π. Ἀνδρέα Ἀγαθοκλέους

Πῶς νὰ σὲ πείσω γιὰ τὴν ὀμορφιὰ τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅταν ἔμαθες ἀπὸ μικρός τά μὴ καὶ τὰ πρέπει;

Πῶς νὰ σὲ πείσω γιὰ τὴν «ἐλευθερία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ», ὅταν ἡ σχέση σου μαζί Του εἶναι δοῦναι καὶ λαβεῖν;

Πῶς νὰ σὲ πείσω γιὰ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς προσευχῆς, ὅταν τὴν βλέπεις ὡς καθῆκον κι ὄχι ὡς συνάντηση μὲ τὸ «Θεὸ τῆς καρδίας»;

Πῶς νὰ σὲ πείσω γιὰ τὴν ἀπόλαυση τῆς Λειτουργίας, ὅπως καὶ ὅλων τῶν ἀκολουθιῶν, ὅταν ρωτᾶς πότε τελειώνει κι ὄχι πότε ἀρχίζει;

Πῶς νὰ σὲ πείσω γιὰ τὸ πέταγμα τῆς ψυχῆς πρὸς τὰ ἄνω, κατὰ τὴν ἐξομολόγηση, ὅταν τὴ βλέπεις ὡς δικαστήριο;

Πῶς νὰ σὲ πείσω γιὰ τὴν ἐλευθερία ποὺ νιώθει ὅποιος συγχωρᾶ, ὅταν τὴ συγχώρεση τὴν ἐκλαμβάνεις ὡς ἀδυναμία;

Πῶς νὰ σὲ πείσω γιὰ τὴν παιδαγωγία ποὺ ἐνεργεῖ ὁ Θεὸς στοὺς δικούς Του, ὅταν τὶς δοκιμασίες τὶς θεωρεῖς ἀπόρριψή Του;

Πῶς νὰ σὲ πείσω γιὰ τὴν ἀγάπη Του, ποὺ κρύβεται στὴ σιωπή Του, ὅταν νομίζεις πὼς αὐτὴ ἐκφράζει τὴν ἀδιαφορία Του;

Πῶς νὰ σὲ πείσω ὅτι ἡ ὅποια πτώση σου μπορεῖ νὰ κρύβει τὴν ἀφετηρία γιὰ νέα ζωή, τὴ ζωή Του, ὅταν ὁ ἐγωισμός σου δὲν ἀντέχει τὸ τσαλάκωμα τοῦ ἑαυτοῦ σου;

Πῶς νὰ σὲ πείσω ὅτι πάντα ὁ Χριστὸς ἀκούει τὶς προσευχές μας κι ἀπαντᾶ ὅταν καὶ ὅποτε εἴμαστε ἕτοιμοι, ὅταν θέλεις νὰ γίνεται αὐτὸ ποὺ θέλεις ὅποτε κι ὅπως τὸ θέλεις;

Πῶς νὰ σὲ πείσω ὅτι πέρα ἀπὸ αὐτὸ ποὺ βλέπουμε κι ἀκοῦμε κι ἀγγίζουμε, ὑπάρχει ὁ ὑπὲρ αἴσθηση κόσμος, ὅταν δὲν αἰσθάνθηκες ποτὲ τὴν παρουσία Του;

Πῶς νὰ σὲ πείσω γιὰ τὴ ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων, ὅταν δὲν ὑποψιάζεσαι τὸν κόσμο τοῦ ἐπέκεινα καὶ δὲν πόθησες τὴν ὀμορφιά του;

Πῶς νὰ σὲ πείσω γιὰ τὸ μεγαλεῖο τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ ὡς Θεανθρώπου, ἀφοῦ δὲν ἔγινε γιὰ σένα τὸ Α, καὶ τὸ Ω τῆς ζωῆς σου;

Πῶς νὰ σὲ πείσω γιὰ τὴν ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι τὸ Σῶμα Του, ὅτι ἐκεῖ Τὸν συναντᾶς οὐσιαστικὰ καὶ ὑπαρξιακά, ὅταν θεωρεῖς τὴν Ἐκκλησία μόνο ὡς θεσμό – ὀργανισμὸ μὲ ἀτελῆ μέλη;

Πῶς νὰ σὲ πείσω, τέλος, γιὰ ὅ,τι ὡραῖο, θεϊκὸ καὶ αἰώνιο μπορεῖς νὰ ζήσεις ἀπὸ τώρα, μὲ τὴ μετάνοια καὶ τὴν ταπείνωση, ἂν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν σὲ πείσει μὲ τὸν ἐρχομὸ στὴν καρδιά σου, ὅταν τὴ βρεῖ ἀνοιχτή;