Τετάρτη 5 Απριλίου 2023

ΝΑ ΕΧΕΤΕ ΤΟ ΨΑΛΤΗΡΙ ΔΙΠΛΑ ΣΑΣ ΟΠΩΣ ΤΟ ΦΡΕΣΚΟ ΨΩΜΙ

 

  'Οπως ο ήλιος είναι ο μεγαλύτερος ανάμεσα στα αστέρια,έτσι είναι και το Ψαλτήρι είναι  ανάμεσα στα άλλα θεόπνευστα Βιβλία.Να έχετε το Ψαλτήρι όπως το φρέσκο ψωμί.Όταν πεινάς,κόβεις μία φέτα,τρως,κάνεις λίγη δουλειά,έπειτα διάβαζεις ένα κάθισμα,με την ευλόγια πάντα του πνευματικού σου.Στο τέλος να διαβάζεις την Παράκληση της Παναγίας

Γέροντας Κλεόπας Ιλίε

ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΦΙΛΟΘΕΗ:Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΔΕΝ ΣΥΜΒΙΒΑΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΛΟΠΕΡΑΣΗ

 

  Μη ζητάμε να περάσουμε από άλλη οδό σωτηρίας. Ο  μας το επισημαίνει πολύ καθαρά στη Β’ προς Τιμόθεον επιστολή: «Πάντες δε οι θέλοντες ζην ευσεβώς εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται». Είναι και αυτό μέσα στην πορεία της χριστιανικής ζωής.

Όλοι δεν μπορούν να αποδεχθούν την αγιότητα, την αληθινή ζωή, για πολλούς και διαφόρους λόγους. Άμα θέλουμε να τα πάμε με όλους καλά, κάτι δεν πάει καλά σ’ εμάς. Ο σωστός χριστιανός, ο αληθινός χριστιανός θα έχει οπωσδήποτε και εχθρούς. Αντίθετα, ένας που κάνει προσπάθεια να τους έχει όλους φίλους, όλους δικούς του, όλους οπαδούς του, αυτός έχει εγωκεντρικό κίνητρο.

Και την αλήθεια να έχουμε με το μέρος μας και όντως να μη φταίμε σε κάποια περίσταση, ας αφήσουμε λίγο τα πράγματα να τα δείξει ο Θεός καλύτερα. Και ας μας χρωστάει ο Θεός κάτι και στην άλλη ζωή εν ώρα κρίσεως. Αν εδώ προσπαθήσουμε όλα να τα εξιχνιάσουμε και να τακτοποιήσουμε όλα όσα μας χρωστούν – να μας αποδοθεί το δίκαιο δηλαδή – ο Χριστός δεν θα έχει να μας δώσει τίποτε στην άλλη ζωή. Δεν πειράζει· ας μας αδίκησαν, ας παραφέρθηκαν απέναντί μας· να μη ζητάμε αναγνώριση ούτε ανταπόδοση. Δεν είναι στάση χριστιανική το «ένα σου και ένα μου». Αυτά τα κάνουν οι κοσμικοί.

Ο χριστιανός δεν έχει δικαιώματα· δεν έχει διεκδικήσεις, δεν ζητάει ρέστα από κανέναν. Ο χριστιανός ένα δικαίωμα έχει: το δικαίωμα της σωτηρίας.

Πώς τα καταφέραμε εμείς οι σύγχρονοι χριστιανοί και έχουμε ταυτίσει τη χριστιανική ζωή με το πνεύμα της καλοπέρασης, της άνεσης, της εύκολης λύσης! Ο Χριστιανισμός όμως δεν συμβιβάζεται με την καλοπέραση. Μας διαφεύγει η πραγματικότητα ότι η χριστιανική ζωή θέλει πόνο, κόπο, θέλει θλίψη· «δια πολλών θλίψεων δει ημάς εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού». Χριστιανική ζωή έξω από τον σταυρό, έξω από την αυταπάρνηση, δεν υπάρχει.

Δεν πειράζει να γίνουμε και λίγο θύματα. Ο ίδιος ο Χριστός έγινε θύμα. Θύμα ήταν από την πρώτη στιγμή που ήρθε στη γη μέχρι που έφυγε· μέχρι τη στιγμή που θυσιάστηκε ήταν θύμα συνεχώς. Εμείς γιατί να μην αγαπήσουμε αυτή την πραγματικότητα, όλη αυτή την αλήθεια, η οποία μας απεγκλωβίζει τελικά από το εγώ;

Το χαρακτηριστικό του χριστιανού είναι η ελεύθερη κατάσταση μέσα του. Ο χριστιανός που έχει μέσα του χάρη Θεού, που έχει μέσα του Πνεύμα Θεού, δεν παθαίνει. Ό,τι να δει, ό,τι να ακούσει, ό,τι να του πουν, όσο να τον υποτιμήσουν, όσο να τον περιφρονήσουν, δεν παθαίνει τίποτε. Τα παρακολουθεί όλα, τα καταλαβαίνει, τα δέχεται αλλά δεν αντιδρά με τρόπο παθολογικό· παθητικό ναι, παθολογικό όχι. Έχει φτάσει δηλαδή σε μια απάθεια.

ΟΛΑ ΕΧΟΥΝ ΑΡΧΙΣΕΙ ΝΑ ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΧΡΩΜΑ

 

αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Όλα έχουν αρχίσει να παίρνουν χρώμα.

Μα όσο κι αν ντυθεί η φύση τα χρώματα της Άνοιξης, αν η καρδιά μας παραμένει στις αποχρώσεις του γκρι θα παραμένουμε σκυθρωποί και μίζεροι γεμάτοι γκρίνια και παράπονα.

Βγάλε από το νου σου τους κακούς λογισμούς, πάψε να αναλύεις τα πράγματα, σταματά να κουράζεις την ψυχή σου με τον φθόνο και την κακία.

Λευτερωσε την μνήμη σου από το μίσος, άσε την καρδιά σου να αγαπήσει, να ερωτευτεί και πάλι την ζωή.

Άσε το φως ν’ ανθίσει μέσα σου με την ταπείνωση και την απλότητα.

Τότε όλα θα πάρουν χρώμα στη ζωή σου.

Γιατί τότε θα έρθει και η Χάρις Του που θα χρωματίσει το γκρι της λύπη σου, το μαύρο της δοκιμασίας σου, την άχρωμη καθημερινότητά σου.

Όλα θα λουστούν στο φως του Χριστού που είναι φως Αναστάσης και Ζωής.

Βάλε στην ζωή σου τον Χριστό και τότε θα δεις να ανατέλλει φρέσκος αέρας ελπίδος και αισιοδοξίας. Βάλε αρχή μετανοίας και γεύσου κι εσύ μαζί με τους Αγίους μας το γλυκύ νέκταρ της αποδοχής του Θεού.

Όλα μπορούν να αλλάξουν εάν αρχίσεις να σκέφτεσαι αλλιώς, να πράττεις αλλιώς, να ζεις αλλιώς.

Να σκέφτεσαι, να πράττεις, να ζεις ως χριστιανός και όχι απλά ως άνθρωπος θρησκευόμενος.

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΕΣΟ

 


Τη μνήμη του τιμά σήμερα, 5 Απριλίου, η μας.
Ο Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος εγεννήθηκε από Σάμιο πατέρα στη Νέα Έφεσο το 1756 μ.Χ. Ακολούθησε τον έγγαμο βίο και απέκτησε τέκνα. Όμως, κατά τον Ιούλιο του 1798 μ.Χ., ευρισκόμενος σε κατάσταση μέθης, παρασύρθηκε στον Ισλαμισμό και αρνήθηκε τον Χριστό. Επειδή για την πράξη του αυτή ένιωσε ντροπή, αφού απεκήρυξε τον Ισλαμισμό, έφυγε από την Έφεσο και ήλθε στη Σάμο.
Κατά το διάστημα της απουσίας του οι Χριστιανοί άρχισαν να χτίζουν ναό στην Έφεσο, αφού πρώτα έλαβαν την σχετική άδεια από την Κωνσταντινούπολη. Οι Τούρκοι, φέροντες βαρέως ότι ανεγειρόταν ναός των Ορθοδόξων και μάλιστα με βασιλική άδεια, διέβαλαν τους Χριστιανούς ότι εφόνευσαν τον Γεώργιο ως αποστάτη της πίστεώς τους και έκρυψαν το λείψανό του στα θεμέλια του ανεγειρόμενου ναού.
Όμως ο Γεώργιος ευρέθηκε αργότερα και οδηγήθηκε με τη βία στην Έφεσο, όπου οι Τούρκοι τον επίεζαν να επανέλθει στην μωαμεθανική θρησκεία. Κατόρθωσε όμως να φυγαδευτεί και πάλι στη Σάμο, όπου συνελήφθη εκ νέου και οδηγήθηκε στην φυλακή. Με τη διαμεσολάβηση όμως των Δημογερόντων της Σάμου τον άφησαν πάλι ελεύθερο. Εν τω μεταξύ οι ταραχές και οι ανωμαλίες στην Έφεσο συνεχίζονταν.
Τότε ο Γεώργιος, αφού μετανόησε και ήλθε στον εαυτό του, έλαβε την απόφαση του μαρτυρίου. Απεμάκρυνε την οικογένειά του, για την προφυλάξει από τον φανατισμό των Τούρκων, και παρουσιάσθηκε ενώπιον του Τούρκου ιεροδικαστού, στον οποίο ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό. Οι Τούρκοι τότε άρχισαν τις κολακείες και τις απειλές. Και όταν είδαν την σταθερότητα του Αγίου στην πατρώα ευσέβεια, τον αποκεφάλισαν. Ήταν το έτος 1801 μ.Χ., ημέρα Παρασκευή. Οι Χριστιανοί παρέλαβαν το ιερό του λείψανο και το ενταφίασαν με ευλάβεια στον τάφο του Αγίου Νεομάρτυρος Πολυδώρου.
Απολυτίκιον
Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.

Προκαθάρας τοις ρείθροις των δακρύων Γεώργιε, την ψυχήν και το σώμα, εγκρατεύθης πανεύφημε· και πόθω Χριστού πυρποληθείς, εχώρησας γενναίε πεποιθώς, προς αγώνάς τε και άθλους μαρτυρικούς, και νομίμως ενήθλησας. Δόξα τω παράσχοντί σοι ισχύν, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω αφθαρσία εις αιώνας σε δοξάσαντι.

Τρίτη 4 Απριλίου 2023

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ,ΑΛΛΑ

 

»Οι άνθρωποι θέλουν να είναι ευτυχισμένοι, αλλά κάθε πρωί ξυπνούν θυμωμένοι με τη ζωή, θυμωμένοι με το φως που μπαίνει από το παράθυρο, θυμωμένοι που ξεκινά μια νέα μέρα στην οποία πρέπει να ξεκινήσουν από την αρχή…

Οι άνθρωποι θέλουν να είναι χαρούμενοι, αλλά φοράνε σκοτεινά ρούχα, περπατούν με το κεφάλι κάτω, χαιρετούν στεναχωρημένοι και με το στόμα, μετρούν τις ρωγμές στην άσφαλτο και τις τρύπες στο δρόμο…

Οι άνθρωποι θέλουν να είναι χαρούμενοι, αλλά μπαίνουν στον εργασιακό χώρο στεναχωρημένοι και πιεσμένοι, βιάζονται να κρίνουν τους συναδέλφους τους και να κατηγορούν τα αφεντικά τους για όλα όσα τους δυσαρεστούν…

Οι άνθρωποι θέλουν να είναι ευτυχισμένοι, αλλά γυρνούν στο σπίτι επιβαρυμένοι από το άγχος της δουλειάς, που δεν διστάζουν να σκορπίσουν στα σπίτια τους…

Οι άνθρωποι θέλουν να είναι ευτυχισμένοι, αλλά το να μεγαλώνεις ένα παιδί έχει γίνει βάρος και η επιθυμία του για παιχνίδι, ένα επιπλέον άγχος.

Οι άνθρωποι θέλουν να είναι ευτυχισμένοι, αλλά είναι κολλημένοι στην τηλεόραση για τις ειδήσεις, ανατριχιάζουν στις διαφημίσεις και θυμώνουν με πολιτικές εκπομπές…

Οι άνθρωποι θέλουν να είναι ευτυχισμένοι, αλλά σκεπάζουν τον νυχτερινό ουρανό με αδιαφανή στόρια, την ώρα του ύπνου ταράζουν με αγωνία τις σκέψεις της ημέρας και για την αϋπνία κατηγορούν τη ζωή…

Οι άνθρωποι θέλουν να είναι ευτυχισμένοι, αλλά η σιωπή ή ο προβληματισμός φαίνονται σαν χαμένος χρόνος, η προσευχή είναι αφελής και η σιωπή είναι δύσκολο να αντέχει…

Οι άνθρωποι θέλουν να είναι ευτυχισμένοι, αλλά δεν έχουν χρόνο για αυτό.
Οι άνθρωποι θέλουν να είναι ευτυχισμένοι, αλλά δεν έχουν χρόνο για ευτυχία…

Οι άνθρωποι δεν έχουν χρόνο να ανακαλύψουν ότι η ευτυχία είναι μέσα τους, στον πρωινό ουρανό, στο χαμόγελο με το οποίο χαιρετούν τους ανθρώπους, στα μάτια των συναδέλφων στη δουλειά, στο παιχνίδι του παιδιού, στη σιωπή του σπιτιού, στο αστέρια στον ουρανό και στην προσευχή πριν τον ύπνο…

Θεέ μου, κάνε τους ανθρώπους να μάθουν να είναι ευτυχισμένοι! «

π. Χρυσόστομος Φιλιπέσκου.

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ:Η ΚΑΚΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΑΣ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΑΜΕΛΕΙΑ

 

Σε όποιο έδαφος τοποθετηθεί το φυτό, τέτοιο καρπό παράγει.

Πως θα μπορέσεις να διορθώσεις τον γιο σου, να δώσεις τις πρέπουσες συμβουλές σε άλλον που είναι αμελής, αφού συ ο ίδιος, που βρίσκεσαι σε προχωρημένα γηρατειά, κάνεις τέτοιες ασχήμιες;

Αυτά τα λέω και επικρίνω τους ηλικιωμένους, όχι για να απαλλάξω από κάθε κατηγορία και μομφή τους νέους, αλλά μέσω των πρώτων να προφυλάξω τους δεύτερους.

Πως λοιπόν ο πατέρας θα μάθει στους άλλους να συγκρατούν αυτό το πάθος τους, την αυθάδεια και την οργή, όταν ο ίδιος δεν έχει μάθει να συγκρατείται.

Μάλλον εμείς πρέπει να έχουμε παιδαγωγούς και όχι εκείνα, δηλαδή τα παιδιά, αφού τα λάθη τους δεν μπορούν να είναι μεγάλα, ενώ τα δικά μας είναι πάρα πολύ μεγάλα.

Όλη η κακία των παιδιών μας προέρχεται από την δική μας αμέλεια και επειδή δεν τα οδηγούμε απ’ την αρχή και από την μικρή ηλικία στον δρόμο της ευσεβείας.

 

ΦΟΒΑΜΑΙ ΤΗΝ ΓΝΩΜΗ ΣΟΥ…

              

   Γιατί οι άνθρωποι δυσκολευόμαστε να αποδεχτούμε ότι ο άλλος έχει διαφορετική άποψη από εμάς, διαφορετικές επιλογές, συχνά δεν θέλει να συμπορευτεί μαζί μας, με αποτέλεσμα να μας κουράζει και μόνο η ιδέα να προσπαθήσουμε να συνθέσουμε κάτι το καινούργιο ή να αφήσουμε τον άλλον να ακολουθήσει τον δρόμο του, ακόμη κι αν δεν περνά από τον δικό μας; Δεν εννοούμε σε θέματα ανατροφής των παιδιών ή σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με την ομαλή λειτουργία της κοινωνίας. Δεν μπορούμε, για παράδειγμα, να αφήσουμε αντιδημοκρατικές συμπεριφορές να επικρατήσουν στο όνομα της πολυφωνίας και της ανοχής, εάν αυτές απειλούν την ζωή, την ασφάλεια, το ήθος της κοινωνίας, αν δηλαδή εκφράζονται με βία και απανθρωπιά. Από την άλλη, πόσο εύκολο είναι πάντοτε το να ορίσουμε πού ακριβώς έγκειται το όριο μεταξύ δημοκρατικού και μη; Το ίδιο συμβαίνει και στην σχέση γονέων και παιδιών. Οι γονείς έχουν τον τελικό λόγο σε ζητήματα ανατροφής, επιτρεπτής και μη συμπεριφοράς των παιδιών τους, ακόμη κι αν αυτά μπορεί να διαμαρτύρονται ή να αρνούνται να αποδεχτούν τις απόψεις των γονέων τους. Όμως κι εδώ τα όρια δεν είναι πάντοτε ευδιάκριτα στο τι μπορεί να επιτρέπεται και τι μπορεί να αποτελεί φόβο τον γονέων για την γνώμη ή τις πιθανές επιλογές του παιδιού τους, ιδίως κατά την εφηβεία.

                Γενικότερα, οι άνθρωποι αισθανόμαστε ασφαλείς σε περιβάλλοντα στα οποία η δεδομένη αίσθηση του "ανήκειν" ταυτίζεται με το "συμφωνείν".  Δεν έχουμε εκπαιδευτεί στο "διαλέγεσθαι". Φοβόμαστε ότι η ελευθερία του άλλου είναι αμφισβήτηση στην αυθεντία μας ή σε ό,τι έχουμε φτάσει να πιστεύουμε ως σωστά και αυτονόητα. Γιατί όμως να μην είναι; Γιατί να μην μπορούμε να απολαύσουμε την πρόκληση του να επαναδιαμορφώσουμε την επιχειρηματολογία μας, την αίσθηση του σωστού και του λανθασμένου, να μην ασκήσουμε την ευλογία της αγάπης, η οποία ξεκινά από την απόφαση να σεβαστούμε την ελευθερία του άλλου, το πρόσωπό του, να μπορέσουμε να κατανοήσουμε εν ταπεινώσει και τα δικά μας όρια, αλλά και να μιμηθούμε τον Χριστό, ο Οποίος κανέναν δεν υποχρέωσε να Τον ακολουθήσει, οριοθέτησε στο ράπισμα που έλαβε από τον υπηρέτη του αρχιερέα Άννα την στάση που καλούμαστε να ακολουθήσουμε με την φράση "ει κακώς ελάλησα, μαρτύρησον περί του κακού . ει δε καλώς, τι με δέρεις;" (Ιωάν. 18,23), αλλά και σιώπησε στην εσκεμμένη αδυναμία των εχθρών Του να Τον κατανοήσουν.

                Φοβόμαστε την γνώμη των άλλων, διότι δεν είμαστε βέβαιοι για την δική μας. Το "εγώ" μας έχει ανάγκη από την αποδοχή του άλλου, και μάλιστα εκείνου στον οποίο υπολογίζουμε, εκείνου με τον οποίο σχετιζόμαστε, διότι αισθανόμαστε πως οτιδήποτε λιγότερο είναι χτύπημα κατά της αξιοπιστίας και της προσωπικότητάς μας. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε πως είναι τελικά ευλογία η οριοθέτηση των δυνατοτήτων μας και η ευκαιρία να αγαπήσουμε πέρα από τις όποιες απόψεις.

                Κάποτε, και στον εκκλησιαστικό χώρο, υπάρχει ο φόβος της γνώμης του άλλου. Εκτός όμως από την οριοθέτηση της αλήθειας, που είναι χρέος όσων πιστεύουμε, πρέπει να απομένει η αγάπη. Η αμφισβήτηση μπορεί να είναι και μια αγωνία πως δεν έχουμε καταφέρει να βοηθήσουμε στην διάκριση της αλήθειας. Ότι ο λόγος μας δεν συναντά τον πλησίον, ίσως γιατί εμείς δεν τον διατυπώνουμε καθαρά ή δεν τον υπερασπιζόμαστε με την ζωή μας. Ας το δούμε με ταπείνωση.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Ο ΟΣΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΝ ΜΑΛΕΩ

 


Τη μνήμη του τιμά σήμερα, 4 Απριλίου, η μας.
Από νεαρή ηλικία αγάπησε ολόψυχα τον Κύριο. Επειδή όμως οι γονείς του, παρά τη θέληση του, θέλησαν να τον παντρέψουν, ο Γεώργιος έγινε μοναχός και επιδόθηκε με όλη του τη δύναμη σε κάθε είδους άσκηση, δηλαδή νηστεία, σκληραγωγία, προσευχή, μελέτη των θείων Γραφών και άλλα.
Πολλοί που προσέτρεχαν στον Όσιο, φωτίζονταν και επέστρεφαν δια της μετανοίας στον Χριστό. Αλλά επειδή ήταν πολλοί αυτοί που τον επισκέπτονταν, δεν τον άφηναν ήσυχο να προσευχηθεί και ο Όσιος αποσύρθηκε στο όρος Μαλαιό όπου ησύχαζε. Αλλά και εκεί μαζεύτηκε πλήθος Μοναχών, τους οποίους ο όσιος καθοδηγούσε με προσευχή και άσκηση. Τόσο δε πρόκοψε στην αρετή, ώστε έγινε ξακουστός και θαυμαστός και στους άρχοντες, ακόμα και στους βασιλείς, στους οποίους είχε γράψει πολλές και αξιόλογες συμβουλευτικές επιστολές για διάφορα ζητήματα.
Το τέλος της επίγειας ζωής του, προείπε ο Όσιος πριν τρία χρόνια. Έτσι αφού ασθένησε για λίγο, μάζεψε τους μοναχούς του όρους Μαλαιό και αφού τους έδωσε θείες συμβουλές παρέδωσε τη δίκαια ψυχή του στον Θεό, που τόσο αγάπησε από βρέφος.
Απολυτίκιον
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.

Ως θείον Γεώργιον, δικαιοσύνης καρπούς, πλουσίως εξήνεγκας, δι’ ενάρετου ζωής, Γεώργιε Όσιε, συ γαρ καθάπερ φοίνιξ, εν ασκήσει βλαστήσας, τρέφεις τη δωρεά σου, την Χριστού Εκκλησίαν όθεν αεί ευχαρίστως, τιμά την μνήμη σου.

Δευτέρα 3 Απριλίου 2023

ΑΣΕ ΤΟΝ ΘΕΟ ΝΑ ΣΕ ΣΥΓΧΩΡΕΣΕΙ

 

αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Είναι αυτή η απογοήτευση που έρχεται μετά την επιτέλεση της αμαρτίας. Είναι αυτή η ενοχή της πτώσης, της αποστασίας από τον Θεό, της παράβασης της εντολής Του.

Όλοι το έχουμε βιώσει αυτό, διότι όλοι μας έχουμε αμαρτήσει και όλοι μας αμαρτάνουμε. Ένα περισσότερο, μεγαλώνει η απογοήτευσή μας λόγω της επανάληψης των ίδιων αμαρτημάτων.

Και μετά την απογοήτευση έρχεται η παραίτηση. Παραιτούμαστε από κάθε πνευματική προσπάθεια. Παραιτούμαστε από τον αγώνα μας. Πέφτουμε αλλά πλέον δεν σηκωνόμαστε. Κι αυτό είναι το ολέθριο.

Δεν είναι τόσο η αμαρτία μας, όσο η παραίτησή μας από τον αγώνα μας. Διότι η παραίτηση δείχνει ότι πλέον δεν ελπίζουμε, ότι πλέον δεν ζητούμε το έλεος του Θεού.

Γι’αυτό και πάντα, μα πάντα, όσο μεγάλη κι αν είναι η πτώση μας, όσο συχνή κι αν είναι η αμαρτία μας, ποτέ να μην παραιτηθούμε από την ελπίδα προς τον Θεό. Ο Θεός ποτέ, μα ποτέ, δεν μας παρατά· γιατί εμείς λοιπόν να Τον αφήσουμε;

Μην αφήσεις λοιπόν την ενοχή της αμαρτίας να στοιχειώσει το είναι σου. Μην αφήσεις την απογοήτευση να γεννήσει την απελπισία και την ακηδία.

Έπεσες; Σήκω άνθρωπέ μου.

Αμάρτησες; Μη μένεις στην αμαρτία σου, μην αναλύεις το πάθος σου αλλά ζήτα το έλεος του Θεού.

«Μα δεν διορθώνομαι με τίποτα, όλο τα ίδια και τα ίδια κάνω…» μου λες.

Ναι, όλο τα ίδια κάνεις, ίσως και χειρότερα, όμως ότι κι αν κάνεις, όσο συχνά κι αν το κάνεις, μπροστά στο έλεος και την αγάπη του Θεού είναι ένα τίποτα· όπως μία σταγόνα νερού μπροστά στον ωκεανό.

Έτσι είναι η αμαρτία μας μπροστά στην φιλανθρωπία του Θεού· μία σταγόνα που πέφτει μέσα στον ωκεανό και χάνεται και εξαφανίζεται.

Το θέμα λοιπόν δεν είναι εάν ο Θεός σε συγχωρεί (ότι κι αν έχεις κάνει) αλλά εάν εσύ θέλεις να συγχωρεθείς. Το θέμα είναι εάν εσύ θέλεις να αφήσεις αυτήν την μία σταγόνα αμαρτίας σου να πέσει μέσα στο πέλαγος της φιλανθρωπίας του Θεού μας και να εξαλειφθεί.

Καμία αμαρτία δεν είναι μεγάλη ώστε να μην μπορεί να συγχωρεθεί. Η «βλασφημία του Αγίου Πνεύματος» είναι αυτό ακριβώς, να θεωρήσουμε ότι κάναμε κάτι που δεν συγχωρείται· διότι είναι σα να λέμε ότι η αγάπη και το έλεος του Θεού είναι πιο μικρά μπροστά στην αμαρτία μας.

Άσε λοιπόν την ενοχή, την απογοήτευση, και δες τον Θεό που σε προσμένει χωρίς κακία, χωρίς κρατούμενα, χωρίς τιμωρίες, χωρίς κομπλεξισμούς, παρα μόνο με αγαθότητα και ανεξικακία, με συγχώρεση και αγάπη.

Και ίσως τώρα να μην μπορείς να αγωνιστείς όσο παλαιότερα. Κάνε αυτό που μπορείς τώρα. Μην κάθεσαι και συγκρίνεις τι έκανες παλιά ή τι κάνουνε άλλοι.

Εσύ κάνε αυτό που μπορείς, κι ας είναι μικρό και λίγο. Ο Θεός δεν βλέπει το μέγεθος ή την ποσότητα του αγώνα, βλέπει την προαίρεσή μας, το φιλότιμό μας, τα μύχια της καρδιάς μας, το κρυφό μας δάκρυ.

Μακάρι όλη μας η ζωή να είναι ένα άσμα δοξολογίας προς τον Θεό και τήρησης των εντολών Του. Όμως κι αν δεν είναι έτσι τουλάχιστον να έχουμε την τόλμη να παραδεχόμαστε την αδυναμία μας, τις ελλείψεις μας, τις αμαρτίες μας και να τις καταθέτουμε στα πόδια του ανεξίκακου Κυρίου.

Ο Θεός ζητά από εμάς να τερματίσουμε τον αγώνα τον καλό. Δεν μας ζητά να βγούμε πρώτοι. Και τελευταίοι ας βγούμε. Το θέμα είναι να βγούμε. Να κόψουμε το νήμα της ζωής αυτής με το «Κύριε ελέησόν με τον αμαρτωλό» στα χείλη της καρδιάς μας.

ΤΙ ΟΦΕΛΟΣ ΕΧΟΥΜΕ;

20170312-2

Να νηστεύουν τα χέρια, παραμένοντας καθαρά από την αρπαγή και την πλεονεξία. 

Να νηστεύουν τα πόδια, ξεκόβοντας από τους δρόμους που οδηγούν σε αμαρτωλά θεάματα. 

Να νηστεύουν τα μάτια, εξασκούμενα να μην πέφτουν ποτέ λάγνα πάνω σε όμορφα πρόσωπα, ούτε να περιεργάζονται τα κάλλη των άλλων. 

Ας νηστεύει και η ακοή. Και νηστεία της ακοής είναι να μη δέχεται κακολογίες και διαβολές…

Ας νηστεύει και το στόμα από αισχρά λόγια και λοιδορίες. Διότι τί όφελος έχουμε, όταν απέχουμε από πουλερικά και ψάρια, δαγκώνουμε όμως και κατατρώμε τους αδελφούς μας;


Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

H ΥΠΟΜΟΝΗ ΦΕΡΝΕΙ ΤΗ ΧΑΡΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 

Η υπομονή φέρνει τη χάρη του Θεού. …Να ξέρεις, παιδί μου, ότι τριάντα χρόνια πολέμησα με τους δαίμονες και επί είκοσι χρόνια δε φάνηκε να με βοήθησε καθόλου ο Θεός. Κι όταν πέρασε το εικοστό πέμπτο, άρχισα να βρίσκω…

Η πολύχρονη υπομονή, που έφερε άμετρη τη χάρη του Θεού

Ένας από τους αγίους πατέρες είπε: Ήταν ένας γέροντας αναχωρητής, τίμιος, και πήγα μια φορά σ’ αυτόν, όταν ήμουν καταπονημένος από τους πειρασμούς.

Αυτός ήταν άρρωστος και κατάκοιτος και, αφού τον χαιρέτησα, κάθισα κοντά του και του είπα:

– Κάνε μια ευχή για μένα, πάτερ, διότι πολύ θλίβομαι από τους πειρασμούς των δαιμόνων.

Και ο γέροντας άνοιξε τα μάτια του και μου είπε:

– Παιδί μου, εσύ είσαι νέος και δε θ’ αφήσει ο Θεός να καταπονηθείς από αβάσταχτους πειρασμούς.

Κι εγώ του είπα:

– Και νέος είμαι και πειρασμούς έχω από πολύ ενάρετους ανθρώπους.

Κι εκείνος πάλι μου είπε:

– Λοιπόν, ο Θεός θέλει να σε κάνει σοφό.

Κι εγώ είπα:

– Πώς θα με κάνει σοφό; Εγώ κάθε μέρα γεύομαι το θάνατο της ψυχής.

Κι εκείνος αμέσως απάντησε:

– Σώπα, παιδί μου. Είπα ότι σε αγαπά ο Θεός και θα σου δώσει τη χάρη του.

Και πρόσθεσε:
– Να ξέρεις, παιδί μου, ότι τριάντα χρόνια πολέμησα με τους δαίμονες και επί είκοσι χρόνια δε φάνηκε να με βοήθησε καθόλου ο Θεός. Κι όταν πέρασε το εικοστό πέμπτο, άρχισα να βρίσκω κάποια ανάπαυση, που με τον καιρό γινόταν πιο μεγάλη.

Μετά το εικοστό έβδομο και το εικοστό όγδοο έτος η ανάπαυση της ψυχής μου γινόταν πολύ πιο έντονη. Και τώρα που περνάει το τριακοστό έτος και κοντεύει να τελειώσει, τόσο στερεώθηκε μέσα του η ανάπαυση, ώστε δεν μπορώ να την υπολογίσω και να τη μετρήσω.

Και τελείωσε ο γέροντας με αυτά τα λόγια:
– Όταν θελήσω να σηκωθώ για να προσευχηθώ, τρεις ψαλμούς προφταίνω να πω με το στόμα μου και από κει και πέρα, τρεις μέρες να στέκομαι όρθιος, αισθάνομαι έκσταση κοντά στο Θεό και δεν καταλαβαίνω καθόλου κούραση.

Βλέπεις τώρα, τι άμετρη ανάπαυση μου προξένησε η πολύχρονη εργασία της υπομονής;

Ο ΟΣΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΣ

 


Τη μνήμη του τιμά σήμερα, 3 Απριλίου, η μας.
Ο Όσιος Ιωσήφ γεννήθηκε στη Σικελία, το έτος 816 μ.Χ., από ενάρετους και ευσεβείς γονείς, τον Πλουτίνο και την Αγάθη. Τα περί της ζωής και της δράσεώς του τα γνωρίζουμε από τον βίο που συνέταξε ο μαθητής και διάδοχός του στη μονή του, Θεοφάνης, συμπληρωματικά δε από τα εγκώμια που του αφιέρωσαν ο Ιωάννης Διάκονος και ο Θεόδωρος Πεδιάσιμος.
Ο Όσιος αναγκάσθηκε να φύγει από την γενέτειρά του οικογενειακώς, λόγω της εντάσεως των Αραβικών επιδρομών που έπειτα από λίγο καιρό επρόκειτο να καταλήξουν στην κατάληψη της νήσου και να μεταναστεύσει στην Πελοπόννησο.
Σε ηλικία δεκαπέντε ετών αποχωρίσθηκε τους γονείς του και μετέβη στην Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στην περίφημη μονή Λατόμου, όπου επιδόθηκε στη μοναχική άσκηση υπό την καθοδήγηση του Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου, ασκώντας το έργο του οξυγράφου.
Μετά από εννέα χρόνια παραμονής στην Θεσσαλονίκη, το έτος 840 μ.Χ., μετέβη στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τον Άγιο Γρηγόριο και εγκαταστάθηκε στη μονή του Αγίου Ιερομάρτυρα Αντίπα. Δεν παρέμεινε όμως για πολύ εκεί απερίσπαστος, διότι το επόμενο έτος απεστάλη από τους Ορθοδόξους της Βασιλεύουσας στη Ρώμη για διαβουλεύσεις επί του θέματος του διωγμού από τους εικονομάχους.
Δεν κατόρθωσε να φέρει εις πέρας την αποστολή, διότι το πλοίο του έπεσε στα χέρια Αράβων πειρατών και αυτός οδηγήθηκε αιχμάλωτος στην αραβοκρατούμενη τότε Κρήτη, από όπου ελευθερώθηκε με τις φροντίδες φιλάνθρωπων πιστών και με θαύμα του Αγίου Νικολάου.
Κατά το βραχύ χρόνο αυτής της περιπέτειάς του συνέβησαν δύο σημαντικά γεγονότα. Το ένα, που σχετιζόταν ιδιαίτερα με αυτόν, ήταν ο θάνατος του πνευματικού του οδηγού Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου και το άλλο, που αφορούσε την Εκκλησία ολόκληρη, ήταν η αναστήλωση των ιερών εικόνων.
Όταν διά της Θεσσαλονίκης επανήλθε πάλι στην Κωνσταντινούπολη, το έτος 843 μ.Χ., έζησε επί δύο χρόνια ως έγκλειστος στη μονή του Αγίου Αντίπα. Έπειτα έζησε στα κτήρια του ναού του ιερού Χρυσοστόμου επί πενταετία, έως ότου ίδρυσε δική του μονή, το έτος 850 μ.Χ., αφιερωμένη στον Απόστολο Βαρθολομαίο.
Εκεί απέθεσε και τα ιερά λείψανα του Αποστόλου που είχε φέρει από την Θεσσαλονίκη, καθώς επίσης και τα σκηνώματα του πνευματικού του οδηγού Αγίου Γρηγορίου και του συνασκητού του Ιωάννου. Ο Όσιος Ιωσήφ παρακαλούσε με δάκρυα και στεναγμούς τον Απόστολο Βαρθολομαίο να τον βοηθήσει στην σύνθεση ύμνων. Και, πράγματι, πέτυχε εκείνο που ποθούσε η ψυχή του.
Είδε σε οπτασία έναν άνδρα με εμφάνιση Αποστόλου, που προκαλούσε το δέος και ο οποίος πήρε από την Αγία Τράπεζα το ιερό Ευαγγέλιο, του το έβαλε πάνω στο στήθος και τον ευλόγησε. Τούτο υπήρξε και η απαρχή του θείου χαρίσματος που ο Όσιος επιθυμούσε.
Μετά την έκπτωση του Πατριάρχου Ιγνατίου και την άνοδο του ιερού Φωτίου, το έτος 858 μ.Χ., ο Όσιος Ιωσήφ εξορίστηκε από τον Βάρδα στην Κριμαία, προφανώς ως οπαδός του πρώτου και ίσως ως λατινόφιλος κατά κάποιο τρόπο, αφού προ ετών είχε σταλεί για να ζητήσει την βοήθεια της Ρώμης. Δεν έμεινε όμως στην εξορία για πολύ καιρό, καθώς, όπως αποδείχθηκε και από την μετέπειτα στάση του, ο ιερός Φώτιος τον εκτιμούσε ιδιαίτερα.
Όταν το έτος 867 μ.Χ. ο Πατριάρχης Ιγνάτιος ανέβηκε για δεύτερη φορά στο θρόνο, ο Όσιος Ιωσήφ έγινε σκευοφύλαξ της Αγίας Σοφίας και διατήρησε αυτήν την θέση κατά την διάρκεια της Δευτέρας πατριαρχίας του Αγίου Φωτίου. Κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 886 μ.Χ.
Ο κύριος όγκος του υμνογραφικού έργου του Οσίου συνίσταται σε Κανόνες, που αφθονούν στα έντυπα βιβλία και τα χειρόγραφα. Η συμβολή του Οσίου Ιωσήφ στην υμνογραφική ολοκλήρωση της Οκτωήχου είναι καθοριστική, δεδομένο ότι κάλυψε το μεγαλύτερο μέρος της εβδομάδας, πλην της Κυριακής της οποίας τους Κανόνες είχαν συντάξει ο Κοσμάς ο Μελωδός και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός.
Στα Μηναία ο Όσιος Ιωσήφ είναι ο πλουσιότερα εκπροσωπούμενος υμνογράφος, αφού διατηρούνται σε αυτά 165 Κανόνες του με ομοιόμορφη δομή, που εξυμνούν Αγίους δευτέρας συνήθως εορταστικής τάξεως, δεδομένου ότι οι εξέχουσες εορτές είχαν ήδη καλυφθεί υμνογραφικά.
Ιδιαίτερα βέβαια συγκινεί ο Κανών στον Ακάθιστο Ύμνο, στον οποίο ακολουθεί Ειρμούς του Οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού και υμνεί την Θεοτόκο με ατελείωτη σειρά επιθέτων και εικόνων, ως άφλεκτη βάτο, νεφέλη ολόφωτη, ρόδο αμάραντο, μήλο εύοσμο, περιστερά και τα παρόμοια.
Απολυτίκιο:
Ήχος γ’. Την ωραιότητα.
Το δωδεκάχορδον του Λόγου όργανον, την παναρμόνιον λύραν της χάριτος, το Υμνογράφον Ιωσήφ τιμήσωμεν επαξίως, ούτος γαρ ανύμνησε, μελιχροίς μελωδήμασι, Πνεύματι κινούμενος, των Αγίων παν σύστημα. Μεθ’ ων και ικετεύει απαύστως, δούναι ημίν πταισμάτων λύσιν.

Κυριακή 2 Απριλίου 2023

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΣΕ ΕΧΟΜΕΝ,ΜΑΡΙΑ ΑΙΓΥΠΤΙΑ

 

 os-Maria-Aig

 

Μια εξαίρετη γυναικεία ασκητική μορφή προβάλλει η Μητέρα μας Εκκλησία την Κυριακή Ε΄ των Νηστειών. Αυτή η μορφή είναι της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Μια μορφή προς μίμηση, με πολλά διδάγματα που ανακτά ο κάθε χριστιανός αντικρίζοντάς την. Ο βίος της Οσίας διασώθηκε από τον Όσιο Ζωσιμά και καταγράφηκε από τον Άγιο Σωφρόνιο Πατριάρχη Ιεροσολύμων (τιμάται 11 Μαρτίου).

Η Οσία Μαρία έζησε την περίοδο του αυτοκράτορος Ιουστινιανού, τον 6ο αιώνα, στην Αίγυπτο. Σε ηλικία δώδεκα ετών άρχισε να ζει άσωτη ζωή, ικανοποιώντας τις ηδονές και απολαύσεις της σαρκός, όπου αυτή η ζωή διήρκεσε για δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια μέχρι που «ήλθεν εις εαυτόν» να καταλάβει το σφάλμα της. Ζώντας αυτή τη ζωή δεν εισέπραττε χρήματα, απλώς ικανοποιούσε το πάθος της.

Όμως, ο Πολυεύσπλαχνος και Ελεήμων Θεός που «θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν», έδωσε το μήνυμα και στην Οσία για να καταλάβει το σφάλμα της και να μετανοήσει. Έτσι, μια μέρα ακολούθησε κάποιους προσκυνητές που πήγαιναν για προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα, όχι για να προσκυνήσει, αλλά για να ασελγήσει με τους ταξιδιώτες.

Στα Ιεροσόλυμα της συνέβη ένα θαυμαστό γεγονός. Καθώς πήγε να εισέλθει εις το Ναό για να προσκυνήσει το Τίμιο Ξύλο, κάτι την εμπόδιζε να περάσει. Κατάλαβε η ίδια από πού προερχόταν αυτό το εμπόδιο και πήγε ενώπιον της εικόνος της Θεοτόκου, έδειξε τη μετάνοιά της και επικαλέστηκε τη βοήθεια και καθοδήγησή Της. Στη συνέχεια, εισήλθε εις το Ναό χωρίς κανένα εμπόδιο, προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό και ήκουσε φωνή να την προσκαλεί να βαδίσει εις την έρημο.

Στην έρημο έζησε σαρανταεπτά ολόκληρα χρόνια χωρίς να αντικρύσει άνθρωπο. Μόνος της θεατής ήταν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Αγωνίσθηκε σκληρά, «τη σιγή της ασκήσεως απέπνιξε», υπέμεινε αγόγγυστα πολλές δοκιμασίες, «πυκτεύουσα», με ακρότατη άσκηση πάλεψε να νικήσει τους προερχόμενους εκ της άσωτης ζωής λογισμούς, ώσπου έφθασε να αποκτήσει μία ζωή αγγελική και πέρα από τα ανθρώπινα όρια. Έφθασε στο επίπεδο της απάθειας, δηλαδή δεν αισθανόταν τον πόνο της σαρκός, την πείνα, την δίψα. Ο νους της ήταν στραμμένος στο Θεό, όπως λέει και ο Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός. Όμως, όταν ερχόταν κάποιος λογισμός μέσα της, έπεφτε στην γη, την έβρεχε με δάκρυα και δεν σηκωνόταν από τη γη «ἕως ὅτου τὸ φῶς ἐκεῖνο τὸ γλυκὺ περιέλαμψεν καὶ τοὺς λογισμοὺς τοὺς ἐνοχλοῦντάς μοι ἐδίωξεν».

Με την δύναμη του Θεού κατάφερε να νικήσει τον διάβολο και να ανέβει ψηλά στον Θεό! Πώς, με τί; Με τη νηστεία και την προσευχή, με νηστεία και προσευχή! Διότι η νηστεία, η νηστεία μαζί με την προσευχή, είναι δύναμη που νικά τα πάντα. Ένας θαυμάσιος ύμνος της Μεγ. Τεσσαρακοστής λέγει: «ακολουθήσωμεν τω διά νηστείας ημίν, την κατά του διαβόλου νίκην υποδείξαντι, Σωτήρι των ψυχών ημών». Με τη νηστεία μας έδειξε τη νίκη κατά του διαβόλου. Δεν υπάρχει άλλο όπλο, δεν υπάρχει άλλο μέσον. Νηστεία! Ιδού το μέσον για να νικήσεις τον διάβολο, τον κάθε διάβολο. Παράδειγμα νίκης, η αγία Μαρία η Αιγυπτία.

Μια σημαντική μορφή, όμως, απετέλεσε ορόσημο για την πορεία της ζωής της Οσίας. Αυτή η μορφή ήταν του Οσίου Ζωσιμά (τιμάται 4 Απριλίου). Όταν ο Όσιος εξήλθε από το Μοναστήρι του να πάει στην έρημο για περαιτέρω άσκηση, συνάντησε την Μαρία, η οποία αφού του εξομολογήθηκε με ειλικρίνεια την βιοτή της, τον παρακάλεσε να μεταλάβει των Αχράντων Μυστηρίων. Έτσι, το επόμενο έτος την Μεγάλη Πέμπτη αξιώθηκε από τον Κύριο να μεταλάβει των Φρικτών Μυστηρίων. Το επόμενο έτος, όταν ο Ζωσιμάς πήγε να την επισκεφθεί, την βρήκε νεκρή, όπου δίπλα από το σώμα της βρέθηκαν τα εξής «Αββά Ζωσιμά, θάψον ώδε το σώμα της αθλίας Μαρίας. Απέθανον την αυτήν ημέραν, καθ ΄ην εκοινώνησα των αχράντων Μυστηρίων. Εύχου υπέρ εμού».

Η περίφημη πόρνη έγινε η μεγαλύτερη ασκήτρια όλων των αιώνων. Ο βίος της Οσίας μας συγκινεί, παραδειγματίζει τον κάθε ένα από μας. Αυτό που αποκομίζει κανείς από τον βίο της είναι ότι οι Άγιοι της Εκκλησίας μας δεν ήταν υπεράνθρωποι τους οποίους δεν αγγίζει η αμαρτία, δεν ήταν αναμάρτητοι αλλά ήταν άνθρωποι ως «σάρκα φορούντες και τον κόσμο οικούντες», είχαν μεταπτώσεις κι έκαναν λάθη. Όμως, αυτό που έχει σημασία είναι ο τρόπος που αντιμετώπιζαν τα λάθη τους, η μετάνοια. Το φάρμακο της αμαρτίας είναι η μετάνοια, που είναι και το πιο φοβερό όπλο εναντίον του διαβόλου, που στη ταραγμένη εποχή μας στήνει τις παγίδες του και φωλιάζει παντού. Όταν λοιπόν αμαρτήσεις, όπως λέει ο Δαβίδ, «λέγε τας αμαρτίας σου πρώτος διά να δικαιωθής». Και να είσαι βέβαιος ότι με το φάρμακο της μετάνοιας θα χυθεί άφθονα στην ψυχή σου η φιλανθρωπία του Θεού. Συνεπώς, η αμαρτία δεν είναι τίποτα άλλο από την απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Δημιουργό του Θεό.

Η μετάνοια της Οσίας Μαρίας είναι ολοκληρωτική, γιατί πραγματικά μετανόησε για την ζωή της, για τα σφάλματά της, άφησε πίσω της τον παλαιό άνθρωπο και ενδύθηκε τον νέο. Η μετάνοια είναι μια διαρκής κατάσταση και η ανάμνηση της αμαρτίας πρέπει να παραμένει και μετά την μετάνοια. «Όσες φορές κι αν πέσεις στην αγορά, τόσες φορές και σηκώνεσαι. Κατά τον ίδιο τρόπο, όσες φορές κι αν αμαρτήσεις, μετανόησε για την αμαρτία σου».

Δεν μπορούν όλοι να γίνουν ασκητές και ερημίτες, για τον κάθε ένα όμως από εμάς υπάρχει η κατάλληλη πορεία προς τη σωτηρία. Ο Χρυσορρήμων Χρυσόστομος τονίζει ανάμεσα σε άλλους πέντε δρόμους σωτηρίας την αυτοκαταδίκη και ομολογία των αμαρτιών, τη συγχωρητικότητα και αγάπη προς τους αδελφούς μας, το πένθος και τα δάκρυα για τις αμαρτίες μας, την ταπεινοφροσύνη, την ελεημοσύνη και τη θερμή προσευχή.

Με τον βίο της η Αγία Μαρία μας επιβεβαιώνει το λόγο του Κυρίου ότι «πόρνες και τελώνες θα εισέλθουν στη Βασιλεία των Ουρανών», δηλαδή μετανοημένοι αμαρτωλοί. Η Οσία μας καλεί σε μετάνοια και μας προσκαλεί να επιστρέψουμε στους κόλπους του Πατρός στην πορεία προς το Πάθος και την Ανάσταση του Χριστού. Αμήν

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Ι' 32-45:ΠΡΩΤΟΙ ΚΑΙ ΕΣΧΑΤΟΙ

 

του πατρός Δημητρίου Μπόκου

Ο Χριστός ανεβαίνει στα Ιεροσόλυμα για τελευταία φορά. Καθ’ οδόν προλέγει στους μαθητές του τα όσα θα του συμβούν. Ότι δηλαδή θα συλληφθεί, θα μαστιγωθεί, θα εμπαιχθεί, θα εμπτυσθεί, θα φονευθεί, αλλά και θα αναστηθεί την τρίτη μέρα από τον θάνατό του.

Δύο από τους μαθητές του, συγγενείς του, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, παιδιά του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης, κόρης πιθανόν του Ιωσήφ, σαν να μην κατάλαβαν τίποτε, ζήτησαν από τον Χριστό να τους δώσει, όταν γίνει βασιλιάς, τα πρώτα αξιώματα. Μα ο Χριστός, αντί για μεγαλεία, τους υποσχέθηκε μόνο «ποτήριον θανάτου» και βάπτισμα μαρτυρίου (Κυριακή Ε΄ Νηστειών).

Οι απόστολοι, αν και πίστευαν εξ αρχής ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού, ο εκλεκτός του, ο Μεσσίας, άργησαν πολύ να καταλάβουν ότι η βασιλεία του «ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου». Όταν βέβαια το κατάλαβαν, δέχτηκαν με την καρδιά τους το ποτήρι του θανάτου και το βάπτισμα του μαρτυρίου που τους υποσχέθηκε ο Χριστός.

Το μυαλό τους ξεθόλωσε από τις κοσμικές επιδιώξεις και φιλοδοξίες μετά την ημέρα της Πεντηκοστής. Όταν το Άγιο Πνεύμα τους οδήγησε «εις πάσαν την αλήθειαν». Στο εξής, αντί να κυνηγούν αξιώματα, θεωρούσαν τιμή τους να βαστάζουν επάνω τους τα στίγματα του Χριστού. Να υποφέρουν όπως Εκείνος (Ιω. 18, 36. 16, 13. Γαλ. 6, 17).

Τότε κατανόησαν τα λόγια του Χριστού, ότι πρώτος και μεγαλύτερος από όλους δεν είναι όποιος επιδιώκει την πρώτη θέση παντού, «την πρωτοκλισίαν εν τοις δείπνοις και τας πρωτοκαθεδρίας εν ταις συναγωγαίς». Αλλά όποιος βάζει τον εαυτό του τελευταίο και γίνεται υπηρέτης των άλλων, «πάντων δούλος και διάκονος». Όπως έκανε και ο Χριστός, που δεν ήλθε για να τον υπηρετήσουμε εμείς, αλλά για να μας διακονήσει Εκείνος. Και έφτασε να πλένει και τα πόδια των μαθητών του, ακόμα και του Ιούδα. Από μείζων, έγινε ελάχιστος (Ματθ. 23, 6. Μαρκ. 10, 43-44. Ιω. 13, 4-16).

Πολλοί Χριστιανοί δεν κατάλαβαν ποτέ τα λόγια αυτά και τη στάση του Χριστού. Με κάθε μέσο, θεμιτό και αθέμιτο, πατώντας ακόμα και επί πτωμάτων, αγωνίζονται για την πρώτη θέση. Γαντζώνονται στην εξουσία, κάνουν τα πάντα για την καρέκλα τους. Και από εκεί κατακυριεύουν, καταδυναστεύουν, τυραννούν, καθυποτάσσουν. Είναι γενικευμένη η τάση, στον τομέα του ο καθένας να επιδιώκει να επικρατεί πάνω στους άλλους.

Μα ευτυχώς υπάρχουν και οι φωτεινές εξαιρέσεις. Κάποιες φωτισμένες ψυχές, αντί για πρωτοκαθεδρία, αναζητούν «τον έσχατον τόπον» (Λουκ. 14, 10). Πατριάρχες γίνονται ανώνυμοι μοναχοί. Βασιλιάδες, πρίγκιπες και πριγκιπόπουλα, ανταλλάσσουν την επίγεια βασιλεία με την επουράνια. Αφήνουν τη βασιλική τους πορφύρα και ντύνονται το μοναχικό τριβώνιο. Ένα τέτοιο λαμπερό αστέρι είναι και ο αββάς Αρσένιος.

Έζησε σαράντα χρόνια στα παλάτια ως δάσκαλος και πατέρας των παιδιών (Αρκαδίου και Ονωρίου) του Μεγάλου Θεοδοσίου.Κοιμόταν πάνω σε πολύτιμα στρώματα. Τον υπηρετούσαν χίλιοι δούλοι χρυσόζωνοι, φορώντας πανάκριβα κοσμήματα και ολομέταξα ρούχα. Μα άφησε τις τιμές και έγινε μοναχός.

Έζησε άλλα πενήντα πέντε χρόνια στην απόλυτη φτώχεια. Και όπως στο παλάτι δεν φορούσε κανένας πολυτιμότερο ρούχο από αυτόν, έτσι και στο μοναστήρι δεν φορούσε κανένας ευτελέστερο από το δικό του. Στην Εκκλησία στεκόταν πίσω από μια κολόνα για να μη βλέπει κανένας το πρόσωπό του. Όταν αρρώστησε, η μόνη του πολυτέλεια ήταν μια κουρελού για στρωσίδι και ένα μικρό προσκέφαλο.

Για χάρη του Χριστού, έγινε από πρώτος τελευταίος.

Καλή εβδομάδα! Καλό μήνα! Καλό τελείωμα Σαρακοστής!

Ο ΟΣΙΟΣ ΤΙΤΟΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ



Τη μνήμη του τιμά σήμερα, 2 Απριλίου, η μας.
Ο Όσιος Τίτος είχε ψυχή με θερμή αγάπη στο Θεό και τον πλησίον. Όπως ο Κύριος είχε πει στους μαθητές του, «εμόν βρώμά εστιν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με» ( Ιωάν., δ’ 34), δικό μου, δηλαδή, φαγητό είναι να πράττω το θέλημα Εκείνου (του Πατέρα Θεού) που με απέστειλε, έτσι συνέβαινε και στον όσιο Τίτο. Τροφή του ήταν να πράττει με κάθε τρόπο το θέλημα του ουρανίου Πατέρα και να χρησιμοποιεί τη ζωή του για την ηθική και πνευματική οικοδομή των αδελφών του.
Όταν έγινε μοναχός, έλαμψε με την φιλάδελφη συμπεριφορά του, την πραότητα και την επιείκεια. Ήταν χαρακτήρας που γνώριζε να παραβλέπει, να μακροθυμεί, να ανέχεται, να συνδιαλέγεται, να διαλύει τις παρεξηγήσεις, να κερδίζει γρήγορα την εμπιστοσύνη και να κατακτά τις καρδιές των άλλων.
Ετσι, έγινε πνευματικός ηγέτης μεγάλης αποδοχής και πλήθος λαϊκών και μοναχών ζητούσαν να ωφεληθούν από την συντροφιά του. Μάλιστα, ο Θεός αντάμειψε την καθαρότητα της ψυχής και της ζωής του με το χάρισμα να θαυματουργεί.
Αφού έμεινε σταθερός στην πίστη μέχρι τέλους της ζωής του, αποδήμησε στον Κύριο, αφήνοντας πίσω του πολλούς μιμητές.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Ανατεθείς από παιδός τω Κυρίω, αγγελικώς επολιτεύσω εν κόσμω, και των θαυμάτων είληφας την χάριν εκ Θεού, όθεν εχρημάτισας, Μοναζόντων αλείπτης, Τίτε παμμακάριστε, και σοφός οικονόμος. Άλλα μη παύση Πάτερ εκτενώς, υπέρ του κόσμου, Θεόν ιλεούμενος.

Σάββατο 1 Απριλίου 2023

ΕΙΣ ΤΟ ΛΑΤΡΕΥΕΙΝ ΘΕΩ ΖΩΝΤΙ


"
πόσῳ μᾶλλον τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὃς διὰ Πνεύματος αἰωνίου ἑαυτὸν προσήνεγκεν ἄμωμον τῷ Θεῷ, καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι;" (Εβρ. 9,14)

"Πόσο μᾶλλον τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ καθαρίζει, διότι αὐτός, ἔχοντας τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, προσέφερε τὸν ἑαυτὸ του ἄψογη θυσία στὸν Θεό, κι ἔτσι θὰ καθαρίσει τὴ συνείδησή μας ἀπὸ τὰ ἔργα ποὺ ὁδηγοῦν στὸν θάνατο, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ λατρεύουμε τὸν ἀληθινὸ Θεό" . 

            Η λατρεία είναι η αποθέωση της αγάπης. Όταν λέμε ότι λατρεύουμε κάποιο πρόσωπο, μια ιδέα, μία συμπεριφορά, εννοούμε την αφοσίωση, την ευχαρίστηση που γίνεται απόλαυση, ένα αίσθημα ότι μόνο έτσι η ζωή μας έχει νόημα. Στην πνευματική ζωή χρησιμοποιούμε τον όρο "λατρεία του Θεού", για να δείξουμε την απόφασή μας ο Θεός να είναι το κέντρο της ζωής μας, να είναι η ενασχόλησή μας μαζί Του το κλειδί για τον τρόπο με τον οποίο πορευόμαστε, ότι είμαστε λιγότερο ή περισσότερο ερωτευμένοι μαζί Του. Η λατρεία του Θεού αποτυπώνεται στην θεία λειτουργία. Αποτυπώνεται στην προσευχή. Αποτυπώνεται στην διαρκή μνήμη του Θεού στην ψυχή μας. Στην ελπίδα ότι Αυτός είναι παρών και δίνει νόημα σε κάθε δυσκολία και ομορφαίνει κάθε χαρά.  

            Στην χριστιανική μας παράδοση ανταποδίδουμε με τον τρόπο της λατρείας την θυσία του Χριστού για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Εβραίους, μάς επισημαίνει ότι η σταύρωση του Χριστού είναι η προϋπόθεση για να οικειωθούμε τον Θεό στην ζωή μας. Το αίμα του Χριστού, το εκχυθέν υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας, δεν έχει καμία σχέση με τις θυσίες του προχριστιανικού κόσμου. Δεν θυσιάζουμε οι άνθρωποι κάτι από τον κόσμο και τα δικά μας για τον Θεό, αλλά ο Ίδιος ο Θεός γίνεται άνθρωπος, για να θυσιαστεί για εμάς, νικώντας για λογαριασμό μας τον έσχατο εχθρό μας που είναι ο θάνατος, δίδοντάς μας την δυνατότητα να δούμε Θεού πρόσωπο, καθώς έγινε ένας από εμάς και υποδεικνύοντάς μας την οδό της αγάπης που γίνεται ανάσταση. Αυτό βιώνουμε στην λατρεία της Εκκλησίας. Δεν λατρεύουμε μία ιδέα, μία παράδοση, μία συνήθεια ή μία πεποίθηση που έρχεται από τα βάθη των αιώνων, για να δείξουμε ότι περιμένουμε μία ανταμοιβή στην άλλη ζωή. Λατρεύουμε Εκείνον ο Οποίος μας αγάπησε υπεράνω του εαυτού Του. Έδωσε τον εαυτό Του, μολονότι δεν υπόκειτο ο Ίδιος στον νόμο του θανάτου, καθώς δεν προσέλαβε την φύση μας με τον φυσικό τρόπο της σύλληψης από άνδρα και γυναίκα, ενώ ως Θεός μπορούσε να δώσει απ'  ευθείας την αθανασία στην ανθρώπινη φύση Του, καθώς ήταν τέλειος άνθρωπος κατά πάντα, πλην της αμαρτίας. Εντούτοις, παραιτήθηκε από την αθανασία ως προς την ανθρώπινη φύση Του και βίωσε τον θάνατο, για να μας καλέσει στην ανάσταση μαζί Του, όχι μόνο όσους θα έρχονταν μετά από Εκείνον, αλλά και όλη την ανθρωπότητα που προηγήθηκε εν χρόνω του δικού Του θανάτου. Όλη η λατρεία της Εκκλησίας είναι μία αποτύπωση αυτής της θυσίας του Χριστού, του σταυρού και της ανάστασης, που μόνο ο ερωτευμένος αληθινά μπορεί να προσεγγίσει.

            Κάθε φορά που τελούμε την θεία λειτουργία, σε κάθε ιερή ακολουθία, σε κάθε συνάντησή μας στην Εκκλησία, θυμόμαστε τον έρωτα του Θεού και παλεύουμε να καρδιοχτυπήσουμε για Εκείνον. Παλεύουμε να εκφράσουμε με τα λόγια της λατρείας ότι είναι Ζων ο Θεός στον οποίο πιστεύουμε.  Όπως οι ερωτευμένοι, προσπαθούμε να ετοιμαστούμε, αποκαθαίροντες την ψυχή μας από κάθε ρύπο εμπαθή, διά της μετανοίας. Διότι τον τρόπο πάλι Αυτός που μας αγαπά μας τον έδειξε. Αναγνωρίζουμε την αναξιότητά μας και ότι ουκ έχομεν ένδυμα ίνα εισέλθωμεν στον κεκοσμημένο νυμφώνα Του. Και  τραγουδάμε με παράπονο για μας και ευγνωμοσύνη για Εκείνον το ευχαριστώ μας και όχι μόνοι μας, αλλά όλοι μαζί. Με Εκείνον να συνεχίζει να προσφέρεται ως άρτος ζωής. Με την Παναγία και τους αγίους να μας συντροφεύουν. Με ζώντες και κεκοιμημένους να συμπεριλαμβάνονται στο άγιο δισκάριο της Προθέσεως. Και με όλες μας τις αισθήσεις να συμμετέχουν τελικά στην πανήγυρη της ουρανίου χαράς που γίνεται επίγεια, αποθέντες πάσαν βιοτικήν μέριμναν στην αγάπη Του.

            Δεν υπάρχει ωραιότερη στιγμή στην ζωή από την ώρα της λατρείας του ζώντος Θεού. Γι' αυτό και η πίστη μας δεν είναι θρησκεία, αλλά κοινωνία. Προς τα εκεί ας πορευτούμε όσο μπορούμε, με τον μικρότερο ή μεγαλύτερο έρωτα, την Μεγάλη Εβδομάδα που έρχεται. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 02/04/23-ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Ι' 32-45

 Άραγε γιατί ζητούν την πρωτοκαθεδρία οι δύο μαθητές του Χριστού; |  Πεμπτουσία


Πρεσβυτέρου Φιλίππου Φιλίππου

Πρωτότυπο Κείμενο

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς τοὺς δώδεκα μαθητάς αὐτοῦ καὶ ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν, ὅτι ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι, καὶ ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται. Καὶ προσπορεύονται αὐτῷ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης υἱοὶ Ζεβεδαίου λέγοντες· διδάσκαλε, θέλομεν ἵνα ὃ ἐὰν αἰτήσωμεν ποιήσῃς ἡμῖν. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· τί θέλετε ποιῆσαί με ὑμῖν; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου. Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. Δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· δυνάμεθα. Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· τὸ μὲν ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾿ οἷς ἡτοίμασται. Καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἤρξαντο ἀγανακτεῖν περὶ Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου. Ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς λέγει αὐτοῖς· οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν· οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ᾿ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος, καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος· καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.

Νεοελληνική Απόδοση

Εκείνο τον καιρό, ο Ιησούς πήρε τους δώδεκα μαθητές του χωριστά κι άρχισε να τους λέει τα όσα ήταν να του συμβούν. «Ακούστε», τους έλεγε· «τώρα που ανεβαίνουμε στα Ιεροσόλυμα, ο Υιός του Ανθρώπου θα παραδοθεί στους αρχιερείς και στους γραμματείς, που θα τον καταδικάσουν σε θάνατο και θα τον παραδώσουν στους εθνικούς. Θα τον περιγελάσουν, θα τον μαστιγώσουν, θα τον φτύσουν και θα τον θανατώσουν· και την τρίτη ημέρα θ’ αναστηθεί». Πλησιάζουν τότε τον Ιησού ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, οι γιοι του Ζεβεδαίου, και του λένε: «Διδάσκαλε, θέλουμε να μας κάνεις τη χάρη που θα σου ζητήσουμε». «Τι θέλετε να κάνω για σας;» τους ρώτησε εκείνος. «Όταν θα εγκαταστήσεις την ένδοξη βασιλεία σου», του αποκρίθηκαν, «βάλε μας να καθίσουμε ο ένας στα δεξιά σου κι ο άλλος στα αριστερά σου». Ο Ιησούς τότε τους είπε: «Δεν ξέρετε τι ζητάτε. Μπορείτε να πιείτε το ποτήρι του πάθους που θα πιω εγώ ή να βαφτιστείτε με το βάπτισμα με το οποίο θα βαφτιστώ εγώ;» «Μπορούμε», του λένε. Κι ο Ιησούς τους απάντησε: «Το ποτήρι που θα πιω εγώ θα το πιείτε, και με το βάπτισμα των παθημάτων μου θα βαφτιστείτε· το να καθίσετε όμως στα δεξιά μου και στα αριστερά μου δεν μπορώ να σας το δώσω εγώ, αλλά θα δοθεί σ’ αυτούς για τους οποίους έχει ετοιμαστεί». Όταν τ’ άκουσαν αυτά οι υπόλοιποι δέκα μαθητές, άρχισαν ν’ αγανακτούν με τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη. Τους κάλεσε τότε ο Ιησούς και τους λέει: «Ξέρετε ότι αυτοί που θεωρούνται ηγέτες των εθνών ασκούν απόλυτη εξουσία πάνω τους, και οι άρχοντές τους τα καταδυναστεύουν. Σ’ εσάς όμως δεν πρέπει να συμβαίνει αυτό, αλλά όποιος θέλει να γίνει μεγάλος ανάμεσά σας πρέπει να γίνει υπηρέτης σας· και όποιος από σας θέλει να είναι πρώτος πρέπει να γίνει δούλος όλων. Γιατί και ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήρθε για να τον υπηρετήσουν, αλλά για να υπηρετήσει και να προσφέρει τη ζωή του λύτρο για όλους».

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 02/04/23-ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ Θ΄11-14

 Ο Απόστολος Παύλος: Ο αληθινά Μεγάλος


Πρωτότυπο Κείμενο (Εβρ. 9: 11-14)

Ἀδελφοί, Χριστὸς παραγενόμενος ἀρχιερεὺς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν διὰ τῆς μείζονος καὶ τελειοτέρας σκηνῆς, οὐ χειροποιήτου, τοῦτ’ ἔστιν οὐ ταύτης τῆς κτίσεως, οὐδὲ δι’ αἵματος τράγων καὶ μόσχων, διὰ δὲ τοῦ ἰδίου αἵματος εἰσῆλθεν ἐφάπαξ εἰς τὰ Ἅγια, αἰωνίαν λύτρωσιν εὑράμενος. Εἰ γὰρ τὸ αἷμα ταύρων καὶ τράγων καὶ σποδὸς δαμάλεως ραντίζουσα τοὺς κεκοινωμένους ἁγιάζει πρὸς τὴν τῆς σαρκὸς καθαρότητα, πόσῳ μᾶλλον τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὃς διὰ Πνεύματος αἰωνίου ἑαυτὸν προσήνεγκεν ἄμωμον τῷ Θεῷ, καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι;

Νεοελληνική Απόδοση

Αδελφοί, ο Χριστός ήρθε ως αρχιερέας των αγαθών πραγμάτων που προσμένουμε. Η σκηνή στην οποία μπήκε είναι ανώτερη και τελειότερη. Δεν είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα, μέρος δηλαδή αυτής της δημιουργίας. Ο Χριστός μπήκε μια για πάντα στα άγια των αγίων, για να προσφέρει αίμα όχι ταύρων και μοσχαριών, αλλά το δικό του αίμα· κι έτσι μας εξασφάλισε την αιώνια σωτηρία. Το αίμα των ταύρων και των τράγων, και το ράντισμα με τη στάχτη του δαμαλιού εξαγνίζουν τους θρησκευτικά ακάθαρτους καθαρίζοντάς τους εξωτερικά. Πόσο μάλλον το αίμα του Χριστού! Αυτός, έχοντας το Πνεύμα του Θεού, πρόσφερε τον εαυτό του άψογη θυσία στο Θεό, κι έτσι θα καθαρίσει τη συνείδησή σας από τα έργα που οδηγούν στο θάνατο, για να μπορείτε να λατρεύετε τον αληθινό Θεό.

Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ



Τη μνήμη της τιμά σήμερα, 1 Απριλίου, η μας.
Τον βίο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας συνέγραψε ο Άγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων, ο οποίος συνέγραψε διάφορα ασκητικά και υμνογραφικά κείμενα που διαποτίζονται από το πνεύμα της Ορθοδόξου θεολογίας και της ασκητικής παραδόσεως.
Η Οσία Μαρία γεννήθηκε στην Αίγυπτο και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527 – 565 μ.Χ.). Από τα δώδεκα χρόνια της πέρασε στην Αίγυπτο μια ζωή ασωτίας, αφού από την μικρή αυτή ηλικία διέφθειρε την παρθενία της και είχε ασυγκράτητο και αχόρταγο το πάθος της σαρκικής μείξεως.
Ζώντας αυτήν την ζωή δεν εισέπραττε χρήματα, αλλά απλώς ικανοποιούσε το πάθος της. Η ίδια ξαγορεύθηκε στον Αββά Ζωσιμά ότι διετέλεσε: «δημόσιον προκείμενη τής ασωτίας υπέκκαυμα, ου δόσεως τινός, μά τήν αλήθειαν, ένεκεν», κάνοντας δηλαδή το έργο της δωρεάν, «εκτελούσα τό εν εμοί καταθύμιον». Και όπως του απεκάλυψε, είχε ακόρεστη επιθυμία και ακατάσχετο έρωτα να κυλιέται στο βόρβορο που ήταν η ζωή της και σκεπτόταν έτσι ντροπιάζοντας την ανθρώπινη φύση.
Λόγω της άσωτης ζωής και της σαρκικής επιθυμίας που είχε, κάποια φορά ακολούθησε τους προσκυνητές που πήγαιναν στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό. Και αυτό το έκανε, όχι για να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό, αλλά για να έχει πολλούς εραστές που θα ήταν έτοιμοι να ικανοποιήσουν το πάθος της.
Περιγράφει δε και η ίδια ρεαλιστικά και τον τρόπο που επιβιβάστηκε στο πλοιάριο. Και, όπως η ίδια αποκάλυψε, κατά την διάρκεια του ταξιδιού της δεν υπήρχε είδος ασέλγειας από όσα λέγονται και δεν λέγονται, του οποίου δεν έγινε διδάσκαλος σε εκείνους τους ταλαίπωρους ταξιδιώτες. Και η ίδια εξέφρασε την απορία της για το πώς η θάλασσα υπέφερε τις ασωτίες της και γιατί η γη δεν άνοιξε το στόμα της και δεν την κατέβασε στον άδη, επειδή είχε παγιδεύσει τόσες ψυχές.
Κατά την διάρκεια του ταξιδιού αυτού δεν αρκέστηκε στο ότι διέφθειρε τους νέους, αλλά διέφθειρε και πολλούς άλλους από τους κατοίκους της πόλεως και τους ξένους επισκέπτες. Και στα Ιεροσόλυμα που πήγε κατά την εορτή του Τιμίου Σταυρού, περιφερόταν στους δρόμους «ψυχάς νέων αγρεύουσα».
Αισθάνθηκε όμως, βαθιά μετάνοια από ένα θαυματουργικό γεγονός. Ενώ εισερχόταν στο ναό για να προσκυνήσει το Ξύλο του Τιμίου Σταυρού, κάποια δύναμη την εμπόδισε να προχωρήσει. Στην συνέχεια στάθηκε μπροστά σε μία εικόνα της Παναγίας, έδειξε μεγάλη μετάνοια και ζήτησε την καθοδήγηση και βοήθεια της Παναγίας.
Με την βοήθεια της Θεοτόκου εισήλθε ανεμπόδιστα αυτή την φορά στον ιερό ναό και προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό. Στην συνέχεια, αφού ευχαρίστησε την Παναγία, άκουσε φωνή που την προέτρεπε να πορευθεί στην έρημο, πέραν του Ιορδάνου.
Αμέσως ζήτησε την συνδρομή και την προστασία της Θεοτόκου και ήρε τον δρόμο της προς την έρημο, αφού προηγουμένως πέρασε από την ιερά μονή του Βαπτιστού στον Ιορδάνη ποταμό και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Στην έρημο έζησε σαράντα επτά χρόνια, χωρίς ποτέ να συναντήσει άνθρωπο.
Κατά τα πρώτα δεκαεπτά χρόνια στην έρημο, πάλεψε πολύ σκληρά για να νικήσει τους λογισμούς και τις επιθυμίες της, ουσιαστικά για να νικήσει τον διάβολο που την πολεμούσε με τις αναμνήσεις της προηγούμενης ζωής.
Η Οσία ζούσε δεκαεπτά χρόνια στην έρημο «θηρσίν ανημέροις ταίς αλόγοις επιθυμίαις πυκτεύουσα». Είχε πολλές επιθυμίες φαγητών, ποτών και «πορνικών ασμάτων» και πολλούς λογισμούς που την ωθούσαν προς την πορνεία.
Όμως, όταν ερχόταν κάποιος λογισμός μέσα της, έπεφτε στην γη, την έβρεχε με δάκρυα και δεν σηκωνόταν από τη γη «έως ότου τό φώς εκείνο τό γλυκύ περιέλαμψεν καί τούς λογισμούς τούς ενοχλούντας μοί εδίωξεν». Συνεχώς προσευχόταν στην Παναγία, την οποία είχε εγγυήτρια της ζωής της μετανοίας που έκανε.
Το ιμάτιό της σχίσθηκε και καταστράφηκε και έκτοτε παρέμεινε γυμνή. Καιγόταν από τον καύσωνα και έτρεμε από τον παγετό και «ως πολλάκις μέ χαμαί πεσούσαν άπνουν μείναι σχεδόν καί ακίνητον».
Ύστερα από σκληρό αγώνα, με τη Χάρη του Θεού και την συνεχή προστασία της Παναγίας, ελευθερώθηκε από τους λογισμούς και τις επιθυμίες, οπότε μεταμορφώθηκε το λογιστικό και παθητικό μέρος της ψυχής της, καθώς επίσης εθεώθηκε και το σώμα της.
Λόγω της μεγάλης πνευματικής της καταστάσεως στην οποία έφθασε η Οσία Μαρία, έλαβε από τον Θεό το διορατικό χάρισμα.
Ήταν γυμνή αλλά το σώμα της υπερέβη τις ανάγκες της φύσεως. Λέγει η ίδια: «Γυνή γάρ ειμί, καί γυμνή, καθάπερ οράς, καί τήν αισχύνην τού σώματός μου απερικάλυπτον έχουσα». Το σώμα τρεφόταν με τη Χάρη του Θεού: «Τρέφομαι γάρ καί σκέπτομαι τώ ρήματι τού Θεού διακρατούντος τά σύμπαντα».
Στη περίπτωσή της, όπως και σε άλλες περιπτώσεις Αγίων, παρατηρούμε ότι αναστέλλονται οι ενέργειες του σώματος. Αυτή η αναστολή των σωματικών ενεργειών οφειλόταν στο ότι η ψυχή της δεχόταν την ενέργεια του Τριαδικού Θεού και αυτή η θεία ενέργεια διαπορθμευόταν και στο σώμα της: «Αρκείν ειπούσα τήν χάριν τού Πνεύματος, ώστε συντηρείν τήν ουσίαν τής ψυχής αμίαντον».
Εκείνη την περίοδο ασκήτευε σε ένα μοναστήρι ο Ιερομόναχος Αββάς Ζωσιμάς, που ήταν κεκοσμημένος με αγιότητα βίου. Έβλεπε θεία οράματα, καθώς του είχε δοθεί το χάρισμα των θείων ελλάμψεων, λόγω του ότι ζούσε μέχρι τα πενήντα τρία του χρόνια με μεγάλη άσκηση και ήταν φημισμένος στην περιοχή του.
Τότε, όμως, εισήλθε μέσα του ένας λογισμός κάποιας πνευματικής υπεροψίας, για το αν δηλαδή υπήρχε άλλος μοναχός που θα μπορούσε να τον ωφελήσει ή να του διδάξει κάποιο καινούργιο είδος ασκήσεως. Ο Θεός, για να τον διδάξει και να τον διορθώσει, του αποκάλυψε ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φθάσει στην τελειότητα. Και στην συνέχεια του υπέδειξε να πορευθεί σε ένα μοναστήρι που βρισκόταν κοντά στον Ιορδάνη ποταμό.
Ο Αββάς Ζωσιμάς υπάκουσε στην φωνή του Θεού και πήγε στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, που του υποδείχθηκε. Εκεί συνάντησε τον ηγούμενο και τους μοναχούς, και διέκρινε ότι ακτινοβολούσαν τη Χάρη και την αγάπη του Θεού, ζώντας έντονη μοναχική ζωή με ακτημοσύνη, με μεγάλη άσκηση και αδιάλειπτη προσευχή.
Στο μοναστήρι αυτό υπήρχε ένας κανόνας. Σύμφωνα με αυτόν, την Κυριακή της Τυρινής προ της ενάρξεως της Μεγάλης Σαρακοστής, αφού οι μοναχοί κοινωνούσαν των Αχράντων Μυστηρίων, προσεύχονταν και ασπάζονταν μεταξύ τους, και έπειτα ελάμβαναν ο καθένας τους μερικές τροφές και έφευγαν στην έρημο πέραν του Ιορδάνου, για να αγωνισθούν κατά την περίοδο της Τεσσαρακοστής τον αγώνα της ασκήσεως.
Επέστρεφαν δε στο μοναστήρι την Κυριακή των Βαΐων, για να εορτάσουν τα Πάθη, τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού. Είχαν ως κανόνα να μην συναντά κανείς τον άλλο αδελφό στην έρημο και να μην τον ερωτά, όταν επέστρεφαν, για το είδος της ασκήσεως που έκανε την περίοδο αυτή.
Αυτόν τον κανόνα εφάρμοσε και ο Αββάς Ζωσιμάς. Αφού έλαβε ελάχιστες τροφές, βγήκε από το μοναστήρι και πορεύθηκε στην έρημο, έχοντας την επιθυμία να εισέλθει όσο μπορούσε πιο βαθειά σε αυτή, με την ελπίδα μήπως συναντήσει κάποιον ασκητή που θα τον βοηθούσε να φθάσει σε αυτό που ποθούσε. Πορευόταν προσευχόμενος και τρώγοντας ελάχιστα. Κοιμόταν δε όπου ευρισκόταν.
Είχε περπατήσει μία πορεία είκοσι ημερών όταν, κάποια στιγμή που κάθισε να ξεκουραστεί και έψελνε, είδε στο βάθος μια σκιά που έμοιαζε με ανθρώπινο σώμα. Στην αρχή θεώρησε ότι ήταν δαιμονικό φάντασμα, αλλά έπειτα διαπίστωσε ότι ήταν άνθρωπος.
Αυτό το ον που έβλεπε ήταν γυμνό, είχε μαύρο σώμα – το σώμα αυτό προερχόταν από τις ηλιακές ακτίνες – και είχε στο κεφάλι του λίγες άσπρες τρίχες, που δεν έφθαναν πιο κάτω από τον λαιμό. Ο Αββάς Ζωσιμάς έβλεπε την Οσία Μαρία, την ώρα που προσευχόταν.
Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία ασκούσε την αδιάλειπτη προσευχή και μάλιστα ο Αββάς Ζωσιμάς την είδε όταν εκείνη ύψωσε τα μάτια της στον ουρανό και άπλωσε τα χέρια της και «ήρξατο εύχεσθαι υποψιθυρίσουσα, φωνή δέ αυτής ουκ ηκούετο έναρθρος». Και σε κάποια στιγμή, ενώ εκείνος καθόταν σύντρομος, «ορά αυτήν υψωθείσαν ως ένα πήχυν από τής γής καί τώ αέρι κρεμαμένην καί ούτω προσεύχεσθαι».
Ο Αββάς Ζωσιμάς προσπάθησε να πλησιάσει, για να διαπιστώσει τι ήταν αυτό που έβλεπε, αλλά το ανθρώπινο εκείνο ον απομακρυνόταν. Έτρεχε ο Αββάς Ζωσιμάς, έτρεχε και εκείνο. Και ο Αββάς κραύγαζε με δάκρυα προς αυτό ώστε να σταματήσει, για να λάβει την ευλογία του. Εκείνο όμως δεν ανταποκρινόταν.
Μόλις έφθασε ο Αββάς σε κάποιο χείμαρρο και απόκαμε, εκείνο το ανθρώπινο ον αφού τον αποκάλεσε με το μικρό του όνομα, πράγμα που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στον Αββά, του είπε ότι δεν μπορεί να γυρίσει και να τον δει κατά πρόσωπο, γιατί είναι γυναίκα γυμνή και έχει ακάλυπτα τα μέλη του σώματός της.
Τον παρακάλεσε, αν θέλει, να της δώσει την ευχή του και να της ρίξει ένα κουρέλι από τα ρούχα του, για να καλύψει το γυμνό σώμα της. Ο Αββάς έκανε ότι του είπε και τότε εκείνη στράφηκε προς αυτόν. Ο Αββάς αμέσως γονάτισε για να λάβει την ευχή της, ενώ το ίδιο έκανε και εκείνη. Και παρέμειναν και οι δύο γονατιστοί «έκαστος εξαιτών ευλογήσαι τόν έτερον».
Επειδή ο Αββάς αναρωτιόταν μήπως έβλεπε μπροστά του κάποιο άυλο πνεύμα, εκείνη διακρίνοντας τους λογισμούς του, του είπε ότι είναι αμαρτωλή, που έχει περιτειχισθεί από το άγιο Βάπτισμα και είναι χώμα και στάχτη και όχι άυλο πνεύμα.
Η Οσία Μαρία κατά την συνάντηση αυτή, αφού αποκάλυψε όλη την ζωή της, ζήτησε από τον Αββά Ζωσιμά να έλθει κατά την Μεγάλη Πέμπτη της επόμενης χρονιάς, σε έναν ορισμένο τόπο στην όχθη του Ιορδάνη ποταμού, κοντά σε μια κατοικημένη περιοχή, για να την κοινωνήσει, ύστερα από πολλά χρόνια μεγάλης μετάνοιας που μεταμόρφωσε την ύπαρξή της. «Καί νύν εκείνου εφίεμαι ακατασχέτω τώ έρωτι», του είπε, δηλαδή είχε ακατάσχετο έρωτα να κοινωνήσει του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.
Ο Αββάς Ζωσιμάς επέστρεψε στο μοναστήρι χωρίς να πει σε κανένα τι ακριβώς συνάντησε, σύμφωνα άλλωστε και με τον κανόνα που υπήρχε σε εκείνη την ιερά μονή. Όμως, συνεχώς παρακαλούσε τον Θεό να τον αξιώσει να δει και πάλι «τό ποθούμενον πρόσωπον» την επόμενη χρονιά και μάλιστα ήταν στεναχωρημένος γιατί δεν περνούσε ο χρόνος, καθώς ήθελε όλος αυτός ο χρόνος να ήταν μία ημέρα.
Το επόμενο έτος ο Αββάς Ζωσιμάς από κάποια αρρώστια δεν μπόρεσε να βγει από το μοναστήρι στην έρημο, όπως έκαναν οι άλλοι πατέρες στην αρχή της Σαρακοστής και έτσι παρέμεινε στο μοναστήρι. Και την Κυριακή των Βαΐων, όταν είχαν επιστρέψει οι άλλοι πατέρες της Μονής, εκείνος ετοιμάσθηκε να πορευθεί στον τόπο που του είχε υποδείξει η Οσία, για να την κοινωνήσει.
Την Μεγάλη Πέμπτη πήρε μαζί του σε ένα μικρό ποτήρι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, πήρε μερικά σύκα και χουρμάδες και λίγη βρεγμένη φακή και βγήκε από το μοναστήρι για να συναντήσει την Οσία Μαρία. Επειδή όμως εκείνη αργοπορούσε να έλθει στον καθορισμένο τόπο, ο Αββάς προσευχόταν στον Θεό με δάκρυα να μην του στερήσει λόγω των αμαρτιών του την ευκαιρία να τη δει εκ νέου.
Μετά την θερμή προσευχή την είδε από την άλλη πλευρά του Ιορδάνη ποταμού, να κάνει το σημείο του Σταυρού, να πατά πάνω στο νερό του ποταμού «περιπατούσαν επί τών υδάτων επάνω καί πρός εκείνον βαδίζουσαν». Στην συνέχεια η Οσία τον παρακάλεσε να πει το Σύμβολο της Πίστεως και το «Πάτερ ημών».
Ακολούθως ασπάσθηκε τον Αββά Ζωσιμά και κοινώνησε των ζωοποιών Μυστηρίων. Έπειτα ύψωσε τα χέρια της στον ουρανό, αναστέναξε με δάκρυα και είπε: «Νύν απολύεις τήν δούλη σου, ώ Δέσποτα, κατά τό ρήμά σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου τό σωτήριόν σου».
Στην συνέχεια, αφού τον παρακάλεσε να έλθει και το επόμενο έτος στο χείμαρρο που την είχε συναντήσει την πρώτη φορά, ζήτησε την προσευχή του. Ο Αββάς άγγιξε τα πόδια της Οσίας, ζήτησε και αυτός την προσευχή της και την άφησε να φύγει «στένων καί οδυρόμενος», διότι τολμούσε «κρατήσαι τήν ακράτητον». Εκείνη έφυγε κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ήλθε, πατώντας δηλαδή πάνω στα νερά του Ιορδάνη ποταμού.
Το επόμενο έτος, σύμφωνα και με την παράκληση της Οσίας, ο Αββάς βιαζόταν να φθάσει «πρός εκείνο τό παράδοξο θέαμα». Αφού βάδισε πολλές ημέρες και έφθασε στον τόπο εκείνο, έψαχνε «ως θηρευτής εμπειρότατος» να δει «τό γλυκύτατο θήραμα», την Οσία του Θεού. Όμως δεν την έβλεπε πουθενά.
Τότε άρχισε να προσεύχεται στον Θεό κατανυκτικά: «Δείξον μοί, Δέσποτα, τόν θησαυρόν σου τόν άσυλον, όν εν τήδε τή ερήμω κατέκρυψας, δείξον μοί, δέομαι, τόν εν σώματι άγγελον, ου ουκ έστιν ο κόσμος απάξιος». Για τον Αββά Ζωσιμά η Οσία Μαρία ήταν άθικτος θησαυρός, άγγελος μέσα σε σώμα, που ο κόσμος δεν ήταν άξιος να τον έχει. Και προσευχόμενος με τα λόγια αυτά είδε «κεκειμένην τήν Οσίαν νεκράν, καί τάς χείρας ούτως ώσπερ έδει τυπώσασαν καί πρός ανατολάς όρασαν κειμένην τό σχήματι».
Βρήκε δε και δική της γραφή που έλεγε: «Θάψον, αββά Ζωσιμά, εν τούτω τό τόπω τής ταπεινής Μαρίας τό λείψανον, αποδός τόν χούν τώ χοΐ, υπέρ εμού διά παντός πρός τόν Κύριον προσευχόμενος, τελειωθείσης, μηνί Φαρμουθί (κατ’ Αιγυπτίους, όπως εστί κατά Ρωμαίους Απρίλιος), εν αυτή δέ τή νυκτί τού πάθους τού σωτηρίου, μετά τήν τού θείου καί μυστικού δείπνου μετάληψιν». Την βρήκε δηλαδή νεκρή, κείμενη στην γη, με τα χέρια σταυρωμένα και βλέποντας προς την ανατολή. Συγχρόνως βρήκε και γραφή που τον παρακαλούσε να την ενταφιάσει.
Η Οσία κοιμήθηκε την ίδια ημέρα που κοινώνησε, αφού είχε διασχίσει σε μία ώρα απόσταση την οποία διήνυσε το επόμενο έτος ο Αββάς Ζωσιμάς σε είκοσι ημέρες. Γράφει ο Άγιος Σωφρόνιος: «καί ήνπερ ώδευσεν οδόν Ζωσιμάς διά είκοσι ημερών κοπιών, εις μίαν ώραν Μαρίαν διέδραμεν καί ευθύς πρός τόν Θεόν εξεδήμησεν». Το σώμα της είχε αποκτήσει άλλες ιδιότητες, είχε μεταμορφωθεί.
Στην συνέχεια ο Αββάς Ζωσιμάς, αφού έκλαψε πολύ και είπε ψαλμούς κατάλληλους για την περίσταση, «εποίησεν ευχήν επιτάφιον». Και μετά με μεγάλη κατάνυξη, «βρέχων τό σώμα τοίς δακρύσι» επιμελήθηκε τα της ταφής. Επειδή, όμως, η γη ήταν σκληρή και ο ίδιος ήταν προχωρημένης ηλικίας, γι’ αυτό δεν μπορούσε να την σκάψει και βρισκόταν σε απορία. Τότε «ορά λέοντα μέγαν τώ λειψάνω τής Οσίας παρεστώτα καί τά ίχνη αυτής αναλείχοντα», δηλαδή είδε ένα λιοντάρι να στέκεται δίπλα στο λείψανο της Οσίας και να γλείφει τα ίχνη της.
Ο Αββάς τρόμαξε, αλλά το ίδιο το λιοντάρι «ουχί τούτον τοίς κινήμασι μόνον ασπαζόμενον, αλλά καί προθέσει», δηλαδή το ίδιο το λιοντάρι καλόπιανε τον Αββά και τον παρακινούσε και με τις κινήσεις του και με τις προθέσεις του, να προχωρήσει στον ενταφιασμό της. Λαμβάνοντας ο Αββάς θάρρος από το ήμερο του λιονταριού, το παρακάλεσε να σκάψει αυτό το ίδιο τον λάκκο, για να ενταφιασθεί το ιερό λείψανο της Οσίας Μαρίας, επειδή εκείνος αδυνατούσε. Το λιοντάρι υπάκουσε. «Ευθύς δέ άμα τώ σώματι θαπτόμενο», δηλαδή με τα μπροστινά του πόδια άσκαψε το λάκκο, όσο έπρεπε, για να ενταφιασθεί το σκήνωμα της Οσίας Μαρίας.
Ο ενταφιασμός της Οσίας έγινε προσευχομένου του Αββά Ζωσιμά και του λιονταριού «παρεστώτος». Μετά τον ενταφιασμό έφυγαν και οι δύο, «ο μέν λέων επί τά ένδον τής ερήμου ως πρόβατον υπεχώρησε. Ζωσιμάς δέ υπέστρεψεν, ευλογών καί αινών τόν Θεόν ημών».
Και ο Άγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων, καταλήγει ότι έγραψε αυτό το βίο «κατά δύναμιν» και «τής αληθείας μηδέν προτιμήσαι θέλων».
Ο βίος της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, δείχνει πως μία πόρνη μπορεί να γίνει κατά Χάριν θεός, πως ο άνθρωπος μπορεί να γίνει άγγελος εν σώματι και πως η κατά Χριστόν ελπίδα μπορεί να αντικαταστήσει την υπό του διαβόλου προερχόμενη απόγνωση.
Στο πρόσωπο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας βλέπουμε τον άνθρωπο που αναζητά την ηδονή και κυνηγά τους ανθρώπους για την ικανοποίησή τους, αλλά όμως με τη Χάρη του Θεού μπορεί να εξαγιασθεί τόσο πολύ, ώστε να φθάσει στο σημείο να την κυνηγούν οι Άγιοι για να λάβουν την ευλογία της και να ασπασθούν το τετιμημένο της σώμα, καθώς επίσης να τη σέβονται και τα άγρια ζώα.
Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία με την μετάνοιά της, την βαθιά της ταπείνωση, την υπέρβαση εν Χάριτι του θνητού και παθητού σώματός της, αφ’ ενός μεν προσφέρει μια παρηγοριά σε όλους τους ανθρώπους, αφ’ ετέρου δε ταπεινώνει εκείνους που υπερηφανεύονται για τα ασκητικά τους κατορθώματα. Δεν ημέρωσε μόνο τα άγρια θηρία που υπήρχαν μέσα της, δηλαδή τα άλογα πάθη, αλλά υπερέβη όλα τα όρια της ανθρώπινη φύσεως και ημέρωσε ακόμη και τα άγρια θηρία της κτίσεως.
Αυτός είναι ο σκοπός και ο πλούτος της ενανθρωπίσεως του Χριστού, που φυλάσσεται μέσα στην Εκκλησία. Με την αποκαλυπτική θεολογία και την εν Χριστώ ζωή ο άνθρωπος μπορεί να μεταμορφωθεί ολοκληρωτικά.
Η Εκκλησία τιμά την μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας και την Ε’ Κυριακή των Νηστειών.
Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.
Φωτισθείσα ενθέως Σταυρού τη χάριτι, της μετανοίας εδείχθης φωτοφανής λαμπηδών, των παθών τον σκοτασμόν λιπούσα πάνσεμνε, όθεν ως άγγελος Θεού, Ζωσιμά τω ιερώ, ωράθης εν τη ερήμω, Μαρία «Όσία Μήτερ» μεθ’ ου δυσώπει υπέρ πάντων ημών.