Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ:Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΥΜΝΟΥ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

akathistos1
Ο Ακάθιστος ύμνος ή όπως αλλιώς είναι γνωστός σε πιο λαϊκή γλώσσα οι Χαιρετισμοί της Παναγίας ψάλθηκε για πρώτη φορά στον ναό των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη τον 7ο μ.Χ. αιώνα και αποτελεί ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας.
Κατά την διάρκεια του όλοι οι πιστοί στέκονταν όρθιοι από χαρά αλλά και για να αποδώσουν τιμή στην Παναγία στην οποία αναφέρεται ο ύμνος, εξού και ονομάσθηκε Ακάθιστος Ύμνος.
Εξυμνεί την Παναγία και μέσα Αυτής τον Πανάγαθο Θεό πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς με θριαμβευτικό τόνο με την χρήση πολλών κολακευτικών επιθέτων και σχημάτων λόγου με μεταφορές και αντιθέσεις για να τονίσει τα χαρίσματα της Παναγίας.
Αποτελείται από 24 οίκους δηλαδή στροφές που ο καθένας ξεκινάει από ένα από τα αντίστοιχα 24 γράμματα της ελληνικής αλφαβήτου και όλοι αυτοί οι οίκοι είναι κατά απόλυτη αλφαβητική σειρά από το Α έως το Ω ενώ παράλληλα είναι γραμμένοι με κανόνες ισοσυλλαβίας και ομοφονίας και σε πολλές περιπτώσεις και ομοιοκαταληξίας.
Οι πρώτοι 12 οίκοι του (δηλαδή από το Α έως και το Μ) αποτελούν τρόπον τινά το ιστορικό μέρος του ύμνου μιας και αναφέρεται στα γεγονότα του Ευαγγελισμού, της επίσκεψης της Παναγίας στην Ελισάβετ κατά σάρκα εξαδέλφη της και μητέρας του Τιμίου Προδρόμου, της αμφιβολίας του Ιωσήφ, την προσκύνηση των ποιμένων και των μάγων, την Υπαπαντή του Χριστού στον ναό του Σολομώντα από τον Δίκαιο και άγιο Συμεών καθώς και την φυγή της Αγίας οικογένειας στην Αίγυπτο.
Ενώ οι 12 τελευταίοι οίκοι (δηλαδή από το Ν έως και το Ω) αποτελούν το δογματικό-θρησκευτικό-θεολογικό μέρος των οίκων αυτών που εξυμνούν τον σκοπό της ενανθρωπήσεως του Χριστού μέσα από την πραγματική προέκταση της έκθεσης και της ενσαρκώσεως του Υιού και Λόγου του Θεού.
Ανάμεσα στους μονούς οίκους αυτούς (δηλαδή Α,Γ,Ε κλπ) υπάρχουν 144 Χαίρε προς την Αειπάρθενο τα οποία αποτελούν συνέχεια ποιητική του χαιρετισμού του Αρχαγγέλου Γαβριήλ κατά τον Ευαγγελισμό της Παναγίας (Χαίρε Κεχαριτωμένη...).
Ψάλθηκε όπως είπαμε και παραπάνω για πρώτη φορά στον ναό των Βλαχερνών για αυτό έως και σήμερα την 3η Παρασκευή της Μεγάλης Τεσσαρακοστης ο εκάστοτε Πατριάρχης του Οικουμενικού Θρόνου μεταβαίνει στον ναό των Βλαχερνών όπου ψάλλει ο ίδιος τιμητικά προς το πρόσωπο της Παναγίας τους οίκους της Γ' Στάσης του Ακαθίστου Ύμνου, εις ανάμνησιν εκείνης της πρώτης φοράς που με ευγνωμοσύνη ψάλθηκε στον ναό αυτών αιώνες πριν ολόκληρος ο Ύμνος αυτός.
Για πρώτη φορά ψάλθηκε στις 8 Αυγούστου του 626 μ.Χ. όπου οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης συνέρρεαν στον ναό των Βλαχερνών και μέσω του ύμνου αυτού απέδωσαν ευγνωμοσύνη προς την Υπέρμαχο της Πόλης των πόλεων μέσα από τον μέσα από τον εμβληματικό, δοξαστικό και χαρούμενο ύφος της ψαλμωδίας των οίκων αυτών για την σωτηρία τους από την υποδούλωση τους στους πολιορκητές.
Εκείνη την εποχή αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο Ηράκλειος ο οποίος έλειπε από την Πόλη διότι είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών.
Η πόλη σχεδόν ήταν αφύλακτη μιας και μεγάλο τμήμα του στρατού είχε όπως είναι δύσκολος ακολουθήσει των αυτοκράτορα στην εκστρατεία.
Οι Άβαροι βρίσκουν τότε την ευκαιρία και αιφνίδια πλέουν προς την Κωνσταντινούπολη προκειμένου να την καταλάβουν.
Οι κάτοικοι της Πόλεως μαζί με τον ελάχιστο στρατό οχυρώνουν τα τείχη της Πόλεως έχοντας όμως τον φόβο της απειλής των πολιορκητών και την απουσία του συνόλου του στρατού.
Προσπαθούν να έλθουν σε συμφωνία εκεχειρίας με τους Αβάρους αλλά ήτο γνωστό σε αυτούς πως απουσίαζε μεγάλο τμήμα του στρατού οπότε κάθε πρόταση ήταν αποριπτέα αποτέλεσμα στις 6 Αυγούστου να καταλάβουν την τοποθεσία που βρισκόταν ο ναός της Παναγίας των Βλαχερνών ενώ συμπράττουν με τους Πέρσες και την νύχτα της 7ης προς 8ης Αυγούστου ετοίμαζαν την τελική τους επίθεση.
Οι Κωνσταντινουπολίτες είχαν βρεθεί στην πιο δυσχερή έως τότε θέση τους στην ιστορία.
Τότε ο Πατριάρχης Σέργιος ο οποίος είχε περισώσει την εικόνα της Παναγίας των Βλαχερνών περιδιαβαίνει όλα τα τείχη της Πόλεως με την Αγία Εικόνα αυτή αγκαλιά ενθαρρύνοντας τον λαό να αντισταθούν και λέγοντας πως στο πλάι του έχουν την Παναγία.
Πράγματι εκείνο το βράδυ τα τείχη περιφρουρούνταν εσωτερικά από τους κατοίκους της Πόλεως αλλά ολόκληρη η Πόλη από την Παναγία.
Ξαφνικά φοβερός ανεμοστρόβιλος ξέσπασε σε μια εποχή που σχεδόν υπήρχε άπνοια και δημιούργησε μια τρικυμία που κατέστρεψε τον στόλο των πολιορκιτών μα και τα στρατεύματα τους και τότε άρπαξαν την ευκαιρία οι υπερασπιστές της Πόλεως και με ολομέτωπη επίθεση έλυσαν την πολιορκία τρέποντας σε φυγή τους πολιορκητές.
Οι Κωνσταντινουπολίτες είδαν αυτόν τον ανεμοστρόβιλο ως θεϊκό σημάδι το οποίο συνέδεσαν με την εικόνα της Παναγίας των Βλαχερνών η οποία με τον άτυπο τρόπο που περιγράψαμε νωρίτερα λειτανεύθηκε σε όλη την Πόλη.
Κάποιοι ερευνητές συνδέουν τον Ακάθιστο Ύμνο με άλλα παρόμοια ιστορικά γεγονότα πολιορκιών της Πόλεως αλλά όλοι περιγράφουν πέραν των χρονολογιών και των εμπλεκομένων εθνών ως πολιορκιτών τα άλλα γεγονότα της άτυπης λιτανείας κλπ τα περιγράφουν ακριβώς ίδια.
Κατά την παράδοση ο Ύμνος αυτός ήταν αυθόρμητος και πήγαζε από τις καρδιές των Κωνσταντινουπολιτών χωρίς να έχει συνταχθεί από κάποιον συγκεκριμένο.
Όμως οι μελετητές αν και ενστερνίζονται κατά μία έννοια την παράδοση αυτή ως προς τον αυθορμητισμό και την εκ καρδίας χαρμόσυνη ψαλμωδία έχουν άλλη άποψη, διότι θα ήταν δύσκολο να συνταχθεί εν μια νυκτί και να έχει τέτοιο γλαφυρό ύφος καθώς και να είναι άριστα συντεταγμένος ως προς την σύνταξη των συλλαβών και την απόδοση τους στο "βυζαντινό" ύφος ψαλμωδίας της μουσικής μέσα από τα στόματα των πιστών.
Μεταξύ των απόψεων αυτών αναφέρονται ως επικρατέστερες αυτές που αναφέρουν ως συντάκτη τον Ρωμανό τον Μελωδό που έζησε εκείνη την περίοδο και πολλά σημεία του Ύμνου αυτού ταιριάζουν στον χαρακτήρα που απέδιδε τους Ύμνους που συνέταζε ο Ρωμανός ενώ άλλοι αναφέρουν ως συντάκτη τον πατριάρχη Κων/λεως Γερμανό τον Α' και βέβαια υπάρχουν άλλες λιγότερο επικρατέστερες απόψεις ενώ αναφέρεται επίσης ότι πιθανόν να υπήρξαν στο διάβα του χρόνου κάποιες προσθήκες στο λεκτικό του Ύμνου αυτού.
Στην ιστορία πάντως πέρασε πως ο Ύμνος δεν έχει συντάκτη ή ο συντάκτης του είναι μάλλον άγνωστος ή επέλεξε να μείνει ανώνυμος διότι πιθανόν δεν ήθελε ο ίδιος ο συντάκτης να φανερωθεί διότι σκοπός του ήταν να τιμηθεί μέσα από αυτό το αριστούργημα η ίδια η Παναγία και όχι να επισκιασθεί αυτό από το να ασχοληθούν με το όνομα και την καταγωγή του συντάκτη του.
Βέβαια μπορεί απλά να μην το διέσωσε ο χρόνος μιας και εκείνη την εποχή μαστίζονταν η αυτοκρατορία από την εικονομαχία και πολλά χάθηκαν μέσα σε αυτήν την δυσαλέα μάχη.
Το σίγουρο πάντως είναι πως δεν συντάχθηκε πριν την Γ' Οικουμενική Σύνοδο (432 μ.Χ.) διότι μέσα από τον Ύμνο εκφράζονται δογματικές θέσεις που επεξηγήθηκαν στην Σύνοδο αυτή.
Επίσης είναι γνωστό ότι ψάλθηκε για πρώτη φορά μήνα Αύγουστο ενώ πλέον μεταφέρθηκε και ψέλνεται εντός της μεγάλης τεσσαρακοστής πράγμα λίγο παράδοξο μιας και η μεγάλη τεσσαρακοστή έχει ένα πιο κατανυκτικό ύφος και μάλιστα και πιο πένθιμο ενώ ο Ύμνος αυτός έχει χαρμόσυνο ύφος και γιορτινό.
Όμως και αυτό έχει εξήγηση μιας και πάντοτε εντός της περιόδου αυτής συμπέφτει και ο εορτασμός του Ευαγγελισμού ο οποίος λόγω του χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής δεν έχει ούτε προεόρτια ούτε μεθεόρτια και με αυτήν την μεταφορά στον χρόνο τέλεσης της ακολουθίας που εμπεριέχει τον Ακάθιστο Ύμνο καλύπτεται η "έλλειψης" αυτή.
Μάλιστα τοποθετείται στο βράδυ της Παρασκευής όταν ξεκινά δηλαδή ο πιο πανυγηρικός τρόπος εορτασμού μιας και πλησιάζει η αναστάσιμη Θεία Λειτουργία της Κυριακής η οποία πάντοτε έχει χαρμόσυνο χαρακτήρα και πολλές φορές μεταφέρονται εορτές εντός του σαββατοκύριακου ώστε να τις τιμήσουν με πιο λαμπρό χαρακτήρα οι πιστοί.
Τις 4 πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής σε ορισμένες περιοχές της ορθόδοξης χριστιανοσύνης μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα ψάλλονται τμηματικά αντίστοιχα οι 4 Στάσεις του Ακαθίστου Ύμνου, ενώ σε απαντά τον ορθόδοξο κόσμο την 5η Παρασκευή ψάλλονται και οι 4 οίκοι.
Η "εορτή" του Ακαθίστου Ύμνου τελείται ακριβώς 16 μέρες πριν το Άγιο Πάσχα.
Τέλος να αναφέρω και μια παράδοση που έχει να κάνει με τους χαιρετισμούς της Παναγίας όπως έχει επικρατήσει να αναφέρονται οι οίκοι αυτοί.
Στην παράδοση αυτή αναφέρεται πως σε εμφάνιση της Παναγίας η Ίδια είπε πως όποιος διαβάζει καθημερινά τους χαιρετισμούς προς Αυτήν, η Ίδια θα παραστεί δίπλα του κατά την ημέρα κρίσεως του από τον Υιό Της και Σωτήρα μας για να τον υπερασπισθεί.
Και τι ποιο καλό αδελφοί μου να μας υπερασπισθεί στον Θρόνο του Χριστού η Ίδια η Παναγία.
Χαίρε δι ης η χαρά εκλάμψει
Χαίρε ανόρθωσις των ανθρώπων
Χαίρε αναστάσεως τύπον εκλάμπουσα
Χαίρε η τον φθορέα των φρένων καταργούσα
ΧΑΙΡΕ ΝΥΜΦΗ ΑΝΥΜΦΕΥΤΕ

ΧΑΙΡΕ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΥΠΟΝ ΕΚΛΑΜΠΟΥΣΑ, ΧΑΙΡΕ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΕΜΦΑΙΝΟΥΣΑ



Οι άνθρωποι αναζητούμε τρόπο να νικήσουμε τον θάνατο. Ξέρουμε όμως ότι αυτό είναι  ανέφικτο. Έτσι, προσπαθούμε να τον αναστείλουμε και γι’  αυτό χρησιμοποιούμε τα μέσα των χαρισμάτων μας, ιδίως αυτό που ονομάζουμε επιστήμη, όπως επίσης και προσπαθούμε να ειρηνεύουμε τόσο εντός μας όσο και στις σχέσεις μας με τους άλλους, ώστε να μην κινδυνεύουμε από την βία και τον πόλεμο. Το ίδιο γίνεται και με συνήθειες, όπως η διατροφή μας, αλλά και η σωματική άσκηση.  Γι’  αυτό και στις μέρες που διερχόμαστε, ημέρες φόβου και αγωνίας, αυτό που μας χαρακτηρίζει είναι μία υστερία ενασχόλησης με τον θάνατο για να τον απομακρύνουμε όσο πιο πολύ γίνεται από την ζωή μας. Επιβάλλεται αυτό. Δεν πλασθήκαμε για τον θάνατο. Δεν πλασθήκαμε για να γινόμαστε υπαίτιοι για τον θάνατο όλων. Έτσι καλούμαστε να υπακούουμε στο μέτρο του εφικτού στις οδηγίες που λαμβάνουμε. Να μην παριστάνουμε τους άτρωτους ούτε τους υπερήφανους. Η ζωή πρέπει να διαφυλαχθεί.
            Αυτό όμως δεν συνεπάγεται την άρνησή μας να την φιλοσοφήσουμε, να προβληματιστούμε. Η κύρια κριτική εναντίον της πίστης είναι πως λειτουργεί ανορθολογικά. Με βάση το μυστήριο και το υπέρλογο (για τους αντίθεους αυτό είναι παράλογο), καλεί τους ανθρώπους σε έναν τρόπο μετοχής στην κοινωνία με τον Θεό και τον πλησίον που είναι τρόπος φθαρτότητας, τρόπος που οδηγεί στον κίνδυνο του θανάτου. Όσοι γνωρίζουν τι σημαίνει πίστη βεβαίως, ακόμη κι αν δεν συμφωνούν και δεν ακολουθούν, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουν ότι η πίστη δεν πορεύεται με όρους φθοράς και θανάτου, αλλά μας δόθηκε ως οδός ανάστασης και αφθαρσίας. Και το καθαυτό μυστήριο της πίστης, η αποκάλυψη, ενανθρώπηση και κοινωνία με τον Υιό και Λόγο του Θεού, γι’  αυτό έγινε και γι’  αυτό η πίστη υπάρχει:  για να συμπορευόμαστε υπερβαίνοντας το κατανοητό, στην συνάντηση με το α-κατανόητο, όχι το παράλογο, αλλά το υπέρλογο. Η δύναμη της πίστης είναι αυθεντική. Δεν μπορεί να εξηγηθεί από ένα σημείο και μετά από την δύναμη του νου, χωρίς να την απορρίπτει. Απλά δείχνει τα όρια. Η δύναμη της πίστης έχει να κάνει με την παρουσία του Χριστού στην ζωή και στην καρδιά μας. Αυτή δεν είναι ένα έθιμο ούτε μια γιορτή συνήθειας. Είναι μια συνάντηση εντός της καρδιάς, που δεν εξηγείται, αλλά γίνεται δύναμη που καθιστά τον άνθρωπο έτοιμο να σηκώσει σταυρούς, ακόμη και της απουσίας Θεού και συνανθρώπου. Μόνο που για τον Θεό δεν είναι αλήθεια η απουσία. Η ανοιχτή ή η κλειστή καρδιά είναι το κλειδί.
           Αυτήν την οδό μας την δείχνει η Υπεραγία Θεοτόκος. Στην ακολουθία του Ακαθίστου ύμνου ο υμνογράφος αναφωνεί: «χαίρε αναστάσεως τύπον εκλάμπουσα, χαίρε των αγγέλων τον βίον εμφαίνουσα». «Χαίρε εσύ που μας δείχνεις  λάμποντας η ίδια τον τύπο της αναστάσιμης ζωής, χαίρε εσύ που φανερώνεις τον τρόπο ζωής των αγγέλων». Είναι λαμπρή η εικόνα της αναστάσιμης ζωής. Βιώνεται από αυτή την πραγματικότητα. Η πίστη μας υποδεικνύει ότι η μεταθανάτια κατάσταση της ύπαρξης παίρνει λάμψη από την κοινωνία με το φως του προσώπου του Χριστού. Η λάμψη είναι μία συνεχής φώτιση. Ο φωτισμένος αγαπά. Χαίρεται. Ξέρει ότι δεν έχει τέλος. Βιώνει την κοινωνία με τον Χριστό. Νιώθει κάθε τι που τον χωρίζει από τον Θεό να μην έχει καμία δύναμη. Αφήνει κατά μέρος κάθε λογισμό. Κάθε ριζωμένο πάθος. Κάθε αίσθημα αυτονομίας. Δεν χάνει την προσωπικότητά του. Δεν χάνει τον κόπο του. Αλλά αφήνει τα πάντα να καθαγιάζονται από τον Χριστό. Και αυτός είναι ο τρόπος των αγγέλων. Πνευματικός. Χωρίς σωματικές ανάγκες. Χωρίς αγωνία και φόβο για την επιβίωση. Χωρίς αμφισβήτηση. Χωρίς υπερηφάνεια. Με ταπείνωση και καταδεκτικότητα αγαπητική. Με υπακοή και ετοιμότητα να σταλεί όπου κληθεί. Κι εδώ είναι το κλειδί. Ο αγγελικός βίος δεν βιώνεται στην προτεραιότητα της ηθικής ή της συμπεριφοράς, αλλά στην ετοιμότητα ανταπόκρισης στην κλήση! Καλεί ο Θεός και ο άγγελος σπεύδει. Καλεί και ο άνθρωπος που θέλει να είναι παρά τω Θεώ και ο άγγελος ακούει και μεταφέρει. Είναι διαθέσιμος ο ταπεινός!
          Αυτή η οδός βιώνεται από το εδώ του κόσμου. Δεν είναι μόνο σημείο αιωνιότητας. Η Παναγία έζησε την αναστάσιμη κοινωνία του φωτός, της χαράς, της απομάκρυνσης κάθε λογισμού, της αυτονομίας, του καθαγιασμού τόσο κατά τον ευαγγελισμό και την κυοφορία, όσο και κατά την γέννηση, την ανατροφή, την ακολούθηση του Υιού και θεού της μέχρι τέλους, αλλά και στην ανάσταση και στην πορεία της Εκκλησίας. Και η κοίμησή της έγινε ανάσταση για την ίδια, όχι διά της ιδίας δυνάμεως, αλλά διά της μεταστάσεως του σώματος και της επανενώσεώς του με την ψυχή, για να είναι η πρώτη που γεύεται και μας δείχνει την λάμψη της αναστάσιμης και αναστημένης ζωής! Και όπως σ’  αυτήν την ζωή έζησε τον αγγελικό βίο, χωρίς αγωνία και φόβο για επιβίωση, με την παρθενία του σώματος και της καρδιάς, χωρίς αμφισβήτηση για τον Θεό, χωρίς υπερηφάνεια, αλλά έτοιμη για ένα συνεχές ΝΑΙ στην όποια κλήση του Θεού, αλλά και των ανθρώπων. Γιατί όντας άνθρωπος, ακούει και τους ανθρώπους, όλους μας δηλαδή!
       Πιστεύοντας στον Θεό ξέρουμε πώς είναι αληθινά η ζωή: αναστάσιμη και έτοιμη για ένα συνεχές ΝΑΙ στην κλήση και του Θεού και του πλησίον. Είναι η αγάπη το κλειδί του ΝΑΙ. Η αγάπη η οποία κάνει ό,τι περνά από το χέρι μας, αλλά με γνώμονα την επιστροφή στον Θεό. Γιατί ο αναστημένος και αγγελικός βίος δεν είναι ικανοποίηση θελημάτων που μας χωρίζουν από τον Θεό, αλλά δρόμος που οδηγεί σ’   Αυτόν. Μπορεί να μην γίνεται αντιληπτός από όσους δεν βάζουν την πίστη ως προτεραιότητα ή την έχουν απορρίψει. Με διάκριση και αγάπη όμως είναι η οδός της κλήσης μας.
          Δεν δεχόμαστε την υστερία που γίνεται μίσος για τους συνανθρώπους μας που μπορεί να έχουν διαφορετική αντίληψη από εμάς. Καταλαβαίνουμε και τους εαυτούς μας και τους άλλους που νιώθουμε κάποτε αδύναμοι μπροστά στην φθορά και τον θάνατο. Δεν θέλουμε τον θάνατο, γνωρίζουμε όμως πως δεν είναι το τέρμα. Και επικαλούμενοι το πρότυπο της Παναγίας και ζητώντας την ως βοηθό στην ζωή μας ησυχάζουμε εντός μας. Νιώθουμε πως με την πίστη η χαρά της αιωνιότητας ξεκινά από εδώ. Με το ΟΧΙ στην κυριαρχία των παθών και της επιβίωσης χωρίς αγάπη. Με το ΝΑΙ στην κλήση του Θεού, όπως αυτή αποτυπώνεται στο Ευαγγέλιο και τη ζωή της Εκκλησίας, Κυρίως όμως με μια καρδιά πρόθυμη, ταπεινή και αληθινή, που κάνει το πρόσωπο του χριστιανού, και στις δοκιμασίες να λάμπει!

Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΟΤΙ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΩΖΕΙ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΜΑΣ


Τη Υπερμάχω (ΒΙΝΤΕΟ) - ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
Μακαριστός επίσκοπος Αυγουστίνος Ν. Καντιώτης
~ ΑΠΟΨΕ, αγαπητοί μου, πέμπτη (Ε’) Παρασκευή των Νηστειών, σε όλους τους ναούς της Ορθοδοξίας ψάλλετε ολόκληρος ή ακολουθία των Χαιρετισμών.
Είναι δε οι Χαιρετισμοί ένα αριστούργημα της βυζαντινής ποιήσεως. Θαυμάζει κανείς σ’ αυτό το κάλλος του λόγου, προ παντός όμως τη αγάπη προς την ύπεραγία Θεοτόκο.
Αγαπούσε την Παναγία ό ανώνυμος ποιητής. Και απόδειξης το πλήθος των χαρακτηρισμών. Όπως ή μάνα πού αγαπάει το παιδί της δεν το φωνάζει μόνο με τ’ όνομα του —Γιώργο, Γιάννη, Κώστα—, αλλά το στολίζει με πλήθος εκφράσεις (άλλοτε το λέει λουλούδι, άλλοτε μπουμπούκι, άλλοτε χρυσό, άλλοτε άγγελο…), έτσι κ’ εδώ ό εμπνευσμένος ποιητής ονομάζει την Παναγία με πλήθος εικόνες και παραδείγματα άπ’ όλη τη φύση. Λέει στην Παναγία• Είσαι ή «γη της επαγγελίας» ή ρέουσα μέλι και γάλα, είσαι το «όρος» το αλατόμητον, είσαι ή «πέτρα» πού πότισε τους διψώντας την ζωήν, είσαι το «άστρο» το άδυτο, είσαι ή «αστραπή» πού καταλάμπει τάς ψυχάς, είσαι ή «βροντή» πού καταπλήττει τους εχθρούς, είσαι συ πού αναβλύζεις τον πολύρρυτον «ποταμόν», είσαι το «ρόδον» το αμάραντο, είσαι το ηδύπνοον «κρίνον», είσαι ή «στάμνας» με το μάννα, είσαι… Σε όλα βλέπει παρομοιώσεις της ύπεραγίας Θεοτόκου.
Εκείνο όμως πού ιδιαιτέρως συγκινεί εμάς τους Έλληνες Χριστιανούς, Είναι το κοντάκιο «Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια…», πού ακούσαμε απόψε κατ’ επανάληψιν. Επάνω σ’ αυτό θα κάνω λίγες σκέψεις.
«Τω υπερμάχω στρατηγώ». Εδώ παίρνει την εικόνα όχι πλέον από τη φύση, άλλ’ από τη στρατιωτική ζωή, από πολέμους και στρατόπεδα, όπου στρατιώτες και αξιωματικοί μάχονται κατά των εχθρών. Είσαι στρατηγός, λέει, Παναγία μου, στρατηγός «υπέρμαχος», υπερτερείς δηλαδή στη μάχη, αναδεικνύεσαι ανωτέρα των εχθρών, νικάς και θριαμβεύεις.
Στρατηγός ή Παναγία. Μήπως αυτό είναι υπερβολή, ρητορικό σχήμα, τίτλος κενός όπως οι τίτλοι τόσων αξιωματούχων της γης; Όχι. Είναι ουσία, πραγματικότης. Όντως ή ύπεραγία Θεοτόκος ανεδείχθη δια μέσου των αιώνων υπέρμαχος στρατηγός του γένους μας. Αυτό βεβαιώνουν τα γεγονότα. • Ανοίγουμε την Ιστορία. Φθάνουμε στο έτος 626 μ.Χ.. Βρισκόμαστε στο Βυζάντιο, στην πόλη των ονείρων μας, την βασιλίδα των πόλεων, την Κωνσταντινούπολη Το έτος εκείνο ήτο κρίσιμο. Ό αυτοκράτωρ Ηράκλειος με το στρατό του αγωνιζόταν στα βάθη της Ασίας εναντίον των Περσών, πού είχαν αρπάξει τον τίμιο σταυρό από τα Ιεροσόλυμα. Εν τω μεταξύ ή Πόλις βρέθηκε σε δεινή δοκιμασία. Εχθροί από ανατολών, βορρά και νότου, Πέρσες και Αβαροι, πολιόρκησαν την πόλη στενότατα από ξηράς και από θαλάσσης. Οι ταλαίπωροι κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως, χωρίς τον βασιλέα, χωρίς στρατό, με μια μικρά φρουρά έδιναν άνισο αγώνα. Ή πτώσης της Πόλεως εθεωρείτο βεβαία. Οι βάρβαροι έστειλαν μήνυμα στους Βυζαντινούς να παραδοθούν. Δεν υπάρχει, είπαν, για σας ελπίδα• μόνο αν γίνετε πουλιά να πετάξετε στον αέρα ή ψάρια να κολυμπήσετε στο Βόσπορο, θα σωθείτε.
Αυτά έλεγαν με υπερηφάνεια. Άλλα «άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει». Τι έγινε; Κάτι υπερφυσικό, πού δέ’ μπορεί να το συλλαβή ή ανθρώπινη σκέψις. Δέ’ νίκησαν οι βάρβαροι• νίκησε ή μικρά φρουρά πού αγωνιζόταν στα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως• ή μάλλον νίκησε ή ύπεραγία Θεοτόκος με το θαύμα πού έκανε και το βεβαιώνει ή Ιστορία. Τη νύχτα φύσηξε δυνατός άνεμος, σήκωσε κύματα και έπνιξε τα πλοία των βαρβάρων σανίδες μόνο επέπλεαν. Το πρωί, όταν οι εχθροί είδαν ότι ό στόλος τους κατεστράφη, έλυσαν την πολιορκία και έφυγαν.
Όλοι ομολόγησαν, ότι ή Παναγία έκανε το θαύμα. Από ευγνωμοσύνη συγκεντρώθηκαν στο ναό των Βλαχερνών και όρθιοι, όλη τη νύχτα, έψαλλαν τους Χαιρετισμούς και το «Τω ύπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια,.,».
• —Α, θα πει τώρα κάποιος κοροϊδεύοντας, αυτά «τω καιρώ εκείνο»…
Όχι. Ή Παναγία είναι ή ίδια. Δεν πιστεύετε στο θαύμα της Κωνσταντινουπόλεως; Θέλετε άλλο θαύμα; Ορίστε λοιπόν. Τι εορτάζουμε στις 25 Μαρτίου; Την εθνική μας εορτή. Ερωτώ• Είναι τυχαίο ότι οί προγονοί μας, οί ήρωες του 1821, επέλεξαν ως ήμερα εξεγέρσεως την ήμερα του ευαγγελισμού της Θεοτόκου; Είναι τυχαίο ότι στην Αγία Λαύρα οί αγωνιστές (ορκίστηκαν «ελευθερία ή θάνατος» κάτω από το λάβαρο της Θεοτόκου; Είναι τυχαίο ότι, το δεύτερο ή τρίτο έτος της επαναστάσεως, στην Τήνο, από ένα όραμα πού είδε μια μοναχή, βρήκαν τη θαυματουργό εικόνα της Παναγίας, και ή ανεύρεση της εμψύχωσε το λαό μας; Είναι άσχετο το γεγονός ότι οί ήρωες του ’21 προσηύχοντο στην Παναγία; Ιδιαιτέρως αγαπούσε την Παναγία Όπως Γέρος του Μοριά,
Όπως Κολοκοτρώνης. Σε μια κρίσιμη στιγμή του αγώνος, μέσα στη γενική απογοήτευση, αυτός δεν απελπίστηκε. Μπήκε σ’ ένα εξωκλήσι, άναψε λαμπάδα, γονάτισε, και προσευχήθηκε με δάκρυα. Και μετά, με αισιοδοξία, είπε «Ή Παναγία υπέγραψε την ελευθερία μας, και δεν παίρνει πίσω την υπογραφή της».
Και όντως έγινε το θαύμα. Το 1821, λοιπόν, Είναι νέα απόδειξης της αγάπης πού τρέφει ό λαός μας προς την ύπεραγία Θεοτόκο. Το 626 θαύμα στην Κωνσταντινούπολη το 1821 νέο θαύμα της Θεοτόκου. «Τη ύπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια…», έψαλλαν και οί ήρωες του ’21.
• Aλλά ή Παναγία μας δεν σταματά εδώ έχουμε και άλλο νεώτερο θαύμα. Ποιο; Είναι θαύμα των ήμερων μας, το είδε ή δική μας γενεά. Όχι οί σημερινοί νέοι και τα παιδιά πού τρέφονται πλουσιοπάροχα και δεν ξέρουν Τι θα πει αυταπάρνησης και θυσία. Το είδαν οί ήρωες του 1940, οί στρατιώτες και αξιωματικοί μας, πού σαν αετοί ανέβηκαν στα βουνά και πολέμησαν τότε τους νέους βαρβάρους, την ισχυρά Ιταλική αυτοκρατορία.
Ό δικτάτωρ της ‘Ρώμης εκαυχάτο και απειλούσε• Ελλάς, παραδόσου! έχω τόσα αεροπλάνα, πού τα φτερά τους θα σκιάσουν τον ήλιο (όπως και ό Ξέρξης απειλούσε τους μαχητός των Θερμοπυλών, ότι με το πλήθος των βελών του θα σκίαση τον ήλιο). Και Τι έγινε, νίκησε; Ούτε τ’ αεροπλάνα Ούτε τίποτε άλλο υπερίσχυσε. Νίκησε ή μικρά Ελλάς. Πώς; Δεν θα σας το πω εγώ’ ας μιλήσουν όσοι έχουν άσπρα μαλλιά (τους οποίους οί νέοι οφείλουν, όταν τους βλέπουν, ν’ αποκαλύπτονται). Τι είδαν αυτοί; Δεν Είναι ψέμα• πάνω στα κακοτράχαλα χιονισμένα βουνά της Βορείου Ηπείρου είδαν μια σκιά. Δεν ήταν φάντασμα. Ήταν ή ύπεραγία Θεοτόκος! Την είδαν τη νύχτα στρατιώτες, αξιωματικοί, πυροβολητές και εύζωνοι να εύλογη τα στρατεύματα μας. Και όπως είπε κάποιος ανταποκριτής, στο αλβανικό μέτωπο μία μόνο γυναικεία μορφή κυριαρχούσε- ή μορφή της Παναγίας. Εκεί κατελύθη ή θεωρία του Φρόιντ. Τα παιδιά της Ελλάδος δεν είχαν πλέον στο μυαλό τους έρωτας επίγειους- είχαν έναν ουράνιο έρωτα, τον έρωτα της πατρίδος, και στα οράματα τους έβλεπαν την ύπεραγία Θεοτόκο.
Ή Παναγία, λοιπόν, παραμένει ή ιδία. Το 626 θαύμα στην Κωνσταντινούπολη το 1821 θαύμα στην Ελλάδα, το 1940-41 νέο θαύμα στη Βόρειο Ήπειρο. Έτσι από τη μικρά αυτή ιστορική ανασκόπηση, φαίνεται ότι ό τίτλος «υπέρμαχος στρατηγός» δεν Είναι για την Παναγία μας τίτλος κενός περιεχομένου• Είναι μία πραγματικότης.
Λέγοντας αυτά, αγαπητοί μου, μη νομίσετε ότι είμεθα φιλοπόλεμοι. Όχι. Όσοι είδαμε τον πόλεμο σε όλη τη φρίκη του, δεν θέλουμε πόλεμο. Και στην Εκκλησία το σπουδαιότερο αίτημα μας Είναι «υπέρ της ειρήνης».
Άλλα ή ειρήνη δεν εξαρτάται μόνο από μας. Μας περιζώνουν εχθροί. Εάν λοιπόν νέοι βάρβαροι θελήσουν να περάσουν τα σύνορα μας, τότε οί Έλληνες, όλοι μαζί, θ’ αναστήσουμε τους χρόνους της Κωνσταντινουπόλεως, το ’21 και το ’40, και θα δώσουμε το παρών για ν’ αποκρούσουμε τον εχθρό.
Και πιστεύω ακράδαντος στο Θεό ότι, εάν εμείς ζούμε χριστιανικώς —θέτω τον όρο αυτόν—, θα νικήσουμε. Εάν σεβόμεθα τα ιερά και όσια, εάν αγαπούμε την Παναγία μας, τότε να είστε βέβαιοι ότι άγγελος Κυρίου θα φυλάει την πατρίδα μας, από Κερκύρας μέχρι Κρήτης και Κύπρου. Και θα μας δοθεί ένα ακόμη θαύμα, και πάλι θα ψάλλουμε με όλη την καρδιά μας « Τη ύπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια…».
.

Ο ΟΣΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΣ




 Ο Όσιος Ιωσήφ γεννήθηκε στη Σικελία, το έτος 816 μ.Χ., από ενάρετους και ευσεβείς γονείς, τον Πλουτίνο και την Αγάθη. Τα περί της ζωής και της δράσεώς του τα γνωρίζουμε από τον βίο που συνέταξε ο μαθητής και διάδοχός του στη μονή του, Θεοφάνης, συμπληρωματικά δε από τα εγκώμια που του αφιέρωσαν ο Ιωάννης Διάκονος και ο Θεόδωρος Πεδιάσιμος.
Ο Όσιος αναγκάσθηκε να φύγει από την γενέτειρά του οικογενειακώς, λόγω της εντάσεως των Αραβικών επιδρομών που έπειτα από λίγο καιρό επρόκειτο να καταλήξουν στην κατάληψη της νήσου και να μεταναστεύσει στην Πελοπόννησο.
Σε ηλικία δεκαπέντε ετών αποχωρίσθηκε τους γονείς του και μετέβη στην Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στην περίφημη μονή Λατόμου, όπου επιδόθηκε στη μοναχική άσκηση υπό την καθοδήγηση του Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου, ασκώντας το έργο του οξυγράφου.
Μετά από εννέα χρόνια παραμονής στην Θεσσαλονίκη, το έτος 840 μ.Χ., μετέβη στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τον Άγιο Γρηγόριο και εγκαταστάθηκε στη μονή του Αγίου Ιερομάρτυρα Αντίπα. Δεν παρέμεινε όμως για πολύ εκεί απερίσπαστος, διότι το επόμενο έτος απεστάλη από τους Ορθοδόξους της Βασιλεύουσας στη Ρώμη για διαβουλεύσεις επί του θέματος του διωγμού από τους εικονομάχους.
Δεν κατόρθωσε να φέρει εις πέρας την αποστολή, διότι το πλοίο του έπεσε στα χέρια Αράβων πειρατών και αυτός οδηγήθηκε αιχμάλωτος στην αραβοκρατούμενη τότε Κρήτη, από όπου ελευθερώθηκε με τις φροντίδες φιλάνθρωπων πιστών και με θαύμα του Αγίου Νικολάου.
Κατά το βραχύ χρόνο αυτής της περιπέτειάς του συνέβησαν δύο σημαντικά γεγονότα. Το ένα, που σχετιζόταν ιδιαίτερα με αυτόν, ήταν ο θάνατος του πνευματικού του οδηγού Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου και το άλλο, που αφορούσε την Εκκλησία ολόκληρη, ήταν η αναστήλωση των ιερών εικόνων.
Όταν διά της Θεσσαλονίκης επανήλθε πάλι στην Κωνσταντινούπολη, το έτος 843 μ.Χ., έζησε επί δύο χρόνια ως έγκλειστος στη μονή του Αγίου Αντίπα. Έπειτα έζησε στα κτήρια του ναού του ιερού Χρυσοστόμου επί πενταετία, έως ότου ίδρυσε δική του μονή, το έτος 850 μ.Χ., αφιερωμένη στον Απόστολο Βαρθολομαίο.
Εκεί απέθεσε και τα ιερά λείψανα του Αποστόλου που είχε φέρει από την Θεσσαλονίκη, καθώς επίσης και τα σκηνώματα του πνευματικού του οδηγού Αγίου Γρηγορίου και του συνασκητού του Ιωάννου. Ο Όσιος Ιωσήφ παρακαλούσε με δάκρυα και στεναγμούς τον Απόστολο Βαρθολομαίο να τον βοηθήσει στην σύνθεση ύμνων. Και, πράγματι, πέτυχε εκείνο που ποθούσε η ψυχή του.
Είδε σε οπτασία έναν άνδρα με εμφάνιση Αποστόλου, που προκαλούσε το δέος και ο οποίος πήρε από την Αγία Τράπεζα το ιερό Ευαγγέλιο, του το έβαλε πάνω στο στήθος και τον ευλόγησε. Τούτο υπήρξε και η απαρχή του θείου χαρίσματος που ο Όσιος επιθυμούσε.
Μετά την έκπτωση του Πατριάρχου Ιγνατίου και την άνοδο του ιερού Φωτίου, το έτος 858 μ.Χ., ο Όσιος Ιωσήφ εξορίστηκε από τον Βάρδα στην Κριμαία, προφανώς ως οπαδός του πρώτου και ίσως ως λατινόφιλος κατά κάποιο τρόπο, αφού προ ετών είχε σταλεί για να ζητήσει την βοήθεια της Ρώμης. Δεν έμεινε όμως στην εξορία για πολύ καιρό, καθώς, όπως αποδείχθηκε και από την μετέπειτα στάση του, ο ιερός Φώτιος τον εκτιμούσε ιδιαίτερα.
Όταν το έτος 867 μ.Χ. ο Πατριάρχης Ιγνάτιος ανέβηκε για δεύτερη φορά στο θρόνο, ο Όσιος Ιωσήφ έγινε σκευοφύλαξ της Αγίας Σοφίας και διατήρησε αυτήν την θέση κατά την διάρκεια της Δευτέρας πατριαρχίας του Αγίου Φωτίου. Κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 886 μ.Χ.
Ο κύριος όγκος του υμνογραφικού έργου του Οσίου συνίσταται σε Κανόνες, που αφθονούν στα έντυπα βιβλία και τα χειρόγραφα. Η συμβολή του Οσίου Ιωσήφ στην υμνογραφική ολοκλήρωση της Οκτωήχου είναι καθοριστική, δεδομένο ότι κάλυψε το μεγαλύτερο μέρος της εβδομάδας, πλην της Κυριακής της οποίας τους Κανόνες είχαν συντάξει ο Κοσμάς ο Μελωδός και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός.
Στα Μηναία ο Όσιος Ιωσήφ είναι ο πλουσιότερα εκπροσωπούμενος υμνογράφος, αφού διατηρούνται σε αυτά 165 Κανόνες του με ομοιόμορφη δομή, που εξυμνούν Αγίους δευτέρας συνήθως εορταστικής τάξεως, δεδομένου ότι οι εξέχουσες εορτές είχαν ήδη καλυφθεί υμνογραφικά.
Ιδιαίτερα βέβαια συγκινεί ο Κανών στον Ακάθιστο Ύμνο, στον οποίο ακολουθεί Ειρμούς του Οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού και υμνεί την Θεοτόκο με ατελείωτη σειρά επιθέτων και εικόνων, ως άφλεκτη βάτο, νεφέλη ολόφωτη, ρόδο αμάραντο, μήλο εύοσμο, περιστερά και τα παρόμοια.
Απολυτίκιο:
Ήχος γ’. Την ωραιότητα.
Το δωδεκάχορδον του Λόγου όργανον, την παναρμόνιον λύραν της χάριτος, το Υμνογράφον Ιωσήφ τιμήσωμεν επαξίως, ούτος γαρ ανύμνησε, μελιχροίς μελωδήμασι, Πνεύματι κινούμενος, των Αγίων παν σύστημα. Μεθ’ ων και ικετεύει απαύστως, δούναι ημίν πταισμάτων λύσιν.

Πέμπτη 2 Απριλίου 2020

ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ,ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

oikogenia albania
Γράφει ο π. Ηλίας Μάκος 

Ορθόδοξη οικογένεια στα Τίρανα μπροστά στο εικονοστάσιο του σπιτιού της, με αναμμένο το κανδήλι,  συμμετέχει, εξ’ αποστάσεως σε ακολουθία, που τελείται κεκλεισμένων των θυρών, λόγω κορωνοϊου, σε ναό και μεταδίδεται από το ραδιόφωνο της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας «Ράδιο Ανάσταση».
Ο πατέρας, η μητέρα, τα τρία παιδιά με σεβασμό μπροστά στις εικόνες, με την ακοή του σώματος και της ψυχής ανοιχτή στη μεταδιδόμενη από τα ραδιοκύματα λατρεία, με την καρδιά να χτυπά στους ρυθμούς του Θεού. Μια κατ’ οίκον εκκλησία.
Η οικογένεια ενωμένη εμπρός στο εικονοστάσι, να καταθέτει τη φόρτιση και τις αγωνίες της ψυχής και να επιζητά στήριγμα.
Ίσως και στην Ελλάδα να συνέβαινε αυτό τα παλαιότερα χρόνια, αλλά στις ημέρες μας δεν είναι και τόσο συχνό φαινόμενο.
Αυτή η Ορθόδοξη οικογένεια στην Αλβανία, δίνει το μήνυμα ότι δεν παραδίδεται αμαχητί στα προβλήματα και στους περιορισμούς, δεν κάμπτεται το φρόνημά της, αλλά αγωνίζεται πνευματικά, ακόμη και κλεισμένη μέσα στο σπίτι.
Είναι ένα καλό παράδειγμα όλοι μας, προσευχόμενοι, να στραφούμε με τόλμη και γενναιότητα προς τα έσω. 
Να συναντηθούμε με τον ίδιο μας τον εαυτό. Να κουβεντιάσουμε με ειλικρίνεια μαζί του. Να πάρουμε σωστικές αποφάσεις. Έτσι από τον αγώνα θα περάσουμε στη λύτρωση του Θεού. 
Στην Άνοιξη της ψυχής, που πρέπει να έρθει…
Ας δώσουμε, λοιπόν, όσο φρικτή και αν είναι η κατάσταση και μέσα μας και γύρω μας, χώρο στη ζωή μας για το Χριστό. 
Ας παραδεχτούμε ότι τον έχουμε ανάγκη. Δεν είναι μειωτικό για μας. 
Αντίθετα θα μας βοηθήσει να ξεπεράσουμε την κρίση,τον πανικό και το φόβο του κοροναϊού και να ξαναβρούμε στιγμές χαράς και ευτυχίας, που τόσο μας λείπουν...

ΠΙΣΤΕΥΩ. ΜΕΓΑΛΗ ΚΟΥΒΕΝΤΑ





Εδώ στην Ελλάδα «κληρονομούμε» την πίστη μας. Αυτό όμως είναι επικίνδυνο.
Επικίνδυνο, διότι όταν η πίστη δεν είναι εσωτερικός μας καρπός -καρπός πάλης με την αμφιβολία, με τον πόνο, με την λογική – τότε καταντά η πίστη καθήκον. Χάνεται η δυναμική της.
Βιώνεται στα όρια της παράδοσης, του εθίμου και όχι της σχέσης με τον Θεό. Γι’αυτό και η Εκκλησία σημαίνει για τους Έλληνες: παπάδες, σκάνδαλα, μιζέρια, «όχι και πρέπει».
Οι χριστιανοί καταντούν άνθρωποι με απωθημένα, φυλακισμένοι σε μια ζωή με καθήκοντα και υποχρεώσεις. Και η πίστη περνά στο περιθώριο. Πιο μεγάλη αξία έχει η διατήρησή της πίστης ως έννοια και χαρακτηριστικό του γένους μας και όχι ως Χάρη, ως Σχέση, ως Ελευθερία, ως Εμπιστοσύνης.
Πιστεύουμε στον Θεό επειδή είμαστε Έλληνες ή επειδή ματώσαμε μέσα στην γέννα της αναζήτησης; Είναι ένα ερώτημα. Γι’ αυτό και καταντούμε στο όνομα της δήθεν πίστης μας να αναθεματίζουμε άλλους ανθρώπους λόγο χρώματος, εθνικότητας.
Πιστεύουν λένε οι Έλληνες αλλά πολεμούν τον μοναχισμό, τους κληρικούς. Πιστεύουν λένε οι Έλληνες στην Ορθοδοξία αλλά συγχρόνως φλερτάρουν και με κάθε είδους ειδωλολατρία. Γιατί τελικά η καρδιά μας μένει αμέτοχη της Χάρης.
Δεν ζητούμε τον Θεό, αλλά μένουμε στα «πέριξ» του Θεού. Είναι επικίνδυνο να λες ότι πιστεύεις επειδή και μόνο έτσι σου μάθανε. Επικίνδυνο γιατί η πίστη δεν είναι ρούχο που το παίρνεις και το φοράς (και ανά πάσα ώρα και στιγμή το πετάς). Η Πίστη κατοικεί μέσα σε καρδιές, μέσα σε δάκρυα, μέσα στο αίμα που χύνεται στις σιωπηλές μας στιγμές.
Η Πίστη δεν «κληρονομείται», τελικά. Η Πίστη είναι ο πιο μεγάλος πόνος. Πόνος μιας γέννας που σε φέρνει στην Αλήθεια, στο Φως, στον Αιώνιο. Και αυτός ο πόνος είναι δώρο. Δώρο που σου δόθηκε όχι γιατί το άξιζες αλλά γιατί το ζήτησες, το θέλησες…
Πιστεύω. Μεγάλη κουβέντα…
π. Παύλος Παπαδόπουλος

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΘΟΥΜΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΘΟΥΜΕ;

apolymansi ekklisia
Του Αρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη

Ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα δοκιμάζεται ἀπό τήν  πανδημία τοῦ κορωνοϊοῦ. Καί ἡ πατρίδα μας.
Στήν πατρίδα μας, πρός τό παρόν,  πᾶμε  καλά, χάρη στά ἔγκαιρα καί αὐστηρά μέτρα πού πῆρε ἡ Πολιτεία, μεταξύ αὐτῶν καί τό κλείσιμο τῶν ἐκκλησιῶν. 
(Bέβαια τό πλέον ὀρθό θά ἦταν, οἱ Ἱερεῖς νά βρίσκονται στούς Ναούς, καί νά δέονται ὑπέρ τοῦ λαοῦ,  κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, καί ἐνώπιον τοῦ Ἁγίου Θυσιαστηρίου).
Ἔτσι,  λοιπόν, στήν πατρίδα μας,  δέν βλέπουμε αὐτό τό μακάβριο θέαμα, μέ ἑκατοντάδες νεκρούς καθημερινά,  χάρη, ἐπαναλαμβάνουμε, στά ἔγκαιρα καί αὐστηρά μέτρα πού ἔλαβε ἡ Πολιτεία. 
Καί ὅμως μερικοί ἐπιμένουν  ὅτι οἱ ἐκκλησίες δέν ἔπρεπε νά κλείσουν. Δηλαδή, θά ἔπρεπε πρῶτα νά  δοῦμε  τούς συμπολῖτες μας νά πεθαίνουν ὁ ἕνας μετά τόν ἄλλον, καί μετά  νά κλείσουμε τίς ἐκκλησίες; 
Δηλαδή; Πρέπει νά πάθουμε, καί μετά νά μάθουμε;! Ὓπάρχει καλύτερο πρᾶγμα ἀπό τήν πρόληψη; 
Εἶπα κάποτε στόν ἀοίδιμο Μητροπολίτη Νικοπόλεως Μελέτιο: "Αὐτοί οἱ δυό ὅπως πᾶνε (πρόκειτο γιά δυό κληρικούς) θά μαλώσουν ἄγρια μεταξύ τους, νά τούς εἰπῶ κάτι;".
Ὁ  ἀοίδιμος κούνησε τό κεφάλι του μέ νόημα, λέγοντας, "πάτερ μου, μερικοί πᾶνε γυρεύοντας νά σπάσουν τό κεφάλι  τους, γιά νά καταλάβουν μετά, ἀφοῦ τό σπάσουν, ὅτι δέν ἔπρεπε νά τό σπάσουν...!". Καί ὅμως μερικοί ἔχουν μιά τέτοια λογική...!
Καλούμαστε ὅλοι νά βοηθήσουμε τήν Πολιτεία πού δίνει τή μεγάλη μάχη γιά τήν ὑγεία μας καί γιά τή ζωή μας.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐπιτάσσει σεβασμό καί ὑπακοή στίς ἀρχές καί ἐξουσίες (Ρωμ. 13:1-2).
Οἱ δέ Ἀρχιερεῖς λίγο πρίν τήν ἐνθρόνισή τους, δίνουν ἔνορκη διαβεβαίωση, δηλαδή ὁρκίζονται, ἐνώπιον Θεοῦ (τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου) καί ἀνθρώπων (Προέδρου τῆς Δημοκρατίας) ὅτι θά τηροῦν καί θά σέβονται τό Σύνταγμα καί τούς νόμους τοῦ Κράτους.
Καί τί θά γίνει; Θά μείνουμε τή Μ. Ἑβδομάδα, τό Πάσχα χωρίς ἐκκλησία; Ἐδῶ κάνουμε ἕνα μεγάλο καί ἀνεπίτρεπτο λάθος!
Ἀγνοοῦμε τόν Χριστό, πού εἶναι ἀπό πάνω μας, καί μᾶς παρακολουθεῖ!  (Γιατί Τόν ἀγνοοῦμε;!). Αὐτός εἶναι ὁ κριτής μας!
Αὐτός θά μᾶς κρίνει, ἄν  αὐτές τίς πρωτόγνωρες ἡμέρες, δέν πᾶμε  στίς ἐκκλησίες. 
Βλέπει, ὅτι δέν τό κάνουμε  οὔτε ἀπό καταφρόνηση, οὔτε ἀπό ὀκνηρία, οὔτε ἀπό  ἀπιστία. 
Βλέπει, ὅτι θέλουμε νά πᾶμε,  ἀλλά δέν μποροῦμε, γιατί  θέλουμε νά προφυλάξουμε τόν ἀδερφό μας.
Καί εἶναι σίγουρο ὅτι ἡ ἀγαθότητά Του δέν θά μᾶς στείλει στό σκότος τό ἐξώτερον ἤ στό πῦρ τό αἰώνιο, γιατί (ξαναλέμε) βλέπει, καταλαβαίνει, κατανοεῖ τίς περιστάσεις.
Ποιός,  λοιπόν, ὁ λόγος ὡς χριστιανοί νά ἀγχωνόμαστε καί νά  ψυχοπλακωνόμαστε; 
Καί νά κάνουμε ἀντάρτικο, ἁμαρτάνοντας (!) ἐνώπιον τοῦ Ἐσταυρωμένου Ἰησοῦ;
Τό πᾶν ὡς χριστιανοί εἶναι νά τηροῦμε τό ἅγιο θέλημά Του, πού μπορεῖ νά εἶναι ἄκρως ἀντίθετο μέ τό δικό μας θέλημα.
Ὅμως, ἔτσι σώζεται καί ἁγιάζεται ὁ ἄνθρωπος. Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Γραικός ἔμενε,  ἐξ ἀνάγκης, δεκαεπτά χρόνια (!) ἀλειτούργητος (!) καί ἀκοινώνητος...!
Ὅμως ἐπειδή ἦταν πνευματικά ὑγιής, ἀντιμετώπισε θεαρέστως τήν δοκιμασία του, τηρώντας τό θέλημα τοῦ Κυρίου, πού ἀπαιτοῦσαν οἱ συγκεκριμένες συνθῆκες, καί γι'αὐτό ἁγίασε! 
Τί εἶναι προτιμότερο ἤ καλύτερα πιό θεάρεστο;  
Νά καθίσουμε   στό σπίτι μας, ὅσο καιρό κρίνουν οἱ ἐπιστήμονες,  ὥστε νά  σωθοῦμε ἀπό αὐτή τή δοκιμασία,  ἤ, ἐπειδή τό θέλουν μερικοί,  νά ἀνοίξουν οἱ ἐκκλησίες, νά διασπαρθεῖ ὁ ἰός σ' ὅλη τήν πατρίδα μας, καί νά  γίνουμε Ἰταλία; 
Ἀλήθεια. Ὅποιοι τίς ἀνοίξουν,  πῶς θά πρέπει νά κριθοῦν; Ὡς ἀληθινοί  χριστιανοί ἤ ὡς  ἀνθρωποκτόνοι;

ΕΙΝΑΙ ΕΥΚΑΙΡΙΑ Η ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ;



Σχεδόν όλοι όσοι προσπαθούν να δούνε θετικά το γεγονός του υποχρεωτικού εγκλεισμού μας και να μας δώσουν δύναμη, μας λένε ότι είναι μία εξαιρετική ευκαιρία επικοινωνίας, ότι μπορούμε να μετατρέψουμε τα σπίτια μας σε χώρους προσευχής, ότι μπορούν οι γονείς να έρθουν σε επικοινωνία με τα παιδιά και μεταξύ τους, ενώ αναρτώνται “έξυπνα” σχόλια όπως: “είναι καλοί οι άνθρωποι τους οποίους γνώρισα αυτές τις μέρες”, εννοώντας τους οικείους. Η ταχύτητα της ζωής μας, οι υποχρεώσεις, τα προγράμματα, αλλά και ο τρόπος διάθεσης του ελεύθερου χρόνου, ουσιαστικά δεν μας επέτρεπαν την επικοινωνία ούτε με τον Θεό ούτε με τον συνάνθρωπο. 
Από την άλλη, το διαδίκτυο θριαμβεύει αυτό το διάστημα. Προτάσεις για ταινίες, σειρές, επαναλήψεις, παιχνίδια γεμίζουν τον χρόνο στο άψε σβήσε. Ακόμα και οι πορνογραφικές ιστοσελίδες προσφέρουν ελεύθερη πρόσβαση! Εύκολα μπορούμε να αναρωτηθούμε, αναλογιζόμενοι και το πώς ο άνθρωπος έχει μάθει να σκέπτεται και να φέρεται, αν ο υποχρεωτικός εγκλεισμός του θα τον κάνει να αλλάξει συνήθειες ή από την πλήξη του εντός, οδηγηθεί σε ακόμη μεγαλύτερη παράδοση στην εικονική πραγματικότητα; Ο ρεαλισμός μας οδηγεί στο να σκεφτούμε το δεύτερο. Αν συνυπολογίσουμε και το γεγονός ότι οι περισσότεροι άνθρωποι κατοικούμε στις πόλεις, που σημαίνει ότι δεν μας είναι εύκολο να έρθουμε σε επαφή με την φύση -και ακριβώς γι᾽ αυτόν τον λόγο εγκλειστήκαμε υποχρεωτικά, για να μην πηγαίνουμε στην φύση και να μη συναντιόμαστε μεταξύ μας-, καταλαβαίνουμε ότι όση καλή διάθεση και να έχει κάποιος, δύσκολα θα μάθει να διαβάζει, να συζητά, να δημιουργεί ευκαιρίες αυθεντικής κοινωνικότητας. Θα επιλέξει το εύκολο, το οποίο θα του πάρει την πλήξη από τον νου. 
Όταν λήξει αυτή η περίοδος απομόνωσης, ποια θα είναι άραγε η στάση μας; Οι άνθρωποι δεν πέφτουμε συνήθως με “τα μούτρα” σε ό,τι στερηθήκαμε; Και όταν εκτονωθούμε, δεν θα γυρίσουμε στον κανονικό μας ρυθμό; Ποια συζήτηση γίνεται στις καθημερινές ενημερώσεις από τους ειδικούς για τον πολιτισμό μας;  Η ασθένεια ουσιαστικά είναι ένα επεισόδιο, κάνουμε υπομονή για να περάσει και μετά θα επανέλθουμε. Ο πολιτισμός μας δεν έχει αποφασίσει να παραιτηθεί από τον έλεγχο της σκέψης και της ζωής μας. Περισσότερο θα μας δεσμεύσει.
Αντί λοιπόν να βγάζουμε μεγάλους λόγους και να θεωρούμε ότι αυτό το διάστημα θα αλλάξει άρδην τις συνήθειές μας, ας σκεφτούμε και ας δράσουμε ρεαλιστικά. Μικρές ενέσεις ποιότητας. Λίγη επικοινωνία παραπάνω. Λίγη προσευχή και φιλοσόφηση της ζωής μας, ώστε να δούμε τι πραγματικά χρειαζόμαστε, ακόμη κι αν ο πολιτισμός μας δεν θα μας αφήσει ήσυχους, να εντοπίσουμε τα όριά μας και με ταπείνωση να πορευτούμε στο εξής, να νιώσουμε την αξία της αγάπης ως πρωταρχικής στάσης ζωής, ότι η προσωπική ευθύνη δεν σημαίνει κατάργηση της προσωπικότητάς μας, του εαυτού μας, της θέσης μας έναντι της ζωής, και, κυρίως, η συνείδηση της φθαρτότητάς μας, η οποία θα μας βγάλει από την αυταπάτη της αιωνιότητας που δήθεν η επιστήμη, η τεχνολογία και ο πολιτισμός μας δίνουν είναι μηνύματα που αξίζει να κρατήσουμε.
Το σπίτι μας είναι η κατ᾽ οίκον εκκλησία. Το μεταβάλλαμε σε πανδοχείο ικανοποίησης αναγκών. Καιρός να το ξανακάνουμε τόπο και τρόπο συνάντησης.  Δεν είναι μοναστήρι. Από κει δεν φεύγουν οι μοναχοί. Εμείς όμως μπορούμε να μάθουμε τρόπους ώστε η έξοδός μας να έχει ελπίδα!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Ο ΟΣΙΟΣ ΤΙΤΟΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ


 Ο Όσιος Τίτος είχε ψυχή με θερμή αγάπη στο Θεό και τον πλησίον. Όπως ο Κύριος είχε πει στους μαθητές του, «εμόν βρώμά εστιν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με» ( Ιωάν., δ’ 34), δικό μου, δηλαδή, φαγητό είναι να πράττω το θέλημα Εκείνου (του Πατέρα Θεού) που με απέστειλε, έτσι συνέβαινε και στον όσιο Τίτο.
Τροφή του ήταν να πράττει με κάθε τρόπο το θέλημα του ουρανίου Πατέρα και να χρησιμοποιεί τη ζωή του για την ηθική και πνευματική οικοδομή των αδελφών του.
Όταν έγινε μοναχός, έλαμψε με την φιλάδελφη συμπεριφορά του, την πραότητα και την επιείκεια. Ήταν χαρακτήρας που γνώριζε να παραβλέπει, να μακροθυμεί, να ανέχεται, να συνδιαλέγεται, να διαλύει τις παρεξηγήσεις, να κερδίζει γρήγορα την εμπιστοσύνη και να κατακτά τις καρδιές των άλλων.
Ετσι, έγινε πνευματικός ηγέτης μεγάλης αποδοχής και πλήθος λαϊκών και μοναχών ζητούσαν να ωφεληθούν από την συντροφιά του. Μάλιστα, ο Θεός αντάμειψε την καθαρότητα της ψυχής και της ζωής του με το χάρισμα να θαυματουργεί.
Αφού έμεινε σταθερός στην πίστη μέχρι τέλους της ζωής του, αποδήμησε στον Κύριο, αφήνοντας πίσω του πολλούς μιμητές.

Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Ανατεθείς από παιδός τω Κυρίω, αγγελικώς επολιτεύσω εν κόσμω, και των θαυμάτων είληφας την χάριν εκ Θεού, όθεν εχρημάτισας, Μοναζόντων αλείπτης, Τίτε παμμακάριστε, και σοφός οικονόμος. Άλλα μη παύση Πάτερ εκτενώς, υπέρ του κόσμου, Θεόν ιλεούμενος.

Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

ΚΥΡΗΓΜΑ ΣΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ΤΩΝ ΑΔΕΙΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ


Interior Biserica Rusa | Barcelona cathedral, Church, Cathedral

Αγαπητοί μου τοίχοι,σεβαστά στασίδια και καρέκλες

Εδώ και εκατοντάδες ή δεκάδες ή μερικά χρόνια,όλοι ακούσατε,κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, τον λόγο του Ευαγγελίου,τις Εκτενείς δεήσεις,τις προσευχές και τις εκφωνήσεις,τα κηρύγματα. Συγκλονιστήκατε στο άκουσμα του ''Τρισάγιου Ύμνου'',κλίνατε τα κεφάλια σας στον ''Χερουβεικό Ύμνο'',ιερός φόβος σας κατάλαβε στο ''Σε Υμνούμεν'',όταν κοινωνούσαν οι λειτουργοί και οι πιστοί. Μετά την απόλυση,φεύγοντας οι πιστοί και μένοντας μόνα στον ναό,δακρύσατε.Μείνατε μόνα σας με τον Πανταχού Παρών Θεό,με την Παναγία και με όλους τους Αγίους. Εσείς είχατε την μεγαλύτερη λαχτάρα από την μία Θεία Λειτουργία στην άλλη. Εσείς είχατε την πιο θερμή αγάπη από το ένα Ευαγγέλιο στο άλλο. Εσείς νιώσατε τον πιο μεγάλο συγκλονισμό σε κάθε καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων.Συχνά δεχτήκατε τους πιστούς,τους πιο κρύους το Πάσχα και τα Χριστούγεννα,τους πιο χλιαρούς τις Κυριακές και στις γιορτές.Η φωνή της καμπάνας σάς αγαλλίασε,το πέτρωμα των ψυχών σάς λύπησε,η αμετανοησία τον ανθρώπων σάς στενοχώρησε.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι,εδώ και μερικές εβδομάδες,δεν μπορούν να διαβούν την πόρτα σας. Οι πόρτες του ναού είναι κλειδωμένες,όπως κλειδωμένες τις βρήκαν και οι μωρές παρθένες της Παραβολής.Ο κατακλυσμός έχει αρχίσει,η κιβωτός του Νώε όμως κλειδώνει απ'έξω. Τα νερά του θανάτου άρχισαν να φουσκώνουν. Οι λόφοι θα σκεπαστούν,τα βουνά θα πνιγούν. Μόνο η κορυφή του εσχατολογικού Αραράτ περιμένει την Κιβωτό του Νώε και της Εκκλησίας του Χριστού. Το ουράνιο τόξο της υπόσχεσης θα εμφανιστεί στα σύννεφα. Η ευωδία της θυσίας του Νώε θα υψωθεί προς τον Ουρανό. Ένα μυστικό μνημόσυνο θα γίνεται ακατάπαυστα,για τις ψυχές όσων πέθαναν από τον κορωνοϊο και όσων πνίγηκαν από τις πλημμύρες των καιρών.

Γι'αυτό σήμερα,άγιοι τοίχοι,σεβαστά αναλόγια του Δαβίδ,σιωπηλές και ταπεινές καρέκλες του Τελώνη, το κήρυγμά μου απευθύνεται σε εσάς. Κλαίνε οι Άγιοι στους τοίχους,θρηνούν τα δισκοπότηρα στα Άγια Βήματα,παραπονούνται τα λάβαρα,δακρύζουν οι εικόνες στο τέμπλο για τα κεριά που δεν ανάβονται πια.

Ο Σταυρός του Κυρίου όμως υψώνεται πάνω απ'όλους και απ'όλα τα μανιασμένα κύματα των καιρών που ζούμε.
Σεβαστοί τοίχοι:Συγχωρέστε εμάς που ήμασταν και ακόμη είμαστε «τοῖχοι κεκονιαμένοι»(Πραξ.Αποστόλων 23,3)στην Εκκλησία του Χριστού

Αρχιερέας Δανιήλ (Στοενέσκου)

ΕΧΕΙΣ ΑΓΑΠΗ;



Εκείνος που έχει αγάπη δε ζηλεύει, δε φθονεί, δεν κατατρέχει, δε χαίρεται με την πτώση των άλλων, δεν εξευτελίζει αυτόν που έπεσε σε σφάλμα, αλλά τον συλλυπείται και τον συμπαραστέκεται και τον ανακουφίζει, δεν παραβλέπει τον αδελφό στην ανάγκη του, αλλά τον συμπαραστέκεται, και πεθαίνει μαζί του, εκτελεί το θέλημα του , και είναι μαθητής του.

Διότι ο ίδιος ο καλός μας Δεσπότης είπε «Από αυτό θα ξέρουν όλοι ότι είστε μαθητές μου, αν αγαπάτε ο ένας τον άλλο».
Εκείνος που έχει αγάπη ποτέ δεν αποκτά κάτι για τον εαυτό του, δε θεωρεί τίποτε δικό του, αλλά όλα όσα έχει τα προσφέρει κοινά σε όλους.
Εκείνος που έχει αγάπη κανέναν δε θεωρεί ξένο, αλλά όλους τους έχει δικούς του, δεν παροργίζεται, δεν ξιπάζεται, δε φουντώνει από οργή, δε χαίρεται για την αδικία που γίνεται, δεν εξακολουθεί να ψεύδεται, κανέναν δε θεωρεί εχθρό, παρά μόνο τον Διάβολο.
Εκείνος που έχει όλα τα υπομένει, είναι ευεργετικός, είναι μακρόθυμος.
Άγιος Εφραίμ ο Σύρος

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ:Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΦΤΙΑΞΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Αναφέρει ο :
Πρέπει να έχουμε μέσα μας ένα εργοστάσιο καλών λογισμών. Αν δεν έχουμε, τότε καί ό Μέγας Αντώνιος να είναι γέροντας μας καί να κάνει συ­νέχεια θαύματα, δεν θα μπορέσει σε τίποτα να μας βοηθήσει.

Βλέπετε, όταν ό Κύριος μας ήταν πάνω στο Σταυρό καί συνέβησαν εκείνα τα φρικτά γεγονότα: οί δύο ληστές πού συσταυρώθηκαν μαζί Του, Τον αντιμετώπιζαν με διαφορετικό τρόπο ό καθένας. Ό ένας λοιπόν ληστής, ό εξ ευωνύμων, ό όποιος είχε μέσα του δημιουργήσει εργοστάσιο παραγωγής κακών λογισμών,τον βλαστημούσε. Ό άλλος όμως, ό εκ δεξιών, πού είχε καλούς λογισμούς, μετανόησε ,σώθηκε και μπήκε στον Παράδεισο.
Θα σας πω κι ένα γεγονός μ’ ένα γεροντάκι από την Καψά­λα. Αυτό το γεροντάκι είχε ακριβώς τέτοια μη­χανή, πού πάντα σκεφτόταν την καλή πλευρά του κάθε θέματος. Μόνο για το καλό είχε μάτια, για να βλέπει, για το κακό ήταν πάντα τυφλός. Κάποτε κάποιοι κοσμικοί τον επισκέφθηκαν καί του πήγαν σαν δώρο ένα μικρό ραδιοφωνάκι καί του το πρόσφε­ραν. Το πήρε ό γέροντας στα χέρια του και με θαυμασμό το πε­ριεργαζόταν. Τους ρώτησε που – σε ποιο κράτος – κατασκευά­ζεται και εκείνοι του είπαν «στην Ιαπωνία». Ενώ λοιπόν με θαυμασμό το περιεργαζόταν, ξαφνικά βλέπουν να παίρνει το πρόσωπο του χαρούμενη διάθεση καί φιλώντας το ραδιόφωνο να λέει:
– Δόξα Σοι, ό Θεός!
Τον ρωτούν τότε οι επισκέπτες του για ποιο λόγο χαίρεται και δοξάζει το Θεό κι εκείνος τους εξηγεί:
– Να, χάρηκα, γιατί έγιναν καί οι Ιάπωνες χριστιανοί καί βάζουν στα πράγματα πού κατασκευάζουν σαν σήμα τον Τίμιο καί Ζωοποιό Σταυρό».
Εΐχε δει ό γέροντας το + καί -, το θετικό καί αρνητικό πό­λο στίς μπαταρίες, καί το πέρασε για σταυρό. Το γεροντάκι αυ­τό με το λογισμό του στάθηκε σ’ αυτό, ενώ, αν είχε κακούς λο­γισμούς, θα μπορούσε να τους μαλώσει πού του πήγαν ραδιόφω­νο, ενώ αυτός ήταν ασκητής κ.λ.π.
Το ίδιο γεροντάκι, όταν περνούσε κάποιο αεροπλάνο από πάνω, αμέσως με ευλάβεια σταυροκοπιόταν. Κάποτε ένας ρώτη­σε:
– Γέροντα, γιατί, όταν βλέπεις αεροπλάνο, κάνεις το σταυ­ρό σου;
Κι εκείνος με μια πηγαία, φυσική ευλάβεια καί απλότητα του άπαντα:
– Μα, δε βλέπεις, παιδί μου, ότι έχει το σχήμα του Τιμίουκαι Ζωοποιού Σταυρού του Χρίστου μας;
Καί εδώ το γεροντάκι αυτό, ενώ μπορούσε να πιάνει τίς κα­κές πτυχές του αεροπλάνου, όπως το ότι βομβαρδίζει καί σκο­τώνει, αυτό στεκόταν στο σχήμα του σταυρού πού έφερε κι έτσι ό θόρυβος καί ή θέα του αεροπλάνου του γινόταν αιτία να μετα­φερθεί στο Γολγοθά.
Πρίν αρκετά χρόνια κατέβηκα στην Αθήνα για κάποια δουλειά καί φιλοξενήθηκα στο σπίτι ενός αδελφού χριστιανού. Το σπίτι του ήταν κοντά σ’ έναν κεντρικό δρόμο με αποτέλεσμα να έχει πολλή φασαρία. Το βράδυ μου είπε αυτός ό αδελφός ότι από την πολλή φασαρία δεν μπορούσε τίς νύχτες να κλείσει μάτι, με αποτέλεσμα να έχουν σπάσει τα νεύρα του καί να αναγκά­ζεται να παίρνει χάπια ηρεμιστικά. Αφού φάγαμε, μου έδωσαν ένα δωμάτιο, για να πάω να ξεκουραστώ καί δείχνοντας το, μου είπε:
~ , εδώ είναι το δωμάτιο, αλλά δεν ξέρω αν θα κλείσω μάτι μ’ αυτή τη φασαρία των αυτοκινήτων, πού ακούγεται από το δρόμο.
Αφού πέρασε ή νύχτα καί βγήκα από το δωμάτιο μου, με ρωτά:
Γέροντα, δεν έκλεισα μάτι, από τη φασαρία, εσείς τι κάνατε;
Τότε του είπα;
– Ποτέ, ούτε στο Όρος, δεν κοιμήθηκα τόσο καλά καί τόσοπολύ.
– Γέροντα, μου είπε, πώς είναι δυνατόν να γίνεται αυτό; Τότε του διηγήθηκα το τί μου συνέβη από τη στιγμή που μπήκα στο δωμάτιο. (Εκείνον τον καιρό ήταν σε εξέλιξη ό πό­λεμος στο Βιετνάμ καί καθημερινά ακούγαμε δυσάρεστα νέα α­πό τον εκεί πόλεμο καί εγώ έκανα προσευχή, για να βοηθήσει ό Θεός).
– Όταν μπήκα στο δωμάτιο, πήγα και γονάτισα μπροστά στο κρεβάτι. Τα χέρια μου καί το κεφάλι μου τα είχα ακουμπι­σμένα επάνω στο κρεβάτι κι άρχισα να εύχομαι γι’ αυτούς πού πολεμούν καί σκοτώνονται στο Βιετνάμ. Από κάτω ακουγόταν ή φασαρία των αυτοκινήτων, εγώ όμως, επειδή ό νους μου ήταν στο Βιετνάμ, μετέτρεπα με τη φαντασία μου τον ήχο των αυτόκινήτων καί φανταζόμουν τα άρματα μάχης, τον θόρυβο πού κά­νουν, όταν περνούν, φανταζόμουν πώς εκεί κάτω σκορπούν τοθάνατο, γκρεμίζουν σπίτια κ.λ.π.
Από κάτω από το δρόμο πότε-πότε περνούσε κάποιος μοτοσυκλετιστής με μηχανή πολλών κυβικών, πού έκανε υπερβολικά δυνατό θόρυβο, με αποτέλεσμανα τρίζουν τα παράθυρα. Αμέσως φανταζόμουν τα αεροπλάνα,πού πετούσαν στο Βιετνάμ καί βομβάρδιζαν καί έβλεπα να σκο­τώνονται ανελέητα μικρά παιδιά καί γεροντάκια.
Με είχε πιά­σει ένα γλυκό παράπονο κι έκλαιγα για την όλη εκεί κατάστα­ση κι έλεεινολογούσα τον εαυτό μου, πού ήμουν σε ωραίο δω­μάτιο με ωραία στρωμένο κρεβάτι, πού είχα φάει καλά καί γενι­κά δεν είχα κανένα πρόβλημα. Και ενώ έκλαιγα γι’ αυτά καί εί­χα μια πολύ μεγάλη πνευματική ηρεμία, με πήρε ό ύπνος γονατιστό και κοιμήθηκα εκεί τη νύχτα, χωρίς να διακοπεί καθόλουό ύπνος μου. “Ετσι, λοιπόν, επειδή ό λογισμός μου ήταν σ’ αυ­τούς πού υπέφεραν στο Βιετνάμ, δε με πείραζε ή φασαρία των αυτοκινήτων.
“Ετσι να κάνεις καί συ: Να βάλεις με το λογισμό σου ότι ενώ έ­ξω γίνεται πόλεμος καί ενώ όλοι σκοτώνονται, οί περιουσίες τους καταστρέφονται, τα σπίτια τους γκρεμίζονται ή πεθαίνουν από την πείνα, εσένα σ’ έχουν σ’ ένα πολυτελέστατο σπίτι , τρως, πίνεις, σε πληρώνουν, δεν κινδυνεύεις, μόνο ακούς το θόρυβο αυτών πού πολεμούν καί μ’ αυτό τον τρόπο σου δίνεται αιτία να δοξολογείς το Θεό καί όχι να αναγκάζεσαι να παίρνεις χάπια ηρεμιστικά” ή λύση είναι μία: «ό καλός λογισμός»·

O MEΓΑΣ ΚΑΝΩΝ




Βρισκόμαστε στην Ε’ εβδομάδα των νηστειών. Η εβδομάδα αυτή είναι το λειτουργικό αποκορύφωμα της .
Οι ακολουθίες είναι μακρότερες και εκτενέστερες. Στη συνήθη ακολουθία των προηγουμένων εβδομάδων προστίθενται δυό νέες ακολουθίες.
Ο , που τον ψάλλαμε τμηματικά την Α’ εβδομάδα των νηστειών, και ο , που τον ψάλλαμε κατά στάσεις τις προηγούμενες Παρασκευές, τώρα ψάλλονται ολόκληροι.
Στα μοναστήρια ψάλλεται στον όρθρο της Πέμπτης ο και στον όρθρο του Σαββάτου ο Ακάθιστος Ύμνος. Στις πόλεις όμως, επειδή οι συνθήκες της ζωής είναι διαφορετικές και οι πιστοί δεν είναι ελεύθεροι τα πρωινά, ψάλλεται το βράδυ της Τετάρτης ο Μέγας Κανών και το βράδυ της Παρασκευής ο Ακάθιστος Ύμνος, μαζί με την ακολουθία του αποδείπνου.
Μέγας Κανών ονομάζεται, διότι ενώ οι συνηθισμένοι κανόνες έχουν γύρω στα τριάντα τροπάρια, αυτός έχει διακόσια πενήντα τροπάρια, διότι τόσοι είναι οι στίχοι των εννέα ωδών της αγίας Γραφής. Δηλαδή ο ποιητής του ύμνου έχει γράψει ένα τροπάριο για κάθε στίχο, ενώ οι άλλοι κανόνες έχουν μόνο τέσσερα τροπάρια για κάθε ωδή της αγίας Γραφής.
Αργότερα άλλοι υμνωδοί προσέθεσαν κι άλλα τροπάρια, περίπου τριάντα, προς τιμή της Μαρίας της Αιγυπτίας και του Αγίου Ανδρέα. Έτσι ο κανόνας σήμερα αριθμεί περίπου διακόσια ογδόντα τροπάρια.
Τον Μεγάλο Κανόνα έγραψε και συνέθεσε ο , ο επονομαζόμενος και Ιεροσολυμίτης (660 – 740 μ.Χ.), λόγω της διακονίας του ως μοναχού στα Ιεροσόλυμα.
Ο Άγιος Ανδρέας, ένας από τους εξέχοντες εκπροσώπους της Εκκλησιαστικής ποιήσεως, (όπου εορτάζεται στις 4 Ιουλίου), συγκέντρωσε αρκετές από τις ιστορίες της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, από τον Αδάμ μέχρι και την Ανάληψη του Κυρίου μας και το κήρυγμα των Αγίων Αποστόλων, και τις μελοποίησε.

ΟΙ ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΣΤΟ ΑΠΟΡΘΗΤΟ ΟΧΥΡΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ


Icons of Christ: Christ Knocking at the Door Icon | Monastery Icons
  Βαθιά μέσα η ψυχή είναι σαν ένα οχυρό απόρθητο. Φθάνουν ως εκεί οι οποιεσδήποτε επισκέψεις της χάριτος, η οποιαδήποτε βοήθεια, αλλά το φρούριο μένει απόρθητο, διότι από μέσα ανοίγει η πόρτα.

 Και άμα δεν ανοίξει από μέσα, η χάρη έχει αυτή τη λεπτότητα να μην παραβιάζει· διότι αλλιώς δεν θα είναι χάρη, κάτι άλλο θα είναι. Θα είναι δαιμονική ενέργεια. Η χάρη λοιπόν έχει αυτή τη λεπτότητα να μην παραβιάζει πόρτες, αλλά να πηγαίνει στην ψυχή, να φανερώνει την παρουσία της, να γλυκαίνει την ψυχή, να περιμένει. Περιμένει να ανοίξει από μέσα η πόρτα. Και το κλειδί το έχει εκείνος που είναι εκεί μέσα. Τη δυνατότητα να ανοίξει από μέσα την πόρτα την έχει ο ίδιος ο άνθρωπος, ο οποίος όμως αντιστέκεται και περίζηλα κρατά την πόρτα αυτή κλειστή. Φοβάται να την ανοίξει, καίτοι ξέρει ότι απ’ έξω είναι ο Θεός που περιμένει, είναι αυτή η χάρη του Θεού, ο ουρανός, η βασιλεία του Θεού που περιμένει, είναι η σωτηρία.

 Τέτοιο πείσμα έχει ο άνθρωπος. Δεν θέλει να ανοίξει. Ταλαίπωρες αυτές οι ψυχές. Και είναι πολλές που κάνουν έτσι. Μας βοηθάει να καταλάβουμε αυτό το οποίο λέμε κάτι που αναφέρει ο μακαρίτης ο Ασπιώτης για τον μελαγχολικό τύπο. Βέβαια, ομιλεί για έναν που έχει βαριάς μορφής μελαγχολία. Λέει ότι ο μελαγχολικός αισθάνεται πως ζει μέσα σε κόλαση, και ενώ καταλαβαίνει ότι, αν θελήσει να βγει από εκεί, θα βρεθεί σε μια άλλη κατάσταση, θα γλιτώσει από την κόλαση και θα βγει σε μια λύτρωση, δεν το κάνει. Ενώ το ξέρει, δεν το κάνει.

 Οι ψυχοπαθολογικές καταστάσεις έχουν δύναμη, και γι’ αυτό παιδεύονται οι άνθρωποι. Οι αρρωστημένοι τύποι παιδεύονται. Κατά τη γνώμη μου δεν είναι αγιάτρευτο το κακό, αυτή η αντίσταση που είπαμε. Ενώ φαίνεται έτσι, δεν είναι. Θα μπορούσε κανείς να τη συνειδητοποιήσει καλά-καλά και να πει: «Α! Έτσι είναι λοιπόν; Έτσι είναι τα πράγματα;» και να μην της δώσει σημασία. Όπως έκαναν οι Γερμανοί. Δεν πήγαν από τη γραμμή Μαζινό (*) στη Γαλλία. Γιατί να πάνε από τη γραμμή αυτή και να σκοτωθούν πολλοί; Κυρίευσαν το Βέλγιο και από το Βέλγιο μπήκαν στη Γαλλία. Και η γραμμή Μαζινό αποδείχτηκε άχρηστη.

  Μερικές φορές λοιπόν χρειάζεται να μην πάει κανείς κόντρα σ’ αυτή την αντίσταση. (Για τους αρρωστημένους τύπους μιλώ τώρα αλλά και γενικότερα.) Μπορεί κανείς ενώπιον του Θεού ως λογικός άνθρωπος να δει ότι αυτό είναι αντίθετο προς τον Θεό. Να το δει και να το αναγνωρίσει. Εντάξει, δεν μπορεί να το βγάλει από τη μέση, αλλά μπορεί να το δει, να το αναγνωρίσει και να πει στον Θεό: «Ναι, Θεέ μου. Ανάλαβε το πρόβλημά μου εσύ, γιατί εγώ…» και να το αφήσει. Αυτό είναι ένα ξεγλίστρημα, μια απαγκίστρωση της ψυχής από αυτή την αντίσταση· και αφήνεται στη χάρη του Θεού. Και ο Θεός ξέρει πώς θα τα οικονομήσει.

 Γι’ αυτό πιστεύω ότι, όσοι από τους αρρώστους αυτούς μπορούν να κάνουν έτσι, έχουν διάθεση να κάνουν έτσι, βοηθούμενοι βέβαια και στηριζόμενοι κάπου, ξεγλυτώνουν. Να πω και κάτι άλλο; Όχι μόνο ξεγλιτώνουν αλλά, καθώς γνωρίζουν τι φοβερό, τι πικρό πράγμα είναι αυτός ο εγκλωβισμός μέσα σ’ αυτή την κόλαση, ακόμη πιο πολύ διψούν τον Θεό, ακόμη πιο πολύ αγαπούν τον Θεό. Και όταν λίγο γλυκαθούν από τον Θεό, δεν τους γυρίζει κανείς πίσω με κανέναν τρόπο.

 Αυτό που λέμε τώρα μας βοηθάει να δούμε καλύτερα τα πράγματα γενικότερα. Διότι οι αρρωστημένες καταστάσεις, που είναι ένα άκρο, που είναι μια έντονη κατάσταση, μια έντονη πραγματικότητα, μας βοηθούν να δούμε και τη γενικότερη πραγματικότητα. Ένα τέτοιο πράγμα λίγο πολύ ο κάθε άνθρωπος πεισματικά θα έχει εκεί στο βάθος της ψυχής του. Και όταν κλαψουρίζει κανείς και όταν παραπονιέται και όταν νομίζει ότι δεν τον προσέχουν και όταν νομίζει ότι αδικείται, κάνει όπως το πεισματάρικο παιδί, που κάθεται εκεί σε μια γωνιά πεισματικά και κλαψουρίζει. Ναι, αυτό κάνει.

 Τι κλαψουρίζεις; Τι παραπονιέσαι; Άφησε τον εαυτό σου ελεύθερο στον Θεό. Αλλά αυτό, το «άφησε τον εαυτό σου», είναι θάνατος. Θάνατος τι θα πει; Θα πει ότι δεν κρατάς τίποτε. Ούτε αρετή έχεις ούτε κανένα καλό έχεις ούτε τίποτε. Ένα αμαρτωλό πλάσμα παραδίδεται στον Θεό. Μετά, δεν έχεις κανένα ατού. Είναι το καλύτερο πράγμα που έχει να κάνει ο κάθε πεπτωκώς άνθρωπος. Και υπάρχει κανείς που δεν είναι πεπτωκώς; Καθένας που κατάγεται από τον Αδάμ είναι πεπτωκώς και επομένως αυτό πρέπει να κάνει.
 π. Συμεών Κραγιόπουλος

Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ


91391592191392491392992dr5

Βιογραφία
Τον βίο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας συνέγραψε ο Άγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων (τιμάται 11 Μαρτίου), ο οποίος συνέγραψε διάφορα ασκητικά και υμνογραφικά κείμενα που διαποτίζονται από το πνεύμα της Ορθοδόξου θεολογίας και της ασκητικής παραδόσεως.
Η Οσία Μαρία γεννήθηκε στην Αίγυπτο και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527 – 565 μ.Χ.). Από τα δώδεκα χρόνια της πέρασε στην Αίγυπτο μια ζωή ασωτίας, αφού από την μικρή αυτή ηλικία διέφθειρε την παρθενία της και είχε ασυγκράτητο και αχόρταγο το πάθος της σαρκικής μείξεως. Ζώντας αυτήν την ζωή δεν εισέπραττε χρήματα, αλλά απλώς ικανοποιούσε το πάθος της. Η ίδια ξαγορεύθηκε στον Αββά Ζωσιμά ότι διετέλεσε: «δημόσιον προκείμενη τῆς ἀσωτίας ὑπέκκαυμα, οὐ δόσεως τινός, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἕνεκεν», κάνοντας δηλαδή το έργο της δωρεάν, «ἐκτελοῦσα τὸ ἐν ἐμοὶ καταθύμιον». Και όπως του απεκάλυψε, είχε ακόρεστη επιθυμία και ακατάσχετο έρωτα να κυλιέται στο βόρβορο που ήταν η ζωή της και σκεπτόταν έτσι ντροπιάζοντας την ανθρώπινη φύση.
Λόγω της άσωτης ζωής και της σαρκικής επιθυμίας που είχε, κάποια φορά ακολούθησε τους προσκυνητές που πήγαιναν στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό. Και αυτό το έκανε, όχι για να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό, αλλά για να έχει πολλούς εραστές που θα ήταν έτοιμοι να ικανοποιήσουν το πάθος της. Περιγράφει δε και η ίδια ρεαλιστικά και τον τρόπο που επιβιβάστηκε στο πλοιάριο. Και, όπως η ίδια αποκάλυψε, κατά την διάρκεια του ταξιδιού της δεν υπήρχε είδος ασέλγειας από όσα λέγονται και δεν λέγονται, του οποίου δεν έγινε διδάσκαλος σε εκείνους τους ταλαίπωρους ταξιδιώτες. Και η ίδια εξέφρασε την απορία της για το πώς η θάλασσα υπέφερε τις ασωτίες της και γιατί η γη δεν άνοιξε το στόμα της και δεν την κατέβασε στον άδη, επειδή είχε παγιδεύσει τόσες ψυχές. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού αυτού δεν αρκέστηκε στο ότι διέφθειρε τους νέους, αλλά διέφθειρε και πολλούς άλλους από τους κατοίκους της πόλεως και τους ξένους επισκέπτες. Και στα Ιεροσόλυμα που πήγε κατά την εορτή του Τιμίου Σταυρού, περιφερόταν στους δρόμους «ψυχᾶς νέων ἀγρεύουσα».
Αισθάνθηκε όμως, βαθιά μετάνοια από ένα θαυματουργικό γεγονός. Ενώ εισερχόταν στο ναό για να προσκυνήσει το Ξύλο του Τιμίου Σταυρού, κάποια δύναμη την εμπόδισε να προχωρήσει. Στην συνέχεια στάθηκε μπροστά σε μία εικόνα της Παναγίας, έδειξε μεγάλη μετάνοια και ζήτησε την καθοδήγηση και βοήθεια της Παναγίας. Με την βοήθεια της Θεοτόκου εισήλθε ανεμπόδιστα αυτή την φορά στον ιερό ναό και προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό. Στην συνέχεια, αφού ευχαρίστησε την Παναγία, άκουσε φωνή που την προέτρεπε να πορευθεί στην έρημο, πέραν του Ιορδάνου. Αμέσως ζήτησε την συνδρομή και την προστασία της Θεοτόκου και ήρε τον δρόμο της προς την έρημο, αφού προηγουμένως πέρασε από την ιερά μονή του Βαπτιστού στον Ιορδάνη ποταμό και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Στην έρημο έζησε σαράντα επτά χρόνια, χωρίς ποτέ να συναντήσει άνθρωπο.
Κατά τα πρώτα δεκαεπτά χρόνια στην έρημο, πάλεψε πολύ σκληρά για να νικήσει τους λογισμούς και τις επιθυμίες της, ουσιαστικά για να νικήσει τον διάβολο που την πολεμούσε με τις αναμνήσεις της προηγούμενης ζωής.
Η Οσία ζούσε δεκαεπτά χρόνια στην έρημο «θηρσὶν ἀνημέροις ταὶς ἀλόγοις ἐπιθυμίαις πυκτεύουσα». Είχε πολλές επιθυμίες φαγητών, ποτών και «πορνικῶν ᾀσμάτων» και πολλούς λογισμούς που την ωθούσαν προς την πορνεία. Όμως, όταν ερχόταν κάποιος λογισμός μέσα της, έπεφτε στην γη, την έβρεχε με δάκρυα και δεν σηκωνόταν από τη γη «ἕως ὅτου τὸ φῶς ἐκεῖνο τὸ γλυκὺ περιέλαμψεν καὶ τοὺς λογισμοὺς τοὺς ἐνοχλοῦντας μοὶ ἐδίωξεν». Συνεχώς προσευχόταν στην Παναγία, την οποία είχε εγγυήτρια της ζωής της μετανοίας που έκανε. Το ιμάτιό της σχίσθηκε και καταστράφηκε και έκτοτε παρέμεινε γυμνή. Καιγόταν από τον καύσωνα και έτρεμε από τον παγετό και «ὡς πολλάκις μὲ χαμαὶ πεσοῦσαν ἄπνουν μείναι σχεδὸν καὶ ἀκίνητον».
Ύστερα από σκληρό αγώνα, με τη Χάρη του Θεού και την συνεχή προστασία της Παναγίας, ελευθερώθηκε από τους λογισμούς και τις επιθυμίες, οπότε μεταμορφώθηκε το λογιστικό και παθητικό μέρος της ψυχής της, καθώς επίσης εθεώθηκε και το σώμα της.
Λόγω της μεγάλης πνευματικής της καταστάσεως στην οποία έφθασε η Οσία Μαρία, έλαβε από τον Θεό το διορατικό χάρισμα.
Ήταν γυμνή αλλά το σώμα της υπερέβη τις ανάγκες της φύσεως. Λέγει η ίδια: «Γυνὴ γὰρ εἰμί, καὶ γυμνή, καθάπερ ὁρᾷς, καὶ τὴν αἰσχύνην τοῦ σώματός μου ἀπερικάλυπτον ἔχουσα». Το σώμα τρεφόταν με τη Χάρη του Θεού: «Τρέφομαι γὰρ καὶ σκέπτομαι τῷ ρήματι τοῦ Θεοῦ διακρατοῦντος τὰ σύμπαντα». Στη περίπτωσή της, όπως και σε άλλες περιπτώσεις Αγίων, παρατηρούμε ότι αναστέλλονται οι ενέργειες του σώματος. Αυτή η αναστολή των σωματικών ενεργειών οφειλόταν στο ότι η ψυχή της δεχόταν την ενέργεια του Τριαδικού Θεού και αυτή η θεία ενέργεια διαπορθμευόταν και στο σώμα της: «Ἀρκεὶν εἰποῦσα τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος, ὥστε συντηρεὶν τὴν οὐσίαν τῆς ψυχῆς ἀμίαντον».
Εκείνη την περίοδο ασκήτευε σε ένα μοναστήρι ο Ιερομόναχος Αββάς Ζωσιμάς (τιμάται 4 Απριλίου), που ήταν κεκοσμημένος με αγιότητα βίου. Έβλεπε θεία οράματα, καθώς του είχε δοθεί το χάρισμα των θείων ελλάμψεων, λόγω του ότι ζούσε μέχρι τα πενήντα τρία του χρόνια με μεγάλη άσκηση και ήταν φημισμένος στην περιοχή του. Τότε, όμως, εισήλθε μέσα του ένας λογισμός κάποιας πνευματικής υπεροψίας, για το αν δηλαδή υπήρχε άλλος μοναχός που θα μπορούσε να τον ωφελήσει ή να του διδάξει κάποιο καινούργιο είδος ασκήσεως. Ο Θεός, για να τον διδάξει και να τον διορθώσει, του αποκάλυψε ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φθάσει στην τελειότητα. Και στην συνέχεια του υπέδειξε να πορευθεί σε ένα μοναστήρι που βρισκόταν κοντά στον Ιορδάνη ποταμό.
Ο Αββάς Ζωσιμάς υπάκουσε στην φωνή του Θεού και πήγε στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, που του υποδείχθηκε. Εκεί συνάντησε τον ηγούμενο και τους μοναχούς, και διέκρινε ότι ακτινοβολούσαν τη Χάρη και την αγάπη του Θεού, ζώντας έντονη μοναχική ζωή με ακτημοσύνη, με μεγάλη άσκηση και αδιάλειπτη προσευχή.
Στο μοναστήρι αυτό υπήρχε ένας κανόνας. Σύμφωνα με αυτόν, την Κυριακή της Τυρινής προ της ενάρξεως της Μεγάλης Σαρακοστής, αφού οι μοναχοί κοινωνούσαν των Αχράντων Μυστηρίων, προσεύχονταν και ασπάζονταν μεταξύ τους, και έπειτα ελάμβαναν ο καθένας τους μερικές τροφές και έφευγαν στην έρημο πέραν του Ιορδάνου, για να αγωνισθούν κατά την περίοδο της Τεσσαρακοστής τον αγώνα της ασκήσεως. Επέστρεφαν δε στο μοναστήρι την Κυριακή των Βαΐων, για να εορτάσουν τα Πάθη, τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού. Είχαν ως κανόνα να μην συναντά κανείς τον άλλο αδελφό στην έρημο και να μην τον ερωτά, όταν επέστρεφαν, για το είδος της ασκήσεως που έκανε την περίοδο αυτή.
Αυτόν τον κανόνα εφάρμοσε και ο Αββάς Ζωσιμάς. Αφού έλαβε ελάχιστες τροφές, βγήκε από το μοναστήρι και πορεύθηκε στην έρημο, έχοντας την επιθυμία να εισέλθει όσο μπορούσε πιο βαθειά σε αυτή, με την ελπίδα μήπως συναντήσει κάποιον ασκητή που θα τον βοηθούσε να φθάσει σε αυτό που ποθούσε. Πορευόταν προσευχόμενος και τρώγοντας ελάχιστα. Κοιμόταν δε όπου ευρισκόταν.
Είχε περπατήσει μία πορεία είκοσι ημερών όταν, κάποια στιγμή που κάθισε να ξεκουραστεί και έψελνε, είδε στο βάθος μια σκιά που έμοιαζε με ανθρώπινο σώμα. Στην αρχή θεώρησε ότι ήταν δαιμονικό φάντασμα, αλλά έπειτα διαπίστωσε ότι ήταν άνθρωπος. Αυτό το ον που έβλεπε ήταν γυμνό, είχε μαύρο σώμα – το σώμα αυτό προερχόταν από τις ηλιακές ακτίνες – και είχε στο κεφάλι του λίγες άσπρες τρίχες, που δεν έφθαναν πιο κάτω από τον λαιμό. Ο Αββάς Ζωσιμάς έβλεπε την Οσία Μαρία, την ώρα που προσευχόταν. Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία ασκούσε την αδιάλειπτη προσευχή και μάλιστα ο Αββάς Ζωσιμάς την είδε όταν εκείνη ύψωσε τα μάτια της στον ουρανό και άπλωσε τα χέρια της και «ἤρξατο εὔχεσθαι ὑποψιθυρίσουσα, φωνὴ δὲ αὐτῆς οὐκ ἠκούετο ἔναρθρος». Και σε κάποια στιγμή, ενώ εκείνος καθόταν σύντρομος, «ὁρᾷ αὐτὴν ὑψωθείσαν ὡς ἕνα πῆχυν ἀπὸ τῆς γῆς καὶ τῷ ἀέρι κρεμαμένην καὶ οὕτω προσεύχεσθαι».
Ο Αββάς Ζωσιμάς προσπάθησε να πλησιάσει, για να διαπιστώσει τι ήταν αυτό που έβλεπε, αλλά το ανθρώπινο εκείνο ον απομακρυνόταν. Έτρεχε ο Αββάς Ζωσιμάς, έτρεχε και εκείνο. Και ο Αββάς κραύγαζε με δάκρυα προς αυτό ώστε να σταματήσει, για να λάβει την ευλογία του. Εκείνο όμως δεν ανταποκρινόταν. Μόλις έφθασε ο Αββάς σε κάποιο χείμαρρο και απόκαμε, εκείνο το ανθρώπινο ον αφού τον αποκάλεσε με το μικρό του όνομα, πράγμα που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στον Αββά, του είπε ότι δεν μπορεί να γυρίσει και να τον δει κατά πρόσωπο, γιατί είναι γυναίκα γυμνή και έχει ακάλυπτα τα μέλη του σώματός της. Τον παρακάλεσε, αν θέλει, να της δώσει την ευχή του και να της ρίξει ένα κουρέλι από τα ρούχα του, για να καλύψει το γυμνό σώμα της. Ο Αββάς έκανε ότι του είπε και τότε εκείνη στράφηκε προς αυτόν. Ο Αββάς αμέσως γονάτισε για να λάβει την ευχή της, ενώ το ίδιο έκανε και εκείνη. Και παρέμειναν και οι δύο γονατιστοί «ἕκαστος ἐξαιτῶν εὐλογῆσαι τὸν ἕτερον».
Επειδή ο Αββάς αναρωτιόταν μήπως έβλεπε μπροστά του κάποιο άυλο πνεύμα, εκείνη διακρίνοντας τους λογισμούς του, του είπε ότι είναι αμαρτωλή, που έχει περιτειχισθεί από το άγιο Βάπτισμα και είναι χώμα και στάχτη και όχι άυλο πνεύμα.
Η Οσία Μαρία κατά την συνάντηση αυτή, αφού αποκάλυψε όλη την ζωή της, ζήτησε από τον Αββά Ζωσιμά να έλθει κατά την Μεγάλη Πέμπτη της επόμενης χρονιάς, σε έναν ορισμένο τόπο στην όχθη του Ιορδάνη ποταμού, κοντά σε μια κατοικημένη περιοχή, για να την κοινωνήσει, ύστερα από πολλά χρόνια μεγάλης μετάνοιας που μεταμόρφωσε την ύπαρξή της. «Καὶ νῦν ἐκείνου ἐφίεμαι ἀκατασχέτω τῷ ἔρωτι», του είπε, δηλαδή είχε ακατάσχετο έρωτα να κοινωνήσει του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.
Ο Αββάς Ζωσιμάς επέστρεψε στο μοναστήρι χωρίς να πει σε κανένα τι ακριβώς συνάντησε, σύμφωνα άλλωστε και με τον κανόνα που υπήρχε σε εκείνη την ιερά μονή. Όμως, συνεχώς παρακαλούσε τον Θεό να τον αξιώσει να δει και πάλι «τὸ ποθούμενον πρόσωπον» την επόμενη χρονιά και μάλιστα ήταν στεναχωρημένος γιατί δεν περνούσε ο χρόνος, καθώς ήθελε όλος αυτός ο χρόνος να ήταν μία ημέρα.
Το επόμενο έτος ο Αββάς Ζωσιμάς από κάποια αρρώστια δεν μπόρεσε να βγει από το μοναστήρι στην έρημο, όπως έκαναν οι άλλοι πατέρες στην αρχή της Σαρακοστής και έτσι παρέμεινε στο μοναστήρι. Και την Κυριακή των Βαΐων, όταν είχαν επιστρέψει οι άλλοι πατέρες της Μονής, εκείνος ετοιμάσθηκε να πορευθεί στον τόπο που του είχε υποδείξει η Οσία, για να την κοινωνήσει.
Την Μεγάλη Πέμπτη πήρε μαζί του σε ένα μικρό ποτήρι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, πήρε μερικά σύκα και χουρμάδες και λίγη βρεγμένη φακή και βγήκε από το μοναστήρι για να συναντήσει την Οσία Μαρία. Επειδή όμως εκείνη αργοπορούσε να έλθει στον καθορισμένο τόπο, ο Αββάς προσευχόταν στον Θεό με δάκρυα να μην του στερήσει λόγω των αμαρτιών του την ευκαιρία να τη δει εκ νέου.
Μετά την θερμή προσευχή την είδε από την άλλη πλευρά του Ιορδάνη ποταμού, να κάνει το σημείο του Σταυρού, να πατά πάνω στο νερό του ποταμού «περιπατοῦσαν ἐπὶ τῶν ὑδάτων ἐπάνω καὶ πρὸς ἐκεῖνον βαδίζουσαν». Στην συνέχεια η Οσία τον παρακάλεσε να πει το Σύμβολο της Πίστεως και το «Πάτερ ἠμῶν». Ακολούθως ασπάσθηκε τον Αββά Ζωσιμά και κοινώνησε των ζωοποιών Μυστηρίων. Έπειτα ύψωσε τα χέρια της στον ουρανό, αναστέναξε με δάκρυα και είπε: «Νῦν ἀπολύεις τὴν δούλη σου, ὢ Δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμά σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου».
Στην συνέχεια, αφού τον παρακάλεσε να έλθει και το επόμενο έτος στο χείμαρρο που την είχε συναντήσει την πρώτη φορά, ζήτησε την προσευχή του. Ο Αββάς άγγιξε τα πόδια της Οσίας, ζήτησε και αυτός την προσευχή της και την άφησε να φύγει «στένων καὶ ὀδυρόμενος», διότι τολμούσε «κρατῆσαι τὴν ἀκράτητον». Εκείνη έφυγε κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ήλθε, πατώντας δηλαδή πάνω στα νερά του Ιορδάνη ποταμού.
Το επόμενο έτος, σύμφωνα και με την παράκληση της Οσίας, ο Αββάς βιαζόταν να φθάσει «πρὸς ἐκεῖνο τὸ παράδοξο θέαμα». Αφού βάδισε πολλές ημέρες και έφθασε στον τόπο εκείνο, έψαχνε «ὡς θηρευτὴς ἐμπειρότατος» να δει «τὸ γλυκύτατο θήραμα», την Οσία του Θεού. Όμως δεν την έβλεπε πουθενά. Τότε άρχισε να προσεύχεται στον Θεό κατανυκτικά: «Δεῖξον μοί, Δέσποτα, τὸν θησαυρόν σου τὸν ἄσυλον, ὃν ἐν τῆδε τὴ ἐρήμω κατέκρυψας, δεῖξον μοί, δέομαι, τὸν ἐν σώματι ἄγγελον, οὐ οὐκ ἔστιν ὁ κόσμος ἀπάξιος». Για τον Αββά Ζωσιμά η Οσία Μαρία ήταν άθικτος θησαυρός, άγγελος μέσα σε σώμα, που ο κόσμος δεν ήταν άξιος να τον έχει. Και προσευχόμενος με τα λόγια αυτά είδε «κεκειμένην τὴν Ὁσίαν νεκράν, καὶ τᾶς χεῖρας οὕτως ὥσπερ ἔδει τυπώσασαν καὶ πρὸς ἀνατολᾶς ὄρασαν κειμένην τὸ σχήματι». Βρήκε δε και δική της γραφή που έλεγε: «Θάψον, ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, ἐν τούτῳ τὸ τόπω τῆς ταπεινῆς Μαρίας τὸ λείψανον, ἀποδὸς τὸν χοῦν τῷ χοΐ, ὑπὲρ ἐμοῦ διὰ παντὸς πρὸς τὸν Κύριον προσευχόμενος, τελειωθείσης, μηνὶ Φαρμουθὶ (κατ’ Αἰγυπτίους, ὅπως ἐστὶ κατὰ Ρωμαίους Ἀπρίλιος), ἐν αὐτῇ δὲ τὴ νυκτὶ τοῦ πάθους τοῦ σωτηρίου, μετὰ τὴν τοῦ θείου καὶ μυστικοῦ δείπνου μετάληψιν». Την βρήκε δηλαδή νεκρή, κείμενη στην γη, με τα χέρια σταυρωμένα και βλέποντας προς την ανατολή. Συγχρόνως βρήκε και γραφή που τον παρακαλούσε να την ενταφιάσει.
Η Οσία κοιμήθηκε την ίδια ημέρα που κοινώνησε, αφού είχε διασχίσει σε μία ώρα απόσταση την οποία διήνυσε το επόμενο έτος ο Αββάς Ζωσιμάς σε είκοσι ημέρες. Γράφει ο Άγιος Σωφρόνιος: «καὶ ἥνπερ ὤδευσεν ὁδὸν Ζωσιμᾶς διὰ εἴκοσι ἡμερῶν κοπιῶν, εἰς μίαν ὥραν Μαρίαν διέδραμεν καὶ εὐθὺς πρὸς τὸν Θεὸν ἐξεδήμησεν». Το σώμα της είχε αποκτήσει άλλες ιδιότητες, είχε μεταμορφωθεί.
Στην συνέχεια ο Αββάς Ζωσιμάς, αφού έκλαψε πολύ και είπε ψαλμούς κατάλληλους για την περίσταση, «ἐποίησεν εὐχὴν ἐπιτάφιον». Και μετά με μεγάλη κατάνυξη, «βρέχων τὸ σῶμα τοὶς δακρύσι» επιμελήθηκε τα της ταφής. Επειδή, όμως, η γη ήταν σκληρή και ο ίδιος ήταν προχωρημένης ηλικίας, γι’ αυτό δεν μπορούσε να την σκάψει και βρισκόταν σε απορία. Τότε «ὁρᾷ λέοντα μέγαν τῷ λειψάνῳ τῆς Ὁσίας παρεστώτα καὶ τὰ ἴχνη αὐτῆς ἀναλείχοντα», δηλαδή είδε ένα λιοντάρι να στέκεται δίπλα στο λείψανο της Οσίας και να γλείφει τα ίχνη της. Ο Αββάς τρόμαξε, αλλά το ίδιο το λιοντάρι «οὐχὶ τοῦτον τοὶς κινήμασι μόνον ἀσπαζόμενον, ἀλλὰ καὶ προθέσει», δηλαδή το ίδιο το λιοντάρι καλόπιανε τον Αββά και τον παρακινούσε και με τις κινήσεις του και με τις προθέσεις του, να προχωρήσει στον ενταφιασμό της. Λαμβάνοντας ο Αββάς θάρρος από το ήμερο του λιονταριού, το παρακάλεσε να σκάψει αυτό το ίδιο τον λάκκο, για να ενταφιασθεί το ιερό λείψανο της Οσίας Μαρίας, επειδή εκείνος αδυνατούσε. Το λιοντάρι υπάκουσε. «Εὐθὺς δὲ ἅμα τῷ σώματι θαπτόμενο», δηλαδή με τα μπροστινά του πόδια άσκαψε το λάκκο, όσο έπρεπε, για να ενταφιασθεί το σκήνωμα της Οσίας Μαρίας.
Ο ενταφιασμός της Οσίας έγινε προσευχομένου του Αββά Ζωσιμά και του λιονταριού «παρεστῶτος». Μετά τον ενταφιασμό έφυγαν και οι δύο, «ὁ μὲν λέων ἐπὶ τὰ ἔνδον τῆς ἐρήμου ὡς πρόβατον ὑπεχώρησε. Ζωσιμᾶς δὲ ὑπέστρεψεν, εὐλογῶν καὶ αἰνῶν τὸν Θεὸν ἠμῶν».
Και ο Άγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων, καταλήγει ότι έγραψε αυτό το βίο «κατὰ δύναμιν» και «τῆς ἀληθείας μηδὲν προτιμῆσαι θέλων».
Ο βίος της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, δείχνει πως μία πόρνη μπορεί να γίνει κατά Χάριν θεός, πως ο άνθρωπος μπορεί να γίνει άγγελος εν σώματι και πως η κατά Χριστόν ελπίδα μπορεί να αντικαταστήσει την υπό του διαβόλου προερχόμενη απόγνωση. Στο πρόσωπο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας βλέπουμε τον άνθρωπο που αναζητά την ηδονή και κυνηγά τους ανθρώπους για την ικανοποίησή τους, αλλά όμως με τη Χάρη του Θεού μπορεί να εξαγιασθεί τόσο πολύ, ώστε να φθάσει στο σημείο να την κυνηγούν οι Άγιοι για να λάβουν την ευλογία της και να ασπασθούν το τετιμημένο της σώμα, καθώς επίσης να τη σέβονται και τα άγρια ζώα.
Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία με την μετάνοιά της, την βαθιά της ταπείνωση, την υπέρβαση εν Χάριτι του θνητού και παθητού σώματός της, αφ’ ενός μεν προσφέρει μια παρηγοριά σε όλους τους ανθρώπους, αφ’ ετέρου δε ταπεινώνει εκείνους που υπερηφανεύονται για τα ασκητικά τους κατορθώματα. Δεν ημέρωσε μόνο τα άγρια θηρία που υπήρχαν μέσα της, δηλαδή τα άλογα πάθη, αλλά υπερέβη όλα τα όρια της ανθρώπινη φύσεως και ημέρωσε ακόμη και τα άγρια θηρία της κτίσεως.
Αυτός είναι ο σκοπός και ο πλούτος της ενανθρωπίσεως του Χριστού, που φυλάσσεται μέσα στην Εκκλησία. Με την αποκαλυπτική θεολογία και την εν Χριστώ ζωή ο άνθρωπος μπορεί να μεταμορφωθεί ολοκληρωτικά.
Η Εκκλησία τιμά την μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας και την Ε’ Κυριακή των Νηστειών.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Φωτισθεῖσα ἐνθέως Σταυροῦ τὴ χάριτι, τῆς μετανοίας ἐδείχθης φωτοφανῆς λαμπηδών, τῶν παθῶν τὸν σκοτασμὸν λιποῦσα πάνσεμνε, ὅθεν ὡς ἄγγελος Θεοῦ, Ζωσιμᾶ τῷ ἱερῷ, ὠράθης ἐν τὴ ἐρήμω, Μαρία «Ὅσιε Μῆτερ» μεθ’ οὐ δυσώπει ὑπὲρ πάντων ἠμῶν.