Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2020

Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ




 Ἡ φύση τῆς ψυχῆς εἶναι νά καταστρέφεται ἢ νά σώζεται ἐξ αἰτίας τῶν λόγων, λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος. «Ἀπό γάρ λόγων φθείρεσθαι καί σώζεσθαι πέφυκε»(ἐννοεῖται ἡ ψυχή) (ΕΠΕ,9,74).
Ὁ ἲδιος θά συνεχίσει· «ὁ λόγος τήν ἐξωθεῖ εἰς τήν ὁρμήν καί αὐτός πάλιν τήν πραΰνει· μία αἰσχρή λέξη τῆς ἀνάπτει τήν ἐπιθυμία καί πάλι ἓνας ἁπλός λόγος γεμᾶτος σεμνότητα τήν φέρει στή σωφροσύνη. Κι ἂν ὁ ἁπλοῦς λόγος ἒχει τόση δύναμη, πές μου πῶς περιφρονεῖς τίς Γραφές; Ἐάν ἐπιτυγχάνει τό ἀποτέλεσμα αὐτό, ἡ παραίνεσις θά εἶναι ἀκόμη μεγαλύτερη, ὃταν αὐτή συνοδεύεται ἀπό τή χάρη τοῦ Πνεύματος.
Μαλακώνει περισσότερο ἀπό ὃ,τι ἡ φωτιά τήν πεπωρωμένη ψυχή καί πρός ὃλα τά καλά τήν κάνει ἐπιτήδεια, «λόγος ἀπό τῶν θείων ἐνηχούμενος Γραφῶν»(ὃπ.π.76), Ὁ λόγος, πού σφραγίζεται καί ἐμπνέεται καί βαπτίζεται μέσα στίς θεῖες Γραφές, ἒχει μεγάλη δύναμη.
Μέ τά λόγια διορθώνουμε τούς ἀνθρώπους τούς οἰκείους μας καί τούς ξένους. Μέ τά λόγια διορθώνονται καί μεγάλοι ἂνδρες καί γίνονται καλύτεροι. Π.χ. Θυμᾶσθε τήν παραβολή, πού εἶπε ὁ Νάθαν στόν Δαυϊδ γιά τίς ἀμνάδες; Ἒκανε τόν Δαυϊδ νά μετανοήσει, νά φωνάξει· «Ἡμάρτηκα τῶ Κυρίω»(Β΄ Βασιλειῶν 12,13).
Ἀκόμη ὁ ἀπόστολος Παῦλος περιγράφοντας τά παθήματα καί τά ἁμαρτήματα τῶν Ἑβραίων στήν ἒρημο, ὃπως π.χ. τούς θανάτους ἀπό δαγκώματα φιδιῶν, τήν κατασκευή τοῦ χρυσοῦ μόσχου κ.ἂ. θά καταλήξει· «Ταῦτα δέ πάντα τύποι συνέβαινον ἐκείνοις, ἐγράφη δέ πρός νουθεσίαν ἡμῶν»(Α΄Κορ.10,11). Ὃλα ὃσα ἀναφέρονται μέσα στή Γραφή γράφτηκαν γιά τή νουθεσία τῶν Χριστιανῶν καί ὃλων ἡμῶν. «Ὣστε ὁ δοκῶν ἑστάναι βλεπέτω μή πέσῃ» (ὃπ.π.,στιχ.12).Ἂς προσέξουν οἱ ἂνθρωποι, πού νομίζουν πώς δέν διατρέχουν κίνδυνο, γιά νά μήν πέσουν. Τό λόγο τοῦ Θεοῦ ἂκουσαν καί θηριώδεις ἂνθρωποι καί χαιρόντουσαν.
Ὁ Εὐαγγελιστής Μᾶρκος περιγράφοντας τό φόνο τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ ὑπό τοῦ Ἡρώδη γράφει· «ὁ γάρ Ἡρώδης ἐφοβεῖτο τόν Ἰωάννην, εἰδώς αὐτόν ἂνδρα δίκαιον καί ἃγιον, καί συνετήρει αὐτόν, καί ἀκούσας αὐτοῦ πολλά ἐποίει καί ἡδέως αὐτοῦ ἢκουεν»(Μάρκ.6,20). Ἂκουγε τόν Πρόδρομο ὁ Ἡρώδης μέ εὐχαρίστηση καί μάλιστα ἐφήρμοζε καί μερικά ἀπό τά διδάγματά του. Ἐπίσης ὁ ἲδιος Εὐαγγελιστής μᾶς ἀναφέρει πώς οἱ ὂχλοι ἂκουγαν μέ εὐχαρίστηση τό Χριστό· «καί ὁ πολύς ὂχλος ῆκουενἡδέως αὐτοῦ»(κεφ.12,37). Ὁ πολύς ὁ κόσμος ἱκανοποιεῖτο ἀπό τίς ἀπαντήσεις, πού ἒδινε ὁ Χριστός.
Ἀκόμη ὀφείλουμε νά ποῦμε πώς ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δέν ἦταν μέσα στήν Ἐκκλησία μας ξεκομένος ἀπό τή λατρεία καί τήν προσευχή. Ὁ ἲδιος ὁ Κύριος πολλές φορές κήρυττε στίς συναγωγές κατά τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου. Ἡ θεία λατρεία καί ἡ διακονία τοῦ λόγου πηγαίνουν πάντα μαζί. Ὁ ἃγιος μάρτυρας Ἰουστῖνος λέγει πώς «ὁ προεστώς διά λόγου τήν νουθεσίαν…ποιεῖται» μετά τήν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου.
Ἒχει ἀκόμη σημασία καί τό περιεχόμενο τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Τί θά ποῦμε στούς ἀνθρώπους. Δέν κηρύττουμε πράγματα πού ἀνήκουν στή φιλοσοφία, οὒτε ἰδεολογήματα, ἀλλά νά μεταδώσουμε στούς ἀνθρώπους τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὃπως αὐτό εὑρίσκεται μέσα στίς Γραφές καί τό ἑρμήνευσαν οἱ ἃγιοι Πατέρες παίρνοντας ὑπόψη καί τίς ἀνάγκες τῆς ἐποχῆς μας. Ἡ κατανόηση τῶν εὐαγγελικῶν κηρυγμάτων εἶναι ἓνα ἀπό τά προτερήματα τοῦ κήρυκος τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ.
Βέβαια ἐδῶ ἀναφύεται τό πρόβλημα αὐτοῦ πού κηρύττει. Ὁ ἃγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος γράφοντας πρός τούς Ἐφεσίους λέγει· «Ἂμεινόν ἐστιν σιωπᾶν καί εἶναι, ἢ λαλοῦντα μή εἶναι. Καλόν τό διδάσκειν, ἐάν ὁ λέγων ποιῇ. Έἷς οὖν διδάσκαλος, ὃς “εἶπεν καί ἐγένετο” καί ἃ σιγῶν δέ πεποίηκεν, ἂξια τοῦ πατρός ἐστιν.
Ὁ λόγον Ἰησοῦ κεκτημένος ἀληθῶς, δύναται καί τῆς ἡσυχίας αὐτοῦ ἀκούει, ἳνα τέλειος ἧ, ἳνα δι᾿ ὧν λαλεῖ πράσσει καί δι᾿ ὧν σιγᾷ γινώσκηται» (ΒΕΠΕΣ 2,12 σελ. 267). Δηλ. προτιμότερο νά σιωπᾶς καί νά εἶσαι παρά νά μιλᾶς καί νά μήν εἶσαι.
Ἓνας ἦταν ὁ διδάσκαλος, πού ὃσα εἶπε τά ἒκανε καί ἦταν σιωπηλός, γιά ὃσα ἒκανε. Ἐκεῖνος πού ἒχει ἀποκτήσει τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νά καταλάβει καί νά ἀκούσει καί τήν ἠσυχία τοῦ Χριστοῦ, γιά νά γίνει τέλειος, ὣστε ἐκεῖνα πού λέγει τά ἐφαρμόζει καί γιά κεῖνα πού σιωπᾶ νά γνωρίζεται. Ὁ διδάσκαλος τοῦ Εὐαγγελίου κηρύττει καί μέ τά λόγια του καί μέ τή σιωπή του.
«Περί τῶν διδασκάλων ὁ Κύριος λέγει ὃτι «ὁ ποιήσας καί διδάξας μέγας κλιθήσεται…» Ἒτσι καθορίζεται ἡ σχέσις μεταξύ τῶν λόγων καί τῶν ἒργων τῶν ἱερῶν διδασκάλων, ὃτι εὐγλωττότερα εἶναι τά ἒργα παρά τά λόγια, καί διά τοῦτο μᾶλλον πρέπει νά προηγῆται ὁ βίος καί νά ἓπεται ὁ λόγος τοῦ κήρυκος τοῦ Εὐαγγελίου.
Μεγάλη ἡ εὐθύνη τῶν κηρυττόντων τόν λόγον τοῦ Θεοῦ νά κηρύττουν ἀνελλιπῶς τόν λόγον τοῦ Θεοῦ.
Ἀκόμη θά μπορούσαμε νά ποῦμε πώς ἒχει μεγάλη σημασία ὁ διά πείρας λόγος.« Ἡ διά πόνων πεῖρα διδάσκαλος», γράφει ὁ ἃγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς(Φιλ. τ.δ΄. σελ. 128). Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, πού ἐπιβεβαιώθηκε μέ τήν καθημερινή πεῖρα τῆς ἀσκήσεως καί τοῦ ἀγῶνος ἒχει μεγάλη σημασία καί ἀξία. Ὁ Παῦλος θά τό πεῖ αὐτό χαρακτηριστικά· «ὁ λόγος ὑμῶν πάντοτε ἐν χάριτι, ἃλατι ἠρτυμένος»(Κολ.4,6).
Ὃπως τά φαγητά, πού τρέφουν τό σῶμα, δέν εἶναι νόστιμα χωρίς ἁλάτι, ἒτσι καί ὁ λόγος, πού προσφέρουμε στούς ἀνθρώπους πρέπει γιά νά γίνει ἀποδεκτός καί νά τούς θρέψει πνευματικά νά ἒχει μέσα του τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ κρύβει μέσα του τό Λόγο, δηλ. τό δεύτερο πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος, γι᾿ αὐτό καί εἶναι θρεπτικός, εἶναι ζωή γιά τόν ἂνθρωπο, εἶναι διδάσκαλος γιά τήν αἰώνια ζωή. Δέν εἶναι δελτίο θρησκευτικῶν εἰδήσεων,οὖτε ἐγκεφαλικός λόγος καί διανοητικός.
Εἶναι χάρη Θεοῦ. Στό τροπάριο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου λέμε· «Ἡ τοῦ στόματός σου, καθάπερ πυρσός ἐκλάμψασα χάρις, τήν οἰκουμένην ἐφώτισεν· ἀφιλαργυρίας τῶ κόσμω θησαυρούς ἐναπέθετο· τό ὑψος ἡμῖν τῆς ταπεινοφροσύνης ὑπέδειξεν…». Ἀπό τό στόμα τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου ἒβγαινε χάρη, πού δώριζε στούς ἀνθρώπους θησαυρούς, ὃπως π.χ. τῆς ἀφιλαργυρίας, τῆς ταπεινοφροσύνης, φωτισμό θεογνωσίας. Γνωστό εἶναι καί τό παράδειγμα τοῦ ἁγίου Εὐφραίμ, πού πῆγε νά συναντήσει τόν μέγα Βασίλειο καί εἶδε νά βγαίνει ἀπό στόμα του ἀγλαόμορφος περιστερά. Ὁ λόγος του ἦταν ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος.
Μερικοί ἀπό τούς κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου ἦταν τόσο λεπτοί, πού φρόντιζαν νά μήν δώσουν ποτέ ἀφορμή νά τούς κουβεντιάσουν καί νά τούς κατηγορήσουν. Παράδειγμα ὁ Παῦλος, ὁ ὁποῖος γράφει στούς Κορινθίους πώς δέν ἒκανε χρήση τοῦ ἀποστολικοῦ του ἀξιώματος γιά νά ἀπολαύσει γήϊνα καί σαρκικά ἀγαθά· «οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ, ἀλλά πάντα στέγομεν ἳνα μή τινα ἐγκοπήν δῶμεν τῶ εὐαγγελίω τοῦ Χριστοῦ»(Α΄ Κορ. 9,12).
Ἢθελε νά κηρύξει τό εὐαγγέλιον «ἀδάπανον». Εἶναι γνωστό πώς δούλευε χειρωνακτικά· «καί κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσίν»(ὃπ.π. 4,12). Ἀπό τόν βίο τοῦ ἁγίου Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ πληροφορούμαστε ἓνα περιστατικό· Πῆγε νά τόν ἐπισκεφθεῖ ἓνας θεολόγος καί ὁ ἃγιος τοῦ ἒκανε τίς ἑξῆς παρατηρήσεις· «Εἶσαι καλός γιά νά κάνεις ὡραίους λόγους. Μοιάζεις μέ ἓναν, πού εἶναι ἀνεβασμένος στό καμπαναριό καί πετάει πέτρες στούς ἀνθρώπους. Τό πιό δύσκολο εἶναι νά ἀνεβάσεις ἐσύ τίς πέτρες ἐπάνω στό καμπαναριό».
Ὂταν συγκεντρωνόμαστε νά ἀκούσουμε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ ἒχουμε καί τήν ἀνθρώπινη παρηγοριά. Βλέπει ὁ ἓνας τόν ἂλλον καί εὐχόμαστε ὁ ἓνας γιά τόν ἂλλο καί δεχόμαστε τήν ἀνθρώπινη συμπαράστασή. Ὃταν οἱ Ἀντιοχεῖς ἒσπασαν τά ἀγάλματα τῶν αὐτοκρατόρων καί ἐπρόκειτο νά ὑποστοῦν τήν τιμωρία τοῦ αὐτοκράτορος, ὁ Χρυσόστομος μάζευε κάθε μέρα τούς Χριστιανούς καί τούς μιλοῦσε καί τούς παρηγοροῦσε. «Αὐτό γάρ τό καθ᾿ ἡμέραν συλλέγεσθαι καί τῆς τῶν θείων Γραφῶν ἀκροάσεως ἀπολαύειν, καί ἀλλήλοις βλέπειν, καί πρός ἀλλήλους ὀδύρεσθαι καί εὐχομένους καί εὐλογίας δεχομένους, οὓτως οἲκαδε ἀπιέναι, τό πλέον ἡμῖν ὑποτέμνεται τῆς ὀδύνης» (τομ. 6ος τοῦ Λόγου, σελ.116).
Πολλές φορές συνέβη νά πᾶμε στήν Ἐκκλησία καί νά ἀκούσουμε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί νά νοιώσουμε μέσα μας εἰρήνη, παρηγοριά, ἐλπίδα, ἀνακούφιση. Πήγαμε μέ θλίψη καί φύγαμε ἐνισχυμένοι. Πήγαμε μέ ὀργή καί φύγαμε κατεσταλμένοι. Πήγαμε κουρασμένοι ἀπό τά προβλήματά μας καί φύγαμε ἒχοντας συμπαραστάτη τόν ἲδιο τό Θεό.
Ὀ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι μυστηριώδης. Δέν ἐνεργεῖ τό ἲδιο σέ ὃλους. Ἀνάλογα μέ τήν ὑποδοχή, πού θά βρεῖ, τή διάθεση πού θά συναντήσει, μέ τί πάθη θά προσκρούσει μέσα μας, ἀνάλογα μέ τήν πνευματική μας καλλιέργεια καρποφορεῖ. Μπορεῖ νά ἀκοῦμε τό λόγο τοῦ Θεοῦ χρόνια καί νά μήν ὠφελούμαστε καθόλου. «Σκληροκάρδιοι καί ἀπερίτμητοι ταῖς καρδίαις καί τοῖς ὠσίν»(Πράξεις.7,51), ὃπως λέγει ὁ πρωτομάρτυρας Στέφανος, δύσκολα δεχόμαστε νά ἀκούσουμε καί νά ἐφαρμόσουμε τό λόγο τοῦ Θεοῦ.
Μᾶς φαίνεται ἀνιαρός, πληκτικός, ἒχουμε τήν ἐντύπωση, πώς τά ἒχουμε ξανακούσει χιλιάδες φορές. Δέν τά παραδεχόμαστε εὒκολα, τά ἀπορρίπτουμε μέ τή λογική μας, τά κριτικάρουμε. Δύσκολα λέμε· «λάλει Κύριε καί ὁ δοῦλος σου ἀκούει». Ἰδίως τά πάθη μας καί μάλιστα στή νεανική ἡλικία, ἐμποδίζουν νά καρποφορήσει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.
Ὀ Χριστός ἐταλάνησε αὐτούς, πού θεωροῦσαν τόν ἑαυτό τους χορτᾶτο· «οὐαί ὑμῖν, οἱ ἐμπεπλησμένοι νῦν, ὃτι πεινάσετε»(Λουκ.6,25). Ἀντίθετα μακαρίσθησαν ἀπό τόν ἲδιο «οἱ ἀκούοντες τόν λόγον τοῦ Θεοῦ καί φυλάσσοντες αὐτόν»(Λουκ.11,28).
Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καὶ Ἀλμωπίας Ἰωήλ