.jpg)
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ἐκ γῆς ἀνατείλασα ἡ τοῦ Προδρόμου κεφαλή, ἀκτῖνας ἀφίησι τῆς ἀφθαρσίας, πιστοῖς τῶν ἰάσεων· ἄνωθεν συναθροίζει, τήν πληθύν τῶν Ἀγγέλων, κάτωθεν συγκαλεῖται, τῶν ἀνθρώπων τό γένος, ὁμόφωνον ἀναπέμψαι, δόξαν Χριστῷ τῷ Θεῷ.
.jpg)

«Όταν την ημέραν έχεις προθυμίαν εις την υπακοήν και συγχρόνως τα χείλη ψιθυρίζουν συνέχεια την ευχήν, μέσα σου αισθάνεσαι μιαν ανάπαυσιν και χαράν, ώστε τον κόπον της ημέρας δεν υπολογίζεις για τίποτε.
Ιδιαιτέρως όμως την νύχτα, με όλην αυτή την προθέρμανσιν της ημέρας, η αγρυπνία βγαίνει τόσο άνετα, ώστε όχι να σε κουράζη, αλλά νομίζεις ότι είναι πανηγύρι.
Συμβαίνει όμως πολλές φορές, όταν δώσουμε δικαίωμα την ημέρα με κάποιαν παρακοήν, αργολογίαν, αντιλογίαν, κάποιον λογισμόν υπερηφανίας, φθόνου κατακρίσεως κλπ. και η αδιάλειπτος ευχή να κοπή από τα χείλη, αλλά και η αγρυπνία της νύχτας ν’ αποβή κόπος και πόνος.
Αλλά κάποτε και χωρίς να δώσουμε δικαίωμα μας συμβαίνει κάτι παρόμοιο.
Με μιαν αυστηρή αυτεξέτασιν, βρίσκουμε τα οποιαδήποτε σφάλματά μας και αφού τα εξομολογηθούμε με μετάνοιαν και ταπείνωσιν, αμέσως επανευρίσκουμε την σειρά μας.
Αν πάλι δεν δώσαμε δικαίωμα, αναγκαζόμαστε να εννοήσουμεν, ότι και αυτή η κοπιαστική αγρυπνία δεν είναι κάτι δικό μας, αλλά ένα δώρο του Θεού και συνεπώς όποτε θέλει μας το στερεί.
Μ’ αυτό το μάθημα αναγκαζόμαστε να ζούμε με παντοτινόν φόβον Θεού”.

π. Συμεών Κραγιόπουλος
Είναι ανάγκη από τη δική μας πλευρά να γίνει αυτό το έργο: να παραδοθεί το όλο είναι μας στη χάρη του Θεού. Και για να γίνει, χρειάζεται και να έχει υπ’ όψιν του κανείς κάποιες γνώσεις θεωρητικά και να βρεθεί σε υπακοή και να κάνει αγώνα.
Όμως, πρέπει να πάει κανείς αρκετά κόντρα στη δική του λογική. Όχι στη λογική, αλλά στη δική του λογική. Βλέπουμε ψυχασθενή, ιδίως στην οξεία φάση της αρρώστιας του, να έχει για ένα θέμα μια γνώμη η οποία πέρα για πέρα είναι παράλογη· και όμως, πού να του βγάλεις τη γνώμη αυτή; Αυτός πιστεύει ακράδαντα ότι έτσι είναι. Όλοι οι κάπως λογικά σκεπτόμενοι άνθρωποι βλέπουν ότι παραλογίζεται, αυτός όμως δεν το καταλαβαίνει, δεν το δέχεται. Κατά παρόμοιο τρόπο ο κάθε πεπτωκώς άνθρωπος είναι κολλημένος στη δική του λογική και δεν λέει να ξεκολλήσει.
Επομένως, ο καθένας που θέλει να κάνει αυτή την εργασία, το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να πάει κόντρα στη δική του λογική. Επαναλαμβάνω, όχι στη λογική, αλλά στη δική του λογική. Εγώ θα έλεγα χωρίς επιφυλάξεις, ανενδοιάστως, ότι εμείς που βρισκόμαστε αυτή την ώρα εδώ, εάν κάπως καταλάβαμε την αλήθεια που λέμε, και κάποιος ή κάποιοι κάπως επηρεασθούν, από αυτή τη στιγμή κιόλας να το κρατήσουν καλά αυτό: Σύμφωνα με αυτά που ακούσαμε, όλο το μυστικό είναι να μην παγιδευόμαστε από τη δική μας λογική, να μην παρασυρόμαστε από τη δική μας λογική, να μη συμβουλευόμαστε τη δική μας λογική. Να το κάνει κανείς αυτό και να πιαστεί από κάτι άλλο. Εκείνος που είναι στην υπακοή, θα πιαστεί από την υπακοή και δεν έχει κανένα φόβο· αλλά να ξεγλιτώσει από τη δική του λογική. Όποιος λοιπόν το κάνει αυτό, σήμερα κιόλας, πριν τελειώσει η μέρα, πολύ περισσότερο αύριο, μεθαύριο, θα αρχίσει να γίνεται άλλος άνθρωπος.
Τι νομίζετε είναι αυτό που κυριολεκτικά κάνει τους ανθρώπους σήμερα να είναι σαν δαιμονισμένοι; Ακόμη και κάτι μαθητριούλες, κάτι μαθητές, κάτι μικρά κόλλησαν σ’ αυτό: «Θέλω να κάνω αυτό που θέλω εγώ, αυτό που αρέσει σ’ εμένα». Και νομίζουν ποιος ξέρει τι λένε. Δεν αντιλαμβάνονται ότι τελικά είναι δαιμονική, θα έλεγε κανείς, ενέργεια, αυτό που τους επηρεάζει.
Δηλαδή, έτσι που σκεπτόμαστε και έτσι που ενεργούμε, βοηθάμε πάρα πολύ τον διάβολο, για να γίνει το δικό του. Ο διάβολος πανηγυρίζει, καθώς μέσα από κάτι τέτοια μας βάζει στο χέρι του και μας κάνει ό,τι θέλει. Ενώ το σωστό είναι να πεις: «Δεν βάζω κατά μέρος τη λογική;» Γιατί, όσο παγιδευμένος κι αν είναι κανείς, όσο σκοτισμένος κι αν είναι, δεν είναι πολύ δύσκολο, νομίζω, να καταλάβει ότι κάπως έτσι είναι η αλήθεια. Όταν αναφερόμαστε σε τρίτον, το καταλαβαίνουμε αμέσως. Διότι σε έναν άλλο το βλέπουμε ότι παραλογίζεται. Όταν πρόκειται για τον εαυτό μας, δεν καταλαβαίνουμε ότι παραλογίζεται. Όμως, ως λογικός άνθρωπος να πει κανείς: «Για στάσου. Κάτι συμβαίνει εδώ». Και να αφήσει κατά μέρος αυτή τη λογική παγίδα. Τη δική του λογική παγίδα. Θα αρχίσει αμέσως η προκοπή, θα αρχίσει αμέσως η αλλαγή, δηλαδή θα νορμαλοποιηθεί ο εαυτός μας.
Να κάνουμε λοιπόν ό,τι χρειάζεται, για να γίνει σωστός, νορμάλ ο εαυτός μας. Να είναι χαρτί και καλαμάρι ανοιχτός ενώπιον του Θεού και να παραδοθεί όλος ο εαυτός μας στον Χριστό. Μετά, είναι θέμα του Χριστού τι θα γίνει. Αυτό όμως πρέπει εμείς να το κάνουμε. Ο Χριστός απλώς θα μας βοηθήσει να το κάνουμε. Εμείς πρέπει να εφαρμόσουμε, ας πούμε έτσι, αυτή τη διαδικασία, ώστε τελικά να παραδώσουμε τον όλο εαυτό μας στον Χριστό. Και από κει και πέρα θα χαριτωθούμε, θα λυτρωθούμε, θα θεραπευθούμε, θα γίνουμε του Χριστού, θα είμαστε του Χριστού.
Και όντως είναι γεγονός ότι πολλοί είναι αυτοί που θα αντιμετωπίσουν έναν άνθρωπο που μετανοεί και αλλάζει ριζικά την ζωή του ως άνθρωπο που έχασε τα λογικά του, ως άνθρωπο χαζό.
Πολλές φορές όμως δεν μένουν σ’αυτήν την απαξίωση, αλλά βλέπεις πλέον το μένος των ανθρώπων αυτών να βγαίνει προς τον άνθρωπο που πλέον δεν συμβιβάζεται με την αμαρτία.
Υπάρχουν δυστυχώς άνθρωποι που ενώ πιστεύουν (έτσι υποστηρίζουν) στον Χριστό, εάν συναντήσουν κάποιον άνθρωπο ο οποίος αγωνίζεται βαθιά και γνήσια, ο οποίος προσπαθεί να ζει κάθε στιγμή του χριστιανικά και όχι κάποιες στιγμές της ζωής του, προσπαθούν να τον πείσουν ότι δεν χρειάζεται τόσο αγώνας, τόση προσπάθεια. Είναι αυτό που λέγεται συχνά “Να είσαι της Εκκλησίας αλλά όχι και τόσο πολύ…”. Τι πάει να πει όμως αυτό; Μπορείς να είσαι της Εκκλησίας λίγο; Ή θα είσαι ή δεν θα είσαι. Ή θα είσαι του Χριστού ή δεν θα είσαι. Είναι σαν να λέμε “είμαι λίγο έγκυος…”. Γίνεται; Ή θα είσαι ή δεν θα είσαι! Έτσι λοιπόν και εδώ. Ή θα είμαστε αδελφοί μου του Χριστού ή δεν θα είμαστε.
Ή θα αγωνιζόμαστε ή θα είμαστε μαλθακοί. Ή θα είμαστε γνήσια τέκνα του Θεού ή νόθα. Υπάρχει δυστυχώς αυτή η πλάνη -διότι περί πλάνης πρόκειται- ότι δεν χρειάζεται να πηγαίνεις κάθε Κυριακή στην Εκκλησία, ή δεν χρειάζεται συχνή εξομολόγηση, ή δεν χρειάζεται καθημερινή μελέτη του Θείου Λόγου (Αγία Γραφή ή κάποιο άλλο ψυχοφέλιμο βιβλίο), ή δεν χρειάζεται καθημερινή προσευχή (Χαιρετισμοί της Παναγίας, Απόδειπνο κ.α.).
Άλλο είναι να έχεις συναίσθηση της ανεπάρκειάς σου, δηλαδή να αναγνωρίζεις ότι χρειάζεται να τα κάνεις όλα αυτά αλλά δεν τα κάνεις επειδή είσαι αμελής και ράθυμος, αδιάφορος και κοσμικός και άλλο να αμνηστεύεις την νωθρότητα σου υποστηρίζοντας ότι δεν χρειάζονται. Και όχι μόνο αυτό, αλλά εάν γνωρίζεις κάποιον που τα κάνει, να τον απαξιώνεις και να προσπαθείς να τον πείσεις ότι δεν χρειάζονται. Τότε γίνεσαι συνεργός του διαβόλου.
Για να προοδεύσεις πνευματικά δεν θα κάνεις ό,τι νομίζεις για σωστό και απαραίτητο αφήνοντας κάποια άλλα. Για να προοδεύσεις πνευματικά θα κάνεις υπακοή στην Εκκλησία και στον πνευματικό σου πατέρα (που ίσως σε κάποια θέματα σε οικονομήσει).
Εσύ λοιπόν που ζεις αμελώς σύνελθε και προσπάθησε να ζήσεις με μετάνοια και ταπείνωση, με Μυστηριακή ζωή και υπακοή στην Εκκλησία.
Εσύ που προσπαθείς και αγωνίζεσαι καθημερινά να ευαρεστείς τον Θεό, εσύ που σταυρώνεις τα πάθη και τις επιθυμίες σου για χάρη της αγάπης του Χριστού και του συνανθρώπου, που άφησες πίσω σου την ματαιότητα του κοσμικού φρονήματος, μην αφήσεις κανέναν να σε απογοητεύσει για την επιλογή σου να είσαι του Χριστού. Κλείσε τα αυτιά σου στις δαιμονικές σειρήνες που σε καλούν να απολαύσεις τις αισχρές επιθυμίες, τις αισθητές ηδονές του κόσμου τούτου. Ποιες είναι αυτές οι δαιμονικές σειρήνες; Μπορεί να είναι οι γονείς σου, τα παιδιά σου, οι φίλοι σου, οι συνάδελφοί σου, κάποιοι που “ενδιαφέρονται” για σένα, κ.α.
Ναι το ξέρω ότι πονάς. Πονάς γιατί όχι μόνο πολεμιέσαι από τους αόρατους δαίμονες αλλά πολεμιέσαι και από αγαπημένα πρόσωπα. Να ξέρεις όμως ότι πολεμιέσαι γιατί η ζωή σου πλέον ελέγχει την δική τους αμετανοησία, τον δικό τους ρηχό χριστιανισμό που οριοθετείται στον εκκλησιασμό του Πάσχα και των Χριστουγέννων. Πολεμιέσαι γιατί είσαι του Χριστού.
Πολεμιέσαι τριπλά: από τον (παλαιό) εαυτό σου, από τους δαίμονες, από τους ανθρώπους. Γι’αυτόν τον πόλεμο όμως μας προειδοποίησε ο Χριστός, μας διδάσκουν με τα παθήματά τους οι Όσιοι και οι Μάρτυρες. Στον πόλεμο αυτόν δεν είσαι μόνος σου, δεν είσαι μόνη σου. Σκέψου ότι και μόνο που μπορείς και μένεις σ’αυτόν τον πόλεμο και δεν παραδίνεσαι είναι ένα θαύμα. Κανείς δεν μπορεί να ανταπεξέλθει σ’ αυτόν τον πόλεμο εκτός κι αν η Χάρις του Θεού τον επισκιάζει.
Μπορεί να νιώθεις κουρασμένος, μπορεί να νιώθεις πληγωμένος, μπορεί
να νιώθεις πιεσμένος…συναισθηματικά ράκος. Μην αποκάμεις όμως, μη τα
παρατάς. Οι εχθροί εκεί βασίζονται. Επειδή δεν μπορούν να σε βλάψουν
πνευματικά, προσπαθούν να σε βλάψουν συναισθηματικά και να σε πείσουν
ότι επειδή συναισθηματικά δεν είσαι καλά άρα και πνευματικά δεν είσαι
καλά.
Οι άνθρωποι θα σε μισήσουν γιατί πλέον τους αγαπάς διαφορετικά. Οι
διάβολοι θα σε μισήσουν διότι πλέον δεν έχουν εξουσία πάνω σου. Ο
παλαιός εαυτός σου θα σε μισήσει διότι τον πρόδωσες για τον Χριστό.
Τότε που το μίσος σε κτυπά αλύπητα, τότε που η απαξίωση σε
καταδυναστεύει, τότε που κάθε πνευματική σου προσπάθεια μοιάζει ανούσια
και χωρίς αντίκρυσμα, τότε που νιώθεις μόνος σου και μόνη σου…θυμήσου τα
λόγια του Χριστού, θυμήσου την ζωή και τον θάνατο του Χριστού, θυμήσου
γιατί τελικά επέλεξες αυτή την ζωή, θυμήσου γιατί τελικά δεν ζεις όπως
οι πολλοί.
Θυμήσου ξανά εκείνες τις στιγμές που η καρδιά σου φτερούγιζε καθώς
προσευχόσουν, θυμήσου ξανά εκείνες τις στιγμές που όλα μοιάζανε να έχουν
νόημα βαθύ, τότε που η Χάρις ήταν τόσο δυνατή και αισθητή που ήθελες να
χορέψεις, που έκλαιγες από χαρά, που ένιωθες πλούσιος επειδή είχες λίγο
θυμίαμα, μια μικρή εικονίτσα του Χριστού και ένα κομποσχοινάκι, που
ευτυχία ήταν να πας για εξομολόγηση, να κοινωνείς το Σώμα και το Αίμα
του Κυρίου…
————————————
Μην στεναχωριέστε που οι άνθρωποι σας απορρίπτουν, μην λυπάστε που ο
τρόπος ζωής σας απαξιώνεται, που χλευάζεστε. Μην φοβάστε που δεν έχετε
πολλούς συνοδοιπόρους, που οι φίλοι και οι γνωστοί σας, σας βλέπουν
πλέον με “μισό μάτι”. Μην απογοητεύεστε που δεν βλέπεται θαύματα και
σημεία Θεού, μην λυπάστε που δυσκολεύεστε και καταβάλετε μεγάλη
προσπάθεια για τα πνευματικά. Ούτε πάλι να χαίρεστε εάν όλα σας πάνε
καλά και όλα γίνονται εύκολα και ακούραστα και άκοπα. “…χαίρετε δε
μάλλον, ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς…” (Λουκ. 10,20)
Η εμπιστοσύνη στον Θεό δίδει απόλυτη ασφάλεια. Ο Θεός είναι το παν. Δεν μπορεί κανείς να πει ότι εγώ είμαι το παν. Αυτό ενισχύει τον εγωισμό.
Ο Θεός θέλει να οδηγούμε τα παιδιά στην ταπείνωση. Τίποτα δεν θα κάνομε κι εμείς και τα παιδιά χωρίς την ταπείνωση. Θέλει προσοχή, όταν ενθαρρύνετε τα παιδιά. Στο παιδί δεν πρέπει να λέτε: «Εσύ θα τα καταφέρεις, εσύ είσαι σπουδαίος, είσαι νέος, είσαι ανδρείος είσαι τέλειος!…».
Δεν το ωφελείτε έτσι το παιδί. Μπορείτε, όμως, να του πείτε να κάνει προσευχή. Να του πείτε: «Παιδί μου, τα χαρίσματα που έχεις, ο Θεός σου τα έδωσε. Προσευχήσου να σου δώσει ο Θεός δυνάμεις, για να τα καλλιεργήσεις και να πετύχεις. Να σου δώσει ο Θεός την Χάρη Του». Τούτο δω είναι το τέλειο. Σ’ όλα τα θέματα να μάθουν τα παιδιά να ζητάνε τη βοήθεια του Θεού.
Στα παιδιά ο έπαινος κάνει κακό. Τι λέει ο λόγος του Θεού; «Λαός μου, οι μακαρίζοντες υμάς πλανώσιν υμάς και την τρίβον των ποδών υμών ταράσσουσιν»[5]. Όποιος μας επαινεί, μας πλανάει και μας χαλάει τους δρόμους της ζωής μας. Πόσο σοφά είναι τα λόγια του Θεού! Ο έπαινος δεν προετοιμάζει τα παιδιά για καμιά δυσκολία στη ζωή και βγαίνουν απροσάρμοστα και τα χάνουν και τελικά αποτυγχάνουν. Τώρα ο κόσμος χάλασε.
Στο μικρό παιδάκι λένε όλο επαινετικά λόγια. Μην το μαλώσομε, μην του εναντιωθούμε, μην το πιέσομε το παιδί. Μαθαίνει, όμως έτσι και δεν μπορεί ν’ αντιδράσει σωστά και στην πιο μικρή δυσκολία. Μόλις κάποιος του εναντιωθεί, τσακίζεται, δεν έχει σθένος.
Οι γονείς ευθύνονται πρώτοι για την αποτυχία των παιδιών στη ζωή και οι δάσκαλοι και καθηγητές μετά. Τα επαινούν διαρκώς. Τους λένε εγωιστικά λόγια. Δεν τα φέρνουν στο Πνεύμα του Θεού, τ’ αποξενώνουν απ’ την Εκκλησία. Όταν μεγαλώσουν λίγο τα παιδιά και πάνε στο σχολείο μ’ αυτό τον εγωισμό, φεύγουν απ’ τη θρησκεία και την περιφρονούν, χάνουν το σεβασμό προς τον Θεό, προς τους γονείς, προς όλους. Γίνονται ατίθασα και σκληρά και άπονα, χωρίς να σέβονται ούτε τη θρησκεία ούτε τον Θεό. Βγάλαμε στη ζωή εγωιστές και όχι Χριστιανούς.
Προ καιρού παραβρέθηκα σε μία συζήτηση, η οποία αποδείχθηκε πολλαπλώς χρήσιμη για την επισήμανση του βασικού προβλήματος του ανθρώπου. Για την ακρίβεια, δόθηκε η δυνατότητα να επιβεβαιώσω για μία ακόμη φορά το πρόβλημα, γεγονός που μου δημιούργησε και πάλι απαισιόδοξες σκέψεις για την πορεία μας ως ανθρώπων. Συγκεκριμένα, οι συζητητές μιλούσαν για τα φλέγοντα εθνικά και κοινωνικά μας θέματα, οπότε σε κάποια στιγμή ο ένας είπε ότι για τα θέματα αυτά έχει κυκλοφορηθεί ένα πολύ ωραίο βιβλίο που δίνει κατατοπιστικές πληροφορίες. Πρότεινε μάλιστα να το δώσει στον συνομιλητή του προς ενημέρωση. ‘Ο άλλος έδειξε ενδιαφέρον, αλλά μόλις έμαθε τον συγγραφέα του βιβλίου, κούνησε αρνητικά το κεφάλι παρατηρώντας: «῎Οχι, δεν το θέλω ούτε πρόκειται ποτέ να το διαβάσω. Δεν ανήκει ο συγγραφέας στον δικό μου χώρο».
Η απάντηση νομίζουμε ότι εκφράζει αυτό που συνιστά την τραγικότητά μας ως ανθρώπων και επισημαίνει το καίριο πρόβλημά μας: δεν μας ενδιαφέρει στην πραγματικότητα η αλήθεια, δεν ψάχνουμε να δούμε όλες τις διαστάσεις των θεμάτων που μας απασχολούν, αλλά κινούμαστε με προκατασκευασμένες αντιλήψεις. Προσεγγίζουμε δηλαδή τα πράγματα αλλά και τους ανθρώπους με ιδεολογικές προϋποθέσεις, οπότε βλέπουμε μόνον ο,τι θέλουμε να δούμε και όχι ο,τι πράγματι παρουσιάζεται ενώπιόν μας – βρισκόμαστε μπροστά στην ίδια την τύφλωσή μας!
Με απλή ψυχολογική ερμηνευτική, μία τέτοια τοποθέτηση των πραγμάτων δηλώνει την ανασφάλεια των ανθρώπων γι’ αυτό που πιστεύουν. ᾽Αρνούνται να γνωρίσουν κάτι που δεν εντάσσεται στην ιδεολογία τους, διότι δεν είναι βέβαιοι γι᾽ αυτήν και φοβούνται μήπως κλονισθούν ως προς τις προϋποθέσεις της ζωής τους. Οι άνθρωποι αυτοί έτσι είναι άξιοι οίκτου και λύπης: στηρίζονται σε ‘ξυλοπόδαρα᾽ και το οικοδόμημά τους είναι από άχυρο, οπότε πέφτει με το παραμικρότερο φύσημα του αέρα. ῞Οπως κι αν είναι όμως τα πράγματα η ιδεολογοποιημένη αυτή προσέγγιση της ζωής συνιστά τελικώς πρόβλημα. Κι εδώ θα θέλαμε να προχωρήσουμε λίγο περισσότερο.
Η προσέγγιση της ζωής, ανθρώπων και πραγμάτων, κάτω από ιδεολογικές προϋποθέσεις σημαίνει εγωισμό και στένωση του ανθρώπου: προσεγγίζει κανείς τον κόσμο κάτω από λογικά σχήματα και όχι όπως είναι. Χάνεται έτσι η προσωπική σχέση συνεπώς και η ύπαρξη της αγάπης. Που θα πεί: όταν ως κριτήριο έχουμε σχήματα του μυαλού μας, χάνουμε και τον άνθρωπο που έχουμε μπροστά μας και την ίδια την ζωή. Κι αυτήν την κατάσταση την επισημαίνουμε κατά πρώτον πολύ συχνά σε αρκετούς οπαδούς διαφόρων κομμάτων, οι οποίοι, επειδή βάζουν μπροστά στα μάτια τους ως προτεραιότητα την κομματική τους σημαία, κρίνουν τους πάντες και τα πάντα με βάση ακριβώς την πολιτική τους ιδεολογία. Ούτε στιγμή ίσως δεν τους περνά η υποψία ότι υπάρχουν υψηλότερα και ανώτερα από την προσκόλληση στην κομματική συνείδηση: η προσωπική σχέση αγάπης, η αποδοχή του άλλου έστω και του θεωρουμένου πολιτικού αντιπάλου.
Αλλά την ίδια κατάσταση επισημαίνουμε και μέσα στον χριστιανισμό. Είτε στους διαφόρους αιρετικούς που κινούνται πράγματι όχι με βάση την αποκάλυψη του Χριστού αλλά με τις νοητικές συλλήψεις του μυαλού τους∙ είτε (τραγικά) και σε ορθοδόξους χριστιανούς, οι οποίοι κάνοντας πολλές φορές την πίστη ιδεολογία – ένα λογικό σχήμα στην ουσία ως αποδοχή ορθών προτάσεων – αδυνατούν να αγαπήσουν τον συνάνθρωπό τους, διαγράφοντας έτσι και την αγάπη τους προς τον Χριστό. Διότι ως γνωστόν η αγάπη στον συνάνθρωπο και η αγάπη στον Χριστό είναι ταυτόσημες πραγματικότητες. Και τι γίνεται; Τον συνάνθρωπο οι χριστιανοί αυτοί τον βλέπουν πότε ως αντικείμενο προσηλυτισμού που πρέπει να «υποταχτεί», και πότε ως αντίπαλο στην περίπτωση άρνησής του να δεχτεί την προσηλυτιστική τους ενέργεια.
Κι υπάρχει ακόμη, ας επιτραπεί να το θίξουμε, και μία εκ δεξιών πλανεμένη ιδεολογία της πίστεως, άδηλη, ανεπαίσθητη και «αγία», που μπορεί να αναπτυχθεί σε αγωνιστές και συνεπείς πιστούς: η διάθεση, χωρίς καμία εναντίωση εννοείται στους συνανθρώπους, στροφής τους σε μελέτη θεολογικών κειμένων, προκειμένου να εμβαθύνουν στη θεολογία. Και που η πλάνη εν προκειμένω; Όταν αυτή η μελέτη απορροφά τόσο τη σκέψη και την καρδιά, ώστε να παραθεωρείται η σχέση με τον συνάνθρωπο ως προτεραιότητα του χριστιανού. Είναι συγκλονιστικός ο διάλογος επί του προκειμένου που διαμείφθηκε μεταξύ του οσίου Σωφρονίου, νεαρού ακόμη όντος στο μοναστήρι του αγίου Παντελεήμονος του Άθω, και του Γέροντός του αγίου Σιλουανού. Στην παρατήρηση του Σωφρονίου ότι λόγω ασθένειας δεν έχει δυνάμεις για να μελετήσει βαθύτερα τη θεολογία των Πατέρων πήρε την απρόσμενη απάντηση: «Νομίζεις πως είναι μεγάλο πράγμα αυτό; Μεγάλο είναι να ταπεινωθεί κανείς, γιατί η υπερηφάνεια μας εμποδίζει να αγαπάμε». Η «ιδεολογία» για εμβάθυνση στην (ακαδημαική) θεολογία από τη μια και η αλήθεια του αγίου από την άλλη για το ουσιώδες της χριστιανικής ζωής ως ζωής αναζήτησης της ταπείνωσης, συνεπώς και της αγάπης που φέρνει την παρουσία του Θεού στην ύπαρξη του ανθρώπου.
Τα αποτελέσματα βεβαίως της εν γένει ιδεολογοποιημένης προσέγγισης της ζωής σε όλα τα επίπεδα τα επισημαίνουμε καθημερινώς δίπλα μας, στους συνανθρώπους μας, αλλά και στους ίδιους τους εαυτούς μας: συγκρούσεις, τσακωμούς, εκδικήσεις, ύβρεις, μάχες, πολέμους. Και πως αλλιώς, αφού ελλείπει η αγάπη;

Ακριβώς λοιπόν εδώ ορθώνεται η συνείδηση της ᾽Εκκλησίας. ‘Η χριστιανική πίστη, όπως ήδη επισημάναμε ακροθιγώς, δεν έχει καμία σχέση με τις διάφορες ιδεολογίες ή τις ιδεολογοποιημένες θεωρήσεις της ζωής. ‘Η χριστιανική πίστη μας δίνει την όραση της αγάπης, της αποδοχής δηλαδή του άλλου όπως είναι, έστω κι αν είναι ο χειρότερος εχθρός. ‘Ο Χριστός είπε, με τον λόγο και την ζωή Του, να αγαπάμε τον συνάνθρωπό μας όχι γιατί έχουμε την ίδια πίστη με αυτόν, αλλά γιατί είναι εικόνα του Θεού και ερχόμενος στον κόσμο φέρνει και το φως Εκείνου. Μας έκανε μάλιστα να βλέπουμε πίσω από οποιονδήποτε άνθρωπο, και μάλιστα τον χριστιανό, Αύτόν τον ῎Ιδιο, κατά το «εφ᾽ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» (Ματθ. 25, 40).
Κι αυτό θα πεί: ο χριστιανός που θέλει με συνέπεια να είναι μέλος της ᾽Εκκλησίας δεν πλησιάζει τον πλησίον του – όποιος κι αν είναι αυτός – με άλλες προϋποθέσεις πέραν της αγάπης. ‘Ο πραγματικός χριστιανός αποδέχεται τον άλλον έστω κι αν διαφωνεί μαζί του. ‘Η σχέση κινείται σε επίπεδο καρδιακό και όχι λογοκρατικό. Γι᾽ αυτό και ο οποιοσδήποτε, αν είναι ελάχιστα καλοπροαίρετος και όχι «παθιασμένος» με την πονηρία του, νιώθει άνετα και καλά με τον χριστιανό, κάτι που βλέπουμε στις περιπτώσεις ασφαλώς των αγίων ανθρώπων.
Τα παρακάτω γνωστά κείμενα, το πρώτο του οσίου Ισαάκ του Σύρου και το δεύτερο ένα που συνδυάζει τη σκέψη και την εμπειρία δύο ακόμη μεγάλων οσίων της Εκκλησίας μας, ενός παλαιοτέρου και ενός συγχρόνου, των Συμεών του νέου Θεολόγου και Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου, είναι αρκούντως αποκαλυπτικά. Τόσο που μετά την με επίγνωση ανάγνωσή τους το μόνο που θέλεις να κάνεις είναι να κτυπάς το στήθος σου από μετάνοια και να κραυγάζεις: «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» ή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».
– «Καρδία ελεήμων είναι καρδιά που καίγεται για όλη τη δημιουργία, για ανθρώπους και τα όρνεα και τα ζώα και τους δαίμονες και για κάθε γενικά κτίσμα. Και από τη μνήμη και τη θεωρία τους ρέουν οι οφθαλμοί του δάκρυα… Γι’ αυτό σε κάθε ώρα προσεύχεται με δάκρυα, για χάρη των αλόγων ζώων και των εχθρών της αλήθειας και γι’ αυτούς που τον βλάπτουν, ώστε να διαφυλαχθούν και να δεχτούν το έλεος του Θεού».
– «῞Ολους τους πιστούς οφείλουμε να τους βλέπουμε σαν ένα και να σκεπτόμαστε ότι στον καθένα από αυτούς είναι ο Χριστός. Και να έχουμε για τον καθένα τέτοια αγάπη, ώστε να είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε για χάρη του και τη ζωή μας. Γιατί οφείλουμε να μη λέμε ούτε να θεωρούμε κανέναν άνθρωπο κακό, αλλά όλους να τους βλέπουμε ως καλούς. Κι αν δείς έναν αδελφό να ενοχλείται από πάθη, να μην τον μισήσεις αυτόν. Μίσησε τα πάθη που τον πολεμούν. Κι αν τον δείς να τυραννείται από επιθυμίες και συνήθειες προηγουμένων αμαρτιών, περισσότερο σπλαγχνίσου τον, μη τυχόν δοκιμάσεις και συ πειρασμό, αφού είσαι από υλικό που εύκολα γυρίζει από το καλό στο κακό» – «Η αγάπη προς τον αδελφό σε προετοιμάζει να αγαπήσεις περισσότερο τον Θεό. Το μυστικό λοιπόν της αγάπης προς τον Θεό είναι η αγάπη προς τον αδελφό. Γιατί, αν δεν αγαπάεις τον αδελφό μου που τον βλέπεις, πως είναι δυνατόν να αγαπάεις τον Θεό που δεν τον βλέπεις; “’Ο γαρ μη αγαπών τον αδελφόν ον εώρακε, τον Θεόν ον ουχ εώρακε, πως δύναται αγαπάν;” (Α´ ᾽Ιωάν. 4, 20)».
Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Δορμπαράκης
«Πάτερ Τιμόθεε, εσύ που φρονείς τα του Θεού, εργάστηκες ως αψευδής μιμητής του Αβραάμ, διακονώντας πάντοτε αυτούς που κατέφευγαν για φιλοξενία σε σένα. Έγινε δική σου η σταθερότητα του Ιώβ στα βάσανα, ύψωσες τα χέρια προς τον ουρανό έχοντας ως εφόδιο την πραότητα του Δαβίδ και πέρασες ζωή ίδια με των αγγέλων επάνω στη γη. Έτσι έφθασες αυτά που εν ουρανοίς επιθυμούμε, παρακαλώντας για μας».
Ο άγιος Τιμόθεος έζησε ασκητικό βίο στην Μονή των Συμβόλων στο όρος Όλυμπος της Βιθυνίας. Έχοντας ταπεινώσει όλες τις ορμές της σαρκός με μακρά και αυστηρή άσκηση και έχοντας δεχθεί από τον Θεό σε αντάλλαγμα την χάρη της απαθείας, είχε εντυπώσει στην καρδιά του, με την προσευχή, την εικόνα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Για τον λόγο αυτό μπόρεσε να δώσει μαρτυρία με παρρησία μπροστά στους διώκτες του για την ορθότητα της τιμής των ιερών εικόνων. Το Άγιο Πνεύμα που είχε σκηνώσει εντός του, επιδαψίλευε με την μεσολάβησή του ιάσεις, πνευματικές παραμυθίες και θεία αγάπη για τον πλησίον του: τους καρπούς της χάριτος που έκαναν αιώνιο το όνομά του στην χορεία των Εκλεκτών. Αναπαύθηκε πιθανόν περί το 795 μ. Χ. («Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ, τόμος έκτος)
Όταν ξεκινά μία ξεχωριστή λειτουργική περίοδος στον εκκλησιαστικό χρόνο, όπως είναι αυτή του Τριωδίου, οι χριστιανοί αναρωτιόμαστε πώς μπορούμε να την τιμήσουμε, να συμμετάσχουμε σ’ αυτήν όπως θέλει η Εκκλησία. Για τους πολλούς το Τριώδιο είναι συνδεδεμένο με έθιμα του παρελθόντος, όπως η μεταμφίεση, αποτυπώνοντας την ανάγκη του ξεσκάσματος από την ρουτίνα της ζωής ή μια ευκαιρία να ακολουθήσουμε το ρεύμα, που απογυμνώνει από το περιεχόμενο της πίστης τον χρόνο και κρατά, στην καλύτερη περίπτωση, την τροφή ως κέντρο. Η ζωή των αγίων μας όμως μάς δείχνει τον τρόπο με τον οποίο ο χρόνος γίνεται καιρός, ευκαιρία δηλαδή προσέγγισης του νοήματος της ζωής, του ορεκτού, που δεν είναι η ηδονή, ο πλούτος, η δόξα του παρόντος, με την ευχαρίστηση που δίνουν, αλλά η κοινωνία με τον Χριστό ως παρόν και μέλλον.
Άγιοι διήνυσαν τον βίο τους με τον τρόπο της άσκησης. Κατενόησαν ότι ο άνθρωπος καλείται να ωριμάσει βλέποντας και νικώντας τα πάθη του. Ότι τα πάθη δεν είναι καρπός μόνο χαρακτήρα, αλλά και αποτέλεσμα απουσίας πνευματικής παιδείας, παράδοσης της ψυχής μας στο «δεν μπορώ» να νικήσω την επιθυμία να απολαμβάνω το θέλημά μου, ακόμη κι α αυτό αντίκεται στην αγάπη για τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Μου αρκεί η ηδονή της στιγμής, την οποία μπορώ να εξαγοράσω με τις επιτυχίες μου, τα υλικά αγαθά, την συνέργεια και των άλλων, καθώς ο κόσμος είναι πρόθυμος στο κακό. Όμως τα πάθη μας χωρίζουν από την αλήθεια, διότι δικαιώνοντας τον εαυτό μας μέσα από αυτά, ξεχνούμε ότι ο χρόνος τρέχει. Και όχι μόνο. Τα πάθη μας κάνουν να θεώνουμε τον εαυτό μας, ενώ ερχόμαστε και παρερχόμαστε από την ζωή και τίποτα δεν κρατά για πάντα.
Άγιοι ένιωσαν ότι πάντοτε «ἕν ἡμῖν λείπει». Κι αυτό είναι ο Χριστός. Ο Ένας, ο Οποίος μας δείχνει την οδό της Αλήθειας, της Ανάστασης, της Ζωής, δηλαδή τον Ίδιο μέσα από την σχέση Του με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα. Και πάλεψαν να αφήσουν τον Χριστό να εντυπωθεί στις καρδιές τους, πάλεψαν να αφήσουν την χαρά της παρουσίας Του να γίνεται μαρτυρία για τον κόσμο. Κι αυτή η πάλη δεν ήταν υποκριτική. Δεν ήταν οι δήθεν ξεχωριστοί, αυτοί που είχαν το δικαίωμα να κατακρίνουν όλους τους άλλους διότι δεν είναι όπως εκείνοι. Η πάλη ήταν εν επιγνώσει ότι ο χαρακτήρας μας έχει αδυναμίες. Ότι τυραννιόμαστε από τους λογισμούς. Ότι κληθήκαμε να συναντήσουμε και να ζήσουμε τον Απόλυτο και ότι όσο κι αν θεωρούμε ότι ακολουθούμε πνευματικά προγράμματα, ελεούμε, τηρούμε εντολές, περισσότερο κατανοούμε την ρυπαρότητά μας. Κι αυτή η κατανόηση γίνεται συγκατάβαση έναντι των αδελφών μας που νιώθουν όχι απλώς ανήμποροι στο να εκπληρώσουν την κλήση που ο κάθε άνθρωπος έχει λάβει από τον Θεό, να είναι παιδί Του και να παλεύει εναντίον ό,τι τον χωρίζει από Εκείνον, αλλά ακολουθούν τον αντίθετο δρόμο, αυτόν της αυτοθέωσης, της ηδονής, του πλούτου, της επιδίωξης το εγώ να δοξάζεται.
Άγιοι βρήκαν στην αγάπη για τον πλησίον, στην υπομονή στους πειρασμούς, στην πραότητα και την καλοσύνη κατά την απόρριψη την οδό της βασιλείας του Θεού. Έζησαν όμως εντός της Εκκλησίας και του τρόπου της. Γνώρισαν τον Θεό και Τον συνάντησαν στον συνάνθρωπο. Στον απαιτητικό, τον οποίο αντιμετώπισαν με την δοχή, την φιλοξενία. Στον επιθετικό, τον οποίο αντιμετώπισαν με την σταθερότητα της υπομονής. Στον αμετανόητο, τον οποίο αντιμετώπισαν με την καλοσύνη και την συγχωρητικότητα. Κα αξιώθηκαν της βασιλείας, γιατί ο Χριστός ήταν στην καρδιά τους!
Ανάξιοι του Τριωδίου είμαστε, αν το καλοσκεφτούμε. Το θέλουμε χωρίς πνευματικότητα. Αρκούμαστε σε ελάχιστα κηρύγματα και σε αλλαγή διατροφής. Δεν ορθρίζουμε προς ναόν τον άγιον, νιώθοντας ότι φέρουμε τον ναό του σώματος όλον εσπιλωμένον, από πάθη και λογισμούς. Και είμαστε έτοιμοι να κατακρίνουμε όσα βλέπουμε και όσους βλέπουμε χωρίς την ταπείνωση του «ιλάσθητι». Οι άγιοι, άξιοι του Τριωδίου, μπορούν να γίνουν οδοδείκτες μας και να μας βοηθήσουν να παλέψουμε για να ζήσουμε την περίοδο αυτή κατά Θεόν. Χαμογελώντας στον πλησίον μας. Κάνοντας την προσευχή όχι για την δικαίωσή μας, αλλά για την αλλαγή μας. Και ελπίζοντας στο έλεος Αυτού που είναι η ζωή μας!
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

*Η είσοδός μας στο Τριώδιο είναι μια ευλογημένη ευκαιρία, και ευλογία Θεού, να αποβάλουμε τον «παλαιόν άνθρωπον τον φθειρόμενον κατά τας επιθυμίας της απάτης» και να ενδυθούμε «τον καινόν άνθρωπον τον κατά Θεόν κτισθέντα» (Εφεσ. 4,23-24). Καλό κι ευλογημένο Τριώδιο και σωτήρια Αγία και μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Ὁ δημιουργός τῶν ἄνω καί τῶν κάτω, Τρισάγιον μέν ὕμνον ἐκ τῶν Ἀγγέλων, Τριώδιον δέ καί παρ’ ἀνθρώπων δέχου.
Μέ τά λόγια αὐτά, ὁ Συναξαριστής τοῦ Τριωδίου, μᾶς εἰσάγει πνευματικά στήν διμηνιαία αὐτή ἐκκλησιαστική περίοδο. Ἄς εἶναι λοιπόν γιά μιά ἀκόμη φορά δοξασμένο τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἀξιώνει καί φέτος νά εἰσέλθουμε στήν κατανυκτική αὐτή διμηνία, πού μᾶς προετοιμάζει κατάλληλα, ὥστε νά ὑποδεχθοῦμε καί πάλι τό Ἅγιον Πάσχα, «πνευματικῶς ἐναγαλλιώμενοι».
Μάλιστα, ὅταν θά φθάσουμε στήν τέταρτη Κυριακή τοῦ Τριωδίου, δηλαδή στήν Κυριακή τῆς Τυροφάγου ἤ Τυρινῆς, θά ἀκούσωμε καί πάλι τό γνωστό ψαλμώδημα «Τό στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται», ὡς εἰσαγωγή στήν Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καί τόν κύριο ὄγκο, τό μεγαλύτερο δηλαδή μέρος τοῦ ὅλου Τριωδίου. Δέν εἶναι ἔτσι, λοιπόν, τυχαῖο, τό ὅτι οἱ Κύπριοι, ἀντί νά λέγουν καί νά εὔχονται «καλή Σαρακοστή», λέγουν «καλόν Στάδιον».
Πολύ μοῦ ἄρεσε ἕνα παλαιότερο δημοσίευμα τοῦ σεβαστοῦ μας πατρός Βασιλείου Βολουδάκη, ὅπου ἔγραφε, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι σάν ἕνα σχολεῖο πνευματικό, στό ὁποῖο ὅλοι μας, σάν ἄλλοι ἐπανεξεταστέοι μαθητές, ἀντικρύζουμε καί ἑορτάζουμε «πάλιν καί πολλάκις», τά ἴδια μαθήματα, ἐπαναλαμβανόμενα ξανά καί ξανά σέ κάθε ἐκκλησιαστική χρονιά, δίνοντας ἔτσι συνεχῶς ἐξετάσεις.
Τό μόνο πού φοβᾶμαι καί φαντάζομαι, εἶναι ὅτι τά ἀποτελέσματα αὐτῶν τῶν ἐξετάσεων, «κρίμασιν οἷς μόνος ὁ Θεός οἶδεν (=γνωρίζει)», ποτέ δέν πρόκειται νά μᾶς ἀνακοινωθοῦν στήν παροῦσα ἐπίγεια ζωή μας. Ἄν καί πρόκειται, ὅπως φαίνεται, περί προαγωγικῶν πνευματικῶν ἐξετάσεων, ἡ βαθμολογία εἶναι καί θά εἶναι στό χέρι τοῦ Θεοῦ. Ἄρα λοιπόν, οἱ μέν ἐξετάσεις εἶναι δικές μας, ἡ δέ βαθμολόγηση τοῦ Θεοῦ. Ἄς Τόν παρακαλοῦμε λοιπόν ἰσοβίως, νά γίνει ἴλεως (=σπλαγχνικός) γιά ὅλους μας ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως· «πολλά γάρ πταίομεν ἅπαντες», ἀλλά στό ἔλεός Του ἐλπίζουμε, ὅτι θά μᾶς «καταδιώξει πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς» μας· ἀλλά καί ἐπέκεινα. Δέν εἶναι ἄλλωστε τυχαῖο, ὅτι ψάλλοντας κάθε Κυριακή στόν Ὄρθρο τόν πεντηκοστό ψαλμό, ἀρχίζουμε αὐτόν, προσθέτοντας ἀπό μόνοι μας, χωρίς νά ὑπάρχει στό ψαλμικό κείμενο, τήν κλητική «Ἐλεῆμον».
Ἐπειδή ὅμως, γιά τήν ἀπρόσκοπτη πνευματική πορεία μας, παίζει μεγάλο ρόλο τό νοερό μέρος τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεώς μας, καλό εἶναι νά χρησιμοποιοῦμε τόν νοῦ μας, ὡς βοηθό πνευματικῆς καί ψυχικῆς τροφοδοσίας. Σέ κάθε ἐκκλησιαστική ἑορτή (Δεσποτική-Θεομητορική-Ἁγιολογική), καθώς καί σέ κάθε περίοδο νηστείας (Δεκαπενταυγούστου-Τεσσαρακοστῆς πρό τῶν Χριστουγέννων ἤ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς πρό τοῦ Πάσχα), ἄς καλλιεργοῦμε νοερῶς κάποιες σκέψεις, κάποιους εὐλαβεῖς λογισμούς, πού θά μᾶς βοηθήσουν ἐμᾶς, τούς ἰσοβίως ἐπανεξεταστέους, στήν ἀποτελεσματική διεξαγωγή τῶν ἰσοβίων μας ἐξετάσεων. Αὐτό, μπορεῖ νά μήν εἶναι προσευχή, μπορεῖ νά εἶναι ἁπλῶς νοερή ἀδολεσχία· βοηθάει ὅμως πάντοτε τήν προσευχή, τήν νηστεία καί τήν μυστηριακή ζωή μας. Τά διάφορα πατερικά κείμενα, εἴτε πρόκειται γιά ἐξ ἀρχῆς γραπτά ἔργα, εἴτε γιά πατερικές ὁμιλίες πού κατεγράφησαν, μᾶς βοηθοῦν πολύ, καθώς καί ἡ ὑμνολογία κάθε ἑορτῆς.
Τό Τριώδιον, λοιπόν, ἰδιαιτέρως ὅμως ἡ περίοδος πού ἀποτελεῖ τό μεγαλύτερο μέρος του, δηλαδή ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή, χαρακτηρίζεται στήν ὑμνολογία ὡς «τό τῆς Νηστείας Μέγα Πέλαγος». Ἐπειδή ὄντως εἶναι καί φαίνεται τό Τριώδιον ὡς «μέγα πέλαγος», ἀναγκαστικά στίς σελίδες ἑνός-ἐξ ὁρισμοῦ-περιορισμένου ἄρθρου, δέν εἶναι δυνατόν νά διεξέλθει ὁ γράφων ὅλο τό μῆκος καί τό πλάτος αὐτοῦ τοῦ πελάγους. Ἄς μείνουμε λοιπόν γιά λίγο στήν ἀρχή του, δηλαδή στίς δύο πρῶτες Κυριακές: Τελώνου-Φαρισαίου καί Ἀσώτου Υἱοῦ.
Στήν πρώτη, διδασκόμαστε τήν τελωνική ταπείνωση. Ποιός δέν θέλει ἄραγε, νά ἀποκτήσει μιά, ἔστω καί στοιχειώδη, τελωνική ταπείνωση ἤ ταπεινοφροσύνη; Ὅλοι μας, νομίζω, ἀπό τήν νηπιακή μας ἡλικία, ἀκοῦμε συνεχῶς ἀναμασώμενα ἀπό τούς σεβαστούς ἱεροκήρυκες, τά σχετικά μέ τήν ἡμέρα αὐτή ἁγιογραφικά χωρία. Ὅπως: «Κύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν», «Πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτόν ταπεινωθήσεται, ὁ δέ ταπεινῶν ἑαυτόν ὑψωθήσεται», «Ἀκάθαρτος παρά Κυρίῳ πᾶς ὑψηλοκάρδιος» καί τόσα ἄλλα. Λόγια Κυρίου εἶναι. Ἔτσι εὔκολο, ὅμως τὄχεις, νά ἀποκτήσεις ταπείνωση ἤ ταπεινοφροσύνη; Ἔρχεται ἀμέσως ὁ γίγας τοῦ Μοναχισμοῦ, ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, ὁ ὁποῖος, σέ σχετικό κεφάλαιο τοῦ ἀνεπανάληπτου ἔργου του «ΚΛΙΜΑΞ», φαινομενικά καί ἐκ πρώτης ὄψεως, μᾶς ἀπογοητεύει ὅλους. Παρομοιάζει δηλαδή τήν κενοδοξία (=μετηλαγμένη ὑπερηφάνεια καί μετηλαγμένος ἐγωισμός) μέ «τρίβολον», τό γνωστό στούς ἀγρότες μας τριβέλι, πού ἀπό παντοῦ ἔχει ἀκανθώδεις ἀπολήξεις. Καί λέγει, ὅτι αὐτό τό τριβέλι, ὅπου καί ὅπως κι ἄν τό ρίξεις ἤ τό πετάξεις, πάντοτε παραμένει ὄρθιο κάποιο κεντρί του. Κατά παρόμοιο τρόπο, λέγει ὁ Ὅσιός μας, ὁ καθένας μας, ὅπως κι ἄν προσπαθήσει νά πολεμήσει (ἤ νά καταστείλει ἔστω) τήν κενοδοξία-ὑπερηφάνεια-ἐγωισμό, πάντοτε, παρά τήν φιλότιμη προσπάθειά του, κάποιο κέρατο ὑπερηφανείας θά παρουσιάσει, εἴτε στά λόγια του εἴτε στά ἔργα του εἴτε στά φρονήματά του. Ὅλοι μας ἀνεξαιρέτως· τόσο οἱ φανερῶς ἐγωιστές, ὅσο καί οἱ φαινομενικῶς ταπεινοί ἤ ταπεινόφρονες. Καί – κατά κάποιον τρόπον – μᾶς κλαίει ὁ Ὅσιος, γράφοντας καί τονίζοντας, ὅτι ἐφόσον «ἀκάθαρτος παρά Κυρίῳ πᾶς ὑψηλοκάρδιος», δηλαδή ἐφόσον ὁ ἴδιος ὁ Θεός βαθμολογεῖ ὡς «ἀκάθαρτον παρ’ Αὑτῷ πάντα ὑψηλοκάρδιον», ποιός εἶναι ἱκανός, ἀπό κεῖ καί πέρα, νά καθαρίσει ἕναν τέτοιον ἄνθρωπο; Φυσικά οὐδείς. Ἀλήθεια, δέν ἀπογοητεύεται κανείς βλέποντας καί διαπιστώνοντας πάνω στήν πράξη, πόσο ἀδύνατον – ἐκ πρώτης ὄψεως – εἶναι νά ἐπιτύχουμε τήν ἀπαλλαγή μας ἀπό τήν ὑψηλοκαρδία;
Νά, λοιπόν, ἡ εὐκαιρία· ἄς τήν ἁρπάξουμε. Δηλαδή, ἀντί νά ἀπελπισθοῦμε, αὐτή ἡ φαινομενική ἀπογοήτευση, ἄς γίνει κραυγή προσευχῆς. Τί εἶπε ὁ λεπρός τοῦ Εὐαγγελίου στόν Κύριο, ὅταν συναντήθηκαν; «Κύριε, ἐάν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι». Αὐτή ἄς εἶναι καί ἡ δική μας καθημερινή ἱκεσία. Δηλαδή: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Σύ πού δικαίως μέ βαθμολογεῖς ἀκάθαρτον – ὑψηλοκάρδιον, Σύ μόνο «δύνασαί με καθαρίσαι». Διότι ἐγώ, ὅσο κι ἄν τό θέλω, συνεχῶς ἀποδεικνύω, ὅτι ἡ ὑπερηφάνειά μου πάντοτε ἔχει τό κεντρί της ὄρθιο. Διά τοῦτο, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν.
Μέ αὐτή τήν σύντομη προσευχή, πού εἶναι νοερό κατασκεύασμα, νοερή ἀδολεσχία καί εὐσεβής λογισμός (ὅπως προαναφέρθηκε), ἄς ὑποδεχθοῦμε τήν πρώτη Κυριακή τοῦ Τριωδίου.
Πρός τοῦτο μάλιστα, ἔρχεται ἀρωγός μας ὁ νέος Ὅσιος Ἁγιορείτης Σιλουανός ὁ Ρῶσος. Ὑπάρχει ὁ ταπεινόφρων καί ὑπάρχει καί ὁ «πετεινόφρων», δηλαδή ὁ ὑπερήφανος, πού ἔχει τό φρόνημα τοῦ ἀγέρωχου κι ἐγωϊστή πετεινοῦ. Μᾶς λέγει συγκεκριμένα ὁ Ὅσιος: Ὁ ἀετός πετάει στά μεσούρανα, πάνω ἀπό βουνά, πεδιάδες, λίμνες, ποτάμια, θάλασσες· βλέπει τούς πάντες καί τά πάντα ὄντως ἀφ’ ὑψηλοῦ. Πετῶντας πάνω ἀπό ἕνα χωριό, παρατηρεῖ μέ ἔκπληξη, σέ ἕνα ἀγρόκτημα, τόν ὀρνιθῶνα (=κοτέτσι) του. Οἱ καϋμένες οἱ κοτοῦλες, συνέχεια ἔχουν τό κεφαλάκι τους κάτω στή γῆ καί τσιμπολογᾶνε. Ὁ κόκορας τότε, παρουσιάζεται ἀγέρωχος, μέ φρόνημα ἵππειον (=ἀλογίσιο) καί περπάτημα ἀνάλογο, περνᾶ ἀνάμεσα ἀπ’ τίς κότες, ὑψηλοφρονῶν, ὅτι αὐτός δέν εἶναι «ὥσπερ αἱ λοιπαί» τῶν ὀρνίθων. Ἐποπτεύει τά πάντα, μέ τό κεφάλι ψηλά, νομίζοντας ὁ τάλας, ὅτι ὅλος ὁ κόσμος καί ὅλη ἡ δημιουργία ἐξαντλεῖται καί περιορίζεται στό κοτέτσι πού αὐτός ἐλέγχει. Ὁ ἀητός, ἐλεεινολογῶντας τον, σκέπτεται: «Ὁ δυστυχής! Μᾶλλον φαίνεται νά εἶναι εὐχαριστημένος μέ τήν τύχη καί τή μοίρα του. Ὄντως, δέν ξέρει τά τρία κακά τῆς μοίρας του. Ἄς συγκαταβῶ γιά λίγο στήν κατάντια του, στήν ἐσχατιά του, γιά νά τοῦ μιλήσω σχετικῶς, μήπως καί ἀνανήψει». Κατεβαίνει, λοιπόν, στό κοτέτσι. Ὁ πετεινός τόν κοιτάζει ἔκπληκτος κι ἀπορημένος. Τότε ὁ ἀητός ἀρχίζει νά τοῦ ἀναφέρει γιά τίς πολιτεῖες, τά βουνά, τά δάση, τίς πεδιάδες, τίς λίμνες, τά ποτάμια, τίς θάλασσες «καί πάντα τά ἐν αὐτοῖς». Ὁ πετεινός, τόν ἀκούει μέν ἔκπληκτος, ἀλλά ἐπειδή δέν ἔχει προσλαμβάνουσες παραστάσεις οὔτε τίς σχετικές βιωματικές ἐμπειρίες τοῦ ἀητοῦ, παραμένει κεχηνώς (=μέ ἀνοικτό τό στόμα, σάν ἀποβλακωμένος). Τελικά, ὁ ὑψιπέτης ἀετός, «μετά πρώτην καί δευτέραν νουθεσίαν» παραιτεῖται καί ξαναπετάει στά ὕψη του, ἐνῶ ὁ ὑπερήφανος πετεινός, παραμένει «πετεινόφρων».
Οἱ πετεινοί, λοιπόν, εἴμαστε ὅλοι ἐμεῖς. Κι ἐμεῖς μᾶλλον εἴμαστε εὐχαριστημένοι μέ τήν πνευματική μας κατάντια καί χθαμαλότητα. Ἄς εὐχαριστήσουμε τόν Ὅσιό μας Σιλουανό – καθόσον αὐτός πρέπει νά κρύβεται πίσω ἀπό τόν ἀητό – ὁ ὁποῖος, ἔτσι παραστατικά, δεικνύει καί ἀποδεικνύει, ὅτι μέσα μας ἔχουμε πετεινοφροσύνη καί ὄχι ταπεινοφροσύνη. Τουλάχιστον, ἔστω καί κατ’ αὐτόν τόν τρόπον, ἀποφατικῶς θά λέγαμε, ἄν μή τι ἄλλο, ἄς κατανοήσουμε καί ἄς ποῦμε ὁ καθένας γιά τόν ἑαυτό του: «πολλή ἀπό σοῦ ἡ ὁδός». Εἶναι κάτι κι αὐτή ἡ διαπίστωση ἀπό τό τίποτε. Ἔτσι, πάλι στρεφόμαστε αὐτομάτως πρός τόν Χριστό μας, ὁ Ὁποῖος μόνος Αὐτός εἶχε καί ἔχει τό δικαίωμα νά λέγει ὅτι «πρᾶος εἰμί καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ». Μόνος Αὐτός. Ἐμεῖς ὅλοι, εἴμαστε κόκορες. Ὅμως, μήν ἀποκάμουμε. Ἔστω καί ὡς πετεινόφρονες, παραμένουμε παιδιά τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος «τόν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλει ἐπί πονηρούς καί ἀγαθούς καί βρέχει ἐπί δικαίους καί ἀδίκους». Καί ὁ Ὁποῖος – τό καί σπουδαιότερον – «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ» ὄχι μόνον τόν ὑπερήφανον Διάβολον, ἀλλά καί τήν δική μας δαιμονική ὑπερηφάνεια. «Ἀδυνατεῖ Αὐτῷ οὐδέν», «ὅτι δύναται βουλόμενος». Τόσο γιά μᾶς τούς ἐμπαθεῖς χοϊκούς τῆς στρατευομένης Ἐκκλησίας, ὅσο καί γιά τούς ἐν οὐρανοῖς Ἀγγέλους – Ἁγίους καί σεσωσμένους τῆς θριαμβευούσης Ἐκκλησίας, ὁ ἴδιος Θεός ὑπάρχει, ὁ ἴδιος Θεός λατρεύεται, ὁ ἴδιος Θεός ὑμνεῖται «ἀκαταπαύστοις στόμασιν, ἀσιγήτοις δοξολογίαις».
Τήν δεύτερη Κυριακή, τοῦ Ἀσώτου, θά δοῦμε τόν πρωταγωνιστή της, τόν «σεσωσμένον» υἱόν, ὁ ὁποῖος, τόσο πρίν, ὅσο καί μετά τήν ἀποστασία του ἀπό τήν Πατρική ἑστία, δέν ἔπαυσε νά χρησιμοποιεῖ σάν πρώτη λέξη – κραυγή, τήν κλητική προσφώνηση «Πάτερ». Κάτι πού δέν τό ἔκανε ὁ «πρεσβύτερος υἱός», ὁ καλός. Αὐτό λέει πολλά. Πρό πάντων λέει, ὅτι ὅλος ὁ οὐράνιος κόσμος εἰκονίζει τά παραβολικά ἐνενήκοντα ἐννέα πρόβατα, τά ὁποῖα περιμένουν τό ἕνα τό ἀπολωλός, πού εἰκονίζει ὁ καθένας μας. Περιμένουν νά ἀκούσουν κι ἀπο μᾶς τήν τοῦ ἀσώτου – σεσωσμένου υἱοῦ κραυγή «Πάτερ». Μιά κραυγή, κλητική προσφώνηση, πού περιέχει τελωνική ταπείνωση, πνεῦμα καί φρόνημα μετανοίας καί ὄχι φρόνημα ἐγωιστικό-φαρισαϊκό, ὅπως ὁ πρεσβύτερος υἱός· αὐτός, ἐκ τῶν λόγων του κατεκρίθη: «ἰδού, τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καί οὐδέποτε ἐντολήν σου παρεῖδον». Ὅπως δηλαδή ἀκριβῶς ὁ Φαρισαῖος: «οὐκ εἰμί ὥσπερ οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων». Ποῦ εἶναι ἡ ἐπίκληση «Πάτερ» ὦ πρεσβύτερε υἱέ; Δηλαδή, ἀπέδειξες, ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἐργοδότης σου καί ὄχι Πατήρ. Ὁ ἄσωτος ἀδελφός σου ὅμως, ἀπέδειξε, ὅτι παρά τήν ἀσωτία του, οὐδέποτε ἔπαυσε νά τόν θεωρεῖ καί νά τόν ὀνομάζει Πατέρα. «Διά τοῦτο προάγει σοῦ, εἰς τήν βασιλείαν» τῶν σεσωσμένων υἱῶν.
Ἐμεῖς ὅμως, ὡς ἄλλοι Ἄσωτοι υἱοί, ἄς μήν τοῦ μοιάσουμε. Μήν ξεχνᾶμε τό λόγιον: «ἔτι λαλοῦντος σου, ἰδού πάρειμι», λέγει ὁ Θεός. Μέ μία κραυγή «Πάτερ», «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ», ἰδού Αὐτός ὁ Πατήρ, πάρεστι, εἶναι παρών· «ὦσε ἡμῖν ἀοράτως συνών». Τόν ἔχουμε δίπλα μας, μέσα μας, ἀοράτως συνόντα. Αὐτή εἶναι ὅλων μας ἡ παρηγορία, νῦν καί ἀεί καί εἴς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν!
Μέ τίς ἀνωτέρω σκέψεις – ἀδολεσχίες ἤ εὐλαβεῖς λογισμούς, ἄς κάνουμε πανιά, ἄς ἀνοίξουμε τά πανιά, ὁ καθένας τά δικά του, γιά νά διαπλεύσουμε τό ὄντως «μέγα πέλαγος». Τό λιμάνι τῆς κοινῆς Ἁγίας Ἀναστάσεως μᾶς περιμένει. «Μηδείς φοβηθῇ τήν βραδύτητα· καί γάρ οὐδέν ζημιοῦται».
Καλόν Στάδιον! Καλές ἐξετάσεις!
Καλή ἐπιτυχία! Καί καλά ἀποτελέσματα!
Ζητῶ τήν προσευχή σας.
Μέ ἀγάπη Χριστοῦ
Μοναχός Νεκτάριος
Ἱερόν Κελλίον Ἁγίου Νικολάου, Μπουραζέρη,
β. 1. Και οι δύο, και ο Φαρισαίος και ο τελώνης, επιτελούν κάτι που εκ πρώτης όψεως φαίνεται καλό: προσεύχονται. Παγκοσμίως και πανθρησκειακώς, η προσευχή θεωρείται ότι είναι μία από τις ανώτερες ενέργειες της ψυχής του ανθρώπου, αν όχι η ανώτερη, κατεξοχήν δε στον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό. Ο ιουδαιοχριστιανισμός κατανοεί την προσευχή ως καρπό της πρώτης και μεγάλης εντολής του Θεού, της αγάπης προς Εκείνον. «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής σου, εξ όλης της καρδίας σου, εξ όλης της διανοίας σου, εξ όλης της ισχύος σου». Αναφέρεσαι στον Θεό και διαλέγεσαι με Εκείνον, τον Οποίον καλείσαι να αγαπάς καθ’ ολοκληρίαν, γιατί σε δημιούργησε, σε φροντίζει, σε διακυβερνά, είναι ο τελικός κριτής σου. Με το δεδομένο μάλιστα της «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Αυτού» δημιουργίας σου. Κι ακόμη περισσότερο, εκεί που η προσευχή θεωρείται ό,τι πιο φυσικό και αναγκαίο μπορεί να υπάρξει στον άνθρωπο, κατά κυριολεξίαν θέμα ζωής και θανάτου, είναι στη χριστιανική πίστη. Διότι ο Χριστός ερχόμενος στον κόσμο προσέλαβε τον άνθρωπο, τον ένωσε με τον Εαυτό Του, τον έκανε μέλος δικό Του, κάτι που ενεργοποιείται στην Εκκλησία με το μυστήριο του βαπτίσματος, του χρίσματος, της εν μετανοία μετοχής στη Θεία Ευχαριστία. Δεν είναι τυχαίο που ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει ότι η προσευχή είναι πιο αναγκαία και από την ίδια την αναπνοή, είναι η ίδια η ζωή του ανθρώπου. «Μνημονευτέον του Θεού μάλλον ή αναπνευστέον», σημειώνει συγκεκριμένα, δηλαδή: πρέπει να μνημονεύουμε τον Θεό περισσότερο από το να αναπνέουμε. Ούτε είναι επίσης τυχαίο που ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος ορίζει την προσευχή ως «συνουσία του ανθρώπου με τον Θεό».
2. Κι όμως! Αυτό που θεωρείται ανάγκη και ζωή, μπορεί να γίνει οσμή
θανάτου, καταστροφή και όνειδος για τον άνθρωπο. Που σημαίνει: μπορεί να
προσεύχεσαι και η προσευχή σου να είναι αναποτελεσματική, να γίνεται
απορριπτέα, να αποστρέφει ο Θεός το πρόσωπό Του από αυτήν. Κι αυτό
γιατί; Διότι όχι η προσευχή καθ’ εαυτήν, αλλά ο τρόπος που την
πραγματοποιεί κανείς είναι το ζητούμενο. Συμβαίνει κάτι παρόμοιο με
οτιδήποτε θεωρείται καλό και ενάρετο: όχι το φαίνεσθαι, αλλ’ η ουσία, η
«καρδιά» είναι εκείνο που δίνει τον θετικό χρωματισμό. Η ελεημοσύνη για
παράδειγμα. Δεν αρκεί να δίνεις στους άλλους. Σημασία έχει με τι καρδιά
το δίνεις, γιατί αυτό μετράει και βλέπει ο Θεός. «Άνθρωπος εις πρόσωπον,
Θεός εις καρδίαν βλέπει». Ο Κύριος το δίλεπτο της πτωχής χήρας μακάρισε
και όχι τα πολλά που έβαζαν στο γαζοφυλάκιο οι πλούσιοι Φαρισαίοι.
Διότι η χήρα έδωσε από το υστέρημά της, όλο το βιος της, ενώ οι άλλοι
από το περίσσευμά τους. Η νηστεία, το ίδιο. Και πάλι ο Κύριος κατέκρινε
την υποκριτική νηστεία των Φαρισαίων, γιατί την έκαναν «προς το θεαθήναι
τοις ανθρώποις».
3. Γιατί λοιπόν δεν δικαιώθηκε η προσευχή του Φαρισαίου; Πώς αυτό που φαινόταν θεάρεστο κατακρίθηκε;
(1) Διότι ο Φαρισαίος δεν στάθηκε ενώπιον του Θεού, αλλά ενώπιον του εαυτού του.«Σταθείς προς εαυτόν» λέει, και όχι «προς τον Θεόν». Η προσευχή του δηλαδή ήταν μία δοξολογική αναφορά στο είδωλο που είχε κατασκευάσει για τον εαυτό του. Τον εαυτό του «λιβάνιζε» με τα λόγια της προσευχής του, έχοντας ως θυμίαμα τις υποτιθέμενες αρετές του. Οι αρετές του Φαρισαίου δεν ήταν ο καρπός της παρουσίας του Θεού στη ζωή του – ό,τι τονίζει ο λόγος του Θεού – αλλά το αποτέλεσμα, καθώς νόμιζε, της δικής του αυτόνομης προσπάθειας: «νηστεύω δις του Σαββάτου, αποδεκατώ πάντα όσα κτώμαι». Η καύχησή του λοιπόν ήταν μονόδρομος. Το εγώ του ήταν και ο Θεός του. Ποιος μπορούσε να παραβληθεί μαζί του; Κι ο Θεός ο Ίδιος ήταν υποχρεωμένος να υποκλιθεί στο «μεγαλείο» του. Η Βασιλεία του Θεού ήταν δεδομένη γι’ αυτόν κατάσταση.
Η περιγραφή της «προσευχής» του Φαρισαίου παραπέμπει ασφαλώς στη στάση του Εωσφόρου, του πρώτου αγγέλου που ξέπεσε, όπως καταγράφεται ήδη στην Παλαιά Διαθήκη. Ο Εωσφόρος παρουσιάζεται «μεθυσμένος» από το φως του – φως του Θεού στην πραγματικότητα που δεν το κατανοεί – και τις αρετές του. «Δεν μπορεί παρά να είμαι Θεός» είναι προφανώς η σκέψη του. «Θα στήσω τον θρόνο μου απέναντι στον Ύψιστο». Και το αποτέλεσμα είναι παραπάνω από τραγικό: «εθεώρουν τον σατανάν – λέγει ο ίδιος ο Κύριος – ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα». Η πτώση δηλαδή του Εωσφόρου και η μεταβολή του σε σατανά, σε αντίπαλο δηλαδή του Θεού, σε διάβολο. Το ίδιο δεν συμβαίνει όμως και με την «προσευχή» του Φαρισαίου; Ίδια αλαζονική και υπερήφανη συμπεριφορά, ίδιο και το αποτέλεσμα: η παταγώδης πτώση∙ η αποστροφή του Θεού∙ ο δαιμονισμός!
(2) Διότι ο Φαρισαίος «προσεύχεται», και από το ύψος των αρετών του, ως «θεός», καταδικάζει και κατακρίνει τον κόσμο όλο: «Ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων». Για να γίνει πιο συγκεκριμένος: «ή και ως ούτος ο τελώνης». Το βλέμμα του και τα λόγια του, «πύρινη ρομφαία» για τον ταλαίπωρο τελώνη, τον «αμαρτωλό». Πρέπει να ένιωσε μια γεύση στυφάδας στο στόμα του, καθώς τον ανέφερε. Η κατάκρισή του γίνεται εξουδένωση του αμαρτωλού. Ίσως και να απόρησε πώς μπορεί και ζουν τέτοιοι άνθρωποι, που μολύνουν τον κόσμο των «καθαρών» σαν κι αυτόν ανθρώπων, αναπνέοντας τον ίδιο αέρα με αυτούς. Η προσευχή του λοιπόν, γεμάτη υπερηφάνεια και καύχηση για τον εαυτό του, πλήρης αποτροπιασμού και κατάκρισης για τον αμαρτωλό.
4. Γιατί δικαιώθηκε όμως η προσευχή του τελώνη; Πώς η ενέργεια του αντικειμενικά αμαρτωλού κάμπτει τον Θεό και προσφέρει Αυτός πλούσια τη χάρη Του σ’ εκείνον; Διότι ακριβώς στάθηκε ενώπιον του Θεού εν μετανοία. Δηλαδή με επίγνωση των αμαρτιών του, η οποία τον έκανε να νιώθει ταπεινός και μηδαμινός, αλλά και με πίστη στο έλεος και την αγάπη Εκείνου. «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Η επίγνωση και η πίστη αυτή συνιστούν τις βάσεις της μετανοίας. Στο πρόσωπο του τελώνη της παραβολής ψαύουμε τα αληθινά σημάδια της, τα οποία δείχνουν ποια στάση ανθρώπου αποδέχεται ως στάση δικαίωσης από Εκείνον ο Ίδιος ο Θεός. Κι αυτήν τη στάση τη χαρακτηρίζει ο Κύριος ως ταπείνωση. «Ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν».
Σ’ αυτήν την προσευχητική στάση, εκεί δηλαδή που ο άνθρωπος είναι στραμμένος μόνο στον εαυτό του, θρηνώντας τις αμαρτίες του, δεν υπάρχει ίχνος κατάκρισης για τους άλλους. Το αντίθετο μάλιστα: στρέφοντας τα βέλη της κριτικής του ο τελώνης μόνο προς τον εαυτό του, απαλλάσσει από κάθε καταδίκη τους άλλους, υψώνοντάς τους υπεράνω του εαυτού του. Κι αυτό θα πει: όποιος κοιτά τον εαυτό του και τα δικά του αμαρτήματα, δεν έχει χρόνο για να βλέπει τα σφάλματα των άλλων, καλύτερα: βλέπει τους άλλους ανωτέρους από αυτόν. «Τη ταπεινοφροσύνη αλλήλους ηγούμενοι υπερέχοντας εαυτών», που λέει κι ο απόστολος Παύλος: με την ταπείνωση να θεωρείτε τους άλλους ότι είναι ανώτεροί σας. Τι άλλο σημαίνει η διπλωμένη στα γόνατα στάση προσευχής του τελώνη, μακριά από τους άλλους – «μακρόθεν εστώς» – και μη τολμώντας ούτε τους οφθαλμούς του να σηκώσει επάνω; – «Ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι».
5. Έτσι η προσευχή του, που είναι ο τύπος της δικαιωμένης από τον Θεό προσευχής, έχει το χαρακτηριστικό της ταπείνωσης, ως βίωσης, καθώς είπαμε, της αληθινής μετάνοιας, με επίγνωση της αμαρτίας, με πίστη στην αγάπη του Θεού, με έλλειψη οποιασδήποτε επικριτικής διάθεσης απέναντι στον συνάνθρωπο. Γι’ αυτό βεβαίως έγινε και ο τύπος της προσευχής της Εκκλησίας. Το «Κύριε ελέησον», ή με την πιο ανεπτυγμένη του μορφή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», αποτελεί επακριβή μεταφορά της τελωνικής προσευχής «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Ό,τι ο τελώνης εισέπραξε από την προσευχή του, τη δικαίωση που είπε ο Κύριος – «κατέβη ούτος δεδικαιωμένος ή εκείνος» – το ίδιο μας προσφέρει και η Εκκλησία με όλη την ατμόσφαιρά της, που κινείται ακριβώς σε αυτόν τον ρυθμό. Κι από την άποψη αυτή ο τελώνης για την Εκκλησία είναι ο τύπος του αγίου. Όχι βεβαίως για τις αμαρτίες του, αλλά για τη μετάνοιά του. Ξέρουμε πια και εμείς πώς να στεκόμαστε απέναντι στον Κύριο, ώστε να δικαιωνόμαστε.
γ. Η παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου ξεκινά το ευλογημένο Τριώδιο, που θα εκβάλει, όπως είπαμε, στον Σταυρό και την Ανάσταση του Κυρίου. Η Εκκλησία μάς ανοίγει τα μάτια από την αρχή: ο δρόμος για την Ανάσταση είναι ο δρόμος της μετανοίας και της ταπείνωσης. Και η προσευχή του δρόμου αυτού είναι το «Κύριε ελέησον». Ας πάρουμε στα χέρια μας, κρυφά και όχι φανερά, το κομποσχοίνι, και ας γίνει η κάθε στιγμή μας ένας κόμπος από αυτό. Το «Κύριε ελέησον» ας γίνει ο ρυθμός της ζωής μας. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: η δικαίωσή μας και η χάρη του Θεού μας.
Πρωτότυπο Κείμενο
Εἶπεν ὁ Κύριος την παραβολήν ταύτην· ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.
Νεοελληνική Απόδοση
Είπε ο Κύριος αυτή την παραβολή: «Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ναό για να προσευχηθούν. Ο ένας ήταν Φαρισαίος κι ο άλλος τελώνης. Ο Φαρισαίος στάθηκε επιδεικτικά κι έκανε την εξής προσευχή σχετικά με τον εαυτό του: «Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ που εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους άρπαγας, άδικος, μοιχός, ή και σαν αυτόν εδώ τον τελώνη. Εγώ νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα και δίνω στο ναό το δέκατο απ’ όλα τα εισοδήματά μου». Ο τελώνης, αντίθετα, στεκόταν πολύ πίσω και δεν τολμούσε ούτε τα μάτια του να σηκώσει στον ουρανό. Χτυπούσε το στήθος του και έλεγε: «Θεέ μου, σπλαχνίσου με τον αμαρτωλό». Σας βεβαιώνω πως αυτός έφυγε για το σπίτι του αθώος και συμφιλιωμένος με το Θεό, ενώ ο άλλος όχι· γιατί όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, κι όποιος τον ταπεινώνει θα υψωθεί».
Διακόνου Επιφανίου Παπαντωνίου
Πρωτότυπο Κείμενο
Τέκνον Τιμόθεε, παρηκολούθηκάς μου τῇ διδασκαλίᾳ, τῇ ἀγωγῇ, τῇ προθέσει, τῇ πίστει, τῇ μακροθυμίᾳ, τῇ ἀγάπῃ, τῇ ὑπομονῇ, τοῖς διωγμοῖς, τοῖς παθήμασιν, οἷά μοι ἐγένοντο ἐν Ἀντιοχείᾳ, ἐν Ἰκονίῳ, ἐν Λύστροις. Oἵους διωγμοὺς ὑπήνεγκα! Καὶ ἐκ πάντων με ἐρρύσατο ὁ Κύριος. Καὶ πάντες δὲ οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται· πονηροὶ δέ ἄνθρωποι καὶ γόητες προκόψουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι. Σὺ δὲ μένε ἐν οἷς ἔμαθες καὶ ἐπιστώθης, εἰδὼς παρὰ τίνος ἔμαθες, καὶ ὅτι ἀπὸ βρέφους τὰ ἱερὰ γράμματα οἶδας, τὰ δυνάμενά σε σοφίσαι εἰς σωτηρίαν διὰ πίστεως τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.
Νεοελληνική Απόδοση
Παιδί μου Τιμόθεε, συμπορεύτηκες μαζί μου στη διδασκαλία, στον τρόπο ζωής, στους σκοπούς, στην πίστη, στη μακροθυμία, στην αγάπη, στην υπομονή, στους διωγμούς, στα παθήματα σαν αυτά που υπέμεινα στην Αντιόχεια, στο Ικόνιο, στα Λύστρα. Τι διωγμούς υπέφερα! Κι απ’ όλα με γλίτωσε ο Κύριος. Κι όχι μόνο εγώ, αλλά και όλοι όσοι θέλουν να ζήσουν με ευσέβεια, σύμφωνα με το θέλημα του Ιησού Χριστού, θα αντιμετωπίσουν διωγμούς. Μόνο οι πονηροί άνθρωποι και οι απατεώνες θα προκόβουν στο χειρότερο· θα εξαπατούν τους άλλους και οι άλλοι θα τους εξαπατούν. Εσύ όμως να μένεις σ’ αυτά που έμαθες και που για την αξιοπιστία τους έχεις τεκμήρια. Ξέρεις από ποιον τα έμαθες· και μη λησμονείς ότι από τη βρεφική σου ηλικία γνωρίζεις τη Γραφή, που μπορεί να σε κάνει σοφό οδηγώντας σε στη σωτηρία δια της πίστεως στον Ιησού Χριστό.
Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης: Ἂν γνώριζε ὁ κόσμος τὴ δύναμη τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ: «μάθετε ἀπ᾿ Ἐμοῦ, ὅτι πράος εἰμὶ καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ», τότε ὅλος ὁ κόσμος, ὅλη ἡ οἰκουμένη, θὰ ἐγκατέλειπαν ὅλες τὶς ἄλλες ἐπιστῆμες καὶ θὰ μάθαιναν μόνον αὐτὴ τὴν οὐράνια ἐπιστήμη.
Ψάχνει και για την έρημο, και για την σπηλιά, για τη φύλαξη του εαυτού του από τα πάθη και για τη διόρθωση των προηγούμενων κακών πράξεων, με σκληρό βίο, με δίψα, με κρύο και με άλλα κατορθώματα.
Ενώ ο Κύριος του δίνει ακόμη περισσότερη ζεστασιά η οποία σαν ένας φλεγόμενος φούρνος καίει την καρδιά του με μια ζεστή αγάπη προς τον Θεό, έναν απέραντο ζήλο για την εκπλήρωση των διδαχών του Κυρίου και μια απέραντη έχθρα προς τα πάθη και τις αμαρτίες.