
Λάμπρου Κ. Σκόντζου στη Romfea.gr
Θεολόγου – Καθηγητού
(Θεολογικό σχόλιο στην εσχατολογική προοπτική της Αναστάσεως του Κυρίου)
«Αναστάσεως ημέρα, λαμπρυνθώμεν λαοί»! Με αυτή την θεσπέσια προτροπή ο θεορρήμων υμνογράφος του Όρθρου της πασχαλινής ακολουθίας, καλεί εμάς και ολόκληρη την κτίση, «ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια», να εορτάσουμε το υπέρλαμπρο και κοσμοσωτήριο γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου μας.
Να συμμετάσχουμε στο ευφρόσυνο συμπόσιο της πίστεως.
Να πανηγυρίσουμε τα λαμπρά επινίκια της μεγαλύτερης νίκης όλων των εποχών, κατά του προαιώνιου ολετήρα μας Σατανά, της κατάργησης του Άδου, του φρικώδους σκοτεινού βασιλείου του και την νέκρωση του θανάτου από τον Μέγα Τροπαιούχο του Πάσχα, τον Αναστημένο Κύριό μας Ιησού Χριστό.
Η σημασία του υπέρτατου αυτού γεγονότος δεν περιορίζεται σε κάποια χρονική στιγμή, αλλά διαποτίζει ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία και εκτείνεται στην αιωνιότητα.
Την αγία αυτή ημέρα, πανηγυρίζουμε την μετοχή μας στην ευφρόσυνη χαρά της πρόγευσης της εσχατολογικής ολοκλήρωσης, η οποία θα πραγματοποιηθεί «εν τη Ανεσπέρω ημέρα τής βασιλείας» του Αναστημένου Λυτρωτή μας Χριστού.
Το Πάσχα είναι η κατεξοχήν ημέρα του Κυρίου και ορίζεται από τους Πατέρες της Εκκλησία μας ως η «Ογδόη Ημέρα», η ανέσπερη, η ατελεύτητη και αιώνια, έχουσα αρχή, το ιστορικό γεγονός της Αναστάσεως, αλλά χωρίς τέλος. Στον Όρθρο της Αναστάσεως δεν πανηγυρίζουμε ένα ιστορικό γεγονός του παρελθόντος, αλλά το αιώνιο Πάσχα, «Πάσχα κροτούντες αιώνιον».
Προσερχόμαστε στις εκκλησίες «λαμπαδηφόροι, τώ προϊόντι Χριστώ εκ τού μνήματος, ως νυμφίω», ίνα «βασιλείας τε Χριστού κοινωνήσωμεν». Να γίνουμε κοινωνοί της βασιλείας του Χριστού, της ουράνιας και μελλοντικής, την οποία μπορούμε να προγευτούμε από τώρα.
Αυτό είναι το μυστήριο της Ογδόης Ημέρας. Μια ημέρα ή οποία ενώνει τον χρόνο με την αιωνιότητα, το κτιστό με το άκτιστο, το φθαρτό με το άφθαρτο. Χάρις στην Ανάσταση του Κυρίου και Λυτρωτή μας Χριστού, όντες υποκείμενοι στους περιορισμούς του χωροχρόνου, τη φθορά και το θάνατο, έχουμε τη δυνατότητα να βιώσουμε την αιωνιότητα, να προγευθούμε την αφθαρσία και την αθανασία.
Και τούτο διότι ο Αναστημένος Κύριός μας, με το επί γης απολυτρωτικό Του έργο, τον ζωοποιό θάνατό Του και την λαμπροφόρο Ανάστασή Του, νίκησε τον Σατανά, τον αίτιο της φθοράς και του θανάτου και μας χάρισε τη δυνατότητα να γίνουμε άφθαρτοι και αθάνατοι.
Να έχουμε ζωή αιώνια, χάρις στην ζωτική χάρη του Θεού, «τοῦ ζωοποιοῦντος τοὺς νεκροὺς καὶ καλοῦντος τὰ μὴ ὄντα ὡς ὄντα» (Ρωμ.4,17). Όπως ψάλλει και ο θεσπέσιος υμνογράφος του Πάσχα, «θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τὴν καθαίρεσιν». Εορτάζουμε δηλαδή την κατάργηση του θανάτου και την οριστική συντριβή του Άδη.
Η φθορά και ο θάνατος είναι αφύσικες μεταπτωτικές καταστάσεις στην «καλή λίαν (Γέν.1,31) θεία δημιουργία. Ο κόσμος δεν δημιουργήθηκε από το Θεό να είναι υποκείμενος στη φθορά, στην καταστροφή και -όσον αφορά τον άνθρωπο- στο θάνατο.
Όπως διδάσκει ο Μ. Βασίλειος, «ἑαυτῶ τὸν θάνατον ὁ Ἀδὰμ διὰ τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ Θεοῦ κατεσκεύασε, … Οὕτως οὐχὶ Θεὸς ἔκτισε θάνατον, ἀλλ’ ἡμεῖς ἑαυτοῖς ἐκ πονηρᾶς γνώμης ἀπεσπασάμεθα».
Ο άνθρωπος, με την ανταρσία του κατά του Θεού κατασκεύασε τον θάνατο για τον εαυτό του, ο οποίος έχει διττό χαρακτήρα, την φθορά του σώματος η οποία οδηγεί στον σωματικό θάνατο και στον πνευματικό θάνατο, ο οποίος είναι ο αιώνιος χωρισμός από το Θεό, την πηγή της ζωής.
Η αμαρτία γεννά την φθορά και η φθορά οδηγεί στο θάνατο, «τα γάρ οψώνια της αμαρτίας θάνατος» (Ρωμ.6,23).
Η πτώση του ανθρώπου επηρέασε όχι μόνο τον ίδιο, αλλά και ολόκληρη τη δημιουργία. Ο άνθρωπος, ως ψυχοσωματική οντότητα, έλαβε τη θεία πνοή και έγινε «ψυχὴ ζῶσα» (Γεν.2,7), φέροντας μέσα του τη δυνατότητα της αθανασίας.
Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, είναι ον «διττό», επίγειο και ουράνιο, πρόσκαιρο και αθάνατο, ορατό και νοητό.
Η ιδιαίτερη αυτή σύσταση τον καθιστά σύνδεσμο μεταξύ κτιστού και ακτίστου κόσμου, γέφυρα που καλείται να ενώσει την κτιστή δημιουργία με τον Δημιουργό.
Και γι’ αυτό ο Θεός τον έθεσε κύριο και εξουσιαστή της δημιουργίας του. Ως έλλογο ον, καλούνταν να πραγματώσει την δυνατότητα της αθανασίας στο πρόσωπό του και ταυτόχρονα να πραγματοποιήσει την εσχατολογική προοπτική, την αφθαρτοποίηση, του υπολοίπου κτιστού κόσμου.
Ο άνθρωπος είχε κληθεί να οδηγήσει τη δημιουργία προς την αφθαρσία και τη θέωση. Όπως τονίζει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, είναι ο «φυσικός σύνδεσμος» της ενότητας των πάντων.
Φέροντας αυτός την θεία εικόνα στην ύπαρξή του καλείται να ενώσει το δημιουργημένο (κτιστό) με το αδημιούργητο (άκτιστο). Όμως, με την πτώση, αυτή η προοπτική ανετράπη.
Ο άνθρωπος απώλεσε τη δυνατότητα της αθανασίας και παρέσυρε μαζί του και τη δημιουργία στη φθορά. Έτσι, «ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει» (Ρωμ. 8,20-22), αναμένοντας την απολύτρωσή της μέσω της σωτηρίας του ανθρώπου.
Ο Θεός όμως, «πλούσιος ὢν ἐν ἐλέει, διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην αὐτοῦ ἣν ἠγάπησεν ἡμᾶς, καὶ ὄντας ἡμᾶς νεκροὺς τοῖς παραπτώμασι συνεζωοποίησε τῷ Χριστῷ» (Εφ.2,4-5).
Έστειλε τον Υιό Του στον κόσμο «ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι᾿ αὐτοῦ» (Ιωάν.3,17). Η ενανθρώπηση αποτελεί το μέγα μυστήριο της θείας κενώσεως: ο Χριστός «ἐταπείνωσεν ἑαυτόν… μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ» (Φιλιπ. 2,8).
Με τον θάνατό Του κατήργησε τον θάνατο, «θανάτῳ θάνατον πατήσας», και κατήλθε στον Άδη για να ελευθερώσει τους δεσμίους.
Ως Θεός αληθινός, δεν ήταν δυνατόν να κρατηθεί από τον Άδη. Με την Ανάστασή Του «ᾐχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίαν» (Εφ.4,8), χαρίζοντάς μας την ελευθερία και την υιοθεσία. Και ως απόδειξη, απελευθέρωσε και ανέβασε μαζί του τα πνεύματα των νεκρών, τα οποία πίστεψαν στο σωτήριο κήρυγμά Του στον Άδη.
Με τη σταυρική Του θυσία και την Ανάστασή Του, ο Χριστός εγκαινιάζει την «καινή κτίση» και επαναφέρει τον άνθρωπο στην κοινωνία με τον Θεό. «Συνηγέρθημεν τῷ Χριστῷ» (Κολ.3,1), και προσδοκούμε τη μελλοντική δόξα, όταν «φανερωθῇ ὁ Χριστός, ἡ ζωή ἡμῶν».
Τότε θα μετέχουμε πλήρως στη ζωή Του, εφόσον το Πνεύμα Του κατοικεί εντός μας (Ρωμ.8,11) τονίζει ο απόστολος Παύλος.
Το έργο της θείας Οικονομίας, το επί γης έργο του Χριστού, είναι η σωτηρία του ανθρώπου και η «ἀνακεφαλαίωσις τῶν πάντων ἐν τῷ Χριστῷ» (Εφ.1,10): η αποκατάσταση της δημιουργίας στην προπτωτική της κατάσταση και η ολοκλήρωσή της στην εσχατολογική της προοπτική, δηλαδή επαναφορά της δημιουργίας στην ενότητά της.
Ο άγιος Ειρηναίος Λυώνος αναπτύσσει εκτενώς τη θεολογία αυτή, παρουσιάζοντας τον Χριστό ως νέο Αδάμ. Ο απόστολος Παύλος εξηγεί το ανακεφαλαιωτικό έργο του Χριστού: «ἦτε ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ χωρὶς Χριστοῦ, ἀπηλλοτριωμένοι … ξένοι τῶν διαθηκῶν τῆς ἐπαγγελίας, ἐλπίδα μὴ ἔχοντες καὶ ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ».
Αλλά τώρα «ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ ὑμεῖς οἱ ποτὲ ὄντες μακρὰν ἐγγὺς ἐγενήθητε ἐν τῷ αἵματι τοῦ Χριστοῦ. … δι' αὐτοῦ ἔχομεν τὴν προσαγωγὴν οἱ ἀμφότεροι ἐν ἑνὶ πνεύματι πρὸς τὸν πατέρα. ἄρα οὖν οὐκέτι ἐστὲ ξένοι καὶ πάροικοι, ἀλλὰ συμπολῖται τῶν ἁγίων καὶ οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ» (Εφ.2,12-19).
Με την λαμπροφόρο Ανάστασή Του «την οικουμένην εαυτώ συνέστηκεν», όπως τονίζει ο ιερός Χρυσόστομος, «ήνωσε τα το πριν διεστώτα», τα οποία διαίρεσε η είσοδος του κακού στον κόσμο και η κυριαρχία της αμαρτίας.
«Εἰ γὰρ ἐχθροὶ ὄντες κατηλλάγημεν τῷ Θεῷ διὰ τοῦ θανάτου τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, πολλῷ μᾶλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ» (Ρωμ.5,10) «Νυνὶ δὲ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ ὑμεῖς οἱ ποτὲ ὄντες μακρὰν ἐγγὺς ἐγενήθητε ἐν τῷ αἵματι τοῦ Χριστοῦ. αὐτὸς γάρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τὰ ἀμφότερα ἓν καὶ τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας… ἐλθὼν εὐηγγελίσατο εἰρήνην ὑμῖν τοῖς μακρὰν καὶ τοῖς ἐγγύς, 18 ὅτι δι' αὐτοῦ ἔχομεν τὴν προσαγωγὴν οἱ ἀμφότεροι ἐν ἑνὶ πνεύματι πρὸς τὸν πατέρα» (Εφ.2,13-18).
Με την υπακοή Του στο θέλημα του Θεού Πατέρα να ταπεινωθεί, προκειμένου να σώσει τον κόσμο, «ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα, ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ιησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός» (Φιλιπ.2,9).
Αναμένουμε δοξασμό, χάρις στον Αναστημένο Κύριό μας, διότι «συνηγέρθημεν τω Χριστώ» (Κολ.3,1).
«Όταν ο Χριστός φανερωθή, η ζωή ημών», τότε και εμείς μαζί Του θα συνδοξασθούμε μαζί Του. «εἰ δὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ ἐγείραντος Ἰησοῦν ἐκ νεκρῶν οἰκεῖ ἐν ὑμῖν, ἐγείρας τὸν Χριστὸν ἐκ νεκρῶν ζωοποιήσει καὶ τὰ θνητὰ σώματα ὑμῶν διὰ τὸ ἐνοικοῦν αὐτοῦ Πνεῦμα ἐν ὑμῖν» (Ρωμ. 8,11)
Αυτή είναι η μεγαλειώδης και ελπιδοφόρα εσχατολογική προοπτική να γίνει «τα πάντα και εν πάσι Χριστός» (Κολ.3,11) και η οποία περικλείει το μυστήριο της «Ογδόης Ημέρας», του «ατελέστατου χρόνου», του αιώνιου γαμήλιου δείπνου, της ανέσπερης Βασιλείας του Θεού κατά την οποία ο δοξασμένος Χριστός θα παραδώσει «τὴν βασιλείαν τῷ Θεῷ καὶ πατρί, ὅταν καταργήσῃ πᾶσαν ἀρχὴν καὶ πᾶσαν ἐξουσίαν καὶ δύναμιν. … ὅταν δὲ ὑποταγῇ αὐτῷ τὰ πάντα, τότε καὶ αὐτὸς ὁ υἱὸς ὑποταγήσεται τῷ ὑποτάξαντι αὐτῷ τὰ πάντα, ἵνα ᾖ ὁ Θεὸς τὰ πάντα ἐν πᾶσιν» (Α΄Κορ.15,24-28).
Όσοι ελεύθερα παραδίδουμε τη ζωή μας στον Αναστημένο Κύριο, ελπίζουμε στην αιώνια κοινωνία μαζί Του, την οποία ο άγιος Μάξιμος περιγράφει ως «θείαν καὶ ἀνεννόητον ἡδονήν».
Αντίθετα, η απομάκρυνση από Αυτόν οδηγεί στην αιώνια οδύνη του χωρισμού. Η κοινωνία μαζί Του είναι «ἀγαλλίαμα αἰώνιον, εὐφροσύνη γενεῶν γενεαῖς» (Ησ. 60,15).
Το μυστήριο της Αναστάσεως και της «Ογδόης Ημέρας» αποκαλύπτει τον τελικό προορισμό του ανθρώπου και της δημιουργίας: τη μετοχή στην άκτιστη ζωή του Θεού.
Η Εκκλησία καλεί τον άνθρωπο να ζήσει ήδη από τώρα αυτή την πραγματικότητα, προσδοκώντας «καὶ σπεύδων τὴν παρουσίαν τῆς τοῦ Θεοῦ ἡμέρας» (Β΄ Πέτρ. 3,12).
Και η ημέρα αυτή δεν είναι άλλη από την ατελέστατη «Ογδόη Ημέρα», την ανέσπερη και ολόφωτη, στην οποία θα ζουν αιώνια οι δίκαιοι και όπου, «νὺξ οὐκ ἔσται ἔτι, καὶ οὐ χρεία λύχνου καὶ φωτὸς ἡλίου, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς φωτιεῖ αὐτούς, καὶ βασιλεύσουσιν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων» (Αποκ.22,5)!
Χριστός Ανέστη – Αληθώς Ανέστη!