Σάββατο 4 Μαρτίου 2017

Γ.ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗΣ:Η ΚΑΥΣΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ


Ο , ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, εξηγεί το τι σημαίνει των νεκρών για την εκκλησία.

«Η προτίμηση της δεν εξαντλείται στο επίπεδο της λογικής ή της γραφειοκρατίας, αλλά ανάγεται στο βάθος της υπάρξεως του ανθρώπου· ανάγεται στη στάση του απέναντι στο οριακό φαινόμενο της υπάρξεώς του, τον θάνατο. Και το νόημα που προσδίδει ο άνθρωπος στον θάνατο αποτυπώνεται στη μία ή την άλλη προτίμησή του.
Η ταφή των νεκρών δεν αποτελεί δογματικό θέμα με την έννοια κάποιου δογματικού όρου. Η ανάσταση των νεκρών, στην οποία πιστεύει η Εκκλησία, δεν θα εξαρτηθεί από την ταφή ή την καύση τους. Αλλά και, από την άλλη πλευρά, η ταφή των νεκρών δεν είναι άσχετη με τη δογματική πίστη της Εκκλησίας. Η προτίμηση της ταφής και η απόρριψη της καύσεως των νεκρών συνδέονται στενά με την πίστη της Εκκλησίας για τον άνθρωπο και τον σκοπό της υπάρξεώς του.
Όποιος βλέπει το νεκρό σώμα ως λείψανο, ως σεβαστό δηλαδή κατάλοιπο της ανθρώπινης υπάρξεως, θέλει να το τιμήσει. Και στην περίπτωση αυτή, η ταφή ή στη συνέχεια η διατήρηση των οστών είναι ιερή. Άλλωστε, γνωρίζουμε σήμερα ότι και τα ξερά οστά διατηρούν ζωντανή τη βιολογική ταυτότητα του νεκρού, αλλά όχι η στάχτη. Όποιος όμως βλέπει το νεκρό ανθρώπινο σώμα ως μακάβριο πτώμα είναι φυσικό να το αποστρέφεται και να θέλει να το εξαφανίσει. Δεν διακρίνει σύμβολα, αλλά φυσικά αντικείμενα, με χρηστική ή και χρηματιστική αξία. Λησμονεί την καρδιά και σκέφτεται λογικά. Με την προβληματική, μάλιστα, των μεγάλων αστικών κέντρων, θεωρεί λογικότερη και πρακτικότερη την καύση των νεκρών. Το μόνο λογικό κενό που παραμένει εδώ είναι γιατί να υπάρχει μια άσκοπη καύση, χωρίς ταυτόχρονη χρήση του υλικού που μπορεί να προκύψει από το νεκρό σώμα.
Σε ολόκληρη την ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης και της αδιαίρετης Χριστιανοσύνης, αντιμετωπίζεται ως ειδωλολατρική συνήθεια και θεωρείται αποκρουστική πράξη. Ειδικότερα, ο διά πυράς θάνατος συνδέεται στην Παλαιά Διαθήκη με ειδεχθή εγκλήματα. Η Καινή Διαθήκη θεωρεί αυτονόητη την ταφή των νεκρών, ενώ στην ιστορία της Εκκλησίας μόνο διώκτες της κατέφυγαν στην αποτέφρωση των σωμάτων των Χριστιανών, για να εξαφανίσουν τη μνήμη τους και να πλήξουν την ελπίδα της αναστάσεώς τους. Κατά τους νεότερους, τέλος, χρόνους, η καύση των νεκρών εφαρμόσθηκε και ως κάποια μορφή εξαγνισμού του κόσμου από την παρουσία τους.
Η θέληση για εξαφάνιση ή διατήρηση του νεκρού σώματος στον τάφο συνδέεται άμεσα με την τοποθέτηση του ανθρώπου απέναντι στον θάνατο. Όταν κάποιος επιθυμεί να λησμονήσει τον θάνατο, είναι φυσικό να θέλει να εξαφανίσει καθετί που συνδέεται με αυτόν ή τον θυμίζει. Και σε αυτό θωρακίζεται από τα σχετικά συστήματα της κοινωνίας μας. Όλα βοηθούν στην αποσιώπηση του θανάτου. Μέσα στο κλίμα αυτό, είναι φυσικό να επιδιώκεται και η εξαφάνιση του νεκρού ανθρώπινου σώματος. Η ταφή στο μνήμα διατηρεί τη μνήμη· τη μνήμη του νεκρού, αλλά και του θανάτου. Και για να διατηρεί κάποιος τη μνήμη αυτή, χωρίς να βασανίζεται, χρειάζεται να πιστεύει στη νίκη εναντίον του θανάτου.
Ο Χριστιανός πιστεύει στη νίκη αυτή και περιμένει την ανάσταση: «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών». Περιμένει την ανάσταση που αφορά ολόκληρη τη σωματοψυχική του υπόσταση. Περιμένει την ανάσταση του καινούργιου ανθρώπου μέσα από το σώμα που φθείρεται, όπως περιμένει και το καινούργιο σιτάρι μέσα από τον σπόρο που σαπίζει στη γη. Όταν υπάρχει η πίστη ή η προσδοκία αυτή, τότε και η στάση απέναντι στον θάνατο και το νεκρό σώμα είναι ανάλογη. Και αυτή εμπνέει το ήθος που καλλιεργήθηκε επί αιώνες στον τόπο αυτόν, ενώ η καύση εισάγει νέο ήθος.
Η δεν προσβάλλει άμεσα το δόγμα της Αναστάσεως. Προσβάλλει όμως το αίσθημα και το ήθος που καλλιεργεί το δόγμα αυτό. Παραμορφώνει την προοπτική και την προσδοκία της Εκκλησίας για τον άνθρωπο. Έτσι θίγεται και το δόγμα, καθώς είναι οργανικά ενωμένο με το ήθος και τη ζωή της Εκκλησίας. Στον τόπο αυτόν, όπου δεν ήταν άγνωστη η καύση των νεκρών, καθιερώθηκε με τη χριστιανική διδασκαλία και διατηρήθηκε στη συνέχεια ως αυτονόητη η ταφή των νεκρών. Μια πράξη συμβολική, που παραλληλίζεται μάλιστα από τον Απόστολο Παύλο με τη σπορά του κόκκου του σιταριού και συνδέεται με την προσδοκία της καινούργιας ζωής. Όταν σβήνει η προσδοκία αυτή, χάνει και η ταφή τη συμβολική διάστασή της.
Η γλώσσα κάθε λαού φανερώνει με άμεσο τρόπο το αίσθημα και το ήθος του. Το αίσθημα και το ήθος μας απέναντι στους νεκρούς αποτυπώθηκε ανεξίτηλα στη γλώσσα μας. Και η αποτύπωση αυτή έχει ιδιαίτερη σπουδαιότητα, γιατί διατηρείται ζωντανή έως σήμερα στην καθημερινή μας ζωή. Στη γλώσσα μας λοιπόν ο νεκρός χαρακτηρίζεται και το νεκροταφείο . Ποτέ δεν σκέφτεται κάποιος να κάψει αυτόν για τον οποίο έχει το αίσθημα ότι κοιμάται, εκτός αν τον μισεί θανάσιμα. Επιπλέον, ο νεκρός ονομάζεται συγχωρημένος. Και το ρήμα «πέθανε» έχει ως συνώνυμό του το «συγχωρήθηκε». Η συγχώρηση αποτελεί μεγαλειώδη σύνθεση αισθήματος και ήθους. Ήθους, γιατί μας συμφιλιώνει με αυτόν που συγχωρείται. Και αισθήματος, γιατί αυτός που συγχωρείται γίνεται αποδεκτός στον εσωτερικό χώρο της προσωπικής μας ζωής.
Ο νεκρός που συγχωρείται προσλαμβάνεται στον χώρο της προσωπικής ζωής των ζωντανών. Παραμένει στη μνήμη τους. Γίνονται μνημόσυνα γι’ αυτόν και μάλιστα σε τακτά χρονικά διαστήματα, που συνδέονται και με τις διάφορες φάσεις αλλοιώσεως του σώματος. Ο τάφος είναι μνήμα, δηλαδή τόπος μνήμης και επισκέψεως για όσους αγάπησαν και συγχώρησαν τον νεκρό. Έτσι εξακολουθεί να υπάρχει ως «συγχωρημένος». Και η μνήμη του διασώζεται όσο υπάρχουν ζωντανοί που τον θυμούνται. Αλλά τελικά όλοι οι νεκροί «συγχωρούνται», γιατί διασώζονται στο πρόσωπο του Χριστού, που είναι ο αιωνίως ζων, «ο ων και ο ην και ο ερχόμενος».
Όταν υπάρχει το αίσθημα και το ήθος αυτό, δεν προβάλλεται θέμα χωροταξικού αδιεξόδου για την ταφή των νεκρών, όπως δεν προβάλλεται τέτοιο θέμα όταν χρειάζεται να καλυφθούν άλλες ζωτικές ανάγκες της κοινωνίας. Η αίσθηση της ανάγκης να διατηρηθεί ζωντανή η μνήμη των νεκρών βρίσκει τους τόπους και τους τρόπους για την ικανοποίησή της. Η μνήμη των νεκρών μάς θυμίζει τις ρίζες μας, την παράδοσή μας, το χρέος μας απέναντι σε αυτούς και τους επιγόνους τους. Η λήθη των νεκρών αφήνει μετέωρη την κοινωνία των ζωντανών. Η κοινωνία μας, αλλά και ολόκληρη η ζωή μας είναι αδιανόητη χωρίς τους νεκρούς. Η γλώσσα μας, η πατρίδα μας, τα ήθη και έθιμά μας, ο πολιτισμός μας, η ίδια η ύπαρξή μας προέρχεται από αυτούς. Οι τάφοι και τα λείψανά τους είναι σεβαστά, ακόμα και ιερά. Η αποτέφρωσή τους δεν μπορεί να μην αντανακλάται και σε αυτά που μας κληροδότησαν.
Ο Χριστιανισμός διδάσκει ότι η ύπαρξή μας ανήκει στον Θεό. Γι’ αυτό και μας προτρέπει να Τον δοξάζουμε, όχι μόνο με το πνεύμα, αλλά και με το σώμα μας. Αλλά και η κοινή εμπειρία μάς διδάσκει ότι δεν έχουμε από τον εαυτό μας την ύπαρξή μας, αλλά τη δεχόμαστε από έξω. Η γέννησή μας, η διατήρηση και η αύξησή μας συνδέονται με τους άλλους ανθρώπους και με το φυσικό μας περιβάλλον.
Βέβαια, είμαστε ελεύθεροι και υπεύθυνοι για τις επιλογές και τη συμπεριφορά μας. Η άκριτη όμως και απεριόριστη επίκληση της ελευθερίας και της αυτεξουσιότητας ούτε λογική ούτε ανθρώπινη είναι. Κανείς δεν μας ρώτησε αν θέλουμε να γεννηθούμε και δεν θα μας ρωτήσει αν θέλουμε να πεθάνουμε. Κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει τους φυσικούς και βιολογικούς του περιορισμούς και να παραθεωρήσει τις υποχρεώσεις και τις δεσμεύσεις που συνεπάγεται η ιδιότητά του ως κοινωνικού όντος. Και όμως, συχνά παρακάμπτουμε ορισμένα αυτονόητα και χρησιμοποιούμε τις έννοιες της ελευθερίας και γενικότερα των δικαιωμάτων μας με σοφιστικό τρόπο. Η εύρεση της χρυσής τομής ανάμεσα στην ατομική ελευθερία και την κοινωνική εξάρτηση είναι δύσκολη ή και επώδυνη, αλλά ταυτόχρονα απαραίτητη και ιδιαίτερα επίκαιρη. Και όταν στην προβληματική αυτή προστεθεί η μεταβλητή του θανάτου, τα πράγματα γίνονται δυσχερέστερα.
Ειδικότερα, στο θέμα της καύσεως των Ορθοδόξων υπάρχει ένα λεπτό σημείο. Μπορεί κάποιος να ζητήσει να καεί μετά τον θάνατό του. Η καύση του όμως θα πραγματοποιηθεί από ανθρώπους που θα βρίσκονται στη ζωή. Και αυτοί είναι πολύ πιθανό -και στον τόπο μας, ίσως βέβαιο- να έχουν αντιλήψεις που έρχονται σε αντίθεση με την επιθυμία του εκλιπόντος. Πώς λοιπόν θα υποχρεωθούν να εκπληρώσουν την επιθυμία του εκλιπόντος; Και κατά πόσο η ατομική επιθυμία εκείνου, που εδώ εκφράζει μια τοποθέτηση απέναντι στο ανθρώπινο σώμα, δεν παραβιάζει την ελευθερία της συνειδήσεως εκείνων που είναι τοποθετημένοι διαφορετικά;
Παραπονούμαστε ότι ο ιστός της κοινωνίας μας τείνει να διαλυθεί. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να ενισχύσουμε τη διάλυσή του. Το αίτημα των ετεροδόξων είναι σεβαστό. Άλλωστε, και αυτό εκφράζει επιθυμία συντονισμού με τη δική τους εκκοσμικευμένη κοινωνία. Ο ίδιος νόμος στη δική μας κοινωνία θα λειτουργήσει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ενώ εκείνοι θα συντονισθούν με τους δικούς τους, εμείς θα αποσυντονιστούμε μεταξύ μας. Θα θεσμοποιήσουμε μια αποκλίνουσα συμπεριφορά στην κοινωνία μας. Και η θεσμοποίηση αυτή θα δημιουργήσει την εντύπωση της δικαιώσεώς της. Ασφαλώς και η αποκλίνουσα συμπεριφορά δεν μπορεί να απαγορευθεί, ιδίως μάλιστα από την Εκκλησία, που προασπίζεται πάντοτε την ανθρώπινη ελευθερία. Η Εκκλησία δεν επιβάλλει την πίστη και τις τελετές της σε όσους είναι ξένοι προς αυτήν. Αλλά και όσοι είναι ξένοι προς αυτήν δεν μπορούν να απαιτούν από εκείνη να ευλογεί τις αυθαίρετες επιλογές τους».