Ο ΑΓΙΟΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ ΤΗΣ ΠΑΤΜΟΥ προσφέρων ύδωρ πηγή
Ο ΑΓΙΟΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ ΤΗΣ ΠΑΤΜΟΥ προσφέρων ύδωρ πηγή

π. Ανδρέας Αγαθοκλέους
Η αντίληψη ότι ο Θεός είναι ο παντοδύναμος και εμείς οι αδύνατοι, ότι Εκείνος κάνει ό,τι θέλει και όποτε θέλει και εμείς εξαρτώμαστε από Αυτόν, δημιουργεί μια αίσθηση δουλικότητας.
Άλλωστε, στα μυστήρια ο ιερέας δεν λέει πριν από το όνομα «Ο δούλος του Θεού…»;
Πώς, όμως, ο Χριστός λέει στους μαθητές Του και κατ’ επέκταση σε όσους Τον ακολουθούν:
«Δε σας ονομάζω πια δούλους, γιατί ο δούλος δεν ξέρει τι κάνει ο κύριός του. Εσάς όμως σας ονόμασα φίλους, γιατί σας έκανα γνωστά όλα όσα άκουσα από τον Πατέρα μου» (Ιω. 15,15).
Όταν ο «Κύριος» αποκαλεί τους «δούλους» του φίλους, ο χαρακτηρισμός «Κύριος – δούλος» παύει να έχει την έννοια της απόστασης και της διάστασης.
Και όταν, ακόμα, ο «Κύριος» προσφέρει τον εαυτό του και πεθαίνει για χάρη των δούλων Του, η δουλεία τους γίνεται ευλογία, χαρά και ελευθερία. Ο καθένας θέλει να ονομάζεται «δούλος» τέτοιου «Κυρίου».
Τότε το θέλημά Του κρύβεται στο δικό σου, δηλαδή αυτό που στο βάθος της καρδιάς σου υπάρχει, ακόμα και αν η λογική έχει αντίθετη άποψη.
Ο Θεός μας, ως Θεός της καρδίας, σε αυτήν απευθύνεται και με αυτήν επικοινωνεί.
Σε θλιβερά γεγονότα της ζωής ακούμε το: «Ε, τι να κάνουμε; Έτσι ήθελε ο Θεός! Ας το δεχτούμε και ας υπακούσουμε στο θέλημά Του».
Βέβαια, ο Θεός ως αγάπη βλέπει το αληθινό συμφέρον μας, που εμείς αγνοούμε.
Εδώ είναι που χρειάζεται να αποκτήσουμε πίστη – εμπιστοσύνη σε Αυτόν που μας αγαπά με πάθος, αδιάκοπα και τέλεια. Κι ακόμα, ότι στο Θεό δεν ισχύει το «αποφασίζουμε και διατάσσουμε», αλλά το «συμπορεύομαι».
Στον κόσμο του θανάτου κάθε μορφής, του πόνου και της αδικίας, ο Θεός δεν έχει θέση, δεν είναι ο αίτιος!
Γνωρίζει, βέβαια, τέτοιο κόσμο, γιατί μπήκε σε αυτόν με την ενανθρώπησή Του και άρα ξέρει τι σημαίνει για μας η θλίψη, η αποτυχία, η αδυναμία να κάνουμε ό,τι επιθυμούμε. Ως φίλος συμπάσχει και ως Θεός συμπορεύεται.
Χρειάζεται υπομονή, για να δούμε την παρουσία Του που κρύβεται και δεν επιβάλλεται.
Χρειάζεται ταπείνωση, για να διακρίνουμε το σχέδιό Του για μας.
Χρειάζεται σχέση καρδιακή και ουσιαστική μαζί Του, για να κατανοήσουμε τη σοφία Του που μεταποιεί τον πόνο σε χαρά, τη δυσκολία σε ευλογία και την αποτυχία σε επιτυχία.
Αν έχεις τα πιο πάνω, αφήνεσαι στο θέλημά Του το ωραίο και άγιο, και αποδέχεσαι ό,τι παραχωρήσει, γιατί ξέρεις εμπειρικά πια ότι τον τελευταίο λόγο δεν τον έχει ο διάβολος με τη δύναμη του θανάτου, αλλά ο Χριστός που τον νίκησε και μας έδωσε ζωή και «περισσόν ζωής».
«Καθένας ας δώσει καθώς έχει προτιμήσει στην καρδιά του, όχι από λύπη ή από ανάγκη. Γιατί τον ιλαρό δότη αγαπά ο Θεός».
Συχνά βρισκόμαστε μπροστά σε καταστάσεις, στις οποίες οι άλλοι δείχνουν ότι χρειάζονται τη βοήθειά μας. Στους οικείους μας η προσφορά μοιάζει αυτονόητη. Μας ενώνουν δεσμοί αγάπης. Στους ξένους όμως πάντα υπάρχει ένας λογισμός. Να δώσω, να βοηθήσω ή όχι; Ιδίως στους καιρούς μας, οπότε έχει πλεονάσει και η οκνηρία, μαζί με την κατ’ επάγγελμα ζητιανιά, ο προβληματισμός αυξάνει. Τα κίνητρα των ανθρώπων που δείχνουν ότι έχουν ανάγκη συχνά είναι αμφίβολης αξίας. Και η ανάγκη δεν είναι πάντοτε χρηματική. Μπορεί να είναι να τους ακούσεις, γιατί δείχνουν ότι δεν μπορούνε μόνοι τους ή είναι σε αδιέξοδο. Είναι να τους βοηθήσεις με μια συμβουλή ή μια στήριξη, γιατί είναι εγκαταλελειμμένοι. Να αναλάβεις γι’ αυτούς μια εργασία που δεν έχουν διάθεση να την κάνουν. Να τους υπερασπιστεί, για να μη λερώσουν τα χέρια τους. Οι γονείς να συμμαζέψουν το δωμάτιο του παιδιού τους, να του εκπληρώσουν κάθε επιθυμία που τη βαφτίζει ανάγκη και λειτουργεί χειριστικά έναντί τους, να μην το αφήσουν να κουραστεί, «διότι είναι παιδί». Αυτές οι καταστάσεις και στιγμές μάς καλούν να δούμε τι έχουμε να δώσουμε μέσα από την καρδιά μας.
Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Κορινθίους, θέτει μία προϋπόθεση για να ξεκινήσουν οι ανθρώπινες σχέσεις: την προαίρεση της ανθρώπινης καρδιάς. Ποιο επιλέγει ο άνθρωπος να είναι το κίνητρό του στη συνάντηση και στη συνύπαρξη. Είναι η λύπη, είναι η ανάγκη, είναι η χαρά; Αν δίνω διότι λυπάμαι, τότε αισθάνομαι ανώτερος από τον άλλον, αλλά και το συναίσθημά μου δεν αποβλέπει στην ελευθερία του, στην ισχυροποίηση της προσωπικότητάς του, στην ανάληψη των ευθυνών του. Αν δίνω από ανάγκη, στην πραγματικότητα η σκέψη και η καρδιά μου βρίσκονται σε αντίθεση, όπως επίσης δεν αισθάνομαι ελεύθερος να το πράξω, αλλά δεσμευμένος. Αυτό μου φέρνει άγχος και, συχνά, ψυχική πίεση. Αν δίνω από χαρά, αυτό σημαίνει ότι η αγάπη που έχω μέσα μου με κάνει να μην αποβλέπω σε αντάλλαγμα για την όποια κίνησή μου, ενώ η βοήθεια θα είναι αφόρμηση για τον άλλον να αναλάβει την ευθύνη στη ζωή του, ώστε να μη με χρειάζεται.
Πολλές φορές, αυτοί που λυπούνται, στην πραγματικότητα μπλέκουν σε μία διαδικασία σωτηρίας του άλλου. Και υφίστανται εντός τους ένα κύμα λογισμών, το οποίο τους κάνει να αισθάνονται ότι ο άλλος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτούς. Και αυτό φέρνει εξαρτητικές καταστάσεις και όχι μόνο. Μπορεί να γκρεμίσει άλλες σχέσεις, διότι όταν λυπόμαστε κάποιον, τον καθιστούμε εξαρτημένο από εμάς και τα κίνητρα εκείνου μπορούν να μας οδηγήσουν σε δικά μας μικρά ή μεγάλα ναυάγια. Διότι δεν είμαστε συνήθως ισχυροί, ώστε να χαράξουμε όρια. Και είτε αδειάζει η τσέπη μας είτε κλονίζονται οι σχέσεις μας, συχνά με τους οικείους. Γι’ αυτό θέλει προσοχή.
Για να είναι η χαρά το κίνητρο της καρδιάς μας θέλει να μην περιμένουμε ανταλλάγματα και να μην τα ζητάμε. Ο ιλαρός δότης, τον οποίο αγαπά ο Θεός, είναι αυτός που μέσα στην καρδιά του είναι αποφασισμένος να αγαπήσει, να δώσει ό,τι μπορεί και ό,τι ενισχύει αληθινά τον άλλον, βάζοντας τα όρια και γνωρίζοντας ότι δεν μπορείς να κρατάς κάποιον εξαρτημένο από σένα, ούτε να τον βοηθάς για να μην αναλάβει τις ευθύνες του. Δεν είναι η επιστροφή της βοήθειας που τον ενδιαφέρει, αλλά η ελευθερία του άλλου. Και αυτός είναι ένας δρόμος αληθινά λυτρωτικός.
Και κάτι ακόμη. Στην εποχή μας οι περισσότερες σχέσεις είναι απρόσωπες. Όσοι μας συναντούν στον δρόμο και ζητούνε τη βοήθειά μας, λειτουργούν στην προοπτική της λύπης και της ενοχής που μας προκαλούν. Ούτε τους γνωρίζουμε ούτε θα τους μάθουμε ποτέ. Είναι καρποί απρόσωπων πόλεων και κοινωνιών, συνήθως με πονηρία στην σκέψη και στην καρδιά τους. Εδώ χρειάζεται διάκριση. Και να σκεφτούμε ότι κι εμείς και εκείνοι χρειαζόμαστε Εκκλησία να ανήκουμε και όχι ατομική ζωή και πορεία.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
π. Δημητρίου Μπόκου
Ο Χριστός λέει ότι ο ζυγός του είναι απαλός και μαλακός στον τράχηλό μας και το φορτίο του ελαφρό. Αν τον υπακούσουμε και πάρουμε πάνω μας τον σταυρό του, όσα δηλαδή μας διδάσκει να κάνουμε, θα βρούμε ανάπαυση, ειρήνη και χαρά στην ψυχή μας (Ματθ. 11, 29-30).
Και όμως, υπάρχει μια εντολή που μας φαίνεται πολύ βαριά και ασήκωτη. Η αγάπη. Μα δεν είναι στη φύση μας να αγαπάμε; Και βέβαια. Άλλος πολύ, άλλος λίγο, όλοι το έχουμε μέσα μας αυτό. Ο Χριστός όμως το πάει στα άκρα. Θέλει να αγαπάμε και τον εχθρό μας ακόμα (Κυριακή Β΄ Λουκά).
Μα είναι δυνατόν κάτι τέτοιο; Όντως, δεν είναι καθόλου εύκολο για κανέναν αυτό. Ακατόρθωτο όχι, αφού το ζητάει ο Θεός που, ως δημιουργός μας, γνωρίζει τέλεια τις δυνατότητές μας, αλλά υπερβαλλόντως δύσκολο. Στο θέμα αυτό οι άνθρωποι εμφανίζουμε όλες τις διαβαθμίσεις.
α) Υπάρχουν αυτοί που μισούν τους εχθρούς τους. Παραβλέπουν εντελώς την εντολή του Χριστού. Αυτοί δυστυχώς βρίσκονται σε σκοτάδι βαθύ. «Ο μισών τον αδελφόν αυτού εν τη σκοτία εστί και εν τη σκοτία περιπατεί, και ουκ οίδε πού υπάγει, (δι)ότι η σκοτία ετύφλωσε τους οφθαλμούς αυτού». Το μίσος είναι ισοδύναμο με τον φόνο. Όταν μισείς, γίνεσαι ανθρωποκτόνος. Σκοτώνεις τον αδελφό σου. Και βουλιάζεις και συ στον αιώνιο θάνατο (Α΄ Ιω. 2, 11. 3, 14-15).
Όταν μισείς, δεν είσαι καν Χριστιανός. Δεν υπάρχει καμμιά ανάσταση για σένα. Μάταια σταυρώθηκε για σένα ο Χριστός.
β) Υπάρχουν και άλλοι που λένε ότι δεν μισούν τους εχθρούς τους, αλλά ούτε και τους αγαπούν. Προτιμούν να μην ασχολούνται καθόλου μαζί τους. Τους διαγράφουν άπαξ και διαπαντός απ’ τη ζωή τους. Τους αγνοούν επιδεικτικά και με περιφρόνηση. Οι εχθροί τους δεν υπάρχουν γι’ αυτούς.
Όμως δεν επιτρέπεται να περιφρονήσουμε κανέναν. Στο πρόσωπο και του πιο ασήμαντου ανθρώπου υπάρχει ο Χριστός. Ακόμα και ο χειρότερος άνθρωπος παραμένει εικόνα του Θεού, για την οποία ο Χριστός σαρκώνεται, σταυρώνεται και ανασταίνεται. Ας μη θεωρούμε ποτέ τον άλλο κατώτερο, χειρότερο από εμάς, αλλά ας βάζουμε ενσυνειδήτως τον εαυτό μας «υποκάτω πάντων» και ας λέμε με τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό: «Όχι μόνον δεν είμαι άξιος να σας διδάξω, αλλά μήτε τα ποδάρια σας να φιλήσω, διότι ο καθένας σας είναι τιμιότερος από όλον τον κόσμο… Είμαι λοιπόν και εγώ άνθρωπος αμαρτωλός, χειρότερος από όλους».
γ) Άλλοι πάλι δεν κάνουν καμμιά ενέργεια αντεκδίκησης εναντίον των εχθρών τους, θέλουν όμως να το βρουν από τον Θεό. Να τους τιμωρήσει για όλα ο Θεός. Προδίδουν έτσι την κακία που σιγοβράζει μέσα τους και ανάγουν σε πρωταρχική τους ικανοποίηση την αιώνια τιμωρία των εχθρών τους. Θα χαίρονται βλέποντάς τους να καίγονται στην κόλαση. Μα έτσι καταριούνται τους εχθρούς τους. Δείχνουν σκληρή, ανελεήμονη καρδιά (αγ. Πορφύριος, αγ. Σιλουανός).
δ) Και κάποιοι, κάνοντας αγώνα να υπερκεράσουν τα εσωτερικά εγωκεντρικά τους κινήματα, απαρνούμενοι το πείσμα τους, το δίκιο τους, όλες τις εύλογες προφάσεις της «δίκαιης» οργής τους, καταφέρνουν με κόπο να φτάσουν στη συγχώρηση των εχθρών. Αλλά ως εκεί. Είναι όμως κάτι κι αυτό. Όχι το άριστα, αλλά η βάση. Λογίζεται Χριστιανός, ακόμα και έτσι, ο άνθρωπος.
ε) Μα ο δρόμος μπροστά μας είναι ακόμα μακρύς. Ο τρόπος όμως απλός: Πριν από κάθε άλλο αίτημά μας, ας συγχωρούμε τους εχθρούς μας καθημερινά στην προσευχή μας, από καρδίας, με πολλή ταπείνωση και απάρνηση των θελημάτων μας. Για να μη χαθούν, αλλά να σωθούν, να φωτισθούν, να ελεηθούν και αυτοί. Για να τιθασευτεί η αγριάδα των παθών μας, να γίνει χώρος μέσα μας για όλους. Να κάνουμε φίλο τον εχθρό μας και να νιώθουμε έτσι βαθμηδόν όλο και καλύτερα γι’ αυτόν. Και ίσως φτάσουμε και στο να ζήσουμε, σε κάποιο βαθμό, αγαπημένα και χαρούμενα μαζί του.
Και εδώ στη γη, αλλά κυρίως αιώνια, δίπλα-δίπλα στη Βασιλεία του Θεού.

Πρωτότυπο Κείμενο
Εἶπεν ὁ Κύριος· καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως. Καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; Καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι. Καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; Καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι. Καὶ ἐὰν δανείζητε παρ᾿ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; Καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα. Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς. Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί.
Νεοελληνική Απόδοση
Είπε ο Κύριος: «Όπως θέλετε να σας συμπεριφέρονται οι άνθρωποι, έτσι ακριβώς να συμπεριφέρεστε κι εσείς σ’ αυτούς. Γιατί, αν αγαπάτε αυτούς που σας αγαπούν, ποια εύνοια περιμένετε από το Θεό; Αφού και οι αμαρτωλοί αγαπούν αυτούς που τους αγαπούν. Κι αν κάνετε καλό σ’ αυτούς που σας κάνουν καλό, ποια εύνοια περιμένετε από το Θεό; Και οι αμαρτωλοί το ίδιο κάνουν. Αν δανείζετε σ’ όσους ελπίζετε να σας τα επιστρέψουν, ποια εύνοια περιμένετε από το Θεό; Και οι αμαρτωλοί δανείζουν στους ομοίους τους για να τα πάρουν πίσω. Αντίθετα, εσείς ν’ αγαπάτε τους εχθρούς σας, να κάνετε το καλό και να δανείζετε, χωρίς να περιμένετε να πάρετε πίσω τίποτα. Έτσι, ο Θεός, που είναι καλός ακόμα και με τους αχάριστους και τους κακούς, θα σας ανταμείψει με το παραπάνω και θα σας κάνει παιδιά του. Να είστε λοιπόν σπλαχνικοί, όπως σπλαχνικός είναι κι ο Θεός Πατέρας σας».

Πρωτότυπο Κείμενο
Αδελφοί, ὁ σπείρων φειδομένως φειδομένως καὶ θερίσει, καὶ ὁ σπείρων ἐπ' εὐλογίαις ἐπ' εὐλογίαις καὶ θερίσει. Ἓκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός. Δυνατὸς δὲ ὁ Θεὸς πᾶσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς ὑμᾶς, ἵνα ἐν παντὶ πάντοτε πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν, καθὼς γέγραπται· «Ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν, ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα». Ὁ δὲ ἐπιχορηγῶν σπέρμα τῷ σπείροντι καὶ ἄρτον εἰς βρῶσιν χορηγήσαι καὶ πληθύναι τὸν σπόρον ὑμῶν καὶ αὐξήσαι τὰ γενήματα τῆς δικαιοσύνης ὑμῶν· ἐν παντὶ πλουτιζόμενοι εἰς πᾶσαν ἁπλότητα, ἥτις κατεργάζεται δι' ἡμῶν εὐχαριστίαν τῷ Θεῷ·
Μετάφραση
Αδελφοί, ὅποιος σπέρνει μέ φειδώ, θά ἔχει λίγη σοδειά· κι ὅποιος σπέρνει ἁπλόχερα ἡ σοδειά του θά εἶναι ἄφθονη. Ὁ καθένας ἄς δώσει ὅτι τοῦ λέει ἡ καρδιά του χωρίς νά στενοχωριέται ἤ νά ἐξαναγκάζεται, γιατί «ὁ Θεός ἀγαπάει αὐτόν πού δίνει μέ εὐχαρίστηση». Ὁ Θεός ἔχει τή δύναμη νά σᾶς χορηγήσει πλουσιοπάροχα κάθε δωρεά, ὥστε νά εἶστε πάντοτε σέ ὅλα τελείως αὐτάρκεις, καί νά δίνετε μέ τό παραπάνω γιά κάθε καλό σκοπό. Τό λέει καί ἡ Γραφή: Σκόρπισε, ἔδωσε στούς φτωχούς, ἡ ἀγαθοεργία του θά διαρκεῖ αἰώνια. Αὐτός πού δίνει στό σποριά τό σπόρο καί τό ψωμί γιά νά τραφεῖ, θά δώσει καί θά πληθύνει καί τό δικό σας σπόρο καί θά αὐξήσει τούς καρπούς τῆς ἀγαθοεργίας σας. Ὁ Θεός θά σᾶς κάνει πλούσιους σέ ὅλα, γιά νά μπορεῖτε νά δίνετε γενναιόδωρα. Αὐτοί πού θά πάρουν ἀπό μᾶς τή δική σας εἰσφορά θά εὐχαριστοῦν τό Θεό.


Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος χαιρετίζει με ιδιαίτερη ικανοποίηση τη σημαντική συμφωνία επιστροφής στη χώρα μας, ύστερα από έναν και πλέον αιώνα και κατόπιν πολυετών επίπονων διαπραγματεύσεων, των 48 ιερών κειμηλίων που είχαν κλαπεί από τους Βούλγαρους κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου από την Ιερά Μονή της Παναγίας Εικοσιφοινίσσης, από την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και από την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης.
Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος εκφράζει μάλιστα την ελπίδα και την ευχή το Μνημόνιο Κατανόησης, που υπογράφηκε χθες από τους Υπουργούς Πολιτισμού Ελλάδας και Βουλγαρίας Λίνα Μενδώνη και Evtim Miloshev, να είναι μόνον η καλή αρχή και να ακολουθηθεί από πρόσθετες συμφωνίες για την επιστροφή των λοιπών εκκλησιαστικών κειμηλίων, που είχαν κλαπεί από Ιερούς Ναούς, Ιερές Μονές και άλλους χώρους της Ανατολικής Μακεδονίας μας και της Θράκης μας.
Πρόκειται για μια επιτυχία για την πατρίδα μας, που, μεταξύ άλλων, αντανακλά και την σταθερή συναντίληψη και την διαρκή συνέργεια Πολιτείας και Εκκλησίας για την επίτευξη εθνικών στόχων με ιδιαίτερο αποτύπωμα.
Η Ιερά Σύνοδος εκφράζει τέλος την ευαρέσκειά της και τα θερμά της συγχαρητήρια προς τους Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες Σερρών και Νιγρίτης κ. Θεολόγο και Δράμας κ. Δωρόθεο για τις άοκνες και επίμονες προσπάθειές τους για την επιστροφή του εθνικού θρησκευτικού και πολιτιστικού πλούτου μας, ενώ μνημονεύει με ιδιαίτερη συγκίνηση τον μακαριστό Μητροπολίτη Δράμας κυρό Παύλο, που υπήρξε ο αρχιτέκτων και πρωτεργάτης του όλου εγχειρήματος.
π. Φιλόθεου Φάρου
Στίς μέρες μας φαίνεται νά κυριαρχεῖ ἕνα αἴσθημα ματαιοπονίας. Οἱ πιό πολλοί, ἄν ὄχι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι λιγότερο ἤ περισσότερο, φαίνεται νά ἔχουμε τό αἴσθημα ὅτι αὐτό πού γίνεται καί μᾶς τρομάζει ἀπερίγραπτα, θά συνεχίσει νά γίνεται καί δέν πρόκειται τίποτε νά τό σταματήσει.
Ὅλα ἐκεῖνα, πού ἄλλοτε πιστεύαμε ὅτι ἄν δοκιμάζονταν κάποια βελτίωση θά ἔφερναν, δοκιμάστηκαν, ἀλλά ὁ κατήφορος ὄχι μόνο δέν φαίνεται νά σταματάει ἀλλά γίνεται ὅλο καί πιό κατηφορικός.
Ἔχουμε ὅλο καί περισσότερο τό αἴσθημα πώς ὅσο περισσότερα λέγονται τόσο λιγότερο ἐπικοινωνοῦμε, ὅσο πιό πολλά ἀνακαλύπτουμε τόσο πυκνότερο γίνεται τό σκοτάδι μας.
Μερικές ἀνάλογες προσπάθειες στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας φαίνεται νά καταλήγουν στό ἴδιο ἀποτέλεσμα. Κάποτε ὀνειρευόμασταν περισσότερο μορφωμένους κληρικούς καί πιστεύαμε ὅτι μία ἄνοδος τοῦ μορφωτικοῦ ἐπιπέδου τῶν κληρικῶν θά δημιουργοῦσε ἕναν ἐκκλησιαστικό χρυσοῦν αἰῶνα. Ἔ, λοιπόν, ἔχουν αὐξηθεῖ δραματικά οἱ κληρικοί πού ἔχουν ἕνα καί δύο πτυχία, διδακτορικά διπλώματα καί ἄλλες ἀκαδημαϊκές περγαμηνές, ἀλλά αὐτό δέν φαίνεται νά λιγοστεύει καθόλου τήν πνευματική μας μιζέρια.
Ἄλλοτε πάλι εἴχαμε εὐχηθεῖ νά ἀκούγεται περισσότερο ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, μέ τήν πεποίθηση ὅτι αὐτό θά δημιουργοῦσε πιό συνειδητούς χριστιανούς. Ἀλλά, κηρύγματα ἀκούγονται πολλά, πού ὅμως εἴτε εἶναι μεγαλόστομα, ἄσχετα καί συχνά ἀνυπόφορα, εἴτε φαίνεται νά πέφτουν στό κενό καί ὅταν ἀκόμη ἔχουν, καί κάποτε ἔχουν, ἀξιόλογο περιεχόμενο.
Κι αὐτές ἀκόμη οἱ ἀπαισιόδοξες ἐκτιμήσεις ἔχουν γίνει κοινός τόπος, χωρίς καμιά πρωτοτυπία καί ἐξ ἴσου πληκτικές. Λέμε ὅτι ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό ἐλπίδα, ἀπό κάποιες αἰσιόδοξες διαπιστώσεις, ἀπό κάποιες θετικές παρατηρήσεις,
Ἀλλά μήπως καί ἡ ἐλπίδα δέν ἔχει ἐκπορνευθεῖ τόσο, ὥστε νά ἔχει καταντήσει ἐντελῶς ἀναξιόπιστη καί ἀνέντιμη;
Μήπως ἄραγε ἔχει ἔλθει ἡ στιγμή τῆς σιωπῆς; Γιατί, τί νά πεῖ κανείς; Νά μιλήσει γιά τήν πρόσκληση πού μᾶς κάνει ὁ Θεός στό τραπέζι τῆς χάριτός Του, στήν ὁποία ὁ καθένας ἀπό μᾶς ἀπαντᾶ μέ τό «ἔχεμε παρητημένον», εἴτε γιατί «ἀγρόν», ἤ «ζεύγη βοῶν ἤγορασα» ἤ «γυναῖκα ἔγημα» καί δέν μπορῶ νά ἀσχοληθῶ μέ τίποτε ἄλλο;
Ἀλλά ὅλα αὐτά τά ἔχουμε ἀκούσει καί τά ἔχουμε σκεφθεῖ ἀμέτρητες φορές κι ὅμως δέν μπορέσαμε νά κάνουμε ἀλλιῶς.
Ἡ κατάσταση στήν ὁποία βρισκόμαστε περιγράφεται μέ πολλή ἀκρίβεια στήν καταληκτική εὐχή τοῦ ἱκετηρίου κανόνα εἰς τόν Κύριον Ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, πού λέει «...οὔκ ἔχω μετάνοιαν, οὔκ ἔχω κατάνυξιν, οὔκ ἔχω δάκρυον παρακλητικον τά ἐπανάγοντα μέ τέκνα πρός ἰδίαν κληρονομίαν. Ἐσκότισμαι τόν νοῦν ἐν τοῖς βιοτικοῖς πάθεσι καί οὔκ ἰσχύω ἀτενίσαι πρός σέ ἐν ὀδύνῃ, οὗ δύναμαι θερμανθῆναι τοῖς δάκρυσι τῆς πρός σέ ἀγάπης».
Πόσο εἶναι πραγματικά ἀλήθεια ὅτι οἱ βιοτικές μέριμνες μολύνουν ὁλοκληρωτικά κι αὐτήν ἀκόμη τήν προσευχή μας, ἔτσι πού οὐσιαστικά νά μήν μποροῦμε νά συνομιλήσουμε μέ τόν Θεό. Κι ἄν δέν συνομιλήσουμε μέ τόν Θεό, πῶς θά μπορέσουμε νά Τόν ἀγαπήσουμε, νά δημιουργήσουμε μιά σχέση καί πολύ περισσότερο νά ἑνωθοῦμε μαζί Του;
Τί ἀπομένει; Τί μποροῦμε νά ποῦμε; Ποιά διέξοδο μποροῦμε νά βροῦμε στό ἀδιέξοδο μας; Πῶς νά κλείσουμε αὐτές τίς ζοφερές σκέψεις; Ἴσως θάπρεπε νά ἐπαναλάβουμε τίς τελευταῖες φράσεις τῆς εὐχῆς τοῦ κανόνος στόν Ἰησοῦ Χριστό: «Κατέλιπον σέ, μή μέ ἔγκαταλίπής- ἔξελθε εἰς ἀναζήτησίν μου, ἐπανάγαγέ με πρός τήν νομήν σου, συγκαταρίθμισόν με τοῖς προβάτοις τῆς ἐκλεκτῆς σου ποίμνης καί διάθρεψον μέ σύν αὐτοῖς ἐκ τῆς χλόης τῶν θείων σου μυστηρίων πρεσβείαις της πανάγνου μητρός σου καί πάντων τῶν ἁγίων σου. Ἀμήν».
Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης: Μόνον ο Χριστός νικά τους μεγάλους πειρασμούς.
~ Ο Γέροντας μου είχε φύγει από την ζωή και ανέλαβα πολλές ευθύνες. Κάποτε είχα ένα πολύ μεγάλο πειρασμό εξωτερικό, πολύ άσχημο. Από πουθενά φως, από παντού ήταν απειλητικά όλα. Εκείνη την δύσκολη και σκοτεινή ημέρα γονάτισα και παρακάλεσα πάρα πολύ θερμά.
Μια ακτίνα φωτός ήλθε και μου έδωσε στην καρδιά μου την πληροφορία: «Ο πειρασμός αυτός θα λήξη. Μη φοβού!». Αμέσως απλώθηκε η γαλήνη και η ηρεμία στην ψυχή μου. Πράγματι το αποτέλεσμα ήταν ότι έληξε ο πειρασμός με μεγάλη ωφέλεια, πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια.
Όταν ο άνθρωπος τον κάθε πειρασμό τον υπομένη με προσευχή, καρτερία, αγώνα και δώση εκεί όλο τον εαυτό του, τελικά θα υποχωρήση και η νίκη θα αποδοθή στον Χριστό. Γιατί μόνον ο Χριστός νικά αυτούς τους μεγάλους πειρασμούς. Αλλά εμείς είμεθα αδύναμοι άνθρωποι κι έχουμε τα μάτια της ψυχής μας κλειστά. Δεν βλέπουμε πίσω από κάθε πειρασμό τι κρύβεται. Κρύβεται μεγάλη ωφέλεια.
Ο Άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν σαλός, όταν ο Χριστός τον είχε καλέσει σ’ αυτήν την εργασία, δηλαδή να κάνει τον σαλό, να υβρίζεται, να χλευάζεται, να πτωχεύση, να υποφέρη, κ.λ.π., ήθελε πρωτίστως να τον πληροφορήση ότι ήταν δικό Του θέλημα να εργασθή την σαλότητα αυτή. Σαν παιδί νεαρό, που ήταν, είχε πόθο να μαρτυρήση για τον Θεό, αλλά τότε δεν υπήρχε μαρτύριο. Σκεπτόταν πως να ευαρεστήση στον Θεό και με τις σκέψεις αυτές αποκοιμήθηκε.
Τότε βλέπει ένα στάδιο, όπου γινόταν αγωνίσματα. Από την μία πλευρά ήταν άγιοι άνθρωποι λευχείμονες κι από την άλλη μαύρα δαιμόνια. Και σηκώνεται ένας μεγάλος πειρασμός, ένας διάβολος στην θεωρία μεγάλος, που μιλούσε υπερήφανα, εγωϊστικά κι απειλητικά εναντίον των λευχειμόνων αγίων ανθρώπων.
Μεταξύ τους οι άγιοι έλεγαν: «Εγώ πάλαιψα μαζί του την τάδε χρονολογία, άλλος την τάδε, άλλος με μαρτύριο, άλλος με ομολογία, άλλος με άσκησι, άλλος με αρετή κ.λ.π. Τώρα ποιος μένει να παλαίψη μαζί του;» Κι ακούγεται φωνή: «Ο Ανδρέας!» Μόλις ο Ανδρέας είδε τον πειρασμό έτσι μεγάλο, στην αρχή φοβήθηκε. Τότε είδε να κάθεται σ’ ένα τραπέζι ένας νεαρός και να λάμπη γύρω όλος ο τόπος από φως. Επάνω στο τραπέζι είχε δύο στεφάνια. Το ένα στεφάνι ήταν από μαργαριτάρια κι από χρυσά και το άλλο ήταν από άνθη του ουρανού. Πήγε κοντά του και λέγει:
– Πόσο τα πουλάς αυτό;
– Νεαρέ μου, αυτά δεν αγοράζονται με χρήματα αυτού του κόσμου. Αγοράζονται με την πάλη με εκείνον τον μαύρο. Όποιος παλαίψη μαζί του και τον νικήση, τα παίρνει και τα δύο.
– Εγώ θα παλαίψω να τα πάρω.
– Αφού θέλεις να παλάιψης, έλα μέσα να σου διδάξω την πάλη.
Κι άρχισε να τον διδάσκη, πως να παλαίψη με τον μαύρο και του λέγει:
– Όταν σε φέρη γύρω-γύρω, τότε χτύπησε τον σταυροειδώς και θα τον νικήσης.
Προχωρεί, τον καλεί σε πάλη κι αρχίζει ο αγώνας. Στην αρχή φαινόταν να νικά ο διάβολος, αλλά μετά ενθυμούμενος τον τρόπο της πάλης, που του είχε διδάξει ο Κύριος, τον χτύπησε σταυροειδώς και τον νέκρωσε. Τότε οι λευχείμονες τον πήραν στα χέρια σαν νικητή και τον πήγαν στον Κύριο και ο Κύριος του έδωσε τα δύο στεφάνια λέγοντας:
– Από του νυν γίνε δι’ Εμέ σαλός, πτωχός, ρακένδυτος και θα σε αξιώσω της Βασιλείας Μου.
Από τότε του δόθηκε μία χάρις, να μπορή να κάνη τον σαλό δια τον Χριστόν κι έγινε πτωχός και ρακένδυτος και τελικά κέρδισε το στεφάνι της νίκης.
Με τις τρικυμίες της ζωής μαθαίνουμε εκ πείρας της προσευχής την μεγάλη ωφέλεια, την λύτρωσι. Χωρίς προσευχή δεν δυνάμεθα να αντιμετωπίζουμε την σφοδρότητα της τρικυμίας. Τα μποφώρ σηκώνονται συνεχώς από θλίψεις, στενοχώριες, βάσανα ή από τα παιδιά και τους συζύγους, τους συγγενείς, ή τα οικονομικά, τις ασθένειες, τα δαιμόνια, τα πάθη μας. Κάθε στιγμή έχουμε πειρασμό και φουρτούνα μεγάλη ή μικρή.
Τότε χρειαζόμεθα αμέσως το φάρμακο της προσευχής. Να γονατίζουμε, να σηκώνομαι τα χέρια μας, να ικετεύουμε, να δεώμεθα και να κλαίμε και ο Θεός θα απαντά από τον ουρανό. Να μην απελπιζώμεθα, όταν τα μαύρα κύματα της ζωής μας απειλούν. Όλα κατευνάζονται, όλα ισοπεδώνονται.