Μητροποίτη Λεμεσού Αθανασίου
Ἂν διαβάσουμε τοὺς λόγους τῶν Πατέρων θὰ δοῦμε ὅτι στὰ συγγράμματά τους ἔχουν μιὰ ἰσορροπία καὶ μιὰ γνώση τῶν πραγμάτων παρ’ ὅλο ποὺ αὐτοὶ ἦταν μοναχοί. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι ζοῦσαν μέσα στὴν Ἐκκλησία. Δὲν εἶναι καμιὰ φιλοσοφία νὰ πεῖς στὸν ἄλλο πῶς νὰ ἐπικοινωνήσει. Αὐτὸ μαθαίνουμε στὸ μοναχισμό – ὁ ὁποῖος δὲν διαφέρει ἀπὸ τὸ γάμο σὲ αὐτὰ τὰ πράγματα – μέσῳ τῆς ὑπακοῆς, τῆς ταπεινώσεως, τὸ νὰ ζητᾶς συγχώρηση ἀπὸ τὸν ἄλλο, νὰ καταλαβαίνεις ὅτι ἐσὺ φταῖς καὶ ὄχι ὁ ἄλλος ἔστω κι ἂν φαινομενικὰ ἐσὺ ἔχεις δίκαιο γιατί αὐτὸς εἶναι ὁ πνευματικὸς τρόπος ἀντιμετώπισης τῶν πραγμάτων.
Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀναλαμβάνει ὁ καθένας τις εὐθύνες του, λὲς ἐγὼ φταίω, μαθαίνω νὰ δουλεύω τὸν ἑαυτό μου, μαθαίνω τὴν ὑπέρβαση καὶ ἔτσι μπορῶ νὰ κοινωνῶ μὲ τὸν ἄλλο. Δὲν εἶναι εὔκολο πρᾶγμα νὰ μάθεις νὰ ἐπικοινωνεῖς μὲ τὸν ἄλλο, νὰ μάθεις νὰ τὸν ἀνέχεσαι καὶ νὰ τὸν ἀγαπᾶς. Γιατί ὁ Χριστὸς ὅταν ἦρθε δὲν μᾶς εἶπε νὰ ἀνέχεσαι τὸν ἐχθρό σου ἀλλὰ νὰ ἀγαπᾶς τὸν ἐχθρό σου πόσο μᾶλλον τὸ σύζυγό σου, τὸ γείτονά σου, τὸν ἀδελφό σου. Κι ὅμως αὐτὸ τὸ ἁπλὸ πρᾶγμα γιὰ τὸ ὁποῖο μιλοῦν ὅλοι, ἡ ἀγάπη, εἶναι τὸ μέγιστο ἄθλημα τοῦ ἀνθρώπου.