Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2018

ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ-ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΣΤ'



Tyrinis
    
Βρισκόμαστε στὸ κατώφλι τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἀνοίγεται μπροστὰ μας τὸ «στάδιο τῶν ἀρετῶν», στὸ ὁποῖο ὁ ὑμνωδὸς τῆς Ἐκκλησίας μᾶς καλεῖ νὰ εἰσέλθουμε «ἀναζωσάμενοι τὸν καλὸν τῆς νηστείας ἀγῶνα». Ταυτόχρονα, μὲ τὸ συναξάρι τῆς ἡμέρας, θυμόμαστε τὴν ἐξορία τοῦ Ἀδὰμ ἀπὸ τὸν Παράδεισο, καὶ ἀπὸ τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα διδασκόμαστε τὸν τρόπο τῆς ἀληθινῆς νηστείας.
Γιὰ νὰ ξεκινήσει κανεὶς ἕνα καλὸ καὶ γενναῖο ἔργο, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, χρειάζεται μιὰ στέρεη καὶ γενναῖα ἀπόφαση. Ἡ νηστεία εἶναι ἕνα φοβερὸ ὅπλο στὰ χέρια τοῦ ἀγωνιζόμενου χριστιανοῦ. Εἶναι μάχαιρα «ἥτις ἐκτέμνει ἀπὸ καρδίας πᾶσαν κακίαν». Μὲ τὴ νηστεία δίνεται ὑγεία καὶ ἐλευθερία στὸ νοῦ καὶ ἀνατρέπεται τὸ κατεστημένο τῆς πτώσεως. Πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση, τροφὴ καὶ ἀπόλαυση τῆς ψυχῆς ἦταν ἡ κοινωνία τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ τὸ σῶμα, λόγω τοῦ φυσικοῦ συνδέσμου του μὲ τὴν ψυχή, ἀπολάμβανε τὶς ἡδονές της. Μετὰ τὴν πτώση ὅμως, ἐπειδὴ ἔχασε ἡ ψυχὴ τὴν κοινωνία της μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, στράφηκε πρὸς τὸ σῶμα καὶ προσπάθησε σ᾽ αὐτὸ νὰ βρεῖ ἐκεῖνο ποὺ ἔχασε. Ἔτσι ὑποτάχθηκε στὶς σωματικὲς ἡδονὲς καὶ ἄρχισε στὴν κυριολεξία νὰ ἀπομυζᾶ τὸ σῶμα καὶ νὰ τὸ ὁδηγεῖ, χωρὶς νὰ τὸ θέλει, στὴ φθορὰ καὶ στὴν ἐξαθλίωση.
Μὲ τὴ νηστεία, λοιπὸν, προσπαθοῦμε νὰ δώσουμε ἐλευθερία στὴν ψυχή, νὰ τὴν ἀπαλλάξουμε ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῶν σωματικῶν παθῶν. Προσπαθοῦμε νὰ ὑποτάξουμε τὶς κινήσεις τοῦ σώματος καὶ τῆς ἐπιθυμίας στὸ λόγο. Εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ θυμὸς συνήθως ταράσσεται ὅταν ἡ ἀχαλίνωτη ἐπιθυμία δὲν ἱκανοποιεῖται. Ὅταν ἡ ἐπιθυμία κινεῖται φυσιολογικὰ ὑποταγμένη στὸ λόγο, τότε ὁ θυμὸς ἠρεμεῖ καὶ μπορεῖ νὰ κινηθεῖ κι αὐτὸς φυσιολογικά, δηλαδὴ νὰ γίνει ἡ δύναμη ἐκείνη ποὺ θὰ μετατρέπει τὶς καλὲς ἐπιθυμίες σὲ πράξη. Ὁ θυμὸς εἶναι τὸ νεῦρο τῆς ψυχῆς. Ὅταν λειτουργεῖ φυσιολογικά, ἐκδηλώνεται ὡς ὑπομονὴ καὶ ἀνδρεία, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητες στὸν ἀόρατο πνευματικὸ πόλεμο.
Ἡ νηστεία, στερώντας ἀπὸ τὸ σῶμα τὶς συνηθισμένες του ἀπολαύσεις, δίνει τὴ δυνατότητα στὴν ψυχὴ νὰ στραφεῖ μὲ τὴν προσευχὴ στὸ Θεὸ καὶ μὲ ἄνεση, ἀθόλωτη καὶ ἀπερίσπαστη, ν᾽ ἀκούσει τὶς ἐντολές του. Ἡ προσευχὴ καὶ ἡ μελέτη δίνουν πνευματικὴ ἀξία στὸ ἔργο τῆς νηστείας. Μέσα στὴν ἔρημο τῆς στέρησης στρώνουν τὴν τράπεζα τοῦ πνεύματος. Ἡ ἀληθινὴ νηστεία δὲν περιορίζεται ἁπλῶς στὴν ἀποφυγὴ κάποιων τροφῶν. Δὲν εἶναι μόνο ἕνα ἐξωτερικὸ ἔργο, ἔχει βάθος καὶ πλάτος. Ἡ τροφικὴ νηστεία πρέπει νὰ συνδέεται μὲ τὴ νηστεία ὅλων τῶν αἰσθήσεων, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἐσωτερικὴ νηστεία τῆς ψυχῆς ἀπὸ φαντασίες, ἐπιθυμίες καὶ σκέψεις ποὺ συνδέονται μὲ πάθη. Στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα μποροῦμε νὰ δοῦμε τὶς βασικὲς προϋποθέσεις καὶ τὰ γνωρίσματα τῆς ἀληθινῆς νηστείας.
Πρὶν μιλήσει ὁ Χριστὸς γιὰ τὸν τρόπο τῆς ἀληθινῆς νηστείας, ἔβαλε τὸ θεμέλιο πάνω στὸ ὁποῖο μπορεῖ στέρεα νὰ οἰκοδομηθεῖ κάθε καλὸ ἔργο. Εἶναι ἡ συγχώρεση ποὺ πρέπει νὰ δίνουμε στὰ παραπτώματα τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, ἡ ὁποία εἶναι προϋπόθεση τῆς συγχωρήσεως καὶ τῶν δικῶν μας ἁμαρτιῶν. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ συνήθεια τοῦ πιστοῦ  λαοῦ, ὁ ὁποῖος στὸν πρῶτο κατανυκτικὸ ἑσπερινὸ, ἀπόψε τὸ βράδυ, ζητᾶ καὶ δίνει συγχώρεση, προκειμένου νὰ προχωρήσει ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε σύνδεσμο ἀδικίας στὸν καλὸ ἀγώνα τῆς νηστείας.
Σὲ τοῦτον τὸ δρόμο τὸν ὁλόφωτο τῆς καλωσύνης, ὁ Κύριος δὲ βάζει ὅρια. Ὅταν ὁ Πέτρος τὸν ρωτάει, ἄν πρέπει νὰ συγχωρέσει ἑφτὰ φορὲς τὸν ἀδελφό του ποὺ ἁμάρτησε ἐνάντιά του, ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀποκρίνεται πὼς δὲν πρέπει νὰ τὸν συγχωρέσει ἑφτὰ μονάχα φορές, ἀλλὰ ἑβδομήντα ἑφτά. Ἔτσι ἡ συγγνώμη παίρνει καθολικὲς διαστάσεις καὶ μόνιμη ὑπόσταση. Δὲν φτάνει νὰ συγχωρέσουμε μία ἤ δέκα φορές, ἀλλὰ εἶναι θεμελιακὴ ἀνάγκη νὰ συγχωροῦμε πάντα, νὰ συγχωροῦμε ἀδιάκοπα, κι ἡ πηγὴ τῆς συγγνώμης νὰ μὴ στερεύει ποτὲ μέσα μας. Ἡ συγγνώμη δὲ μπορεῖ νὰ εἶναι ζήτημα καλῆς ἤ κακῆς μας διάθεσης, οὔτε ζήτημα συμπτωματικοῦ κεφιοῦ, οὔτε νὰ χρωστιέται σὲ πρόσκαιρα συναισθηματικὰ κριτήρια. Χρειάζεται νὰ εἶναι ἡ μόνιμη διάθεσή μας, ἡ ἀδιάκοπη τάση τοῦ εἶναι μας. Ὁ Ἰησοῦς φανερώνει πὼς τὴ σχέση μας ἀντίκρυ στὸ Θεὸ δὲν θὰ τὴν καθορίσουν οὔτε οἱ ὑποκριτικὲς εὐλάβειες οὔτε οἱ καλὲς πράξεις οὔτε οἱ νηστεῖες, ἀλλὰ θὰ τὴν καθορίσει ὁριστικὰ καὶ τελεσίδικα ἡ σχέση μας πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας.
Σὲ ὅλα τὰ λειτουργικὰ κείμενα τῆς Ἐκκλησίας, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ποὺ ἀναφέρονται στὴ νηστεία, ἀλλὰ καὶ στὰ κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων, ἡ νηστεία πάντοτε συνδυάζεται μὲ τὴν ἐσωτερικὴ ἐγκράτεια καὶ ἀποχὴ τῶν παθῶν. Ποτὲ δὲν αὐτονομεῖται, δὲν γίνεται αὐτοσκοπός, γιατὶ ἔτσι χάνει τὸ νόημά της καὶ τὴν ἀξία της.
Αὐτὸς ποὺ ξεκινᾶ τὸν ἀγώνα τῆς νηστείας πρέπει νὰ σηκώσει τὸ βλέμμα του καὶ τὴν καρδιά του ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς τῆς γῆς καὶ νὰ τὰ στρέψει στοὺς θησαυροὺς τοῦ οὐρανοῦ. Νηστεύουμε γιατὶ ἀγαποῦμε τὸ σῶμα, τὸ ὁποῖο θέλουμε νὰ εἶναι ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ γιατὶ ἐπιθυμοῦμε ἡ ψυχή μας νὰ πλουτισθεῖ μὲ τοὺς θησαυροὺς τοῦ οὐρανοῦ. Ξεκινώντας τὸν μακρὺ καὶ ἐπίπονο δρόμο τῆς νηστείας, ἄς ἔχουμε στὸ μυαλό μας τὰ λόγια τοῦ ἁγίου Ἱωάννου τοῦ Χρισοστόμου: «Νηστεύεις; Ἀπόδειξέ μοὺ το διὰ μέσου τῶν ἴδιων τῶν ἔργων». Ποιὰ ἔργα ἐννοεῖ; Ἄν δεῖς φτωχὸ, νὰ τὸν ἐλεήσεις. Ἄν δεῖς ἐχθρὸ, νὰ συμφιλιωθεῖς μαζί του. Ἄς μὴ νηστεύει, λοιπόν, μόνο τὸ στόμα, ἀλλὰ καὶ τὸ μάτι καὶ ἡ ἀκοή, καὶ τὰ πόδια καὶ τὰ χέρια καὶ ὅλα τὰ μέλη τοῦ σώματος. Ἀμήν.