π. Ἀνδρέας Ἀγαθοκλέους
Στὸ βιβλίο «Εἶπε Γέρων» – ἔκδοση Ἀστέρος – καταγράφεται ὁ διάλογος τοῦ Ἀββᾶ Θεόδωρου τῆς Φέρμης μὲ ἕνα μοναχό:
– Πές μου δυὸ λόγια, γιατί χάνομαι.
Καὶ μόλις καὶ μετὰ βίας τοῦ ἀποκρίνεται ὁ Ἀββᾶς:
– Ἐγὼ κινδυνεύω καὶ τί μπορῶ νὰ σοῦ πῶ;
Διαβάζοντας κανεὶς τὸ πιὸ πάνω περιστατικό, διαπιστώνει:
1. Τὴν ἀνάγκη γιὰ ἀνθρώπινη συμπαράσταση, ὅταν οἱ πειρασμοὶ καὶ οἱ δυσκολίες τῆς ζωῆς ὁδηγοῦν στὴν κατάρρευση. Ἡ μοναξιὰ καὶ ἡ ἀπομόνωση γίνονται θάνατος, ἐνῶ ἡ συμπόρευση ἀνόρθωση καὶ δύναμη.
2. Τὴν πραγματικότητα τῆς ἀνθρώπινης πορείας ποὺ ἔχει «τὰ πάνω καὶ τὰ κάτω της», τὶς χαρὲς καὶ τὶς θλίψεις της, τὸ φῶς καὶ τὸ σκοτάδι της.
Ἀπ’ αὐτὴ τὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι ἐκτὸς κανείς. Ὅλοι, μοναχοί, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ἐνάρετοι καὶ ἀμετανόητοι, ἔχουν καὶ τὶς δύσκολες ὧρες τους.
Τὸ σύνθημα «μὲ τὸ Χριστὸ πάντα χαρούμενοι», φαίνεται πὼς παραπλανᾶ ἀντὶ νὰ βοηθᾶ.
Τὸ Εὐαγγέλιο, ὅπως καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, ποὺ εἶναι ἀληθινό, μᾶς λέει ὅτι «στὸν κόσμο θὰ ἔχουμε θλίψεις», ὅτι ὁ πόνος τῆς ψυχῆς εἶναι ἐπώδυνος, ὅτι ἡ ὁδὸς εἶναι «τεθλιμμένη».
Στὶς καταστάσεις αὐτὲς δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ἡ χαρά! Μπορεῖ ὅμως νὰ ὑπάρχει ἡ εἰρήνη τῆς καρδιᾶς, ὅμοια μὲ τὴν εἰρήνη ποὺ εἶχε ὁ Χριστὸς τὴ νύχτα ποὺ ὁδηγεῖτο στὸ Γολγοθὰ καὶ στὸ θάνατο.
Τὶς στιγμὲς τοῦ μεγάλου πόνου ὁ ἄνθρωπος χρειάζεται ἄνθρωπο, γιὰ νὰ τοῦ κρατήσει τὸ χέρι καὶ νὰ τοῦ μεταγγίσει τὴν ἀγάπη ποὺ συμπάσχει καὶ γι’ αὐτὸ ζωοποιεῖ.
Ἂν αὐτὸ τὸ χέρι δὲν ὑπάρχει, φαίνεται ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία ὅτι ἔρχεται ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὡς ὁ «πάσχων Θεός», καὶ παρηγορεῖ, δυναμώνει, ζωοποιεῖ.
Χρειάζεται, βέβαια, ὑπομονὴ καὶ πίστη μὲ ταπεινὸ φρόνημα, χωρὶς σκληρότητα τῆς καρδιᾶς ποὺ διώχνει τόσο τὴν ἀνθρώπινη παρουσία ὅσο καὶ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.
Ὅπως τὴν ὥρα τῆς κακοκαιρίας, μὲ τὴ νεροπομπὴ καὶ τοὺς κεραυνούς, δὲν ἀρχίζει κανεὶς τὸν περίπατο στὴ φύση, ἔτσι καὶ τὴν ὥρα τῶν δοκιμασιῶν μαζεύεται.
Ἡ σιωπή, ἡ προσευχή, ἡ περισυλλογή, ἀνασυγκροτοῦν τὴν ὕπαρξή μας, δυναμώνουν τὴν ψυχὴ καὶ τὴ βοηθοῦν νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς δύσκολες ὧρες.
Εἶναι σημαντικὸ νὰ ἔχουμε ἐλπίδα σ’ αὐτὲς τὶς ὧρες. Νὰ περιμένουμε τὴν πρακτικὴ ἐφαρμογὴ τῆς σοφῆς διαπίστωσης τῶν προγόνων μας «κι αὐτὸ θὰ περάσει».
Νὰ αἰσθανόμαστε τὶς δύσκολες ὧρες ὅπως τὰ σύννεφα ποὺ σκεπάζουν τὴν εὐεργετικὴ ἐπίδραση τοῦ Ἥλιου. Ὅσο μαῦρα καὶ νὰ εἶναι, κάποια στιγμὴ θὰ φύγουν καὶ θὰ λάμψει ὁ Ἥλιος.
Σημασία ἔχει ὁ Ἥλιος κι ὄχι τὰ προσωρινὰ σύννεφα.
Ἔχοντας ἕνα Θεὸ – Πατέρα ποὺ εἶναι ὁ ὄντως Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, τὰ ἀδέλφια μας – ἁγίους ποὺ γνωρίζουν τὶς δύσκολες ὧρες καὶ κυρίως τὴν Παναγία ὡς τὴ Μάνα ποὺ κατανοεῖ καὶ συμπεριφέρεται μὲ στοργή, μποροῦμε νὰ προχωροῦμε χωρὶς ἀπόγνωση, ἀκουμπώντας ὁ ἕνας στὸν ἄλλο ὡς μέλη τοῦ ἴδιου σώματος.
Τελειώνω μὲ τὴν παράθεση ἑνὸς τροπαρίου – προσευχῆς πρὸς τὴ Θεοτόκο, ἀπὸ τὴν Παρακλητική:
«Παῦσον τὸν πόνο τῆς πολυστενάκτου ψυχῆς μου, ἡ παύσασα πᾶν δάκρυον ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς!
σὺ γὰρ βροτῶν τὰς ὀδύνας διώκεις, ἁμαρτωλῶν τὴν κατήφειαν λύεις! Σὲ πάντες κεκτήμεθα, ἐλπίδα καὶ στή ριγμα, Παναγία Μητροπάρθενε».
