"Εἰς σέ, ὦ Θεοτόκε, πού εἶσαι ἀξία παντός ὕμνου, βοῶμεν μέ ἱεράς ψαλμωδίας: Χαῖρε, σύ, πού εἶσαι ὄρος παχύ καί εὔφορον, ὄρος συμπαγές καί στερεοποιημένον ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως ὁ πηκτός τυρός. Χαῖρε, σύ, πού εἶσαι λυχνία (φέρουσα τό θεῖον φῶς), καί στάμνος, φέρουσα ἐντός της τό (θεῖον) μάννα, τήν τροφήν πού γλυκαίνει τά πνευματικά αἰσθητήρια τῶν εὐσεβῶν ἀνθρώπων (ἑρμηνεία Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωρόπουλου)
Το μεγαλείο της ποίησης του Ακαθίστου Ύμνου δίνει μία νότα ομορφιάς στη ζωή, στη σκέψη, στην προσευχή μας προς την Υπεραγία Θεοτόκο. Ο ποιητής του Κανόνα άγιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει πλήθος εικόνων, παρμένων και από την Παλαιά Διαθήκη,για να δείξει τις προτυπώσεις της Παναγίας, αλλά και να μας καλέσει να την μιμηθούμε στη ζωή μας. Αν γνωρίζουμε σε ποια προσευχόμαστε, ότι δεν είναι μόνο η Μητέρα του Θεού έγινε άνθρωπος, αλλά και ένα πρόσωπο για το οποίο είναι πλήθος οι προεικονισμοί του στην εκκλησιαστική μας παράδοση. Δεν είναι ένα πρόσωπο που εμφανίζεται τη στιγμή που χρειαζόταν. Είναι ένα πρόσωπο που την περίμενε η ανθρωπότητα, μέσω ενός λαού που επέλεξε ο Θεός για να μας προετοιμάσει για την καινή κτίση.
Χαίρε πίον όρος και τετυρωμένον εν Πνεύματι. Η εικόνα αυτή είναι από το βιβλίο των "Ψαλμών" και αναφέρεται στην Ιερουσαλήμ, την Σιών, που ήταν κτισμένη σε όρος. Έτσι και η Παναγία. Την βλέπουν όλοι οι άνθρωποι, σαν να βρίσκεται πάνω σε ένα βουνό. Είναι ευδιάκριτη η αρετή της. Η αγάπη της. Ο έρωτας για τον Θεό, που εκφράζεται με την ταπεινοσύνη της υπακοής και της συνοδοιπορίας. Η Σιών όμως μοιάζει με πηκτό, στέρεο τυρί, που τρέφει τον άνθρωπο δυναμώνοντάς τον, δίνοντάς του το αλάτι εκείνο που χρειάζεται για να μη γίνεται πλαδαρός, αλλά να στερεώνεται λαμβάνοντας ενέργεια που τον κρατά ορθή. Η Σιών ήταν το θεμέλιο του λαού του Ισραήλ. Σ' αυτήν έβρισκαν ασφάλεια οι Ισραηλίτες. Ήξεραν τις παραδόσεις τους. Ένιωθαν δυνατοί και προφυλαγμένοι από τους εχθρούς τους. Είχαν μαζί τους την Κιβωτό της Διαθήκης και τις εντολές του Θεού. Ένιωθαν στέρεη την παρουσία του Πνεύματος του Θεού. Έτσι, και η Παναγία. Γίνεται το υπόδειγμα του στερεωμένου στη χάρη του Αγίου Πνεύματος ανθρώπου, του έτοιμου να αντιμετωπίσει κάθε πειρασμό, κάθε κακό, ακριβώς διότι το Πνεύμα του Θεού ελευθερώνει, στηρίζει, αγιάζει. Ο άνθρωπος τρέφεται από τις εντολές του Θεού και αποκτά ενέργεια πνευματική, που τον κάνει έτοιμο να δίδει συνεχή μαρτυρία πίστης, μη λυγίζοντας στις περιστάσεις των καιρών.
Χαίρε λυχνία και στάμνε, μάννα φέρουσα, το γλυκαίνον τα των ευσεβών αισθητήρια. Άλλες δύο πολύ όμορφες εικόνες από την Παλαιά Διαθήκη είναι αυτή της επτάφωτης λυχνίας, την οποία ο Μωυσής τοποθέτησε, κατόπιν εντολής του Θεού, στη Σκηνή του Μαρτυρίου, εκεί όπου λατρευόταν ο Θεός. Η λυχνία αυτή είχε επτά λυχνάρια, επτά καντήλια που φώτιζαν, και αποτελεί προτύπωση της Παναγίας, η οποία όμως έχει ένα λυχνάρι επάνω της, τον Χριστό, το φως του κόσμου. Η Παναγία όμως μάς θυμίζει και τη στάμνα, στην οποία ο Μωυσής ζήτησε από τον αδερφό του τον Ααρών να τη γεμίσει με το μάννα και να τη φυλάξει. Το μάννα δεν μπορούσε να κρατήσει για δεύτερη ημέρα. Όμως το μάννα που έβαλε ο Ααρών στη στάμνα δεν χάλασε ποτέ. Η Θεοτόκος ως νέα στάμνα, κρατά τον Χριστό ως νέο μάννα, τον Άρτο της ζωής, ο Οποίος γίνεται τροφή πραγματική στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, γλυκαίνοντας το σώμα και την ψυχή των ευσεβών ανθρώπων γενόμενος θεία κοινωνία. Η Παναγία και ο Χριστός πηγαίνουν μαζί. Αυτό μας θυμίζει ο ιερός υμνογράφος. Κι ο χριστιανός, ο οποίος πιστεύει τον Χριστό και έχει την Παναγία ως πρότυπό του γίνεται λυχνάρι, στην κορυφή του οποίου η πίστη στον Χριστό γίνεται φως που φωτίζει τον κόσμο του, με αγάπη, αλήθεια, ελπίδα στην ανάσταση, ειρήνη και συμφιλίωση. Και ο Χριστός γίνεται η τροφή που μας τρέφει στη ζωή μας, κάνοντάς μας ένα με Εκείνον αλλά και ένα με τους συνανθρώπους μας, δίνοντάς μας την ενότητα της αγάπης και της ειρήνης, αν όντως θέλουμε να μοιάσουμε στην Παναγία.
Ίσως για τους ανθρώπους του καιρού μας μοιάζουν ξένες οι εικόνες αυτές. Και τούτο διότι έχουμε μάθει να θεωρούμε ως στήριγμα το εγώ μας, τα αγαθά μας, τις πεποιθήσεις και τις ιδεολογίες μας, τα επιτεύγματά μας, σαν να πρόκειται να ζήσουμε για πάντα. Έχουμε μάθει να πορευόμαστε με κέντρο τον εαυτό μας και το εγώ μας και να μην πρυτανεύει ως κριτήριο της ζωής μας το "εμείς", που η Εκκλησία, διά του προσώπου της Παναγίας, μας προτείνει έμπρακτα και γι' αυτή και για την άλλη ζωή. Ας φωτιζόμαστε και ας εμπνεόμαστε από την Παναγία, την Μητέρα του Θεού και δική μας.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
