του Γέροντα Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτη

Εσύ που πλη­σιά­ζεις τον αδελ­φό σου, εσύ που εί­σαι σύ­ζυ­γος, όταν πλη­σιά­σεις τον ή την σύ­ζυ­γό σου, εσύ που εί­σαι πα­τέ­ρας, μη­τέ­ρα, όταν πλη­σιά­σεις το παι­δί σου, ότι θα του πεις, ότι σκέ­φτε­σαι να του πεις, πες το, αφού πρώ­τα του πεις δυο κου­βέν­τες που θα του δώ­σουν χαρά, πα­ρη­γο­ριά, μια ανά­σα.

Να τον κά­νεις να πεί, ανα­κου­φί­σθη­κα, χά­ρη­κα!

Να κά­νε­τε τους άλ­λους να σας κα­μα­ρώ­νουν, να σας αγα­πούν, να χο­ρο­πη­δούν από τη χαρά τους, όταν σας συ­ναν­τούν.

Διό­τι όλοι οι άν­θρω­ποι στην ζωή τους, στο σπί­τι τους, στο σώμα τους και στην ψυχή τους έχουν πόνο, αρ­ρώ­στιες, δυ­σκο­λί­ες, βά­σα­να, και ο κα­θέ­νας κρύ­βει τον πόνο μέσα στο πουγ­γί του το κρυ­φό, μέσα στην καρ­διά του, στο σπί­τι του, για να μην το ξέ­ρουν οι άλ­λοι.

Έτσι εγώ δεν ξέρω τι πόνο έχεις εσύ και εσύ δεν ξέ­ρεις τι πόνο έχω εγώ.

Μπο­ρεί να γελώ και να φω­νά­ζω, να παί­ζω, αλλά κατά βά­θος πονώ, και γελώ και φω­νά­ζω, για να σκε­πά­σω την λύπη μου.

Γι’ αυτό δώσε στον άλ­λον πρώ­τα ένα χα­μό­γε­λο!

Αμήν.

Την ευχή του αγίου πατέρα και αδερφού μας να ‘χουμε και τη μνήμη του βίου και του λόγου του.