π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
Δεν είναι άγνωστη η προσευχή ως κίνηση του ανθρώπου - κυρίως σε δύσκολες καταστάσεις - σε κάτι ή Κάποιον που τον υπερβαίνει, ζητώντας συμπαράσταση. Μία αυθόρμητη κίνηση της ψυχής, ήρεμα ή έντονα, ανάλογα με το πρόβλημα που έχει μπροστά της.
Υπάρχει και η προσευχή ως ευχαριστία, αφού αισθανθεί ο άνθρωπος τη θεϊκή βοήθεια και συνειδητοποιήσει την παρουσία του Θεού. Όπως και η δοξολογία με την καρδιακή προσευχή: «Δόξα σοι ο Θεός!».
Στις πιο πάνω περιπτώσεις η προσοχή στην προσευχή είναι αυτονόητη. Το θέμα «μας καίει», η ευχαριστία - δοξολογία είναι αληθινή, και ως εκ τούτου βγαίνει μέσα από την ύπαρξή μας. Αυτό, βέβαια, δεν μπορεί να συμβαίνει συνεχώς. Δεν γίνεται να είμαστε συνέχεια «στην πρίζα». Δεν αντέχει η ανθρώπινη φύση την χωρίς χαλάρωση ζωή.
Για έναν Ορθόδοξο χριστιανό που νοιάζεται για τη σχέση του με τον Τριαδικό Θεό, η προσευχή είναι ουσιαστικό μέσο για την επίτευξή της. Όπως ένας άνθρωπος ο οποίος θέλει να έχει στη ζωή του κάποιον, ως αγαπημένο πρόσωπο, και γι’ αυτό και προσπαθεί και επικοινωνεί συχνότερα μαζί του, όχι ως καθήκον αλλά ως ανάγκη.
Η προσευχή ως «πρέπει» έχει ικανοποίηση - γιατί «κάναμε το καθήκον μας» - αλλά όχι την πληρότητα που φέρνει χαρά. Και, βέβαια, δεν μπορεί το καθήκον να ενώνει τις καρδιές ούτε στο ανθρώπινο επίπεδο ούτε στο θεϊκό.
Και ακόμα, όταν συνομιλούμε με κάποιον και συγχρόνως σκεφτόμαστε άλλα πράγματα (δουλειές, πρόσωπα, κλπ) προσβάλλουμε το πρόσωπο με το οποίο συνομιλούμε, έτσι και η προσευχή χωρίς προσοχή στα λόγια και χωρίς συγκέντρωση του νου και της καρδιάς, δεν έχει αντίκρισμα.
Ο άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ, στο βιβλίο του «Υιέ μου δος μοι σην καρδίαν», σημειώνει πως «η προσευχή χωρίς προσοχή δεν είναι προσευχή. Είναι άχρηστη, ψυχοφθόρα φλυαρία, υβριστική στο Θεό».
Η προσοχή στην προσευχή απαιτεί προσπάθεια, κόπο και χρόνο. Η αποτυχία, αν δεν δικαιολογείται ως ανθρώπινη αδυναμία, αλλά αναγνωρίζεται ως αμαρτία - αστοχία, ταπεινώνει το πνεύμα μας και έρχεται η χάρη του Θεού, που κατορθώνει τα ακατόρθωτα.
Αν οι ανθρώπινες σχέσεις δεν είναι τέλειες, τότε ούτε η σχέση μας με τον Θεόν - τον Αόρατον και Ακατάληπτον - είναι τέλεια. Στην πρώτη περίπτωση, αν το πρόσωπο σ’ ενδιαφέρει, τότε το παλεύεις και προσπαθείς να βελτιώσεις τη σχέση σου μαζί του. Το ίδιο κάνεις και με το Χριστό ως Πρόσωπο Θεανθρώπινο. Αν Τον θέλεις δεν παραιτείσαι από την προσπάθεια να Τον συναντήσεις, να σε συναντήσει, να συμπορευτείτε. Γι’ αυτό και προσεύχεσαι με προσοχή και συμβουλεύεσαι όποιον έχει πείρα.