



Κατόπιν της από 4ης Ιουνίου 2026 Συνοδικής Αποφάσεως, η Συνοδική Επιτροπή επί της Χριστιανικής Αγωγής και της Νεότητος πραγματοποίησε στο Συνεδριακό Κέντρο της Ιεράς Μητροπόλεως Περιστερίου, από την Τρίτη 1 έως την Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026, το 10ο Πανελλήνιο Συνέδριο Υπευθύνων Ιερέων Νεότητος και Στελεχών Νεότητος των Ιερών Μητροπόλεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, με θέμα: «Κατήχησις και Παιδαγωγική: από την μετάδοση της γνώσης στη βιωματική εμπειρία».
Την Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου τελέσθηκε η ακολουθία του Αγιασμού από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Σιδηροκάστρου κ. Μακάριο, Πρόεδρο της Συνοδικής Επιτροπής επί της Χριστιανικής Αγωγής και της Νεότητος. Παρέστησαν ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Λαρίσης και Τυρνάβου κ. Ιερώνυμος και ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Αχελώου κ. Νήφων και περισσότεροι από 140 σύνεδροι, προερχόμενοι από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών και 60 Ιερές Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Μετά την τέλεση του Αγιασμού, ο Γραμματέας της Συνοδικής Επιτροπής, Αρχιμανδρίτης Πολύκαρπος Μπόγρης, καλωσόρισε τους Συνέδρους κάνοντας αναφορά στην προσπάθεια της Εκκλησίας της Ελλάδος για την συνεχή επιμόρφωση των στελεχών της Νεότητος, καθώς διακονούν ως άλλο ιερό θυσιαστήριο την κατήχηση, η οποία καλείται όχι απλώς να μεταδώσει γνώση, αλλά να δημιουργήσει μετοχή και εμπειρία στη ζωή του Χριστού.
Ακολούθως, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σιδηροκάστρου κ. Μακάριος, Πρόεδρος της Συνοδικής Επιτροπής επί της Χριστιανικής Αγωγής και της Νεότητος, αφού μετέφερε τις ευχές του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, ευχαρίστησε από καρδιάς τους συνέδρους για τη συμμετοχή και τη συμβολή τους στο νεανικό έργο της Εκκλησίας, τόσο μέσα από τις πρωτοβουλίες της Συνοδικής Επιτροπής, όσο και στις κατά τόπους Ιερές Μητροπόλεις. Αναφέρθηκε με ιδιαίτερη εκτίμηση στην ενεργό και κοπιώδη διακονία τους, χαρακτηρίζοντάς τους φίλους, αδελφούς και συνεργάτες «στα καλά και ωφέλιμα έργα τοις ανθρώποις». Τονίζοντας ιδιαίτερα τον αμφίδρομο χαρακτήρα του Συνεδρίου, είπε προς τους συμμετέχοντες: «Έρχεστε για να μάθετε, να διδαχθείτε, να εξειδικευθείτε. Έρχεστε όμως και για να μας διδάξετε, καταθέτοντας τις απόψεις σας και τη γνώση που έχετε αποκτήσει από τη συνεχή ενασχόλησή σας με το έργο της Νεότητας».
Αναφερόμενος ειδικότερα στο θέμα του φετινού Συνεδρίου, «Κατήχησις και Παιδαγωγική: από τη μετάδοση της γνώσης στη βιωματική εμπειρία», ο Σεβασμιώτατος εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι η κεντρική εισήγηση θα θέσει τις βασικές αρχές του θέματος, οι οποίες θα διευρυνθούν μέσα από τις τοποθετήσεις και την ενεργό συμμετοχή των συνέδρων. Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε και στα βιωματικά εργαστήρια, μέσα από τα οποία προσεγγίζονται στην πράξη επιμέρους πεδία, όπως η δημιουργική έκφραση και η αισθητική αγωγή, οι καλλιτεχνικές κατασκευές, η μουσική, το βιβλίο, το τραγούδι, το παιχνίδι και η χρήση των σύγχρονων τεχνολογιών. Συνοψίζοντας δε το πνεύμα μέσα στο οποίο καλείται να αναπτυχθεί η κατηχητική και παιδαγωγική διακονία, παρέπεμψε στους βιβλικούς λόγους, «οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα» και «πίστις ἄνευ ἔργων νεκρά ἐστιν», αναδεικνύοντας τη σύνδεση της πίστεως και της διδασκαλίας με την πράξη και το προσωπικό βίωμα.
Τέλος, ο Σεβασμιώτατος κ. Μακάριος εξέφρασε τις ευχαριστίες και την ευγνωμοσύνη του προς όλους όσοι συμβάλλουν στην πραγματοποίηση του Συνεδρίου και ιδιαιτέρως προς τον φιλοξενούντα Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Περιστερίου κ. Γρηγόριο και τους κληρικούς και λαϊκούς συνεργάτες του για την ουσιαστική προσφορά τους.
Ακολούθως, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περιστερίου κ. Γρηγόριος καλωσόρισε με ιδιαίτερη χαρά τους συνέδρους στην Τοπική Εκκλησία του Περιστερίου. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη χρονική συγκυρία της έναρξης των εργασιών, η οποία συμπίπτει με την αρχή της Ινδίκτου και του νέου εκκλησιαστικού έτους, επισημαίνοντας ότι αποτελεί πάντοτε ευκαιρία για «εν Χριστώ προβληματισμό». Παράλληλα παρουσίασε τους Αγίους ως τους κατεξοχήν Παιδαγωγούς και Κατηχητές της Εκκλησίας και ως «φωτοπαρόχους οδοδείκτες» της χριστιανικής πορείας μέσα στον κόσμο.
Ολοκληρώνοντας τον χαιρετισμό του, ο Μητροπολίτης Περιστερίου ευχήθηκε καλή έκβαση των εργασιών και τα συμπεράσματα του Συνεδρίου να είναι «εμπειρικά, βιωματικά και πρακτικά», ώστε, ως πνευματικοί σπόροι, να ανθοφορήσουν και να καρποφορήσουν στους τόπους διακονίας των συνέδρων.
Μετά τους χαιρετισμούς παρουσιάσθηκε η κεντρική εισήγηση του Συνεδρίου από τον Ελλογιμώτατο κ. ΜάριοΚουκουνάρα-Λιάγκη Αναπληρωτή Καθηγητή στο Τμήμα Θεολογίας του ΕΚΠΑ, με θέμα: Κατήχησις και Παιδαγωγική: από την μετάδοση της γνώσης στη βιωματική εμπειρία».
Την Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου οργανώθηκαν στους χώρους του Συνεδριακού Κέντρου εννέα Κατηχητικά Εργαστήρια.
Την Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε η καταληκτήρια συνάντηση στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Αθηνών και στο Μουσείο του, καθώς επίσης και στο Αρχοντικό της Αγίας Φιλοθέης της Αθηναίας. Ακολούθως οι Σύνεδροι μετέβησαν στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών, όπου συνάντησαν τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο, ο οποίος τους είπε: «Σας καλωσορίζω με ιδιαίτερη χαρά και αγάπη. Η παρουσία σας εδώ μου δίνει την ευκαιρία να σας ευχαριστήσω για ένα έργο που δεν είναι ούτε εύκολο ούτε πάντοτε ορατό, είναι όμως εξαιρετικά σημαντικό: για την προσπάθειά σας να βρίσκεστε κοντά στους νέους ανθρώπους, να ακούτε τις αγωνίες τους, να συμμερίζεστε τους προβληματισμούς τους και, κυρίως, να τους φανερώνετε με τη ζωή και το παράδειγμά σας το πρόσωπο μιας Εκκλησίας που αγαπά, κατανοεί και αγκαλιάζει.
Συχνά ακούμε ότι οι νέοι απομακρύνονται από την Εκκλησία. Θα ήθελα, όμως, να είμαστε προσεκτικοί σε αυτή τη διαπίστωση. Ίσως, πριν αναρωτηθούμε γιατί οι νέοι απομακρύνονται από εμάς, χρειάζεται να αναρωτηθούμε εάν εμείς κατορθώνουμε να πλησιάσουμε πραγματικά εκείνους. Εάν γνωρίζουμε τον κόσμο τους, εάν ακούμε τις ερωτήσεις τους χωρίς να έχουμε έτοιμη από πριν την απάντηση, εάν μπορούμε να δεχθούμε ακόμη και την αμφισβήτησή τους χωρίς φόβο και χωρίς διάθεση κατακρίσεως.
Ο νέος άνθρωπος σήμερα ζει μέσα σε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από εκείνον στον οποίο μεγαλώσαμε πολλοί από εμάς. Η τεχνολογία και τα μέσα κοινωνικής δικτυώσεως έχουν μεταβάλει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνεί, ενημερώνεται, δημιουργεί σχέσεις και αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τον κόσμο. Έχει μπροστά του απεριόριστες δυνατότητες και, συγχρόνως, βιώνει συχνά μεγάλη ανασφάλεια και μοναξιά. Δέχεται καθημερινά χιλιάδες πληροφορίες, αλλά δυσκολεύεται να διακρίνει ποια από αυτές έχει πραγματικό νόημα. Επικοινωνεί συνεχώς, αλλά πολλές φορές αναζητεί έναν άνθρωπο που απλώς θα καθίσει δίπλα του και θα τον ακούσει.
Εδώ βρίσκεται, πιστεύω, μία από τις μεγάλες ευθύνες της Εκκλησίας μας. Δεν καλούμαστε να ανταγωνιστούμε τον κόσμο ούτε να φοβηθούμε την εποχή μας. Καλούμαστε να συναντήσουμε τον άνθρωπο της εποχής μας. Και ιδιαίτερα τον νέο άνθρωπο. Όχι για να του επιβάλουμε έναν τρόπο ζωής, αλλά για να του δείξουμε ότι υπάρχει ένας άλλος τρόπος να βλέπει τον εαυτό του, τον συνάνθρωπο και τη ζωή· ο τρόπος της ελευθερίας, της αγάπης, της κοινωνίας και της ελπίδας που μας φανερώνει ο Χριστός.
Γι’ αυτό και το έργο σας δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στη διοργάνωση εκδηλώσεων, κατηχητικών συνάξεων, κατασκηνώσεων ή άλλων δραστηριοτήτων, όσο σημαντικές και αν είναι όλες αυτές. Η ποιμαντική της νεότητος είναι πρώτιστα ποιμαντική της σχέσεως. Ο νέος χρειάζεται να γνωρίζει ότι υπάρχει στην Εκκλησία ένας άνθρωπος στον οποίο μπορεί να μιλήσει ελεύθερα, χωρίς να φοβάται ότι θα κριθεί· ένας άνθρωπος που θα ακούσει ακόμη και τη διαφωνία του, ακόμη και την άρνησή του, και θα εξακολουθήσει να τον αγαπά και να τον περιμένει.
Ας μην ξεχνούμε ακόμη κάτι πολύ σημαντικό: οι νέοι διαθέτουν ένα εξαιρετικά ευαίσθητο κριτήριο αυθεντικότητας. Μπορούν να συγχωρήσουν πολλά, δύσκολα όμως συγχωρούν την αναντιστοιχία λόγων και πράξεων. Γι’ αυτό το ισχυρότερο κατηχητικό μέσο της Εκκλησίας δεν υπήρξε ποτέ μόνο ο λόγος. Ήταν και παραμένει το παράδειγμα. Ένας κληρικός, ένας κατηχητής, ένα στέλεχος που σέβεται, που ακούει, που δεν προσποιείται ότι γνωρίζει τα πάντα, που μπορεί ακόμη και να πει «δεν γνωρίζω», αλλά παραμένει δίπλα στον νέο με αγάπη, μπορεί να κάνει πολύ περισσότερα από πολλές ομιλίες.
Η Σύναξη αυτών των ημερών έμαθα ότι αποτέλεσε όχι μόνο ευκαιρία ανταλλαγής εμπειριών και καλών πρακτικών μεταξύ των Ιερών Μητροπόλεων, αλλά και αφορμή για έναν ειλικρινή προβληματισμό: Πού βρίσκονται σήμερα οι νέοι μας; Τι τους απασχολεί; Τι περιμένουν από την Εκκλησία; Και, κυρίως, είμαστε πραγματικά έτοιμοι να τους ακούσουμε;
Δεν χρειάζεται να φοβόμαστε τις ερωτήσεις των νέων. Ούτε τις αμφιβολίες τους. Εκείνο που πρέπει να μας προβληματίζει είναι η στιγμή κατά την οποία ο νέος δεν θεωρεί πλέον ότι αξίζει να απευθύνει τις ερωτήσεις του στην Εκκλησία. Καθήκον μας είναι να κρατήσουμε αυτή την πόρτα ανοικτή. Να αισθάνεται κάθε νέος άνθρωπος ότι, όποια κι αν είναι η πορεία του, μέσα στην Εκκλησία υπάρχει πάντοτε χώρος γι’ αυτόν.
Σας ευχαριστώ, λοιπόν, για την προσφορά σας και για τον κόπο σας. Σας παρακαλώ να συνεχίσετε το έργο σας με υπομονή, διάκριση και, πάνω απ’ όλα, αγάπη. Να πλησιάζετε τους νέους όχι μόνο για να τους μιλήσετε για τον Χριστό, αλλά πρώτα για να τους ακούσετε, να τους γνωρίσετε και να περπατήσετε μαζί τους.
Γιατί ίσως αυτό που περισσότερο χρειάζεται ο νέος άνθρωπος σήμερα δεν είναι κάποιον που θα του δείξει από μακριά τον δρόμο, αλλά κάποιον που θα θελήσει να τον περπατήσει μαζί του.
Εύχομαι ο Θεός να σας ευλογεί, να φωτίζει τις εργασίες και τις συζητήσεις σας και να ενισχύει καθημερινά την πολύτιμη διακονία σας προς τη νεότητα της Εκκλησίας και της πατρίδος μας».
















(Τό παρακάτω κείμενο εἶναι γράμμα τοῦ ὁσίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτη ποὺ ἔστειλε στὶς μοναχές τοῦ Ἡσυχαστηρίου Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, Σουρωτῆς Θeσσαλονίκης.
Διαβάζοντάς το κανεὶς νιώθει ὅτι ἀκούει ἱστορία ἀπὸ ἀρχαῖο σιναϊτικὸ Γεροντικὸ ἢ ὅτι βρίσκεται σὲ μιὰ γωνιὰ τοῦ Παραδείσου πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση τῶν Πρωτοπλάστων).
Στὸ τελευταῖο σας γράμμα (οἱ ἀδελφές τοῦ Ἡσυχαστηρίου στὶς ὁποῖες καὶ ἀπευθύνεται τοῦ εἶχαν στείλει σχετικὴ ἐπιστολή) μοῦ εἴχατε στείλει μία εἰκόνα τοῦ Ἀδὰμ καὶ τὰ ζῶα στὸν Παράδεισο.
Σκέφθηκα λοιπὸν νὰ σᾶς στείλω κι ἐγὼ μὲ τὴ σειρά μου ζωγραφισμένο ἕνα πουλί, τὸν πιὸ στενό μου φίλο, γιατί, ἂν σᾶς ἔστελνα ζωγραφισμένο ἕνα φίδι, νομίζω, θὰ σᾶς ἔπιανε φόβος.
Τὸν ἔχω ὀνομάσει Ὄλετ, ποὺ σημαίνει στὰ ἀραβικὰ «παιδί». Μένει στὸ ραχώνι, πεντακόσια μέτρα μακριὰ ἀπὸ τὸ Καλύβι μου. Κάθε μέρα τοῦ πηγαίνω καλούδια καὶ φιλεύματα.
Μόλις τοῦ δίνω κάτι νὰ φάει, παίρνει λίγο καὶ φεύγει. Ἐγὼ τὸ φωνάζω νὰ ἔρθει, ἀλλὰ αὐτὸ φεύγει καὶ σὲ λίγο ἔρχεται κρυφὰ ἀπὸ πίσω καὶ κρύβεται κάτω ἀπὸ τὴ ζακέτα μου.
Ὅταν πάω νὰ φύγω, μὲ ξεπροβοδίζει σὲ ἀπόσταση ἑκατὸ μέτρων περίπου, κι ἐγὼ γιὰ νὰ μὴ συνεχίσει νὰ ἔρχεται ἀπὸ πίσω μου καὶ κουρασθεῖ, τοῦ ἀφήνω κανένα γιὰ νὰ ἀπασχοληθεῖ, καὶ
φεύγω γρήγορα, γιὰ νὰ μὲ χάσει.
Τώρα τελευταία ἄφησε τὴν ἄσκηση καὶ ζητάει καλοπέραση!…
Οὔτε σπασμένο ρύζι τρώει οὔτε βρεγμένο παξιμάδι, ἀλλὰ μόνο σκουληκάκια, ποὺ θέλει νὰ τὰ βάζω στὸ …πιάτο -στὴν χούφτα μου- καὶ νὰ ἀνεβαίνει ἐκεῖ νὰ τρώει. Πρόοδος!
Εἶναι μέρες ποὺ πανηγυρίζω μὲ τὸν Ὄλετ καὶ τὴν συντροφιά του. Μπορεῖ νὰ πεῖ κανείς: «Γιατί κάνεις ἐξαιρέσεις στὸν Ὄλετ; Γιατί δὲν κάνεις τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὰ ἄλλα πουλάκια;»
Ἀπαντῶ: «Ὅταν φωνάζω τὸν Ὄλετ νὰ ἔρθει, φέρνει μαζί του καὶ ἄλλα πουλιά, φίλους του, τὰ ὁποῖα τρέχουν ἀμέσως στὸ φαΐ, ἐνῶ ὁ Ὄλετ ἔρχεται ἀπὸ ὑπακοὴ καὶ ἀπὸ ἀγάπη.
Ἀκόμη καὶ ὅταν εἶναι νηστικός, κάθεται ἀρκετὴ ὥρα μαζί μου καὶ ξεχνάει τὸ φαγητό∙ ἐγὼ τοῦ τὸ θυμίζω.
Καὶ τώρα ποὺ καλοσύνεψε ὁ καιρὸς καὶ βρίσκει ζουζούνια νὰ φάει, τὸ φωνάζω, πάλι ἔρχεται, γιὰ τὴν ὑπακοή, ἐνῶ εἶναι χορτάτο καὶ δὲν τὸ ἀναγκάζει ἡ πείνα.
Ε, πῶς νὰ μὴν τὸ χαίρεσαι περισσότερο ἀπὸ τὰ ἄλλα πουλιὰ αὐτὸ τὸ φιλότιμο πουλάκι;».
Πολλὲς φορές μοῦ ἔρχεται ἀπὸ τὴν πολλή μου ἀγάπη νὰ τὸ σφίξω μέσα στὴ φούχτα μου, ἀλλὰ φοβᾶμαι μή πως κάνω σὰν τὴν μαϊμοὺ ποὺ ἀπὸ ἀγάπη σφίγγει τὰ παιδιά της καὶ τελικά τά πνίγει.
Γι’ αὐτὸ σφίγγω τὴν καρδιά μου καὶ τὸ χαίρομαι ἀπὸ μακριά, γιὰ νὰ μὴν τὸ βλάψω.
Μιὰ μέρα ἄργησα νὰ πάω στὸ ραχώνι καὶ ὁ Ὄλετ, ἐπειδὴ φυσοῦσε πολύ, εἶχε λουφάξει ἀπὸ νωρίς.
Ἄφησα τὸ φαγητό του καὶ ἔφυγα, χωρὶς νὰ τὸν δῶ. Τὴν ἄλλη μέρα ξεκίνησα νὰ πάω πολὺ νωρίς, γιατί ἀνησυχοῦσα μήπως τὸ ἔφαγε κανένα γεράκι.
Αὐτό, ὅταν εἶδε τὸ φαγητὸ ποὺ τοῦ εἶχα ἀφήσει ἀποβραδίς, «τὸ πείραξε ὁ λογισμὸς» καὶ κατέβηκε στὰ μισά τοῦ δρόμου καὶ μὲ περίμενε. Ὅταν μὲ εἶδε, ἔκανε σὰν τρελὸ ἀπὸ τὴν χαρά του.
Τοῦ ἔδινα νὰ φάει, ἀλλὰ αὐτὸ περισσότερο ἤθελε συντροφιὰ παρὰ φαγητό. Τὸ θαυμάζω γιὰ τὴν ἄσκησή του καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη ποὺ ἔχει, καθὼς καὶ γιὰ τὴν εὐγνωμοσύνη του.
Εὔχεσθε νὰ μιμηθῶ τὶς ἀρετές του.
Πιστεύω νὰ μὴν ἔχετε παράπονο∙ σᾶς τὰ εἶπα ὅλα, χωρὶς νὰ πάρω τὴν συγκατάθεση τοῦ Ὄλετ. Ἐλπίζω νὰ μὴν τὸν στενοχωρήσω, μιὰ ποὺ δὲν θὰ γίνουν γνωστὰ ἔξω… Ἔχετε τοὺς χαιρετισμοὺς τοὺς δικούς του καὶ τοὺς δικούς μου τοὺς πολλούς.
Στὸ Καλύβι μου ὄχι μόνον τὰ πετούμενα πουλάκια ἀλλὰ ὅλα τά ζῶα ποὺ ἔρχονται ἐκεῖ -τσακάλια, λαγοί, νυφίτσες, χελῶνες, σαῦρες, φίδια- χορταίνουν ἀπὸ τὴν ὑπερχείλιση τῆς ἀγάπης μου καὶ χορταίνω κι ἐγώ, ὅταν χορταίνουν αὐτά, καὶ ὅλοι μαζί, «τὰ θηρία καὶ πάντα τά κτήνη, ἑρπετὰ καὶ πετεινὰ πτερωτά», «αἰνοῦμεν εὐλογοῦμεν καὶ προσκυνοῦμεν τὸν Κύριον».
Αυτή η κουλτούρα της ευεξίας μοιάζει να συνδέεται με τον δικαιωματισμό των καιρών μας. Δεν είναι μόνο ότι έχουμε δικαίωμα να κάνουμε όποια επιλογή κρίνουμε ότι μας εκφράζει, αρκεί να μη βλάπτουμε τους άλλους. Είναι και το ότι δικαιούμαστε, καθώς έχουμε μόνο μία ζωή, να λειτουργούμε με μια αυτοεικόνα, κυρίως σωματική, που να μας κάνει να αισθανόμαστε καλά. Στην πνευματική μας παράδοση η ακηδία είναι αμαρτία, καθώς αποτελεί έκφραση ραθυμίας να βρούμε τον Θεό και να να παλέψουμε εναντίον των παθών μας. Στην κουλτούρα της ευεξίας η ακηδία είναι ένα άλλο είδος αμαρτίας, που στρέφεται εναντίον του εαυτού μας. Είμαστε ράθυμοι να κάνουμε την ύπαρξή μας να είναι η καλύτερη δυνατή. Μόνο που εδώ δεν έχει να κάνει με την ομοίωση του Θεού, την βίωση των δυνατοτήτων του «κατ’ εικόνα» με το οποίο είμαστε εφοδιασμένοι, αλλά με την απώλεια της ευκαιρίας να είμαστε όμορφοι, δυνατοί, καλλιεργημένοι, αξιοπρόσεκτοι, για να είμαστε καλά.
Κάποιοι μπορεί να αναρωτηθούν: μα ο Θεός δεν μας θέλει να προσέχουμε το σώμα μας; Δεν είναι το σώμα μας και αυτό δώρο του Θεού; Προφανώς δεν μπορούμε να δώσουμε αρνητική απάντηση. Ποιο είναι όμως το μέτρο; Το να προσέχουμε το σώμα μας σημαίνει να το φροντίζουμε με μέτρο, χωρίς να το θεοποιούμε. Το να κοιτάμε την υγεία μας είναι σημαντικό, αλλά το να έχουμε την αίσθηση πως θα μείνουμε άτρωτοι και αθάνατοι είναι αυταπάτη. Η σάρκα παρέρχεται. Η ψυχή είναι αθάνατη. Η αλήθεια αυτή είναι αδιάψευστη. Όταν λοιπόν πιστεύουμε ότι η εικόνα μας είναι αυτή που μετρά για να είμαστε καλά, τότε χάνουμε τον πνευματικό μας προσανατολισμό.
Η κουλτούρα της ευεξίας κάνει τον άνθρωπο να λειτουργεί αυτόνομα, να ταυτίζει την ευτυχία, τον σκοπό, το περιεχόμενο της ζωής με το να είναι και να αισθάνεται αυτός καλά. Κάποιοι λένε ότι μόνο έτσι μπορείς να βοηθήσεις τους άλλους, με το να είσαι εσύ καλά, πιστεύοντας στον εαυτό σου. Πώς όμως μπορείς να προσφέρεις στους άλλους, θυσιάζοντας κάτι από το εγώ σου, όταν η προτεραιότητά σου είναι αυτό κυρίως και, κάποτε, αποκλειστικά; Πού πάει η αγάπη, όταν δεν αφήνεις χώρο για το «εμείς»; Λειτουργεί αντίστροφα το ερώτημα: μήπως γίνεσαι καλά, όταν προσφέρεις; Χωρίς να περιφρονείς τον εαυτό σου και το σώμα σου, μήπως τελικά χρειάζεται να βρεις την ψυχή σου και το νόημα της, για να υπάρχει γνήσια ευεξία;
Η σχέση με τον Θεό νοηματοδοτεί την ύπαρξη. Της δίνει τα μέτρα της και τις ισορροπίες που λείπουν. Της αφήνει τελικά χώρο και για τον άλλον, καθώς στο «εμείς» βρίσκεται η ευεξία που διαρκεί. Μόνο που θέλει θυσία και προσφορά και όχι εγωπάθεια. Θέλει Εκκλησία.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Ἡ Ὄαση
Κάποτε κάποιος νεαρὸς μόλις ἔφτασε σὲ μιὰ ὄαση στὴ μέση τῆς ἐρήμου τῆς Ἰουδαίας, συνάντησε τὸν γέρο – Ἐλισαῖο καὶ τὸν ρώτησε:
-Τί εἴδους ἄνθρωποι ζοῦν σ’ αὐτὸν τὸν τόπο, γέροντα;
-Τί εἴδους ἄνθρωποι ζοῦσαν στὸν τόπο σου, παιδί μου; Ρώτησε μὲ τὴ σειρὰ του ὁ γέροντας.
-Μιὰ κοινωνία ἐγωιστῶν καὶ κακῶν, ἀπάντησε ὁ νεαρός, εἶμαι χαρούμε νος ποὺ ἔφυγα ἀπὸ κοντά τους.
-Τοὺς ἴδιους θὰ βρεῖς κι ἐδῶ, παιδί μου, ἀπάντησε στοχαστικὰ ὁ γέρο – Ἐλισαῖος.
Τὴν ἴδια μέρα πέρασε ἀπὸ τὴν ὄαση νὰ πιεῖ νερὸ καὶ νὰ ξεκουραστεῖ ἕνας ἄλλος νεαρὸς καὶ ρώτησε τὸν γέρο – Ἐλισαῖο:
-Γέροντα, τί εἴδους ἄνθρωποι ζοῦν ἐδῶ;
Ὁ γέροντας ἀπάντησε μὲ τὴν ἴδια ἐρώτηση:
-Τί εἴδους ἄνθρωποι ζοῦν στὸν τόπο ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔρχεσαι, παιδί μου;
Ὁ νεαρὸς ἀπάντησε:
-Μιὰ θαυμάσια ὁμάδα ἀνθρώπων, φιλική, εἰλικρινής, φιλόξενη. Εἶναι πολὺ λυπηρὸ ποὺ πρέπει νὰ τοὺς ἀφήσω.
-Τὸν ἴδιο τύπο ἀνθρώπων θὰ συναντήσεις κι ἐδῶ, εἶπε ὁ γέρο- Ἐλισαῖος.
Ὁ μικρὸς ἐγγονός του ποὺ ἄκουσε τὶς συνομιλίες τὸν ρώτησε σὰν ἔμειναν οἱ δυό τους:
-Παππού, πῶς γίνεται νὰ δώσεις τόσο διαφορετικὲς ἀπαντήσεις στὴν ἴδια ἐρώτηση;
Κι ὁ γέρο-Ἐλισαῖος ἀπάντησε:
-Ἄκου, παιδί μου. Ὁ καθένας μας κουβαλᾶ στὴν καρδιὰ του τὸ περιβάλλον στὸ ὁποῖο ζεῖ.
Αὐτός, ποὺ δὲ βρῆκε τίποτε καλὸ στὰ μέρη ἀπὸ ὅπου πέρασε δὲν θὰ συναντήσει οὔτε κι ἐδῶ κάτι καλό. Ἐκεῖνος ποὺ συνάντησε φίλους ἐκεῖ θὰ βρεῖ κι ἐδῶ.
Κι αὐτὸ διότι στὴν πραγματικό τητα ἡ ψυχικὴ στάση εἶναι τὸ μόνο πράγμα στὴ ζωή μας ποὺ μποροῦμε νὰ ἐλέγχουμε ἀπόλυτα.
Αὐτὸ μὴν τὸ ξεχνᾶς ποτὲ καθὼς θὰ μεγαλώνεις!
Για να κοπάσει αυτός ο πόλεμος, πρέπει πρώτα να γνωρίζεις πότε αμαρτάνεις και πότε όχι:Δεν αμαρτάνεις όταν ο νους, η βούληση, δε συγκατατίθεται στους λογισμούς, πολύ περισσότερο όταν τους αποστρέφεται ή τους περιφρονεί.
Αμαρτάνεις, κάποτε και θανάσιμα, όταν ο νους αυτοπροαίρετα συγκρατεί τους λογισμούς και η καρδιά ηδύνεται και ευχαριστείται μ’ αυτούς.
Να τους φανερώνεις στον πνευματικό σου με την εξομολόγηση.
Να προσεύχεσαι στον Κύριο με θέρμη, αναθέτοντας σ’ Εκείνον την ασθένειά σου και ομολογώντας την αδυναμία σου.
Να καλλιεργείς μέσα σου τη συντριβή του νου, την αυτομεμψία και, γενικά, ταπεινό φρόνημα.
Ν’ αγαπήσεις τη νηστεία, που θανατώνει προ παντός τους σαρκικούς λογισμούς.
Ν’ αγαπήσεις τους σωματικούς κόπους και μόχθους, που ταπεινώνουν το σώμα και πνίγουν μέσα στον ιδρώτα σου τις πανουργίες των δαιμόνων.
Να ζεις συνέχεια με τη μνήμη του θανάτου και της φοβερής κρίσεως του Θεού.
Ν’ αντιπαραθέτεις στους ρυπαρούς λογισμούς άλλους λογισμούς, υγιείς και θεάρεστους.

του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου
Παρά το γεγονός της βεβαιότητας του θανάτου οι άνθρωποι δεν θέλουν να τον σκέφτονται. Θεωρούν πως η μνήμη του θανάτου όπως λέγεται στη γλώσσα της ορθόδοξης πνευματικότητας είναι υπόθεση μακάβρια .Εντούτοις η εκκλησία ζητά από τους πιστούς και να σκέπτονται το θάνατο και να συμφιλιωθούν μαζί του ."Ο χρόνος του βίου τρέχει τι μάτην ταρατώμεθα "λέγει ο Άγιος Ανδρέας Κρήτης .
Κάθε μέρα συναντάμε το θάνατο διάγουμε όμως στη ζωή μας σαν πρόκειται να μην πεθάνουμε ποτέ ,Κι όμως αν συχνά σκεφτόμαστε το θάνατο τότε πολύ διαφορετικός θα ήταν ο τρόπος της ζωής .Ο σοφός Σειράχ στην Παλαιά Διαθήκη συνιστά :"εν πάσι τοις έργοις σου μημνήσου τα έσχατα σου και εις τον αιώνα ου μη αμαρτήσεις" Δηλαδή για κάθε πράγμα που πρόκειται να επιτελέσεις αυτή τη ζωή να θυμάσαι ότι θα πεθάνεις και τότε δεν πρόκειται ποτέ να αμαρτήσεις.
Πράγματι . Γιατί παραβαίνουν οι άνθρωποι τις εντολές του Θεού; Μα γιατί δεν σκέφτονται ότι θα πεθάνουν ,νομίζουν ότι θα είναι σε αυτή τη ζωή αιώνιοι κι όμως έρχεται η ώρα του θανάτου και ο άνθρωπος προσγειώνεται με τρόπο τραγικό .
Πολλές φορές εμείς οι άνθρωποι ζητάμε να μάθουμε ένα τρόπο για να μην αμαρτάνουμε . Λοιπόν αυτός είναι ο καλύτερος .Όταν σκεφτόμαστε δηλαδή ότι θα πεθάνομε έτσι διατηρούμε νηφαλιότητα και ψυχραιμία αλλά και αντιλαμβανόμενοι τη ματαιότητα των ανθρώπινων πραγμάτων δεν χρησιμοποιούμε αμαρτωλές μεθόδους είτε για να επιβιώσουμε είτε για να κατακτήσουμε κάτι που χρειαζόμαστε .
Λεμεσού Αθανασίου
Το πιο μεγάλο δώρο που μπορούμε να κάνουμε στα παιδιά μας είναι την παρουσία μας. Είναι την αρμονία της οικογένειας μας. Γι' αυτή την αρμονία πρέπει να θυσιάσουμε πράγματα τα οποία κάνουμε. Ακόμη και πράγματα τα οποία μπορεί να μας φαίνονται απαραίτητα, γιατί πρέπει να καταλάβουμε ότι το πιο απαραίτητο πράγμα είναι αυτή η ειρήνη, αυτός ο πλούτος που δεν εξαρτάται από εξωτερικά πράγματα.