Ιερομόναχος Αγαθάγγελος «Οι αναμνήσεις μου από τον παπα-Τύχωνα»
Οι συμβουλές του ήταν σταλαγματιές βιωμάτων της καρδιάς του.
«Για να βρεις καλόν πνευματικό, έλεγε, πρέπει να κάνεις τρεις ημέρες προσευχή και κατόπιν τι ο Θεός θα φωτίσει. Και στο δρόμο που θα πηγαίνεις να κάνεις προσευχή να τον φωτίσει ο Θεός να σου πει λόγους καλούς».
«Πάντοτε να κάνεις ευχή, πριν αρχίσεις κάθε δουλειά. Να λες: «Θεέ μου, δώσε μου δύναμη και φώτιση» και κατόπιν ν’ αρχίζεις την δουλειά σου και στο τέλος: δόξα τω Θεώ».
Πολύ μιλούσε για την ταπείνωση: «Κάθε πρωί ο Θεός ευλογεί τους ανθρώπους με το ένα χέρι. Όταν βλέπει ταπεινό άνθρωπο τον ευλογεί με τα δύο χέρια».
Κάποτε τον επισκέφτηκε ένας μοναχός και του είπε πως δεν έχει κάνει τίποτε το κακό στη ζωή του. Διέκρινε όμως πως τα λόγια του έκρυβαν μεγάλη υπερηφάνεια και λυπήθηκε πολύ και τον θεώρησε ξεπεσμένο δαίμονα.
«Δεν θέλω να βλέπω τέτοιον άνθρωπον», έλεγε, «χίλιες φορές να είχε πέσει σε αμαρτία, παρά έτσι που είναι. Αυτός είναι για την κόλαση, παιδί μου».
Τότε μου διηγήθηκε ένα γεγονός απ’ την πατρίδα του:
«Σ’ ένα γυναικείο μοναστήρι ήταν μια νέα μοναχή και φημιζόταν πολύ για την αρετή της. Η ηγουμένη είδε, τότε, ένα όραμα κι άκουσε φωνή που της έλεγε, «αυτήν την μοναχή να την ταπεινώσεις».
Η ηγουμένη απόρησε, γιατί την θεωρούσε ως την καλύτερη μοναχή της. Μία ημέρα, αφού τελείωσε η ακολουθία, η ηγουμένη παρέμεινε κρυφά στο ναό. Η νέα μοναχή είχε συνήθεια μετά την ακολουθία να μένει μόνη στον ναό.
Στεκόταν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και έλεγε: «Εγώ παρθένος, εσύ παρθένος, εσύ γέννησες, εγώ όχι». Και με τα λόγια της αυτά έδειχνε την υπερηφάνεια της.
Η ηγουμένη, στο άκουσμα των λόγων αυτών, τρόμαξε μπροστά στην τόλμη της επάρσεως. Μόνο τρόπο σωτηρίας της σκέφτηκε την προσευχή. Σύντομα ο Θεός της έδωσε πειρασμό, ώστε την έφερε σε μεγάλη ταπείνωση.
Και τότε, γονατισμένη μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, μετανοημένη, ταπεινωμένη, κάνοντας μετάνοιες και χύνοντας δάκρυα, έλεγε πως είναι η αμαρτωλότερη του κόσμου…».
«Δάκρυα, παιδί μου, δάκρυα, αυτό θέλει ο Θεός».
«Η Κόλαση έχει γεμίσει από ανθρώπους παρθένους-υπερήφανους. Ταπεινό άνθρωπο θέλει ο Θεός».
Η ταπείνωση του παπα-Τύχωνα ήταν τόση, που όταν πήγαινε κανείς να εξομολογηθεί, μετά από την συγχωρητική ευχή, του έλεγε: «Παιδί μου, κάνε ευχή και για μένα…».
Όταν ένας νέος, αδιάφορος, ήλθε στο Άγιον Όρος για περιοδεία, τον οδήγησα στην καλύβη του Γέροντα. Αφού εξομολογήθηκα, θέλησε κι αυτός να εξομολογηθεί.
Μπαίνοντας στην εκκλησία ξέσπασε σε δάκρυα κι έπεσε στα πόδια του παρακαλώντας την συγχώρεση των πολλών του αμαρτιών.
Ο παπα-Τύχων τόσο τον αγάπησε, που του ζητούσε την ίδια εκείνη στιγμή να κάνη ευχή γι’ αυτόν, να τον συγχωρέσει ο Θεός, γιατί ο νέος είχε πολλά δάκρυα ενώ ο ίδιος, έλεγε, δεν είχε.
Αυτός, που ποτέ δεν του έλειπαν κι είχε ένα πανί που τα μάζευε κι ήταν πάντα μουσκεμένο…
Το πετραχήλι του κι αυτό ήταν πάντα βρεμένο απ’ τα καθημερινά του δάκρυα – το φυλάω ως ακριβή ευλογία.
Ακόμη και ο μεγάλος σταυρός, αν τον προσέξει κανείς, θα δει τα στίγματα των δακρύων του, που του τα έχυνε με τις φούχτες.
Θεωρούσε πως με τα δάκρυα πλένουμε τα πόδια του Χριστού και με τις τρίχες της κεφαλής τα σκουπίζουμε…
