Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2020

ΝΑ ΞΑΝΑΓΙΝΟΥΜΕ ΠΑΙΔΙΑ




 Πόσο μελαγχολικὸς θὰ ἦταν ὁ κόσμος χωρὶς παιδιά; Τὸ αἰσθανόμαστε αὐτὸ κάθε φορὰ ποὺ ἀντικρίζουμε τὸ χαμόγελο τῶν παιδιῶν μας. Τὸ ἀθῶο βλέμμα τῶν ἐγγονῶν μας. Τὴν ἄδολη καρδιὰ κάθε παιδιοῦ ποὺ συναντοῦμε.
Δικαιολογημένα ἔχει λεχθεῖ ὅτι τὰ παιδιὰ εἶναι ἡ χαρὰ καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ σπιτιοῦ. Λουλούδια ποὺ σοῦ δανείζει ὁ Θεός. Ὁ πλοῦτος τῶν φτωχῶν. Γιατὶ τὰ παιδιὰ πάντα μᾶς ξεκουράζουν, ὀμορφαίνουν τὸν γκρίζο κόσμο τῶν μεγάλων καὶ ἀνακαλοῦν στὴ μνήμη μας ἕναν κόσμο ἁγνότητας κι ἕνα παρελθὸν ξένοιαστο καὶ ἀμόλευτο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴ συνθηκολόγηση.
Γι’ αὐτὸ καὶ θὰ πρέπει ὄχι μόνο νὰ χαιρόμαστε τὴν παρουσία τους, ἀλλὰ καὶ νὰ μαθητεύουμε στὶς ἀρετές τους.
Ὁ Κύριός μας δὲν προσπέρασε ἀδιάφορα τὴν παιδικὴ ἡλικία. Στάθηκε σ’ αὐτήν, καὶ ἀνέδειξε τὰ παιδιὰ σὲ παραδείγματα πρὸς μίμηση. Πρωτίστως πέρασε ὁ Ἴ­διος ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία καὶ τὴν ἁγίασε. Συγ­κατένευσε νὰ γεννηθεῖ ὡς βρέφος, ὑ­πῆρξε νήπιο καὶ παιδί. Κυρίως ὅμως ἔ­στησε καὶ ἀνέδειξε τὰ παιδιὰ στὸ ὕψος τοῦ διδασκάλου. Στράφηκε στοὺς μαθητές Του καὶ στοὺς ἀκροατὲς τῶν λόγων Του καὶ εἶπε: «Ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. ιη΄ [18] 3). Σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι, ἐὰν δὲν ἀλλάξετε φρόνημα καὶ δὲν γίνετε ταπεινοί, ἀθῶοι καὶ ἀπονήρευτοι σὰν τὰ παιδιά, δὲν θὰ μπεῖτε στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
Τί, ἀλήθεια, νὰ σημαίνουν τοῦτα τὰ λόγια τοῦ Κυρίου; Γιατί πρέπει νὰ γίνουμε σὰν τὰ παιδιά; Καὶ πῶς γίνεται κάποιος καὶ πάλι παιδί; Καὶ τί ἔχουν νὰ μᾶς διδάξουν τὰ παιδιά; Φυσικὰ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γυρίσουμε τὸν χρόνο πίσω καὶ νὰ ἐπιστρέψουμε στὴν παιδική μας ἡλικία. Μποροῦμε ὅμως – καὶ σ’ αὐτὸ μᾶς καλεῖ ὁ λόγος τοῦ Κυρίου μας – νὰ ἀγωνισθοῦμε νὰ ἐφαρμόσουμε στὴ ζωή μας τὶς ἀρετὲς τῶν παιδιῶν. Αὐτὰ τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα ποὺ ἔχουν ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ παιδιά, θὰ πρέπει ἐμεῖς νὰ προσπαθήσουμε καὶ νὰ μοχθήσουμε πλέον νὰ τὰ ἀποκτήσουμε.
Πρῶτα ἀπ’ ὅλα τὰ παιδιὰ ἔχουν ἐμπιστοσύνη ἀπόλυτη στοὺς γονεῖς τους καὶ ἐξαρτῶνται καὶ ἀναπαύονται σ’ αὐτούς. Γιὰ τὸ παιδὶ ὁ πατέρας καὶ ἡ μητέρα εἶναι τὸ πᾶν. Κοντά τους αἰσθάνεται ὄχι μόνο ἀσφαλισμένο ἀλλὰ καὶ εὐτυχισμένο. Ὅ,τι κάνει, ὅ,τι βρίσκει καὶ ὅ,τι τὸ εὐχαριστεῖ, σπεύδει νὰ τὸ κοινοποιήσει καὶ νὰ τὸ μοιραστεῖ μὲ τοὺς γονεῖς του. Τὴ χαρά του, τὸν πόνο του καὶ τὸν ὅποιο φόβο του στοὺς γονεῖς του τὰ φανερώνει. Δὲν μποροῦν νὰ φανταστοῦν τὴ ζωὴ χωρὶς τοὺς γονεῖς τους, γιατὶ οἱ γονεῖς τους εἶναι ἡ ζωή τους.
Παιδιὰ ἑνὸς οὐράνιου Πατέρα εἴμαστε ὅλοι μας. Ἀλήθεια, πόση ἐξάρτηση ἔχουμε ἀπ’ Αὐτὸν καὶ πόσο τὸν ἐμπιστευόμαστε; Μπορεῖ καθημερινὰ νὰ Τοῦ λέμε: «Πάτερ ἡμῶν…», ἀλλὰ πόσο αἰσθανόμαστε ὅτι Αὐτὸς εἶναι τὸ πᾶν γιὰ ἐμᾶς; Εἶναι πράγματι ὁ δικός μας πόνος, ἡ χαρὰ καὶ ὁ ὅποιος φόβος μας ξεδιπλωμένος μὲ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸν οὐράνιο Θεὸ καὶ Πατέρα μας; Ἔχουμε ὄντως τὴν αἴσθηση τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ καὶ Πα­­τέρα μας ἢ βιώνουμε τὴ δυστυχία τῆς ὀρφάνιας, μὴ ἔχοντας κάποτε στήριγμα νὰ στηριχθοῦμε καὶ πρόσωπο στὸ ὁποῖο νὰ καταφύγουμε;
Τὰ παιδιὰ εἶναι ἄδολα. Ἀπονήρευτα. Δὲν βάζουν τὸ κακὸ μὲ τὸ μυαλό τους. Ὅλους τοὺς βλέπουν σὰν φίλους. Σ’ ὅ­­λους χαμογελοῦν καὶ ὅλους τοὺς ἐμπιστεύονται. Τί θὰ μποροῦσε νὰ σημαίνει γιὰ ὅλους μας αὐτὸ τὸ χαρακτηριστικὸ τῆς παιδικῆς ἀθωότητας;
Χωρὶς νὰ χάσουμε τὴν κρίση καὶ τὴ γνώση τῆς ἡλικίας μας, θὰ πρέπει ν’ ἀγωνιζόμαστε νὰ βλέπουμε τοὺς ἄλλους συνανθρώπους μας σὰν ἀδελφούς μας. Χωρὶς καχυποψίες καὶ ἀδικαιολόγητους φόβους. Χωρὶς ἡ προκατάληψη νὰ μᾶς ἀπομονώνει καὶ νὰ μᾶς βασανίζει μὲ ὑποψίες. Νὰ τρέφουμε φιλικὰ αἰσθήματα πρὸς ὅλους. Ὅλους νὰ τοὺς ἀγαπᾶμε. Αὐτὸ βέβαια δὲν σημαίνει καθόλου ὅτι θὰ μᾶς χαρακτηρίζει μιὰ ἀφέλεια, ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἐκθέτει στὴν πονηρία κάποιων ἐπιτήδειων. Κάθε ἄλλο. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς συμβουλεύει νὰ μὴ νηπιάζουμε «ταῖς φρεσί», δηλαδὴ νὰ μὴ φερόμαστε ἀσύνετα καὶ ἄκριτα, «ἀλλὰ τῇ κακίᾳ» (Α΄ Κορ. ιδ΄ [14] 20), ὡς πρὸς τὴν κακία νὰ νηπιάζουμε ἔτσι, ὥστε νὰ βλέπουμε τοὺς ἄλλους ὡς εἰκόνες Θεοῦ καὶ ἀδελφούς μας «ἐν Χριστῷ».
Τέλος, ἡ κατεξοχὴν ἀρετὴ τῶν παιδιῶν, ποὺ ὅλους ἀσφαλῶς πολλὲς φορὲς μᾶς ἔχει ἐντυπωσιάσει, εἶναι ἡ ἀνεξικακία τους. Τὸ γεγονὸς δηλαδὴ ὅτι ξεχνοῦν πάρα πολὺ εὔκολα τὸ κακὸ ποὺ τοὺς ἔγινε. Παίζουν, μαλώνουν, ξεχνοῦν… καὶ ξαναπαίζουν μετὰ ἀπὸ λίγο, τὴν ἴδια στιγμή, σὰν νὰ μὴν ἔγινε τίποτα. Πόσο δύσκολα ξεχνοῦμε οἱ μεγάλοι! Γιὰ μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ κάποτε. Μέχρι τὸν τάφο! Ἡ καρδιά μας σκληραίνει σὰν τὴν πέτρα. Δὲν ξεχνᾶ! Δὲν μπορεῖ νὰ ξεχάσει. Ἕνα λόγο, μιὰ ἀδικία, τὸ ὁποιοδήποτε κακὸ ἔπαθε. Ὅμως χωρὶς βαθιὰ συγχώρεση μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά μας τῶν ἄλλων ποὺ ἐνδεχομένως μᾶς ἔβλαψαν ἢ μᾶς ἀδίκησαν, πρόσωπο Θεοῦ δὲν βλέπουμε. Ἡ παροχὴ συγγνώμης εἶναι ἡ ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴ συγχώρεση καὶ τῶν δικῶν μας σφαλμάτων ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ.
Εὐτυχισμένα καὶ καλότυχα τὰ παιδιά! Βρίσκονται στὴν πιὸ ἀθώα καὶ ἁγνὴ ἡλικία. Ἀλλὰ ἀκριβῶς διότι εἶναι ἄδολα, ἁγνὰ καὶ ἄκακα, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ πονηρὸς στὶς ἔσχατες μέρες ποὺ ζοῦμε ἔχει βαλθεῖ μὲ κάθε μέσο νὰ τὰ διαφθείρει, νὰ τὰ μολύνει καὶ νὰ τὰ αἰχμαλωτίσει ἀπὸ αὐτὴ τὴν παιδικὴ ἡλικία στὸ κακό.
Λένε ὅτι δὲν ὑπάρχουν πλέον παιδιὰ σήμερα. Μεγαλώνουν χάνοντας τὴν παιδικὴ ἀθωότητα, πρὶν κἂν εἰσέλθουν στὴν παιδικὴ ἡλικία. Γι’ αὐτὸ ὁ σύγχρονος κόσμος μας ἀπώλεσε σιγά-σιγὰ τὴν ὀμορφιά του καὶ μετατρέπεται σὲ ἀφόρητη κόλαση.
Χάνεται ἡ παιδικὴ ἀθωότητα, γιὰ νὰ μὴν ὑπάρχει παράδειγμα γιὰ ἐμᾶς τοὺς μεγαλύτερους. Γιὰ νὰ μὴν ξυπνᾶ ἡ δική μας συνείδηση. Γιὰ νὰ μὴν ἀστράφτουν προτυπικὰ οἱ παιδικὲς ἀρετές τους. Ἀλλὰ ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ θὰ πρέπει μὲ μεγαλύτερη ἔνταση, προσπάθεια καὶ ἀγώνα νὰ ἐφαρμόσουμε τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου μας καὶ νὰ γινόμαστε μέρα μὲ τὴ μέρα σὰν τὰ παιδιά, ἀντιγράφοντας τὶς ἀρετές τους.