁ ἐχθρός τῆς ψυχῆς μας ὁ διάβολος ἐντείνει τούς πειρασμούς του καί μᾶς πολεμᾶ, γιά νά μᾶς ρίξει σέ ἁμαρτίες καί νά μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό τόν δρόμο τῆς σωτηρίας, ἰσχυρή πρέπει νά βγαίνει ἀπό τήν ψυχή μας ἡ παράκληση, νά μᾶς βγάλει ἀπό τίς παγίδες του ὁ μόνος δυνατός. «Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, ὅτι πρός σέ κατέφυγον» (Ψαλμ. ρμβ΄ [142], 9).
Ἀλλά κι ἄν ἀργά, μετά τίς πτώσεις μας, θελήσουμε νά καταφύγουμε στόν Κύριο, γιά νά μᾶς λυτρώσει καί νά ξεκουράσει τίς ψυχές μας ἀπό τό βάρος τῆς ἁμαρτίας, Ἐκεῖνος μέ ἀνοιχτή τήν πατρική ἀγκαλιά μᾶς καλεῖ νά πᾶμε κοντά Του, γιά νά μᾶς χαρίσει τήν ἀνάπαυση ἀπό τό βαρύ φορτίο. «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. ια΄, 28). Σ’ Αὐτόν δέν κατέφυγαν ὁ Ζακχαῖος, ὁ Λευί, ἡ πόρνη…;
Συχνά στή ζωή οἱ ἄνθρωποι νιώθουμε μόνοι, ἀκάλυπτοι. Παλεύουμε χωρίς ἀποτέλεσμα. Κάποιοι καταφεύγουν ἐκεῖ πού δέν θά ἔπρεπε, σέ ἀνθρώπους καί μέσα πού ὑπόσχονται ἀνακούφιση, διέξοδο, λύσεις… Αὐτά στό τέλος πληρώνονται πολύ ἀκριβά καί ὄχι μόνο δέν προσφέρουν λύσεις, ἀλλά καί ὁδηγοῦν στήν ἀπώλεια.
Κι ὅμως, ἔχουμε τόν Χριστό μας, πού ἔγινε ἄνθρωπος, ἦλθε ἀνάμεσά μας κι ἔγινε ὁ μέγας μεσίτης γιά μᾶς στόν οὐρανό. Ἔχουμε Ἀρχιερέα μέγα (βλ. Ἑβρ. δ΄, 14) κοντά στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ, ἕτοιμο νά ἀκούσει τίς προσευχές μας. Κι ἐπειδή οἱ δικές μας προσευχές βγαίνουν ἀπό χείλη ἀκάθαρτα καί ἁμαρτωλές ψυχές, ἔχουμε πρόθυμη βοηθό τήν Παναγία μας, πού μεσιτεύει γιά μᾶς. «Πρός σέ καταφεύγω, τήν κεχαριτωμένην…», τῆς φωνάζουμε, γι’ αὐτό κι ἕνα ἀπό τά πολλά ὀνόματα πού τῆς ἔχουμε δώσει εἶναι, «Παναγία Καταφυγή». Κρίμα νά μήν τό γνωρίζουμε, νά μήν τό θυμόμαστε τίς ὧρες πού ἡ ψυχή ζητεῖ ἕνα καταφύγιο.
Ἄς μάθουμε νά φωνάζουμε μέ πίστη: «Κύριε, καταφυγή ἐγενήθης ἡμῖν». Τότε ὅσο κι ἄν διαρκοῦν οἱ μπόρες τῆς ζωῆς, ὅσο κι ἄν φυσοῦν οἱ ἄνεμοι τοῦ κακοῦ γύρω μας, στό τέλος θά μᾶς χαμογελάσει ὁ οὐρανός. Καί μετά ἀπό κάθε μπόρα τῆς ζωῆς μέ περισσότερη θέρμη θά τοῦ λέμε: «Ἀγαπήσω σε, Κύριε, ἡ ἰσχύς μου. Κύριος στερέωμά μου καί καταφυγή μου καί ρύστης μου» (Ψαλμ. ιζ΄, 2 – 3).
Νίκη Τρακοσιή, φιλόλογος