Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2020

ΑΜΥΝΑΝ ΠΟΙΗΣΑΝΤΕΣ

 


«Δεῦτε φιλομάρτυρες πάντες τούς τοῦ Χριστοῦ ἀριστέας ὕμνοις τιμήσωμεν, Γουρίαν, Ἄβιβον καί Σαμωνᾶν, ὅτι παραδόξως ἐνεργοῦσι τοῖς θαύμασιν. Ὅρκῳ γάρ οὐ παρεῖδον μεταναστεῦσαι κόρην, ἀλλ’ ἐκπληροῦντες τό αἴτημα τήν παῖδα διεσώσαντο, παρανόμῳ Γότθῳ ἄμυναν ποιήσαντες. Δι’ ὧν Χριστέ ὁ Θεός, ὡς ἀγαθός καί φιλάνθρωπος, σῶσον τάς ψυχάς ἡμῶν»
(Δοξαστικό τῶν Αποστίχων τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Γουρία, Σαμωνᾶ καί Ἀβίβου, πού ἑορτάζουν τήν 15η Νοεμβρίου)

«Ελάτε όλοι όσοι αγαπούμε τους μάρτυρες του Χριστού να τιμήσουμε με ύμνους εκείνους που αρίστευσαν για τον Χριστό, τον Γουρία, τον Άβιβο καί τον Σαμωνά, διότι κάνουν παράδοξα θαύματα! Δεν αδιαφόρησαν για τον όρκο εξαιτίας του οποίου μία κόρη (η Ευφημία) μετανάστευσε, αλλά εκπληρώνοντας το αίτημά της διέσωσαν το κορίτσι, αμυνόμενοι στον παράνομο Γότθο. Δια των προσευχών τους Χριστέ ο Θεός, ως αγαθός και φιλάνθρωπος, σώσε τις ψυχές μας».  

 

          Υπάρχουν μερικές εκπληκτικές ιστορίες Αγίων της πίστης μας που αξίζουν τον κόπο να τις μελετήσει κάποιος για να δει τα μεγαλεία του Θεού, αλλά και την δύναμη της ανθρώπινης συνέργειας έναντι του κακού που αφθονεί στον κόσμο. τέτοια είναι και η ιστορία, αλλά και ένα μεγάλο θαύμα το οποίο έκαναν τρεις εν πολλοίς άγνωστοι μάρτυρες, οι άγιοι Γουρίας, Σαμωνάς και Άβιβος, που γιορτάζουν στις 15 Νοεμβρίου κάθε χρόνο.

          Και οι τρεις ήταν κληρικοί. Ο Γουρίας και ο Σαμωνάς, ιερείς στην περιοχή της σημερινής Ούρφα της Συρίας, στα χρόνια του μεγάλου διωγμού του Διοκλητιανού (303), βοηθούσαν φυλακισμένους χριστιανούς και ενθάρρυναν τους πιστούς να αντιστέκονται στα διατάγματα και να παραμένουν στέρεοι στην πίστη, παρουσιάστηκαν στον διοικητή της περιοχής και ομολόγησαν τον Χριστό. Ο διοικητής τους κατηγόρησε για στασιασμό κατά των διαταγών του αυτοκράτορα και τους υποσχέθηκε να τους θανατώσει με τρομερά μαρτύρια, αν επιμέναν. «Δεν θα πεθάνουμε, όπως λες, αλλά θα ζήσουμε σύμφωνα με την πίστη μας, αν κάνουμε το θέλημα του Δημιουργού μας», του απάντησαν. Τα μαρτύρια τους ήταν επώδυνα. Τους κρέμασαν από το ένα χέρι, τους έριξαν σε έναν σκοτεινό λάκκο επί τέσσερις μήνες, και αφού του είπαν και πάλι ότι «έχεις εξουσία στα σώματα, όχι όμως στις ψυχές μας», οδηγήθηκαν υποβασταζόμενοι από την εξάντληση και από τα σπασμένα από τα βασανιστήρια μέλη στον τόπο του αποκεφαλισμού. Ο δήμιος του ζήτησε να προσευχηθούν γι’ αυτόν και οι άγιοι έκαναν την τελευταία προσευχή: «Θεέ και Πατέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, δέξου το πνεύμα μας και φύλαξε τα σώματά μας για την ανάσταση» και δέχτηκαν το τελευταίο μαρτύριο.

          Ο  Άβιβος ήταν διάκονος στον τελευταίο διωγμό του Λικινίου στην ίδια περιοχή (309). Διέτρεχε παράνομα τα χωριά για να συνάζει τους πιστούς στις εκκλησίες, να τους διαβάζει τις Γραφές και να τους ενδυναμώνει  για να εγκαρτερούν στην αλήθεια της πίστεως, δίχως τον φόβο των διωκτών τους. Ο διοικητής της Εδέσσης Λυσανίας συνέλαβε αρχικά την οικογένειά του, επειδή δεν έβρισκε τον Άβιβο.  Μόλις εκείνος το πληροφορήθηκε, έσπευσε να παραδοθεί. Τον βασάνισαν φρικτά. Ο διοικητής τον ρώτησε: «η θρησκεία σου σε διδάσκει να μισείς το σώμα σου το ίδιο και να αρέσκεσαι στον πόνο;». Ο Άβιβος του απάντησε: «Δεν μισούμε το σώμα μας, αλλά αγαλλιάζουμε θεωρώντας αόρατες πραγματικότητες βεβαιωμένες από την επαγγελία του Θεού, ότι για εκείνους που αγαπούν τον Χριστό τα βασανιστήρια και μαρτύρια αυτού του κόσμου δεν αξίζουν ως απειλή για να τα ανταλλάξουμε με την μέλλουσα δόξα». Ο διοικητής διέταξε να καεί. Δίπλα του βάδισε στα λευκά ντυμένη, σαν σε γάμο και γιορτή, η μητέρα του. Οι χριστιανοί έθαψαν τον Άβιβο εκεί όπου είχαν θάψει λίγα χρόνια πριν τους Γουρία και Σαμωνά! («Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», τόμος τρίτος, Νοέμβριος)

          Ένα από τα πιο ξεχωριστά θαύμα των αγίων ήταν κι αυτό.

Κάποτε ένας Γότθος στρατιωτικός εστάλη ως μισθοφόρος να υπηρετήσει στην Έδεσσα. Εκεί γνώρισε μία νέα, ευσεβή κοπέλα, την Ευφημία, την ερωτεύτηκε και πήγε στην μητέρα της Σοφία ζητώντας την ως γυναίκα. Ορκίστηκε μάλιστα στον τάφο των αγίων μαρτύρων Γουρία, Σαμωνά και Αβίβου ότι δεν θα κάνει κακό στην γυναίκα του, δεν θα την προσβάλει, αλλά θα την αγαπά και θα την λατρεύει για πάντα. Αφού ολοκλήρωσε την υπηρεσία του στην Έδεσσα, πήρε την Ευφημία μαζί του στην πατρίδα του. Εκεί αποδείχτηκε ότι την είχε εξαπατήσει, διότι ήδη είχε σύζυγο στο σπίτι του και έτσι η Ευφημία έγινε σκλάβα της. Ο αλιτήριος σύζυγός της την απείλησε ότι θα τον σκοτώσει, εάν αποκάλυπτε ότι την είχε παντρευτεί. Η Ευφημία υπέφερε τόσο την κακοποίηση όσο και τον εξευτελισμό. Γέννησε έναν γιο, όμως η ζηλιάρα Γοτθίδα σύζυγος τον δηλητηρίασε. Η Ευφημία προσευχόταν στους αγίους μάρτυρες Γουρία, Σαμωνά και Άβιβο, τους μάρτυρες του όρκου που είχε δώσει ο Γότθος σύζυγός της, και εκείνοι άκουσαν την προσευχή της. Η Ευφημία βρέθηκε ως εκ θαύματος στην πατρίδα της και στην μητέρα της! Ο γότθος την αναζήτησε και πήγε να υπηρετήσει πάλι ως μισθοφόρος στην Έδεσσα. Όμως όλη η πόλη είχε μάθει τις πράξεις του, αφού η μητέρα της Ευφημίας Σοφία ενημέρωσε τον διοικητή. Ο γότθος δικάστηκε και εκτελέστηκε, καθώς παρέμεινε αμετανόητος για τα έργα του. Σε κάποιες εκκλησιαστικές παραδόσεις οι άγιοι μάρτυρες Γουρίας, Σαμωνάς και Άβιβος θεωρούνται οι προστάτες  του τίμιου γάμου. Προσευχόμαστε σ’ αυτούς για να φεύγουν με τις πρεσβείες τους η αναστάτωση στις οικογενειακές σχέσεις και οι δυσκολίες που ανακύπτουν όταν ο ένας σύζυγος έχει κακία εις βάρος του άλλου (μετάφραση από την ιστοσελίδα της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αμερική-OCA).

           Τρία μηνύματα από την ζωή των αγίων θα μπορούσαν να είναι τα εξής:

          Πρώτον το ότι στα αντίθεα δόγματα της εξουσίας της εποχής, η οποία δίωκε τους χριστιανούς μέχρι θανάτου, οι άγιοι αντιστάθηκαν ειρηνικά. Ενίσχυσαν ηγετικά τους πιστούς. Κήρυξαν τον λόγο του Θεού, δείχνοντας ότι όταν προσβάλλεται η πίστη, ο χριστιανός οφείλει να ακούσει πρώτα τον Θεό, με οποιοδήποτε τίμημα. Και ο Θεός ενισχύει τον πόνο και το μαρτύριο, σωματικό και ψυχικό, καθώς η δική Του δικαιοσύνη είναι για την αιώνια ζωή και όχι για τα πρόσκαιρα αυτού του κόσμου.

          Δεύτερον το ότι υπήρχε λαός εκείνη την εποχή που ήταν πρόθυμος να μην υπακούσει στα άθεα προστάγματα, λαός που ήθελε να ακούσει το Ευαγγέλιο και την Γραφή, λαός που ήθελε να ζήσει την πίστη. Μπορεί αυτός ο λαός να ήταν μειοψηφία. Δεν έκανε όμως πίσω και έτσι ο Θεός έστελνε εκείνους οι οποίοι θα τον ενίσχυαν και δε θα τον άφηναν χωρίς πνευματική τροφή.

          Τρίτον το ότι οι Άγιοι κράτησαν άμυνα στην δική τους πορεία και βοήθησαν και βοηθούν και όσους εμπιστεύονται το παράδειγμά τους να κρατούν κι εκείνοι άμυνα, όπως έκαναν με την νεαρή Ευφημία. Η άμυνα όμως δεν λύνει μαγικά τα προβλήματα. Ο άνθρωπος χρειάζεται να υπομένει, να ταπεινώνεται, να ελπίζει, να περνά τους σταυρούς του με εμπιστοσύνη στον Θεό και να μην κάνει συμβιβασμούς στην πίστη του. Ο Θεός δεν θέλησε η Ευφημία να εγκαταλείψει τον κακό σύζυγό της, όχι μόνο για να ενισχυθεί η ίδια στην πνευματική της πορεία, αλλά και για να μην έχει εκείνος καμιά δικαιολογία για την απόφασή του να μην αγαπά, να εκμεταλλεύεται, να αισθάνεται παντοδύναμος λόγω του φύλου του, της θέσης του, της εξουσίας του. Το σχέδιο του Θεού, ενώ είναι απλό και έχει να κάνει με την σωτηρία όλων των ανθρώπων, έρχεται να συναντήσει τις δικές μας πεποιθήσεις περί του σωστού και δικαίου, με αποτέλεσμα να μας προκαλεί ερωτηματικά, καθότι δεν θέλουμε σωτηρία, αλλά δικαίωση. Αυτό δεν δικαιολογεί την κακία και την εκμετάλλευση, αλλά απαλύνει τις συνέπειές τους. Και είναι μία πρόκληση για μετάνοια στους υβριστές και αλαζόνες, όποιοι κι αν είναι, όσο ψηλά κι αν βρίσκονται. Κάποτε μάλιστα βρίσκονται ανάμεσά μας, διότι ο νους του ανθρώπου μεθά, επειδή έχει μέσα του ένα αίσθημα υψηλοφροσύνης για το ποιος είναι.

          Ας κρατήσουμε άμυνα λοιπόν όπως καί όσο μπορούμε,  στις προκλήσεις των καιρών, στο κάθε λογής κακό, στην απόρριψη του Θεού ως προτεραιότητας και ως προνοητή για την ζωή μας, και ας Τον εμπιστευόμαστε μαζί με τους Αγίους του, καθώς και τον τρόπο και το ήθος της Εκκλησίας. Αργά ή γρήγορα «οι δοκούντες εστάναι», πίπτουν.

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός