Παρασκευή 4 Απριλίου 2025

Ομιλία Πατήρ Ματθαίου Μπαρούση στον Ακάθιστο Ύμνο


 

ΧΑΙΡΕ, Η ΓΕΦΥΡΑ ΟΝΤΩΣ Η ΜΕΤΑΓΟΥΣΑ ΕΚ ΘΑΝΑΤΟΥ ΠΑΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΖΩΗΝ ΤΟΥΣ ΥΜΝΟΥΝΤΑΣ ΣΕ

 

               


 Η Παναγία χαρακτηρίζεται από τον Άγιο Ιωσήφ τον Υμνογράφο, τον ποιητή του κανόνα του Ακαθίστου Ύμνου, ως «η  γέφυρα όντως η μετάγουσα εκ θανάτου πάντας προς ζωήν τους υμνούντας σε». Μία γέφυρα αποτελεί ένα πέρασμα πάνω από ένα ποτάμι ή και μία θάλασσα, από ένα τμήμα ενός βουνού προς ένα άλλο. το πέρασμα αυτό μεταφέρει τους ταξιδιώτες με ασφάλεια από ένα μέρος σε ένα άλλο, ώστε να φτάσουν στον τελικό προορισμό τους. Ο υμνογράφος δεν διστάζει να χαρακτηρίσει την Παναγία ως γέφυρα, η οποία όμως έχει κάποιες διαφορές σε σχέση με το ανθρώπινο έργο. Η Παναγία ως γέφυρα μεταφέρει από τον θάνατο στη ζωή όσους την υμνούν. Ο προορισμός είναι ο τελικός για κάθε άνθρωπο. Ζωή είναι ο  Χριστός και μάλιστα ο Αναστημένος Χριστός. Ο κόσμος του Χριστού είναι η Βασιλεία του Θεού, στην οποία ο θάνατος δεν έχει θέση, γιατί ο Χριστός τον νίκησε διά του Σταυρού και της Αναστάσεως. Δεν έχουμε να κάνουμε άλλο ταξίδι μετά το πέρασμα, καθότι έχει εκπληρωθεί ο σκοπός της ύπαρξής μας, που είναι εξ αρχής η ομοίωση με τον Θεό, τουτέστιν η κοινωνία με Αυτόν. Και η Παναγία είναι γέφυρα, ασφαλής και χωρίς κλυδωνισμούς από τους αέρηδες και τις βροχές της ζωής, τους πειρασμούς και τις δοκιμασίες, διά της οποίας ζούμε τον Χριστό.

                Είναι τολμηρή η εικόνα, αλλά, στην πραγματικότητα, αποτυπώνει το όλο κλίμα των Χαιρετισμών προς το πρόσωπο της Παναγίας, όπως το ζήσαμε και το ζούμε κάθε Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Η Παναγία καθιστά τον εαυτό της γέφυρα, διότι μας δείχνει πώς μπορούμε, φτάνοντας ενώπιον της, να δούμε τη ζωή όπως τη ζούμε και τη ζωή που ανοίγεται μπροστά μας αν περάσουμε δι’ αυτής προς τα εκεί. Η ζωή μας είναι ένα ταξίδι, στο οποίο συναντούμε πολλά: την επιβίωση, την αναζήτηση σχέσεων, την αναζήτηση αναγνώρισης και καταξίωσης, την ικανοποίηση αναγκών, την αγάπη, την ανακάλυψη, διαμόρφωση, τροποποίηση και στερέωση της ταυτότητάς μας. Είναι ένα ταξίδι στο οποίο καλούμαστε να επιλέξουμε αν θα το ζήσουμε με κριτήριο μόνο τον εαυτό μας, το εγώ μας, τις επιθυμίες μας, την εξουσία έναντι των άλλων, την παθητικότητα έναντι των άλλων, τα πάθη μας ως αφορμή δικαίωσης και ευχαρίστησης ή ένα ταξίδι στο οποίο, προσβλέποντας στον τρόπο της Παναγίας, θα διαλέξουμε να παλέψουμε προχωρώντας με κριτήριο την αγάπη κι ας γίνεται σταυρός, την αυτογνωσία, βλέποντας τα πάθη μας και παλεύοντας με την πίστη, την προσευχή, την επίκληση της χάριτος του Θεού, τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, τη μετοχή στη ζωή της Εκκλησίας, την άσκηση που γίνεται εκκοπή του ιδίου θελήματος και επανεξέταση του θυμού και της φιλαυτίας, την αγάπη για τον συνάνθρωπο που γίνεται συγχώρηση, να κάνουμε συνεχώς καινούργιες αρχές. Ο πρώτος δρόμος αναδίδει θάνατο. Ο δεύτερος ζωή.

                Έτσι, αναγνωρίζουμε την Παναγία ως αυτή που πρώτη δείχνει αυτόν τον δρόμο και είναι μαζί μας και μαζί με κάθε άνθρωπο, «πάντας τους υμνούντας», δείχνοντας τον δρόμο για τη ζωή που είναι ο Χριστός. Και η Παναγία γίνεται η Μάνα της καρδιάς μας, αυτή που μας καλεί να ξαποστάσουμε στο γεφύρι, στο πέρασμά της , να πάρουμε δύναμη και να προχωρήσουμε μη γυρίζοντας πίσω. Μπορεί να μοιάζει μακρύς ο δρόμος πάνω στο γεφύρι. Κρατά μια ζωή. Όμως ο προορισμός του, το τέρμα του είναι η Ανάσταση. Και η Παναγία εμφυσά στην καρδιά μας τη γλυκύτητα της πίστης, το αεράκι της χαράς ότι δεν είμαστε μόνοι μας, την τροφή με την οποία η ίδια έθρεψε τον Υιό και Θεό της: τα ανθρώπινα μπολιασμένα με αγάπη. Και είναι συνεχώς μαζί μας η Παναγία, για να παίρνουμε κουράγιο. Την αναγνωρίζουμε σε κάθε σημείο της γέφυρας. Μας παρηγορεί στην ορμή του ανέμου και της βροχής, των δοκιμασιών που μας λένε ότι είμαστε μόνοι μας και ότι ο θάνατος θα μας καταπιεί.  Μας παρηγορεί όταν σκοντάφτουμε, νικημένοι από τον εαυτό μας και τους άλλους που δεν είναι όπως τους θέλουμε. Από ένα πνεύμα σκλαβιάς στο φαινομενικά ακαταμάχητο παρόν του κόσμου και του πολιτισμού που επιτίθεται για να μας ρίξει στον γκρεμό ή στο νερό των παθών και της απόγνωσης. Είναι εκεί η Παναγία και μας υπενθυμίζει την Εκκλησία, τον Χριστό, την ανάσταση, τη ζωή.

                Ας την επικαλούμαστε στο τέλος του κύκλου των Χαιρετισμών και ας την χαιρετούμε  με την πίστη ότι είναι και θα παραμένει «όντως» η γέφυρα στην οποία δεν θα χάσουμε ποτέ ούτε τον προσανατολισμό ούτε την ελπίδα μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ

 




Ο εψάλη το καλοκαίρι του 626 μετά από την σωτηρία της Πόλης (8 Αυγούστου). Σύμφωνα με θεολόγους ο Ακάθιστος Ύμνος ψάλλεται παρ΄όλα αυτά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή για να συνοδεύσει την γιορτή του Ευαγγελισμού της .


Η μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού, επειδή βρίσκεται ημερολογιακά μέσα σε περίοδο Νηστείας, στερείται προεόρτιων και μεθεόρτιων. Ο Ακάθιστος Ύμνος, λοιπόν, έρχεται να συνοδέψει την γιορτή του Ευαγγελισμού και να καλύψει το κενό που δημιουργείται λόγω της περιόδου της Νηστείας, όσον αφορά τα προεόρτια και μεθεόρτια.
Και επειδή ο εορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, κατά την περίοδο Νηστείας, επιτρέπεται μόνο το Σάββατο και την Κυριακή, η ψαλμωδία του Ακάθιστου ψάλλεται κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών τα οποία λειτουργικά ανήκουν στην ημέρα του Σαββάτου.
Γιατί ονομάζεται Ακάθιστος Ύμνος;
Για να βρούμε την απάντηση στην ερώτηση αυτή θα πρέπει να ανατρέξουμε στην ιστορία και να δούμε τα ιστορικά στοιχεία του . Σύμφωνα με το Συναξαριστή ή Συναξάρι ο Ακάθιστος Ύμνος ψάλει το καλοκαίρι του 626. Την εποχή εκείνη ο αυτοκράτορας Ηράκλειος βρισκόταν σε εκστρατεία στο εσωτερικό της Ασίας. Την απουσία του αυτοκράτορα εκμεταλλεύτηκαν οι Πέρσες και οι Άβαροι οι οποίοι πολιόρκησαν το Βυζάντιο. Ο φρούραρχος Βώνος και ο Πατριάρχης Σέργιος εμψύχωναν το λαό που ετοιμαζόταν να πολεμήσει τις πολεμικές μηχανές των Περσών και των Αβαρών, χωρίς να έχει πολλές ελπίδες για νίκη.
Ο Πατριάρχης Σέργιος κρατώντας την εικόνα της των Βλαχερνών, περιδιάβαινε τα τείχη από άκρη σε άκρη για να δώσει θάρρος και ελπίδα. Την ημέρα που οι εχθροί της Πόλης ετοίμαζαν τη μεγάλη τους επίθεση και καθώς ο Πατριάρχης Σέργιος, κρατώντας την εικόνα της Παναγίας προσπαθούσε να εμψυχώσει το λαό, ένας μεγάλος ανεμοστρόβιλος προξένησε ανεπανόρθωτες ζημίες σε μεγάλο μέρος της ναυτικής δύναμης των εχθρών αναγκάζοντάς τους να αλλάξουν σχέδια και να λύσουν την πολιορκία.
Βλέποντας ο λαός το θαύμα αυτό και θέλοντας να ευχαριστήσει την Παναγία συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών όπου όλοι οι πιστοί, όρθιοι, έψαλλαν, ως δοξολογία και ευχαριστία για την σωτηρία της Πόλης, τον Ύμνο προς την Παναγία, ο οποίος αργότερα θα ονομαστεί Ακάθιστος διότι «ορθοστάδην τότε πας ο λαός κατά την νύκτα εκείνην τον ύμνον τη του Λόγου Μητρί έμελψαν και ότι πάσι τοις άλλοις οίκοις καθήσθαι εξ έθους έχοντες, εν τοις παρούσι της θεομήτορος όρθοὶ πάντες ακροώμεθα».

«Η Εκκλησία είναι η χώρα των Ζώντων όπου υπάρχει Ζωή και περίσσεια Ζωής, δηλαδή ο Χριστός!»

 

Γέροντα, τα παιδιά μας κοιμούνται στην Εκκλησία, μήπως να μη τα φέρνουμε??

– Στο Καράβι να είναι κι ας κοιμούνται, επέμενε ο Γέροντας Πορφύριος.

Η Εκκλησία, είναι το Σκάφος του Χριστού!

Το Σώμα του Χριστού!

Το Στόμα του Χριστού!

Η Κιβωτός που μπαίνεις μέσα και σώζεσαι!!

Η Εκκλησία παιδί μου.. Είναι ένα μεγάλο Νοσοκομείο που εφημερεύει σε εικοσιτετράωρη βάση, εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια.

Ένα Νοσοκομείο που εφημερεύει για όλους..

Για ασφαλισμένους και για ανασφάλιστους..

Για πλούσιους και για άπορους…

Για επώνυμους και για ανώνυμους και περιθωριακούς ανθρώπους…

Ένα μεγάλο Νοσοκομείο στο οποίο αντιμετωπίζεται κάθε νόσημα όσο βαθύ, όσο λοιμώδες και όσο θανατηφόρο κι αν είναι.

Ένα μεγάλο Νοσοκομείο στο οποίο μπαίνεις άρρωστος και βγαίνεις υγιής, όπως η αιμορροούσα…

Μπαίνεις διώκτης και βγαίνεις Απόστολος, όπως ο Παύλος.

Μπαίνεις αμαρτωλός και βγαίνεις άγιος, όπως η αγία Μαρία η Αιγυπτία.

Μπαίνεις λύκος και βγαίνεις αρνί, όπως ο Άγιος Μωυσής ο Αιθίοπας.

Μπαίνεις πτώμα εν αποσυνθέσει και ανίστασαι τετραήμερος, όπως ο Λάζαρος!

Γιατί στην Εκκλησία δεν υπάρχει θάνατος.

Δεν υπάρχουν νεκροί.

Η Εκκλησία είναι η χώρα των Ζώντων όπου υπάρχει Ζωή και περίσσεια Ζωής, δηλαδή ο Χριστός!

Ο ΟΣΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΝ ΜΑΛΕΩ

 


Τη μνήμη του τιμά σήμερα, 4 Απριλίου, η μας.
Από νεαρή ηλικία αγάπησε ολόψυχα τον Κύριο. Επειδή όμως οι γονείς του, παρά τη θέληση του, θέλησαν να τον παντρέψουν, ο Γεώργιος έγινε μοναχός και επιδόθηκε με όλη του τη δύναμη σε κάθε είδους άσκηση, δηλαδή νηστεία, σκληραγωγία, προσευχή, μελέτη των θείων Γραφών και άλλα.
Πολλοί που προσέτρεχαν στον Όσιο, φωτίζονταν και επέστρεφαν δια της μετανοίας στον Χριστό. Αλλά επειδή ήταν πολλοί αυτοί που τον επισκέπτονταν, δεν τον άφηναν ήσυχο να προσευχηθεί και ο Όσιος αποσύρθηκε στο όρος Μαλαιό όπου ησύχαζε. Αλλά και εκεί μαζεύτηκε πλήθος Μοναχών, τους οποίους ο όσιος καθοδηγούσε με προσευχή και άσκηση. Τόσο δε πρόκοψε στην αρετή, ώστε έγινε ξακουστός και θαυμαστός και στους άρχοντες, ακόμα και στους βασιλείς, στους οποίους είχε γράψει πολλές και αξιόλογες συμβουλευτικές επιστολές για διάφορα ζητήματα.
Το τέλος της επίγειας ζωής του, προείπε ο Όσιος πριν τρία χρόνια. Έτσι αφού ασθένησε για λίγο, μάζεψε τους μοναχούς του όρους Μαλαιό και αφού τους έδωσε θείες συμβουλές παρέδωσε τη δίκαια ψυχή του στον Θεό, που τόσο αγάπησε από βρέφος.
Απολυτίκιον
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.

Ως θείον Γεώργιον, δικαιοσύνης καρπούς, πλουσίως εξήνεγκας, δι’ ενάρετου ζωής, Γεώργιε Όσιε, συ γαρ καθάπερ φοίνιξ, εν ασκήσει βλαστήσας, τρέφεις τη δωρεά σου, την Χριστού Εκκλησίαν όθεν αεί ευχαρίστως, τιμά την μνήμη σου.

Πέμπτη 3 Απριλίου 2025

Τι είναι αγαπητοί μου, ο Μέγας Κανών, που ψάλλει σήμερα η Εκκλησία μας;

 


 «Τι είναι αγαπητοί μου, ο Μέγας Κανών, που ψάλλει σήμερα η Εκκλησία μας;
Είναι μια ανθοδέσμη από λουλούδια αθάνατα του Αγίου Πνεύματος, λουλούδια της εκκλησιαστικής ποιήσεως των βυζαντινών μας χρόνων!
Όλα στάζουν μέλι , γλυκύτητα, νοήματα μεγάλα!Τελειώνουν με το ωραιότερο απ΄ όλα που λέει:"Ψυχή μου , ψυχή μου , ανάστα τι καθεύδεις;

Μητροπολίτης Αυγουστίνος Καντιώτης.

Η ΦΙΛΟΧΡΗΜΑΤΙΑ

 

Έλεγε ο αββάς Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης: «η φοβερή και αδίστακτη της φιλοχρηματίας αγάπη, κόρο μη γνωρίζοντας, στο έσχατο των κακών σπρώχνει την ψυχή, αφού την κυριεύσει. Λοιπόν, από την αρχή-αρχή ας διώξουμε τέτοια αγάπη. Γιατί, αν κυριαρχήσει μέσα μας, δεν κατανικάται» (από το «Γεροντικό»).

Στο εσώτερο του ανθρώπου συγκρούονται δύο δυνάμεις: η μία είναι το συμφέρον και η άλλη η αγάπη. Το συμφέρον ορθώνει ένα τεράστιο «εγώ». Μόνο αυτό υπάρχει. Το «εγώ» γίνεται δίκιο, δικαίωμα, απόλαυση, κτήση, προτεραιότητα. Η αγάπη κάνει τον άνθρωπο να νιώθει και το «εσύ», τον άλλον, τον πλησίον. Ο άνθρωπος τότε βλέπει τη ζωή σε σχέση με τον συνάνθρωπό του. Αυτό που έχει το μοιράζεται. Αυτό που είναι χωράει και τον άλλον.

Κλειδί για τη θέαση της ζωής στην προοπτική του συμφέροντος είναι το χρήμα. Προφανώς και το χρήμα είναι μέσο για την επιβίωση του ανθρώπου, για την ποιότητα της κατά κόσμον ζωής, για  την καλλιέργεια του νου, για να μπορεί ο άνθρωπος να χαρεί. Και το χρήμα έρχεται ως ανταμοιβή για την εργασία, ως δωρεά από γονιό σε παιδί, ως απόκτημα συνύπαρξης μέσα από μία σχέση. Όταν όμως όλη ζωή του ανθρώπου στηρίζεται στη φιλοχρηματία, τότε δεν υπάρχει κόρος, χορτασμός. Γιατί τότε κυριεύει την ψυχή, κάνοντας τον άνθρωπο πλεονέκτη, να μην αρκείται στην κάλυψη των αναγκών του ή στην αξιοποίηση των πόρων για να έχει ο άνθρωπος χαρά, αλλά νομίζει ότι με τη δύναμη του χρήματος μπορεί να εξαγοράσει τα πάντα, τον συνάνθρωπο, τις θέσεις, κάποτε και όλον τον κόσμο. Το χρήμα γίνεται πηγή εξουσίας και η εξουσία γίνεται μέθη γι’ αυτόν που δεν έχει όριο πνευματικό στην καρδιά του.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Χριστός στο ευαγγέλιο επισημαίνει ότι το να θησαυρίζουμε θησαυρούς επί της γης δεν μας δίνει προοπτική αιωνιότητας. Πέρα από το ότι αυτοί οι θησαυροί σκουριάζουν την καρδιά μας, διότι την σκληραίνουν, έχουμε πάντοτε και το άγχος μη τους χάσουμε, μην μας τους κλέψουν. Μοιάζουμε ολοένα και περισσότερο με τον ήρωα των κόμικς που κάνει μπάνιο στα δολάρια, που φοβάται όσο κανείς την κλοπή τους, που είναι μόνος του, με τους μόνους που νοιάζονται γι’ αυτόν να είναι ο ανιψιός του και η οικογένειά του, ένας ήρωας που έχει τα πάντα, αλλά δεν μπορεί να χαρεί τίποτα, ένας ήρωας που δεν νιώθει την φθαρτότητά του.

Από την άλλη, η ασκητική παράδοση της Εκκλησίας μάς υπενθυμίζει ότι η φιλοχρηματία θέλει αγώνα για να τη διώξεις εξαρχής. Θέλει υπενθύμιση των αληθινών προτεραιοτήτων, που έχουν να κάνουν με την αγάπη για τον Θεό και τον συνάνθρωπο, θέλει εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού, που δεν θα αφήσει οι ανάγκες μας να μην εκπληρωθούν. Δεν ζητά η Εκκλησία να μην εργαζόμαστε, να μην παλεύουμε να βελτιώσουμε τη ζωή μας. Θέλει όμως από εμάς να μην παραδιδόμαστε στην κυριαρχία του χρήματος, ακριβώς διότι αυτό δεν μας σώζει, αλλά μας υποδουλώνει. Κλειδί είναι το μέτρο. Μαζί και η ελεήμων καρδιά. Η μίμηση του Θεού. Και το βίωμα ότι η αγάπη δίνει νόημα, καθώς δεν είναι το συμφέρον που δίνει χαρά, αλλά το να μπορείς να αγαπάς, ακόμη κι αν χάσεις.

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Ο Μέγας Κανών του Αγίου Ανδρέα Κρήτης

Ο Μέγας Κανών, που συνέθεσε ο άγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης, αρχιεπίσκοπος Κρήτης κι ένας απ᾿ τους πιο εξέχοντες εκπροσώπους της εκκλησιαστικής ποιήσεώς μας, είναι ένας από τους πιο υπέροχους και περισσότερο γνωστούς ύμνους στο εκκλησιαστικό πλήρωμα. Ψάλλεται τμηματικά τις τέσσερις πρώτες ημέρες της Καθαρής Εβδομάδας και ολόκληρος την Πέμπτη της ε´ εβδομάδας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Αποτελεί ένα εγερτήριο σάλπισμα που αποβλέπει στο να φέρει τον άνθρωπο σε συναίσθηση της αμαρτωλότητάς του και να τον οδηγήσει μέσα από τη συντριβή και τη μετάνοια κοντά στον Θεό.

Ο Μέγας Κανών είναι ύμνος βαθιάς συντριβής και συγκλονιστικής μετανοίας. Ο άνθρωπος, που αισθάνεται το βάρος της αμαρτίας· που γεύεται την πικρία της μακριά από τον Θεό ζωής· που κατανοεί τις τραγικές διαστάσεις της αλλοτριώσεως της ανθρώπινης φύσεως στην πτώση και την αποστασία της από τον Θεό, συντρίβεται. Κατανύσσεται. Αναστενάζει βαθιά και ξεσπά σε θρήνο γοερό. Έναν θρήνο όμως που σώζει, διότι ανοίγει τον δρόμο της μετανοίας. Τον δρόμο που επαναφέρει την ανθρώπινη ύπαρξη κοντά στον Θεό, την πηγή της αληθινής ζωής και το πλήρωμα της άρρητης χαράς και ευφροσύνης.

Η δομή του

Το πιο αξιόλογο και περισσότερο γνωστό απ᾿ όλα τα έργα του αγίου Ανδρέα είναι ασφαλώς ο Μέγας Κανών. Ξεχωρίζει ανάμεσα στους πολλούς Κανόνες του για την πρωτοτυπία του και την έκτασή του. Η έκτασή του αυτή είναι ᾿κείνη που του έδωσε και την ονομασία Μέγας. Ο Μέγας Κανών είναι ένα από τα ευγενέστερα προιόντα βαθιάς θρησκευτικής πείρας. Η αξία του από πλευράς θρησκευτικής και αισθητικής είναι μεγάλη και κατέχει εκλεκτή θέση στην όλη εκκλησιαστική ποίηση και τη λατρεία της Εκκλησίας.


Αποτελείται από εννιά Ωδές, από τις οποίες η β´ και η γ´ έχουν από δύο Ειρμούς και η Ϛ´ διαιρείται σε δύο τμήματα. Το δεύτερο τμήμα της δεν έχει δικό του Ειρμό. Ίσως παλαιότερα να είχε και στον τελικό καταρτισμό του Τριωδίου να εξέπεσε. Μπροστά από κάθε τροπάριό του έχει τεθεί στίχος απ᾿ τους Μακαρισμούς. Σχετικά με τον αριθμό και την τάξη των τροπαρίων πρέπει να πούμε ότι υπάρχει μια ποικιλία στα χειρόγραφα κι έτσι δεν μπορούμε να ξέρουμε απόλυτα ποια είναι γνήσια και ποια παρέμβλητα. Τα τροπάρια που αναφέρονται στην οσία Μαρία την Αιγυπτία και τον ίδιο τον Άγιο είναι φανερό ότι δεν προέρχονται από τη γραφίδα του αγίου Ανδρέα, αλλ᾿ ότι είναι μεταγενέστερα. (Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγουν όλοι οι ερευνητές, γι᾿ αυτό κι εμείς τα παραλείψαμε στην παρούσα εργασία). Σύμφωνα με το Τριώδιο που βρίσκεται στη λειτουργική χρήση της Εκκλησίας, στο οποίο κι εμείς στηριχτήκαμε (έκδοση Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1960), ο αριθμός των τροπαρίων έχει ως εξής· α´ 25, β´ 41, γ´ 28, δ´ 29, ε´ 23, Ϛ´ 33, ζ´ 22, η´ 22, και θ´ 27. Συνολικά δηλαδή ο Μέγας Κανών αποτελείται από 11 Ειρμούς και 250 τροπάρια. Κατά μια εκδοχή ο άγιος Ανδρέας έγραψε τόσα τροπάρια, όσοι είναι και οι στίχοι των εννιά βιβλικών ωδών.

Τα περιστατικά της συγγραφής

Τα περιστατικά κάτω απ᾿ τα οποία ο άγιος Ανδρέας συνέθεσε τον Κανόνα δεν μας είναι γνωστά. Δεν έχουμε συγκεκριμένες μαρτυρίες, που να αναφέρονται στον χρόνο, τον τόπο και τα πλαίσια της συνθέσεώς του. Προς την κατεύθυνση αυτή μια κάποια βοήθεια μας δίνουν μερικά προσωπικά στοιχεία και ενδείξεις του ίδιου του Κανόνος. Ο ποιητής μερικές φορές αναφέρεται στην ηλικία του· «Ερριμμένον με, Σωτήρ, / προ των πυλών σου / καν εν τω γήρει… / αλλά προ του τέλους / …» (α´ 13)· «Εκ νεότητος, Σωτήρ, / τας εντολάς σου επαρωσάμην, / όλον εμπαθώς, / αμελών, ραθυμών / παρήλθον τον βίον…» (α´ 20)· «Ο χρόνος ο της ζωής μου / ολίγος…» (δ´ 23. Βλέπε και δ´ 2, η´ 6 κ.α.). Από τις παραπάνω ενδείξεις πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο ποιητής συνέθεσε τον Κανόνα σε ηλικία προχωρημένη.

Το τελευταίο τροπάριο του Μεγάλου Κανόνος μας δίνει τη δυνατότητα για ένα ακριβέστερο καθορισμό του τόπου συγγραφής· «Την πόλιν σου φύλαττε, / Θεογεννήτορ άχραντε· / εν σοι γαρ αύτη / πιστώς βασιλεύουσα, / εν σοι και κρατύνεται / και διά σου νικώσα…». Φαίνεται δηλαδή ότι ο άγιος Ανδρέας συνέγραψε τον Κανόνα στην Κωνσταντινούπολη είτε πριν εκλεγεί αρχιεπίσκοπος Κρήτης είτε μετά, σε κάποιο ταξίδι του και μάλιστα κοντά χρονικά σε κάποια επιτυχή απόκρουση βαρβαρικής επιδρομής («εν σοι κρατύνεται», «διά σου νικώσα», «τροπούται πάντα πειρασμόν», «σκυλεύει πολεμίους»). Ίσως των Αράβων το 717.

Το θέμα του

Το Συναξάριο της Πέμπτης της ε´ εβδομάδας των Νηστειών (της ημέρας δηλαδή που ψάλλεται ο Μέγας Κανών) ως εξής αναφέρεται στο θέμα, το περιεχόμενο και τους σκοπούς του ποιήματος· «πάσαν γαρ Παλαιάς και Νέας Διαθήκης ιστορίαν ερανισάμενος και αθροίσας, το παρόν ηρμόσατο μέλος, από Αδάμ δηλαδή μέχρι και αυτής της Χριστού Αναλήψεως και του των Αποστόλων κηρύγματος. Προτρέπεται γούν διά τούτου πάσαν ψυχήν, όσα μεν αγαθά της ιστορίας ζηλούν και μιμείσθαι προς δύναμιν, όσα δε των φαύλων αποφεύγειν, και αεί προς Θεόν ανατρέχειν διά μετανοίας, διά δακρύων και εξομολογήσεως, και της άλλης δηλονότι ευαρεστήσεως». Θέμα δηλαδή του Μεγάλου Κανόνος είναι η παρουσίαση της τραγικής καταστάσεως του ανθρώπου της πτώσεως και της αμαρτίας και η θερμή παρακίνησή του να μετανοήσει και να επιστρέψει κοντά στον ζώντα και αληθινό Θεό.


Η διαπραγμάτευση του θέματος είναι πρωτότυπη, έντονα δραματική και πλαισιώνεται από τη χρήση ενός πλήθους παραδειγμάτων αποβλέπει στην παρακίνηση της ψυχής να μιμηθεί τις καλές πράξεις των ευσεβών και ν᾿ αποφύγει τις κακές των ασεβών. Τα περισσότερα από τα βιβλικά παραδείγματα είναι παρμένα από την Παλαιά Διαθήκη. Αυτό κυρίως γίνεται στις πρώτες οκτώ Ωδές (όπου, βέβαια, αναφέρονται σποραδικά πρόσωπα και γεγονότα και της Καινής Διαθήκης). Μας το υπογραμμίζει και ο ίδιος ο ποιητής στο τροπάριο θ´ 2· «Μωσέως παρήγαγον, /ψυχή, την κοσμογένεσιν / και εξ εκείνου / πάσαν ενδιάθετον / γραφήν ιστορούσάν σοι / δικαίους και αδίκους, / ων τους δευτέρους, ω ψυχή, / εμιμήσω, ου τους πρώτους, / εις Θεόν εξαμαρτήσασα».

Τα βιβλικά πρόσωπα, που χρησιμοποιούνται από τον ποιητή, κρίνονται ανάλογα με τη συμπεριφορά τους προς τον Θεό και τον νόμο Του και τη διαγωγή τους μες στην Ισραηλιτική κοινωνία. Έτσι προβάλλεται ιδιαίτερα η παιδαγωγική τους αξία. Τόσο των θετικών παραδειγμάτων, που θα πρέπει να μιμηθεί ο πιστός, όσο και των αρνητικών, που οφείλει ν᾿ αποφύγει.

Ο ιερός Ανδρέας αντλεί τις υποθέσεις του από διάφορα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. Οι περισσότερες είναι παρμένες από τη Μωσαική Πεντάτευχο, δεν λείπουν όμως και από άλλα βιβλία, όπως του Ιησού του Ναυή, των Κριτών, των Βασιλειών, των Ψαλμών, του Ιώβ, του Ιωνά, του Ιερεμία και του Δανιήλ.

Η θ´ ωδή είναι η μόνη που προέρχεται από την Καινή Διαθήκη (Λουκ. 1,46-55), γι᾿ αυτό και ο άγιος Ανδρέας τα παραδείγματα των τροπαρίων της τα δανείστηκε αποκλειστικά απ᾿ αυτήν. Το δηλώνει άλλωστε ο ίδιος στο τέταρτο τροπάριό της, με το οποίο και αρχίζει τη χρήση Καινοδιαθηκικών παραδειγμάτων· «Της Νέας παράγω σοι / Γραφής τα υποδείγματα / ενάγοντά σε, / ψυχή, προς κατάνυξιν· / δικαίους ούν ζήλωσον, / αμαρτωλούς εκτρέπου…». Τα παραδείγματα αυτά αναφέρονται κυρίως στον Χριστό και τα θαύματά Του και είναι όλα παρμένα αποκλειστικά από τα ιερά Ευαγγέλια.


[page_end]

Η χρήση του

Ο Μέγας Κανών από την αρχή, φαίνεται, προορίστηκε για τη λατρεία. Αυτό συμπεραίνουμε απ᾿ το ποιητικό είδος του, τη σύνδεσή του με τις Βιβλικές ωδές, που ήταν στη λειτουργική χρήση της πρώτης Εκκλησίας, και την όλη διάρθωσή του με τις ικεσίες, τις λατρευτικές επικλήσεις και τα άλλα λειτουργικά του στοιχεία. Που και πότε ακριβώς πρωτομπήκε στη λειτουργική χρήση δεν μας είναι γνωστό. Ίσως σε Εκκλησίες της Κρήτης, όταν ακόμη ζούσε και επισκόπευε ο Άγιος.

Σήμερα, στη λειτουργική πράξη που επικράτησε, ο Μέγας Κανών, όπως είναι γνωστό, ψάλλεται στον Όρθρο της Πέμπτης της ε´ εβδομάδας των Νηστειών, γι᾿ αυτό και η ημέρα επικράτησε να λέγεται «Πέμπτη του Μεγάλου Κανόνος». Στα μοναστήρια συνεχίζεται η παλαιά τάξη να ψάλλεται στον Όρθρο, ενώ στους ενοριακούς ναούς των πόλεων το απόγευμα της Τετάρτης μαζί με το Μικρό Απόδειπνο.


Μαζί με την Ακολουθία του Μεγάλου Κανόνος διαβάζεται ο βίος της αγίας Μαρίας της Αιγυπτίας και ψάλλεται και Κανόνας αφιερωμένος στην Οσία με ακροστιχίδα· «Συ η οσία Μαρία βοήθει». Η μνήμη της οσίας Μαρίας εορτάζεται την 1η Απριλίου και την Ε´ Κυριακή των Νηστειών. Ο συσχετισμός του βίου της με τον Μεγάλο Κανόνα και η προσθήκη αργότερα και ιδιαίτερου Κανόνα, που συντάχθηκε κάτω απ᾿ την επίδραση του πρώτου, έγινε προφανώς διότι η μεγάλη Οσία αποτελεί ένα ζωηρό υπόδειγμα ειλικρινούς μετανοίας, το οποίο άριστα συνδυάζεται με το πνεύμα και τους σκοπούς του Μεγάλου Κανόνος. Η σχετική τυπική διάταξη του Τριωδίου μας λέγει τα εξής· «Τη Τετάρτη εσπέρας, περί ώραν δ´ της νυκτός σημαίνει. Και συναχθέντες εν τη Εκκλησία, ευλογήσαντος του ιερέως, μετά τον Εξάψαλμον, το Αλληλούια και τα Τριαδικά… και αναγινώσκομεν τον βίον της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας εις δόσεις δύο. Είτα μετά τον Ν´ Ψαλμόν, αρχόμεθα ευθύς ψάλλειν τον Κανόνα αργώς και εν κατανύξει, ποιούντες εις καθέν τροπάριον μετανοίας γ´ και λέγοντες· Ελέησόν με, ο Θεός, ελέησόν με».

Η σημασία του Μεγάλου Κανόνος μες στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας πιστοποιείται κι από δύο άλλα δεδομένα που έχουμε· πρώτον ότι ορίστηκε να γίνεται το πρωΐ της Πέμπτης η θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων, δείγμα σεβασμού της λειτουργικής συνειδήσεως της Εκκλησίας προς την ημέρα που ψάλλουμε τον Μεγάλο Κανόνα, και δεύτερον ότι διαιρέθηκε σε τέσσερα μέρη και τμηματικά ψάλλεται μαζί με την Ακολουθία του Μεγάλου Αποδείπνου και τις πρώτες τέσσερις ημέρες της α´ εβδομάδας των Νηστειών.

Ο Μέγας Κανών ψάλλεται σε ήχο πλάγιο του β´. Είναι ήχος γλυκός, κατανυκτικός και εκφραστικός ιδιαίτερα του πένθους και της συντριβής της ψυχής, γι᾿ αυτό και χρησιμοποιείται πολύ στην υμνογραφία της Μεγάλης Εβδομάδας. Ο γοργός μάλιστα ειρμολογικός ρυθμός του, στον οποίο ψάλλονται τα τροπάρια του Μεγάλου Κανόνος, πέρα από την κατάνυξη και τη συντριβή που μεταδίδει, εκφράζει και την ιερή ανησυχία της υπάρξεως να επιτύχει την εν Χριστώ απολύτρωσή της.

Τα ποιητικά στοιχεία του

Ο Μέγας Κανών είναι δημιούργημα εμπνευσμένου ποιητή με πλούσιο λυρισμό και άφθονα ποιητικά στοιχεία. Οι ζωηρές περιγραφές, οι χτυπητές εικόνες, το πλήθος των παραδειγμάτων, οι πετυχημένοι συμβολισμοί και η ζωντανή και συνάμα απλή γλώσσα σε συνδυασμό και με την κατανυκτική ψαλμωδία προσδίδουν μια ξεχωριστή ομορφιά και χάρη στο ποίημα και αιχμαλωτίζουν το ενδιαφέρον του ακροατή η και του αναγνώστη.


Πιο συγκεκριμένα για τα ποιητικά στοιχεία του παρατηρούμε·

Ο άγιος Ανδρέας τηρεί προσεκτικά την ισοσυλλαβία και την ομοτονία μεταξύ ειρμών και τροπαρίων. Σπάνια πολύ διασπάται από δυσκολία του ποιητή να εύρει την κατάλληλη λέξη η από σφάλματα των αντιγραφέων. Συχνά συναντούμε την ομοιοκαταληξία, συχνότερα την παρήχηση και όχι σπάνια την επωδό. Η χρήση ερωτήσεων και η εισαγωγή διαλόγων, στην οποία καταφεύγει συχνά ο ποιητής, προσδίδει στον Κανόνα έντονη δραματικότητα.

Το ύφος του Κανόνος είναι ιδιαίτερα ζωηρό και εξωραισμένο. Τη ζωηρότητα δημιουργεί η χρήση του κλιμακωτού και ασύνδετου σχήματος και οι δυνατές αντιθέσεις σε λέξεις και έννοιες. Τη χάρη και την ομορφιά εξασφαλίζουν οι ποιητικές εικόνες, οι παρομοιώσεις, τα εντυπωσιακά επίθετα που αφθονούν και οι ωραίες σπάνιες λέξεις που χρησιμοποιεί.

Βιβλικά πρόσωπα σκιαγραφούνται με δύναμη και χάρη και ιστορικά γεγονότα περιγράφονται με θαυμαστή παραστατικότητα και εξαιρετική πυκνότητα. Δεν λείπουν βέβαια και οι επαναλήψεις, που σε πολλές περιπτώσεις είναι μονότονες και κουραστικές, όπως και μια κάποια στερεοτυπία στη δόμηση του τροπαρίου, σύμφωνα με την οποία το πρώτο μέρος περιέχει το παράδειγμα από την Αγία Γραφή και το δεύτερο τις ηθικές προεκτάσεις για μίμηση η αποφυγή. Όμως παρά τις ατέλειές του αυτές ο Μέγας Κανών είναι ένα ιδιαίτερα κατανυκτικό λειτουργικό ποίημα, καρπός βαθιάς πνευματικής εμπειρίας και δημιούργημα σπάνιας ποιητικής τέχνης.

Ο άγιος Ανδρέας ομιλεί σε πρώτο πρόσωπο. Περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα την ψυχική του κατάσταση. Αποδίδει στον εαυτό του ειδεχθή εγκλήματα και βαρύτατα αμαρτήματα. Διερμηνεύει άραγε την προσωπική του κατάσταση και τον τρόπο που έζησε η για λόγους διδακτικούς περιγράφει την κατάσταση γενικά του ανθρώπου της αμαρτίας; Ασφαλώς θα πρέπει να δεχτούμε το δεύτερο. Ο άγιος Ανδρέας αφιερώθηκε στον Θεό απ᾿ τα νεανικά του χρόνια. Ολόκληρη η ζωή του αναλώθηκε στη διακονία της Εκκλησίας. Επομένως αποκλείεται να έζησε μια κάποια περίοδο της ζωής του σε αποστασία από το θέλημα του Θεού και υποταγμένος στην αμαρτία. Απλώς με την ελευθερία που έχει ως ποιητής και την ταπείνωση που τον διακρίνει μας παρουσιάζει τον άνθρωπο τον υποδουλωμένο στην αμαρτία σ᾿ όλο το βάθος και την έκταση της διαφθοράς του και ακόμη την εναγώνια προσπάθειά του να επιστρέψει μέσα απ᾿ το επίπονο μονοπάτι της μετανοίας κοντά στον Θεό. Και το κάνει χρησιμοποιώντας στον λόγο του πρώτο πρόσωπο και μιλώντας σαν να πρόκειται για τον ίδιο τον εαυτό του.


Άγιος Παΐσιος: Τι ακούει ο Θεός από εμάς! Ευτυχώς που δεν μας παίρνει τοις μετρητοίς

 

– Γέροντα, στην νέα γενιά υπάρχει αυτή η τάση να κρίνουν τους πάντες και τα πάντα ή έτσι ήταν πάντοτε;

– Όχι, παλιά δεν ήταν έτσι· αυτό είναι το πνεύμα της εποχής. Τώρα δεν φθάνει που κρίνουν λαϊκούς, όλους τους πολιτικούς και τους εκκλησιαστικούς, αλλά κρίνουν και Αγίους και φθάνουν να κρίνουν και τον Θεό. «Ο Θεός, λένε, στο τάδε θέμα έτσι έπρεπε να ενεργήση· δεν ενήργησε σωστά. Αυτό ο Θεός δεν έπρεπε να το κάνη»! Ακούς κουβέντα; «Βρε, παιδί μου, εσύ θα πης;» «Γιατί; Λέω την γνώμη μου», σου λέει και δεν καταλαβαίνει πόση αναίδεια έχει αυτό. Το κοσμικό πνεύμα έχει καταστρέψει πολλά καλά πράγματα.

Προχωράει το κακό σε άσχημη κατάσταση, σε βλασφημία. Κρίνουν τον Θεό και ούτε τους πειράζει ο λογισμός ότι είναι βλασφημία. Είναι και μερικοί που έχουν μπόι και, αν έχουν και λίγη λογική, αρχίζουν: «Αυτός είναι για μια χούφτα, εκείνος περπατάει στραβά, ο άλλος κάνει έτσι» και δεν υπολογίζουν κανέναν.

Ήρθε μια φορά στο Καλύβι ένας και μου λέει: «Ο Θεός δεν έπρεπε αυτό να το κάνη έτσι». «Εσύ, του λέω, μπορείς να κρατήσης μια πετρούλα στον αέρα; Αυτά τα αστέρια που βλέπεις, δεν είναι μπίλιες που γυαλίζουν. Είναι ολόκληροι όγκοι που κινούνται ιλιγγιωδώς και συγκρατούνται, χωρίς να εκτροχιάζωνται».

«Αυτό, κατά την γνώμη μου, δεν έπρεπε να γίνη έτσι», ξαναλέει. Ακούς κουβέντα! Και εμείς θα κρίνουμε τον Θεό; Μπήκε η λογική και έλειψε η εμπιστοσύνη στον Θεό. Και αν του πης τίποτε, σου λέει: «Με συγχωρής, την γνώμη μου είπα· δεν μπορώ να πω την γνώμη μου;»

Τι ακούει ο Θεός από εμάς! Ευτυχώς που δεν μας παίρνει τοις μετρητοίς.

Στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται ότι είπε ο Θεός στους Ισραηλίτες: «Διώξτε τους Χαναναίους από την χώρα τελείως». Για να το πη ο Θεός, κάτι ήξερε. Αλλά αυτοί είπαν: «Δεν είναι πολύ φιλάνθρωπο αυτό. Ας τους αφήσουμε· ας μην τους εξοντώσουμε». Μετά όμως παρασύρθηκαν στην ανηθικότητα, στην ειδωλολατρία, και θυσίαζαν τα παιδιά τους στα είδωλα, όπως λέει στον Ψαλμό. Ο Θεός για ό,τι κάνει κάτι ξέρει. Και λένε μερικοί με αναίδεια: «Γιατί να κάνη την κόλαση ο Θεός;» Αρχίζει η κρίση και από ‘κει και πέρα δεν έχει κανείς πνευματική κατάσταση, δεν έχει λίγη Χάρη Θεού, για να καταλάβη λίγο πιο βαθιά, να καταλάβη δηλαδή για ποιο λόγο ο Θεός έκανε κάτι. Το «γιατί;» είναι κρίση, υπερηφάνεια, εγωισμός.

– Μερικά παιδιά, Γέροντα, ρωτούν: «Γιατί έπρεπε να σταυρωθή ο Χριστός; Δεν μπορούσε να σώση ο Θεός τον κόσμο με άλλον τρόπο;»

– Εδώ τον έσωσε με τέτοιο τρόπο και δεν συγκινούνται οι άνθρωποι, πού να τον έσωζε με άλλον τρόπο! Είναι και μερικοί που λένε: «Ο Θεός δεν έπαθε τίποτε. Ο Υιός θυσιάστηκε». Ένας πατέρας, για μένα, θα προτιμούσε να θυσιασθή ο ίδιος, παρά να θυσιασθή το παιδί του. Πιο οδυνηρό είναι για έναν πατέρα να θυσιασθή το παιδί του παρά ο ίδιος. Αφού δεν καταλαβαίνουν τι θα πη αγάπη, τι να πης;

Ο ΟΣΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΣ

 

Τη μνήμη του τιμά σήμερα, 3 Απριλίου, η μας.
Ο Όσιος Ιωσήφ γεννήθηκε στη Σικελία, το έτος 816 μ.Χ., από ενάρετους και ευσεβείς γονείς, τον Πλουτίνο και την Αγάθη. Τα περί της ζωής και της δράσεώς του τα γνωρίζουμε από τον βίο που συνέταξε ο μαθητής και διάδοχός του στη μονή του, Θεοφάνης, συμπληρωματικά δε από τα εγκώμια που του αφιέρωσαν ο Ιωάννης Διάκονος και ο Θεόδωρος Πεδιάσιμος.
Ο Όσιος αναγκάσθηκε να φύγει από την γενέτειρά του οικογενειακώς, λόγω της εντάσεως των Αραβικών επιδρομών που έπειτα από λίγο καιρό επρόκειτο να καταλήξουν στην κατάληψη της νήσου και να μεταναστεύσει στην Πελοπόννησο.
Σε ηλικία δεκαπέντε ετών αποχωρίσθηκε τους γονείς του και μετέβη στην Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στην περίφημη μονή Λατόμου, όπου επιδόθηκε στη μοναχική άσκηση υπό την καθοδήγηση του Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου, ασκώντας το έργο του οξυγράφου.
Μετά από εννέα χρόνια παραμονής στην Θεσσαλονίκη, το έτος 840 μ.Χ., μετέβη στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τον Άγιο Γρηγόριο και εγκαταστάθηκε στη μονή του Αγίου Ιερομάρτυρα Αντίπα. Δεν παρέμεινε όμως για πολύ εκεί απερίσπαστος, διότι το επόμενο έτος απεστάλη από τους Ορθοδόξους της Βασιλεύουσας στη Ρώμη για διαβουλεύσεις επί του θέματος του διωγμού από τους εικονομάχους.
Δεν κατόρθωσε να φέρει εις πέρας την αποστολή, διότι το πλοίο του έπεσε στα χέρια Αράβων πειρατών και αυτός οδηγήθηκε αιχμάλωτος στην αραβοκρατούμενη τότε Κρήτη, από όπου ελευθερώθηκε με τις φροντίδες φιλάνθρωπων πιστών και με θαύμα του Αγίου Νικολάου.
Κατά το βραχύ χρόνο αυτής της περιπέτειάς του συνέβησαν δύο σημαντικά γεγονότα. Το ένα, που σχετιζόταν ιδιαίτερα με αυτόν, ήταν ο θάνατος του πνευματικού του οδηγού Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου και το άλλο, που αφορούσε την Εκκλησία ολόκληρη, ήταν η αναστήλωση των ιερών εικόνων.
Όταν διά της Θεσσαλονίκης επανήλθε πάλι στην Κωνσταντινούπολη, το έτος 843 μ.Χ., έζησε επί δύο χρόνια ως έγκλειστος στη μονή του Αγίου Αντίπα. Έπειτα έζησε στα κτήρια του ναού του ιερού Χρυσοστόμου επί πενταετία, έως ότου ίδρυσε δική του μονή, το έτος 850 μ.Χ., αφιερωμένη στον Απόστολο Βαρθολομαίο.
Εκεί απέθεσε και τα ιερά λείψανα του Αποστόλου που είχε φέρει από την Θεσσαλονίκη, καθώς επίσης και τα σκηνώματα του πνευματικού του οδηγού Αγίου Γρηγορίου και του συνασκητού του Ιωάννου. Ο Όσιος Ιωσήφ παρακαλούσε με δάκρυα και στεναγμούς τον Απόστολο Βαρθολομαίο να τον βοηθήσει στην σύνθεση ύμνων. Και, πράγματι, πέτυχε εκείνο που ποθούσε η ψυχή του.
Είδε σε οπτασία έναν άνδρα με εμφάνιση Αποστόλου, που προκαλούσε το δέος και ο οποίος πήρε από την Αγία Τράπεζα το ιερό Ευαγγέλιο, του το έβαλε πάνω στο στήθος και τον ευλόγησε. Τούτο υπήρξε και η απαρχή του θείου χαρίσματος που ο Όσιος επιθυμούσε.
Μετά την έκπτωση του Πατριάρχου Ιγνατίου και την άνοδο του ιερού Φωτίου, το έτος 858 μ.Χ., ο Όσιος Ιωσήφ εξορίστηκε από τον Βάρδα στην Κριμαία, προφανώς ως οπαδός του πρώτου και ίσως ως λατινόφιλος κατά κάποιο τρόπο, αφού προ ετών είχε σταλεί για να ζητήσει την βοήθεια της Ρώμης. Δεν έμεινε όμως στην εξορία για πολύ καιρό, καθώς, όπως αποδείχθηκε και από την μετέπειτα στάση του, ο ιερός Φώτιος τον εκτιμούσε ιδιαίτερα.
Όταν το έτος 867 μ.Χ. ο Πατριάρχης Ιγνάτιος ανέβηκε για δεύτερη φορά στο θρόνο, ο Όσιος Ιωσήφ έγινε σκευοφύλαξ της Αγίας Σοφίας και διατήρησε αυτήν την θέση κατά την διάρκεια της Δευτέρας πατριαρχίας του Αγίου Φωτίου. Κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 886 μ.Χ.
Ο κύριος όγκος του υμνογραφικού έργου του Οσίου συνίσταται σε Κανόνες, που αφθονούν στα έντυπα βιβλία και τα χειρόγραφα. Η συμβολή του Οσίου Ιωσήφ στην υμνογραφική ολοκλήρωση της Οκτωήχου είναι καθοριστική, δεδομένο ότι κάλυψε το μεγαλύτερο μέρος της εβδομάδας, πλην της Κυριακής της οποίας τους Κανόνες είχαν συντάξει ο Κοσμάς ο Μελωδός και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός.
Στα Μηναία ο Όσιος Ιωσήφ είναι ο πλουσιότερα εκπροσωπούμενος υμνογράφος, αφού διατηρούνται σε αυτά 165 Κανόνες του με ομοιόμορφη δομή, που εξυμνούν Αγίους δευτέρας συνήθως εορταστικής τάξεως, δεδομένου ότι οι εξέχουσες εορτές είχαν ήδη καλυφθεί υμνογραφικά.
Ιδιαίτερα βέβαια συγκινεί ο Κανών στον Ακάθιστο Ύμνο, στον οποίο ακολουθεί Ειρμούς του Οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού και υμνεί την Θεοτόκο με ατελείωτη σειρά επιθέτων και εικόνων, ως άφλεκτη βάτο, νεφέλη ολόφωτη, ρόδο αμάραντο, μήλο εύοσμο, περιστερά και τα παρόμοια.
Απολυτίκιο:
Ήχος γ’. Την ωραιότητα.
Το δωδεκάχορδον του Λόγου όργανον, την παναρμόνιον λύραν της χάριτος, το Υμνογράφον Ιωσήφ τιμήσωμεν επαξίως, ούτος γαρ ανύμνησε, μελιχροίς μελωδήμασι, Πνεύματι κινούμενος, των Αγίων παν σύστημα. Μεθ’ ων και ικετεύει απαύστως, δούναι ημίν πταισμάτων λύσιν.

Τετάρτη 2 Απριλίου 2025

Όσιος Πορφύριος: Όταν μια μητέρα προσεύχεται για τα παιδιά της, ο Θεός τα αγκαλιάζει κρυφά..

 


Ὅταν μιὰ μητέρα προσεύχεται γιὰ τὰ παιδιά της, ὁ Θεὸς τὰ ἀγκαλιάζει κρυφά..

Τα παι­διά με τους συ­νε­χείς επαί­νους δεν οι­κο­δο­μούν­ται σω­στά. Γί­νον­ται εγωι­στές και κε­νό­δο­ξοι. Θα θέ­λουν στη συ­νέ­χεια, σ’ όλη τους τη ζωή, να τους επαι­νούν συ­νε­χώς, έστω και αν τους λένε ψέ­μα­τα..

Όταν τα παι­διά εί­ναι τραυ­μα­τι­σμέ­να και πλη­γω­μέ­να από κά­ποιο σο­βα­ρό ζή­τη­μα, να μην επη­ρε­ά­ζε­στε που αν­τι­δρούν και μι­λούν άσχη­μα. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δεν το θέ­λουν, αλλά δεν μπο­ρούν να κά­νουν αλ­λιώς στις δύ­σκο­λες στιγ­μές. Μετά με­τα­νιώ­νουν. Αν όμως, εσείς εκνευ­ρι­στεί­τε και θυ­μώ­σε­τε, γί­νε­στε ένα με τον πο­νη­ρό και σας παί­ζει όλους..

Για την κακή συμ­πε­ρι­φο­ρά των παι­διών φταί­νε γε­νι­κά οι γο­νείς. Δεν τα σώ­ζουν ούτε οι συμ­βου­λές, ούτε η πει­θαρ­χία, ούτε η αυ­στη­ρό­τη­τα. Αν δεν αγιά­ζον­ται οι γο­νείς, αν δεν αγω­νί­ζον­ται, κά­νουν με­γά­λα λάθη και με­τα­δί­δουν το κακό που έχουν μέσα τους. Πρέ­πει οι γο­νείς να γί­νουν Άγιοι και μετά τα παι­διά θα αγια­στούν και αυτά. Μετά δεν θα υπάρ­χουν προ­βλή­μα­τα..

Ένας μόνο τρό­πος υπάρ­χει, για να μην έχου­με προ­βλή­μα­τα με τα παι­διά μας: η αγιό­τη­τα. Γί­νε­τε Άγιοι και δεν θα έχε­τε κα­νέ­να πρό­βλη­μα με τα παι­διά σας.

Οφείλω μία συγνώμη στο Θεό για όσα μου χάρισε και δεν τα χάρηκα


Οφείλω μία στο για όσα μου χάρισε και δεν τα χάρηκα.

Για εκείνα που μου έδωσε και δεν τα πήρα.


Μα κι γι’ αυτά που μου ζήτησε και δεν του έδωσα.

Πάνω από όλα θέλω να κλάψω στην αγκαλιά Του για όλες εκείνες τις μέρες που δεν έζησα και απλά επιβίωσα.

Να πω συγνώμη για όσα σε αγαπώ δεν είπα, αγκαλιές που δεν έδωσα, πόρτες που έκλεισα, τηλέφωνα που δεν σήκωσα, μάτια που δεν αντίκρισα και προσευχές που δεν ειπώθηκαν.

Τέλος, εάν βρήκες έναν άνθρωπο να σε νιώσει, να σε καταλάβει, να σε αγαπήσει, κράτα τον κι ας είναι στην άλλη άκρη της γης.

Φτάνει που τον βρήκες. Δεν θα σου τύχει πολλές φορές στην ζωή. Και να θυμάσαι ότι στα δώρα λές ευχαριστώ κι ας μην τα ξετυλίξεις ποτέ.

Πάτερ Χαράλαμπου Παπαδόπουλου

Ο ΟΣΙΟΣ ΤΙΤΟΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ



Τη μνήμη του τιμά σήμερα, 2 Απριλίου, η μας.
Ο Όσιος Τίτος είχε ψυχή με θερμή αγάπη στο Θεό και τον πλησίον. Όπως ο Κύριος είχε πει στους μαθητές του, «εμόν βρώμά εστιν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με» ( Ιωάν., δ’ 34), δικό μου, δηλαδή, φαγητό είναι να πράττω το θέλημα Εκείνου (του Πατέρα Θεού) που με απέστειλε, έτσι συνέβαινε και στον όσιο Τίτο. Τροφή του ήταν να πράττει με κάθε τρόπο το θέλημα του ουρανίου Πατέρα και να χρησιμοποιεί τη ζωή του για την ηθική και πνευματική οικοδομή των αδελφών του.
Όταν έγινε μοναχός, έλαμψε με την φιλάδελφη συμπεριφορά του, την πραότητα και την επιείκεια. Ήταν χαρακτήρας που γνώριζε να παραβλέπει, να μακροθυμεί, να ανέχεται, να συνδιαλέγεται, να διαλύει τις παρεξηγήσεις, να κερδίζει γρήγορα την εμπιστοσύνη και να κατακτά τις καρδιές των άλλων.
Ετσι, έγινε πνευματικός ηγέτης μεγάλης αποδοχής και πλήθος λαϊκών και μοναχών ζητούσαν να ωφεληθούν από την συντροφιά του. Μάλιστα, ο Θεός αντάμειψε την καθαρότητα της ψυχής και της ζωής του με το χάρισμα να θαυματουργεί.
Αφού έμεινε σταθερός στην πίστη μέχρι τέλους της ζωής του, αποδήμησε στον Κύριο, αφήνοντας πίσω του πολλούς μιμητές.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Ανατεθείς από παιδός τω Κυρίω, αγγελικώς επολιτεύσω εν κόσμω, και των θαυμάτων είληφας την χάριν εκ Θεού, όθεν εχρημάτισας, Μοναζόντων αλείπτης, Τίτε παμμακάριστε, και σοφός οικονόμος. Άλλα μη παύση Πάτερ εκτενώς, υπέρ του κόσμου, Θεόν ιλεούμενος.

Τρίτη 1 Απριλίου 2025

Καρδιές ζωντανές… ερωτευμένες!

 Όταν απομακρύνονται οι καρδιές - Εναλλακτική Δράση

Πλέον οι καρδιές δεν χτυπάνε πια, δεν σκιρτούν. . .

Mπορεί να ακούμε τους ήχους από το βιολογικό όργανο αλλά ο χτύπος της αγάπης δεν ηχεί. Όλα μπήκαν σε υπολογισμούς και σε μαθηματικές εξισώσεις.

Ερωτευόμαστε, παντρευόμαστε, κάνουμε φιλίες, λέμε “καλήμερα” διότι πάντα θέλουμε κάτι από τον άλλον χωρίς να δώσουμε. Θέλουμε απλά να καλύψουμε κάποιες εγωϊστικές επιθυμίες που κραυγάζουν για να τραφούν.

Οι φορές που κατέκρινα στη ζωή μου πάντα θα είναι περισσότερες από τα συγγνώμη και τα “σ’ αγαπώ”. Μας αρέσουν τα ωραία λόγια ακόμα και αν είναι ψεύτικα. Στην αγιότητα όμως φτάνουμε όταν μπορούμε τα ωραία λόγια να τα κάνουμε πράξη και ζωή και αγωνιζόμαστε να βγάλουμε την τοξικότητα που τυχόν έχουμε και δηλητηριάζουμε τον άλλον.

Πάντα φταίει ο άλλος που εγώ δεν είμαι καλά. Τη δική μου όμως θέση στα πράγματα δεν την εξετάζω διότι θέλει κότσια για να δω τις πληγές μου.

Θέλει πνευματικά κότσια να δω πόσους σταύρωσα αλλά και γιατί σκότωσα το παιδί που έχω μέσα μου.  

Μπορεί να αναπνέουμε αλλά δυστυχώς δεν ζούμε. Κάνουμε στρατιωτική υπακοή σε ό,τι μας λέει ο κόσμος. Κάνουμε πράγματα απλά για να γίνουν και η καρδιά απουσιάζει, τη φυλακίσαμε και της λέμε να μην μιλήσει διότι “δεν κάνει, δεν πρέπει.”

Με καρδιές τραυματισμένες, κουρασμένες και ανέραστες δεν μπορούμε να κάνουμε βήμα.

Όλα περνούν από Ιερά Εξέταση. Τι πρέπει, τι δεν πρέπει, τι είναι σωστό για τον κόσμο. Η καρδιά μένει στην άκρη. Κανείς δεν της δίνει σημασία και αν πάει να μιλήσει της κλείνουμε το στόμα.

Στην πνευματική ζωή η ελευθερία δεν εγκλωβίζεται, δεν αιχμαλωτίζεται αλλά παιδαγωγείται πάντοτε με σεβασμό προς το πρόσωπο του ανθρώπου.  

Σε λίγα χρόνια θα είναι θαύμα να ερωτεύονται οι άνθρωποι μεταξύ τους. Να συναντιώνται δύο βλέμματα και να νιώθει ο ένας με τον άλλον την επιθυμία να γίνουν σάρκα μία, μία ζωή , μία ενότητα, μία πορεία προς τη Βασιλεία των Ουρανών. Να χτυπούν οι δύο καρδιές σαν μία.

Η κόλαση βρίσκεται στο γεγονός ότι οι άνθρωποι έπαψαν να ερωτεύονται μεταξύ τους και να βαπτίζουν τη σχέση τους στον Χριστό και ερωτεύτηκαν τον εαυτό τους.

Ξεχάσαμε να αγαπάμε, αρνούμαστε να ερωτευόμαστε και αυτό μας κάνει να βλέπουμε τα πράγματα επιφανειακά διότι για να δεις την ουσία των πραγμάτων χρειάζεται ερωτική καρδιά και όχι νεκρή .

Zωντανή είναι μια καρδιά που ερωτεύεται έναν άνθρωπο, τον Χριστό και όλη τη δημιουργία. Ζωντανή είναι μια καρδιά που ακόμα και αν πέφτει επειδή τραυματίστηκε, πάλι σηκώνεται. Μια καρδιά που χτυπάει ψεύτικα ζώντας σε “πρέπει” και σε κοινωνιολογικές επιταγές είναι μια νεκρή καρδιά.

Ας γίνει η προσευχή μας ερωτική κραυγή προς το πρόσωπο του Κυρίου, και οι λογισμοί μας αγιασμός της υπάρξεώς μας.

Καλό αγώνα.

π. Σπυρίδων Σκουτής

Σε αφήνει να πέφτεις..

 

Πρόσεχε να μήν κατακρίνεις. Διότι από αυτό παραχωρεί ο Θεός και φεύγει η Χάρη και σε αφήνει ο Κύριος να πέφτεις, να ταπεινώνεσαι, να βλέπεις τα δικά σου σφάλματα.

Αλλ’ όταν υποχωρεί η Χάρη για να δοκιμαστεί ο άνθρωπος, τότε γίνονται όλα σαρκικά και πέφτει η ψυχή. Συ όμως, τότε μή χάνεις την προθυμία σου, άλλα φώναζε διαρκώς την ευχή με βία, με το ζόρι, με πόνο πολύ. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».

Και πάλι και πολλές φορές, το ίδιο συνεχώς. Και σαν να ατενίζεις νοερά τον Χριστό να του λέγεις: «…Δόξα σοι, δόξα σοι, ο Θεός μου». Και υπομένοντας, πάλι θα έλθει η Χάρη, πάλι η χαρά. Όμως και πάλι ο πειρασμός και η λύπη, η ταραχή και τα νεύρα.

Αλλά και πάλιν αγώνας, νίκη, ευχαριστία. Και αυτό γίνεται μέχρις ότου σιγά-σιγά καθαρίζεσαι από τα πάθη και γίνεσαι πνευματικός.

Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ




Τη μνήμη της τιμά σήμερα, 1 Απριλίου, η μας.
Τον βίο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας συνέγραψε ο Άγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων, ο οποίος συνέγραψε διάφορα ασκητικά και υμνογραφικά κείμενα που διαποτίζονται από το πνεύμα της Ορθοδόξου θεολογίας και της ασκητικής παραδόσεως.
Η Οσία Μαρία γεννήθηκε στην Αίγυπτο και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527 – 565 μ.Χ.). Από τα δώδεκα χρόνια της πέρασε στην Αίγυπτο μια ζωή ασωτίας, αφού από την μικρή αυτή ηλικία διέφθειρε την παρθενία της και είχε ασυγκράτητο και αχόρταγο το πάθος της σαρκικής μείξεως.
Ζώντας αυτήν την ζωή δεν εισέπραττε χρήματα, αλλά απλώς ικανοποιούσε το πάθος της. Η ίδια ξαγορεύθηκε στον Αββά Ζωσιμά ότι διετέλεσε: «δημόσιον προκείμενη τής ασωτίας υπέκκαυμα, ου δόσεως τινός, μά τήν αλήθειαν, ένεκεν», κάνοντας δηλαδή το έργο της δωρεάν, «εκτελούσα τό εν εμοί καταθύμιον». Και όπως του απεκάλυψε, είχε ακόρεστη επιθυμία και ακατάσχετο έρωτα να κυλιέται στο βόρβορο που ήταν η ζωή της και σκεπτόταν έτσι ντροπιάζοντας την ανθρώπινη φύση.
Λόγω της άσωτης ζωής και της σαρκικής επιθυμίας που είχε, κάποια φορά ακολούθησε τους προσκυνητές που πήγαιναν στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό. Και αυτό το έκανε, όχι για να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό, αλλά για να έχει πολλούς εραστές που θα ήταν έτοιμοι να ικανοποιήσουν το πάθος της.
Περιγράφει δε και η ίδια ρεαλιστικά και τον τρόπο που επιβιβάστηκε στο πλοιάριο. Και, όπως η ίδια αποκάλυψε, κατά την διάρκεια του ταξιδιού της δεν υπήρχε είδος ασέλγειας από όσα λέγονται και δεν λέγονται, του οποίου δεν έγινε διδάσκαλος σε εκείνους τους ταλαίπωρους ταξιδιώτες. Και η ίδια εξέφρασε την απορία της για το πώς η θάλασσα υπέφερε τις ασωτίες της και γιατί η γη δεν άνοιξε το στόμα της και δεν την κατέβασε στον άδη, επειδή είχε παγιδεύσει τόσες ψυχές.
Κατά την διάρκεια του ταξιδιού αυτού δεν αρκέστηκε στο ότι διέφθειρε τους νέους, αλλά διέφθειρε και πολλούς άλλους από τους κατοίκους της πόλεως και τους ξένους επισκέπτες. Και στα Ιεροσόλυμα που πήγε κατά την εορτή του Τιμίου Σταυρού, περιφερόταν στους δρόμους «ψυχάς νέων αγρεύουσα».
Αισθάνθηκε όμως, βαθιά μετάνοια από ένα θαυματουργικό γεγονός. Ενώ εισερχόταν στο ναό για να προσκυνήσει το Ξύλο του Τιμίου Σταυρού, κάποια δύναμη την εμπόδισε να προχωρήσει. Στην συνέχεια στάθηκε μπροστά σε μία εικόνα της Παναγίας, έδειξε μεγάλη μετάνοια και ζήτησε την καθοδήγηση και βοήθεια της Παναγίας.
Με την βοήθεια της Θεοτόκου εισήλθε ανεμπόδιστα αυτή την φορά στον ιερό ναό και προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό. Στην συνέχεια, αφού ευχαρίστησε την Παναγία, άκουσε φωνή που την προέτρεπε να πορευθεί στην έρημο, πέραν του Ιορδάνου.
Αμέσως ζήτησε την συνδρομή και την προστασία της Θεοτόκου και ήρε τον δρόμο της προς την έρημο, αφού προηγουμένως πέρασε από την ιερά μονή του Βαπτιστού στον Ιορδάνη ποταμό και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Στην έρημο έζησε σαράντα επτά χρόνια, χωρίς ποτέ να συναντήσει άνθρωπο.
Κατά τα πρώτα δεκαεπτά χρόνια στην έρημο, πάλεψε πολύ σκληρά για να νικήσει τους λογισμούς και τις επιθυμίες της, ουσιαστικά για να νικήσει τον διάβολο που την πολεμούσε με τις αναμνήσεις της προηγούμενης ζωής.
Η Οσία ζούσε δεκαεπτά χρόνια στην έρημο «θηρσίν ανημέροις ταίς αλόγοις επιθυμίαις πυκτεύουσα». Είχε πολλές επιθυμίες φαγητών, ποτών και «πορνικών ασμάτων» και πολλούς λογισμούς που την ωθούσαν προς την πορνεία.
Όμως, όταν ερχόταν κάποιος λογισμός μέσα της, έπεφτε στην γη, την έβρεχε με δάκρυα και δεν σηκωνόταν από τη γη «έως ότου τό φώς εκείνο τό γλυκύ περιέλαμψεν καί τούς λογισμούς τούς ενοχλούντας μοί εδίωξεν». Συνεχώς προσευχόταν στην Παναγία, την οποία είχε εγγυήτρια της ζωής της μετανοίας που έκανε.
Το ιμάτιό της σχίσθηκε και καταστράφηκε και έκτοτε παρέμεινε γυμνή. Καιγόταν από τον καύσωνα και έτρεμε από τον παγετό και «ως πολλάκις μέ χαμαί πεσούσαν άπνουν μείναι σχεδόν καί ακίνητον».
Ύστερα από σκληρό αγώνα, με τη Χάρη του Θεού και την συνεχή προστασία της Παναγίας, ελευθερώθηκε από τους λογισμούς και τις επιθυμίες, οπότε μεταμορφώθηκε το λογιστικό και παθητικό μέρος της ψυχής της, καθώς επίσης εθεώθηκε και το σώμα της.
Λόγω της μεγάλης πνευματικής της καταστάσεως στην οποία έφθασε η Οσία Μαρία, έλαβε από τον Θεό το διορατικό χάρισμα.
Ήταν γυμνή αλλά το σώμα της υπερέβη τις ανάγκες της φύσεως. Λέγει η ίδια: «Γυνή γάρ ειμί, καί γυμνή, καθάπερ οράς, καί τήν αισχύνην τού σώματός μου απερικάλυπτον έχουσα». Το σώμα τρεφόταν με τη Χάρη του Θεού: «Τρέφομαι γάρ καί σκέπτομαι τώ ρήματι τού Θεού διακρατούντος τά σύμπαντα».
Στη περίπτωσή της, όπως και σε άλλες περιπτώσεις Αγίων, παρατηρούμε ότι αναστέλλονται οι ενέργειες του σώματος. Αυτή η αναστολή των σωματικών ενεργειών οφειλόταν στο ότι η ψυχή της δεχόταν την ενέργεια του Τριαδικού Θεού και αυτή η θεία ενέργεια διαπορθμευόταν και στο σώμα της: «Αρκείν ειπούσα τήν χάριν τού Πνεύματος, ώστε συντηρείν τήν ουσίαν τής ψυχής αμίαντον».
Εκείνη την περίοδο ασκήτευε σε ένα μοναστήρι ο Ιερομόναχος Αββάς Ζωσιμάς, που ήταν κεκοσμημένος με αγιότητα βίου. Έβλεπε θεία οράματα, καθώς του είχε δοθεί το χάρισμα των θείων ελλάμψεων, λόγω του ότι ζούσε μέχρι τα πενήντα τρία του χρόνια με μεγάλη άσκηση και ήταν φημισμένος στην περιοχή του.
Τότε, όμως, εισήλθε μέσα του ένας λογισμός κάποιας πνευματικής υπεροψίας, για το αν δηλαδή υπήρχε άλλος μοναχός που θα μπορούσε να τον ωφελήσει ή να του διδάξει κάποιο καινούργιο είδος ασκήσεως. Ο Θεός, για να τον διδάξει και να τον διορθώσει, του αποκάλυψε ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φθάσει στην τελειότητα. Και στην συνέχεια του υπέδειξε να πορευθεί σε ένα μοναστήρι που βρισκόταν κοντά στον Ιορδάνη ποταμό.
Ο Αββάς Ζωσιμάς υπάκουσε στην φωνή του Θεού και πήγε στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, που του υποδείχθηκε. Εκεί συνάντησε τον ηγούμενο και τους μοναχούς, και διέκρινε ότι ακτινοβολούσαν τη Χάρη και την αγάπη του Θεού, ζώντας έντονη μοναχική ζωή με ακτημοσύνη, με μεγάλη άσκηση και αδιάλειπτη προσευχή.
Στο μοναστήρι αυτό υπήρχε ένας κανόνας. Σύμφωνα με αυτόν, την Κυριακή της Τυρινής προ της ενάρξεως της Μεγάλης Σαρακοστής, αφού οι μοναχοί κοινωνούσαν των Αχράντων Μυστηρίων, προσεύχονταν και ασπάζονταν μεταξύ τους, και έπειτα ελάμβαναν ο καθένας τους μερικές τροφές και έφευγαν στην έρημο πέραν του Ιορδάνου, για να αγωνισθούν κατά την περίοδο της Τεσσαρακοστής τον αγώνα της ασκήσεως.
Επέστρεφαν δε στο μοναστήρι την Κυριακή των Βαΐων, για να εορτάσουν τα Πάθη, τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού. Είχαν ως κανόνα να μην συναντά κανείς τον άλλο αδελφό στην έρημο και να μην τον ερωτά, όταν επέστρεφαν, για το είδος της ασκήσεως που έκανε την περίοδο αυτή.
Αυτόν τον κανόνα εφάρμοσε και ο Αββάς Ζωσιμάς. Αφού έλαβε ελάχιστες τροφές, βγήκε από το μοναστήρι και πορεύθηκε στην έρημο, έχοντας την επιθυμία να εισέλθει όσο μπορούσε πιο βαθειά σε αυτή, με την ελπίδα μήπως συναντήσει κάποιον ασκητή που θα τον βοηθούσε να φθάσει σε αυτό που ποθούσε. Πορευόταν προσευχόμενος και τρώγοντας ελάχιστα. Κοιμόταν δε όπου ευρισκόταν.
Είχε περπατήσει μία πορεία είκοσι ημερών όταν, κάποια στιγμή που κάθισε να ξεκουραστεί και έψελνε, είδε στο βάθος μια σκιά που έμοιαζε με ανθρώπινο σώμα. Στην αρχή θεώρησε ότι ήταν δαιμονικό φάντασμα, αλλά έπειτα διαπίστωσε ότι ήταν άνθρωπος.
Αυτό το ον που έβλεπε ήταν γυμνό, είχε μαύρο σώμα – το σώμα αυτό προερχόταν από τις ηλιακές ακτίνες – και είχε στο κεφάλι του λίγες άσπρες τρίχες, που δεν έφθαναν πιο κάτω από τον λαιμό. Ο Αββάς Ζωσιμάς έβλεπε την Οσία Μαρία, την ώρα που προσευχόταν.
Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία ασκούσε την αδιάλειπτη προσευχή και μάλιστα ο Αββάς Ζωσιμάς την είδε όταν εκείνη ύψωσε τα μάτια της στον ουρανό και άπλωσε τα χέρια της και «ήρξατο εύχεσθαι υποψιθυρίσουσα, φωνή δέ αυτής ουκ ηκούετο έναρθρος». Και σε κάποια στιγμή, ενώ εκείνος καθόταν σύντρομος, «ορά αυτήν υψωθείσαν ως ένα πήχυν από τής γής καί τώ αέρι κρεμαμένην καί ούτω προσεύχεσθαι».
Ο Αββάς Ζωσιμάς προσπάθησε να πλησιάσει, για να διαπιστώσει τι ήταν αυτό που έβλεπε, αλλά το ανθρώπινο εκείνο ον απομακρυνόταν. Έτρεχε ο Αββάς Ζωσιμάς, έτρεχε και εκείνο. Και ο Αββάς κραύγαζε με δάκρυα προς αυτό ώστε να σταματήσει, για να λάβει την ευλογία του. Εκείνο όμως δεν ανταποκρινόταν.
Μόλις έφθασε ο Αββάς σε κάποιο χείμαρρο και απόκαμε, εκείνο το ανθρώπινο ον αφού τον αποκάλεσε με το μικρό του όνομα, πράγμα που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στον Αββά, του είπε ότι δεν μπορεί να γυρίσει και να τον δει κατά πρόσωπο, γιατί είναι γυναίκα γυμνή και έχει ακάλυπτα τα μέλη του σώματός της.
Τον παρακάλεσε, αν θέλει, να της δώσει την ευχή του και να της ρίξει ένα κουρέλι από τα ρούχα του, για να καλύψει το γυμνό σώμα της. Ο Αββάς έκανε ότι του είπε και τότε εκείνη στράφηκε προς αυτόν. Ο Αββάς αμέσως γονάτισε για να λάβει την ευχή της, ενώ το ίδιο έκανε και εκείνη. Και παρέμειναν και οι δύο γονατιστοί «έκαστος εξαιτών ευλογήσαι τόν έτερον».
Επειδή ο Αββάς αναρωτιόταν μήπως έβλεπε μπροστά του κάποιο άυλο πνεύμα, εκείνη διακρίνοντας τους λογισμούς του, του είπε ότι είναι αμαρτωλή, που έχει περιτειχισθεί από το άγιο Βάπτισμα και είναι χώμα και στάχτη και όχι άυλο πνεύμα.
Η Οσία Μαρία κατά την συνάντηση αυτή, αφού αποκάλυψε όλη την ζωή της, ζήτησε από τον Αββά Ζωσιμά να έλθει κατά την Μεγάλη Πέμπτη της επόμενης χρονιάς, σε έναν ορισμένο τόπο στην όχθη του Ιορδάνη ποταμού, κοντά σε μια κατοικημένη περιοχή, για να την κοινωνήσει, ύστερα από πολλά χρόνια μεγάλης μετάνοιας που μεταμόρφωσε την ύπαρξή της. «Καί νύν εκείνου εφίεμαι ακατασχέτω τώ έρωτι», του είπε, δηλαδή είχε ακατάσχετο έρωτα να κοινωνήσει του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.
Ο Αββάς Ζωσιμάς επέστρεψε στο μοναστήρι χωρίς να πει σε κανένα τι ακριβώς συνάντησε, σύμφωνα άλλωστε και με τον κανόνα που υπήρχε σε εκείνη την ιερά μονή. Όμως, συνεχώς παρακαλούσε τον Θεό να τον αξιώσει να δει και πάλι «τό ποθούμενον πρόσωπον» την επόμενη χρονιά και μάλιστα ήταν στεναχωρημένος γιατί δεν περνούσε ο χρόνος, καθώς ήθελε όλος αυτός ο χρόνος να ήταν μία ημέρα.
Το επόμενο έτος ο Αββάς Ζωσιμάς από κάποια αρρώστια δεν μπόρεσε να βγει από το μοναστήρι στην έρημο, όπως έκαναν οι άλλοι πατέρες στην αρχή της Σαρακοστής και έτσι παρέμεινε στο μοναστήρι. Και την Κυριακή των Βαΐων, όταν είχαν επιστρέψει οι άλλοι πατέρες της Μονής, εκείνος ετοιμάσθηκε να πορευθεί στον τόπο που του είχε υποδείξει η Οσία, για να την κοινωνήσει.
Την Μεγάλη Πέμπτη πήρε μαζί του σε ένα μικρό ποτήρι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, πήρε μερικά σύκα και χουρμάδες και λίγη βρεγμένη φακή και βγήκε από το μοναστήρι για να συναντήσει την Οσία Μαρία. Επειδή όμως εκείνη αργοπορούσε να έλθει στον καθορισμένο τόπο, ο Αββάς προσευχόταν στον Θεό με δάκρυα να μην του στερήσει λόγω των αμαρτιών του την ευκαιρία να τη δει εκ νέου.
Μετά την θερμή προσευχή την είδε από την άλλη πλευρά του Ιορδάνη ποταμού, να κάνει το σημείο του Σταυρού, να πατά πάνω στο νερό του ποταμού «περιπατούσαν επί τών υδάτων επάνω καί πρός εκείνον βαδίζουσαν». Στην συνέχεια η Οσία τον παρακάλεσε να πει το Σύμβολο της Πίστεως και το «Πάτερ ημών».
Ακολούθως ασπάσθηκε τον Αββά Ζωσιμά και κοινώνησε των ζωοποιών Μυστηρίων. Έπειτα ύψωσε τα χέρια της στον ουρανό, αναστέναξε με δάκρυα και είπε: «Νύν απολύεις τήν δούλη σου, ώ Δέσποτα, κατά τό ρήμά σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου τό σωτήριόν σου».
Στην συνέχεια, αφού τον παρακάλεσε να έλθει και το επόμενο έτος στο χείμαρρο που την είχε συναντήσει την πρώτη φορά, ζήτησε την προσευχή του. Ο Αββάς άγγιξε τα πόδια της Οσίας, ζήτησε και αυτός την προσευχή της και την άφησε να φύγει «στένων καί οδυρόμενος», διότι τολμούσε «κρατήσαι τήν ακράτητον». Εκείνη έφυγε κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ήλθε, πατώντας δηλαδή πάνω στα νερά του Ιορδάνη ποταμού.
Το επόμενο έτος, σύμφωνα και με την παράκληση της Οσίας, ο Αββάς βιαζόταν να φθάσει «πρός εκείνο τό παράδοξο θέαμα». Αφού βάδισε πολλές ημέρες και έφθασε στον τόπο εκείνο, έψαχνε «ως θηρευτής εμπειρότατος» να δει «τό γλυκύτατο θήραμα», την Οσία του Θεού. Όμως δεν την έβλεπε πουθενά.
Τότε άρχισε να προσεύχεται στον Θεό κατανυκτικά: «Δείξον μοί, Δέσποτα, τόν θησαυρόν σου τόν άσυλον, όν εν τήδε τή ερήμω κατέκρυψας, δείξον μοί, δέομαι, τόν εν σώματι άγγελον, ου ουκ έστιν ο κόσμος απάξιος». Για τον Αββά Ζωσιμά η Οσία Μαρία ήταν άθικτος θησαυρός, άγγελος μέσα σε σώμα, που ο κόσμος δεν ήταν άξιος να τον έχει. Και προσευχόμενος με τα λόγια αυτά είδε «κεκειμένην τήν Οσίαν νεκράν, καί τάς χείρας ούτως ώσπερ έδει τυπώσασαν καί πρός ανατολάς όρασαν κειμένην τό σχήματι».
Βρήκε δε και δική της γραφή που έλεγε: «Θάψον, αββά Ζωσιμά, εν τούτω τό τόπω τής ταπεινής Μαρίας τό λείψανον, αποδός τόν χούν τώ χοΐ, υπέρ εμού διά παντός πρός τόν Κύριον προσευχόμενος, τελειωθείσης, μηνί Φαρμουθί (κατ’ Αιγυπτίους, όπως εστί κατά Ρωμαίους Απρίλιος), εν αυτή δέ τή νυκτί τού πάθους τού σωτηρίου, μετά τήν τού θείου καί μυστικού δείπνου μετάληψιν». Την βρήκε δηλαδή νεκρή, κείμενη στην γη, με τα χέρια σταυρωμένα και βλέποντας προς την ανατολή. Συγχρόνως βρήκε και γραφή που τον παρακαλούσε να την ενταφιάσει.
Η Οσία κοιμήθηκε την ίδια ημέρα που κοινώνησε, αφού είχε διασχίσει σε μία ώρα απόσταση την οποία διήνυσε το επόμενο έτος ο Αββάς Ζωσιμάς σε είκοσι ημέρες. Γράφει ο Άγιος Σωφρόνιος: «καί ήνπερ ώδευσεν οδόν Ζωσιμάς διά είκοσι ημερών κοπιών, εις μίαν ώραν Μαρίαν διέδραμεν καί ευθύς πρός τόν Θεόν εξεδήμησεν». Το σώμα της είχε αποκτήσει άλλες ιδιότητες, είχε μεταμορφωθεί.
Στην συνέχεια ο Αββάς Ζωσιμάς, αφού έκλαψε πολύ και είπε ψαλμούς κατάλληλους για την περίσταση, «εποίησεν ευχήν επιτάφιον». Και μετά με μεγάλη κατάνυξη, «βρέχων τό σώμα τοίς δακρύσι» επιμελήθηκε τα της ταφής. Επειδή, όμως, η γη ήταν σκληρή και ο ίδιος ήταν προχωρημένης ηλικίας, γι’ αυτό δεν μπορούσε να την σκάψει και βρισκόταν σε απορία. Τότε «ορά λέοντα μέγαν τώ λειψάνω τής Οσίας παρεστώτα καί τά ίχνη αυτής αναλείχοντα», δηλαδή είδε ένα λιοντάρι να στέκεται δίπλα στο λείψανο της Οσίας και να γλείφει τα ίχνη της.
Ο Αββάς τρόμαξε, αλλά το ίδιο το λιοντάρι «ουχί τούτον τοίς κινήμασι μόνον ασπαζόμενον, αλλά καί προθέσει», δηλαδή το ίδιο το λιοντάρι καλόπιανε τον Αββά και τον παρακινούσε και με τις κινήσεις του και με τις προθέσεις του, να προχωρήσει στον ενταφιασμό της. Λαμβάνοντας ο Αββάς θάρρος από το ήμερο του λιονταριού, το παρακάλεσε να σκάψει αυτό το ίδιο τον λάκκο, για να ενταφιασθεί το ιερό λείψανο της Οσίας Μαρίας, επειδή εκείνος αδυνατούσε. Το λιοντάρι υπάκουσε. «Ευθύς δέ άμα τώ σώματι θαπτόμενο», δηλαδή με τα μπροστινά του πόδια άσκαψε το λάκκο, όσο έπρεπε, για να ενταφιασθεί το σκήνωμα της Οσίας Μαρίας.
Ο ενταφιασμός της Οσίας έγινε προσευχομένου του Αββά Ζωσιμά και του λιονταριού «παρεστώτος». Μετά τον ενταφιασμό έφυγαν και οι δύο, «ο μέν λέων επί τά ένδον τής ερήμου ως πρόβατον υπεχώρησε. Ζωσιμάς δέ υπέστρεψεν, ευλογών καί αινών τόν Θεόν ημών».
Και ο Άγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων, καταλήγει ότι έγραψε αυτό το βίο «κατά δύναμιν» και «τής αληθείας μηδέν προτιμήσαι θέλων».
Ο βίος της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, δείχνει πως μία πόρνη μπορεί να γίνει κατά Χάριν θεός, πως ο άνθρωπος μπορεί να γίνει άγγελος εν σώματι και πως η κατά Χριστόν ελπίδα μπορεί να αντικαταστήσει την υπό του διαβόλου προερχόμενη απόγνωση.
Στο πρόσωπο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας βλέπουμε τον άνθρωπο που αναζητά την ηδονή και κυνηγά τους ανθρώπους για την ικανοποίησή τους, αλλά όμως με τη Χάρη του Θεού μπορεί να εξαγιασθεί τόσο πολύ, ώστε να φθάσει στο σημείο να την κυνηγούν οι Άγιοι για να λάβουν την ευλογία της και να ασπασθούν το τετιμημένο της σώμα, καθώς επίσης να τη σέβονται και τα άγρια ζώα.
Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία με την μετάνοιά της, την βαθιά της ταπείνωση, την υπέρβαση εν Χάριτι του θνητού και παθητού σώματός της, αφ’ ενός μεν προσφέρει μια παρηγοριά σε όλους τους ανθρώπους, αφ’ ετέρου δε ταπεινώνει εκείνους που υπερηφανεύονται για τα ασκητικά τους κατορθώματα. Δεν ημέρωσε μόνο τα άγρια θηρία που υπήρχαν μέσα της, δηλαδή τα άλογα πάθη, αλλά υπερέβη όλα τα όρια της ανθρώπινη φύσεως και ημέρωσε ακόμη και τα άγρια θηρία της κτίσεως.
Αυτός είναι ο σκοπός και ο πλούτος της ενανθρωπίσεως του Χριστού, που φυλάσσεται μέσα στην Εκκλησία. Με την αποκαλυπτική θεολογία και την εν Χριστώ ζωή ο άνθρωπος μπορεί να μεταμορφωθεί ολοκληρωτικά.
Η Εκκλησία τιμά την μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας και την Ε’ Κυριακή των Νηστειών.
Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.
Φωτισθείσα ενθέως Σταυρού τη χάριτι, της μετανοίας εδείχθης φωτοφανής λαμπηδών, των παθών τον σκοτασμόν λιπούσα πάνσεμνε, όθεν ως άγγελος Θεού, Ζωσιμά τω ιερώ, ωράθης εν τη ερήμω, Μαρία «Όσία Μήτερ» μεθ’ ου δυσώπει υπέρ πάντων ημών.