Παρασκευή 27 Μαΐου 2016

ΝΑ ΜΗΝ ΠΕΡΙΦΡΟΝΟΥΜΕΚΑΝΕΝΑΝ,ΚΑΝΕΝΑΝ ΝΑ ΜΗΝ ΘΕΩΡΟΥΜΕ ΚΑΤΩΤΕΡΟ ΑΠΟ ΜΑΣ

«Και παράγων ο Ιησούς εκείθεν είδεν άνθρωπον καθήμενον επί το τελώνιον, Ματθαίον λεγόμενον, και λέγει αυτώ· ακολούθει μοι. Και αναστάς ηκολούθησεν αυτώ» (Μθ. 9, 9).
Ποιος ήταν αυτός ο Ματθαίος, ο οποίος στη συνέ­χεια έγινε μεγάλος απόστολος και ευαγγελιστής; Ήταν τελώνης και μάζευε φόρους. Ο λαός μισούσε τους τελώνες και τους θεωρούσε αμαρτωλούς, διότι έκαναν πολλές αδικίες προσπαθώντας να κερδίσουν περισσό­τερα χρήματα για τον εαυτό τους. Και αυτόν τον άνθρωπο, που όλοι τον θεωρούσαν άθλιο και τον απο­στρέφονταν, ο Κύριος τον καλεί και του λέει: «Ακο­λούθει μοι».
Μόνο δύο λέξεις, και αυτές έκαναν επανάσταση στην ψυχή του τελώνη. Σηκώθηκε αμέσως, έριξε κά­τω τα χρήματά του και ακολούθησε τον Χριστό.
Αυτό τι σημαίνει; Από την πείρα μου γνωρίζω ότι ένας καλός λό­γος μπορεί να συνταράξει την ψυχή του αμαρτωλού, όπως συντάραξε την ψυχή του τελώνη Ματθαίου. Άν­θρωποι πνιγμένοι στην αμαρτία, κλέφτες, ληστές και φονιάδες, όταν τους λες έναν καλό λόγο και τους δεί­χνεις την αγάπη σου, την συγκατάβαση και τον σεβα­σμό στο πρόσωπό τους, συγκινούνται πάρα πολύ.
Και εμείς οι αμαρτωλοί, αδύναμοι και ασήμαντοι άνθρωποι με έναν λόγο αγάπης και σεβασμού μπορούμε να συγκινούμε και να συνταράζουμε τις καρδιές των αμαρτωλών, όπως ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Να το θυμόμαστε και ποτέ να μην κατακρίνουμε τους αμαρτωλούς, να μην τους στιγματίζουμε, αλλά να τους φερόμαστε με αγάπη, δείχνοντας σεβασμό στο πρόσω­πό τους, αν και οι ίδιοι δεν το σέβονται και το έχουν καταπατήσει.
«Και εγένετο αυτού ανακειμένου εν τη οικία, και ι­δού πολλοί τελώναι και αμαρτωλοί ελθόντες συνανέκειντο τω Ιησού και τοις μαθηταίς αυτού. Και ιδόντες οι Φαρισαίοι είπον τοις μαθηταίς αυτού· διατί μετά των τελωνών και αμαρτωλών εσθίει ο διδάσκα­λος υμών; Ο δε Ιησούς ακούσας είπεν αυτοίς· ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού, αλλ’ οι κακώς έ­χοντες. Πορευθέντες δε μάθετε τι εστίν έλεον θέλω και ου θυσίαν. Ου γαρ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλ’ αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Μθ. 9, 10-13).
Οι Φαρισαίοι αγανακτούσαν για το ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός συναναστρεφόταν με τους αμαρτω­λούς, τις πόρνες και τους τελώνες. Περιφρονούσαν αυτούς τους ανθρώπους και θεωρούσαν ακαθαρσία να επικοινωνούν μαζί τους. Ποτέ δεν τους μιλούσαν, άλ­λα τους κακολογούσαν και τους κατέκριναν για την συμπεριφορά τους.
Ξέρουμε ότι οι πόρνες έπλεναν τα πόδια του Κυ­ρίου Ιησού και τα σκούπιζαν με τα μαλλιά τους. Πο­τέ δεν έχουν ακούσει απ’ Αυτόν κανένα λόγο επιπληκτικό. Τις συγχωρούσε και τις έλεγε: «Πορεύου και από του νυν μηκέτι αμάρτανε» (Ίω. 8, 11).
Οι Φαρισαίοι ήταν ανίκανοι να καταλάβουν αυτή την συμπεριφορά του Χρίστου και δυσφορούσαν για την στάση του απέναντι στους αμαρτωλούς. Αλλά ο Κύριος τους απαντούσε το εξής: «Ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού, αλλ’ οι κακώς έχοντες» (Μθ. 9, 12). Ήλθε για να σώσει τους αμαρτωλούς. Με την α­γάπη του αγκάλιαζε κάθε αμαρτωλό και ζητούσε να τον οδηγήσει στην σωτηρία. Στους Φαρισαίους που του παραπονέθηκαν είπε: «Πορευθέντες δε μάθετε τι ε­στίν έλεον θέλω και ου θυσίαν» (Μθ. 9, 13). Οι γραμ­ματείς και οι φαρισαίοι την ελπίδα της σωτηρίας τους στήριζαν στις θυσίες και τις προσευχές τους, και ο Κύριος λέει ότι δεν θέλει θυσία, αλλά έλεος, έλεος στους αμαρτωλούς.
Οι θυσίες χρειάζονταν στην Παλαιά Διαθήκη, διό­τι προεικόνιζαν την Μόνη Θυσία πού πρόσφερε ο Κύ­ριος Ιησούς Χριστός πάνω στον Σταυρό του Γολγο­θά. Όταν δόθηκε αυτή η Θυσία οι άλλες θυσίες έχα­σαν την σημασία και το νόημα τους, γι’ αυτό δεν τις προσφέρουμε πια.
Τώρα ο Κύριος δεν περιμένει θυσία αλλά έλεος. Περιμένει από μας την ευσπλαχνία σε όλους τους αμαρτωλούς και τους περιφρονημένους. Η συμπεριφο­ρά μας προς αυτούς τους ανθρώπους να είναι ίδια μ’ αυτήν που έδειξε Εκείνος. Να μην περιφρονούμε κα­νέναν, κανέναν να μην θεωρούμε κατώτερο από μας. Να βλέπουμε τις δικές μας αμαρτίες και όχι των άλ­λων, να αποκτήσουμε την ταπείνωση και την πραότη­τα, μιμούμενοι την δική Του ταπείνωση και πραότητα. Να αγαπάμε και να ευεργετούμε τους περιφρονημέ­νους και τους ταπεινωμένους, να τους προσφέρουμε πνευματική βοήθεια, δείχνοντας ενδιαφέρον για την σωτηρία τους.
Ο Κύριος λέει όταν κάνουμε τραπέζι να μην κα­λούμε ανθρώπους που μπορούν μετά να καλέσουν και εμάς στο γεύμα, αλλά τους πένητες και τους φτωχούς κουρελιάρηδες. Θέλει να το κάνουμε με αγάπη, και πάντα με συμπόνια να φερόμαστε στους ανθρώπους που ο κόσμος τους περιφρονεί, καλώντας τους βρωμιάρηδες και αχρείους.
Ο Κύριος μας έδωσε παράδοξες και θαυμαστές ε­ντολές. Είπε ότι δεν θέλει θυσία αλλά έλεος, έλεος σε όλους που το χρειάζονται. Ένα μεγάλο, αμέτρητο πλήθος ανθρώπων περιμένουν κάποιον να τους δείξει ευσπλαχνία, να τους πει ένα λόγο αγάπης και παρηγο­ριάς. Περιμένουν οι άνθρωποι κάποιον να τους δείξει τρυφερότητα και να τους βοηθήσει, και αντί αυτού συναντούν στους γύρω τους ψυχρότητα και αδιαφο­ρία. Αλλά πάνω από αυτά και σε μερικούς ακόμα χρι­στιανούς βλέπουν περιφρόνηση και αποστροφή.
Στα μάτια του Θεού αυτός, που έτσι συμπεριφέρε­ται στους αδελφούς του, πράττει βαριά αμαρτία. Σε ό­λα πρέπει να είμαστε μιμητές του Κυρίου και να ακολουθούμε το παράδειγμα Του. Ας Τον ακολουθήσου­με λοιπόν και ας μην θεωρούμε τον εαυτό μας ανώτε­ρο από τον πλησίον, όποιος και να είναι αυτός – κλέ­φτης, φονιάς ή ληστής, διότι στα μάτια του Θεού μπο­ρεί να είμαστε χειρότεροι από αυτόν.
Να θυμόμαστε πάντα πώς συμπεριφερόταν ο Κύ­ριος στους αμαρτωλούς, πώς φέρθηκε στον τελώνη Ματθαίο και πώς φερόταν σε άλλους τελώνες, πόρνες και αμαρτωλούς και προκαλούσε μ’ αυτό την οργή των φαρισαίων. Να μην είμαστε σαν τους φαρισαίους, αλλά να μιμούμαστε τον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Α­μήν.
ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ

ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΜΟΣΧΑΣ:"ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΣΤΗΡΙΖΕΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΤΟΝ ΡΩΣΙΚΟ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟ"

athos-1
Έφτασε πριν από λίγο στις Καρυές, την πρωτεύουσα του Αγίου Όρους, ο Πατριάρχης Μόσχας και πασών των Ρωσιών κ. Κύριλλος, ο οποίος από σήμερα επισκέπτεται το Άγιον Όρος με αφορμή την χιλιοστή επέτειο παρουσίας των Ρώσων μοναχών στον Άθωνα.
Τον Πατριάρχη Μόσχας υποδέχθηκε ο Πρωτεπιστάτης του Αγίου Όρους Γέρων Παύλος Λαυριώτης, καθώς και αντιπρόσωποι των Ιερών Μονών και πλήθος μοναχών και πιστών.
Στην συνέχεια ο Πατριάρχης μετέβη στο Πρωτάτο, όπου προσκύνησε την Εικόνα της Παναγίας του Άξιον Εστί και τελέστηκε σύντομη Δοξολογία.
Εκεί τον Προκαθήμενο της Ρωσικής Εκκλησίας προσφώνησε ο Πρωτεπιστάτης του Αγίου Όρους Γέρων Παύλος Λαυριώτης.
''Η Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους υποδέχεται σήμερον μετά πολλής χαράς και συγκινήσεως τον Προκαθήμενον της κατά Ρωσσίαν Ορθοδόξου Εκκλησίας, απονέμουσα Αυτώ τας προσήκουσας τιμάς και εκδηλώσεις'' ανέφερε μεταξύ άλλων ο Πρωτεπιστάτης Γέρων Παύλος Λαυριώτης.
Σε άλλο σημείο ο Πρωτεπιστάτης του Αγίου Όρους τόνισε: ''Κατά την έως και του νυν μακράν ιστορικήν περίοδον ο ιερός τόπος εγνώρισεν περιόδους ακμής αλλά και κρίσεων. Υπήρξεν η Αθωνική Πολιτεία κέντρον μοναστικών πανορθοδόξου ακτινοβολίας, με πλήθος Καθιδρυμάτων και μοναχών.''
''Σθεναροί ήσαν και οι αγώνες των Αγιορειτών δια την προάσπισιν της Ορθοδοξίας έναντι των λατινόφρονων, τινές των οποίων ανεδείχθησαν ομολογητές και μάρτυρες, ως ο Άγιος Κοσμάς ο Πρώτος, σφαγιασθείς εν τω Ιερό Ναώ του Πρωτάτου'' υπογράμμισε κλείνοντας ο Γέρων Παύλος.
Στην αντιφώνηση του ο Πατριάρχης Μόσχας κ. Κύριλλος ανέφερε: ''Από διάφορα μέρη τής Ορθοδόξου Εκκλησίας τής Ρωσσίας προσήλθομεν εις τόν Κλήρον τής Παναγίας, εξ αγάπης κινούμενοι πρός τό Άγιον Όρος, τά προσκυνήματα καί τούς Αγίους αυτού, τούς μέν κεκοιμημένους αθλητάς, τούς δέ εν ζωή συνεχιστάς τής μακραιώνου ασκητικής παραδόσεως τής Εκκλησίας.''
''Διακατεχόμενοι από τόν πόθον ίνα μαθητεύσωσι τό μοναχικόν πολίτευμα οι πρόγονοι ημών ήρχισαν νά εγκαθίστανται εις τό Άγιον Όρος, ούτως ώστε τό έτος 1016, δηλαδή ακριβώς πρό μιάς χιλιετίας, υπήρχεν εν τώ Αγιωνύμω Όρει «Μονή τού λαού Ρως», όπερ μαρτυρείται καί εκ μιάς πράξεως τής Μεγίστης Λαύρας τού Αγίου Αθανασίου'' πρόσθεσε ο Πατριάρχης.
Σε άλλο σημείο ο Προκαθήμενος της Ρωσικής Εκκλησίας υπογράμμισε: ''Κατά τήν διάρκειαν όλων τών παρελθουσών εκατονταετιών τό Άγιον Όρος εστήριζε πνευματικώς τόν Ρωσσικόν μοναχισμόν, μεταδίδον εις τούτον εκ τού θησαυρού τής πείρας αυτού. Εκ τού Αγιωνύμου Όρους μετελαμπαδεύθησαν εις τήν Ρωσσίαν η παράδοσις τής νοεράς εργασίας καί η συνδεδεμένη πρός ταύτην ησυχαστική θεολογία, τό κοινόβιον καί τήν λατρείαν διά τήν Αγίαν Τριάδα. Αρκεί νά ανακαλέσωμεν εις τήν μνήμην ότι ο Αγιος Φιλόθεος, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καί πρώην Καθηγούμενος τής Μεγίστης Λαύρας ήτο εκείνος ο οποίος έδωκεν ευλογίαν εις τόν Όσιον Σέργιον τού Ραντονέζ, μεγάλον αναμορφωτήν τού Ρωσσικού μοναχισμού, ίνα εισαγάγη τό κοινόβιον.''
''Εις τόν σύγχρονον κόσμον, ο οποίος σπαράσσεται από αντιθέσεις καί συγκρούσεις, υπάρχει έντονος ανάγκη νά έχωμεν παράδειγμα ομονοίας καί ειρηνεύσεως, αι οποίαι επιτυγχάνονται εν Χριστώ διά τής απορρίψεως τής φιλαυτίας καί τής αποθαρρύνσεως τής αμαρτίας. Ο εορτασμός ούτος καλείται νά κομίση εις πολλούς ανθρώπους έν μέρος τού φωτός, τό οποίον εκπέμπει τό Άγιον Όρος, νά καταστήση τούτους κοινωνούς τών ιδεωδών τής καθάρσεως καί τής αυταπαρνήσεως, τών αποτελούντων πηγήν εμπνεύσεως διά τούς Αγιωρείτας'' τόνισε κλείνοντας ο Πατριάρχης Μόσχας κ. Κύριλλος.

ΜΕ ΒΑΓΙΑ ΚΑΙ ΚΩΔΩΝΟΚΡΟΥΣΙΕΣ ΥΠΟΔΕΧΘΗΚΑΝ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΚΥΡΙΛΛΟ ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ



Αφίχθη στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα ο Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος που έτυχε θερμής υποδοχής από τον υπεραιωνόβιο Ηγούμενο της Μονής Αρχιμανδρίτη Ιερεμία.
Είναι χαρακτηριστικό, πως ο διάδρομος από την πύλη της Μονής μέχρι το καθολικό ήταν στρωμένος με βάγια και οι κωδωνοκρουσίες ήχησαν προς πάσα κατεύθυνση κάνοντας γνωστή τη άφιξη του Πατριάρχη.
Ακολούθησε Δοξολογία, ενώ στην προσφώνησή του ο Αρχιμ.Ιερεμίας ευχαρίστησε τον Πατριάρχη Κύριλλο για την επίσκεψή του.
2705pantel (1).JPG
2705pantel (2).JPG
2705pantel (3).JPG
2705pantel (4).JPG
2705pantel (5).JPG
2705pantel (6).JPG

ΕΟΡΤΗ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΡΩΣΟΥ


Ο Όσιος Ιωάννης γεννήθηκε σε ένα χωριό της λεγομένης Μικράς Ρωσίας, περί το 1690 μ.Χ., από γονείς ευλαβείς και ενάρετους. Όταν έφθασε σε νόμιμη ηλικία στρατεύθηκε, ενώ βασίλευε στη Ρωσία ο Μέγας Πέτρος. Έλαβε μέρος στον πόλεμο που έκανε εκείνος ο τολμηρός τσάρος εναντίον των Τούρκων κατά το 1711 μ.Χ., και συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Τατάρους. Οι Τάταροι τον πούλησαν σε έναν Οθωμανό αξιωματικό Ίππαρχο, που καταγόταν από το Προκόπιον της Μικράς Ασίας, το οποίο βρίσκεται πλησίον στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο αγάς τον πήρε μαζί του στο χωριό του. Πολλοί από τους αιχμαλώτους συμπατριώτες του αρνήθηκαν την πίστη του Χριστού και έγιναν Μουσουλμάνοι, είτε γιατί κάμφθηκαν από τις απειλές, είτε γιατί δελεάστηκαν από τις υποσχέσεις και τις προσφορές υλικών αγαθών.

Ο Ιωάννης, όμως, ήταν από μικρός αναθρεμμένος με παιδεία και νουθεσία Κυρίου και αγαπούσε πολύ τον Θεό και την πίστη των πατέρων του. Ήταν από εκείνους τους νέους, όπου τους σοφίζει η γνώση του Θεού, όπως κήρυξε ο σοφός Σολομών, λέγοντας: «Ο δίκαιος είναι γνωστικός και στη νεότητά του. Διότι τιμημένο γήρας δεν είναι το πολυχρόνιο, ούτε μετριέται με τον αριθμό των ετών. Η φρονιμάδα πιο νέους ανθρώπους είναι σεβάσμια ωσάν να είναι φέροντες και ο καθαρός βίος τους κάνει ωσάν να είναι γέροντες πολύμαθοι».

Έτσι, λοιπόν, και ο μακάριος Ιωάννης, έχοντας την σοφία που δίδει ο Θεός σε εκείνους που τον αγαπούν, έκανε υπομονή στη δουλεία και στην κακομεταχείρηση του αφέντη του και στις ύβρεις και τα πειράγματα των Οθωμανών, οι οποίοι τον φώναζαν «κιαφίρη», δηλαδή άπιστο, φανερώνοντάς του την περιφρόνηση και την απέχθειά τους. Στον αφέντη του και σε όσους τον παρακινούσαν να αρνηθεί την πίστη του, αποκρινόταν με σθεναρή γνώμη ότι προτιμούσε να πεθάνει, παρά να πέσει σε τέτοια φοβερή αμαρτία. Στον αγά είπε: «Εάν με αφήσεις ελεύθερο στην πίστη μου, θα είμαι πολύ πρόθυμος στις διαταγές σου. Αν με βιάσεις να αλλαξοπιστήσω, γνώριζε ότι σού παραδίδω την κεφαλή μου, παρά την πίστη μου. Χριστιανός γεννήθηκα και Χριστιανός θα αποθάνω».

Ο Θεός, βλέποντας την πίστη του και ακούγοντας την ομολογία του, μαλάκωσε την σκληρή καρδιά του αγά και με τον καιρό τον συμπάθησε. σε αυτό συνήργησε και η μεγάλη ταπείνωση όπου στόλιζε τον Ιωάννη, καθώς και η πραότητά του.

Έμεινε, λοιπόν, ήσυχος ο μακάριος Ιωάννης από τις υποσχέσεις και απειλές του Οθωμανού κυρίου του, ο οποίος τον είχε διορισμένο στον σταύλο του, για να φροντίζει τα ζώα του. Σε μία γωνιά του σταύλου ξάπλωνε το κουρασμένο σώμα του και αναπαυόταν, ευχαριστώντας τον Θεό, διότι αξιώθηκε να έχει ως κλίνη τη φάτνη στην οποία ανεκλίθη κατά την γέννησή Του ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Ήταν δε αφοσιωμένος στο έργο του, περιποιούμενος με στοργή τα ζώα του κυρίου του, τα οποία αισθάνονταν τόση την προς αυτά αγάπη του Αγίου, ώστε να τον ζητούν όταν απουσίαζε, να τον προσβλέπουν με αγάπη και να χρεμετίζουν με χαρά όταν τα χάιδευε, ωσάν να συνομιλούσαν μαζί του.

Με τον καιρό ο αγάς τον αγάπησε, καθώς και η σύζυγός του, και του έδωσαν για κατοικία ένα μικρό κελλί κοντά στον αχυρώνα. Όμως ο Ιωάννης δεν δέχθηκε και εξακολούθησε να κοιμάται στον σταύλο, για να καταπονεί το σώμα του με την κακοπέραση και με την άσκηση, μέσα στη δυσοσμία των ζώων και στα ποδοβολητά τους. Κάθε νύχτα ο σταύλος γέμιζε από τις προσευχές του Αγίου και η κακοσμία γινόταν οσμή ευωδίας πνευματικής. Ο μακάριος Ιωάννης είχε εκείνο τον σταύλο ως ασκητήριο, και εκεί πορευόταν κατά τους κανόνες των Πατέρων, επί ώρες γονυπετής και προσευχόμενος, κοιμώμενος για λίγο επάνω στα άχυρα, χωρίς άλλο σκέπασμα παρά μία παλαιά κάπα, γευόμενος με διάκριση, πολλές φορές μόνο λίγο ψωμί και νερό, και νηστεύοντας τις περισσότερες ημέρες.

Συνέχεια έψαλλε τους λόγους του ιερού ψαλμωδού: «Ὁ κατοικῶν ἐν βοηθείᾳ τοῦ Ὑψίστου, ἐν σκέπῃ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεται. Ἐρεῖ τῷ Κυρίῳ· ἀντιλήπτωρ μου εἶ καὶ καταφυγή μου, ὁ Θεός μου καὶ ἐλπιῶ ἐπ’ Αὐτόν. Ὅτι Αὐτὸς ρύσεταί με ἐκ παγίδος θηρευτοῦ καὶ ἀπὸ λόγου ταραχώδους. Ἔθεντο με ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ, ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου. Ἐγὼ δὲ πρὸς τὸν Κύριον ἐκέκραξα ἐν τῷ θλίβεσθαί με καὶ εἰσήκουσέ μου. Κύριος φυλάξει τὴν εἴσοδόν μου καὶ τὴν ἔξοδόν μου ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. Πρὸς σὲ ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου Κύριε, τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ. Ἰδοὺ ὡς ὀφθαλμοὶ δούλων εἰς χεῖρας τῶν κυρίων αὐτῶν, οὕτως οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν πρὸς Κύριον τὸν Θεόν ἡμῶν, ἕως οὗ οἰκτιρῆσαι ἡμᾶς». Ψαλμούς σιγόψαλλε και κατά την ώρα που ακολουθούσε πίσω από το άλογο του αφέντη του.

Με την ευλογία που έφερε ο Άγιος στον οίκο του Τούρκου Ιππάρχου, αυτός πλούτισε και έγινε ένας από τους ισχυρούς του Προκοπίου.

Ο Άγιος ιπποκόμος του, εκτός της προσευχής και της νηστείας, που έκανε ως άλλος Ιώβ, πήγαινε τη νύχτα και έκανε όρθιος αγρυπνίες στο νάρθηκα της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, η οποία ήταν κτισμένη μέσα σε ένα βράχο και βρισκόταν κοντά στον οίκο του Τούρκου κυρίου του. Εκεί πήγαινε κρυφά τη νύχτα, κοινωνούσε δε κάθε Σάββατο τα Άχραντα Μυστήρια. και ο Κύριος, «ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφρούς», επέβλεψε επί τον δούλο του τον πιστό και έκανε, ώστε να πάψουν να τον περιπαίζουν και να τον υβρίζουν οι σύνδουλοί του και οι άλλοι αλλόθρησκοι.

Αφού, λοιπόν, ο αφέντης του Ιωάννη πλούτισε, αποφάσισε να υπάγει για προσκύνημα στη Μέκκα, τη ιερά πόλη των Μωαμεθανών.

Αφού πέρασαν αρκετές ημέρες από την αναχώρησή του, η σύζυγός του παρέθεσε τράπεζα και προσκάλεσε τους συγγενείς και τους φίλους του ανδρός της, για να ευφρανθούν και να ευχηθούν να επιστρέψει υγιής στον οίκο του από την αποδημία. Ο μακάριος Ιωάννης διακονούσε στην τράπεζα. Παρέθεσαν δε σε αυτή και ένα φαγητό, το οποίο άρεσε πολύ στον αγά, το λεγόμενο πιλάφι, το οποίο συνηθίζουν πολύ στην Ανατολή. Τότε η οικοδέσποινα θυμήθηκε τον σύζυγό της και είπε στον Ιωάννη: «Πόση ευχαρίστηση θα ελάμβανε, Γιουβάν, ο αφέντης σου, αν ήταν εδώ και έτρωγε μαζί μας από τούτο το πιλάφι!». Ο Ιωάννης τότε ζήτησε από την κυρία του ένα πιάτο γεμάτο πιλάφι και είπε ότι θα το έστελνε στον αφέντη του στη Μέκκα. Στο άκουσμα των λόγων του γέλασαν οι προσκεκλημένοι. Αλλά η οικοδέσποινα είπε στην μαγείρισσα να δώσει το πινάκιο με το φαγητό στον Ιωάννη, σκεπτόμενη ή ότι ήθελε να το φάει ο ίδιος μόνος του ή να το πάει σε καμιά φτωχή χριστιανική οικογένεια, όπως συνήθιζε να κάνει, δίδοντας το φαγητό του.

Ο Άγιος το πήρε και πήγε στον σταύλο. Εκεί γονυπέτησε και έκανε προσευχή εκ βάθους καρδίας παρακαλώντας τον Θεό να αποστείλει το φαγητό στον αφέντη του με όποιον τρόπο οικονομούσε Εκείνος με την παντοδυναμία Του. Με την απλότητα που είχε στην καρδιά του ο Ιωάννης πίστεψε ότι ο Κύριος θα εισακούσει την προσευχή του και το φαγητό θα πήγαινε θαυματουργικά στη Μέκκα. Πίστευε, «μηδὲν διακρινόμενος» κατά τον λόγο του Κυρίου, χωρίς να έχει κανένα δισταγμό ότι αυτό που ζήτησε θα γινόταν. Και, όπως λέγει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, «τὰ ὑπερφυῆ ταῦτα σημεῖα συμβαίνουσι τοῖς ἁπλουστέροις τῇ διανοίᾳ καὶ θερμοτέροις τῇ ἐλπίδι», ότι, δηλαδή, αυτά τα υπερφυσικά θαύματα συμβαίνουν σε εκείνους που έχουν απλούστερη διάνοια και είναι θερμότεροι στην ελπίδα την οποία έχουν προς τον Θεό. Πράγματι! το πιάτο με το φαγητό χάθηκε από τα μάτια του Οσίου. Ο μακάριος Ιωάννης επέστρεψε στην τράπεζα και είπε στην οικοδέσποινα ότι έστειλε το φαγητό στη Μέκκα. Ακούγοντας οι προσκεκλημένοι τον λόγο αυτό γέλασαν και είπαν ότι το έφαγε ο Ιωάννης.

Αλλά ύστερα από λίγες ημέρες γύρισε από την Μέκκα ο κύριός του και έφερε μαζί του το χάλκινο πιάτο, προς μεγάλη έκπληξη των οικίων του. Μόνο ο μακάριος Ιωάννης δεν εξεπλάγη. Έλεγε, λοιπόν, ο αγάς πιο οικίους του: «Την δείνα ημέρα (και ήταν η ημέρα του συμποσίου, κατά την οποία είπε ο Ιωάννης ότι έστειλε το φαγητό στον αφέντη του), την ώρα κατά την οποία επέστρεψα από το μεγάλο τζαμί στον τόπο όπου κατοικούσα, βρήκα επάνω στο τραπέζι, σε έναν οντά (δωμάτιο) όπου τον είχα κλειδωμένο, τούτο το σαχάνι (πιάτο) γεμάτο πιλάφι. Στάθηκα με απορία, σκεπτόμενος, ποίος άραγε είχε φέρει εκείνο το φαγητό και προ πάντων δεν μπορούσα να εννοήσω με τί τρόπο είχε ανοίξει την πόρτα, την οποία είχα κλείσει καλά. Μη γνωρίζοντας πως να εξηγήσω αυτό το παράδοξο πράγμα, περιεργαζόμουν το πιάτο μέσα στο οποίο άχνιζε το πιλάφι και είδα με απορία ότι ήταν χαραγμένο το όνομά μου επάνω στο χάλκωμα, όπως σε όλα τα χάλκινα σκεύη της οικίας μας. Ωστόσο, με όλη την ταραχή όπου είχα από εκείνο το ανεξήγητο περιστατικό, κάθισα και έφαγα το πιλάφι με μεγάλη όρεξη, και ιδού το πιάτο που το έφερα μαζί μου, και είναι αληθινά το δικό μας».

Ακούγοντας αυτή τη διήγηση οι οικείοι του Ιππάρχου εξέστησαν και απόρησαν, η δε σύζυγός του, του εξιστόρησε πως ζήτησε ο Ιωάννης το πιάτο με το φαγητό και είπε ότι το έστειλε στη Μέκκα, και ότι, ακούγοντάς τον να λέγει ότι το έστειλε, γέλασαν.

Αυτό το θαύμα μαθεύτηκε σε όλο το χωριό και στη γύρω περιοχή και όλοι θεωρούσαν πλέον τον Ιωάννη ως άνθρωπο δίκαιο και αγαπητό στον Θεό, τον έβλεπαν δε με φόβο και σεβασμό, και δεν τολμούσε κανείς να τον ενοχλήσει. Ο κύριός του και η σύζυγός του τον περιποιούνταν περισσότερο και τον παρακαλούσαν πάλι να φύγει από τον σταύλο και να κατοικήσει σε ένα οίκημα, το οποίο ήταν κοντά στον σταύλο, όμως εκείνος δεν ήθελε να αλλάξει κατοικία. Περνούσε, λοιπόν, τον βίο του με τον ίδιο τρόπο, ως ασκητής, εργαζόμενος όπως πριν στην περιποίηση των ζώων και κάνοντας με προθυμία τα θελήματα του αγά.

Αλλά ύστερα από λίγα χρόνια, κατά τα οποία έζησε ο μακάριος Ιωάννης με νηστεία, προσευχή και χαμευνία, πλησιάζοντας στο τέλος της ζωής του, ασθένησε και ήταν ξαπλωμένος πάνω στα άχυρα του σταύλου, τον οποίο είχε αγιάσει με τις δεήσεις του και με την κακοπάθεια του σώματός του για το όνομα και την αγάπη του Χριστού.

Προαισθανόμενος ο Όσιος το τέλος του, ζήτησε να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων και γι' αυτό έστειλε και κάλεσε έναν ιερέα. Αλλά ο ιερεύς φοβήθηκε να μεταφέρει φανερά τα Άγια Μυστήρια στο σταύλο, εξαιτίας του φανατισμού των Τούρκων. Όμως σοφίστηκε, κατά Θεία φώτιση, και πήρε ένα μήλο, το έσκαψε, έβαλε μέσα την Θεία Κοινωνία και έτσι μετέβη στο σταύλο και κοινώνησε τον μακάριο Ιωάννη. Ο Ιωάννης, μόλις έλαβε το Άχραντο Σώμα και το Τίμιο Αίμα του Κυρίου, παρέδωσε την αγία ψυχή του στα χέρια του Θεού, τον Οποίο τόσο αγάπησε. Ήταν το 1730 μ.Χ.

Το 1733 μ.Χ., το ακέραιο και ευωδιάζον ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου μεταφέρθηκε, μετά την εκταφή του, αρχικά στη λατομημένη σε βράχο εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, αργότερα στο νεόδμητο ναό του Αγίου Βασιλείου και τέλος στο ναό που ανεγέρθηκε προς τιμήν του. Τοποθετήθηκε σε λάρνακα στο δεξιό μέρος της Εκκλησίας. Εκεί κατέφθαναν αναρίθμητοι προσκυνητές και πάσχοντες από διάφορα νοσήματα που εύρισκαν την θεραπεία τους.

Όταν, κατά το 1832 μ.Χ., επί σουλτάνου Μαχμούτ του Β', επαναστάτησε εναντίον του ο αντιβασιλέας της Αιγύπτου Ιμπραχήμ πασάς, ο σουλτάνος έστειλε εναντίον του και τον Χαζνετάρ Ογλού Οσμάν πασά με 1.800 στρατιώτες. Ο Οσμάν πασάς, αφού πέρασε την Καισάρεια της Καππαδοκίας, έφθασε κοντά στο Προκόπιο, όπου σκεπτόταν να αναπαυθεί και να αναχωρήσει την άλλη ημέρα. Επειδή όμως οι περισσότεροι από τους Μουσουλμάνους του Προκοπίου, σαν γενίτσαροι που ήσαν, μισούσαν τον σουλτάνο, συμφώνησαν όλοι να μην δεχθούν τον Οσμάν πασά στο Προκόπι ούτε στα σύνορα. Οι Χριστιανοί, που ήσαν πιστοί στον σουλτάνο, προσπάθησαν να πείσουν τους συμπατριώτες τους να πειθαρχήσουν στον σουλτάνο και να δεχθούν τον στρατό που ερχόταν από εκείνον, λέγοντας μάλιστα σε αυτούς ότι μπορεί ο Οσμάν πασάς να αγανακτίσει και να καταστρέψει το χωριό. Εκείνοι όμως δεν άλλαζαν γνώμη. Τότε οι Χριστιανοί πήραν τα γυναικόπαιδα και έφυγαν στα γύρω χωριά και στις σπηλιές, για να μην πέσουν θύματα της ανόητης αντιδράσεως των γενιτσάρων.

Πράγματι, την άλλη ημέρα, όταν ο Οσμάν πασάς εισήλθε στο Προκόπι, το λεηλάτησε και το κατέστρεψε. Κάποιοι από τους στρατιώτες εισήλθαν και στο ναό του Αγίου Γεωργίου. Άρπαξαν τα ιερά σκεύη και άνοιξαν τη λάρνακα του Οσίου ελπίζοντας να βρουν και εκεί χρυσαφικά και ασημικά. δεν βρήκαν όμως τίποτε. Από το κακό τους, που βγήκαν γελασμένοι και για να κοροϊδέψουν τη χριστιανική πίστη, αποφάσισαν να κάψουν το ιερό λείψανο.

Το έβαλαν στο προαύλιο, μάζεψαν πολλά φρύγανα, έβαλαν φωτιά και έριξαν με ασέβεια το ιερό σκήνωμα μέσα στις φλόγες. Το ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου όχι μόνο έμεινε άφλεκτο, αλλά και φάνηκε στους άπιστους ότι ζούσε, τους φοβέριζε και τους έδιωχνε από τον περίβολο της εκκλησίας.

Την επόμενη ημέρα γέροντες Χριστιανοί βρήκαν τα ασημικά, που είχαν αφήσει από τον τρόμο τους οι Τούρκοι στρατιώτες, πήραν με ευλάβεια το ιερό λείψανο και το τοποθέτησαν πάλι μέσα στη λάρνακα.

Η δεξιά του Οσίου Ιωάννου δόθηκε από τους κατοίκους του παλαιού Προκοπίου το 1881 μ.Χ., στον αντιπρόσωπο της Μονής Παντελεήμονος Αγίου Όρους Ιερομόναχο Διονύσιο, σε αντάλλαγμα για την μεγάλη βοήθεια της Μονής στην ανέγερση του Ναού του Οσίου πάνω στον τάφο του.

Το ιερό λείψανο μεταφέρθηκε στην Εύβοια τον Οκτώβριο του 1924 μ.Χ μαζί με τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας από το πλοίο «Βασίλειος Δεστούνης». και ενώ το πλοίο βρισκόταν στη Ρόδο δεν προχωρούσε, αλλά περιστρεφόταν μέσα στη θάλασσα και έμενε στον ίδιο τόπο. Ο κυβερνήτης του πλοίου φοβήθηκε. Τότε ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος, που είχε πάρει μαζί του το ιερό λείψανο κρυφά, εξήγησε στον πλοίαρχο ότι μέσα στο πλοίο και μάλιστα στο αμπάρι ήταν το ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου του Ρώσου. Αμέσως ο κυβερνήτης διέταξε την μεταφορά του ιερού σκηνώματος στο διαμέρισμα του πλοίου, το οποίο χρησιμοποιούταν ως ευκτήριος οίκος, όπου το εναπέθεσαν και άναψαν το καντήλι.


Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ἐκ γῆς ὁ καλέσας σε πρὸς οὐρανίους μονάς, τηρεῖ καὶ μετὰ θάνατον ἀδιαλώβητον τὸ σκῆνός σου ὅσιε. Σὺ γὰρ ἐν τῇ Ἀσία ὡς αἰχμάλωτος ἤχθης, ἔνθα καὶ ὠκειώθης τῷ Χριστῷ Ἰωάννη. Αὐτὸν οὖν ἱκέτευε, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

ΤΟ ΟΥΡΑΝΙΟ ΠΑΛΑΤΙ

lunch-distribution-768x576 Θαυμαστή διήγηση από τις περιοδείες του Απόστολου Θωμά στις Ινδίες
Ο Απόστολος Θωμάς πωλήθηκε κατά παραχώρηση Κυρίου στον έμπορο Αμβάνη ως δούλος και πολύ ικανός και έμπειρος οικοδόμος. Ο Αμβάνης έφερε τον δούλο στις Ινδίες και τον παρουσίασε στον Βασιλέα ως μέγα αρχιτέκτονα και οικοδόμο. Εκείνος τον δέχθηκε και του πρόσφερε πολλά χρήματα για να του οικοδομήσει καινούργια παλάτια.
Ο Απόστολος του Χριστού μόλις πήρε τα χρήματα τα μοίρασε στους πτωχούς και στους έχοντας ανάγκη.
Μετά από λίγο χρόνο έστειλε ο Βασιλεύς τους αυλικούς του για να δουν πως πηγαίνουν οι νέες οικοδομές. Όταν είδαν κατάπληκτοι ότι ούτε τα θεμέλια δεν έχει τοποθετήσει ο οικοδόμος και μαθαίνοντας ότι τα χρήματα τα μοίρασε στους πτωχούς, έτρεξαν στον βασιλέα και του ανήγγειλαν το γεγονός. Εκείνος διέταξε να δέσουν τον Απόστολο οπισθάγκωνα και να τον φέρουν μπροστά του. Αφού ήλθε, του είπε με οργή:
-Μου έκτισες το παλάτι;
-Ναι, απάντησε με ηρεμία ο Απόστολος και μάλιστα είναι πολύ ωραίο.
-Εμπρός λοιπόν, είπε ο βασιλιάς, πάμε να το δω και εγώ.
-Δεν είναι δυνατόν, βασιλιά να δεις αυτό το ανάκτορο σ’ αυτή την ζωή. Μετά την αναχώρηση σου από τον κόσμο αυτό θα το απολαύσεις και θα αγαλλιασθεί η ψυχή σου.
Τα λόγια αυτά του αληθινού δούλου του Θεού, θεώρησε ο βασιλιάς Γουνδαφόρος, διότι αυτό ήταν το όνομά του, ως εμπαιγμό και χλεύη. Και επειδή έμαθε ότι αυτός ο άνθρωπος είναι πτωχός και δεν έχει τις οικονομικές δυνατότητες να του επιστρέψει τα σπαταληθέντα χρήματα, σκέφθηκε ότι μόνο ο θάνατος του θα ικανοποιήσει κάπως τον θυμό του. Γι’ αυτό διέταξε να τον γδάρουν ζωντανό και ύστερα να τον ρίξουν στην φωτιά να καεί.
Τι κάνει όμως ο Παντοδύναμος Θεός; Ο αδελφός του βασιλιά οργίστηκε περισσότερο κατά του Αποστόλου και βίαζε τον βασιλιά να τον τιμωρήσει. Ξαφνικά όμως πέθανε και ο θάνατος του αγίου Θωμά ματαιώθηκε. Έτσι όλοι πλέον ασχολούνταν με την εκφορά του νεκρού.
Ο Θεός όμως που δεν επιθυμεί τον θάνατο του αμαρτωλού, επιτέλεσε εδώ καταπληκτικό θαύμα. Μόλις πέθανε ο Γάδ, αυτό ήταν το όνομά του, παρέλαβαν την ψυχή του άγγελοι και της έδειχναν τις αιώνιες κατοικίες των ανθρώπων που σώθηκαν από την αμαρτία ή μετανόησαν.
Η ψυχή του Γάδ κυριεύθηκε από θαυμασμό για το έξοχο κάλλος εκείνης της ουράνιας έπαυλης που ξεχώριζε από τις άλλες και παρακαλούσε τους συνοδούς αγγέλους της να την αφήσουν να κατοικήσει σ’ ένα απ’ αυτά τα μικρά δωμάτια που έβλεπε. Οι άγγελοι όμως δεν δέχονταν την παράκληση του λέγοντας ότι αυτό το παλάτι ανήκει στον αδελφό του Γουνδαφόρο και το έκτισε ένας ξενόφερτος άνθρωπος ονόματι Θωμάς.
Μόλις πληροφορήθηκε αυτό ο Γάδ παρακαλούσε επίμονα τους αγγέλους να του επιτρέψουν να γυρίσει στον κόσμο για ν’ αγοράσει αυτό το λαμπρό παλάτι από τον αδελφό του.
Με το θέλημα λοιπόν του Θεού επανήλθε η ψυχή του Γάδ στο σώμα της για να λυτρωθεί έτσι ο Απόστολος από τον θάνατο και πολλοί άνθρωπο να σωθούν από το θαύμα της αναστάσεως του Γάδ.
Ενώ οι συγγενείς του, ετοίμαζαν το νεκρό σώμα του Γάδ για τον ενταφιασμό, ξαφνικά άρχισε να αναπνέει. Όλοι εξεπλάγησαν και φώναξαν τον βασιλιά στον οποίο είπε ο αναστημένος αδελφός του:
-Αν με αγαπάς, αδελφέ μου, έχω την αξίωση να μου πουλήσεις αυτό το ωραίο παλάτι που σου έκτισε στον ουρανό ο χριστιανό Θωμάς.
Ακούγοντας τα λόγια αυτά ο βασιλιάς φωτίστηκε εκ Πνεύματος Αγίου ότι ο Θωμάς είναι αληθινός Απόστολος του Θεού και φωτισμένος στην ψυχή είπε στον αδελφό του:
-Αδελφέ μου, δεν μπορώ να σου πουλήσω αυτό το παλάτι γιατί η απόκτηση του δεν επιτυγχάνεται εύκολα. Θεωρώ προτιμότερο να συστήσω σε εσένα τον τεχνίτη του, ο οποίος ζει ακόμη, και εκείνος προς χάριν σου θα οικοδομήσει παρόμοιο ανάκτορο.
Αμέσως διέταξε ν’ αποφυλακίσουν και φέρουν ενώπιόν του τον Θωμά. Όταν παρουσιάστηκε μπροστά τους, εκείνοι έπεσαν και οι δύο γονατιστοί στα πόδια του ζητώντας συγχώρεση διότι από άγνοια, διέπραξαν το κακό σε βάρος του και τον παρακάλεσαν να κηρύξει στην χώρα τους τον αληθινό Θεό που λατρεύει και την διδασκαλία του, ώστε όλοι οι άνθρωποι να απολαύσουν τα αιώνια και άφθαρτα αγαθά, τα οποία αξιώθηκε να γνωρίσει ο Γάδ.
Με κατάπληξη άκουσε όλα αυτά ο Απόστολος Θωμάς και ευχαρίστησε εκ βάθους καρδίας τον Θεό για τα θαυμάσια Του και την Θεία Πρόνοιά Του. Αμέσως τους κατήχησε και τους βάπτισε όλους και άλλα αναρίθμητα πλήθη ινδών, στο Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Πέμπτη 26 Μαΐου 2016

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΜΑΣ ΕΛΕΓΕ...


Οι προσευχές μας δεν εισακούονται διότι δεν είμαστε άξιοι. Πρέπει να γίνεις άξιος, για να προσευχηθείς.
Όταν τακτοποιήσεις όλες τις εκκρεμότητες και ετοιμασθείς, τότε πάεις και προσφέρεις το δώρο σου.
Άξιοι γίνονται όσοι επιθυμούν και λαχταρούν να γίνουν του Χριστού, όσοι δίνονται στο θέλημα του Θεού. Να μην έχεις κανένα θέλημα, αυτό έχει μεγάλη αξία, είναι το παν. Ο σκλάβος δεν έχει θέλημα. Το να μην έχομε κανένα θέλημα μπορεί να γίνει μ’ έναν τρόπο απαλό· με την αγάπη στον Χριστό και την τήρηση των εντολών Του.
Μόνον ο Χριστός μπορεί να μας βγάλει απ’ τον κλοιό της ερημιάς. Προσευχή και μετάνοια και ελεημοσύνη. Δώστε έστω κι ένα ποτήρι νερό, αν δεν έχετε χρήματα. Και να ξέρετε ότι όσο αγιάζεσθε, τόσο εισακούονται οι προσευχές σας.
Να μην εκβιάζομε με τις προσευχές μας τον Θεό. Να μη ζητάμε απ’ τον Θεό να μας απαλλάξει από κάτι, ασθένεια κ.λπ. ή να μας λύσει τα προβλήματά μας, αλλά να ζητάμε δύναμη και ενίσχυση από Εκείνον, για να τα υπομένομε. Όπως Εκείνος κρούει με ευγένεια την πόρτα της ψυχής μας, έτσι κι εμείς να ζητάμε ευγενικά αυτό που επιθυμούμε κι αν ο Κύριος δεν απαντάει, να σταματάμε να το ζητάμε. Όταν ο Θεός δεν μας δίδει κάτι που επίμονα ζητάμε, έχει το λόγο Του. Έχει κι ο Θεός τα «μυστικά» Του. Εφόσον πιστεύομε στην αγαθή Του πρόνοια, εφόσον πιστεύομε ότι Εκείνος γνωρίζει τα πάντα απ’ τη ζωή μας κι ότι πάντα θέλει το αγαθόν, γιατί να μη δείχνομε εμπιστοσύνη; Να προσευχόμαστε απλά και απαλά, χωρίς πάθος και εκβιασμό. Ξέρομε ότι παρελθόν, παρόν και μέλλον, όλα είναι γνωστά, γυμνά και τετραχηλισμένα ενώπιον του Θεού. … Εμείς να μην επιμένομε· η προσπάθεια κάνει κακό αντί για καλό. Μην κυνηγάμε ν’ αποκτήσομε αυτό που θέλομε, αλλά να τ’ αφήνομε στο θέλημα του Θεού. Γιατί όσο το κυνηγάμε τόσο αυτό απομακρύνεται.
Άρα, λοιπόν υπομονή και πίστη και γαλήνη. Κι αν το ξεχάσομε εμείς ο Κύριος ποτέ δεν ξεχνάει κι αν είναι για το καλό μας, θα μας δώσει αυτό που πρέπει κι όταν πρέπει.
Εύκολα ευκολότατα ο Χριστός μπορεί να μας δώσει ό,τι επιθυμούμε. Και κοιτάξτε το μυστικό. Το μυστικό είναι να μην το έχετε στο νου σας καθόλου να ζητήσετε το συγκεκριμένο πράγμα. Το μυστικό είναι να ζητάτε την ένωσή σας με τον Χριστό ανιδιοτελώς, χωρίς να λέτε, «δώσ’ μου τούτο, εκείνο …». Είναι αρκετό να λέμε, «Κύριε Ιησού ελέησόν με». Δεν χρειάζεται ο Θεός ενημέρωση για τις διάφορες ανάγκες μας. Εκείνος τα γνωρίζει όλα ασυγκρίτως καλύτερα από μας και μας παρέχει την αγάπη Του. Το θέμα είναι ν’ ανταποκριθούμε σ’ αυτή την αγάπη με την προσευχή και την τήρηση των εντολών Του. Να ζητάμε να γίνει το θέλημα του Θεού· αυτό είναι το πιο συμφέρον το πιο ασφαλές για μας και για όσους προσευχόμαστε.
Ο Χριστός θα μας τα δώσει όλα πλούσια. Όταν υπάρχει έστω και λίγος εγωισμός δεν γίνεται τίποτα.
Όταν έχομε με τον Χριστό σχέση απολύτου εμπιστοσύνης, είμαστε ευτυχισμένοι, έχομε χαρά. Έχομε τη χαρά του Παραδείσου. Αυτό είναι το μυστικό. … «ότι ευρίσκεται τοις μη πειράζουσιν Αυτόν, εμφανίζεται δε τοις μη απιστούσιν Αυτώ».
Έτσι ν’ αγωνίζεσθε στην πνευματική ζωή, απλά, απαλά, χωρίς βία. Το απλό και απαλό είναι ένας αγιότατος τρόπος της πνευματικής ζωής, αλλά δεν είναι δυνατό να το μάθεις έτσι απ’ έξω. Πρέπει μυστικά να μπει μέσα σου, ώστε η ψυχή σου να ενστερνίζεται τον τρόπο αυτόν με την χάρι του Θεού. … Όταν το θέλεις όταν εκβιάζεις το θείον δεν έρχεται. Θα έλθει «εν ημέρα ή ου προσδοκάς και εν ώρα ή ου γινώσκεις». Εδώ υπάρχει το μυστήριο· δεν μπορώ να σας το εξηγήσω.
Όταν χάνετε τη θεία χάρι να μην κάνετε τίποτα. Να συνεχίζετε τη ζωή σας και τον αγώνα σας απλά, απαλά, ώσπου χωρίς αγωνία να έλθει πάλι η αγάπη και ο έρωτας και η λαχτάρα στον Χριστό. Και τότε όλα πάνε καλά. Και τότε η χάρις σας γεμίζει και χαιρόσαστε.
Ένα μυστικό είναι η ακολουθίες. Να επιδίδεσθε σε αυτές και η χάρις του Θεού μυστικά θα έλθει. Να προσεύχεσθε στον Θεό με ανοικτά τα χέρια. Αυτό είναι το μυστικό των αγίων.
Μόλις άνοιγαν τα χέρια τους, τους επεσκέπτετο η θεία χάρις. Οι Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποιούν ως πιο αποτελεσματική τη μονολόγιστη ευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Το κλειδί για την πνευματική ζωή είναι η ευχή. Την ευχή δεν μπορεί κανείς να τη διδάξει, ούτε τα βιβλία, ούτε ο γέροντας, ούτε κανείς. Ο μόνος διδάσκαλος είναι η θεία χάρις. Αν σας πω ότι το μέλι είναι γλυκό είναι ρευστό είναι έτσι κι έτσι, δεν θα καταλάβετε, αν δεν το γευθείτε. Το ίδιο και στην προσευχή, αν σας πω, «είναι έτσι, νιώθεις έτσι» κ.λπ. δεν θα καταλάβετε, ούτε θα προευχηθείτε, «ει μη εν Αγίω Πνεύματι».
Μόνο το Πνεύμα το Άγιον μόνο η χάρις του Θεού μπορεί να εμπνεύσει την ευχή.
Μόλις ακούσετε προσβλητικό λόγο, λυπάσθε και μόλις σας πουν καλό λόγο, χαίρεσθε και λάμπετε; Μ’ αυτό δείχνετε ότι δεν είστε έτοιμοι, δεν έχετε τις προϋποθέσεις. Για να έλθει η θεία χάρις, πρέπει ν’ αποκτήσετε τις προϋποθέσεις, την αγάπη και την ταπείνωση, διαφορετικά δημιουργείται αντίδραση. Για να μπείτε σ’ αυτή τη «φόρμα», θα ξεκινήσετε απ’ την υπακοή. Πρέπει πρώτα να δοθείτε στην υπακοή, για να έλθει η ταπείνωση. Βλέποντας την ταπείνωση, ο Κύριος στέλνει τη θεία χάρι κι έπειτα έρχεται μόνη, αβίαστα η προσευχή. Αν δεν κάνετε υπακοή και δεν έχετε ταπείνωση, η ευχή δεν έρχεται και υπάρχει φόβος πλάνης.
Να ετοιμάζεσθε σιγά σιγά απαλά απαλά και να κάνετε την ευχή μέσα στο νου. Ό,τι είναι στο νου, είναι και στην καρδιά.

ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΙΑΚΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΜΑΣ


Τα προηγούμενα είδη μαρτυρίου, που είδαμε, αποτελούν, στις πιο πολλές περιπτώσεις, δείγμα διαχρονικής δοκιμασίας, κατά το πνεύμα της πορείας στη στενή και τεθλιμμένη οδό, όπως την όρισε ο Κύριος!

Η οδός αυτή του κυριακού λόγου εννοείται ως διαχρονικός τρόπος σωτηρίας εν Χριστώ Ιησού. Όταν μας είπε: «ἀγωνίζεσθε εἰσελθεῖν διὰ τῆς στενῆς πύλης εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν», εννοούσε την δια βίου παιδεία του σωτήριου μαρτυρίου.
Αλλά στον ανθρώπινο βίο, υπάρχουν και περιπτώσεις, κατά τις οποίες προκύπτουν τρόποι ζωής, που βιώνονται ως δοκιμασίες ή βάσανα. Ένας θάνατος προσφιλούς προσώπου, μια ασθένεια με διαδρομή βασανιστική, για το πρόσωπο που πάσχει, μια οικονομική καταστροφή ή κάτι άλλο σχετικό πάντοτε με μία από τις πολλές κατηγορίες των ανθρώπινων βασάνων, το οποίο όμως δεν ταυτίζεται απόλυτα με ένα ισόβιο μαρτύριο.
Στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις φαίνεται να διακυβεύεται η συνολική ύπαρξη του ανθρώπου αλλά κάποια στιγμή η κατάσταση αυτή αλλάζει και το βαρύ νέφος μίας κουραστικής δοκιμασίας διαλύεται.
Αυτές οι περιστασιακές δοκιμασίες ονομάζονται από τους πατέρες της Εκκλησίας «επιφορές», επειδή προκύπτουν αιφνίδια και απρόσμενα και βρίσκουν τον πνευματικό αγωνιστή ανέτοιμο να αντιμετωπίσει τέτοιες καταστάσεις. Αυτές οι αιφνίδιες δοκιμασίες έχουν κατά τους Πατέρες το δικό τους παιδαγωγικό νόημα. Ποιο είναι αυτό το νόημα;
Ο πατερικός λόγος εκτιμά ότι αυτές οι αιφνίδιες επιφορές, όπως ένας αιφνίδιος θάνατος ή ένα απρόσμενο τροχαίο ατύχημα, υποχρεώνουν το χριστιανό αγωνιστή να μπει σ’ ένα αγώνα για τον οποίο δεν είχε προετοιμασθεί και πρέπει, συχνά σε μία στιγμή μέσα, να συνειδητοποιήσει μια δοκιμασία που απαιτεί μεγάλη ισχύ ψυχικών δυνάμεων, που αυτήν την κρίσιμη ώρα δεν την έχει. Μία τέτοια λοιπόν δοκιμασία έχει μεγαλύτερη παιδαγωγική αξία, κατά τους Πατέρες, από μία, έστω και σκληρή, άσκηση στην οποία επιδίδεται κάποιος πιστός εκούσια για την πνευματική του πρόοδο. Η εκούσια άσκηση είναι στη διάθεση του αγωνιζόμενου να προγραμματισθεί κατά το μέτρο της προαίρεσής του και των πνευματικών του δυνατοτήτων. Το ακούσιο όμως, καθώς αιφνιδιάζει, προκαλεί αφ’ εαυτού, στον πνευματικό αγωνιστή, την διάθεση μίας αρνητικής αντίδρασης και απώθησης της δοκιμασίας που τον αιφνιδίασε. Τότε ακριβώς το βάρος της αιφνίδιας αυτής δοκιμασίας γίνεται αβάσταχτο και άφιλο! Δεν συμφιλιώνεται εύκολα ο πάσχων χριστιανός με τη δοκιμασία αυτή.
Στο σημείο αυτό «παρεμβαίνει» ο Μ. Βασίλειος για να δώσει τη δική του σοφία επιγραμματικά: «Εκούσιον ποιήσατε το καταναγκασμένον». Πόσο εύκολο όμως είναι να περάσει ο πληττόμενος πιστός με μία αιφνίδια δοκιμασία από το ακούσιο στο εκούσιο;
Πρόκειται εδώ για μία περίπτωση κατά την οποία ο πιστός θα χρειασθεί να κάνει την υπέρβαση του θελήματός του και να παραδώσει το πρόβλημά του στο θέλημα του Θεού. Εφόσον οι επιφορές – οι αιφνίδιες δοκιμασίες και τα απρόσμενα βάσανα- αποτελούν παραχώρηση της αγάπης του Θεού για μία αναβάθμιση της πνευματικής δυναμικής του πιστού, πρέπει η σκέψη του να επιστρέφει στη νύχτα της Γεσθημανής και να ακολουθήσει το παράδειγμα του θεανθρώπου Ιησού, ο οποίος έκανε την υπέρβαση αυτή με την υπακοή του όχι στο δικό του θέλημα αλλά στο θέλημα του Θεού ∙ «πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω ἀλλ' ὡς σύ»!
Η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο αγωνιζόμενος πιστός, να περάσει από το ακούσιο στο εκούσιο, είναι μία κρίσιμη στιγμή αναμέτρησης των πνευματικών του δυνάμεων με τον εαυτό του! Σε μία τέτοια κρίσιμη στιγμή πολλοί χριστιανοί προτιμούμε την ταύτισή μας με το εκούσιο, με το δικό μας θέλημα, και διολισθαίνουμε στη θεοδικία και σε άλλα επιχειρήματα για να θεωρήσουμε τον εαυτό μας αδικημένο από τον Θεό! Αλλά ο θεοφιλής πιστός, ο ακόλουθος του Χριστού στο μαρτυρικό μονοπάτι του Γολγοθά, επικεντρώνει την καθημερινό του αγώνα στο να περνάει από το δικό του θέλημα στο θέλημα του Θεού. Γι’ αυτό σε κάθε δύσκολη στιγμή μίας δοκιμασίας σκληρής θα πει το λόγο του Ιώβ: «ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλετο» ή όπως είπε Γέρων: «Δόξα τω Θεώ τω εν φαρμάκοις στρυφνοίς την υγείαν ημίν προσάγοντι»

Η ΑΡΕΤΗ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΑΡΩΜΑΤΙΖΕΙ ΚΙ ΕΜΑΣ




   Αγίου Παϊσίου
Τι βοηθάει, Γέροντα, να αποκτήσης μια αρετή;
- Να συναναστρέφεσαι κάποιον που έχει αυτήν την αρετή. Όπως, αν συναναστρέφεσαι κάποιον που έχει ευλάβεια, θα μπορέσης σιγά-σιγά να αποκτήσης κι εσύ ευλάβεια, το ίδιο συμβαίνει και με όλες τις αρετές, γιατί η αρετή των άλλων αρωματίζει κι εμάς.
Όταν καθρεφτίζουμε τον εαυτό μας στις αρετές των άλλων και προσπαθούμε να τις μιμηθούμε, οικοδομούμαστε.
Αλλά και στα ελαττώματά τους, όταν καθρεφτίζουμε τον εαυτό μας, πάλι βοηθιόμαστε, γιατί τα δικά τους ελαττώματα μας βοηθάνε να δούμε τα δικά μας. Και το μεν χάρισμα του άλλου με παρακινεί να αγωνισθώ, για να το μιμηθώ, ενώ το ελάττωμά του με κάνει να σκεφθώ μήπως το έχω κι εγώ και σε τι βαθμό το έχω, για να αγωνισθώ να το κόψω. Βλέπω λ.χ. κάποιον που έχει εργατικότητα.
Το χαίρομαι και προσπαθώ να τον μιμηθώ. Βλέπω σε έναν άλλο ότι έχει περιέργεια. Δεν κατακρίνω τον αδελφό, αλλά ψάχνω να δω μήπως έχω κι εγώ περιέργεια. Κι αν δω ότι έχω, προσπαθώ να την κόψω.
Αν όμως βλέπω μόνον τις δικές μου αρετές και τα ελαττώματα των άλλων, ενώ τα δικά μου ελαττώματα τα παραβλέπω ή τα δικαιολογώ και λέω: «είμαι καλύτερος και από αυτόν και από εκείνον και από τον άλλον!», πάει, βούλιαξα.
Ο καθρέφτης μας είναι οι άλλοι. Στους άλλους καθρεφτιζόμαστε και βλέπουμε τον εαυτό μας, και οι άλλοι βλέπουν τις μουντζούρες μας και πλενόμαστε με την υπόδειξή τους.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΣ:ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ;


Μόνο ο Θεός μπορεί να μας σκεπάσει από αυτόν τον όλεθρο, που αν τον παρομοιάζαμε με τη μαύρη πλάκα του θανάτου ή ως θάνατο πριν το θάνατο δε θα κάναμε λάθος.
Aναισθησία είναι η αδράνεια και νέκρωση όλων των ψυχικών κινήσεων και διαθέσεων, που περιέχει η λογική φύση μας. Aναισθησία είναι ακόμη η αποβλάκωση, τα ιδιώματα της κατωτερότητας και ο σβησμός της απελπισίας!
Oλα αυτά είναι γεννήματα και προϊόντα του ολέθριου πάθους της αμέλειας. Aν επικρατήσουν θα επιφέρουν την κατάργηση κάθε πνευματικού προγράμματος, την χωρίς προφυλάξεις επαφή με τις απαγορευμένες προκλήσεις και τέλος την πλήρη υποταγή στην περιεκτική φιλαυτία και στη φιληδονία, που θεωρείται ρίζα όλων των κακών.
Eπιστέγασμα αυτής της διαστροφής είναι η απιστία, που αν βρεί χώρο στην ψυχή του ανθρώπου, μόνο ευχές και δάκρυα αγίων μπορούν να βοηθήσουν, καθώς και η αδιάλειπτη και επίμονη προσευχή με αυτομεμψία και ταπείνωση. Eξίσου βοηθούν και η εκούσια υποταγή και υπακοή, η αυταπάρνηση, καθώς και η αποφυγή των αιτίων που προκαλούν.
Πόσο βλάπτει ο θυμός και ποιά είναι τα αίτια που τον προκαλούν;
« Oργή δικαιοσύνην Θεού ου κατεργάζεται» (Ιακ. 1,20). Eτσι χαρακτηρίζει ο απ. Ιάκωβος την ολεθριότητα του θυμού. Kαί οι προφήτες μας αναφέρουν: «ανήρ θυμώδης ουκ ευσχήμων» (Παρ. 11,25) και «εταράχθη από θυμού ο οφθαλμός μου» (Ψαλμ. 6,8). Kαί οι θεόπνευστοί μας Πατέρες τονίζουν με έμφαση: «ανήρ θυμώδης κάν νεκρόν εγείρει ουκ έστιν ευπρόσδεκτος».
Aν ο δημιουργός, συνοχέας και κύριος του σύμπαντος, είναι πράος και ταπεινός, φαντασθείτε το αποκορύφωμα της διαστροφής και παραμορφώσεως: το μόριο της κτίσεως ο άνθρωπος, να είναι σκεύος του θυμού, τί άλλο είναι ο θυμός παρά η θέση του παραλόγου, ο τόπος του ολέθρου, η μερίδα και η φύση του διαβόλου, αυτή η ίδια η απώλεια σε αντίθεση με το Θεό, που είναι παναγάπη!
Τά αίτια, που προκαλούν το πάθος του θυμού, είναι ποικίλα, αλλά συγγενικά και αλληλοεξαρτώμενα, αφού τα συνδέει η ιδιοτέλεια, το συμφέρον και γενικά η φιλαυτία. Oπου επικρατήσει ο ολέθριος ατομισμός δεν απουσιάζει και η σκιά του, που είναι ο θυμός!
H περιεκτική φιλαυτία διαιρείται σε δύο μέρη, την υλική (σωματική) και την πνευματική (ψυχική). Ως εκ τούτου ερεθίζονται και τα δύο είδη των παθών, τα σωματικά και τα ψυχικά. Γιατί παρουσιάζεται ο θυμός; Eπειδή φράζεται ο δρόμος της νομιζόμενης φιλαυτίας. Στους εμπαθείς και αιχμαλώτους στα σωματικά πάθη, που κυριαρχούν οι παράλογες ορέξεις και οι ηδονές, ο θυμός κινείται από το φόβο της στερήσεως της ικανοποιήσεώς τους.
Τό ίδιο γίνεται και στους αιχμαλώτους των ψυχικών παθών, όπως της φιλοδοξίας, του εγωισμού, της υπερηφάνειας, των τιμών, των προβολών, των επαίνων κ.λπ. Oλα αυτά είναι τα κίνητρα και εργαλεία του θυμού, που μας χωρίζει από την παναγάπη και τη ζωή τό Θεό, και μας ετοιμάζει τόπο στον Aδη και το θάνατο, τον τόπο του σατανά!
Τή λύτρωση και ελευθερία μας υποδεικνύει ο Kύριός μας, η ανάσταση και ζωή, διδάσκοντάς μας την αρμόζουσα συμπεριφορά: « Aνεχόμενοι αλλήλων εν αγάπη» ( Eφ. 4,2), «μηδείς το εαυτού ζητείτω αλλά το του ετέρου» (A΄ Kορ. 10,24), «παντί τώ αιτούντί σε δίδου και από του αίροντος τα σά μή απαίτει» (Λουκ. 6,30), «αγαπάτε τους εχθρούς υμών, εύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων» (Ματ. 5,44), «όσα αν θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς» (Ματ. 7,12) και «ευλογείτε και μή καταράσθε» (Ρωμ. 12,14).

Τετάρτη 25 Μαΐου 2016

ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΧΑΡΟΥΜΕΝΟΣ- ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ

Είσαι άρρωστος; Να είσαι χαρούμενος. Γιατί «εκείνον που αγαπά ο Κύριος, τον παιδαγωγεί» (Εβρ. 12, 6). Είσαι φτωχός; Να ευφραίνεται η ψυχή σου, γιατί σε περιμένουν τα αγαθά του φτωχού Λαζάρου. Σε συκοφαντούν και σε κακομεταχειρίζονται για το Όνομα του Χριστού;
Είσαι μακάριος, γιατί η καταισχύνη σου θα μετατραπεί σε δόξα αγγελική. Είσαι δούλος; Ευχαρίστησε τον Θεό και έτσι θα έχεις μαζί σου πάντα Εκείνον που ταπεινώθηκε περισσότερο από όλους τους ανθρώπους. Ευχαρίστησέ Τον, γιατί είσαι σε καλύτερη κατάσταση από κάποιον άλλο, γιατί ούτε σε καταναγκαστικά έργα σε έστειλαν, ούτε σε μαστιγώνουν.

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ - ΣΤΡΑΤΗ

ekklisaki

Η Θεία Λειτουργία εκείνη ήταν σίγουρα διαφορετική. Ο παπα – Στρατής θα την θυμάται πάντα με ευγνωμοσύνη προς τον Προσφέροντα και Προσφερόμενο, τον Προσδεχόμενο και Διαδιδόμενο Βασιλέα της Δόξης.
Που αξίωσε αυτόν τον ανάξιο λευΐτη να ζήσει τέτοια γεγονότα θαυμαστά, αποκαλυπτικά του απείρου θείου ελέους.
Και τα διηγήθηκε όλα αυτά, κάποτε, σε έναν νέο παπά, απελπισμένο και απογοητευμένο από καταστάσεις θλιβερές, από τον άφθονο φθόνο τον ανθρώπινο, και έφτασε στο σημείο να σκανδαλιστεί βαθειά η ιερατική του συνείδηση.
Ο παπα – Στρατής, για να τον διδάξει και να του δείξει τι σημαίνει παπάς στ' αλήθεια, υποχώρησε από τις αρχές του και την ταπείνωση, που τον διέκρινε σε όλη την ζωή του, και του διηγήθηκε με ακρίβεια την παρακάτω ιστορία, που συνέβη, μόλις πριν μερικές βδομάδες.
Αποβραδίς ετοιμάστηκε προσεχτικά για τη Λειτουργία. Διάβασε την Θεία Μετάληψη, ζήτησε συγχώρεση από όσους θα μπορούσε να είχε στενοχωρήσει, και κοιμήθηκε νωρίς, για να είναι ξεκούραστος να χαρεί τη Λειτουργία.
Είχε μια αγωνία μόνο, δεν είχε πρόσφορο ζυμωτό για την Προσκομιδή. Γιατί το τελευταίο, που είχε φυλαγμένο, τό 'δωσε στον Νικόλα, που παραπονέθηκε ότι πεινά. Και αποφάσισε για χάρη του ελέους στον πλησίον να λειτουργήσει την επόμενη με έτοιμο πρόσφορο, του φούρνου.
Το πρωΐ ξύπνησε νωρίς, ετοιμάστηκε, και έτρεξε στην εκκλησία να προετοιμάσει τα δέοντα. Νεωκόρο δεν είχε, γιατί το παιδί, που βοηθούσε χρόνια τώρα στο ιερό έφυγε στο στρατό, και έτσι αυτός μόνος θα άναβε τα καντήλια, μέχρι νά 'στελνε ο Θεός κάποιον να αναλάβει την διακονία. Φτάνοντας στην εξώθυρα τον περίμενε η πρώτη έκπληξη.
Δύο ζυμωτά πρόσφορα, μοσχομυριστά, τυλιγμένα σε καθαρό ύφασμα, με ένα σημείωμα˙ πάτερ, σε παρακαλώ πολύ να λειτουργήσεις σήμερα αυτούς τους άρτους, έχω το παιδί μου στο νοσοκομείο, και ο Αϊ Νικόλας, που τον παρακαλούσα να γιατρέψει το παιδί μου, μού' δωκε εντολή να ζυμώσω αμέσως πρόσφορα και να τα φέρω να λειτουργηθούν.
Μνημόνευσε τον Νικόλαο, τον γιο μου σε παρακαλώ, είναι σε κρίσιμη κατάσταση διασωληνωμένος στην εντατική.
Την ευχή σου, Μαρία. Ο παπα – Στρατής δάκρυσε. Φάνηκε από το πρωΐ ότι η Λειτουργία αυτή θα ήταν ευλογημένη.
Πήρε τα πρόσφορα, τα απόθεσε στην Αγία Πρόθεση, και με βαθειά αλλοίωση γονάτισε μπροστά στην Αγία Τράπεζα, πριν πάρει «καιρό».
Και είπε περίπου αυτά τα λόγια˙ γιατί, Θεέ μου, επιτρέπεις σε εμένα τον ανάξιο και αμαρτωλό, να ζω αυτές τις ευλογίες; Τίποτα καλό δεν έκανα στη ζωή μου! Αμαρτίες μόνο. Και η ευλογία σου είναι τώρα πια η τιμωρία μου; Πόσο αγαθός και φιλεύσπλαγχνος είσαι; Δεν αντέχω την αγάπη Σου. Σ' ευχαριστώ, όμως, που με αξιώνεις τον ανάξιο να Σου δανείσω τα χέρια μου τα λερωμένα, ακόμα μια φορά. Νίψομαι ἐν ἀθῴοις τὰς χεῖράς μου καὶ κυκλώσω τὸ θυσιαστήριόν σου, Κύριε, τοῦ ἀκοῦσαί με φωνῆς αἰνέσεώς σου καὶ διηγήσασθαι πάντα τὰ θαυμάσιά σου.
Ο Δημητρός, που είχε έρθει εν τω μεταξύ, για να κάνει τον ψάλτη, όταν είδε τον ιερέα σε αυτή την αλλοίωση, σάστισε και περίμενε άφωνος και ακίνητος για πολύ ώρα. Φοβήθηκε μη διακόψει αυτές τις ιερές στιγμές.
Στη συνέχεια, ήσυχα ήσυχα βγήκε και άναψε τα καντήλια, μετέχοντας και αυτός λίγο μέσα από την καρδιά του στην προσευχή του παπα – Στρατή. Κάποια στιγμή ο ιερέας σηκώθηκε, έκανε τρεις μετάνοιες, προσκύνησε το ευαγγέλιο, και βγήκε από την βόρεια πύλη να πάρει «καιρό».
Προσκύνησε τον δεσποτικό θρόνο με ευλάβεια, είπε τις ευχές, φίλησε τις εικόνες, ζήτησε συγχώρεση από το λαό, από τον Δημητρό δηλαδή, γιατί μόνο αυτός βρισκόταν εκεί την ώρα εκείνη, και ντύθηκε τα ιερά άμφια.
Καθώς ο Δημητρός έψαλλε τα τροπάρια του όρθρου, ο ιερέας ετοίμαζε την Αγία Πρόθεση και έλεγε συγκλονισμένος τέμνοντας σταυροειδώς με την αγία λόγχη˙ θύεται ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας. Και δάκρυα κατάνυξης πλημμύριζαν απ' την καρδιά του μέσα.
Γι' αυτό και πολλές φορές αργούσε τις αιτήσεις μετά τις καταλήξεις του ψάλτη. Και μνημόνευσε τους ζώντες και τους κεκοιμημένους. Και, ιδιαίτερα, τον Νικόλα, τον γιο της Μαρίας, και μαζί με αυτόν όλους τους νοσηλευομένους στις εντατικές.
Μνημόνευσε τους άστεγους, τους άνεργους, τους πρόσφυγες, τους μετανάστες, τους φτωχούς, τους φυλακισμένους, όσους βρίσκονται σε νοσοκομεία και ιδρύματα, τους εξαρτημένους, τους νέους, το έθνος – όπως μια γερόντισσα του είχε υποδείξει – και όλο τον κόσμο.
Μνημόνευσε, επίσης, τους εκ σκληρύνσεως κατά πλάκας και εξ αυτοανόσων νοσημάτων ασθενείς, τους καρκινοπαθείς και όλους όσους υποφέρουν αλλά και όσους δεν μπόρεσε να θυμηθεί δι' ἄγνοιαν ἢ λήθην, ἢ πλῆθος ὀνομάτων.
Και τότε, που η καρδιά του καιγόταν από αγάπη για όλο τον κόσμο, ο καλός Θεός του χάρισε την θεωρία του ακτίστου φωτός. Του ίδιου φωτός, που είδαν άλλοτε στο Θαβώρ ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης.
Ένα φως γλυκύ και άγιο. Το Φως εκ Φωτός. Φως αγίας δόξης. Το φως, μπροστά στο οποίο το φως του ήλιου είναι σκοτάδι. Πόση ώρα κράτησε η εμπειρία αυτή δεν γνωρίζει.
Ο ψάλτης, όμως, χρειάστηκε να ψάλλει τέσσερις φορές τις Καταβασίες, μέχρι να πει ο ιερέας˙ Την Θεοτόκον και μητέρα του Φωτός. Και πρώτη φορά τότε ένοιωσε μέσα του τι σημαίνουν αυτά τα λόγια τα γραμμένα για την Υπεραγία Θεοτόκο˙ μητέρα του Φωτός.
Τέλειωσε ο Όρθρος και ξεκίνησε η Θεία Λειτουργία. Ήταν Σάββατο. Και στο Νιχώρι, γιατί ξεχάσαμε να πούμε ότι αυτό ήταν το χωριό του παπα - Στρατή, λίγοι άνθρωποι, μετρημένοι στα δάχτυλα πήγαιναν στη Θεία Λειτουργία.
Κι ας είχαν άγιο παπά στο χωριό τους. Αλλά, όταν περιφρονούν οι άνθρωποι τον ίδιο τον Άγιο Θεό, δεν θα περιφρονήσουν μήπως και τον λειτουργό του; Λίγοι άνθρωποι, λοιπόν, ίσως ήταν εννέα ή δέκα, λειτουργήθηκαν την ημέρα εκείνη.
Ο παπάς γνώριζε τα πρόβατά του. Οι δύο ήτανε εγνωσμένοι τρελλοί για τον κόσμο, ο Θάνος και ο Χρήστος.
Ο Θάνος ήταν επικίνδυνος και επιθετικός παλιά, αλλά, μετά που γνώρισε τον παπά και πιάσανε φιλία, έγινε με τα χρόνια αρνάκι του Θεού. Ήσυχος και καθαρός. Προσευχόμενος, μάλιστα, σχεδόν αδιαλείπτως. Ο Χρήστος ήταν άλλος χαρακτήρας.
Ήταν χαρούμενος τρελλός. Γελούσε και πείραζε τους ανθρώπους, που δεν θύμωναν, όμως, μαζί του, γιατί είχαν γούστο τα πειράγματά του.
Ο Παναγιώτης και η Ελένη ήταν ζευγάρι παράνομο, πρεζάκια. Πάντα, όμως, πριν τη Λειτουργία φρόντιζαν να είναι «καθαροί», νηφάλιοι.
Τα πρόσωπά τους ήτανε σαν εικονίσματα αγίων. Ασκητικά και μεταρσιωμένα. Το βλέμμα και η καρδιά τους στραμμένη στον ουρανό. Δεν μπορούσαν τώρα πια να κόψουν τα ναρκωτικά.
Δεκαετίες ολόκληρες πάλεψαν με αυτόν τον εφιάλτη. Με τον θάνατο τον ίδιο. Και δεν τους ένοιαζε ποτέ τι έλεγε ο κόσμος.
Ο μόνος άνθρωπος, όμως, που δεν τους κατέκρινε ποτέ ήταν ο παπα – Στρατής, και πάντα με αγάπη τους μιλούσε και τους φρόντιζε.
Τους έδινε χοντρά ρούχα, μην κρυώνουν, τους έδινε πρόσφορα και πολλές φορές τους καλούσε σπίτι του, να μοιραστούν το φαγητό της κατσαρόλας.
Η Σοφία ήταν η άλλη εκκλησιαζόμενη, μια μοναχική γερόντισσα, που χαρά της και κοινωνία της ήταν η εκκλησία και όλη την υπόλοιπη μέρα διάβαζε και έψελνε στο σπίτι της το Ρωλόγι και τον Συνέκδημο.
Τον Δημητρό τον ψάλτη και τον παπά, ήδη τους αναφέραμε, και ήταν επίσης στην εκκλησία και δύο μικρά παιδιά, ο Σωκράτης και ο Ισίδωρος, Δευτέρα και Τρίτη Δημοτικού, που παρακαλούσε ο παπάς τους γονείς τους να τα στέλνουν κάθε Σάββατο, για να υπάρχουν πιστοί να κοινωνήσουν στη Λειτουργία.
Η Λειτουργία προχώρησε. Έγινε η μικρή είσοδος, διαβάστηκε ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο, έγινε η Μεγάλη Είσοδος του Βασιλέως των όλων, αοράτως δορυφορουμένου από τις αγγελικές τάξεις.
Έγινε η Αναφορά και ο Καθαγιασμός, η Ύψωση, ο Μελισμός και η Ένωση και, αφού κοινώνησε πρώτα ο ιερέας, κάλεσε τους πιστούς˙ Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε.
Και προσήλθαν να κοινωνήσουν, σύμφωνα με την τάξη και την παράδοση της Εκκλησίας, πρώτα τα παιδιά, ο Σωκράτης και ο Ισίδωρος.
Μετά ο Θάνος και ο Χρήστος, οι τρελλοί κατά κόσμον, μα αρνάκια και αυτοί, πρόβατα λογικά, της αγίας ποίμνης του Χριστού. Ο Παναγιώτης και η Ελένη.
Που κοινωνούσαν από μικρά παιδιά. Αλλά έμπλεξαν με τα ναρκωτικά, όταν ήταν ακόμα στο σχολείο, μαθητές Λυκείου, και δεν κατάφεραν ποτέ να φύγουν από τον κόσμο εκείνο. Η μόνη αληθινή και όχι ψεύτικη «φυγή» τους ήταν στην εκκλησία και την Θεία Κοινωνία.
Ο παπα - Στρατής έκανε οικονομία στους Ιερούς Κανόνες και τους έδωσε ευλογία να κοινωνούν σε κάθε Λειτουργία, για να παίρνουν δύναμη. Κι αν ο Θεός το θέλει, έλεγε στην καθ' ημέραν μετά δακρύων προσευχή του, θα σώσει και αυτά τα παιδιά.
Κοινώνησε και ο Δημητρός και η γιαγιά - Σοφία, και ενώθηκαν όλοι με τον Χριστό. Το Σώμα και το Αίμα Του έγιναν δικά τους.
Κι ήταν η λειτουργία εκείνη αληθινά μια εικόνα του Παραδείσου. Κι ας σκανδαλίζονται ίσως ορισμένοι σύγχρονοι Φαρισαίοι με την αγάπη του Θεού, που όλους τους καλεί, όλους τους δέχεται και όλους τους συγχωρεί, εφόσον το ζητήσουν, και δεν έφτιαξε μία Εκκλησία και έναν Παράδεισο μόνο για τους «καθαρούς».
Και μόλις είπε το «Χριστός Ανέστη» αντί του «Δι' ευχών», γιατί ήταν περίοδος Πεντηκοσταρίου, Σάββατο της Δ΄ Εβδομάδος, παραμονή της Σαμαρείτιδος, έτρεξε στην εκκλησία η Μαρία κι έπεσε στα πόδια του παπά με αναφυλλητά να τον ευχαριστήσει.
Ο Νίκος της όχι μόνο είχε ξυπνήσει αλλά είχε ανεξήγητη ιατρικά θεαματική βελτίωση στην υγεία του, τόσο που οι ίδιοι οι γιατροί της είπαν˙ άγιο είχε το παιδί σου, τρέξε στην εκκλησία να ανάψεις μια λαμπάδα, εμείς τον είχαμε για πεθαμένο και αυτός αναστήθηκε. Την σήκωσε τότε ο παπα – Στρατής και την οδήγησε στην εικόνα του Χριστού.
Ε, Μαρία. Αυτόν πρέπει να ευχαριστήσεις και όχι εμένα. Αυτός έσωσε το παιδί σου. Δέχτηκε στο ουράνιο θυσιαστήριο την προσφορά σου και αντικατέπεμψε την Θεία Χάρι Του στον γιο σου.
Να την θυμάσαι την μέρα αυτή, μην την ξεχάσεις ποτέ, και κάθε χρόνο να κάνεις αρτοκλασία, να ευχαριστείς τον Θεό και τον Άγιο Νικόλαο, για το θαύμα που σας έκαμαν.
«Αυτή είναι η αληθινή εκκλησία, παπά»! Είπε ο παπα - Στρατής στον απογοητευμένο νεό ιερέα. Αν θέλεις να γευτείς κι εσύ την αγάπη του Θεού, πρέπει να κάνεις ποιμαντική και άσε τα άλλα τα χαζά. Πρέπει να αγωνιστείς και να χωρέσεις στην καρδιά σου όλο τον κόσμο.
Μην ασχολείσαι με αυτούς, που στενόκαρδα σε θλίβουν. Έχει ο Θεός. Αγάπα τον Θεό και τον πλησίον με όλη την καρδιά σου, με όλη την δύναμη, με όλη την ψυχή σου και κάνε του λοιπού αυτό, που πρέπει, για να χαρείς την ιερωσύνη σου.
Μην ξεχνάς ποτέ ότι για την ιερωσύνη σου, την φοβερή εκείνη ημέρα της κρίσεως, θα δώσεις λόγο στον Θεό, όπως σου τόνισε ο επίσκοπος στα λόγια της χειροτονίας˙ Λάβε τὴν παρακαταθήκην ταύτην, καὶ φύλαξον αὐτήν, ἕως τῆς δευτέρας παρουσίας τοῦ Κυρίου ἡνῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅτε παρ' αὐτοῦ μέλλεις ἀπαιτεῖσθαι αὐτήν.

Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΕΣΟΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

 
Την Τετάρτη μετά την Κυριακή του Παραλύτου, η Ορθόδοξη Εκκλησία καθόρισε την εορτή της Μεσοπεντηκοστής, η οποία και θεωρείται ως Δεσποτική εορτή. Κατά την Μεσοπεντηκοστή σημειώνεται η 25η μέρα από την Ανάσταση και η 25η πριν την Πεντηκοστή. Η εορτή αυτή, δηλαδή, αποτελεί ένα ενδιάμεσο σταθμό. Γι’ αυτό και συνδυάζει πασχάλια θέματα με τα γεγονότα της Πεντηκοστής, αλλά και μας προϊδεάζει για την εορτή της Ανάληψης του Κυρίου, με σημείο αναφοράς την Σοφία του Θεού που είναι ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος είναι η Σοφία και η ζώσα Βουλή του Θεού Πατέρα. Η εορτή αυτή, λοιπόν, αποτελούσε μεγάλο γεγονός για την Κωνσταντινούπολη, γιατί κατά την ημέρα αυτή πανηγύριζε ο Ναός της του Θεού Σοφίας. Τον λαμπρό χαρακτήρα της παλαιάς αυτής εορτής διασώζουν τα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας, τα οποία είναι εμπλουτισμένα με αναγνώσματα, σπουδαία τροπάρια, κανόνες και έργα μεγάλων υμνογράφων όπως του Αγίου Ανδρέου Κρήτης.
Σε λίγους πιστούς είναι γνωστή η εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Εκτός από τους ιερείς και μερικούς άλλους χριστιανούς, που έχουν ένα στενότερο σύνδεσμο με την Εκκλησία μας, οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν καν την ύπαρξή της.
Λίγοι είναι εκείνοι που εκκλησιάζονται κατ αυτήν, και περισσότεροι δεν υποπτεύονται καν ότι την Τετάρτη μετά την Κυριακή του Παραλύτου πανηγυρίζει η Εκκλησία μία μεγάλη δεσποτική εορτή, την εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Και όμως κάποτε η εορτή της Μεσοπεντηκοστής ήταν η μεγάλη εορτή της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, και συνέτρεχαν κατ αυτή στον μεγάλο ναό πλήθη λαού. Δεν έχει κανείς παρά να ανοίξη την Έκθεσι της Βασιλείου Τάξεως (Κεφ. 26) του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου, για να ιδή το επίσημο τυπικό του εορτασμού, όπως ετελείτο μέχρι την Μεσοπεντηκοστή του έτους 903 στον ναό του αγίου Μωκίου στην Κωνσταντινούπολι, μέχρι δηλαδή την ημέρα που έγινε η απόπειρα κατά της ζωής του αυτοκράτορος Λέοντος ΣΤ’ του Σοφού (11 Μαΐου 903). Εκεί υπάρχει μία λεπτομερής περιγραφή του λαμπρού πανηγυρισμού, που καταλαμβάνει ολόκληρες σελίδες, και καθορίζει με την γνωστή παράξενη βυζαντινή ορολογία, πως ο αυτοκράτωρ το πρωϊ της εορτής με τα επίσημα βασιλικά του ενδύματα και την συνοδεία του, ξεκινούσε από το ιερό παλάτιο για να μεταβή στον ναό του αγίου Μωκίου, όπου θα ετελείτο η θεία λειτουργία. Σε λίγο έφθανε η λιτανεία με επί κεφαλής τον πατριάρχη, και βασιλεύς και πατριάρχης εισήρχοντο επισήμως στον ναό. Η θεία λειτουργία ετελείτο με την συνήθη στις μεγάλες εορτές βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Μετά από αυτήν ο αυτοκράτωρ παρέθετε πρόγευμα, στο οποίο παρεκάθητο και ο πατριάρχης. Και πάλι ο βασιλεύς υπό τις επευφημίες του πλήθους «Εις πολλούς και αγαθούς χρόνους ο Θεός αγάγει την βασιλείαν υμών», και με πολλούς ενδιαμέσους σταθμούς επέστρεφε στο ιερόν παλάτιον.
Αλλά και στα σημερινά μας λειτουργικά βιβλία, στο Πεντηκοστάριο, βλέπει κανείς τα ίχνη της παλαιάς της λαμπρότητος. Παρουσιάζεται σαν μία μεγάλη δεσποτική εορτή, με τα εκλεκτά της τροπάρια και τους διπλούς της κανόνες, έργα των μεγάλων υμνογράφων, του Θεοφάνους και του Ανδρέου Κρήτης, με τα αναγνώσματά της και την επίδρασί της στις προ και μετά από αυτήν Κυριακές, και με την παράτασι του εορτασμού της επί οκτώ ημέρες κατά τον τύπο των μεγάλων εορτών του εκκλησιαστικού έτους.
Ποιό όμως είναι το θέμα της ιδιορρύθμου αυτής εορτής; Όχι πάντως κανένα γεγονός της ευαγγελικής ιστορίας. Το θέμα της είναι καθαρά εορτολογικό και θεωρητικό.
Η Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής είναι η 25η από του Πάσχα και η 25η προ της Πεντηκοστής ημέρα. Σημειώνει δηλ. το μέσον της περιόδου των 50 μετά το Πάσχα εορτασίμων ημερών. Είναι δηλαδή ένας σταθμός, μία τομή. Ωραία το τοποθετεί το πρώτο τροπάριο του εσπερινού της εορτής:
«Πάρεστιν η μεσότης ημερών,
των εκ σωτηρίου αρχομένων εγέρσεως
Πεντηκοστή δε τη θεία σφραγιζομένων,
και λάμπει τας λαμπρότητας
αμφοτέρωθεν έχουσα
και ενούσα τας δύο
και παρείναι την δόξαν προφαίνουσα
της δεσποτικής αναλήψεως σεμνύνεται».
Χωρίς δηλαδή να έχη δικό της θέμα η ημέρα αυτή, συνδυάζει τα θέματα, του Πάσχα αφ ενός και της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος αφ ετέρου, και «προφαίνει»
την δόξαν της αναλήψεως του Κυρίου, που θα εορτασθή μετά από 15 ημέρες. Ακριβώς δε αυτό το μέσον των δύο μεγάλων εορτών έφερνε στο νου και ένα εβραϊκό επίθετο του Κυρίου, το «Μεσσίας». Μεσσίας στα ελληνικά μεταφράζεται Χριστός. Αλλά ηχητικά θυμίζει το μέσον. Έτσι και στα τροπάρια και στο συναξάριο της
ημέρας, η παρετυμολογία αυτή γίνεται αφορμή να παρουσιασθή ο Χριστός σαν Μεσσίας – μεσίτης Θεού και ανθρώπων, «μεσίτης και διαλλάκτης ημών και του αιωνίου αυτού Πατρός». «Δια ταύτην την αιτίαν την παρούσαν εορτήν εορτάζοντες και Μεσοπεντηκοστήν ονομάζοντες, τον Μεσσίαν τε ανυμνούμεν Χριστόν», σημειώνει ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος στο συναξάριο. Σ αυτό βοήθησε και η ευαγγελική περικοπή, που εξελέγη για την ημέρα αυτή (Ιω. 7, 14-30). Μεσούσης της εορτής του Ιουδαϊκού Πάσχα, ο Χριστός ανεβαίνει στο ιερό και διδάσκει. Η διδασκαλία Του προκαλεί τον θαυμασμό, αλλά και ζωηρά αντιδικία μεταξύ αυτού και του λαού και των διδασκάλων.
Είναι Μεσσίας ο Ιησούς η δεν είναι; Είναι η διδασκαλία του Ιησού εκ Θεού η δεν είναι; Νέο λοιπόν θέμα προστίθεται: ο Χριστός είναι διδάσκαλος. Αυτός που ενώ δεν έμαθε γράμματα, κατέχει το πλήρωμα της σοφίας, γιατί είναι η Σοφία του Θεού, η κατασκευάσασα τον κόσμον. Ακριβώς από αυτόν τον διάλογο εμπνέεται μεγάλο μέρος της υμνογραφίας της εορτής. Εκείνος που διδάσκει στον ναό, στο μέσον των διδασκάλων του Ιουδαϊκού λαού, στο μέσον της εορτής, είναι ο Μεσσίας,
ο Χριστός, ο Λόγος του Θεού. Αυτός που αποδοκιμάζεται από τους δήθεν σοφούς του λαού Του, είναι η του Θεού Σοφία. Εκλέγομε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τροπάρια, το δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού του πλ. δ’ ήχου:
Μεσούσης της εορτής
διδάσκοντός σου, Σωτήρ,
έλεγον οι Ιουδαίοι.
Πως ούτος οίδε γράμματα, μη μεμαθηκώς;
αγνοούντες ότι συ ει η Σοφία
η κατασκευάσασα τον κόσμον.Δόξα σοι».
Λίγες σειρές πιο κάτω στο Ευαγγέλιο του Ιωάννου, αμέσως μετά την περικοπή που περιλαμβάνει τον διάλογο του Κυρίου με τους Ιουδαίους «Της εορτής μεσούσης»,
έρχεται ένας παρόμοιος διάλογος, που έλαβε χώραν μεταξύ Χριστού και των Ιουδαίων «τη εσχάτη ημέρα τη μεγάλη της εορτής», δηλαδή κατά την Πεντηκοστή. Αυτός αρχίζει με μία μεγαλήγορο φράσι του Κυρίου.«Εάν τις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω.ο πιστεύων εις εμέ, καθώς είπεν η γραφή, ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού
ρεύσουσιν ύδατος ζώντος» (Ιω. 7, 37-38). Και σχολιάζει ο Ευαγγελιστής.«Τούτο δε είπε περί του Πνεύματος, ου έμελλον λαμβάνειν οι πιστεύοντες εις αυτόν»
(Ιω. 7, 39). Δεν έχει σημασία ότι οι λόγοι αυτοί του Κυρίου δεν ελέχθησαν κατά την Μεσοπεντηκοστή, αλλά λίγες ημέρες αργότερα. Ποιητική αδεία μπήκαν στο στόμα του Κυρίου στην ομιλία Του κατά την Μεσοπεντηκοστή. Ταίριαζαν εξ άλλου τόσο πολύ με το θέμα της εορτής. Δεν μπορούσε να βρεθή πιο παραστατική εικόνα για να δειχθή ο χαρακτήρ του διδακτικού έργου του Χριστού. Στο διψασμένο ανθρώπινο γένος, η διδασκαλία του Κυρίου ήλθε σαν ύδωρ ζων, σαν ποταμός χάριτος
που εδρόσισε το πρόσωπο της γης. Ο Χριστός είναι η πηγή της χάριτος, του ύδατος του αλλομένου εις ζωήν αιώνιον, που ξεδιψά και αρδεύει τις συνεχόμενες
από βασανιστική δίψα ψυχές των ανθρώπων. Που μεταβάλλει τους πίνοντας σε πηγές.«Ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσι ύδατος ζώντος» (Ιω. 7, 38). «Και
γενήσεται αυτώ πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον», είπε στην Σαμαρείτιδα (Ιω. 4, 14). Που μετέτρεψε την έρημο του κόσμου σε θεοφύτευτο παράδεισο αειθαλών δένδρων φυτευμένων παρά τας διεξόδους των υδάτων του αγίου Πνεύματος. Το γόνιμο αυτό θέμα έδωσε νέες αφορμές στην εκκλησιαστική ποίησι και στόλισε την εορτή της Μεσοπεντηκοστής με εξαιρέτους ύμνους.
Διαλέγομε τρεις, τους πιο χαρακτηριστικούς: Το κάθισμα του πλ. δ’ ήχου προς το «Την Σοφίαν και Λόγον», που ψάλλεται μετά την γ’ ωδή του κανόνος στην ακολουθία του όρθρου:
«Της σοφίας το ύδωρ και της ζωής
αναβρύζων τω κόσμω, πάντας, Σωτήρ,
καλείς του αρύσασθαι
σωτηρίας τα νάματα•
τον γαρ θείον νόμον σου
δεχόμενος άνθρωπος,
εν αυτώ σβεννύει
της πλάνης τους άνθρακας.
Όθεν εις αιώνας
ου διψήσει, ου λήξει,
του κόρου σου δέσποτα, βασιλεύ επουράνιε.
Δια τούτο δοξάζομεν
το κράτος σου, Χριστέ ο Θεός,
των πταισμάτων άφεσιν αιτούμενοι,
καταπέμψαι πλουσίως
τοις δούλοις σου».
Το απολυτίκιο και το κοντάκιο της εορτής, το πρώτο του πλ. δ’ και το δεύτερο του δ’ ήχου:
«Μεσούσης της εορτής
διψώσάν μου την ψυχήν,
ευσεβείας πότισον νάματα•
ότι πάσι, Σωτήρ εβόησας•
Ο διψών ερχέσθω προς με και πινέτω.
Η πηγή της ζωής, Χριστέ ο Θεός, δόξα σοι».
«Της εορτής της νομικής μεσαζούσης,
ο των απάντων ποιητής και δεσπότης,
προς τους παρόντας έλεγες, Χριστέ ο Θεός•
Δεύτε και αρύσασθαι ύδωρ αθανασίας.
Όθεν σοι προσπίπτομεν και πιστώς εκβοώμεν•
Τους οικτιρμούς σου δώρησαι ημίν,
συ γαρ υπάρχεις πηγή της ζωής ημών».
Και τέλος το απαράμιλλο εξαποστειλάριο της εορτής:
«Ο τον κρατήρα έχων
των ακενώτων δωρεών,
δος μοι αρύσασθαι ύδωρ
εις άφεσιν αμαρτιών•
ότι συνέχομαι δίψη,
εύσπλαγχνε μόνε οικτίρμον».
Αυτή με λίγα λόγια είναι η εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Η έλλειψις ιστορικού υποβάθρου, της στέρησε τον απαραίτητο εκείνο λαϊκό χαρακτήρα, που θα την έκανε προσφιλή στον πολύ κόσμο. Και το εντελώς θεωρητικό της θέμα δεν βοήθησε τους χριστιανούς, που δεν είχαν τις απαραίτητες θεολογικές προϋποθέσεις, να ξεπεράσουν
την επιφάνεια και να εισδύσουν στην πανηγυριζόμενη δόξα του διδασκάλου Χριστού, της Σοφίας και Λόγου του Θεού, της πηγής του ακενώτου ύδατος. Συνέβη με αυτή, κάτι ανάλογο με εκείνο που συνέβη με τους περιφήμους ναούς της του Θεού Σοφίας, που αντί να τιμώνται στο όνομα του Χριστού ως Σοφίας του Θεού, προς τιμήν του οποίου ανηγέρθησαν, κατήντησαν, για τους ιδίους λόγους, να πανηγυρίζουν στην εορτή της Πεντηκοστής, ή του αγίου Πνεύματος, ή της αγίας Τριάδος, ή των Εισοδίων, ή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ή και αυτής της μάρτυρος Σοφίας και των τριών θυγατέρων της, Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης.
Μεσοπεντηκοστή-Κωνσταντινούπολη

Ο ναός Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη τιμόταν στην Σοφία του Θεού, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, τον Χριστό και πανηγύριζε στην εορτή της Μεσοπεντηκοστής.
Ας ακούσουμε αυτούσια την αναφορά ενός διπλωμάτη, πού πραγματικά έπλευσε προς το Βυζάντιο τον 10ο αιώνα. Ταξιδεύοντας ανά την γή σε αναζήτηση της καταλληλότερης θρησκείας πού θα ένωνε τον ρωσικό λαό, οι απεσταλμένοι του Πρίγκιπα Βλαδίμηρου του Κιέβου τελικά έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη. Η αναφορά τους προς αυτόν ήταν καθοριστικής σημασίας και αναφέρεται σε κάθε ιστορία της Ρωσίας: Μετά πήγαμε στο [Βυζάντιο] και οι Έλληνες μάς οδήγησαν στα κτίρια [Αγία Σοφία] όπου τιμούσαν τον Θεό τους και δεν γνωρίζαμε εάν βρισκόμασταν στον Παράδεισο ή στην Γή. Και αυτό γιατί στην γή δεν υπάρχει τέτοια λαμπρότητα ή τέτοια ομορφιά, και τα είχαμε χαμένα για το πώς θα την περιγράφαμε. Το μόνο πού γνωρίζαμε ήταν ότι ο Θεός κατοικεί εξίσου μεταξύ των ανθρώπων και οι λειτουργίες τους είναι ομορφότερες των τελετών άλλων λαών. Και αυτό γιατί δεν μπορούμε να ξεχάσουμε εκείνη την ομορφιά. Κάθε άνθρωπος, αφού γευτεί κάτι γλυκό, μετά είναι απρόθυμος να δεχτεί κάτι που είναι πικρό.

Τρίτη 24 Μαΐου 2016

ΠΟΣΗ ΩΡΑ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΑΙ;(ΥΠΕΡΟΧΟ ΔΙΔΑΓΜΑ)

posi ora na proseuxomaiΡώτησα κάποτε ένα νέο 16 ετών:
-Αγαπάς, παιδί μου, το Θεό;
-Τον αγαπώ πολύ, πάτερ μου, μου απάντησε αυθόρμητα.
-Προσεύχεσαι σ’ Αυτόν τακτικά;
-Όχι! μου είπε με ειλικρίνεια.
Ο νέος αυτός δεν μπορούσε να συλλάβει την αντίθεση που υπήρχε μεταξύ των δύο απαντήσεών του. Γιατί είναι αδύνατον να αγαπά κανείς πραγματικά το Θεό και να μην προσεύχεται.
Αν έχεις ένα φίλο εξαιρετικά αγαπητό, δεν προσπαθείς να βρεις τρόπους να επικοινωνείς συχνά μαζί του και να συζητάς διάφορα ζητήματα; Έτσι δεν είναι;
Παρακολούθησε, παιδί μου, αυτούς τους αριθμούς που θα σου πω. Είναι εξακριβωμένοι. Ένας άνθρωπος που πέθανε 70 ετών διέθεσε τα χρόνια της ζωής του ως εξής: 15 χρόνια εργάσθηκε, 20 κοιμήθηκε, 2 έτρωγε, 1 ντυνότανε, 9 μήνες πλυνότανε, 7 μήνες ξυριζότανε, 4 μήνες καθάριζε τη μύτη του, 2 μήνες τα δόντια του κλπ.
Παρατήρησες κάτι; Όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω αφορούν εξωτερικές ασχολίες. Φροντίδες και μέριμνες για το σώμα.
Όταν όμως, παιδί μου, παρουσιασθείς ενώπιον του Θεού πολύ διαφορετικός θα είναι ο λογαριασμός τον οποίο θα υποχρεωθείς να κάνεις. Θα σε ρωτήσει τότε ο δίκαιος Κριτής:
«Πόσα καλά έκανες; Πόσα κακά;»
«Πόσα καθήκοντα εκτέλεσες και πόσα όχι;»
«Πόσον καιρό προσευχόσουν;»
Μέσα σ’ ένα χρόνο η καρδιά σου χτύπησε 36.792.000 φορές. Απ’ το τεράστιο αυτό ποσό, πόσους παλμούς διέθεσες για το Θεό σου;
«Μα πόσο λοιπόν πρέπει να προσεύχομαι;»
Πρέπει να ξέρεις, παιδί μου, πως ο Θεός δεν υπολογίζει την προσευχή με τη χρονική της διάρκεια, αλλά με το ζήλο, με τη διάθεση, με την καρδιά. Μια μικρή, ζωντανή, ολόθερμη προσευχή αξίζει πολύ περισσότερο από μια άτονη, τυπική, ξερή, έστω και πολύωρη.
Εκείνο που προέχει είναι ο ζήλος και η θερμή διάθεση της καρδιάς. Κάνε την πρωινή και βραδινή σου προσευχή. Μην παραλείπεις όμως καθ’ όλη την ημέρα πολλές φορές να στρέφεις τη σκέψη και την καρδιά σου στο Θεό.
Θα ‘ναι, παιδί μου, ευλογημένη η μέρα σου, όταν τις πρώτες σου τις σκέψεις τις αφιερώνεις στο Θεό. Κι ο ύπνος σου θα είναι ήρεμος και γαλήνιος όταν, πριν παραδοθείς στα χέρια του, στρέψεις και πάλι σ’ Αυτόν τους λογισμούς σου.
Δε σου συνιστώ να προσεύχεσαι στο κρεβάτι! Αν όμως δεν πρόκειται καθόλου να προσευχηθείς αλλιώς, τότε μη σταματήσεις τη συνήθειά σου. Πιστεύω όμως ότι κι εσύ δε θα το βρίσκεις τόσο σωστό, να συνομιλείς με το Θεό και Κύριό σου, και να ‘σαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι σου! Αφήνω πως μπορείς να πάθεις, αυτό που πολλοί νέοι το παθαίνουν, να μην προλάβεις δηλαδή να τελειώσεις την προσευχή σου και… να σε πάρει ο ύπνος!
Σαν φρόνιμος λοιπόν νέος, κάνε την πρωινή σου προσευχή αφού ντυθείς και τη βραδινή σου πριν βγάλεις τα ρούχα σου. Κατόπιν δε, όταν θα πέσεις στο κρεβάτι, εξακολούθησε, αν θέλεις, τις ευσεβείς σου σκέψεις· θα κοιμηθείς έτσι πιο γαλήνια.
Ξέρεις εκείνο το σοφό γνωμικό που λέει «Τίποτε δεν μπορεί να επιτύχει, αν δεν το ευλογήσει ο Θεός»;
Εάν λοιπόν τις μέρες σου δεν τις αρχίζεις ζητώντας τη βοήθεια του Θεού, πώς περιμένεις την ευτυχία;
Κοίταξε γύρω σου, παιδί μου. Όλα τα πλάσματα με το δικό του το καθένα τρόπο, προσεύχονται κι υμνούν τον πάνσοφο Δημιουργό.
Τα φυτά ανοίγουν τ’ άνθη τους και στέλλουν το ζωογόνο άρωμά τους στο Θρόνο του Πλάστη.
Τα πουλιά με τις γλυκές μυριότονες φωνές τους, ποιον άλλον παρά τον Παντοδύναμο υμνούν;
Γι’ Αυτόν βομβίζει η μέλισσα.
Γι’ Αυτόν πετά χαρούμενη η πεταλούδα.
Αυτόν δοξάζουν με τη λάμψη τους οι αστραπές.
Αυτόν υμνολογούν και οι βροντές μ’ όλο το τρομερό τους μεγαλείο.
Ναι! ολόκληρη η φύση θερμά προσεύχεται σ’ Αυτόν, αν και δεν έχει τη συναίσθηση αυτού που κάνει. Κι εσύ, παιδί μου, άνθρωπος με θέληση ελεύθερη, θα αρνηθείς αυτό που πρόθυμα εκτελεί η άλογη φύση;
«Το πιο όμορφο πράγμα που μπορείς ν’ αντικρίσεις στον κόσμο είναι ο άνθρωπος που προσεύχεται».
Αυτή η πρόταση είναι πολύ σωστή. Εκείνος που προσεύχεται ζει σ’ έναν άλλο κόσμο. Άφθονη αναπνέει τη χάρη του Θεού και ξεδιψάει απ’ το γλυκύτατο νερό της θείας παρουσίας.
Σου είπα, παιδί μου, πιο πάνω, ότι η φύση ολόκληρη προσεύχεται. Θέλησα να σου κάνω ένα συμβολισμό, γιατί η προσευχή η αληθινή είναι προνόμιο του ανθρώπου. Μόνο αυτός μπορεί συνειδητά να ανυψώνει την ψυχή του στο Θεό, και να συνομιλεί μαζί Του.
Είναι αλήθεια τιμή μεγάλη για τον άνθρωπο η προσευχή· κι αυτή είναι ένα ακόμη στοιχείο που κάνει να ξεχωρίζει ο άνθρωπος απ’ τ’ άλλα τα δημιουργήματα.
Όταν προσεύχομαι, βρίσκεται σ’ έξαρση η ψυχή μου! Ουράνια αισθήματα με πλημμυρίζουν. Χαρά, ευγνωμοσύνη, αγάπη. Όλα τα νιώθω στον υπέρτατο βαθμό. Πώς λοιπόν να μη δοξολογήσω το Θεό μου για το υπέροχο αυτό δώρο Του;
Με τα φτερά της προσευχής, μπορούμε ν’ ανεβούμε σε ύψη δυσθεώρητα. Μπορούμε να πετάξουμε μέχρις αυτόν τον θρόνο του Θεού, μακριά από τον κόσμο με τις τόσες του μικρότητες.
Με τα φτερά της προσευχής φθάνουμε εκεί, όπου άπληστα χαιρόμαστε το ζωογόνο αέρα της θείας παρουσίας.
Η προσευχή είναι πηγή δυνάμεως για τον αγώνα το σκληρό που φέρνει εμπρός μας η κάθε μέρα.
Λες και αλλάζει ο εαυτός σου, όταν πετάς με τα φτερά της προσευχής.
Έλα λοιπόν, παιδί μου!
Σαν έρχονται οι θλίψεις και σε χτυπούν σα μανιασμένες θύελλες, πέσε στα γόνατα κι άνοιξε την καρδιά σου στον Πατέρα σου.
Μετά την προσευχή θα δεις πόσο θα είσαι αλλαγμένος! Γαλάζιο θα τον βλέπεις τώρα τον ουρανό κι η θάλασσα θα έχει γαληνέψει.

Ο κατοικών εν βοηθεία του Υψίστου,
εν σκέπη του Θεού του ουρανού αυλισθήσεται.
Ερεί τω Κυρίω· αντιλήπτωρ μου ει και καταφυγή μου, ο Θεός μου,
και ελπιώ επ᾿ αυτόν,
ότι αυτός ρύσεταί σε εκ παγίδος θηρευτών
και από λόγου ταραχώδους.
εν τοις μεταφρένοις αυτού επισκιάσει σοι,
και υπό τας πτέρυγας αυτού ελπιείς·
όπλω κυκλώσει σε η αλήθεια αυτού.
Ου φοβηθήση από φόβου νυκτερινού,
από βέλους πετομένου ημέρας,
από πράγματος εν σκότει διαπορευομένου,
από συμπτώματος και δαιμονίου μεσημβρινού.
Πεσείται εκ του κλίτους σου χιλιάς και μυριάς εκ δεξιών σου,
προς σε δε ουκ εγγιεί·
Πλην τοις οφθαλμοίς σου κατανοήσεις
και ανταπόδοσιν αμαρτωλών όψει.
Ότι συ, Κύριε, η ελπίς μου·
τον ῞Υψιστον έθου καταφυγήν σου.
Ου προσελεύσεται προς σε κακά,
και μάστιξ ουκ εγγιεί εν τω σκηνώματί σου.
Ότι τοις αγγέλοις αυτού εντελείται
περί σού του διαφυλάξαι σε εν πάσαις ταίς οδοίς σου.
[Από τον 90ο Ψαλμό]

Αυτές οι σκέψεις που γεμίζουν παρηγοριά την ψυχή σου γράφτηκαν απ’ τον μεγάλο εκείνο εστεμμένο Ψαλμωδό, κι είναι ένα άριστο βοήθημα γι’ αυτούς που θέλουν να βαδίζουν στη ζωή τους ίσια και τίμια.
Και εσύ, παιδί μου, είσαι ασφαλώς ένας από αυτούς. Γι’ αυτό έχεις μεγάλη ανἀγκη από τη χάρη του Θεού, που ένας μόνο τρόπος υπάρχει να την κερδίσεις. Η προσευχή.
Μη στερείς λοιπόν, παιδί μου, την ατίμητη ψυχή σου απ’ τη ζωογόνα αναπνοή της, αλλά προσεύχου, προσεύχου με ζήλο, ώστε να έλθει η μυριοπόθητη μέρα που θα στεφανωθείς με το στεφάνι της δόξης

Η ΝΟΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΕΙΝΑΙ Η ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΟΣ

Ένα θέμα πάντα επίκαιρο και πάντα φλέγον για κάθε συνειδητό χριστιανό.
Η σημασία του και η αξία του είναι πράγματι ανυπολόγιστη για καθένα, που έστω και στοιχειωδώς αγωνίζεται να ζει κατά το θέλημα του Θεού.
Και όμως εμείς οι άνθρωποι οι αδύνατοι τι παθαίνουμε; Ένα τέτοιο καταπληκτικής δραστικότητος όπλο το αφήνουμε συχνά αναξιοποίητο ή το χρησιμοποιούμε λανθασμένα σε ώρες πολλές φορές κρίσιμες, που διακυβεύονται ύψιστα πνευματικά μας συμφέροντα.
Πόσο αλήθεια, αδικούμε τον εαυτό μας, όταν ένα τέτοιο μοναδικό για τον άνθρωπο προνόμιο, το υποβιβάζουμε σε ένα ψυχρό, τυπικό καθήκον χωρίς εκείνον τον συγκλονισμό της ψυχής, που δίνει η αίσθηση του μεγαλείου του! Και ύστερα απορούμε, γιατί η πνευματική μας ζωή παρουσιάζεται τόσο χλωμή, τόσο ωχρή χωρίς παλμό και σφρίγος, αποτελματωμένη μέσα στα θολά νερά της πνευματικής νωθρότητος και ραθυμίας.
Όχι. Δεν είναι υπερβολή, εάν πούμε, πως η προσευχή αποτελεί στοιχείο ζωής για τον άνθρωπο. Όσο μπορούμε να ζήσουμε βιολογικά χωρίς νερό και αέρα, άλλο τόσο μπορούμε πνευματικά χωρίς θεάρεστη προσευχή.
Λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης: «Η προσευχή, ως προς την ποιότητά της, είναι συνουσία και ένωσις του ανθρώπου με τον Θεόν, και ως προς την ενέργειά της, σύστασις και διατήρησις του κόσμου, συμφιλίωσις με τον Θεόν, μητέρα των δακρύων, καθώς επίσης και θυγατέρα, συγχώρησις των αμαρτημάτων, γέφυρα που σώζει από τους πειρασμούς, τοίχος πού μας προστατεύει από τις θλίψεις, συντριβή των πολέμων, έργο των Αγγέλων, τροφή όλων των ασωμάτων, η μελλοντική ευφροσύνη, εργασία που δεν τελειώνει, πηγή των αρετών, πρόξενος των χαρισμάτων, αφανής πρόοδος, τροφή της ψυχής, φωτισμός του νου, πέλεκυς πού κτυπά την απόγνωσι, απόδειξις της ελπίδος, διάλυσις της λύπης, πλούτος των μοναχών, θησαυρός των ησυχαστών, μείωσις του θυμού, καθρέπτης της πνευματικής προόδου, φανέρωσις των μέτρων, δήλωσις της πνευματικής καταστάσεως, αποκάλυψις των μελλοντικών πραγμάτων, σημάδι της πνευματικής δόξης που έχει κανείς…
Μην επιτηδεύεσαι τα λόγια της προσευχής σου. Διότι πολλές φορές τα απλά και ανεπιτήδευτα ψελλίσματα των μικρών παιδιών ευχαρίστησαν και ικανοποίησαν τον ουράνιο Πατέρα τους. Μη ζητής να λέγης πολλά στην προσευχή σου, για να μη διασκορπισθή ο νους σου, αναζητώντας λόγια. Ένας λόγος πίστεως έσωσε τον ληστή. Η πολυλογία στην προσευχή πολλές φορές εδημιούργησε στο νου φαντασίες και διάχυσι, ενώ αντιθέτως η μονολογία συγκεντρώνει τον νου».
Και κάπου αλλού λέγει: «Δείξε όλη την ανδρεία σου και την προθυμία σου (όταν προσεύχεσαι), και θα έχης τον ίδιον τον Θεόν διδάσκαλο στην προσευχή σου. Δεν μπορούμε να διδαχθούμε το πώς να βλέπωμε, διότι έκ φύσεως το γνωρίζομε μόνοι μας. Παρόμοια δεν μπορούμε να γνωρίσωμε με την διδασκαλία του άλλου το κάλλος της προσευχής. Διότι η προσευχή έχει ως διδάσκαλό της τον Θεόν, «τον διδάσκοντα άνθρωπον γνώσιν, και διδόντα ευχήν τώ ευχομένω και ευλογούντα έτη δικαίων»».
Ο Γέροντας Αμφιλόχιος Μακρής λέγει περί του θέματος: «Η νοερά προσευχή είναι η βάση της τελειότητος. Η πρώτη βαθμίδα της πνευματικής ανυψώσεως είναι η νοερά προσευχή. Στην αρχή της ευχής αισθάνεσαι χαρά, έπειτα γλυκύτητα και στο τέλος σαν καρπός έρχονται τα δάκρυα. Διότι αισθάνεσαι πλέον την παρουσία του Ιησού. Όταν θα καλλιεργήσετε την ευχή δε θα κουράζεστε, δε θα ταράζεστε, δε θα νυστάζετε στις ακολουθίες, διότι το σώμα σας θα είναι πλέον ένδυμα. Το φόρεμα ούτε λυπάται, ούτε κρυώνει, ούτε κουράζεται… Η προσευχή όλα τα τακτοποιεί. Τη θάλασσα μπορεί να την περπατάς.
Εκμηδενίζει τις αποστάσεις. Τις βουλήσεις των ανθρώπων μεταβάλλει. Δίνει θάρρος, πίστη και υπομονή στη ζωή μας πάντοτε. Την ένωση της ψυχής σας μετά του Θεού να φροντίσετε. Όταν θα βαδίσετε στις γραμμές της προσευχής, της σιωπής και της μελέτης, θα δείτε να κατοικεί ο Χριστός στην καρδιά σας. Χωρίς την προσευχή δεν είναι εύκολο να υπομένεις, ούτε να σιωπάς. Όταν καλλιεργήσετε την ευχή, δέν σας πειράζουν οι άνεμοι του πειρασμού. Εξασθενεί η δύναμή του, δε μπορεί να σας κάνει τίποτε. Η προσευχή ας σου είναι τείχος, ασπίδα και θώρακας. Εμείς πρέπει να έχουμε υπομονή και προσευχή…».
Θα καταλήξουμε με τον Γέροντα Εφραίμ Κατουνακιώτη ο οποίος τονίζει: «Ο Θεός μας θέλει καρδίαν καθαράν. Να προσέχουμε μόνο στο Θεό. Ο Θεός δεν θέλει μέσα στην καρδιά μας συντροφιές, θέλει μόνον Αυτός να βασιλεύει. Αν μπορούμε να το πετύχουμε, τότες πετυχαίνουμε και εύκολα την καρδιακή προσευχή… Η νοερά προσευχή ολίγον κατ’ ολίγον φέρνει τον άνθρωπο εις την πρώτη χάρη του βαπτίσματος».

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΠΛΟ ΣΥΜΒΟΛΟ

Για την Εκκλησία και τους πιστούς ο Σταυρός του Χριστού δεν είναι ένα απλό σύμβολο ή ένα πράγμα, αντικείμενο, αλλά κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Οι ι. υμνογράφοι της Εκκλησίας είναι ασυναγώνιστοι στις αναφορές τους στο Τ. Σταυρό. «Χαίροις ο Ζωηφόρος Σταυρός», «τυφλών οδηγός, ασθενούντων ιατρός, ανάσταση δια τους τεθνεώτας». Αλλά και οι δεητικές επικλήσεις στη δύναμη του Σταυρού είναι εντυπωσιακές.  «Σταυρέ του Χριστού σώσον ημάς τη δυνάμει σου». Στην δε ακολουθία των χαιρετισμών του Σταυρού κυριαρχεί ο χαιρετισμός «Χαίρε Ξύλον μακάριον».
Σε ώρες σκληρής δοκιμασίας ο ευσεβής πιστός δεν διστάζει να επικαλεσθεί την δύναμη του Σταυρού. «Η αήττητος και ακατάλυτος και θεία δύναμις του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, μη εγκαταλείπεις ημάς τους  αμαρτωλούς».
Πρωτοπρεσβύτερος Γερασιμάγγελος Στανίτσας

Δευτέρα 23 Μαΐου 2016

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ;

Όταν δεν έχεις χρόνο να ασκηθείς στην προσευχή, τότε όσο το δυνατόν περισσότερο, κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε ασχολίας, απέκτησε ένα θεοσεβές πνεύμα, δηλαδή έχε τον Θεό στην ενθύμηση σου και ασκήσου με κάθε τρόπο, με τα πνευματικά σου μάτια, να τον δεις ενώπιον σου με σεβασμό και αγάπη.
Και αισθανόμενος τον Θεόν σαν να ήταν πραγματικά ενώπιον σου, με υπάκουη ευλάβεια σε όλες τις πράξεις σου, δεσμεύσου στην Παντοδυναμία Του, Πανταχού Παρουσία Του και Παντογνωσία Του, με τέτοιο τρόπο, που σε κάθε σου πράξη, λέξη και σκέψη, να θυμάσαι τον Θεό και το Άγιο θέλημα Του. Αυτό εν ολίγοις, είναι τι πρέπει να περιλαμβάνει ένα πνεύμα προσευχής. Για έναν που αγαπά την προσευχή πρέπει, όσο το δυνατόν περισσότερο, με σταθερή βαθειά προσοχή, να τοποθετήσει την δική του αντίληψη κάτω από την αντίληψη του Θεού, και ταπεινά και με ευλάβεια να υποτάξει τον εαυτό του στον Θεό.
Γέρων Αγάπιος ο τυφλός

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ:ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΑΣ ΟΔΗΓΗΣΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥΣ ΣΤΟ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟ.

Γράφει ὁ Μ. Βασίλειος: « Ἠκολούθουν δὲ καὶ αὐτῷ τῷ Κυρίῳ κατὰ τὴν παρουσίαν οὐκ ἄνδρες μόνον͵ ἀλλὰ καὶ γυναῖ κες͵ καὶ δι΄ ἀμφοτέρων ἡ λειτουργία τοῦ Σωτῆρος ἐπετελεῖτο. Τοιούτων καὶ οὕτως ἐνδόξων ἀποκειμένων τῇ στρατείᾳ τῇ κατὰ Χριστὸν͵ ἐπιθυμείτωσαν. αὐτῆς καὶ πατέρες παίδων͵ καὶ μητέρες θυγατέρων
Καί συνεχίζει: «Προσαγέτωσαν τά αὐτῶν γεννήματα χαίροντες ἐπί τοῖς αἰωνίοις ἐλπίσιν, ὧν οἱ παῖδες αὐτοῖς μεθέξουσι, προστάτας ἔχειν παρά Χριστοῦ καί πρεσβευτάς ἀγαθούς ἐπιθυμοῦντες. Εὐφρανθῶμεν ὅτι δοξασθήσονται. Παραστήσωμεν τῷ Κυρίῳ τά δοθέντα παρ’ αὐτοῦ, ἵνα καί τῆς εὐδοκιμήσεως τῶν παίδων γενώμεθα κοινωνοί, συμπροσάγοντες ἑαυτούς καί συμπαριστῶντες…» (Ἀσκητική προδιατύπωσις, ΕΠΕ 8,82-90, PG 31,620A-624B).
Δηλαδή:  «Ἀκολουθοῦσαν τόν Κύριο κατά τήν πρώτη του παρουσία (στή γῆ καί κατά τήν δημόσια δράση του) ὄχι μόνο ἄνδρες ἀλλά καί γυναῖκες καί διά μέσου ὅλων αὐτῶν (ἀφιερωμένων ἀνδρῶν καί γυναικῶν), ἐπιτελεῖτο ἡ λειτουργία τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Ἀφοῦ λοιπόν τέτοια καί τόσο ἔνδοξα (ἀγαθά) περιμένουν αὐτούς πού ἐντάσσονται στήν στρατεία τοῦ  Χριστοῦ (ἀφιερώνονται σ’ Αὐτόν), ἄς τήν ἐπιθυμήσουν (αὐτήν τήν συστράτευση μέ τόν Χριστό καί τήν ἀφιέρωση σ’ Αὐτόν) καί οἱ πατέρες γιά τά παιδιά τους καί οἱ μητέρες γιά τίς θυγατέρες τους».
Καί συνεχίζει: Ἄς προσάγουν, τά γεννήματά τους (τά παιδιά τους) χαίροντας μέ τίς αἰώνιες ἐλπίδες, στίς ὁποῖες θά συμμετάσχουν τά παιδιά τους, ἐάν ἐπιθυμοῦν νά ἔχουν προστάτες κοντά στόν Χριστό καί ἀγαθούς πρεσβευτές…Ἄς εὐφρανθοῦμε διότι θά δοξασθοῦν. Ἄς παραστήσουμε στόν Κύριο αὐτά πού μᾶς δόθηκαν ἀπό Αὐτόν, γιά νά γίνουμε κοινωνοί στήν εὐδοκίμηση τῶν παιδιῶν, συμπροσάγοντας τούς ἑαυτούς μας καί συμπαριστάμενοι…»