Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

Η ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΚΑΙ Η' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ


Η αίρεση του Αρείου και η Α' Οικουμενική Σύνοδο

Τον Δ΄ αιώνα μετά το τέλος των Διωγμών εμφανίστηκε η πρώτη μεγάλη δογματική απειλή για την επίσημη χριστιανική θρησκεία. Ήταν η διδασκαλία του Αρείου. Το πρόβλημα που βασάνιζε τον Άρειο ήταν η αΐδια - αιώνια γέννηση του Θείου Λόγου. Δίδασκε, λοιπόν, ότι ο Υιος δεν είναι κατά φύση και κατ ουσίαν αληθινός Θεός Δημιουργήθηκε από το Θεό - Πατέρα κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή «εν χρόνω». Για το λόγο αυτό δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί αγέννητος, ούτε μέρος αγεννήτου. Ήταν επομένως, ένα απλό κτίσμα του Θεού. Ως κτίσμα, λοιπόν, ο Υιος και ο Λόγος του Θεού δεν είναι συνάναρχος και συναΐδιος προς τον Πατέρα, αλλά δημιουργήθηκε αμέσως «θελήσει» του Πατρός ενώ τα άλλα κτίσματα δημιουργήθηκαν από το Θεό δια μέσου του Υιού. Χαρακτηριστική φράση που συνόψιζε την αρειανική διδασκαλία για τον Υιό ήταν «ην ποτε ότε ουκ ην»
Η συνδημιουργία του κόσμου από το Θεό και τον Υιό δε σημαίνει ότι ο δεύτερος μετείχε στη φύση η στην ουσία του Θεού ούτε ότι ήταν κατά φύση αληθινός Θεός. Ο Άρειος υποστήριζε την απόλυτη μοναρχία της θεότητας και δεχόταν ένα Θεό αγέννητο και άναρχο. Επομένως, πριν από τη δημιουργία του Υιού ήταν απόλυτη η «μοναρχία» του μόνου αγέννητου και άναρχου Θεού, γι αυτό και ο μεν Θεός δεν ήταν Πατήρ, πριν να δημιουργήσει τον Υιό, και ο δε Υιος δεν υπήρχε πριν δημιουργηθεί από τον Πατέρα, «σύνες ότι η μονάς ην, η δυάς δε ουκ ην, πριν υπάρξη. Αυτίκα γουν Υιού μη όντος ο Πατήρ Θεός εστι»
Η θεμελίωση της διδασκαλίας του περί της κατωτερότητας του Υιού σε σχέση με τον Πατέρα στηρίχθηκε στη διάχυτη αντίληψη περί subordinatio. Το τελευταίο αποτελούσε το βασικό έρεισμα της κακοδοξίας του. Έκδηλο είναι ότι ο Άρειος χρησιμοποιεί τις θεολογικές έννοιες της πατρότητας και της υιότητας μεταφορικά και κατ αναλογίαν προς την ανθρώπινη ζωή, κατά την οποία ο πατέρας προηγείται χρονικά του υιού του. Επιχειρεί, λοιπόν, να εξηγήσει με βάση τις ανθρώπινες σχέσεις τις σχέσεις των Προσώπων της Αγίας Τριάδος.
Ο Άρειος και οι θιασώτες του χρησιμοποιούν αυστηρά την ιστορικογραμματική ερμηνευτική μέθοδο της Αντιοχειανής Σχολής για να τεκμηριώσουν την απόλυτη μοναρχία του Θεού - Πατρός, την κτιστή φύση του Υιού - Λόγου και τη δημιουργία του από τον Πατέρα, την ατελή γνώση του για τον Πατέρα και την ηθική θεοποίηση του Υιού. Την αιρετική διδασκαλία του Αρείου ανέλαβε να ανασκευάσει ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Αλέξανδρος με τη βοήθεια του Μεγάλου Αθανασίου. Στην πραγματικότητα ο Μέγας Αθανάσιος ήταν ο μοναδικός θεολογικός αντίπαλος του Αρείου, χωρίς όμως να καταφέρει να νουθετήσει τον τελευταίο.
Αναγκαία κρίθηκε η σύγκληση μιας συνόδου, στην οποία θα μπορούσαν να απολογηθούν οι αρειανόφρονες επίσκοποι και ο ίδιος ο Άρειος. Στη συνέχεια θα υπήρχε η δυνατότητα της ορθής διατύπωσης της διδασκαλίας της Εκκλησίας για την αΐδια, άτρεπτη, τέλεια υιότητα και θεότητα του Υιού και Λόγου του Θεού, του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδας. Η σύνοδος αυτή αρχικά προετοιμάστηκε ως μία τοπική σύνοδος, αλλά η συμμετοχή επισκόπων τόσο από τη Δύση όσο και από την Ανατολή καθώς και η θεολογική θεμελίωση του Τριαδικού δόγματος έδωσαν στη σύνοδο οικουμενικό χαρακτήρα. Η Σύνοδος αυτή είναι η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος της Εκκλησίας του Χριστού, η οποία έγινε το 325 στη Νίκαια της Βιθυνίας.
Την εποχή εκείνη, στο θρόνο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας βρισκόταν ο Κωνσταντίνος (306-337), ο κληθείς αργότερα Μέγας, γιός του Κωνστάντιου του Χλωρού. Ο Κωνσταντίνος είχε στραφεί ευνοϊκά προς το Χριστιανισμό. Επί χρόνια είχε πολεμήσει τους Δονατιστές της Βόρειας Αφρικής και τους Μελιτιανούς της Αιγύπτου. Τώρα, όμως, ερχόταν αντιμέτωπος με μία αίρεση με σοβαρότερες προεκτάσεις για τη συνοχή της αυτοκρατορίας. Η αίρεση αυτή γεννήθηκε από τα δογματικά ολισθήματα του Αρείου.
Ο αυτοκράτορας διακαώς επιθυμούσε την επικράτηση θρησκευτικής ειρήνης στην αυτοκρατορία και μη κατανοώντας τις δογματικές διαφορές της αρειανικής διδασκαλίας από την ορθόδοξη άποψη, προσπάθησε να κατευνάσει τα πνεύματα των θεολογικών αντιπάλων. Ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν μπορούσε να διεισδύσει στη βαθύτερη σημασία της αϊδιότητας της γεννήσεως του Υιού. Για το λόγο αυτό προέτρεπε και τον Άρειο και τον Αλέξανδρο να συνυπάρξουν ειρηνικά παρά τη διαφορετική τους διδασκαλία για τον Τριαδικό Θεό. Το μεγάλο θεολογικό κίνδυνο τον εξέθεσε στον αυτοκράτορα ο Κορδούης Όσιος. Ο τελευταίος παρότρυνε τον Κωνσταντίνο να προχωρήσει στη σύγκληση Συνόδου με σκοπό την επίλυση της θεολογικής αυτής διαμάχης.
Η Νίκαια κρίθηκε καταλληλότερη για τη διεξαγωγή των εργασιών της συνόδου, αφού εξασφάλιζε την ευχερέστερη πρόσβαση των επισκόπων της Αιγύπτου και της Δύσης. Ταυτόχρονα όμως η πόλη αυτή παρείχε τη δυνατότητα στον Κωνσταντίνο να παρακολουθήσει ο ίδιος τις εργασίες της συνόδου. Η Σύνοδος άρχισε τις εργασίες της στις 20 Μαΐου του 325 και τις περάτωσε στις 25 Αυγούστου του ίδιου έτους. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας εγκαινίασε τις εργασίες τις Συνόδου, δείχνοντας έτσι πόσο σημαντική ήταν αυτή η Σύνοδος τόσο για τον ίδιο όσο και για την εσωτερική ειρήνη της αυτοκρατορίας. Συμμετείχαν 318 Πατέρες, αριθμός συμβολικός με τον αριθμό των ανδρών που χρησιμοποίησε ο Αβραάμ για να αντιμετωπίσει τους εχθρούς. Πρακτικά της Συνόδου δεν κρατήθηκαν. Αυτό επιβεβαιώνεται μέσα από τα έργα του Μεγάλου Αθανασίου, στα οποία ο ιερός πατήρ καταφεύγει στη μνήμη του, για να περιγράψει γεγονότα που έλαβαν χώρα στη Σύνοδο η λόγια που ειπώθηκαν από τους υποστηρικτές και τους επικριτές του Αρείου. Πρόεδρος της Συνόδου θεωρείται ο Ευστάθιος Αντιοχείας, αλλά πολλοί κατά καιρούς υπεστήριξαν ότι ήταν η ο Νικομηδείας Ευσέβιος η ο Μέγας Κωνσταντίνος κ.λπ.

Η Σύνοδος καταδίκασε τον Άρειο, τη διδασκαλία του και τα τρία εκκλησιαστικά σχίσματα, το Νοβατιανό, του Παύλου Σαμοσατέα και το Μελιτιανό, τα οποία ταλάνιζαν για χρόνια την εσωτερική ειρήνη της Εκκλησίας. Εξέδωσε 20 ιερούς κανόνες και το Σύμβολο της Νίκαιας, στο οποίο δηλωνόταν ότι ο Υιός είναι ομοούσιος του Πατρός, δηλαδή συναΐδιος και φύσει αληθινός Θεός. Ο όρος ομοούσιος χρησιμοποιήθηκε από τον ίδιο τον Κωνσταντίνο, για να περιγράψει τη σχέση του Υιού με τον Πατέρα. Η ένταξη το συγκεκριμένου όρου στο προσχέδιο του Συμβόλου σήμαινε ταυτόχρονα και την καταδίκη του Αρειανισμού. Ο καθηγητής Κ. Σκουτέρης σημειώνει σχετικά για τον επίμαχο όρο ομοούσιος: «Ο Μ. Αθανάσιος έχει διατυπώσει στο Περί της εν Νικαία Συνόδου έργο του το όλο σκεπτικό και την όλη πορεία της Συνόδου για την υιοθέτηση του όρου. Κατ αρχάς είναι αναντίρρητο, κατά τον Αθανάσιο, ότι ο όρος, πέρα του ότι εκφράζει τη διάνοια της Γραφής, είναι μέσα στην εκκλησιαστική παράδοση. Οι Συνοδικοί παρέλαβαν τη θεολογία που εκφράζει ο όρος «άνωθεν παρά των προ αυτών». Εξ άλλου, αυτός ο μη γραφικός όρος υποστηρίζεται από πολλά γραφικά χωρία, τα οποία είχαν υπ όψιν τους και κατέγραψαν οι Συνοδικοί Πατέρες. «Επειδή δε η εκ Πατρός Υιού γέννησις άλλη παρά την ανθρώπων φύσιν εστί και ου μόνον όμοιος, αλλά και αδιαίρετός εστι της του Πατρός ουσίας και εν μεν εισί αυτός αυτός και ο Πατήρ (Ιω. 10, 30), ως αυτός είρηκεν, αεί δε εν τω  Πατρί εστίν ο Λόγος και ο Πατήρ εν τω Λόγω (Ιω. 10,38. 14,20), ως έστι το απαύγασμα προ το φως (Εβρ. 1,3) - τούτο γαρ η λέξις σημαίνει - δια τούτο η Σύνοδος τούτο νοούσα καλώς ομοούσιον έγραψεν, ίνα την τε των αιρετικών κακοήθειαν ανατρέψωσι και δείξωσιν άλλον είναι των γενητών τον Λόγον». Οι Αρειανοί, αντί να αναζητούν τη «διάνοιαν» των Γραφών, είχαν «εφθαρμένην διάνοιαν» και αδυνατούσαν να συλλάβουν ότι με τον όρο «ομοούσιος» εκφραζόταν η αγιογραφική διδασκαλία. Τέλος, το Σύμβολο της Νίκαιας περιείχε τα επτά πρώτα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως

Σημαντικό είναι να επισημανθεί ότι κατά τη Σύνοδο της Νικαίας έλαβαν χώρα πολλά θαύματα από τους άγιους θεοφόρους Πατέρες. Χαρακτηριστικά ήταν τα θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνος, του Αγίου Οικουμένιου και του Αγίου Αχιλλίου. Άξιο αναφοράς θεωρείται και το συμβάν μεταξύ του Αγίου Νικολάου και του Αρείου. Ο πρώτος μην μπορώντας να συγκρατήσει την αγανάκτησή του για τα όσα υποστήριζε ο Άρειος τον χαστούκισε. Ο Μ. Κωνσταντίνος τιμώρησε το Νικόλαο με φυλάκιση. Αλλά στη φυλακή συντελέστηκε ακόμα ένα θαύμα δείχνοντας την αγιότητα του Νικολάου και την πλάνη του Αρείου.
 Συνοπτική παράθεση των ιερών Κανόνων:
Κανών Α': Καταδικάζεται ἡ συνήθεια τοῦ οἰκοιοθελοῦς εὐνουχισμοῦ καί ἀπαγορεύεται ἡ χειροτονία εὐνουχισμένων, πλήν ὅσων ἐξετμήθησαν γιά ἰατρικούς λόγους ἤ λόγω βασανιστηρίων.
Κανών Β':
Ἀπαγορεύεται ἡ χειροτονία ὡς κληρικῶν στούς νεοεισερχομένους τῆς ἐκκλησίας.
Κανών Γ':
Καταδικάζεται ἡ συνήθεια τῶν κληρικῶν ὅλων τῶν βαθμῶν νά συζοῦν ἤ νά συγκατοικοῦν μέ νεαρές γυναίκες τίς ὁποίες δέν εἶχαν παντρευτεῖ (συνείσακτοι).
Κανών Δ' - Ε':
Εισάγεται τό «μητροπολιτικό σύστημα», τό ὁποῖο ἵσχυε στήν ὀργάνωση τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Καθορίζεται ὁ ρόλος τῆς ἐπαρχιακῆς συνόδου στή χειροτονία τῶν ἐπισκόπων.
Κανών ΣΤ':
Ἀναγνωρίζεται κατ̉  ἐξαίρεση τό ἀρχαῖο ἔθος τῆς συγκεντρωτικῆς δικαιοδοσίας τοῦ ἐπισκόπου τῆς Ἀλεξάνδρειας στίς ἐκκλησίες τῆς Αἰγύπτου, Λιβύης καί Πενταπόλεως -ὅπως συνέβαινε καί μέ τήν ἐκκλησία τῆς Ρώμης-, ἐνῶ ἐξαιρεῖται ἡ Ρώμη καί ἡ Ἀντιόχεια ἀπό τό γενικό μέτρο τοῦ μητροπολιτικοῦ συστήματος.
Κανών Ζ':
Ὁρίζεται ὅτι ὁ ἐπίσκοπος Αἰλίας (δηλ. ὁ Ἱερουσαλήμ) νά εἶναι ὁ ἑπόμενος στή σειρά ἀπόδοσης τιμῶν.
Κανών Η':
Ὁρίζεται ὁ τρόπος ἐπιστροφῆς τῶν λεγόμενων «Καθαρῶν» (Μελιτιανό σχίσμα).
στήν ἐκκλησία τῆς Αἰγύπτου .
Κανών Θ': Ἀναφέρεται στήν τότε  συνήθη περίπτωση χειροτονίας πρεσβυτέρων τῶν ὁποίων δέν ἐξετάστηκαν τά προσόντα ἤ οἱ ὁποῖοι δεν παραμένουν ἄμεμπτοι.
Κανών Ι':
Καταδικάζεται ἡ χειροτονία τῶν πεπτοκότων.
Κανών ΙΑ' - ΙΒ':
Καθορίζεται η μετάνοια των πεπτωκότων, με αυστηρότερα κριτήρια.
Κανών ΙΓ':
Δέχεται ὅτι εἶναι δυνατόν νά λάβει κάποιος τή Θεία Ευχαριστία ἐπί τῆς ἐπιθανατίου κλίνης.
Κανών ΙΔ':
Ὁρίζεται ὁ τρόπος τῆς μετάνοιας τῶν πεπτωκότων κατηχουμένων.
Κανών ΙΕ' - ΙΣΤ':
Καταδικάζεται ἡ ἐπιδίωξη κληρικῶν γιά μετάθεση σέ ἄλλες ἐκκλησίες.
Κανών ΙΖ':
Καταδικάζεται ἡ πλεονεξία καί ἡ αἰσχροκέρδεια τῶν κληρικῶν πού προέρχεται ἀπό τόν ἐντοκο δανεισμό.
Κανών ΙΗ':
Ἀπαγορεύεται  στούςς διακόνους νά μεταδίδουν καί νά ἀγγίζουν τή Θεία Εὐχαριστία πρίν ἀπό τούς πρεσβυτέρους, καί δέν ἐπιτρέπεται τό νά κάθονται μεταξύ τῶν πρεσβυτέρων.
Κανών Κ':
Ἀπαγορεύεται ἡ γονυκλισία στή Θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς καί τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς.

Σάββατο 11 Ιουνίου 2016

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 12 ΙΟΥΝΙΟΥ 2016- ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ(325 Μ.Χ.)

Ἐν ταις ημέραις εκείναις, ἔκρινεν ὁ Παῦλος παραπλεῦσαι τὴν Ἔφεσον, ὅπως μὴ γένηται αὐτῷ χρονοτριβῆσαι ἐν τῇ Ἀσίᾳ· ἔσπευδε γάρ, εἰ δυνατὸν ἦν αὐτῷ, τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς γενέσθαι εἰς Ἱεροσόλυμα. Ἀπὸ δὲ τῆς Μιλήτου πέμψας εἰς Ἔφεσον μετεκαλέσατο τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας. Ὡς δὲ παρεγένοντο πρὸς αὐτόν, εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς ἐπίστασθε, ἀπὸ πρώτης ἡμέρας ἀφ᾿ ἧς ἐπέβην εἰς τὴν Ἀσίαν, πῶς μεθ᾿ ὑμῶν τὸν πάντα χρόνον ἐγενόμην. Προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ  ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν  τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος. Ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου· καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν. Διὸ γρηγορεῖτε, μνημονεύοντες ὅτι τριετίαν νύκτα καὶ ἡμέραν οὐκ ἐπαυσάμην μετὰ δακρύων νουθετῶν ἕνα ἕκαστον. Καὶ τὰ νῦν παρατίθεμαι ὑμᾶς, ἀδελφοί, τῷ Θεῷ καὶ τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ τῷ δυναμένῳ ἐποικοδομῆσαι καὶ δοῦναι ὑμῖν κληρονομίαν ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πᾶσιν. Ἀργυρίου ἢ χρυσίου ἢ ἱματισμοῦ οὐδενὸς ἐπεθύμησα· αὐτοὶ γινώσκετε ὅτι ταῖς χρείαις μου καὶ τοῖς οὖσι μετ᾿ ἐμοῦ ὑπηρέτησαν αἱ χεῖρες αὗται. Πάντα ὑπέδειξα ὑμῖν ὅτι οὕτω κοπιῶντας δεῖ ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ἀσθενούντων, μνημονεύειν τε τῶν λόγων τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὅτι αὐτὸς εἶπε· μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἢ λαμβάνειν. Καὶ ταῦτα εἰπών, θεὶς τὰ γόνατα αὐτοῦ σὺν πᾶσιν αὐτοῖς προσηύξατο.
Ἀπόδοση στη νεοελληνική
 Τις ημέρες ἐκείνες, ὁ Παῦλος εἶχε ἀποφασίσει νὰ προσπεράσωμεν τὴν Ἔφεσον διὰ νὰ μὴ χρονοτριβήσῃ εἰς τὴν Ἀσίαν. Ἦτο βιαστικὸς διὰ νὰ βρίσκεται εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ἐὰν τοῦ ἦτο δυνατόν, τὴν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς. Ἀπὸ τὴν Μίλητον ἔστειλε εἰς τὴν Ἔφεσον καὶ ἐκάλεσε τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας. Ὅταν δὲ ἦλθαν πρὸς αὐτόν, τοὺς εἶπε, «Ξέρετε πῶς ἔζησα μαζί σας ὅλον τὸν χρόνον ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν ποὺ ἐπάτησα εἰς τὴν Ἀσίαν. Προσέχετε λοιπὸν τοὺς ἑαυτούς σας καὶ ὁλόκληρον τὸ ποίμνιον, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον σὰς ἐτοποθέτησε ἐπισκόπους, διὰ νὰ ποιμαίνετε τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησε μὲ τὸ δικό του αἷμα. Διότι ξέρω τοῦτο, ὅτι μετὰ τὴν ἀναχώρησίν μου θὰ μποῦν μεταξύ σας λύκοι ἄγριοι καὶ δὲν θὰ φεισθοῦν τὸ ποίμνιον, καὶ ἀπὸ σᾶς τοὺς ἰδίους θὰ ἐγερθοῦν ἄνδρες οἱ ὁποῖοι θὰ διαστρέψουν τὴν ἀλήθειαν διὰ νὰ παρασύρουν τοὺς μαθητὰς ὥστε νὰ ἀκολουθήσουν αὐτούς. Διὰ τοῦτο νὰ εἶσθε ἄγρυπνοι καὶ νὰ θυμᾶσθε ὅτι, ἐπὶ τριετίαν νύχτα καὶ ἡμέραν, δὲν ἔπαυσα νὰ νουθετῶ τὸν καθένα ἀπὸ σᾶς μὲ δάκρυα. Καὶ τώρα, ἀδελφοί, σᾶς ἀφιερώνω εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τὸν λόγον τῆς χάριτός του, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν δύναμιν νὰ αὐξήσῃ τὴν οἰκοδομήν σας καὶ νὰ σᾶς δώσῃ κληρονομίαν μεταξὺ ὅλων τῶν ἁγιασμένων. Δὲν ἐπεθύμησα κανενὸς τὸ χρῆμα ἢ τὸ χρυσάφι ἢ τὸν ρουχισμόν. Ξέρετε σεῖς οἱ ἴδιοι ὅτι τὰς ἀνάγκας τὰς δικάς μου καὶ τῶν συντρόφων μου ἐξυπηρέτησαν τὰ χέρια μου αὐτά. Σᾶς ἔδειξα, μὲ κάθε τρόπον, ὅτι ἔτσι μὲ τὸν κόπον τῆς ἐργασίας σας πρέπει νὰ βοηθᾶτε τοὺς ἀδυνάτους καὶ νὰ θυμᾶσθε τὰ λόγια τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ποὺ εἶπε αὐτὸς ὁ ἴδιος: «Εἶναι εὐτυχέστερον νὰ δίνῃ κανεὶς παρὰ νὰ παίρνῃ». Καὶ ὅταν εἶπε αὐτά, ἐγονάτισε μὲ ὅλους καὶ προσευχήθηκε.

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 12 ΙΟΥΝΙΟΥ 2016


  Ταῦτα ἐλάλησεν Ἰησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱὸς σου δοξάσῃ σέ, καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσιν σὲ τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν. Εγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελειώσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. Νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ εἰσιν· ὅτι τὰ ῥήματα ἃ ἔδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. Εγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστιν καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. Καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ αὐτοὶ ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. Ότε ἤμην μετ’ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. Νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὑτοῖς.

Ερμηνευτική απόδοση 
Αυτά είπεν ο Ιησούς προς τους μαθητάς του και έπειτα εσήκωσε τα μάτια του στον ουρανόν και είπε· “Πατερ έφθασεν η ώρα, την οποίαν η αγαθότης και η σοφία σου ώρισε. Δοξασε και ως άνθρωπον τον Υιόν σου, ο οποίος βαδίζει προς την θυσίαν, δια να σε δοξάση και ο Υιός σου με τα αναρίθμητα πλήθη των ανθρώπων, τα οποία δια της λυτρωτικής του θυσίας θα πιστεύσουν εις σε και θα σωθούν. Δόξασε τον, όπως άλωστε και τον εδόξασες έως τώρα, διότι του έδωκες εξουσίαν επί όλης της ανθρωπότητος, δια να δώση εις όλους αυτούς, που του έδωκες, ζωήν αιώνιον. Αυτή δε είναι η αιώνιος ζωη, να γνωρίζουν οι άνθρωποι σε τον μόνον αληθινόν Θεόν, να απολαμβάνουν τας απείρους τελειότητάς σου με την στενήν επικοινωνίαν και αγάπην προς σε, να γνωρίζουν δε επίσης και τον Ιησούν Χριστόν, που έστειλες στον κόσμον. Εγώ με την ζωήν και το έργον μου σε εδόξασα εις την γην. Εκαμα γνωστόν το όνομά σου στους ανθρώπους και με την σταυρικήν μου θυσίαν την οποίαν μετ' ολίγον προσφέρω, ετελείωσα το έργον, το οποίον μου έδωκες να πραγματοποιήσω. Και τώρα, δόξασέ με και συ, Πατερ, πλησίον σου με την δόξαν την οποίαν είχα κοντά σου, πριν άκομα λάβη ύπαρξιν από σε ο κόσμος. Εφανέρωσα το όνομά σου στους ανθρώπους, τους οποίους συ επήρες από τον κόσμον και μου τους έδωκες ως μαθητάς μου. Ησαν ιδικοί σου, σύμφωνα με την αγαθήν διάθεσιν που είχαν, και συ τους έδωκες εις εμέ, και αυτοί εφύλαξαν την εντολήν σου. Τώρα έμαθαν καλύτερα ότι όλα όσα μου έχεις δώσει προέρχονται από σε. Την γνώσιν των και πεποίθησιν αυτήν μαρτυρεί και το γεγονός ότι τους λόγους, που μου έδωκες, τους έδωσα εις αυτούς και αυτοί τους εδέχθησαν και εσχημάτισαν την βεβαίαν γνώσιν και πεποίθησιν, ότι πράγματι εγώ εγεννήθηκα και εβγήκα στον κόσμον από σε και επίστευσαν ότι συ με έστειλες. Εγώ ειδικώς δι' αυτούς σε παρακαλώ τώρα ως μέγας αρχιερεύς και μεσίτης· δεν σε παρακαλώ δια τον κόσμον τον αμαρτωλόν και άπιστον, αλλά δι' αυτούς που μου έδωκες, διότι εξακολουθούν να είναι και θα είναι ιδικοί σου. Άλλωστε όλα τα ιδικά μου είναι ιδικά σου και τα ιδικά σου είναι ιδικά μου. Και αυτοί οι μαθηταί μου ήσαν ιδικοί σου και έγιναν ιδικοί μου και εξακολουθούν να είναι ιδικοί σου. Και εγώ έχω δοξασθή εν μέσω αυτών, οι οποίοι με εγνώρισαν ως Υιόν σου και Θεόν. Και δεν είμαι πλέον στον κόσμον αυτόν αισθητώς μεταξύ των με το σώμα μου, και αυτοί είναι στον κόσμον, δια να εκπληρώσουν την υψηλήν αποστολήν των. Και εγώ έρχομαι προς σε. Πατερ άγιε, φύλαξέ τους με την θείαν σου δύναμιν και αγάπην, αυτούς τους οποίους συ μου έδωκες, ώστε να είναι ενωμένοι μεταξύ των εις ένα πνευματικόν σώμα, όπως είμεθα ημείς. Όταν ήμουν μαζή των στον κόσμον, εγώ τους επροφύλασσα με την ιδικήν σου ακαταγώνιστον δύναμιν και προστασίαν. Εφύλαξα αυτούς που μου έδωκες και κανένας από αυτούς δεν εχάθηκε, παρά μόνον ο υιός της απωλείας, ο προδότης, δια να εκπληρωθούν έτσι και αι προφητείαι της Γραφής. Τώρα όμως έρχομαι προς σε και ενώ ευρίσκομαι ακόμη στον κόσμον, λέγω αυτά, δια να τα ακούσουν και οι ίδιοι, ώστε να έχουν την ιδικήν μου τελείαν χαράν ολόκληρον και πλήρη έντος αυτών.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ


Ο Άγιος Παΐσιος είπε:
Kάποτε, ένας Αγιοπαυλίτης Μοναχός είχε πάει στον Αγιο Γεράσιμο στην Κεφαλληνία.
Την ώρα της Θείας Λειτουργίας έμεινε μέσα στο Ιερό και έκανε κομποσχοίνι-έλεγε νοερώς την ευχή Κύριε Ιησού Χριστέ,Υιέ του θεού ελέησον ημάς-ενώ έξω έψαλλαν.
Είχαν δε φέρει στην εκκλησία και έναν δαιμονισμένο, για να θεραπευθεί από τον Αγιο Γεράσιμο. Ενώ λοιπόν έλεγε την ευχή ο Μοναχός μέσα από το ιερό,το δαιμόνιο έξω καιγόταν και φώναζε: -Μη τραβάς αυτό το σχοινί ,ρε καλόγηρε,γιατί με καίει. Το άκουσε αυτό και ο Ιερεύς και λέει στον μοναχό: -Κάνε αδελφέ μου κομποσχοίνι όσο μπορείς,για να ελευθερωθεί το πλάσμα του θεού από το δαίμονα. Τότε ο δαίμονας οργισμένος φώναξε : -Ρε παλιόπαπα,τί του λες να τραβάει το σχοινί;Με καίει! Τότε ο μοναχός με περισσοτερο πόνο έκανε κομποσχοίνι και ο βασανισμένος άνθρωπος απαλλάχτηκε από το δαιμόνιο.
Ελεγε ο Γέρο-Ζαχαρίας ότι στην <<Μεταμόρφωση>>της Νέας Σκήτης έλεγαν οι πατέρες την ευχή εκφώνως. Κάποτε είχαν μαζευτεί οι δαίμονες οργισμένοι και ένας από τους έξω από εδώ φώναζε: -Λένε εκφώνως την ευχή,δεν έχει δύναμη η προσευχή! Τότε ένας από τους μεγαλύτερους δαίμονες είπε: -Είτε εκφώνως είτε νοερώς την λένε την ευχή,έχει δύναμη,μια που δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.
Ελεγε ο Γερο-Αρσένιος, ο Σπηλαιώτης: -Οταν κάνω κομποσχοίνι όρθιος,αισθάνομαι έντονη ευωδία θεική.Ενω όταν λέω την ευχή καθιστός,ελάχιστη ευωδία αισθάνομαι. Παρ’όλο που ήταν τότε ενενήντα πέντε χρονών ο Γέροντας,αγωνιζόταν συνέχεια φιλότιμα και συνέχεια πλουτιζόταν πνευματικά και ας είχε πολλά αποταμιευμένα πνευματικά κεφάλαια!
Κάτω απότον Αγιο Βασίλειο εκεί που στρίβει ο Ζυγός για την Αγια Αννα, παλαιότερα έμενε ο Διακονητής της Μεγίστης Λαύρας,ο οποίος επέβλεπε τους τράγους που είχαν για πάχυνση. Κάποτε τις αποκριές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής,ενώ ήταν πανσέλληνος και ο Διακονητής Πατήρ Εφραίμ,αδελφός της Μονής,έκανε κομποσχοίνι άκουσε οχλαγωγία μεγάλη χωρίς φασαρίες,μόνο φωνές:<<Ωχ!Ωχ!…>> <<Θα είναι ξένοι αυτοί οι άνθρωποι και ευθυμούν>>σκέφτηκε ο πατήρ Εφραίμ. Βγαίνει λοιπόν έξω στο φεγγάρι,αλλά τί να δεί!Περίπου τριακόσιους δαίμονες να αδημονούν και ο αρχηγός τους να λέει: -Για δες !Ενας σκελετωμένος καλόγηρος να μας καθυστερεί μέρες την φάλαγγα και να μη μπορούμε να πάμε στον κόσμο τώρα για τα αποκριάτικα γλέντια και ξεφαντώματα!
Κάποτε είχε πάει ένας ψαράς στον ευλαβέστατο παπα-Μηνά της Σκήτης της Αγίας Αννας φρέσκα ψάρια για την Πανηγυρή του.Ο Γέροντας παραξενεύτηκε πότε τα έπιασε ,γιατί ήταν Κυριακή.Ρωτάει λοιόν τον ψαρά: -Πότε τα έπιασες; Εκείνος απάντησε: -Σήμερα το πρωί.Είναι φρέσκα-φρέσκα! Τότε ο παπα-Μηνάς του λέει: -Παιδί μου,δεν μπορώ να τα αγοράσω είναι αφορισμένα,γιατί τα έπιασες Κυριακή. Ο ψαράς δεν μπορούσε να το καταλάβει αυτό.Τότε του λέει ο Γέροντας: -Θέλεις να βεβαιωθείς για αυτό;Δώσε ένα ψάρι στο γάτο και θα δείς ότι δε θα το φάει. Πράγματι δεν το έφαγε το ψάρι ο γάτος.Εδειξε αποστροφή.Αυτό φυσικά συγκλόνισε τον ψαρά και στο εξής σεβόταν τις Κυριακές και τις μεγάλες εορτές. Ο παπα-Μηνας ήταν πολύ καλογερικός και διακρινόταν στην ευλάβεια και στην άσκηση.Ετρωγε μία φορά την ημέρα μετά την ενάτη και εκείνο άλαδο.Επόμενο ήταν να κατοικεί μέσα του η θεία Χάρις,αφού ήταν και πολύ ταπεινός.

ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ


Τη μνήμη των Αγίων Αποστόλων Βαρθολομαίου και Βαρνάβα τιμά σήμερα, 11 Ιουνίου, η Εκκλησία μας.
Ο Βαρθολομαίος ήταν από τους δώδεκα Απόστολους του Κυρίου και κήρυξε το Ευαγγέλιο στους Ινδούς στους οποίους και παρέδωσε το κατά Ματθαίο Ευαγγέλιο. Αλλά στην Ουρβανούπολη οι ειδωλολάτρες τον σταύρωσαν, και έτσι ένδοξα τελείωσε τη ζωή του με το μαρτύριο.
Ο Βαρνάβας (ο και Iωσής ονομαζόμενος) ήταν Ιουδαίος Λευίτης, από την Κύπρο και στα χρόνια των Αποστόλων κατοικούσε στην Ιερουσαλήμ.
Βασικός συνεργάτης του Αποστόλου Παύλου ο Βαρνάβας, κήρυξε το Ευαγγέλιο του Χρίστου στην Ιερουσαλήμ, στη Ρώμη, στην Αλεξάνδρεια και στη γενέτειρά του Κύπρο.
Εκεί λιθοβολήθηκε από τους Ιουδαίους και τους ειδωλολάτρες, και στη συνέχεια τον έκαψαν (Σαλαμίνα, Κύπρος). Τα άγια λείψανα του, συνέλεξε ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Μάρκος, και τα τοποθέτησε μέσα σε σπήλαιο.
Παλαιά παράδοση αναφέρει ότι ο Βαρνάβας ενταφιάσθηκε με το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, το οποίο και είχε αντιγράψει με τα χέρια του και το οποίο προσπάθησε να κάνει γνωστό «πάσει τη κτίσει».
Ο Βαρνάβας υπήρξε μεγάλη και ένδοξη εκκλησιαστική φυσιογνωμία, που διακρίθηκε για τη φλογερή του πίστη και για την ικανότητα του στο κήρυγμα του θείου λόγου.
Και οι δυο Απόστολοι συνέβαλαν κατά τον καλύτερο τρόπο στην εκπλήρωση της προφητείας του Κυρίου, ότι «εις πάντα τά έθνη δεί πρώτον κηρυχθήναι τό ευαγγέλιον» (Μάρκ., ιγ'10).
Δηλαδή, πρέπει σε όλα τα έθνη, σύμφωνα με το θείο σχέδιο να κηρυχθεί προηγουμένως το Ευαγγέλιο, για να είναι το κήρυγμα αυτό έλεγχος για εκείνους που δε θα πιστέψουν.
Απολυτίκιο:
Ήχος γ'. Θείας πίστεως.
Θεία όργανα, τού Παρακλήτου, καί εκφάντορες, τού Θεού Λόγου, ανεδείχθητε θεόπται Απόστολοι, Βαρθολομαίε τών Δώδεκα σύσκηνε, καί Βαρνάβα ως υιός παρακλήσεως. Αλλά αιτήσασθε, Χριστόν τόν Θεόν πανεύφημοι, δωρήσασθαι ημίν τό μέγα έλεος.

ΕΟΡΤΗ ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΤΟΥ ΙΑΤΡΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΚΡΙΜΑΙΑΣ


Ο άγιος αρχιεπίσκοπος Λουκάς, κατά κόσμον Βαλεντίν του Φέλιξ Βόινο - Γιασενέτσκι, γεννήθηκε στις 14/27 Απριλίου 1877 στο Κέρτς της χερσονήσου της Κριμαίας. Το οικογενειακό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε ήταν ιδιόμορφο καθώς ο πατέρας του ήταν Ρωμαιοκαθολικός ενώ η μητέρα του, αν και ορθόδοξη, περιοριζόταν σε καλές πράξεις χωρίς να συμμετέχει ενεργά στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. Πολύ νωρίς μετακομίζουν στο Κίεβο.
 Στο Κίεβο ο Βαλεντίν αποφασίζει να σπουδάσει Ιατρική. Παίρνει το πτυχίο του το 1903 και παρακολουθεί μαθήματα οφθαλμολογίας.
 Το 1904, με το ξέσπασμα του Ρωσο - Ιαπωνικού πολέμου, βρέθηκε στην Άπω Ανατολή, όπου εργάστηκε ως χειρουργός με μεγάλη επιτυχία. Εκεί συναντήθηκε και με την Άννα Βασιλίεβνα Λάνσκαγια, τη μέλλουσα σύζυγό του, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Μετά το τέλος του πολέμου εργάζεται σε διάφορα επαρχιακά νοσοκομεία. Οι επιτυχίες του είναι τόσες πολλές που η φήμη του εξαπλώνεται γρήγορα και ασθενείς καταφθάνουν από παντού. Την ίδια εποχή μελετά σχετικά με την τοπική αναισθησία και συντάσσει επιστημονικά άρθρα. Διαπρέπει στις εγχειρήσεις των οφθαλμών και αποφασίζει να ασχοληθεί με τη θεραπεία των πυογόνων λοιμώξεων.
 Το 1917 ο Βαλεντίν εκλέγεται καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Τασκένδης. Η ρωσική επανάσταση είχε ήδη αρχίσει και η εκκλησία βρέθηκε στο στόχαστρο των Μπολσεβίκων. Η κατάσταση είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Τότε ο Βαλεντίν συνελήφθη για πρώτη φορά. Αιτία ήταν η συκοφαντία ενός νοσοκόμου. Με τη βοήθεια του Θεού αποκαλύφθηκε η αλήθεια και ο γιατρός αφέθηκε ελεύθερος. Η περιπέτεια αυτή όμως, παρά το αίσιο τέλος της, αναστάτωσε την Άννα, η οποία έπασχε ήδη από φυματίωση, και η υγεία της επιδεινώθηκε σε βαθμό που λίγες ημέρες αργότερα υπέκυψε. Μετά τον θάνατό της ο γιατρός εμπιστεύτηκε τα παιδιά του στη Σοφία Σεργκέγεβνα, μια πιστή νοσοκόμα, η οποία τους στάθηκε σαν δεύτερη μητέρα για πολλά χρόνια.
 Ο Βαλεντίν ήταν πολύ πιστός και αυτό ήταν έκδηλο στον τρόπο που εργαζόταν. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν οι πρώτες αντιδράσεις από τους εκπροσώπους του αθεϊστικού καθεστώτος. Στο μεταξύ στους διωγμούς προστίθεται και η πληγή της «ζώσης εκκλησίας» που σκοπό είχε να υπηρετήσει τα συμφέροντα του κράτους διαιρώντας τους κληρικούς και τους πιστούς, και να τους απομακρύνει από την αληθινή πίστη.
 Σ' αυτή την εποχή των δοκιμασιών για την Εκκλησία, ο γιατρός συμμετείχε ενεργά στη ζωή της εκκλησίας. Όταν κατηγορήθηκε ο αρχιεπίσκοπος Τασκένδης και Τουρκεστάν Ιννοκέντιος από τους σχισματικούς, ο γιατρός υπερασπίστηκε με σθένος την κανονική τάξη. Ο αρχιεπίσκοπος Ιννοκέντιος, εντυπωσιασμένος από την παρρησία του Βαλεντίν, του προτείνει να γίνει ιερέας. Πράγματι, η χειροτονία του σε διάκονο έγινε στις 26 Ιανουαρίου 1921 και μια εβδομάδα αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
Το καλοκαίρι του 1923 η «ζώσα εκκλησία» κάνει την επίθεσή της και εκτοπίζει τον επίσκοπο Ιννοκέντιο. Ο κλήρος και ο λαός της Τασκένδης, όντας στο έλεος των σχισματικών, εκλέγουν στη θέση του επισκόπου τον π. Βαλεντίν Βόινο - Γιασενέτσκι. Η κουρά του σε μοναχό έγινε κρυφά στο σπίτι του ιερέα - καθηγητή. Καταλληλότερο όνομα για το νέο επίσκοπο κρίθηκε εκείνο του αποστόλου, ευαγγελιστή, αγιογράφου και ιατρού Λουκά. Στη συνέχεια, ταξίδεψε ως Πεντζικέντ για να χειροτονηθεί επίσκοπος.
Το γεγονός αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο και πολύ σύντομα ο επίσκοπος Λουκάς συνελήφθη. Κατηγορήθηκε για προδοσία και φυλακίστηκε. Στη φυλακή είχε την ευκαιρία να ολοκληρώσει και το σύγγραμμά του: «Δοκίμια για την χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων», το οποίο όμως δεν εκδόθηκε για πολλά χρόνια, παρόλη τη σημασία του για την ιατρική επιστήμη, επειδή ο συγγραφέας επέμεινε να γραφεί στο εξώφυλλο το αρχιερατικό του αξίωμα.
Στο διάστημα της απουσίας του οι εκπρόσωποι της «ζώσης εκκλησίας» κατέλαβαν τις εκκλησίες, μα ο λαός, πιστός στις συμβουλές του ποιμένα του, απείχε από τους ναούς. Λόγω της μεγάλης του επιρροής οι υπεύθυνοι της G.P.U. («Κρατική Πολιτική Διεύθυνση») αποφάσισαν να απομακρύνουν τον επίσκοπο Λουκά από την Τασκένδη. Την ώρα της αποχώρησής του πλήθος κόσμου στάθηκε στις γραμμές του τρένου προκειμένου να εμποδίσει την αναχώρηση. Ο κόσμος απομακρύνθηκε από τις αστυνομικές δυνάμεις και ο επίσκοπος Λουκάς πήρε τον μακρύ και βασανιστικό δρόμο της εξορίας.
Φυλακίζεται κάτω από άθλιες συνθήκες στη Μόσχα. Εκεί διαπιστώνει τα πρώτα συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας που θα τον συνοδεύσει σε όλη του τη ζωή. Παρόλες τις κακουχίες, η συμπεριφορά του επισκόπου απέναντι σε όλους τους κρατουμένους προκαλούσε το σεβασμό ακόμη και των πιο αρνητικών.
Ενώ οι γιατροί βεβαίωναν πως η κατάσταση της υγείας του δεν το επιτρέπει, ο επίσκοπος Λουκάς αναχώρησε εξόριστος για τη Σιβηρία. Το καθεστώς τον εγκαθιστά στην πόλη Γενισέισκ, για να τον στείλει αργότερα ακόμη 2000 χλμ μακρύτερα στην πόλη Τουρουχάνσκ. Και στο νέο τόπο της εξορίας δεν αρνήθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε όσους τις χρειάζονταν, παρόλες τις αντίξοες συνθήκες. Ο λαός του Τουρουχάνσκ τον περιέβαλλε με πολύ αγάπη και σεβασμό. Αυτό ήταν αρκετό για τους αθέους που σχεδίασαν νέα εξορία για τον επίσκοπο - γιατρό, αυτή τη φορά τον έστειλαν πέρα από τον αρκτικό κύκλο, στο χωριό Πλάχινο, όπου κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο ο ήλιος δεν ανατέλλει. Η υγεία του επισκόπου είχε επιδεινωθεί και μια τέτοια εξορία ήταν πολύ επικίνδυνη για τη ζωή του. Αυτός ήταν και ο σκοπός των διωκτών του. Εκεί, στο Πλάχινο, υπέφερε τα πάνδεινα, τόσο λόγω των καιρικών συνθηκών, όσο και λόγω τις αντιμετώπισης από τους κατοίκους της περιοχής. Ευτυχώς, δύο μήνες αργότερα, με αιτία το θάνατο ενός αγρότη οι κάτοικοι του Τουρουχάνσκ ξεσηκώθηκαν και απαίτησαν την επιστροφή του επισκόπου. Οι αρχές δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να υποχωρήσουν. Έτσι ο επίσκοπος Λουκάς, που από όραμα είχε ειδοποιηθεί για το πέρας της δοκιμασίας του, επέστρεψε στο Τουρουχάνσκ και συνέχισε απερίσπαστος τις ασχολίες του για οκτώ ακόμη μήνες, μέχρι, δηλαδή, το τέλος της εξορίας του.
Παρόλες τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, δεν ξέχασε ποτέ τα παιδιά του και επικοινωνούσε μαζί τους όσο πιο συχνά μπορούσε.
Στο Κρασνογιάρσκ παρουσιάζεται στη G.P.U. για ανάκριση. Εκεί ο βοηθός του διοικητή ανακοίνωσε στον επίσκοπο πως μπορούσε να πάει όπου ήθελε, ήταν ελεύθερος. Όπως ήταν φυσικό ο επίσκοπος ξεκίνησε για την Τασκένδη. Δυστυχώς εκεί αντιμετωπίζει τις συκοφαντίες ακόμη και συνεργατών του, γεγονός που τον οδήγησε σε παραίτηση από την έδρα του επισκόπου.
Στην Τασκένδη συνεχίζει τις φιλανθρωπίες του, μα οι αντίπαλοί του δεν έπαψαν να ψάχνουν ευκαιρία για να τον διώξουν.
Η αφορμή δεν άργησε να βρεθεί και ο επίσκοπος βρέθηκε πάλι υπόλογος απέναντι στα κομματικά στελέχη. Ο σκοπός αυτή τη φορά ήταν να τον αναγκάσουν να παραιτηθεί από το ιερό του αξίωμα. Μετά από εξαντλητικές ανακρίσεις και απεργίες πείνας και αφού πέρασε ένα ολόκληρο χρόνο στη φυλακή, ο επίσκοπος, εξορίστηκε για μια ακόμη φορά στη Βόρεια Ρωσία. Οι δραστηριότητές του εκεί ενόχλησαν όχι μόνο τις αρχές αλλά και τους κατοίκους. Σύντομα ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας τον ανάγκασε να πάει στο Λένινγκραντ.
Μετά την ανάρρωσή του πέρασε μια μακρά περίοδο δοκιμασιών και περιπλανήσεων. Οι εκπρόσωποι του Κόμματος πιέζουν τον επίσκοπο να εγκαταλείψει την ιερωσύνη. Στην περίοδο αυτή της πνευματικής δοκιμασίας αρχίζει να χάνει την όραση από το αριστερό μάτι λόγω αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς χιτώνα. Επίσης, τα «Δοκίμια για τη χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων» εκδίδονται χωρίς να αναγραφεί το αξίωμά του. Εν καιρώ επανακτά την εσωτερική γαλήνη, που είχε στερηθεί, και περνά δύο χρόνια ηρεμίας και ειρήνης κοντά στα παιδιά του.
Ο επίσκοπος Λουκάς ήταν 60 ετών, όταν συνελήφθη για τέταρτη φορά. Από το φάκελλο που διατηρούσαν στην Ασφάλεια, μπορούμε να γνωρίζουμε τις δραστηριότητές του. Ενώ από τους ασθενείς του δεν έπαιρνε ποτέ χρήματα, έδινε και το μισθό του σε αγαθοεργίες, δηλαδή βοηθούσε όσους φτωχούς, άπορους και εξόριστους ανθρώπους τύχαινε να γνωρίζει. Οι φιλανθρωπικές ενέργειές του ενόχλησαν και πάλι το καθεστώς που τον συνέλαβε εκ νέου και τον οδήγησε στη Σιβηρία.
Όταν στις 21 Ιουνίου 1941 τα χιτλερικά στρατεύματα μπαίνουν στη Ρωσία, ο επίσκοπος - γιατρός, αν και εξόριστος, προσφέρεται εθελοντικά να εργαστεί για τη θεραπεία των τραυματιών. Τα Κόμμα αναγνωρίζει την αξία του ως γιατρού και τον διορίζει αρχίατρο του στρατιωτικού νοσοκομείου και σύμβουλο όλων των νοσοκομείων της περιοχής. Παρόλα αυτά οι συνθήκες είναι οικτρές ενώ παράλληλα δεν του αναγνωρίζουν κανένα πολιτικό δικαίωμα.
Την Άνοιξη του 1942 αλλάζει η στάση της πολιτείας απέναντι στον ίδιο, αλλά και απέναντι στην Εκκλησία. Σε όλη την επικράτεια της Ρωσίας ανοίγουν εκκλησίες και ο λαός βρίσκει καταφύγιο στους ναούς από την παραφροσύνη του πολέμου. Για να καλυφθούν οι υπάρχουσες ανάγκες ο επίσκοπος Λουκάς προάγεται σε αρχιεπίσκοπο Κρασνογιάρσκ.
Οι Γερμανοί υποχωρούν και ο αρχιεπίσκοπος μεταφέρεται δυτικότερα, στο Ταμπώφ. Εκείνη την εποχή είναι υπεύθυνος για 150 στρατιωτικά νοσοκομεία. Η Εκκλησία για να τον διευκολύνει τον μεταθέτει στην Αρχιεπισκοπή Ταμπώφ και Μιτσούρινσκ.
Το 1946 ο αρχιεπίσκοπος Λουκάς βραβεύθηκε με το βραβείο Στάλιν για την ηρωική εργασία του στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, και για την μεγάλη προσφορά του στην ιατρική επιστήμη.
Στα 70 του χρόνια γίνεται αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας. Εκεί το έργο του είναι δύσκολο. Η φτώχεια έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις που αναγκάζεται να ταΐζει καθημερινά, στο σπίτι του, τους άπορους της περιοχής. Στρέφει το ενδιαφέρον του στην εκκλησιαστική ζωή, καθώς τον αποκλείουν από κάθε επιστημονικό συνέδριο. Κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες για να ανοίξουν εκκλησίες. Ταυτόχρονα προσπαθεί να πατάξει την αμέλεια και την αδιαφορία των ιερέων τονίζοντας πως πρέπει οι ίδιοι να αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση για τους πιστούς. Παράλληλα εξασκεί το έργο του ιατρού προσφέροντας αναργύρως τις υπηρεσίες του στον πάσχοντα άνθρωπο. Ακολουθώντας το υπόδειγμα του Θεανθρώπου όλη του τη ζωή «διήλθεν ευεργετών και ιώμενος».
Με τη βελτίωση στις σχέσεις Εκκλησίας - Κράτους ο αρχιεπίσκοπος βρίσκει την ευκαιρία να επιστρέψει στην αγαπημένη του ασχολία, δηλαδή το κήρυγμα. «Θεωρώ βασικό αρχιερατικό μου καθήκον να κηρύττω παντού και πάντα το Χριστό». Σημειώνει ο ίδιος. Από τα κηρύγματά του καταγράφηκαν περίπου 750, τα οποία αποτέλεσαν 12 τόμους (4500 σελίδες), και έχουν χαρακτηριστεί «εξαιρετικό φαινόμενο στη σύγχρονη εκκλησιαστική ζωή και θεολογία».
Την Άνοιξη του 1952 επιδεινώνεται η όρασή του, ενώ στις αρχές του 1956 τυφλώνεται οριστικά.
Το 1953 τον Στάλιν διαδέχεται ο Νικήτας Κρουτσώφ, ο οποίος ξεκίνησε νέο κύμα διωγμών κατά της Εκκλησίας που κορυφώνονται το 1959. Ο Αρχιεπίσκοπος μεριμνά για το ποίμνιό του και προσπαθεί να του δώσει κουράγιο.
Εκείνη την εποχή γράφει στο μεγαλύτερο γιό το Μιχαήλ: «Είναι όλο και πιο δύσκολο να διευθύνει κανείς τις υποθέσεις της Εκκλησίας. Οι εκκλησίες κλείνουν η μία μετά την άλλη, δεν υπάρχουν ιερείς και ο αριθμός του όλο και ελαττώνεται...Κατά τόπους η αντίδραση φτάνει μέχρι εξεγέρσεως κατά της αρχιερατικής εξουσίας μου. Δεν μπορώ να το υποφέρω στα ογδόντα μου χρόνια. Αλλά με τη βοήθεια του Κυρίου, συνεχίζω το δύσκολο έργο μου».
Η αγάπη του κόσμου προς τον αρχιεπίσκοπο Λουκά ήταν έκδηλη. Ακόμα και αλλόθρησκοι η άπιστοι τον έβλεπαν με σεβασμό.
Ο αρχιεπίσκοπος είναι ήδη 84 ετών. Διαισθάνεται πως το τέλος του πλησιάζει. Τα Χριστούγεννα του 1960 λειτουργεί για τελευταία φορά και για τον καιρό που απομένει, περιορίζεται στο να κηρύττει. Τελικά την Κυριακή 11 Ιουνίου 1961, ημέρα που γιορτάζουν οι Άγιοι Πάντες της Αγίας Ρωσίας, κοιμήθηκε ο αρχιεπίσκοπος - γιατρός Λουκάς Βόινο - Γιασενέτσκι. Παρά την έντονη αντίδραση των Κομματικών, η κηδεία του αρχιεπισκόπου μετατράπηκε σε λαϊκή επανάσταση. Η Ε.Π. Λέικφελντ περιγράφει: «Οι δρόμοι πλημμύρησαν από γυναικούλες με άσπρα μαντίλια στα κεφάλια. Προχώρησαν σιγά - σιγά μπροστά από τη σορό του Δεσπότη. Ακόμη και οι γερόντισσες δεν πήγαιναν πίσω. Τρείς σειρές τεντωμένων χεριών λες και οδηγούσαν το αυτοκίνητο. Ο δρόμος μέχρι και το κοιμητήριο ήταν στρωμένος με τριαντάφυλλα. Και μέχρι την πόρτα του κοιμητηρίου ακουγόταν πάνω από τα κεφάλια με τα άσπρα μαντίλια, ο ύμνος: «Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς». Ό,τι και να έλεγαν σε αυτό το πλήθος, όσο κι' αν προσπαθούσαν να τους κάνουν να σιωπήσουν, η απάντηση ήταν μία, κηδεύουμε τον αρχιεπίσκοπό μας».
Το Νοέμβριο του 1995 ανακηρύχτηκε άγιος από την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία.
Στις 17 Μαρτίου 1996 έγινε με επισημότητα η ανακομιδή των λειψάνων του, που τέθηκαν για λαϊκό προσκύνημα στο ναό του κοιμητηρίου, αφιερωμένο στη μνήμη των Αγίων Πάντων. Τα λείψανά του εξέπεμπαν μιάν άρρητη ευωδία, ενώ πολλοί ασθενείς θεραπεύτηκαν θαυματουργικά. Τρείς μέρες αργότερα, στις 20 Μαρτίου 1996, τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στον Ι. Ναό Αγ. Τριάδος. Η μνήμη του ορίστηκε να τιμάται στις 11 Ιουνίου επέτειο της κοιμήσεώς του.
Άπολυτίκιον.
Ηχος πλ. α΄. Τον συνάναρχον Λόγον.
Ιατρόν και ποιμένα, Λουκάν τιμήσωμεν, Συμφερουπόλεως ποίμνης, Αρχιερέα λαμπρόν, τον βαστάσαντα Χρίστου τα θεία στίγματα, τας εξορίας τα δεινά, εγκλεισμούς εν φυλακαίς, τας θλίψεις, και τα ονείδη, τον επ΄ εσχάτων φανέντα, εν τη Ρωσία νέον Άγιον.


Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ-ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΑΡΡΩΣΤΩΝ

Χθες βράδυ, την ώρα που πήγαινα στον ναό για την αγρυπνία, είδα σε μια άκρη έναν πατέρα με ένα παιδάκι σε αναπηρικό καροτσάκι. Πλησίασα, αγκάλιασα τον μικρό και τον φίλησα. «Είσαι ένας άγγελος, του είπα, το ξέρεις;». Και στον πατέρα του είπα: «Μεγάλη τιμή για σένα να υπηρετείς έναν άγγελο. Να χαίρεστε, γιατί θα πάτε και οι δύο στον Παράδεισο». Έλαμψαν από χαρά τα πρόσωπά τους, γιατί ένιωσαν την θεϊκή παρηγοριά.
Αυτοί που διακονούν αρρώστους, αναπήρους κ.λπ. με αγάπη και υπομονή, αν έχουν αμαρτίες, σβήνουν τις αμαρτίες τους με την θυσία που κάνουν· αν δεν έχουν αμαρτίες, αγιάζονται. Κάποτε μια γυναίκα μου διηγήθηκε μερικά γεγονότα από την ζωή της πολύ θαυμαστά. Απόρησα, γιατί ήταν καταστάσεις που συναντούμε στους βίους των Αγίων και αυτή ήταν μια απλή γυναίκα. Όταν μου είπε πως είχε περάσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής της, είδα ότι όλη η ζωή της ήταν μια θυσία. Από νέα ακόμη υπηρετούσε αρρώστους, γιατί στο πατρικό της σπίτι είχαν και τον παππού και την γιαγιά, που ήταν άρρωστοι. Όταν παντρεύτηκε, έμενε με τον πεθερό και την πεθερά της, που ήταν επίσης άρρωστοι. Μετά αρρώστησε ο άνδρας της, έμεινε κατάκοιτος και τον υπηρετούσε. Όλη την ζωή της δηλαδή αυτή η γυναίκα την πέρασε διακονώντας αρρώστους. Διψούσε όλα αυτά τα χρόνια να μελετήσει, να πάει σε κάποια αγρυπνία, αλλά δεν είχε χρόνο. Επειδή όμως ήταν δικαιολογημένη, ο Θεός στο τέλος της έδωσε μαζεμένη την Χάρη Του.
– Γέροντα, μερικοί άνθρωποι, όταν αρρωσταίνουν, αποκτούν πολλές παραξενιές.
– Ναι, αυτό συμβαίνει, αλλά και οι υγιείς πρέπει να δικαιολογούν λίγο την ανησυχία, την γκρίνια ή την ιδιοτροπία των αρρώστων, γιατί αυτά είναι φυσικά στους αρρώστους. Ειδικά, όποιος δεν έχει αρρωστήσει, δεν μπορεί να καταλάβει τον άρρωστο, γιατί δεν έχει πονέσει και η καρδιά του είναι λίγο σκληρή.
Όσοι υπηρετούν έναν άρρωστο, έναν κατάκοιτο, χρειάζεται πολύ να προσέξουν να μην τον κάνουν να γογγύσει. Μπορεί να τον υπηρετούν για χρόνια, αν όμως μια φορά στο τέλος τον κάνουν να γογγύσει, τα χάνουν όλα. Είναι βαρύ να φύγει η ψυχή με γογγυσμό από αυτόν τον κόσμο. Αλλά και εκείνους μετά ο πονηρός θα τους βασανίζει, λεπταίνοντας δήθεν την συνείδησή τους.
– Γέροντα, όταν υπηρετείς έναν άρρωστο, δεν σε καταβάλλει μόνον η κούραση, αλλά και η στεναχώρια, γιατί βλέπεις έναν δικό σου άνθρωπο σιγά-σιγά να σβήνει.
– Ναι, αλλά και ο Θεός όλους τους οικονομάει! Βλέπεις, όταν αρρωσταίνει ένα μέλος από την οικογένεια, όλη η οικογένεια πονάει. Και αν τυχόν είναι ο πατέρας και δεν μπορεί να εργαστεί, ολόκληρη η οικογένεια και πονάει και δυστυχεί. Έχει την αγωνία, «θα ζήση ο πατέρας, δεν θα ζήση;». Βασανίζεται αυτός, βασανίζονται και οι άλλοι. Σβήνει αυτός, σβήνουν και οι γύρω του. Και η μητέρα τότε πρέπει να δουλέψει περισσότερο. Να φροντίσει τα παιδιά, να πάει και στο νοσοκομείο, για να κοιτάξει τον άρρωστο. Θέλω να πω, όταν κάποιος αρρωστήσει από μια βαριά αρρώστια, και ο ίδιος υποφέρει, κουράζεται και θέλει να πεθάνει, αλλά και οι δικοί του που τον υπηρετούν, στεναχωριούνται, ταλαιπωρούνται και κουράζονται. Και όσο περισσότερο δεμένοι και αγαπημένοι είναι, επιτρέπει στο τέλος ο Θεός, και ο άρρωστος και αυτοί που τον υπηρετούν να ταλαιπωρούνται πιο πολύ, να πονούν πιο πολύ, μέχρι να φθάσουν να πουν: «ας τον πάρει ο Θεός, για να ξεκουρασθεί» – αλλά για να ξεκουρασθούν και αυτοί. Βλέπετε, όταν μια οικογένεια είναι πολύ αγαπημένη, και οι γονείς πεθαίνουν στα καλά καθούμενα, χωρίς να αρρωστήσουν, και δεν ταλαιπωρούνται ούτε αυτοί ούτε τα παιδιά τους, γιατί χρειάσθηκε να τους υπηρετήσουν, ο πόνος του χωρισμού για τα παιδιά είναι πολύ οδυνηρός.
– Γέροντα, ο ψυχικός παράγων πόσο μπορεί να επηρεάση την σωματική υγεία;
– Όταν κανείς είναι ψυχικά καλά, ο σωματικός πόνος ελαφρώνει. Όταν δεν είναι καλά ψυχικά, η άσχημη ψυχική κατάσταση επιδεινώνει την υγεία του. Πάρε έναν καρκινοπαθή που τον έχουν ξεγραμμένο οι γιατροί. Αν πιστεύει στον Θεό και βρεθεί σε μια χαρούμενη πνευματική ατμόσφαιρα, μπορεί να ζήση περισσότερο, ενώ διαφορετικά μπορεί να λιώσει από την στεναχώρια του και να σβήσει μέσα σε λίγες εβδομάδες. Καμιά φορά μπορεί κάποιος από ιατρικής πλευράς να είναι υγιής, οι εξετάσεις να μη δείχνουν τίποτε, αλλά, αν έχει κάτι που τον σακατεύει ψυχικά, τότε να μην είναι πραγματικά καλά. Γιατί οι περισσότερες αρρώστιες από την στεναχώρια ξεκινούν. Όλοι οι άνθρωποι έχουν κάποιο ευαίσθητο σημείο. Μια στεναχώρια άλλον θα τον χτυπήσει στο στομάχι, άλλον στο κεφάλι.
Το καλύτερο φάρμακο για μια αρρώστια είναι η πνευματική χαρά, γιατί σκορπάει την θεία Χάρη στην ψυχή. Η πνευματική χαρά έχει την μεγαλύτερη ιαματική δύναμη για όλες τις αρρώστιες. Είναι η θεϊκή αλοιφή που επουλώνει τις πληγές, ενώ η στενοχώρια τις ερεθίζει.

"ΕΙΔΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΟΥ, ΟΛΗ ΤΗΝ ΘΕΟΤΗΤΑ ΣΤΑ ΤΙΜΙΑ ΔΩΡΑ"

Συχνά στην Θεία Λειτουργία ο παπά – Εφραίμ, έβλεπε την Θεία Χάρη ολοζώντανη, ψηλαφητή, να γεμίζει όλο το εκκλησάκι.
Δια τούτο έλεγε εμπειρικά ότι: «Το Πνεύμα το Άγιον δεν οράται, αλλά η Χάρις Του οράται».
Η Χάρις πλημμύριζε τις καρδιές τους στον μικρό ναό και πολλές φορές έβλεπε το Θείο Βρέφος πάνω στο άγιο Δισκάριο και τα δάκρυά του έτρεχαν ποτάμι.
Μια φορά στον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, πληροφορήθηκε τί σημαίνει: «Υιός Θεού και συγκληρονόμος Χριστού !» και παράλληλα ένοιωθε τρομερή ζέση πνεύματος.
Πολλές φορές, κατά το τέλος της Θείας Λειτουργίας, είδε νεκρό σώμα επί της Αγίας Τραπέζης όταν λειτουργούσε, όπως σε Επιτάφιο.
Κάποτε μετά από Θεία Λειτουργία όταν πήγε να κοιμηθεί ο παπά – Εφραίμ, ξαφνικά βλέπει ένα Χερουβείμ. Με ανέκφραστη αγαλλίαση το αγκάλιασε και το φίλησε. Όταν είπε στον Γέροντα (τον μακαριστό Ιωσήφ τον Ησυχαστή) τί του συνέβη, αυτός του είπε ότι ήταν εκδήλωσις της Θείας Χάριτος.
Άλλη φορά είδε τον Τριαδικό Θεό στα Τίμια Δώρα και να πώς Τον περιγράφει:
«Είδα όλη την Θεότητα στα Τίμια Δώρα. Την είδα με τα μάτια της ψυχής. Αυτό όμως δεν μπορώ να το περιγράψω.
Τον Θεό, βέβαια, δεν μπορεί να Τον ιδεί ο άνθρωπος και να ζήσει, αλλά κάπως, όπως ο Μωυσής που λέγει ''τα οπίσθια του Θεού''.
Ευρέθην την στιγμήν εκείνην εις κατάστασιν αρρήτου μακαριότητος, ειρήνης, αγάπης, θείου έρωτος, δακρύων. Ζωντανός ο Θεός εις το άγιον Δισκοπότηρον! Πώς να τολμήσεις, λοιπόν, να πλησιάσεις εις τον άγιον Ποτήριον;»
 Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεϊτου, ''Ο Γέροντάς μου Ιωσήφ, ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης

ΝΑ ΘΥΜΑΣΑΙ ΠΑΝΤΑ ΟΤΙ Η ΖΩΗ ΣΟΥ ΚΑΙ Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΩΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης
Να θυμάσαι πάντα ότι η ζωή σου και η ευτυχία είναι δώρα του Θεού…
Να περνάς τη ζωή σου εδώ έτσι, ώστε κάθε στιγμή να είσαι έτοιμος να την αφήσεις. Ποτέ σου να μην επιτρέψεις οι απολαύσεις να σε κάνουν να ξεχάσεις τον εαυτό σου και το Θεό.
Να θυμάσαι πάντα ότι η ζωή σου και η ευτυχία είναι δώρα του Θεού, δώρα που δε σου αξίζουν. Αμαρτία είναι όταν δεν απολαμβάνουμε σωστά αυτά τα δώρα, όπως και όταν ξεχνάμε ότι όλα όσα έχουμε στη ζωή μας είναι δώρα του Θεού.
Πάτερ Επουράνιε! Ας μην ξεχνάω ποτέ ότι όλα αυτά που έχω είναι δικά Σου.
Και αυτά τα δώρα που συνεχώς μου χαρίζεις, ας με κάνουν να Σε αγαπήσω περισσότερο και όχι να απομακρυνθώ από Σένα.

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

ΘΕΕ ΜΟΥ, ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ ΤΟΣΟ ΑΠΛΟΣ, ΜΑ ΕΜΕΙΣ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥΠΛΟΚΟΙ


π.Ανδρέας Κονάνος
Θεέ μου, Εσύ είσαι τόσο απλός,μα εμείς τόσο πολύπλοκοι.
Εσύ ξεκουράζεις την ψυχή και ξεμπλοκάρεις τη σκέψη μας.
Εμείς, τα κάνουμε πάντα θάλασσα, εις εαυτούς και αλλήλους.
Εσύ έρχεσαι να μας βοηθήσεις φιλικά και ήρεμα
να προχωρήσουμε με μικρά βήματα, συμβατά με τις αντοχές
και τα κουράγια μας.
Εμείς, σπρώχνοντας αδιάκριτα- υποτίθεται να βοηθήσουμε τον άλλον-
τον ρίχνουμε τελικά στο γκρεμό.

Εσύ λες λίγα, και κάνεις πολλά μες στη σιωπή Σου.
Εμείς, λέμε πολλά,δήθεν δικά Σου, που όμως φέρνουν σύγχυση και μόνιμη Βαβέλ.

"ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ ΜΗΠΩΣ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΕΣΑ ΣΑΣ ΜΕΤΑΤΡΑΠΕΙ ΣΕ ΚΟΛΑΣΗ"

Οι πειρασμοί παραχωρούνται για να φανερωθούν τα κρυμμένα πάθη, να καταπολεμηθούν κι έτσι να θεραπευθεί η ψυχή. Είναι και αυτοί δείγμα του θείου ελέους. Γι’ αυτό εμπιστεύσου στο Θεό και ζήτησε  την βοήθεια Του, ώστε να σε δυναμώσει στον αγώνα σου. Η ελπίδα στο Θεό δεν οδηγεί ποτέ στην απελπισία. Οι πειρασμοί φέρνουν ταπεινοφροσύνη. Ο Θεός ξέρει την αντοχή του καθενός μας και παραχωρεί τους πειρασμούς κατά το μέτρο των δυνάμεων μας. Να φροντίζουμε όμως κι εμείς να είμαστε άγρυπνοι και προσεκτικοί, για να μη βάλουμε μόνοι μας τον εαυτό μας σε πειρασμό.
Εμπιστευτείτε στο Θεό τον Αγαθό, τον Ισχυρό, τον Ζώντα, και Αυτός θα σας οδηγήσει στην ανάπαυση. Μετά από τις δοκιμασίες ακολουθεί η πνευματική χαρά. Ο Κύριος παρακολουθεί όσους υπομένουν τις δοκιμασίες και τις θλίψεις για τη δική Του Αγάπη. Μη λιποψυχείτε λοιπόν και μη δειλιάζετε.
Δεν θέλω να θλίβεσαι και να συγχύζεσαι για όσα συμβαίνουν αντίθετα με τη θέληση σας, όσο δίκαιη και αν είναι αυτή. Μια τέτοια θλίψη μαρτυρεί την ύπαρξη εγωισμού. Προσέχετε τον εγωισμό που κρύβεται κάτω από την  μορφή του δικαιώματος. Προσέχετε και την άκαιρη λύπη που δημιουργείται μετά από έναν δίκαιο έλεγχο. Η υπερβολική θλίψη για όλα αυτά είναι του πειρασμού. Μία είναι η αληθινή θλίψη. Αυτή που δημιουργείται, όταν γνωρίσουμε καλά την άθλια κατάσταση που βρίσκεται η ψυχή μας. Όλες οι άλλες θλίψεις δεν έχουν καμιά σχέση με τη χαρά του Θεού.
Φροντίζετε να περιφρουρείτε στην καρδιά σας τη χαρά του Αγ. Πνεύματος και να μην επιτρέπετε στον πονηρό να χύνει την πίκρα του. Προσέχετε! Προσέχετε μήπως ο παράδεισος που υπάρχει μέσα σας μετατραπεί σε κόλαση.

Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

 

Σαράντα ημέρες μετά την Ανάσταση του Θεανθρώπου η Ορθόδοξη Εκκλησία μας εορτάζει τη Δεσποτική Εορτή της εις ουρανούς Αναλήψεως του Κυρίου. Πρόκειται για μια εορτή, που επειδή πέφτει πάντοτε την Πέμπτη ημέρα της εβδομάδας, δηλαδή καθημερινή, δεν έχει ανάλογη της σημασίας της θέση στη συνείδηση του λαού, όπως συμβαίνει με άλλες μεγάλες εορτές, σαν αυτές των Χριστουγέννων, των Θεοφανείων, του Ευαγγελισμού, της Αναστάσεως, κ.α. Ακόμη, ειδικά στην εορτή της Αναλήψεως, απέχει ο μαθητόκοσμος, διότι τέτοιες ημέρες έχουν εισέλθει στην εξεταστική περίοδο, με αποτέλεσμα οι εκπαιδευτικοί να αδυνατούν να συνοδέψουν τους μαθητές τους για εκκλησιασμό. Ακόμη εμείς οι μεγαλύτεροι, ασκούμενοι καθημερινά με τις βιωτικές μας μέριμνες, ακούμε και μαθαίνουμε για την εορτή αυτή πολλά χρόνια αργότερα, ίσως και δεκαετίες μετά από τα σχολικά μας χρόνια, χωρίς να έχουμε βιώσει λατρευτικά αυτή τη μεγάλη εορτή και πανήγυρη.

Η Ανάληψη ακολουθεί την Ανάσταση. Είναι αμέσως μετά το διάστημα των σαράντα ημερών, που ο Κύριος εμφανιζόταν συχνά στους μαθητές του. Στο διάστημα αυτό ο Κυριος, με τις συνεχείς εμφανίσεις του αλλά και εξαφανίσεις του, πρώτον αποδεικνύει το γεγονός της Αναστάσεως Του και δεύτερον γυμνάζει πνευματικά τους μαθητές Του. Πρέπει με λίγα λόγια οι μαθητές του Κυρίου και μέλλοντικοί Απόστολοι να χειραφετηθούν από τη συνεχή σωματική αίσθηση και αντίληψη του Χριστού. Τους προετοιμάζει, με λίγα λόγια, να Τον επιζητούν με τους πνευματικούς τους οφθαλμούς στο επόμενο διάστημα της δικής τους αποστολής προς τα έθνη. Έτσι η ένσαρκος παρουσία του Κυρίου στη γη που άρχισε με τη γέννησή Του εδώ σταματά.
Όμως, ο ένσαρκος Κύριος θα ξαναφανεί. Τότε: “και τότε φανήσεται τὸ σημείον του υιου του ανθρώπου εν τω ουρανώ, και τότε κόψονται πάσαι αι φυλαὶ της γης και οψονται τον υιὸν του ανθρώπου ερχόμενον επὶ των νεφελων του ουρανού μετὰ δυνάμεως και δόξης πολλής.” (Ματθ. κδ΄30) Μέχρι τότε οι πιστοί ανά τους αιώνες μαθαίνουμε να ζούμε με τη διαρκή και αόρατη παρουσία Του, όπως και ο ίδιος το τόνισε: “και ιδοὺ εγὼ μεθ' υμών ειμι πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν.” (Μτθ. κη΄20). Βεβαίως η σωματική παρουσία του Κυρίου δεν εξέλειπε εντελώς. Η σωματική Του παρουσία που ακόμη υπάρχει και θα υπάρχει έως της συντελείας του κόσμου είναι στο ιερό μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Στον άρτο και τον οίνο, που στα “σα εκ των σων” μεταβάλλονται σε σώμα και αίμα Κυρίου. Έτσι ο πιστός μπορεί να δεχθεί τον Κύριο μέσα του και Εκείνος να εισέλθει μέχρι και το τελευταίο του κύτταρο, να εισδύσει στην ουσία της ύπαρξής του, και εντέλει ο δεχόμενος τον Κύριον να θεωθεί.
Ανελήφθη, λοιπόν, στους ουρανούς ο Θεάνθρωπος Λυτρωτής μας. Σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Λουκά, ο Κύριος οδήγησε τους μαθητές Του προς το δρόμο της Βηθανίας και το όρος των Ελαιών. Εκεί, αφού σήκωσε τα χέρια Του, τους ευλόγησε: “Εξήγαγε δε αυτοὺς έξω έως εις Βηθανίαν, και επάρας τὰς χειρας αυτού ευλόγησεν αυτούς.” (Λούκ. κδ΄50) Έτσι, ευλογώντας τους, χωρίστηκε απ' αυτούς και εφέρετο προς τον ουρανό, μέχρι που χάθηκε απ' τα μάτια τους. “και εγένετο εν τω ευλογειν αυτὸν αυτοὺς διέστη απ' αυτών και ανεφέρετο εις τον ουρανόν. και αυτοὶ προσκυνήσαντες αυτὸν υπέστρεψαν εις Ιερουσαλὴμ μετὰ χαράς μεγάλης” (Λούκ. κδ΄51-51). Αλλά πώς ανελήφθη; Και με την ανθρώπινη Του φύση. Έτσι την ανθρώπινή Του φύση, την ενωμένη με τη Θεία Του υπόσταση, που την ένωσε αχωρίστως, ατρέπτως, ασυγχύτως και αδιαιαρέτως, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Δ΄Οικουμενικής Συνόδου, την πήρε και την τοποθέτησε πάνω από Αγγέλους και Αρχαγγέλους, ψηλότερα από Χερουβίμ και Σεραφίμ, δίπλα στο θρόνο του Θεού Πατέρα. Με απλά λόγια ο Κύριος Θέωσε και την ανθρώπινη φύση Του, δίνοντας μας μια ιδέα για το πώς θα είναι τα σώματα των αναστημένων πιστών κατά την Δευτέρα του Κυρίου Παρουσία.
Ακόμη, αξίζει να τονιστεί πως η Ανάληψη, αυτή καθ' αυτή, οδηγεί στην Πεντηκοστή, τη γενέθλια ημέρα της Εκκλησίας μας. Κι αυτό διότι ο Κύριος είχε υποσχεθεί,πριν την Ανάληψη Του, ότι θα τους έστελνε το Άγιο Πνεύμα. Πράγμα που τελικά έγινε δέκα ημέρες αργότερα. “Ο Κύριος Ιησού Χριστός ανήλθε στους ουρανούς, αλλά δεν εγκατέλειψε το ανθρώπινο γένος, για το οποίο έχυσε το τίμιο Αίμα Του. Μπορεί να κάθισε στα δεξιά του Θεού (Μάρκ. ιστ΄ 19), στους ένδοξους ουρανούς, όμως η παρουσία Του εκτείνεται ως τη γη και ως τα έσχατα της δημιουργίας. Άφησε στη γη την Εκκλησία Του, η οποία είναι το ίδιο το αναστημένο, αφθαρτοποιημένο και θεωμένο σώμα Του, για να είναι το μέσον της σωτηρίας όλων των ανθρώπινων προσώπων, που θέλουν να σωθούν. Νοητή ψυχή του σώματός Του είναι ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας (Ιωάν. ιε΄26), ο οποίος επεδήμησε (ήρθε και εγκαταστάθηκε) κατά την ημέρα της Πεντηκοστής σε αυτό, για να παραμείνει εως τη συντέλεια του κόσμου. Η σωτηρία των πιστών συντελείται με την οργανική συσσωμάτωση των πιστών στο θεανδρικό Σώμα του Κυρίου.” (Π. Ευδοκίμωφ).
Κατά το γεγονός της Αναλήψεως, πραγματοποιήθηκε στην πράξη η συμφιλίωση του Θεού με το ανθρώπινο γένος. Διαλύθηκε η παλιά έχθρα, τελείωσε ο μακροχρόνιος πόλεμος. Κι αυτό συνέβαινε πριν απ' αυτό το γεγονός, όχι επειδή μισούσε ο Θεός τον άνθρωπο, αλλά επειδή ο άνθρωπος επιδείκνυε αδιαφορία και αχαριστία. Και τώρα, η αλλαγή δεν έγινε εξαιτίας των δικών μας κατορθωμάτων ή επειδή αλλάξαμε στάση και συμπεριφορά, αλλά λόγω της απροσμέτρητης αγάπης και του ενδιαφέροντος του Θεού.
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος προσθέτει: “Τώρα στην Ανάληψη, εμείς που δεν ήμασταν άξιοι να κατοικούμε στον παράδεισο, (...) εμείς τώρα οι ανάξιοι ανεβαίνουμε στον ουρανό. Τα χερουβίμ, παλαιά, φυλάγανε τον παράδεισο για να μην μπούμε ξανά και τώρα εμείς τα υπερβαίνουμε. Η ανθρώπινη φύση, στο πρόσωπο του Χριστού, έτυχε τιμής που δεν έτυχε η φύση των αγγέλων. Ο Θεός έγινε άνθρωπος. Δεν έγινε άγγελος. Ενώθηκε μόνο με την ανθρώπινη φύση. Και οι άγγελοι δεν ζηλεύουν, αντίθετα χαίρονται, διότι χαρά των αγγέλων είναι η προκοπή μας και πόνος τους η εξαθλίωσή μας.”
Για την αλλαγή αυτή οφείλουμε ευγνωμοσύνη στον Χριστό. Αυτός έγινε μεσίτης. Ούτε άγγελος, ούτε άνθρωπος, αλλά αυτός ο ίδιος. Ο Θεός ήταν οργισμένος με μας και εμείς τον μισούσαμε. Και μας συμφιλίωσε ο Υιός Του. Πώς μας συμφιλίωσε;
Δεχόμενος την τιμωρία που έπρεπε να επιβάλει σε μας. «Εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα» (Γαλ. γ΄ 13). Δέχτηκε την τιμωρία του ουρανού, δέχτηκε και τις προσβολές των ανθρώπων. «Οι ονειδισμοί των ονειδιζόντων σε επέπεσον επ’ εμέ» (Ψαλμ. ξη΄10) (…) Πολλές φορές μιλούμε για τη μεσιτεία της Παναγίας και των αγίων και ξεχνούμε ότι μεσίτης πάνω απ’ όλους τους αγίους είναι ο ίδιος Χριστός. Αυτός ως άνθρωπος συνεχώς μεσιτεύει για μας τους ελεεινούς αδελφούς Του. Όπως ακριβώς παίρνουμε κάτι από τη σοδειά μας και το προσφέρουμε στο Θεό για να τον ευχαριστήσουμε και να ευλογήσει όλη τη σοδειά μας, έτσι ακριβώς και ο Χριστός την ανθρώπινη φύση, που προσέλαβε στη μήτρα της Αειπαρθένου Μαρίας την κάνει προσφορά στον Θεό, για να ευλογηθεί ΌΛΟ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΓΕΝΟΣ. Ακόμη προσθέτει ο ίδιος Πατέρας: “Ενώ πλαστήκαμε από τον Θεό ≪κατ’ εικόνα και ομοίωσή Του≫, ο άνθρωπος δεν πρόσεξε και ωμοιώθη τοις κτήνεσι. Το να γίνει, δε, κάποιος σαν τα ζώα είναι σαν να έγινε χειρότερος από αυτά.
Το να σέρνεται ένα φίδι είναι φυσικό, το να σέρνεται, όμως, ένας αετός είναι η εσχάτη κατάπτωση … Μερικές φορές, ο άνθρωπος γίνεται χειρότερος των ζώων. Έτσι ο Ησαΐας λέγει, ≪έγνω βους τον κτησάμενον, και όνος την φάτνη του κυρίου αυτού・ Ισραήλ, δε, εμέ ουκ έγνω≫ (Ησαΐας α΄ 3) … Για να μας συνετίσει ο Κύριός μας, βάζει διδασκάλους τα έντομα. ≪Πορεύθητι προς τον μύρμηγκα, και ζήλωσον τας οδούς αυτού≫ (Παροιμ. στ΄6) (…) Εμείς οι κατώτεροι των ζώων, τα παιδιά του διαβόλου, με την Ανάληψη του Χριστού γίναμε ανώτεροι και από τους αγγέλους.” (Χρυσοστόμου, Ι., ≪Εις την Ανάληψιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού≫, Ε.Π.Ε., 36)
Απολυτίκιο (ήχος δ΄):
Ανελήφθης εν δόξη, Χριστό ο Θεός ημών,
χαροποιήσας τους Μαθητάς,
τη επαγγελία του Αγίου Πνεύματος,
βεβαιωθέντων αυτών διά της ευλογίας,
ότι Συ ει ο Υιός του Θεού,
ο Λυτρωτής του κόσμου.

Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ(ΔΕΚΑ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΙΣ ΣΕ ΔΕΚΑ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ)

  1. Γιατί έγινε η Ανάληψη μετά από 40 μέρες και όχι αμέσως μετά την Ανάσταση;
Ο αρχηγός της ζωής, που έλυσε τα δεσμά του θανάτου με την Ανάστασή του, συναναστράφηκε με τους μαθητές του επί σαράντα ημέρες και επιβεβαίωσε σ' αυτούς την Ανάστασή του με πολλές αποδείξεις. Δεν ανέβηκε στους ουρανούς την ίδια ημέρα που αναστήθηκε, γιατί κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε αμφιβολίες και ερωτηματικά. Διαφορετικά, πολλοί από τους άπιστους θα μπορούσαν να προβάλλουν το επιχείρημα ότι η Ανάσταση δεν ήταν παρά ένα ακόμη από τα όνειρα ευσεβών πόθων που γρήγορα έρχονται και πιο γρήγορα παρέρχονται. Για αυτό ακριβώς έμεινε ο Χριστός σαράντα ολόκληρες ημέρες στη γη, και εμφανίστηκε επανειλημμένα στους μαθητές του, και τους έδειξε τις ουλές από τα πληγές του, τους μίλησε για τις προφητείες που εκπλήρωσε με την ζωή και τα πάθη του ως άνθρωπος, και μάλιστα συνέφαγε μαζί τους.
2. Γιατί έφαγε ο αναστημένος Χριστός ψητό ψάρι και μέλι;
Στο σημερινό Ευαγγέλιον της Εορτής ακούμε ότι ζήτησε και έφαγε ο Χριστός «ιχθύος οπτού μέρος και από μελισσίου κηρίου», δηλ. ένα κομμάτι από ψητό ψάρι και από κηρύθρα με μέλι (Λουκ. 24:42). Γιατί αναφέρεται η λεπτομέρεια αυτή; Κατά την εκκλησιαστική παράδοση, η λεπτομέρεια αυτή είχε πολύ σπουδαία αλληγορική σημασία. Όσον αφορά στο ψάρι, γνωρίζουμε ότι αν και ζει μέσα στην αλμυρή θάλασσα, το σώμα του δεν είναι αλμυρό, αλλά γλυκό. Κατά παρόμοιο τρόπο και ο Χριστός, που έζησε μέσα στην 'αλμυρή θάλασσα της αμαρτίας' του κόσμου τούτου, «αμαρτίαν ουκ εποίησε, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού», δηλ. δεν έκανε καμιά αμαρτία, ούτε ξεστόμισε τίποτε το δόλιο (Ησ. 53:9). Επίσης, ο Χριστός παρέμεινε πιο άφωνος και από το ψάρι όταν υπέστη το σωτήριο πάθος του και δέχτηκε τα ανήκουστα εκείνα βασανιστήρια και ακατανόμαστους υβρισμούς. Όσον αφορά στο μέλι και στο κερί, γνωρίζουμε ότι το μέλι είναι γλυκό και το κερί φωτιστικό, γι' αυτό και θεωρούνται σαν σύμβολα της πνευματικής ηδονής και του φωτισμού που μεταδίδει στους πιστούς ο Χριστός μετά την Ανάστασή του. Επίσης, συμβολίζουν, το μεν πρώτο την θεραπεία της μεγάλης πίκρας της αμαρτίας την οποίαν συμβολίζει η χολή που του δόθηκε στο πάθος του, το δε δεύτερο, την διάλυση του πυκτού σκοταδιού της αμαρτίας την οποία συμβολίζει το σκοτάδι που έγινε κατά την σταύρωσή του.
3. Γιατί έγινε η Ανάληψη στο Όρος των Ελαιών;
Αφού λοιπόν επιβεβαίωσε ο Χριστός την εκ νεκρών Ανάστασή του στους μαθητές του με μελιστάλακτους λόγους, και φώτισε τον νου τους και θέρμανε την καρδιά τους με την παρουσία του, τους οδήγησε την 40ην ημέρα από την Ανάστασή του στο Όρος των Ελαιών, που βρίσκεται στα ανατολικά της Ιερουσαλήμ. Έπρεπε σ' αυτό το Όρος να γίνει η Ανάληψη, γιατί σ' αυτό, σύμφωνα με μια αρχαία παράδοση, θα επανέλθει ο Κύριος σωματικά και με δόξα για να κρίνει τον κόσμο κατά την έσχατη ημέρα. Εκεί θα ελεηθούν με το μέγα έλεος οι δίκαιοι, και εκεί θα θρηνήσουν με τον αιώνιο και απαρηγόρητο θρήνο οι αμαρτωλοί. Τις δύο αυτές αντίθετες καταστάσεις των ανθρώπων δηλώνει η ονομασία του Όρους τούτου, γιατί οι κορυφές του ονομάζονται Όρος Ελαιών, ενώ οι πρόποδές του, κοιλάδα του Κλαυθμώνος. Το ίδιο προμήνυσε και ο χρησμός του προφήτη Ζαχαρία που ρητά δήλωσε «Ιδού ημέρα έρχεται Κυρίου, και στήσονται οι πόδες αυτού επί το Όρος των Ελαιών κατέναντι Ιερουσαλήμ εξ ανατολών» (Ζαχ. 14:4).
4. Γιατί έπρεπε να ήταν παρόντες οι Απόστολοι και η Θεοτόκος;
Σ' αυτό το Όρος οδήγησε ο Κύριος τους μαθητές του και την Θεοτόκο που τον γέννησε, για να δουν με τα μάτια τους την ένδοξη Ανάληψή του. Έπρεπε η κατά σάρκα Μητέρα του να είναι παρούσα σ' εκείνη την μεγάλη δόξα του Υιού της, έτσι ώστε όπως σαν Μητέρα πληγώθηκε ψυχικά για το πάθος του πάνω από όλους, έτσι κατά τρόπο ανάλογο να χαρεί πάνω από όλους βλέποντας τον Υιό της να ανέρχεται με δόξα στους ουρανούς, να προσκυνείται σαν Θεός από τους Αγγέλους και να καθίζεται στον θρόνο της Μεγαλοσύνης πάνω από κάθε αρχή και εξουσία. Έπρεπε επίσης και οι θείοι Απόστολοι να γίνουν αυτόπτες της Ανάληψής του, για να πληροφορηθούν, ότι ο θείος Διδάσκαλός τους που ανεβαίνει τώρα στους ουρανούς, από εκεί είχε κατεβεί, και εκεί θα τους περιμένει σαν αληθινός Υιός του Θεού και Σωτήρας του κόσμου.
5. Πως έγινε η πρωτόγνωρη και μοναδική Ανάληψη του Χριστού;
Είχαν ήδη φτάσει στη μεσαία κορυφή του Όρους. Μπροστά τους απλωνόταν η πόλη των Ιεροσολύμων. Ήταν ακόμα ανοιχτή στο χώμα η οπή στην οποία στήθηκε ο Σταυρός. Ανοιχτή ήταν επίσης και η είσοδος στον Τάφο του Σωτήρα, αφού ήταν ακόμα πεσμένος στο χώμα ο μέγας λίθος με τον οποίον είχε σφραγισθεί. Τότε στρέφει ο Σωτήρας τα νώτα του προς την αχάριστη πόλη των Ιεροσολύμων και το βλέμμα του ατενίζει προς ανατολάς, όπως αναφέρει ο Δαυίδ με χαρά σε κάποιο ψαλμό του, «Ψάλλατε τω Θεώ τω επιβεβηκότι επί τον ουρανόν του ουρανού κατά ανατολάς» (Ψαλμ. 67:34). Και ενώ αποχαιρετάει τους μαθητές του, υψώνει τα άχραντα χέρια του και ευλογεί για τελευταία φορά –τα χέρια εκείνα με τα οποία ανάπλασε τον άνθρωπο που είχε δημιουργήσει στην αρχή, και τα οποία άπλωσε από φιλανθρωπία επάνω στον Σταυρό και συνένωσε «τα διεστώτα», δηλ. αυτά που βρίσκονταν σε διάσταση. Ενώ δεν χόρταιναν τα μάτια των μαθητών να βλέπουν το θεοειδές και γλυκύτατο εκείνο πρόσωπο του Κυρίου τους, ξαφνικά άρχισε Εκείνος να ανέρχεται στον ουρανό. Το βλέμμα τους έμεινε καρφωμένο στο παράδοξο και ακατανόητο εκείνο θέαμα της σωματικής Ανάληψης του Κυρίου, μέχρις ότου τον έκρυψε η φωτεινή νεφέλη.
Τι πρωτόγνωρη και μοναδική που ήταν η μεγαλοπρέπεια αυτής της Ανάληψης! Και ο Ηλίας είχε αναληφθεί στους ουρανούς, όπως αναφέρει η Γραφή, όμως η ανάληψή του έγινε με πύρινο άρμα και πύρινους ίππους, γιατί ήταν απλός άνθρωπος και χρειαζόταν βοήθεια για να αναληφθεί πάνω από την γη. Ο Χριστός όμως ήταν Θεάνθρωπος που αναλήφθηκε από μόνος του, με μόνη την παντοδυναμία του. Όσον αφορά στην νεφέλη εκείνη, επρόκειτο για το Άγιο Πνεύμα, όπως ακριβώς συνέβη και στην Μεταμόρφωση του Χριστού. Όπως η κάθοδός του και η Ενσάρκωσή του έγιναν «εκ Πνεύματος Αγίου», σύμφωνα με το μήνυμα του Γαβριήλ προς την Παρθένο («Πνεύμα Κυρίου επελεύσεται επί σε και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σε» Λουκ. 1:35), έτσι και τώρα «συνανέρχεται» (ανεβαίνει μαζί με το Άγιο Πνεύμα) γιατί Εκείνο τον παρακολουθεί και συνυπάρχει μαζί του ως ομοούσιό του, συμπροσκυνούμενο και συνδοξαζόμενο.
6. Γιατί εστάλησαν οι δύο ανθρωπόμορφοι και λευκοφόροι Άγγελοι;
Ενώ ατένιζαν έκθαμβοι στον ουρανό οι άγιοι Απόστολοι, δύο άνδρες παρουσιάστηκαν σ' αυτούς ντυμένοι με λευκή στολή. Ήταν άγγελοι οι δύο αυτοί άνδρες που είχαν πάρει ανθρώπινη μορφή για να μη φοβίσουν τους μαθητές. Και ήταν λευκοφόροι για να φανερωθεί η αγνότητά τους και το διαφωτιστικό και χαρμόσυνο μήνυμα τους το οποίο είχαν αποσταλεί να παραδώσουν. Τους απόστειλε ο Χριστός που αναλήφθηκε, για να τους παρηγορήσει την στιγμή της λύπης τους για τον αποχωρισμό του, αλλά και να τους διαφωτίσει ότι ο αόρατος πλέον Κύριός τους καθόταν στα δεξιά του Θεού Πατρός και ότι θα κατεβεί και πάλι στη γη για να κρίνει όλους τους ανθρώπους, τους ζωντανούς και τους νεκρούς.
7. Ποιο ήταν το μήνυμα των λευκοφόρων Αγγέλων;
«Άνδρες Γαλιλαίοι», τους είπαν, «γιατί στέκεστε με το βλέμμα σας προσηλωμένο στους ουρανούς; Αυτός ο Ιησούς, τον οποίον σήμερα βλέπετε να αναλαμβάνεται, θα επανέλθει για να κρίνει τον κόσμο, και η επάνοδός του θα είναι ίδια με την ανάληψή του». Δηλαδή, θα έλθει από τον ουρανό φορώντας το ίδιο άχραντο Σώμα, το οποίο παρέλαβε από τα αίματα της αγνής Παρθένου, και το οποίο θα έχει επάνω του χαραγμένες τις πληγές που έλαβε στο πάθος του. Τώρα μόνο εσείς οι λίγοι τον βλέπετε να ανέρχεται στον ουρανό, όταν όμως επανέλθει, όλες οι φυλές της γης θα τον δουν να κατεβαίνει από εκεί με δόξα επάνω σε νεφέλες. Η ένδοξη αυτή κατάβασή του θα αποβεί πρόξενος μακαριότητας και χαράς για όσους έζησαν δίκαια. Για τους αμαρτωλούς όμως θα είναι αιτία θλίψεως και συμφοράς.»
8. Ποιος ήταν ο αντίκτυπος της Ανάληψης στους Αποστόλους και στο μικρό ποίμνιο της πρώτης Εκκλησίας;
Αυτά άκουσαν οι Απόστολοι και προσκύνησαν τον Σωτήρα στην Ανάληψή του και ύστερα επέστρεψαν με χαρά στα Ιεροσόλυμα. Η χαρά τους ήταν πολύ μεγάλη, γιατί έμαθαν οριστικά, ότι ο θείος Διδάσκαλός τους είναι Θεός αληθινός, που αναλήφθηκε στους ουρανούς, όχι για να εγκαταλείψει τη γη, αλλά για να την ενώσει με τον ουρανό. Η χαρά τους ήταν επίσης πολύ μεγάλη γιατί πήραν την ευλογία του Σωτήρα τους στην Ανάληψή του. Με αυτήν την ευλογία η ολιγάριθμη Εκκλησία των μαθητών, το μικρό εκείνο ποίμνιο, αυξήθηκε μέσα σε ένα μικρό διάστημα και έγινε πολύ μεγάλη, και παίρνοντας την χάρη του Αγίου Πνεύματος αναδείχτηκε στην Εκκλησία εκείνη που εγκαθιδρύθηκε σε όλα τα μέρη της γης.
9. Ποιος ήταν ο αντίκτυπος της Ανάληψης στις ταξιαρχίες των Αγγέλων στους ουρανούς;
Ενώ αυτά συνέβαιναν στη γη εξ αιτίας της Ανάληψης, στους ουρανούς οι Άγγελοι έστηναν μεγαλειώδες πανηγύρι. Οι τάξεις των Αγγέλων που υπηρέτησαν τον Σωτήρα επάνω στη γη και τον συνόδευαν τώρα στην θεία του Ανάληψη καλούσαν τις άνω ταξιαρχίες να ανοίξουν τις ουράνιες πύλες για να εισέλθει ο Βασιλεύς της Δόξης. «Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών,» ψάλλει ο προφητάναξ Δαυίδ, «και επάρθητε πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο Βασιλεύς της Δόξης» (Ψαλμ. 23:7). Επειδή με το σωτήριο πάθος του έγινε ο Σωτήρας Χριστός ενδοξότερος και υψηλότερος –όπως το διατυπώνει ο Απόστολος Παύλος: «Εταπείνωσε το εαυτόν του και έγινε υπήκουος μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου Σταυρικού, γι' αυτό και ο Θεός τον υπερύψωσε και του χάρισε το υπέρ παν όνομα» (Φιλιππ. 2:9), γι' αυτό απαιτούν και οι πύλες του ουρανού να γίνουν υψηλότερες για να τον υποδεχτούν επάξια. Επίσης, επειδή η δόξα του νικητή του Άδη και του θανάτου, που δεν χώρεσε στην μικρή γη, πλήρωσε τους ουρανούς, απαιτούν να υψωθούν και εκείνοι (οι Άγγελοι) στην εμφάνισή του.
Ωστόσο, οι ανώτερες ταξιαρχίες των Αγγέλων, βλέποντας ανθρώπινο σώμα να μεταφέρεται πάνω από αυτούς, καταλαμβάνονταν από θάμβος και έκπληξη. Γιατί, όπως ένας άνθρωπος που βλέπει Άγγελο στη γη καταλαμβάνεται από έκπληξη φόβου, έτσι και οι ασώματοι Άγγελοι, βλέποντας τότε ένα σώμα να υψώνεται μέσα σε νεφέλη, ζητούσαν έκθαμβοι να μάθουν γι' αυτό το παράδοξο θέαμα, ζητώντας δυο φορές να βεβαιωθούν, Ποιος είναι αυτός ο Βασιλεύς της Δόξης; Μαθαίνοντας, όμως, ότι είναι ο ισχυρός στους πολέμους Κύριος, που πάλεψε με τον διάβολο και τον κατέβαλε, που τώρα ανέρχεται στους ουρανούς, απορούν, πως το υπέρλαμπρο εκείνο σώμα είναι ερυθρό, και ρωτούν, «Τις ούτος ο παραγενόμενος εξ Εδώμ; ;» όπως ψάλλει ο πρώτος των προφητών, «ερύθημα ιματίων αυτού εκ Βοσόρ; Ούτος ωραίος εν στολή αυτού» (Ησαΐας 63:1); Δηλαδή, ποιος είναι αυτός ο γήινος που έρχεται φορώντας σάρκα σαν υπέρλαμπρο και ερυθρό ιμάτιο; Γιατί γήινος είναι η ερμηνεία του Εδώμ και σάρξ είναι το Βοσόρ, και το σημείο αναφοράς εδώ είναι το δοξασμένο εκείνο Σώμα του Δεσπότη Χριστού που φαινόταν κατά την άνοδό του στους ουρανούς σαν ερυθρό γιατί έφερε επάνω του τον τύπο των πληγών της άχραντης πλευράς, των χειρών και των ποδών.
10. Γιατί διατηρήθηκαν τα αποτυπώματα των πληγών στο Αναστημένο Σώμα του Χριστού;
Πως όμως φαίνονταν οι πληγές σ' εκείνο το άφθαρτο σώμα; Ήταν θέμα οικονομίας αυτό που φαινόταν, και είχε σαν σκοπό να φανερώσει την άρρητη (ανέκφραστη) και υπερβολική αγάπη του Θεανθρώπου για τον άνθρωπο. Δηλαδή το ότι καταδέχτηκε όχι μόνο να δεχθεί πληγές, αλλά και μετά την Ανάστασή του να τις διατηρήσει με παράδοξο τρόπο επάνω σ' εκείνο το αφθαρτοποιημένο σώμα, και να τις δείξει στην Ανάληψή του και στον κόσμο των Αγγέλων σαν τα σύμβολα του πάθους του και σαν τα ανεξίτηλα τεκμήρια της αγάπης του προς εμάς τους ανθρώπους. Επίσης, διατήρησε τις πληγές του άχραντου σώματός του για να μας πείσει να μην λησμονούμε ποτέ τα πάθη του, διότι όταν τα έχουμε ενώπιόν μας, η καρδιά μας θα πλημμυρίζει από ευγνωμοσύνη προς αυτόν και από ιερά συναισθήματα. Τίποτε άλλο, λέει ο ιερός Χρυσόστομος δεν είναι ικανό να γεννήσει μέσα μας τα σωτήρια αυτά αποτελέσματα όσο το να βλέπουμε τον Θεό να μεταφέρει τα ίχνη του Σταυρού μέχρι το θρόνο της μεγαλοσύνης του. Κατά τον ιερό Αυγουστίνο, ο Θεάνθρωπος διατήρησε τις πληγές του στους ουρανούς, για να μας δείξει, ότι και στην κατάσταση της δόξης του δεν θα μας λησμονήσει, όπως άλλωστε μας διαβεβαιώνει γι' αυτό και ο κορυφαίος από τους προφήτες: «Ιδού επί των χειρών μου εζωγράφησά σου τα τείχη, και ενώπιόν μου ει δια παντός» (Ησ. 49:16), δηλαδή, ουδέποτε θα μας ξεχάσει, διότι θα μας έχει γραμμένους με ανεξίτηλα γράμματα επάνω στα χέρια του και θα μεσιτεύει για μας ενώπιον του Θεού Πατρός. Ίσως ακόμη και να διατήρησε τις πληγές για να μας διδάξει ότι μόνο με παθήματα και θλίψεις θα μπορέσουμε να εισέλθουμε στην βασιλεία των ουρανών. Αν ο ίδιος ο Θεάνθρωπος ανυψώθηκε με σταυρικό πάθος, και αν δοξάστηκε με επονείδιστο θάνατο, τότε πως εμείς θα μπορέσουμε να εισέλθουμε στην δόξα εκείνη χωρίς να βαδίσουμε στην στενή οδό της αρετής, και χωρίς να υπομείνουμε θλίψεις και πειρασμούς αγωνιζόμενοι τον καλόν αγώνα; Αυτό είναι τελείως αδύνατο.
Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δ. Δράγα

ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ-Ο ΑΓΩΝΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΛΑΙΜΑΡΓΙΑΣ

laimargiaὉ Γέρων Πορφύριος συνέδεε τὸ θέμα τῶν πνευματικῶν ἀγώνων μὲ τὴ γαστριμαργία καὶ τὴ λαιμαργία.

Ἔλεγε δὲ πώς, ἂν ὁ ἄνθρωπος καταφέρει νὰ τρώει μὲ πρόγραμμα καὶ μὲ λογική, τότε ὁ Θεὸς ἀναλαμβάνει νὰ τοῦ συμπληρώσει ὅλες τὶς ἄλλες ἀτέλειες.

Ἐξαιτίας τῆς λαιμαργίας τοῦ ἀνθρώπου, ἔλεγε, ὁ διάβολος τοῦ πῆρε τὴν ἐξουσία καὶ τὸν ἔβγαλε ἀπὸ τὸν παράδεισο. Κι ὁ Θεὸς καλεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ κάνει ἀγώνα, γιὰ νὰ πάρει πίσω αὐτὴ τὴ χαμένη ἐξουσία.

Ὁ ἄνθρωπος ἦταν ὁ ἄρχοντας τοῦ κόσμου τούτου καί, μετὰ τὴν πτώση τοῦ ἀνθρώπου, ἄρχοντας τοῦ κόσμου τούτου ἔγινε ὁ διάβολος. «Κάνε του, λοιπόν, ἄνθρωπε, πόλεμο νὰ πάρεις πίσω τὴν ἐξουσία, πού σοῦ πῆρε», μᾶς ἔλεγε.

Τὸν ρώτησα τότε:
— Τόσο σπουδαῖος, λοιπόν, εἶναι ὁ ἀγώνας κατὰ τῆς λαιμαργίας;

Καὶ μοῦ ἀπάντησε ὡς ἑξῆς:
— Εἶναι τόσο σημαντικὸς ὁ ἀγώνας αὐτὸς γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας συνήθιζαν, τὴν ὥρα ποὺ ἔφτιαχναν τὸ φαγητό τους, νὰ ρίχνουν μέσα κι ἕνα ποτήρι πικράδι, ὥστε νὰ μὴ νιώθουν τὴν παραμικρὴ ἡδονὴ τὴν ὥρα ποὺ ἔτρωγαν.

— Καὶ τί βγαίνει μ’ αὐτό, Γέροντα;
— Τί βγαίνει; Ἄκουσε νὰ σοῦ ἐξηγήσω. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος κάνει τέτοιο ἀγώνα, δὲν προλαμβάνει νὰ σηκώσει τὰ χέρια του στὴν προσευχὴ κι ἀμέσως κατεβαίνει ἡ χάρις καὶ κάθεται ἐπάνω του.

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2016

ΕΟΡΤΗ ΑΓΙΑΣ ΚΑΛΛΙΟΠΗΣ

agia-kalliopi_9701Εορτάζει στις 8 Ιουνίου εκάστου έτους.
 Η Αγία Καλλιόπη, έζησε στα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ., στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου. Διακρινόταν για τη φυσική της ομορφιά, αλλά και τα πλούσια ψυχικά και πνευματικά χαρίσματά της. Απέρριπτε μετά βδελυγμίας κάθε πρόταση γάμου γιατί είχε αφιερώσει τη ζωή της στο Χριστό, τη διδασκαλία του Θείου Λόγου Του και τη διακονία και παραμυθία των ασθενών και πασχόντων αδελφών της. Στο φοβερό διωγμό που εξαπέλυσε ο φοβερός διώκτης των χριστιανών Δέκιος, η Καλλιόπη συνελήφθη και οδηγήθηκε μπροστά στον τοπικό άρχοντα, ο οποίος θαύμασε την ομορφιά της και προσπάθησε με διάφορες κολακείες και υποσχέσεις να την δελεάσει και να την σύρει στην ανόσια ζωή των ψυχοφθόρων ηδονών και της μισερής ειδωλολατρίας. Όμως η Αγία με ηρωική σταθερότητα, εμμονή και αγωνιστικό φρόνημα, ομολόγησε την πίστη της στο Χριστό, τον μοναδικό Σωτήρα και Λυτρωτή. Εξοργισμένος ο τύραννος διέταξε και τη μαστίγωσαν ανελέητα. Κατόπιν, τη χαράκωσαν με μαχαίρια και έκαψαν τις πληγές της. Τελικά την αποκεφάλισαν χαριζόντάς της, την ουράνια και άφθαρτη δόξα.


Ἀπολυτίκιον 
Ήχος α΄. Της ερήμου πολίτης.
Του Σωτήρος το κάλλος εκ ψυχής αγαπήσασα, καλλιπάρθενε κόρη, Καλλιόπη πανεύφημε, ηγώνισαι στερρώς υπέρ αυτού, και δόξης ηξιώθης θεϊκής, δια τούτο σου την μνήμην την ιεράν, τιμώμεν εκβοώντές σοι, δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω χορηγούντι δια σού, ημίν πταισμάτων άφεσιν.

ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΛΕΠΕΙ ΚΑΘΑΡΑ ΤΟΝ ΕΥΑΤΟ ΤΟΥ:ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΘΗ


Οι άλλοι σου λένε ότι έχεις ένα απαίσιο πάθος , αλλά εσύ δεν τους πιστεύεις. Γιατί δεν τους πιστεύεις; Δεν ξέρεις ότι τη δυσμορφία του προσώπου μας την προσέχουν οι άλλοι πάντα πριν από εμάς;
Το μάτι τα βλέπει όλα εκτός από τον εαυτό του. Οι άλλοι βλέπουν το πρόσωπό μας και χωρίς καθρέπτη, ενώ εμείς μόνο με καθρέπτη.
Για την ψυχή μας καθρέπτης είναι ο Χριστός. Κοίταξε τον Χριστό- παρατήρησε για πολύ καιρό Αυτόν στον καθρέπτη της ψυχής σου- σκέψου θα έκανε Εκείνος αυτό που κρυφά κάνεις εσύ; Οπωσδήποτε όχι. Ο καθρέπτης λοιπόν , θα σου έδινε αρνητική απάντηση και αυτό σημαίνει δυσμορφία της ψυχής.
Ο άνθρωπος που πίνει όταν είναι μεθυσμένος βεβαιώνει όλο τον κόσμο ότι είναι νηφάλιος και ξέρει τί λέει. Ο αυτάρεσκος ούτε καν έχει συνείδηση ότι είναι τέτοιος. Και προσβάλλεται όταν κάποιος του λέει «μην κομπάζεις». Ήταν κάποτε ένας τέτοιος φίλαυτος, τον οποίο όλοι απέφευγαν διότι κανείς δεν ήθελε να μιλήσει μαζί του σοβαρά, αφού διαρκώς κόμπαζε. Για να συνετιστεί , προσπαθώντας όμως να μην τον προσβάλει ένας από τους ποιητές μας, ο Λ. Νενάντοβιτς, του λέει: «Εάν εγώ έλεγα αυτά που λες με το δίκιο του ο κόσμος θα με αποκαλούσε ψεύτη». Δεν ειπώθηκε μάταια ότι τα πάθη είναι τυφλά. Είναι στην πραγματικότητα τυφλές δυνάμεις που τραβούν τον άνθρωπο στην πτώση.
Δείτε και αναγνωρίστε τα πάθη σας, λένε οι ηθικιστές . Αλλά είναι αρκετό αυτό; Εάν ο άνθρωπος δεν φοβηθεί και δεν σιχαθεί τα πάθη του έτσι όπως φοβάται και σιχαίνεται κάποιες σωματικές ασθένειες, πράγματι δεν μπορεί να θεραπευτεί. Ας σκεφθεί ο καθένας μας τα πάθη ως σωματική αρρώστια. Αυτό είναι αποφασιστικής σημασίας.
Ας σκεφθούμε για παράδειγμα τη φιλοδοξία ως πνευμονία, την πορνεία ως καρκίνο, τη φιλαργυρία ως φυματίωση, την εξάρτηση ως χολέρα, τη μέθη ως τύφο, τη λαιμαργία ως ερυθρά, την προκατάληψη ως ηλίαση, την αυταρέσκεια ως μούδιασμα από τέτανο. Τότε ο άνθρωπος μπορεί να κραυγάσει όπως ο προφήτης Ησαΐας: «ἀπὸ ποδῶν ἕως κεφαλῆς οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ ὁλοκληρία, οὔτε τραῦμα οὔτε μώλωψ οὔτε πληγὴ φλεγμαίνουσα· οὐκ ἔστιν μάλαγμαἐπιθῆναι οὔτε ἔλαιον οὔτε καταδέσμους.» ( Ησ . 1,6 ) ή όπως ο μετανοημένος απόστολος: «Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος! τίς με ρύσεται ἐκ τοῦσώματος τοῦ θανάτου τούτου;» ( Ρωμ. 7, 24 ) .
«Τὰς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε καὶ τὰς νόσους ἐβάστασεν.» ( Ματθ. 8, 17 ) . Κοίταξε και συ προς Αυτόν σαν σε καθρέπτη, για να μπορείς να δεις τις πληγές σου, άγγιξε Τον σαν ζωοδόχο μαγνήτη για να σε θεραπεύσει, προσκύνησέ Τον ως Θεό για να σου αποκαλύψει τα αιώνια μυστήρια.

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ


Άρθρο του αρχιμ. Ειρηναίου Λαφτσή, Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Μητροπόλεως Αλεξ/πόλεως

Την Τετάρτη μετά την Κυριακή του Τυφλού ολοκληρώνεται ο εορτολογικός κύκλος που είναι αφιερωμένος λατρευτικά στην Ανάσταση του Χριστού με την εορτή της αποδόσεως του Πάσχα.
 Για ολόκληρο τον κόσμο, χριστιανικό και μη, η Ανάσταση του Κυρίου μας είναι το πιο αδιαμφισβήτητο γεγονός στην Ιστορία της ανθρωπότητας. Έχει αποδειχθεί η Ανάσταση του Χριστού με πολλούς και διαφόρους τρόπους. Πρώτοι οι μαθητές, έπειτα οι χιλιάδες μάρτυρες και άγιοι, αργότερα η χειρόγραφη παράδοση. Συγχρόνως από μελετητές και ιστορικούς, χριστιανούς και μη, από ερευνητές και επιστήμονες, όλοι κατέληξαν με αποδεικτικά στοιχεία ότι ο Χριστός αναστήθηκε. Η μεγαλύτερη, όμως, απόδειξη της Αναστάσεως είναι η Εκκλησία, όπου μέσα σ’ αυτήν οι άνθρωποι συναντούν τον αναστημένο Χριστό και μπολιάζονται δια του Βαπτίσματος και της Θείας Ευχαριστίας με την αθανασία μέσω του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.
Στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης το δόγμα της αναστάσεως των νεκρών δεν είναι άγνωστο στον ισραηλιτικό λαό, που το γνώριζε από την αιγυπτιακή θρησκεία, αλλά και από την πίστη των εβραίων για την προσδοκία του ερχομού του Μεσσία, ο οποίος (Μεσσίας) «...Κύριος θανατοῖ καὶ ζωογονεῖ, κατάγει εἰς Ἅδου καὶ ἀνάγει». (Α’ Βασ. 2, 6)
Στην Αγία Γραφή αναφέρονται οκτώ αναστάσεις νεκρών, τρεις στην Παλαιά Διαθήκη και πέντε στη Καινή.
Η αναστάσεις νεκρών στην Παλαιά Διαθήκη είναι οι εξής τρεις:
α) Η ανάσταση του γιού της χήρας από τα Σαρεπτά της Σιδώνας, τον οποίο ανέστησε κατόπιν προσευχής στο Θεό ο προφήτης Ηλίας. (Γ’ Βασ. 17, 20-24)
β) Η ανάσταση του γιου μιας σουναμίτιδος γυναίκας, τον οποίο πάλι με προσευχή ανέστησε ο προφήτης Ελισσαίος. (Δ’ Βασ. 4, 32)
γ) Η ανάσταση ενός νεκρού ανδρός που τοποθέτησαν στον τάφο του προφήτη Ελισσαίου και αναστήθηκε. (Δ’ Βασ. 13, 21)
Στην Καινή Διαθήκη αναφέρονται πέντε αναστάσεις. Τρεις τελούνται από τον Χριστό, μία από τον απόστολο Πέτρο και μία από τον απόστολο Παύλο.
α) Η ανάσταση του γιου της χήρας της Ναΐν από τον Χριστό (Λουκ. 7, 11-17).
β) Η ανάσταση της κόρης του Ιαείρου από τον Χριστό μπροστά στους γονείς της και στους τρεις μαθητές Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη (Λουκ. 10, 40-56, Ματθ. 9, 18-26 και Μαρκ. 5, 22-43).
γ) Η ανάσταση του τετραήμερου θανόντα Λαζάρου από τον Χριστό (Ιωαν. 11, 17-45).
δ) Η ανάσταση της Ταβιθάς ή Δορκάδος στην Ιόππη από τον απόστολο Πέτρο (Πραξ. 9, 32-42).
ε) Η ανάσταση του Εύτυχου στην Τρωάδα από τον απόστολο Παύλο (Πραξ. 20, 8-11).
Οι αναστάσεις είναι θαυματουργικές ενέργειες του Χριστού ή στο όνομα του Θεού με σκοπό, όπως λέει ο ίδιος ο Χριστός, να αποδειχθεί ότι είναι ο απεσταλμένος του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου και του κόσμου και ότι είναι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου• «ἐγὼ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» (Ιωαν. 11, 25) και «ἴνα πιστεύσωσιν ὅτι σὺ μὲ ἀπέστειλας» (Ιωαν. 11, 42).
Για την Εκκλησία και τη θεολογία της, όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα από τις Οικουμενικές Συνόδους και κυρίως την Δ’ στην Χαλκηδόνα, ο θάνατος και η Ανάσταση του Κυρίου αποτελούν το θεμέλιο της διδασκαλίας της. Ο Ιησούς Χριστός δεν σαρκώθηκε μόνο για να σταυρωθεί και να πεθάνει και με τον τρόπο αυτό να καθαρίσει τους ανθρώπους από την αμαρτία και τον θάνατο, αλλά για να αναστηθεί έτσι ώστε το αναστημένο ανθρώπινο σώμα, ζωντανό, να επιστρέψει και να γίνει μέρος της θεότητας και του Παραδείσου. Σ’ αυτήν την βεβαιότητα στηρίζεται ολόκληρη η χριστιανική πίστη «ὅτι ἐὰν ὁμολογήσῃς ἐν τῷ στόματί σου Κύριον ᾿Ιησοῦν, καὶ πιστεύσῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου ὅτι ὁ Θεὸς αὐτὸν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, σωθήσῃ» (Ρωμ. 10, 9). Χωρίς την Ανάσταση του Χριστού η χριστιανική θρησκεία θα είχε ταφεί τη Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ στον τάφο μαζί με τον Χριστό. Όμως, ο Χριστός αναστήθηκε μετά από τρεις μέρες και μαζί του η χριστιανική πίστη και από τον κενό τάφο ξεπήδησε η Εκκλησία, η ανατολή δηλαδή μιας νέας ζωής για την ανθρωπότητα, μιας αναδημιουργίας και ανακαίνισης του κάθε ανθρώπου. Αυτό το φως της νέας ανατολής ήταν ο αναστημένος Ιησούς Χριστός.
Το αποτέλεσμα της Αναστάσεως του Χριστού ήταν άμεσο. Ο θάνατος μετατρέπεται σε ύπνο, και ο άνθρωπος επανέρχεται στο αρχικό του κάλλος. Όπως ο Χριστός αναστήθηκε έτσι θα αναστηθούμε κι εμείς κατά την Δευτέρα Παρουσία. Με την ανάσταση του ανθρωπίνου σώματος διά του Ιησού Χριστού ο καθένας μας απεγκλωβίζεται από τη φθορά και γίνεται άφθαρτος, αθάνατος και αιώνιος, και φωνάζει μαζί με τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο «Ποῦ εἶναι λοιπόν ἅδη ἡ νίκη σου; Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός καί ἔχεις πιά ὁριστικά κατανικηθεῖ. Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός καί οἱ δαίμονες ἔχουν στά βάραθρα τῆς ἀπώλειας γκρεμιστεῖ. Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός καί χαίρουν οἱ Ἄγγελοι. Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός καί ἡ ζωή παντοῦ βασιλεύει. Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός καί δέν θά μείνει πιά κανένας νεκρός στό μνῆμα. Γιατί μέ τήν Ἀνάστασή Του ὁ Χριστός ἔγινε ἡ ἀρχή τῆς ἀναστάσεως ὅλων ὅσων ἔχουν κοιμηθεῖ. Σ’ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ ἐξουσία στούς ἀπέραντους αἰῶνες».
Ο Χριστός ήρθε ως άνθρωπος στη γη, πήρε το ανθρώπινο σώμα, έπαθε, πέθανε και ετάφη. Αναστήθηκε με το ανθρώπινο σώμα για να το αφθαρτοποιήσει και να το ανεβάσει στον ουρανό για να θεωθεί. Ας ακολουθήσουμε όλοι την πορεία αυτή όσο δύσκολη κι αν είναι.
† Αρχιμ. Ειρηναίος Λαφτσής

Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

ΑΣ ΛΕΜΕ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ ΟΣΟ ΠΙΟ ΤΑΧΤΙΚΑ ΜΠΟΡΟΥΜΕ, ΜΟΝΟΙ ΜΑΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ ΤΟΥΣ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥΣ

Μια χειμωνιάτικη νύχτα του 1701 ένας αγιορείτης μοναχός βρέθηκε ταλαιπωρημένος έξω από την σεβάσμια Μονή των Ιβήρων.
Στη θλίψη του και στην ανάγκη του, ύψωσε τα χέρια του προς την πάνσεπτη εικόνα της Παναγίας, που είναι ζωγραφισμένη πάνω από την κεντρική πύλη, και άρχισε να προσεύχεται.
Και τότε, ενώ προσευχόταν, ένοιωσε στον εαυτό του μία ασυνήθιστη και θαυμαστή αλλοίωση. Αισθάνθηκε, σαν να έσταζε από την εικόνα της Παναγίας στην καρδιά του «δρόσος ουράνιος και θείος γλυκασμός».
Και η καρδιά του κατενύγη· και τα μάτια του άρχισαν να αναβλύζουν δάκρυα σαν πηγή. Σκόρπισε το σκοτάδι του νου του.
Φωτίστηκαν οι νοεροί του οφθαλμοί. Και είδε πίσω του, τον σατανά να «κρύπτεται ως κλέπτης και ληστής· από τον φόβο της Θεοτόκου». Κρυβόταν γιατί έβλεπε τον μοναχό να προσεύχεται στην Παναγία, και δεν το άντεχε.
Και έτρεξε να κρυφθεί από την θεία λάμψη της Παναγίας! Και επήγε και με μορφή σκύλου στάθηκε πίσω από τον μοναχό, και του δάγκωνε ελαφρά τα πόδια, και του έλεγε:
Να, τώρα θα σε κομματιάσει, τώρα θα σε φάει το σκυλί!
Όμως, η προσευχή του μοναχού τον κατέκαιγε. Και γι’ αυτό προσπαθούσε με τις πανούργες μεθοδείες του να τον αναγκάσει να την διακόψει. Και πράγματι από το φόβο του ο μοναχός όλο και δείλιαζε.
Αλλά η Παναγία του έλεγε από την εικόνα της: Μη φοβάσαι!
Και εκείνος έστρεφε προς αυτήν πάλι το πρόσωπό του και ξαναδυνάμωνε τη προσευχή του. Αλλά και πάλι ο δαίμονας τον έκανε να δειλιάζει. Και τότε πάλι, με ήρεμη και γλυκύτατη φωνή, του επαναλάμβανε η Μητέρα του Χριστού:
«Μη φοβάσαι! Εγώ είμαι κοντά σου. Και σε προστατεύω από κάθε κίνδυνο».
Το περιστατικό αυτό μας δείχνει, πόσο ακαταμάχητο όπλο κατά του Σατανά είναι η προσευχή.
* * *
Οι άγιοι Πατέρες θέλοντας να μας βοηθήσουν, να αξιοποιούμε την πάνσεπτη περίοδο της Σαρακοστής για πνευματική μας ανασυγκρότηση και προκοπή, όρισαν, να γίνονται κάθε Παρασκευή βράδυ οι «Χαιρετισμοί της Παναγίας». Στους χαιρετισμούς καταλαβαίνουμε με τον πιό καλό και βαθύ τρόπο τί είναι ο Χριστός για μας, και τί είναι η Παναγία για μας. Τί αξία και σημασία έχει η προσευχή στη Παναγία για μας.
Όμως, η γνώση, χωρίς την αντίστοιχη πράξη, είναι άκαρπη και ανώφελη.
Λοιπόν:
*Ας μάθουμε και εμείς να προσευχόμαστε συχνά και δυνατά στη Παναγία μας.
*Ας μάθουμε να την ζητάμε βοηθό και προστάτη μας στις δύσκολες στιγμές της ζωής μας…
*Ας λέμε και εμείς όσο πιό ταχτικά μπορούμε, μόνοι μας στο σπίτι μας τους «Χαιρετισμούς».
Είναι δύναμή μας. Είναι όπλο μας.