π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
Η έναρξη της Μ. Σαρακοστής προκαλεί μια “φοβία”: αν θα καταφέρουμε να νηστέψουμε, αν θα περάσουμε το “πέλαγος των ημερών”, αν θα φτάσουμε αισίως στο Πάσχα. Όσο και να φαίνεται, για όσους δεν έχουν εμπειρία, παράλογη η “φοβία” αυτή - αφού όλες οι μέρες είναι οι ίδιες – ωστόσο, για όσους έζησαν ξανά τη χαρμολύπη των ημερών, κατανοούν τα λεγόμενα.
Ξέρουν πως οι μέρες της Μ. Σαρακοστής έχουν έντονα δύο χαρακτηριστικά:
- Τις επιθέσεις του διαβόλου, που «ως λέων ωρυόμενος»(Α΄ Πέτρ. 5,8) πολεμά προσωπικά και συλλογικά, δημιουργώντας πειρασμούς, δοκιμασίες, εμπόδια και λογισμούς για να προκαλέσει παραίτηση της προσπάθειας. Δεν είναι παράξενο αυτό, αφού, κατά τον λόγο του οσίου Παναή της Λύσης: «Δεν είναι δυνατόν να ρίχνουμε του εχθρού βόλια και να μας ρίχνει κουφέτες». Ή νηστεία, κατά τον λόγον του Κυρίου (Ματθ. 17,21), διώχνει «το γένος των δαιμόνων». Οι Ορθόδοξοι χριστιανοί «όπου γης» προσεύχονται πιο εντατικά, νηστεύουν πιο πολύ, ετοιμάζονται συλλογικά για την «εορτή των εορτών». Η συλλογικότητα έχει δύναμη, τη δύναμη της Εκκλησίας ως Σώμα Χριστού που νίκησε το θάνατο - τη δύναμη του διαβόλου.
- Παρ όλο τον κόπο και τη “θλίψη των ημερών” - αφού η νηστεία συνοδεύεται με τη μετάνοια – εντούτοις, παρατηρείται μια καρδιακή χαρά. Αυτό που οι άγιοι Πατέρες ονομάζουν χαρμολύπη ή χαροποιόν πένθος. Φυσικά η βίωση αυτής της εσωτερικής κατάστασης δεν έχει λογική ούτε κατανοείται αν δεν βιωθεί. Οι Ορθόδοξοι, όμως, ξέρουν πως όσο κανείς νηστεύει, προσεύχεται, πέφτει και σηκώνεται, μετανοεί και κοινωνά – ακολουθεί, δηλαδή, ελεύθερα τη ζωή της Εκκλησίας τις μέρες αυτές - τόσο μέσα του γεμίζει με Φως Χριστού.
Έτσι, οι ημέρες της Μεγάλης Σαρακοστής είναι μια ευκαιρία για ανανέωση της ύπαρξής μας που ταλαιπωρείται στη φιλαυτία, στις μέριμνες, στη σύγχυση και τη μιζέρια.
Όσοι στο τρέξιμο της καθημερινότητας καταφέρνουν να αντισταθούν λίγο και να βρεθούν στο ναό για ένα Απόδειπνο, μία Ακολουθία των Χαιρετισμών, μια Προηγιασμένη Λειτουργία, πέρα από την Κυριακάτικη Λειτουργία, θα καταλάβουν πως η νηστεία των ημερών δεν είναι άρνηση κάποιων φαγητών, αλλά η δυνατότητα να ζήσουν το “κάτι άλλο”. Αυτό, δηλαδή, που η καρδιά το ζητά και το ζει και η γλώσσα αδυνατεί να το πει...