Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

Αδιεξόδου διέξοδος

 

π. Φιλόθεου Φάρου

Στίς μέρες μας φαίνεται νά κυριαρχεῖ ἕνα αἴσθημα ματαιοπονίας. Οἱ πιό πολλοί, ἄν ὄχι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι λιγότερο ἤ περισσότερο, φαίνεται νά ἔχουμε τό αἴσθημα ὅτι αὐτό πού γίνεται καί μᾶς τρομάζει ἀπερίγραπτα, θά συνεχίσει νά γίνεται καί δέν πρόκειται τίποτε νά τό σταματήσει.

Ὅλα ἐκεῖνα, πού ἄλλοτε πιστεύαμε ὅτι ἄν δοκιμάζονταν κάποια βελτίωση θά ἔφερναν, δοκιμάστηκαν, ἀλλά ὁ κατήφορος ὄχι μόνο δέν φαίνεται νά σταματάει ἀλλά γίνεται ὅλο καί πιό κατηφορικός.

Ἔχουμε ὅλο καί περισσότερο τό αἴσθημα πώς ὅσο περισσότερα λέγονται τόσο λιγότερο ἐπικοινωνοῦμε, ὅσο πιό πολλά ἀνακαλύπτουμε τόσο πυκνότερο γίνεται τό σκοτάδι μας.

Μερικές ἀνάλογες προσπάθειες στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας φαίνεται νά καταλήγουν στό ἴδιο ἀποτέλεσμα. Κάποτε ὀνειρευόμασταν περισσότερο μορφωμένους κληρικούς καί πιστεύαμε ὅτι μία ἄνοδος τοῦ μορφωτικοῦ ἐπιπέδου τῶν κληρικῶν θά δημιουργοῦσε ἕναν ἐκκλησιαστικό χρυσοῦν αἰῶνα. Ἔ, λοιπόν, ἔχουν αὐξηθεῖ δραματικά οἱ κληρικοί πού ἔχουν ἕνα καί δύο πτυχία, διδακτορικά διπλώματα καί ἄλλες ἀκαδημαϊκές περγαμηνές, ἀλλά αὐτό δέν φαίνεται νά λιγοστεύει καθόλου τήν πνευματική μας μιζέρια.

Ἄλλοτε πάλι εἴχαμε εὐχηθεῖ νά ἀκούγεται περισσότερο ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, μέ τήν πεποίθηση ὅτι αὐτό θά δημιουργοῦσε πιό συνειδητούς χριστιανούς. Ἀλλά, κηρύγματα ἀκούγονται πολλά, πού ὅμως εἴτε εἶναι μεγαλόστομα, ἄσχετα καί συχνά ἀνυπόφορα, εἴτε φαίνεται νά πέφτουν στό κενό καί ὅταν ἀκόμη ἔχουν, καί κάποτε ἔχουν, ἀξιόλογο περιεχόμενο.

Κι αὐτές ἀκόμη οἱ ἀπαισιόδοξες ἐκτιμήσεις ἔχουν γίνει κοινός τόπος, χωρίς καμιά πρωτοτυπία καί ἐξ ἴσου πληκτικές. Λέμε ὅτι ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό ἐλπίδα, ἀπό κάποιες αἰσιόδοξες διαπιστώσεις, ἀπό κάποιες θετικές παρατηρήσεις,

Ἀλλά μήπως καί ἡ ἐλπίδα δέν ἔχει ἐκπορνευθεῖ τόσο, ὥστε νά ἔχει καταντήσει ἐντελῶς ἀναξιόπιστη καί ἀνέντιμη;

Μήπως ἄραγε ἔχει ἔλθει ἡ στιγμή τῆς σιωπῆς; Γιατί, τί νά πεῖ κανείς; Νά μιλήσει γιά τήν πρόσκληση πού μᾶς κάνει ὁ Θεός στό τραπέζι τῆς χάριτός Του, στήν ὁποία ὁ καθένας ἀπό μᾶς ἀπαντᾶ μέ τό «ἔχεμε παρητημένον», εἴτε γιατί «ἀγρόν», ἤ «ζεύγη βοῶν ἤγορασα» ἤ «γυναῖκα ἔγημα» καί δέν μπορῶ νά ἀσχοληθῶ μέ τίποτε ἄλλο;

Ἀλλά ὅλα αὐτά τά ἔχουμε ἀκούσει καί τά ἔχουμε σκεφθεῖ ἀμέτρητες φορές κι ὅμως δέν μπορέσαμε νά κάνουμε ἀλλιῶς.

Ἡ κατάσταση στήν ὁποία βρισκόμαστε περιγράφεται μέ πολλή ἀκρίβεια στήν καταληκτική εὐχή τοῦ ἱκετηρίου κανόνα εἰς τόν Κύριον Ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, πού λέει «...οὔκ ἔχω μετάνοιαν, οὔκ ἔχω κατάνυξιν, οὔκ ἔχω δάκρυον παρακλητικον τά ἐπανάγοντα μέ τέκνα πρός ἰδίαν κληρονομίαν. Ἐσκότισμαι τόν νοῦν ἐν τοῖς βιοτικοῖς πάθεσι καί οὔκ ἰσχύω ἀτενίσαι πρός σέ ἐν ὀδύνῃ, οὗ δύναμαι θερμανθῆναι τοῖς δάκρυσι τῆς πρός σέ ἀγάπης».

Πόσο εἶναι πραγματικά ἀλήθεια ὅτι οἱ βιοτικές μέριμνες μολύνουν ὁλοκληρωτικά κι αὐτήν ἀκόμη τήν προσευχή μας, ἔτσι πού οὐσιαστικά νά μήν μποροῦμε νά συνομιλήσουμε μέ τόν Θεό. Κι ἄν δέν συνομιλήσουμε μέ τόν Θεό, πῶς θά μπορέσουμε νά Τόν ἀγαπήσουμε, νά δημιουργήσουμε μιά σχέση καί πολύ περισσότερο νά ἑνωθοῦμε μαζί Του;

Τί ἀπομένει; Τί μποροῦμε νά ποῦμε; Ποιά διέξοδο μποροῦμε νά βροῦμε στό ἀδιέξοδο μας; Πῶς νά κλείσουμε αὐτές τίς ζοφερές σκέψεις; Ἴσως θάπρεπε νά ἐπαναλάβουμε τίς τελευταῖες φράσεις τῆς εὐχῆς τοῦ κανόνος στόν Ἰησοῦ Χριστό: «Κατέλιπον σέ, μή μέ ἔγκαταλίπής- ἔξελθε εἰς ἀναζήτησίν μου, ἐπανάγαγέ με πρός τήν νομήν σου, συγκαταρίθμισόν με τοῖς προβάτοις τῆς ἐκλεκτῆς σου ποίμνης καί διάθρεψον μέ σύν αὐτοῖς ἐκ τῆς χλόης τῶν θείων σου μυστηρίων πρεσβείαις της πανάγνου μητρός σου καί πάντων τῶν ἁγίων σου. Ἀμήν».