Παρασκευή 27 Μαρτίου 2020

ΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ,ΚΡΥΒΟΥΝ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ




Π. Ανδρέας Αγαθοκλέους
Τον πένθιμο χαρακτήρα της Μ. Σαρακοστής, αναμφίβολα σπάζει η ακολουθία των Χαιρετισμών. Αυτά τα «Χαίρε» που απευθύνουμε στη «Θεοτόκο και Μητέρα του Φωτός», ως ευγνωμοσύνη για τη μεγάλη ευεργεσία της, επιστρέφουν σε μας από την ίδια, απαντώντας – με τρόπο μυστικό – στο χαιρετισμό μας.
Φαίνεται πως κάτι το ιδιαίτερο, αλλά και αναγκαίο για την πορεία της ζωής μας, συμβαίνει, ώστε να γεμίζουν οι ναοί από πιστούς κάθε Παρασκευή βράδυ της Σαρακοστής.
Είναι, βέβαια, η τιμή προς το πρόσωπο Εκείνης που έγινε η γέφυρα που έφερε το Θεό ανάμεσά μας, αλλά και η δική μας γέφυρα που ανέβασε «τους εκ γης προς ουρανόν». Μια σχέση προσωπική, μ’ ευγνωμοσύνη και φιλότιμο, για την παρουσία Της στα προβλήματα της καθημερινότητάς μας και στα δύσκολα της ζωής. Αυτό το «Παναγία μου!», που από μικροί μάθαμε να λέμε στα ξαφνικά κι επικίνδυνα, είναι η κραυγή του παιδιού προς τη Μάνα.
Όμως και οι Χαιρετισμοί, που λέγονται στην Παναγία, κρύβουν το μυστικό της χαράς, της αναγκαίας για μας χαράς, για να επιβιώσουμε. Είναι η άλλη χαρά που δεν σχετίζεται με επιτυχίες του κόσμου τούτου ούτε με απουσία δυσκολιών. Είναι η «χαρά διά του σταυρού», που πηγάζει από την ταπείνωση και την αποδοχή των γεγονότων που δεν αλλάζουν.
Η κάθε εποχή έχει τον πόνο και την ομορφιά της. Η δική μας έχει ευκολίες κι ανέσεις, επικοινωνίες και συγκοινωνίες που κάναν τον πλανήτη μια γειτονιά· έχει γνώσεις και πληροφορίες για όσους θέλουν να μάθουν για τον κόσμο, τους ανθρώπους, το διάστημα ακόμα. Όμως, απουσιάζει η χαρά! Αυξήθηκε η μελαγχολία, η μοναξιά, η κατάθλιψη. Πολλαπλασιάστηκαν οι ψυχικές ασθένειες, γέμισε ο κόσμος με προβληματικούς.
Πού ν’ απευθυνθείς;… Ποιον να επικαλεστείς; … Πέρα από τους όποιους ανθρώπους που μπορούν να συμπαρασταθούν και να συμπορευτούν θυσιαστικά και ειλικρινά, υπάρχει η Κυρία Θεοτόκος, η «αγνή Παρθένος Μαριάμ, των θλιβομένων η χαρά», που η αθόρυβη ζωντανή παρουσία Της γίνεται το αποκούμπι μας, η ελπίδα μας. Σ’ αυτήν, μικροί και μεγάλοι, καταφεύγουμε ως τη μόνη «μεσιτείαν» προς τον Υιόν και Θεόν Της, τη μόνη προστασία και βοηθό στις θλίψεις μας.
«Σε σένα, Μητέρα του Θεού μας,
προσπίπτουμε μ’ ευγνωμοσύνη για ό,τι με αγάπη μας προσφέρεις.
Έλα στον πόνο και στις δυσκολίες μας,
στις ατασθαλίες και στις επιπολαιότητές μας
και μεταποίησε τη λύπη σε χαρά,
την αδυναμία σε δύναμη,
την άρνηση και την αδιαφορία σε ζήλο και αγάπη προς το Χριστό.
Σκέπασέ μας από τις ύπουλες επιθέσεις του πονηρού
«τις καθ’ ημών δολίως κινούμενες»
και αξίωσε τον κόσμο σου
να γνωρίσει σε βάθος την ομορφιά
της αιώνιας Βασιλείας του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν!».

ΝΑ ΚΟΙΤΑΣ ΨΗΛΑ!

Κάπου είχα ακούσει πως καμία δεν πάει χαμένη… Κάθε ικεσία που βγαίνει ειλικρινά, γεμάτη δάκρυα, ποτέ δεν χάνεται… Κατευθείαν πηγαίνει στον δικό Του θρόνο.

Εκείνος, φίλε μου, πάντα σε κοιτάζει. Όχι βλοσυρά, όχι σαν κακός εκδικητής. Μα σαν στοργικός Πατέρας, έτοιμος να σε σηκώσει αν χτυπήσεις, έτοιμος αν στενοχωρηθείς να σε παρηγορήσει…
Όμως, έχεις και μια Μητέρα ακόμα. Την δική Του Μητέρα που και εσένα αγαπάει όσο δεν φαντάζεσαι… Είναι η πιο γλυκιά Μητέρα του κόσμου. Όποτε την χρειαστείς και Την ζητήσεις, αμέσως θα έρθει.
Αν από την καρδιά σου Την φωνάξεις, Εκείνη στη στιγμή θα είναι δίπλα σου. Ξέρεις πώς; Με ένα χάδι. Ένα αθόρυβο, ουράνιο χάδι. Η αγκαλιά της είναι η πιο μεγάλη, η πιο σίγουρη, η πιο στοργική, η ωραιότερη…
Περιμένει μονάχα από σένα να προσπαθείς. Να αγαπάς το Παιδί Της και να προσεύχεσαι. Όσα είναι τα άστρα τ’ουρανού, ας είναι και οι προσευχές σου.
Γι’αυτό, αδερφή και αδερφέ, σέ σένα που αυτη τη στιγμη διαβάζεις αυτό το κείμενο σου λέω: “Μην στενοχωριέσαι! Κοίτα ψηλά…”

ΧΑΙΡΕ ΑΚΤΙΣ ΝΟΗΤΟΥ ΗΛΙΟΥ,ΧΑΙΡΕ ΒΟΛΙΣ ΤΟΥ ΑΔΥΤΟΥ ΦΕΓΓΟΥΣ

             Η ποίηση στην ζωή μας είναι μία δωρεά που αφορά σε λίγους. Η πλειονοψηφία των ανθρώπων έχει σχέση μαζί της μόνο μέσω των τραγουδιών και της μουσικής. Και δεν είναι βέβαιο κατά πόσον μπορεί να εκτιμήσει το περιεχόμενό της, τα γλωσσικά σχήματα, το κάλλος που αναδύεται, ακόμη και από τα πιο σκοτεινά ρήματά της. Διότι είναι κάλλος να μπορεί κάποιος να εκφράζει τα βαθύτερα συναισθήματά του έναντι του κόσμου, του ανθρώπου, της ζωής, έναντι του ίδιου του εαυτού του. Το κάλλος απολυτοποιείται ως αξία και περιεχόμενο όταν ο άνθρωπος προσπαθεί μέσα από την ποίηση να συναντήσει τον Θεό, την Υπεραγία Θεοτόκο, του Αγίους. Εκεί η ομορφιά είναι απόπειρα αποτύπωσης του αιώνιου, του υπερβατικού, αυτού που δεν έχει όριο. Ο ποιητής ο οποίος δεν έχει θεώσει τον εαυτό του, αλλά με ταπείνωση παρακαλεί και προσεύχεται στον Θεό να του δώσει λόγο, γεννά έργα ανεκτίμητης αξίας και καθιστά την παράδοση, στην οποία συμμετέχει, ζωή. Και όσοι, μέσα από την εκκλησιαστική παράδοση, όπως αυτή εκφράζεται στις ιερές ακολουθίες, καταφέρνουν να γίνουν, έστω και κατ’  ολίγον, μέτοχοι της συγκίνησης, δηλαδή αφήσουν την ύπαρξή τους να κινηθεί με τον λόγο προς τον Θεό, τότε δεν είναι απλώς πιστοί, αλλά μύστες! 
       «Χαίρε ακτίς νοητού ηλίου, χαίρε βολίς του αδύτου φέγγους». Η ποίηση του Ακαθίστου Ύμνου είναι αριστουργηματική. Ο υμνογράφος χαιρετίζει την Υπεραγία Θεοτόκο ως ακτίνα του νοητού ηλίου. Ο αισθητός ήλιος, με τις ακτίνες του, θερμαίνει τον κόσμο, δίνει ζωή, φωτίζει βοηθώντας τους ανθρώπους να συναντηθούν μεταξύ τους, να δημιουργήσουν πολιτισμό, να χτίσουν σχέσεις. Το φως βοηθά τους ανθρώπους να αποκτήσουν και αυτό που ονομάζουμε στην γλώσσα της θεολογίας «φυσική θεωρία», να καταλάβουν δηλαδή ότι «πάντα εν σοφία εποιήθησαν παρά Θεού». Ο νοητός ήλιος, δηλαδή ο Χριστός, φωτίζει εμάς τους ανθρώπους και τον κόσμο να καταλάβουμε ότι η ζωή έχει νόημα μαζί Του, μας δίνει την ζωή της Βασιλείας διά του Σταυρού και της Αναστάσεως και μας θερμαίνει, τραβώντας μας έξω από το σκοτάδι και την παγωνιά της αμαρτίας! Και είναι η Υπεραγία Θεοτόκος η ακτίνα αυτού του νοητού ηλίου, ο φορέας της κοινωνίας με τον Χριστό, διότι αυτή την κυοφόρησε στην ύπαρξή της, δίδοντάς Του σάρκα ανθρώπινη, είναι αυτή που πρώτη αναπλάσθηκε μέσα από την σχέση μαζί Του και νίκησε δι’  Αυτού τον θάνατο, καθώς μετέστη προς την ζωήν, είναι αυτή  που μας δίνει ελπίδα όταν προσευχόμαστε για να βγούμε από την απόγνωση της αμαρτίας και του θανάτου, αγκαλιάζοντάς μας ως Μητέρα του κόσμου! 
           Ο υμνογράφος χαιρετίζει την Υπεραγία Θεοτόκο ως «βολίδα του αδύτου φέγγους». Βολίδα είναι ένα αστέρι που ταξιδεύει με πολύ μεγάλη ταχύτητα, έχοντας αναπόφευκτο αποτέλεσμα την δύση του. Εδώ ο υμνογράφος επιλέγει την ταχύτητα, αλλά αρνείται το βασίλεμα, γεννώντας ένα σχήμα ανατρεπτικό. Τρέχει με μεγάλη ταχύτητα η Υπεραγία Θεοτόκος προς τον Θεό και προς τον άνθρωπο, διότι αυτός που αγαπά κινείται προς τον άλλο συνεχώς και με όλη του την ύπαρξη, Τρέχει, διότι η αγάπη είναι ολοκληρωτική, πληρωματική και όχι μίζερη, φτωχή, ιδιότροπη. Τρέχει διότι δεν έχει μέσα της αμφιβολία για την αποστολή της. Εφόσον είπε ΝΑΙ στη κλήση του Θεού, δεν υπάρχει αναβολή πλέον στην υπακοή, αλλά δόσιμο. Το ίδιο και έναντι του συνανθρώπου. Τρέχει η Παναγία για να μεταφέρει τις προσευχές μας, τις ανάγκες μας, τις αγωνίες μας στο Υιό και Θεό της, με την στοργή και την παράκληση που η καρδιά της Μάνας γνωρίζει και βιώνει. Και δεν σβήνει η Παναγία στο πέρασμα του χρόνου, αλλά το φως που εκπέμπει είναι άδυτο. Δεν αναλώνεται δηλαδή, όπως οι άνθρωποι, όπως οι διάττοντες αστέρες, που έχουν όριο στην αντοχή τους και ό,τι δίνουν τους αφαιρείται από ενέργεια και ζωή. Στην Παναγία τα πάντα είναι αναφαίρετα, όπως στην αγάπη. Αυτός που αγαπά αληθινά, δίνοντας, πληρούται. Προσφέρει και δεν  εξαντλείται. Ως «εσθιόμενος και μη δαπανώμενος».
           Η ποίηση της Εκκλησίας μας δείχνει την οδό της σχέσης με τον Χριστό, την οδό της αγάπης που γίνεται σωτηρία. Η Υπεραγία Θεοτόκος είναι ο οδοδείκτης αυτής της ποίησης που μας ανοίγει στο αιώνιο. Ας συνομολογήσουμε λοιπόν εκ της καρδίας μας αυτό το λαμπρό «Χαίρε» και ας το αφήσουμε να βγει από τα βάθη της δικής μας καρδιάς που χαίρεται για την Μητέρα όλων! 

Δ' ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Χαιρετισμών

Οι Χαιρετισμοί στην Παναγία ψάλλονται κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή κάθε Παρασκευή και για πέντε συναπτές εβδομάδες. Τα νοήματα των χαιρετισμών είναι υψηλά και βαθιά, γι’ αυτό ας δούμε μια ερμηνεία της Δ΄Στάσης των χαιρετισμών στην Παναγία.
Τείχος ει των παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε, και πάντων των εις σε προστρεχόντων. Ο γαρ του ουρανού και της γης, κατεσκεύασέ σε ποιητής Άχραντε, οικήσας εν τη μήτρα σου, και πάντας σοι προσφωνείν διδάξας.
Είσαι το τείχος των παρθένων,Παρθένε Θεοτόκε καθώς και όλων εκείνων που προστρέχουν σε σένα.Είσαι το τείχος που το κατεσκεύασε ο κτίστης του ουρανού και της γης, ο Kύριος, που κατοίκησε στη μήτρα σου κι όλους μας δίδαξε να σου απευθύνουμε αυτά τα λόγια.
Χαίρε, η στήλη της παρθενίας. Χαίρε, η πύλη της σωτηρίας.
Χαίρε Μαρία που είσαι η φωτεινή και ακλόνητη στήλη της παρθενίας και συγχρόνως η θύρα, από την οποία πέρασε σε εμάς ο Σωτήρας κι εμείς περνούμε στη σωτηρία.
Χαίρε, αρχηγέ νοητής αναπλάσεως. Χαίρε, χορηγέ θεϊκής αγαθότητος.
Χαίρε Παναγία που είσαι το πρώτο πλάσμα του αναδημιουργημένου από τον Χριστό πλάσμα .Χαίρε επίσης που μας χορηγείς τους θησαυρούς της θείας αγαθότητος.
Χαίρε, συ γαρ ανεγέννησας τους συλληφθέντας αισχρώς. Χαίρε, συ γαρ ενουθέτησας τους συληθέντας τον νουν.
Χαίρε Συ που αναγεννησες τους βαρυμένους από το προπατορικό αμάρτημα και καθάρισες εκείνους που είχαν μολυσμένο το νου από τις εμπνεύσεις του διαβόλου.
Χαίρε, η τον φθορέα των φρενών καταργούσα. Χαίρε, η τον σπορέα της αγνοίας τεκούσα.
Χαίρε γιατί έβαλες τέλος στη δύναμη του διαβόλου, που φθείρει τη σκέψη μας.Χαίρε που γέννησες Eκείνον που μας χάρισε την αγνότητα.
Χαίρε, παστάς ασπόρου νυμφεύσεως. Χαίρε, πιστούς Κυρίω αρμόζουσα.
Χαίρε που είσαι ο τόπος όπου αγνά ο Kύριος νυμφεύθηκε την ανθρωπότητα και με σένα στεκόμαστε στο πλευρό Tου ως νύμφη Tου.
Χαίρε, καλή κουροτρόφε παρθένων. Χαίρε ψυχών νυμφοστόλε αγίων.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Χαίρε Κόρη που είσαι το παράδειγμά που στηρίζει και παιδαγωγεί τις παρθένους. Χαίρε που είσαι η νυμφική στολή των αγίων ψυχών, που σε μιμούνται.
Ύμνος άπας ηττάται, συνεκτείνεσθαι σπεύδων, τω πλήθει των πολλών οικτοιρμών σου, ισαρίθμους γαρ τη ψάμμω ωδάς, αν προσφέρωμέν σοι Βασιλεύ άγιε, ουδέν τελούμεν άξιον, ων δέδωκας ημίν, τοις σοι βοώσιν.
Αλληλούια.
Kάθε ύμνος μας μένει πίσω λαχανιασμένος, προσπαθώντας να απλωθεί τρέχοντας ανάλογα με το πλήθος των πολλών οικτιρμών του Xριστού।Aκόμα κι αν οι ωδές που θα του προσφέρουμε είναι ίσες με την άμμο της θαλάσσης, τίποτε άξιο δεν κάνουμε απέναντι στον Bασιλέα και Θεό μας, διότι πολύ περισσότερες είναι οι ευεργεσίες του σε μας, που του φωνάζουμε Aλληλούια.
Φωτοδόχον λαμπάδα, τοις εν σκότει φανείσαν, ορώμεν την αγίαν Παρθένον. Το γαρ άϋλον άπτουσα φώς, οδηγεί προς γνώσιν θεϊκήν άπαντας, αυγή τον νουν φωτίζουσα, κραυγή δε τιμωμένη ταύτα.
H Παναγία είναι ο λύχνος που έχει το άυλο φως της θεότητος κι οδηγεί στη γνώση του Θεού τους πάντες, καταυγάζοντας τον νου κι ακούοντας από όλους τα εξής:
Χαίρε, ακτίς νοητού ηλίου. Χαίρε, βολίς του αδύτου φέγγους.
Χαίρε Μήτηρ που λάμπεις το φως του Xριστού, μας φέρνεις τη λάμψη του αβασίλευτου ηλίου, που είναι ο Yιός και Θεός σου.
Χαίρε, αστραπή τας ψυχάς καταλάμπουσα. Χαίρε, ως βροντή τους εχθρούς καταπλήττουσα.
Χαίρε Μαρία είσαι η αστραπή που μονομιάς και πέρα ως πέρα φωτίζεις τις ψυχές. Είσαι ακόμη η βροντή που καταπλήσσεις τους εχθρούς της πίστεώς μας.
Χαίρε, ότι τον πολύφωτον αναβλύζεις φωτισμόν. Χαίρε, ότι τον πολύρρυτον αναβλύζεις ποταμόν.
Χαίρε γιατί από σένα ανέτειλε ο Xριστός που είναι το μέγα φως και ο πλούσιος ποταμός που αναβρύζει από σένα.
Χαίρε, της κολυμβήθρας ζωγραφούσα τον τύπον. Χαίρε, της αμαρτίας αναιρούσα τον ρύπον.
Χαίρε Δέσποινα είσαι η έμψυχη εικόνα της κολυμβήθρας, εκείνη που μας πλένεις από τους ρύπους της αμαρτίας.
Χαίρε, λουτήρ εκπλύνων συνείδησιν. Χαίρε, κρατήρ κιρνών αγαλλίασιν.
Χαίρε που είσαι τό λουτρό, πού ξεπλένει τη συνείδηση. Eίσαι ο κρουνός που που κερνάς την ευφροσύνη και την αγαλλίαση.
Χαίρε, οσμή της Χριστού ευωδίας. Χαίρε, ζωή μυστικής ευωχίας.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Eυωδιάζεις πάναγνη από το άρωμα του Xριστού και μας χορηγείς τη ζωή των μυστικών αιωνίων απολαύσεων.
Χάριν δούναι θελήσας, οφλημάτων αρχαίων, ο πάντων, χρεωλύτης ανθρώπων, επεδήμησε δι’ εαυτού, προς τους αποδήμους της αυτού χάριτος. Και σχίσας το χειρόγραφον, ακούει παρά πάντων ούτως.
Αλληλούια.
O Kύριος ημών Iησούς Xριστός, απέναντι του οποίου όλο το ανθρώπινο γένος ήταν ένοχο, ήλθε να σχίσει το χρεώγραφο της ενοχής μας. Eίχαμε απομακρυνθεί από την χάρη Tου και ήλθε να μας βρει. Kαι τώρα ακούει από όλους Aλληλούια.
Ψάλλοντες σου τον τόκον, ανυμνούμεν σε πάντες, ως έμψυχον ναόν Θεοτόκε. εν τη ση γαρ οικήσας γαστρί, ο συνεχών πάντα τη χειρί Κύριος, ηγίασεν, εδόξασεν, εδίδαξε βοάν σοι πάντας.
Ψάλλοντας τη θεική γέννηση σε ανυμνούμε Θεοτόκε ως έμψυχο ναό του Θεού. Στα σπλάχνα σου κατοίκησε ο Kύριος που στην παλάμη Tου κρατεί τα σύμπαντα. Σε αγίασε, σε δόξασε και μας διδάσκει να σου φωνάζουμε τα εξής:
Χαίρε, σκηνή του Θεού και Λόγου. Χαίρε, αγία αγίων μείζων.
Χαίρε Μαρία είσαι η σκηνή που κατοίκησε ο Yιός και Λόγος του Θεού. Eίσαι ανώτερη από τα άγια των αγίων.
Χαίρε, κιβωτέ χρυσωθείσα τω Πνεύματι. Χαίρε, θησαυρέ της ζωής αδαπάνητε.
Eίσαι η Kιβωτός της Kαινής Διαθήκης, που τη χρύσωσε το ίδιο το Άγιο Πνεύμα. Eίσαι ο θησαυρός ο ανεξάντλητος της ζωής.
Χαίρε, τίμιον διάδημα βασιλέων ευσεβών. Χαίρε, καύχημε σεβάσμιον ιερέων ευλαβών.
Χαίρε που στολίζεις τη δύναμη των ευσεβών βασιλέων και είσαι το καύχημα των ευλαβών ιερέων.
Χαίρε, της Εκκλησίας ο ασάλευτος πύργος. Χαίρε, της βασιλείας το απόρθητον τείχος.
Συ είσαι Κόρη το ασάλευτο κάστρο της Eκκλησίας και της ευσεβούς πολιτείας μας το απάτητο τείχος.
Χαίρε, δι’ ής εγείρονται τρόπαια. Χαίρε, δι’ ής εχθροί καταπίπτουσι.
Mε τις μεσιτείες σου κάνουμε νίκες θαυμαστές και με τις μεσιτείες σου κατατροπώνουμε τους εχθρούς.
Χαίρε, χρωτός του εμού θεραπεία. Χαίρε, ψυχής της εμής σωτηρία.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Χαίρε αγνή Μαρία είσαι η γιατριά του σώματός μου και η σωτηρία της ψυχής μου.
Ω πανύμνητε Μήτερ, η τεκούσα των πάντων αγίων αγιώτατον Λόγον (εκ γ’) δεξαμένη την νυν προσφορών, από πάσης ρύσαι συμφοράς άπαντας. Και της μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως, τους συμβοώντας.
Αλληλούια.
Ω Πανύμνητη Mητέρα του Yιού και Λόγου του Θεού, που είναι ο αγιώτατος των αγίων. Δέξου την προσφορά των ύμνων μας και σώσε από κάθε συμφορά κι από την κόλαση όσους σου φωνάζουν Aλληλούια.

Η ΟΣΙΑ ΜΑΤΡΩΝΑ Η ΟΜΟΛΟΓΗΤΡΙΑ Η ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ


0327_matrona1
Η Οσία Ματρώνα έζησε στη Θεσσαλονίκη και συγκαταλέγεται μεταξύ των Μαρτύρων των πρώτων αιώνων της Εκκλησίας μας, κατά την περίοδο των διωγμών. Υπήρξε ακόλουθος μιάς πλούσιας και ευγενούς Ιουδαίας, με το όνομα Παντίλλα ή Παυτίλλα, η οποία ήταν σύζυγος του στρατοπεδάρχη της Θεσσαλονίκης. Καθημερινά συνόδευε την κυρία της στη συναγωγή της πόλεως, όπου ωστόσο δεν πήγαινε η ίδια, διότι κρυφά κατέφευγε σε χριστιανικό ναό, για να προσευχηθεί.
Μοιραία, όμως, επειδή για πολύ καιρό η Ματρώνα ξεγελούσε την κυρία της, μία λάθος κίνηση στάθηκε αφορμή για να αποκαλυφθεί η ταυτότητά της. Σε μία εορτή των Ιουδαίων, κατά την οποία συνήθιζαν να τρώνε πικρά χόρτα και άζυμα, η Ματρώνα άργησε να επιστρέψει από το ναό και όταν έφθασε στην συναγωγή γινόταν η τελετή των Επιτιμίων. Ένας από τους δούλους της Παντίλλας κατήγγειλε ότι η Ματρώνα ήταν Χριστιανή και ότι εξαπατά την κυρία της, φροντίζοντας κάθε φορά πού αυτή προσερχόταν στην συναγωγή, εκείνη να πηγαίνει στην Εκκλησία. Αυτό προκάλεσε την οργή της Παντίλλας, πού δεν δίστασε, ξεσπώντας σε κραυγές, να την κατηγορήσει ότι είναι εχθρική προς αυτήν. Διέταξε αμέσως την σύλληψή της καί, αφού την συνέλαβαν και την έδεσαν, άρχισαν να την μαστιγώνουν. Η Ματρώνα, όμως, με παρρησία δήλωσε ότι είναι Χριστιανή και ότι, αν και η κυρία της εξουσίαζε το σώμα της και την ίδια της την ζωή, ωστόσο δεν μπορούσε να την μεταπείσει σε όσα πίστευε.
Η Παντίλλα, αφού την αλυσόδεσε, διέταξε να την φυλακίσουν και να σφραγίσουν την πόρτα του κελιού της. Έπειτα από τρεις ημέρες, νωρίς το πρωί, πήγε η ίδια να δεί αν η Ματρώνα ζεί. Έκπληκτη διαπίστωσε ότι είχε ελευθερωθεί από τα δεσμά της και στεκόταν φωτεινή ψάλλοντας, χωρίς να έχει το παραμικρό ίχνος τραύματος και βασανισμού. Εξοργισμένη η Παντίλλα διέταξε να δέσουν πάλι την Ματρώνα και να την μαστιγώσουν ανηλεώς. Εκείνη, έκπληκτη για την ιδιαίτερη σκληρότητα της κυρίας της, την ρώτησε γιατί την βασάνιζε, ομολογώντας ωστόσο την πίστη της στον Χριστό. Καταπονημένη από τα βασανιστήρια και μην μπορώντας να σταθεί στα πόδια της, η Ματρώνα κλείσθηκε και πάλι στην φυλακή.
Έπειτα από τρεις ημέρες, όταν η Παντίλλα επισκέφθηκε το κελί της φυλακής της Αγίας, αντίκρισε το ίδιο θέαμα. Την Μάρτυρα απελευθερωμένη από τα δεσμά της, με το ίδιο φωτεινό πρόσωπο, παρά τα βασανιστήρια και την πείνα πού υπέστη επί δεκατέσσερις ημέρες. Τότε η κυρία της, γεμάτη οργή, διέταξε να δέσουν την Ματρώνα σε δρύινα ξύλα και να την βασανίσουν. Εξαντλημένη η Αγία από τις μαστιγώσει και με το σώμα της γεμάτο σημάδια, ψέλλισε με αδύναμη φωνή λίγες λέξεις προσευχής και παρέδωσε το πνεύμα της.
Η Παντίλλα διέταξε τότε κάποιον με το όνομα Στρατόνικος, να τυλίξει το λείψανο της Αγίας σε δέρμα και στην συνέχεια να το ρίξει έξω από τα τείχη της πόλεως. Το ιερό λείψανό της το παρέλαβαν οι Χριστιανοί και το ενταφίασαν με ευλάβεια κοντά στην Λεωφόρο, δηλαδή την Εγνατία οδό. Μετά το τέλος των διωγμών, ο Επίσκοπος Θεσσαλονίκης Αλέξανδρος πήρε το σκήνωμα της Μάρτυρος και το μετέφερε μέσα στην πόλη καί, αφού έκτισε ναό, το απέθεσε εντός αυτού.
Την εποχή της Φραγκοκρατίας, όμως, το σκήνωμα της Αγίας μεταφέρθηκε στην Βαρκελώνη και εναποτέθηκε σε ναό, πού καταστράφηκε κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Εκτός των τειχών της Θεσσαλονίκης υπήρχε και μονή αφιερωμένη στην Αγία Ματρώνα.
Απολυτίκιο. Ήχος γ’. Την ωραιότητα.
Γνώμην αήττητον, Ματρώνα φέρουσα, πίστιν την ένθεον, άσυλον έσωσας, μή δουλωθείσα την ψυχήν, Εβραίων τη απηνεία όθεν αριστεύσασα, και τον δόλιον κτείνασα, μυστικώς νενύμφευσαι, τώ Δεσπότη της κτίσεως. Αυτόν ουν εκτενώς εκδυσώπει, πάσης ημάς ρυσθήναι βλάβης.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020

ΓΙΑΤΙ ΤΟΣΟ ΜΙΣΟΣ;


Έφτανε μία ασθένεια που εξελίχθηκε σε πανδημία και η οποία έδειξε πόσο ανίσχυρος είναι ο άνθρωπος είτε απέναντι στα επιτεύγματά του είτε απέναντι στον κόσμο τον οποίο ο ίδιος εξέλιξε στον σημερινό βαθμό και πολιτισμό, αλλά δεν μπόρεσε να μην αφήσει τρύπες εισόδου του κακού σ’   αυτόν, για να εκφρασθεί μίσος απέραντο εναντίον της πίστης και των χριστιανών! Ούτε λίγο ούτε πολύ οι χριστιανοί θα είμαστε υπαίτιοι για τον θάνατο πολλών ανθρώπων, καθώς συναζόμαστε στις εκκλησίες, κοινωνούμε, οι περισσότεροι είναι ηλικιωμένοι  και, επομένως, ευπαθείς και θα μεταδώσουμε τον θανατηφόρο ιό στους συνανθρώπους μας.  Οι ηλικιωμένοι κλείστηκαν στο σπίτι, οι οικογένειες έπαψαν να εκκλησιάζονται, οι ναοί τελικά έκλεισαν, αλλά πολλοί εξακολουθούν να κουνούν το δάχτυλο ως νέοι Νέρωνες και Διοκλητιανοί. Δημοσιογράφοι που αρθρογραφούν σε αθλητικές ιστοσελίδες ανέλαβαν εργολαβικά να ζητήσουν την δημόσια διαπόμπευση των επισκόπων και των κληρικών, σε παραληρήματα ρατσιστικού λόγου, για τον οποίο ουδείς θα τους ελέγξει. Πολιτικοί από βήματος Βουλής θεώρησαν τους χριστιανούς ως κτήτορες του ιού, ενώ διάφοροι επιστήμονες, χωρίς στοιχεία, αλλά με εικασίες και από ιδεολογικές τους θέσεις, καταδίκασαν τους χριστιανούς σε κοινωνικό θάνατο.
                Γιατί τόσο μίσος, αλήθεια;
        Λόγος που δεν στηρίζεται σε λογική ακρίβεια, λόγος που μαρτυρεί φόβο θανάτου και ανασφάλεια, λόγος που εχθροποιεί όποιον βλέπει την ζωή διαφορετικά, λόγος που ξυπνά στερεότυπα τα οποία κοιμόντουσαν σε έναν πολιτισμό της φαινομενικής ανοχής στο διαφορετικό.  Όταν περάσει η κρίση, καλό θα ήταν να συγκεντρωθούν από τους εκκλησιαστικούς υπευθύνους, τα δημοσιεύματα και ο λόγος αυτός, διότι δείχνουν το κοινωνικό μαρτύριο το οποίο οι χριστιανοί περνούμε σήμερα. Ταυτόχρονα θα άξιζε να γίνει σύγκριση με τον χριστιανικό λόγο για την διαφορετικότητα που παρουσιάζει ως αυτονόητη η εποχή μας: η πίστη μας διδάσκει ότι προσπαθούμε ως χριστιανοί να καταλάβουμε τον συνάνθρωπό μας, να αποδεχτούμε την ελευθερία του, να βλέπουμε και την αμαρτία του, ωστόσο να μην τον αποπαίρνουμε, να μην τον καταδικάζουμε, να μην τον εξορίζουμε κοινωνικά.
       Η θλίψη όμως αυξάνεται, όταν βλέπουμε ένα υπόκωφο μίσος εναντίον της λαϊκής μας ευσέβειας, του τρόπου που οι πολλοί ζούνε την πίστη, από επιφανείς, κατά τα άλλα χριστιανούς, οι οποίοι, μέσα στην μόρφωσή τους και μέσα στην αγωνία τους να γίνουν αποδεκτοί από το σύστημα που κυριαρχεί, κουνούν κι αυτοί το δάχτυλο στον καθημερινό χριστιανό που πονά όταν του αμφισβητούν την θεία κοινωνία, όταν τον θεωρούν κινούμενη βόμβα μετάδοσης ασθένειας, οπισθοδρομικό, άσχετο με τη θεολογία. Ίσως αυτός ο πόνος να είναι μεγαλύτερος, διότι προέρχεται από τους οικιακούς.
          Παρηγοριά  χρειαζόμαστε οι χριστιανοί. Κλεισμένοι στο ταμιείον μας, διαπιστώνουμε για μία ακόμη φορά την ανεπάρκεια της θεσμικής Εκκλησίας να έχει υλικό για δύσκολες μέρες που να αναφέρεται σε παιδιά και νέους, να χρησιμοποιήσει την τεχνολογία, να προτείνει από περιηγήσεις σε ναούς και στην ιστορία τους, μέχρι ταινίες με βίους αγίων ή αποσπάσματα από κείμενα πατερικά ή λόγους ανθρώπων που να μιλάνε σύγχρονα, που να μην περιορίζουν το ενδιαφέρον τους στην ηθική των ανθρώπων, που να δείχνουν τον Χριστό.
          Κι όμως! Μέσα σ’  αυτό το κλίμα δεν θα χάσουμε την αισιοδοξία μας που πηγάζει από τον Χριστό, που είπε:  «Αν ο κόσμος εμένα μίσησε και εσάς θα μισήσει»! Θα περιμένουμε να ξανασμίξουμε στις εκκλησιές μας, μετρώντας πληγές, αλλά όρθιοι!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΚΑΛΩΝ ΝΕΩΝ


Ο Ευαγγελισμός είναι η εορτή των καλών νέων. Πότε έχουμε όμως καλά νέα; Όταν για πολύ καιρό όλα πηγαίνουν δύσκολα και ανάποδα. Αυτό σημαίνει ότι πάντα σε μια δοκιμασία όσο μεγάλη κι αν είναι φτάνει η στιγμή να ακουστούν και τα καλά νέα. 
"Έλα, κατέβα από το Σταυρό. Σήκω βγες έξω. Ήρθε η ώρα που περίμενες. Ήλθε η στιγμή που πίστεψες ότι δεν θα φτάσει ποτέ." 
Γιατί η αλήθεια είναι ότι μέσα στην δίνη της δοκιμασίας έρχεται μια μαύρη στιγμή που μυρίζει απόλυτα κόλαση, και πείθεσαι ότι,«σε αυτή την μαυρίλα φως δεν πρόκειται να ξαναμπεί…». Κι όμως θα μπει. Θα έρθουν τα καλά νέα. Αυτό μας διδάσκει ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ότι κάθε δύσκολη περίοδος της ζωή μας έχει ένα τέλος.
Βέβαια εδώ υπάρχει ένα μυστικό. Ότι για να γίνει αυτός ο Ευαγγελισμός των καλών νέων στην ζωή μας, θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι. Δηλαδή να μπορούμε να πούμε το «ναι, είμαι εδώ, δέχομαι το φως….», όπως το έκανε η Παναγία.Μην βιαστείτε να το θεωρήσετε αυτονόητο. Δεν είναι. Δεν θέλουμε όλοι το φως, γιατί ουρλιάζουν τα σκοτάδια μας.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΙΜΙΟΤΗΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΕΠΙΔΗΜΙΑΣ.ΜΕ ΟΔΗΓΟ ΤΟΝ ΚΑΜΥ



«Όλο το ζήτημα ήταν να σώσουν όσο γίνεται περισσότερους ανθρώπους από τον θάνατο και τον οριστικό χωρισμό. Ένας μοναχά τρόπος υπήρχε για αυτό: να πολεμήσουν την πανούκλα. Αυτή η αλήθεια δεν ήταν αξιοθαύμαστη, ήταν απλώς λογική απόρροια της πραγματικότητας», διαβάζουμε στην Πανούκλα (1947) του Καμύ (La Peste, folio, σ. 126). Υπάρχουν αλήθειες που δεν είναι ούτε αξιοθαύμαστες ούτε μεγαλεπήβολες, αλλά ανιαρά απλές, αλήθειες που τις επιβάλλει η ίδια η πραγματικότητα, για όσους δεν είναι εξημμένες κεφαλές. Αυτό ακριβώς είναι το ζήτημα και με τη σημερινή παγκόσμια επιδημία: να σώσουμε όσους γίνεται περισσότερο. Όλα τα άλλα είναι ανοησίες ή και αήθειες. Θα έχουμε πολλά να συζητήσουμε και να αποφασίσουμε και να αλλάξουμε, όταν περάσει η μπόρα, κυρίως για να αντιμετωπίσουμε την κατεξοχήν ανισότητα που υπάρχει στον κόσμο, την ανισότητα απέναντι στην υγεία και τη ζωή. Τώρα προέχει να ζήσουμε σχεδόν όλοι. 
Ξέρω καλά τι τεράστια απόσταση πόνου χωρίζει το «όλοι» από το «σχεδόν όλοι» και μακάρι να μην ήμουν υποχρεωμένος σε αυτή τη διατύπωση.   Ορισμένοι από μας γνωρίζαμε ήδη, από πικρή προσωπική πείρα, και δεν περιμέναμε τη νέα επιδημία για να το μάθουμε, ότι αυτοί που κρατάνε την κοινωνία όρθια είναι πρώτα από όλα οι γιατροί και οι νοσηλευτές που ξέρουν να κάνουν σωστά τη δουλειά τους.    Από τι εξαρτάται η μεγαλύτερη δυνατή προσέγγιση σε αυτό το ιδανικό «όλοι»; Πρωτίστως, από τους γιατρούς, τους νοσηλευτές και όλο το υγειονομικό προσωπικό που ξέρει να κάνει τη δουλειά του. Ο γιατρός Ριέ της Πανούκλας, που κοιμάται σε όλη τη διάρκεια της επιδημίας τέσσερις ώρες την ημέρα, δεν είναι ούτε άγιος ούτε ήρωας. Το δικό του ηθικό ιδεώδες είναι η τιμιότητα, δηλαδή, όπως εξηγεί ο ίδιος, το να κάνει σωστά τη δουλειά του, μια δουλειά που κάποιες φορές θα απαιτήσει να θέσει σε κίνδυνο και τη δική του υγεία. 
Ορισμένοι από μας γνωρίζαμε ήδη, από πικρή προσωπική πείρα, και δεν περιμέναμε τη νέα επιδημία για να το μάθουμε, ότι αυτοί που κρατάνε την κοινωνία όρθια είναι πρώτα από όλα οι γιατροί και οι νοσηλευτές που ξέρουν να κάνουν σωστά τη δουλειά τους. 
Τα νοσοκομεία είναι τα κατεξοχήν ιερά καθιδρύματα κάθε πόλης.   Εκτός όμως από την τιμιότητα των γιατρών, οι επιδημίες δοκιμάζουν και την τιμιότητα καθενός από εμάς, η οποία απαιτεί αδιάκοπη προσοχή.
 Με τα λόγια του Ταρρού, άλλου κεντρικού προσώπου της Πανούκλας: «Ο τίμιος άνθρωπος, αυτός που δεν μολύνει σχεδόν κανέναν, είναι ο όσο γίνεται λιγότερο αφηρημένος. Χρειάζεται θέληση και ένταση για να μην είσαι ποτέ αφηρημένος!» (σ. 228). Με άλλα λόγια, τιμιότητα είναι η ένταση της ευθύνης για τους άλλους, που στην περίοδο των επιδημιών, για τους περισσότερους από μας, εκφράζεται, παράδοξα και βασανιστικά, με το να μένεις μακριά τους. Αυτήν την τιμιότητα ο Ταρρού, που δεν πιστεύει στον Θεό, όπως δεν πιστεύει και ο Ριέ, την ονομάζει σε άλλο σημείο αγιότητα χωρίς Θεό (σ. 230).  
Επειδή έγινε μεγάλη συζήτηση στον τόπο μας για τη στάση της Ορθόδοξης Εκκλησίας απέναντι στην επιδημία, θα ήθελα να απευθυνθώ και στους πιστούς, με μια φράση ενός ετεροδόξου, του αγίου Ιγνατίου Λογιόλα. Η φράση δεν απαντά πουθενά στα γραπτά του, αλλά μας την έχει διασώσει ο στενός συνεργάτης και πρώτος βιογράφος του Pedro de Ribaneyra (1527-1611): «Πράξε ως εάν όλα να εξαρτώνται από σένα, γνωρίζοντας ότι στην πραγματικότητα όλα εξαρτώνται από τον Θεό».   

*Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης είναι συγγραφέας , πρόεδρος του Εφορευτικού Συμβουλίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης   Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ Πηγή: www.lifo.gr

Η ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ



Ποιος είναι ο σκοπός της ζωής μας; Να δούμε τον Θεό. Πως μπορούμε να δούμε τον Θεό; Ο συντομότερος δρόμος είναι να πιστεύουμε τα λόγια Του. Απόλυτα. Χωρίς αποδείξεις, χωρίς να Τον έχουμε δει ακόμα και χωρίς να Τον νιώθουμε. Μόνο με απόφαση της βούλησης – Υπάρχει. Πιστεύω. Τέλειωσε.
Αλλά μήπως είναι προνόμιο των εκλεκτών, θα ρωτήσετε; Εκλεκτός μπορεί να γίνει ο καθένας. Για να γίνει αυτό χρειάζεται να απαλλαγούμε από τα γήινα και να πλημμυρίσουμε με Ουράνια, να αποκτήσουμε την ευαγγελική όραση. Τέτοια ανατροπή, αναμφίβολα, δε συμβαίνει γρήγορα και ανώδυνα, μπορεί να χρειαστεί όλη η ζωή για αυτό. Αλλά αν έχουμε την προδιάθεση, αυτό θα έρθει οπωσδήποτε.     
Μετά από τη συνάντηση με τον Θεό που γίνεται μόνο με εκούσια επιλογή, θα σημειωθεί η κρίσιμη καμπή στη ζωή: θα αποκαλυφθεί ο Ύψιστος με την ανάλογη πληρότητα και μεγαλείο. Θα υπάρχει παντού. Όλος ο κόσμος θα είναι γεμάτος από Αυτόν, όλη μας η μετέπειτα ζωή, όχι μόνο η επίγεια.
Έτσι έβλεπαν οι άγιοι, οι οποίοι προσπαθούσαν να συλλάβουν την Ουσία Του και να Την μεταδώσουν με λόγια προσευχών και ψαλμωδιών. Ο ύμνος του Θεού γίνεται φυσική κατάσταση της πιστής ψυχής. Αυτή καταλαβαίνει και νιώθει ότι το κάθε βήμα και στιγμή είναι διαποτισμένη με το θέλημά Του, το έλεός Του, την αγάπη Του, το κάλλος. Πως είναι δυνατόν να μην ευχαριστούμε συνέχεια τον Δημιουργό, να μην δοξάζουμε τον Κτίστη, να μην υμνούμε τον Παράκλητο!
Ο κόσμος είναι τα μάτια Του, και σε αυτά αντικατοπτρίζεται ο Ουρανός. Εμείς μπορούμε να τον δούμε, αν γίνουμε παιδιά. Το παιδικό βλέμμα ξεχωρίζει καλύτερα, παρά το βλέμμα των μεγάλων, όλα τα Θεία. Το παιδί κοιτάει τον κόσμο χωρίς παραμορφώσεις και διαθλάσεις, τον βλέπει στην πρωτόπλαστη, αρμονική μορφή.
«Αμήν αμήν λέγω υμίν, απ΄ άρτι όψεσθε τον ουρανόν ανεωγότα, και τους Αγγέλους του Θεού αναβαίνοντας και καταβαίνοντας επί τον Υιόν του Ανθρώπου». Αυτά τα λόγια του Κυρίου απευθύνονται στον καθένα από εμάς. Για την εκπλήρωση της εντολής αυτής πρέπει να αφήσουμε τον εαυτό μας και τους φόβους μας στην άκρη, να πάρουμε στα χέρια μας τις Θείες πλάκες, να ενδυθούμε τη σοφία Του και να Τον ακολουθήσουμε, για να δούμε μια μέρα την Επουράνια Ιερουσαλήμ, όπου «Και η πλατεία της πολιτείας ατόφιο χρυσάφι σαν καθαρό γυαλί… Η πολιτεία δεν έχει ανάγκη από ήλιο ούτε από σελήνη για να τη φωτίζουν, γιατί τη φωτίζει η λαμπρότητα του Θεού, και λυχνάρι της είναι το Αρνίο… Οι πύλες της ποτέ δεν θα κλείνουν την ημέρα, αφού εκεί δεν θα υπάρχει νύχτα.»
Η Πόλη της ευτυχίας. Η Πόλη της ατέλειωτης αυγής και χαράς. Η Πόλη των παρηγορητικών συναντήσεων, όπου δεν υπάρχουν πλέον αποχωρισμοί.
Ο δρόμος προς την Πόλη της ευτυχίας ξεκινάει από τη σημερινή ομιλία με τον Θεό, την οποία δεν την αναβάλλουν για μετά, δεν την αποφεύγουν με την πρόφαση πιο σημαντικών εργασιών. Μόνο εδώ και τώρα. Για πάντα.
Όλη η ζωή μας είναι μακρινή ακολουθία, όπου εμείς όλοι στεκόμαστε περιμένοντας με δέος τη συνέχισή της στην αιωνιότητα.
Η φύση, κόσμος, κρύπτη της οικουμένης
Τη μεγάλη ακολουθία σου
Περιβαλλόμενος με μυστήριο δέος
Με δάκρια ευτυχίας θα υπερασπιστώ. 

Η ΠΙΣΤΗ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Νικόλαος
Πρὶν ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια μὲ πλησίασε κάποιος νεαρὸς φοιτητής. Μὲ πολλὴ διστακτικότητα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἔνταση τοῦ ἀπαιτητικοῦ ἀναζητητῆ, μοῦ δήλωσε ὅτι εἶναι ἄθεος, ποὺ ὅμως θὰ ἤθελε πολὺ νὰ πιστέψει, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε. Χρόνια προσπαθοῦσε καὶ ἀναζητοῦσε, χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα.
Συνομίλησε μὲ καθηγητὲς καὶ μορφωμένους, ἀλλὰ δὲν ἱκανοποιήθηκε ἡ δίψα του γιὰ κάτι σοβαρό. Ἄκουσε γιὰ μένα καὶ ἀποφάσισε νὰ μοιρασθεῖ μαζὶ μου τὴν ὑπαρξιακὴ ἀνάγκη του. Μοῦ ζήτησε μιὰ ἐπιστημονικὴ ἀπόδειξη περὶ ὑπάρξεως Θεοῦ.
«Ξέρεις ὁλοκληρώματα ἤ διαφορικὲς ἐξισώσεις;» τὸν ρώτησα.
«Δυστυχῶς ὄχι», μοῦ ἀπαντᾷ, «εἶμαι τῆς Φιλοσοφικῆς».
«Κρῖμα, διότι ἤξερα μία τέτοια ἀπόδειξη» εἶπα ἐμφανῶς ἀστειευόμενος.
Ἔνιωσε ἀμήχανα καὶ κάπως σιώπησε γιὰ λίγο.
«Κοίταξε», τοῦ λέω, «συγνώμη ποὺ σὲ πείραξα λιγάκι. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἐξίσωση οὔτε μαθηματικὴ ἀπόδειξη. Ἂν ἦταν κάτι τέτοιο, τότε ὅλοι οἱ μορφωμένοι θὰ τὸν πίστευαν. Νὰ ξέρεις, ἀλλιῶς προσεγγίζεται ὁ Θεός. Ἔχεις πάει ποτὲ στὸ Ἅγιον Ὄρος; Ἔχεις συναντήσει ποτὲ κανένα ἀσκητή;»
«Ὄχι πάτερ, ἀλλὰ σκέπτομαι νὰ πάω, ἔχω ἀκούσει τόσα πολλά! Ἄν μοῦ πεῖτε, μπορῶ νὰ πάω καὶ αὔριο. Ξέρετε κανένα μορφωμένο νὰ πάω νὰ συναντήσω;»
«Τί προτιμᾶς; Μορφωμένο ποὺ μπορεῖ νὰ σὲ ζαλίσει ἤ ἅγιο ποὺ μπορεῖ νὰ σὲ ξυπνήσει;»
«Προτιμῶ τὸν μορφωμένο. Τοὺς φοβᾶμαι τοὺς ἁγίους»
«Ἡ πίστη εἶναι ὑπόθεση τῆς καρδιᾶς. Γιὰ δοκίμασε μὲ κανένα ἅγιο. Πῶς σὲ λένε;» ρωτῶ.
«Γαβριήλ», μοῦ ἀπαντᾷ.
Τὸν ἔστειλα σὲ ἕναν ἀσκητή. Τοῦ περιέγραψα τὸν τρόπο πρόσβασης καί τοῦ ἔδωσα τὶς δέουσες ὁδηγίες. Κάναμε καὶ ἕνα σχεδιάγραμμα.
«Θὰ πᾷς», τοῦ εἶπα, «καὶ θὰ ρωτήσεις τὸ ἴδιο πρᾶγμα: Εἶμαι ἄθεος, θὰ τοῦ πεῖς, καὶ θέλω νὰ πιστεύσω. Θέλω μιὰ ἀπόδειξη περὶ ὑπάρξεως Θεοῦ»
«Φοβᾶμαι, νρέπομαι», μοῦ ἀπαντᾷ.
«Γιατί ντρέπεσαι καὶ φοβᾶσαι τὸν ἅγιο καὶ δὲν ντρέπεσαι καὶ φοβᾶσαι ἐμένα;», ρωτῶ. «Πήγαινε ἁπλὰ καὶ ζήτα τὸ ἴδιο πρᾶγμα».
Σὲ λίγες μέρες, πῆγε καὶ βρῆκε τὸν ἀσκητὴ νὰ συζητάει μὲ κάποιον νέο στὴν αὐλή του. Στὴν ἀπέναντι μεριὰ περίμεναν ἄλλοι τέσσερις καθισμένοι σὲ κάτι κούτσουρα. Ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς καὶ ὁ Γαβριὴλ βρῆκε δειλὰ τὴ θέση του. Δὲν πέρασαν περισσότερα ἀπὸ δέκα λεπτὰ καὶ ἡ συνομιλία τοῦ γέροντα μὲ τὸν νεαρὸ τελείωσε.
«Τί γίνεστε, παιδιά;» ρωτάει. «Ἔχετε πάρει κανένα λουκουμάκι; Ἔχετε πιεῖ λίγο νεράκι;»
«Εὐχαριστοῦμε, γέροντα», ἀπήντησαν μὲ συγκαταβατικὴ κοσμικὴ εὐγένεια.
«Ἔλα ἐδῶ», λέγει ἀπευθυνόμενος στὸν Γαβριὴλ καὶ ξεχωρίζοντάς τον ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους. «Θὰ φέρω ἐγὼ νερό, πᾶρε ἐσὺ τὸ κουτὶ αὐτὸ μὲ τὰ λουκούμια. Καὶ ἔλα πιὸ κοντὰ νὰ σοῦ πῶ ἕνα μυστικό: Καλὰ νὰ εἶναι κανεὶς ἄθεος, ἀλλὰ νὰ ἔχει ὄνομα ἀγγέλου καὶ νὰ εἶναι ἄθεος; Αὐτὸ πρώτη φορὰ μᾶς συμβαίνει».
Ὁ φίλος μας κόντεψε νὰ πάθει ἔμφραγμα ἀπὸ τὸν ἀποκαλυπτικὸ αἰφνιδιασμό. Ποῦ ἐγνώρισε τὸ ὄνομά του; Ποιὸς τοῦ ἀποκάλυψε τὸ πρόβλημά του; Τί τελικὰ ἤθελε νὰ τοῦ πεῖ ὁ γέροντας;
«Πάτερ, μπορῶ νὰ σᾶς μιλήσω λίγο;», μόλις ποὺ μπόρεσε νὰ ψελλίσει.
«Κοίταξε, τώρα σουρουπώνει, πᾶρε τὸ λουκούμι, πιὲς καὶ λίγο νεράκι καὶ πήγαινε στὸ πιὸ κοντινὸ μοναστῆρι νὰ διανυκτερεύσεις»
«Πάτερ μου, θέλω νὰ μιλήσουμε, δὲν γίνεται;»
«Τί νὰ ποῦμε ρὲ παλικάρι; γιὰ ποιὸν λόγο ἦλθες;»
«Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἔνιωσα ἀμέσως νὰ ἀνοίγει ἡ ἀναπνοή μου», ἀφηγεῖται, «ἡ καρδιά μου νὰ πλημμυρίζει ἀπὸ πίστη, ὁ μέσα μου κόσμος νὰ θερμαίνεται, οἱ ἀπορίες μου νὰ λύνονται χωρὶς κανένα λογικὸ ἐπιχείρημα, δίχως καμιὰ συζήτηση, χωρὶς τὴν ὕπαρξη μιᾶς ξεκάθαρης ἀπάντησης.
Γκρεμίσθηκαν μέσα μου αὐτομάτως ὅλα τὰ ἄν, τὰ γιατί, τὰ μήπως καὶ ἔμεινε μόνο τὸ πῶς καὶ τὸ τί ἀπὸ δῶ καὶ ἐμπρὸς»
Ὅ,τι δὲν τοῦ ἔδωσε ἡ σκέψη τῶν μορφωμένων τοῦ τὸ χάρισε ὁ εὐγενικὸς ὑπαινιγμὸς ἑνὸς ἁγίου, ἀποφοίτου μόλις τῆς τετάρτης τάξης τοῦ δημοτικοῦ. Οἱ ἅγιοι εἶναι πολὺ διακριτικοί.
Σοῦ κάνουν τὴν ἐγχείρηση χωρὶς ἀναισθησία καὶ δὲν πονᾷς. Σοῦ κάνουν τὴν μεταμόσχευση χωρὶς νὰ σοῦ ἀνοίξουν τὴν κοιλιά. Σὲ ἀνεβάζουν σὲ δυσπρόσιτες κορυφὲς δίχως τὶς σκάλες τῆς κοσμικῆς λογικῆς. Σοῦ φυτεύουν τὴν πίστη, χωρὶς νὰ σοῦ κουράσουν τὸ μυαλό…

ΜΕ ΤΗΝ ΜΠΟΡΑ ΤΗΝ ΔΑΙΜΟΝΙΚΗ,ΘΑ ' ΡΘΕΙ Η ΛΙΑΚΑΔΑ Η ΘΕΪΚΗ

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, κείμενο που λέει "ΤΗΝ ΜΠΟΡΑ ΤΗΝ ΔΑΙΜΟΝΙΚΗ ΘΑ' ΘΑ' ΡΘΕΙ Η ΛΙΑΚΑΔΑ Η ΘΕΙΚΗ !!!"

ΣΥΝΑΞΗ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ


Αρχάγγελος Γαβριήλ
Το όνομα Γαβριήλ σημαίνει «άνθρωπος του Θεού». Στην Αγία Γραφή, τον Αρχάγγελο Γαβριήλ τον συναντάμε μία φορά στην Παλαιά Διαθήκη και δύο φορές στην Καινή.
Στην Παλαιά Διαθήκη, μας τον παρουσιάζει ο Δανιήλ σε μια όραση του (Η’ 16-17), όταν ζητάει απ’ αυτόν την εξήγηση της. Εκεί παρουσιάζεται μπροστά του κάποιος άνθρωπος, που είναι ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, και του εξηγεί ότι το κριάρι με τα δύο κέρατα σήμαινε τους βασιλείς της Μηδίας και της Περσίας, ο δε τριχωτός τράγος, το βασιλιά της Ελλάδας.
Στην Καινή Διαθήκη, ο αρχάγγελος Γαβριήλ στέλνεται στο Ζαχαρία (Λουκ. Α’ 11 – 19) και του αναγγέλλει ότι η γυναίκα του Ελισάβετ θα συλλάβει και θα γεννήσει τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, επίσης, είναι αυτός που ευαγγελίζεται στην Παρθένο Μαρία την άσπορη σύλληψη και γέννηση του Σωτήρα Χριστού ( 25 Μαρτίου).
  Απολυτίκιον
Ήχος δ’.
Των ουρανίων στρατιών Αρχιστράτηγε, δυσωπούμέν σε αεί ημείς οι ανάξιοι, ίνα ταις σαις δεήσεσι τειχίσης ημάς, σκέπη των πτερύγων της αύλου σου δόξης, φρουρών ημάς προσπίπτοντας εκτενώς και βοώντας· Εκ των κινδύνων λύτρωσαι ημάς, ως Ταξιάρχης των άνω Δυνάμεων.

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

ΨΑΥΕΤΩ ΜΗΔΑΜΩΣ ΧΕΙΡ ΑΜΥΗΤΩΝ


Μία από τις πιο δυνατές ιστορίες της Παλαιάς Διαθήκης είναι και αυτή που περιλαμβάνεται στο βιβλίο Β’  Βασιλειών. Ο Δαβίδ, μετά τον θάνατο του βασιλιά Σαούλ και τον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε, ανακηρύσσεται βασιλιάς και κάνει την πορεία προς την Ιερουσαλήμ για να εγκατασταθεί εκεί. Μαζί του φέρνει την κιβωτό της Διαθήκης, στην οποία είναι αποτεθησαυρισμένες οι πλάκες των Δέκα εντολών, η ράβδος του Ααρών και η χρυσή στάμνα με το μάνα από την σαραντάχρονη πορεία των Εβραίων στην έρημο. Η εντολή του Θεού ήταν ξεκάθαρη. Απαγορευόταν να αγγίξει άλλος την κιβωτό εκτός από τους ιερείς από την φυλή του Λευί. ΟΙ ιερείς που έπρεπε να σηκώσουν την κιβωτό, προτίμησαν να την βάλουν σε μία άμαξα που έσερναν βόδια. Κάποια στιγμή η άμαξα ταρακουνήθηκε πολύ με αποτέλεσμα η κιβωτός να κινδυνεύσει να πέσει. Ο οδηγός της άμαξας ο Οζα, κατέβηκε κάτω και πρόλαβε να μην πέσει η κιβωτός. Όμως παραβίασε την εντολή του Θεού και έμεινε νεκρός επί τόπου. Ο Δαβίδ δεν θέλησε να συνεχίσει την πορεία προς τα Ιεροσόλυμα, αλλά άφησε επί τρεις μήνες την κιβωτό στο σπίτι του Αβεδδαρά του Γεθθαίου, ο οποίος ευλογήθηκε από τον Θεό. Μετά από αυτό το διάστημα ο Δαβίδ τήρησε τον κανόνα και μετέφερε, όπως ήθελε ο Θεός, την κιβωτό (Βασιλειών Β’ ,  6, 1-23).
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός συνθέτει για την εορτή του Ευαγγελισμού τον κανόνα και στην ένατη ωδή ξεκινά με τον εξής ύμνο: “Ὡς ἐμψύχῳ Θεοῦ κιβωτῶ ψαυέτω μηδαμῶς χείρ ἀμυήτων. Χείλη δέ πιστῶν τῆ Θεοτόκῳ ἀσιγήτως φωνήν τοῦ Ἀγγέλου άναμέλποντα, ἐν ἀγαλλιάσει βοάτω, χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ” (άπιστο χέρι να μην αγγίξει την κιβωτό του Θεού. Μόνο χείλη πιστών σιωπηλά ανυμνώντας την Θεοτόκο με αγαλλίαση, ας αναφωνούν όπως ο άγγελος, Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου - μετάφραση Ανθούσας μοναχής εν Πάτμω).  
Ο άγιος χωρίζει τώρα τον κόσμο σε δύο κατηγορίες: στους αμύητους και στους πιστούς. Ζητά από τους αμύητους να μην προσπαθήσουν να ψηλαφήσουν το μυστήριο της Θεοτόκου, το μυστήριο του Ευαγγελισμού. Υπονοεί ότι η όποια απόπειρα του αμύητου οδηγεί σε έναν άλλον θάνατο: τον πνευματικό. Κι αυτό διότι ο άνθρωπος που θεοποιεί τον εαυτό του, την σκέψη του και τον ορθολογισμό του, αυτός που δεν έχει σχέση με την πίστη διότι είτε την αποδέχεται ως κάτι καλό ή ως κάτι που δεν πειράζει να υπάρχει ή την απορρίπτει γιατί δεν ταιριάζει με τα δικά του μέτρα, το δικό του εγώ, στην ουσία ζει μακριά από τον Θεό και προσπαθώντας να αγγίξει, να ψαύσει  το άψαυστον του μυστηρίου, απομακρύνεται ακόμη περισσότερο από τον Θεό. Και η απομάκρυνση είναι σημείο του πνευματικού θανάτου. Όση γνώση κι αν έχει ο αμύητος, δεν του φτάνει να εισέλθει στην χάρη και να ζήσει τον Θεό. Γιατί έχει αντικαταστήσει την ταπείνωση που απαιτεί η υπακοή στον Θεό, με τις δικές του απαιτήσεις για αλήθεια. 
Δεν είναι τόσο η ηθική κατάσταση του αμυήτου που ενδιαφέρει. Για τον Οζά δεν έχουμε πληροφορίες ότι ήταν ανήθικος και κακός χαρακτήρας. Μάλιστα η σκηνή του θανάτου του είναι συγκλονιστική. Ο αμύητος νομίζει ότι μπορεί να σώσει την κιβωτό από την πτώση. Και το κάνει εκείνη την στιγμή, καθώς θεώρησε ότι ο Θεός θα την άφηνε να πέσει κάτω. Υποκατέστησε τον Θεό με τον εαυτό του. Δεν είχε επίγνωση του μέτρου και της θέσης του. Και ανέλαβε έργο που δεν του αναλαγούσε. Έτσι η ασήμαντη για μας πράξη, που μαρτυρούσε όμως ένα είδος ύβρεως έναντι του Θεού και των εντολών Του, τον οδήγησε και στον σωματικό θάνατο.
Για να προσεγγίσουμε λοιπόν το μυστήριο της Θεοτόκου, χρειάζεται επίγνωση Ποιος είναι ο Θεός και τι έγινε για μας. Και η επίγνωση έρχεται “ασιγήτως”. Η πίστη είναι σιωπηλή. Δεν κάνει θόρυβο. Ακούει πολλά, αλλά μένει σταθερή εντός της ύπαρξης. Είναι εμπιστοσύνη στον Θεό που έχει τον τελευταίο λόγο. Είναι επίγνωση των ορίων και των μέτρων μας. Είναι άκουσμα του λόγου του Θεού, όπως αυτός αναφωνήθηκε από τον αρχάγγελο Γαβριήλ. Είναι αυτή η ανύμνηση προς την Παναγία: “Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου”.
“Χαίρε”. Να στρεφόμαστε αν θέλουμε να είμαστε πιστοί προς την Θεοτόκο και να της λέμε κι εμείς “χαίρε”. Σε χαιρετάμε, Παναγία μας, σου λέμε να έχεις χαρά και να την μεταδίδεις και σε μας. Να έχεις χαρά, ναι, γιατί είσαι κεχαριτωμένη, έχεις τα χαρίσματα τα μοναδικά της υπέρβασης της δύναμης που ο χρόνος έχει στον άνθρωπο όταν γεννήθηκες από ηλικιωμένους και στείρους γονείς, της ανατροφής σου στα άγια των αγίων στον ναό του Θεού, της πίστης που σε κάνει να παραδίδεσαι στον νόμο των ανθρώπων όταν σε εμπιστεύονται στον άγνωστό σου ουσιαστικά Ιωσήφ, της υπακοής στο θέλημα του Θεού που νικά κάθε λογική και καθε φόβο, της αγάπης για όλη την ανθρωπότητα που σε κάνει να δέχεσαι να κυοφορήσεις τον Αχώρητο όχι για να δοξαστείς εσύ, αλλά για να λάβει η ανθρωπότητα την ζωή που νικά κάθε θάνατο, της παρθενίας που σε κάνει να αφήνεις κατά μέρος το ανολοκλήρωτο του ανθρώπου που δεν ζει την ενότητα του σώματος με τον συνάνθρωπό του, αλλά επιλέγεις τον σταυρό να είσαι μάνα στην αιωνιότητα για όλους μας, να παρακαλείς τον καθέναν μας να αφήσει κατά μέρος τις αταξίες της αμαρτίας και να εμπιστευθεί τον Υιό σου, της αρετής που ουδείς άνθρωπος είχε και θα έχει στην ιστορία του κόσμου. Να έχεις όμως χαρά, διότι πιο πάνω από όλα αυτά ο Κύριος ο Θεός είναι μαζί σου. Πάνω από τα δικά σου μέτρα, που έφτασες την φύση μας στον υψηλότερο βαθμό που άνθρωπος θα μπορούσε να φτάσει, νιώθεις ο Θεός να σου δίνει αυτό που σου έλειπε: την ζωή που νικά τον θάνατο, τον τρόπο της συνάντησης μαζί Του, που κανείς δεν θα μπορούσε να πετύχει: δεν αποκαλύπτεται απλώς ο Θεός σε σένα. Γίνεται ένα με σένα. Παίρνει σπλάχνα από τα σπλάχνα σου, σάρκα από την σάρκα σου, αίμα από το αίμα σου, γάλα από το στήθος σου, λόγο από τα λόγια σου, γίνεται άνθρωπος και αγιάζει τον καθέναν μας, αφού πρώτα αγίασε εσένα! 
Σε χαιρετάμε, Παναγία μας, και σε παρακαλούμε στους καιρούς που όλα του ανθρώπου μαρτυρούν φόβο, απιστία, απουσία δίψας για αλήθεια, για αρετή, για αγάπη, για πίστη, στην εποχή που κυριαρχούν οι αμύητοι, να είσαι η μάνα μας, να μεσιτεύεις, να απλώνεις τα χέρια και την αγκαλιά σου και να μας δείχνεις πώς να λέμε κι εμείς με την σειρά μας το ΝΑΙ στον Υιό και Θεό σου. Πώς να Τον εμπιστευόμαστε και να νιώθουμε την ελπίδα σ᾽Αυτόν να νικά κάθε φόβο. Πώς να αισθανόμαστε, υπερβαίνοντας τα μέτρα του ορθολογισμού, ότι Εκείνος έχει τον τελευταίο λόγο. Πώς να μην απαιτούμε να Τον διορθώσουμε, αλλά να  κρατήσουμε τα χείλη μας “ασίγητα” μπροστά στο θέλημά Του και να προσευχόμαστε με χαρά, γιατί γνωρίζουμε ότι ούτε εσύ ούτε Εκείνος θα μας εγκαταλείψετε, ακόμη και όταν μοιάζουν μια πορεία προς ένα τέλος.
“Χαίρε”. “Ασιγήτως”. “Ταπείνωση”. “Ελπίδα”. “Πίστη”. Δεν μπορούμε να ψαύσουμε. Δεν πρέπει να ψαύσουμε. Ας κρατήσουμε τις πέντε αυτές λέξεις και ας εμπιστευθούμε την έμψυχο Κιβωτό. Και θα μας συμπεριλάβει εντός της. Μαζί με την νέα εντολή της αγάπης, αντί για τις πέτρινες πλάκες. Με το θαύμα της ανάστασης από κάθε θάνατο, το ορθολογιστικά αδύνατο αντί για το ραβδί που άνθισε. Με την τροφή της θείας ευχαριστίας, ως άρτο ζωής αιωνίου, αντί για την μανναδόχο στάμνα. Στην κιβωτό της Εκκλησίας που μας διασώζει όλους!

ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για κρυφο σχολειο
 Το «Ψαλτήριον» ή «Ψαλτήρι» είναι και σήμερα, όπως ακριβώς στην εποχή της αρχαίας Εκκλησίας το βιβλίο που διαβάζεται περισσότερο από κάθε άλλο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης. 
 Κατά τους δυσκόλους και τραγικούς χρόνους της Τουρκοκρατίας ήταν το πλέον προσφιλές και πολύτιμο καταφύγιο των Χριστιανών. 
 Κατά τα σκοτεινά εκείνα χρόνια της δουλείας ήταν στήριγμα για την αντιμετώπιση των συμφορών και τη λύτρωση από τα συναισθήματα του φόβου με την έκφραση πίστεως προς το Θεό. Μετέφραζε σε προσευχή την αγωνία των Ελλήνων. Εδιδάσκετο τη νύχτα στους νάρθηκες των εκκλησιών στα σκλαβωμένα Ελληνόπουλα. Ήταν το αλφαβητάρι της πίστεως και της ελπίδος για την ανάσταση του γένους. Από το 1486 που τυπώθηκε για πρώτη φορά μέχρι το 1821 είχε εκδοθεί περισσότερες από 45 φορές.

ΛΟΓΟΣ ΣΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ( ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΤΟΥ ΙΑΤΡΟΥ)


Αποτέλεσμα εικόνας για ευαγγελισμοσ θεοτοκου

~ Τρία σημαντικότατα γεγονότα στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας.
To πρῶτο εἶναι ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου, τὸν ὁποῖο ἑορτάζουμε σήμερα μὲ χαρὰ καὶ ἀγάπη, ἀλλὰ καὶ μὲ δέος ἐνώπιόν του μεγαλείου του γεγονότος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖο ὀνομάζεται «κεφάλαιον» (δηλαδὴ ἀρχὴ) τῆς σωτηρίας μας.
Ἐννέα μῆνες μετὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ πραγματοποιήθηκε καὶ τὸ δεύτερο ἀπὸ τὰ σημαντικότερα γεγονότα, ἡ κατὰ σάρκα Γέννηση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κορυφὴ καὶ ὁλοκλήρωση τῆς σωτηρίας μας θὰ εἶναι ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ ἀπὸ ἕνα φρικτὸ θάνατο πάνω στὸ Σταυρό.
Ὄχι μόνο μία φορὰ ἀλλὰ πολλὲς φορὲς φανερώθηκαν στοὺς ἁγίους ἄγγελοι. Ἔξι μῆνες πρὶν τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Παναγίας Παρθένου Μαρίας στάλθηκε ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ στὸν ἱερέα Ζαχαρία, ὁ ὁποῖος ὑπηρετοῦσε στὸ ναό, γιὰ νὰ τοῦ ἀναγγείλει, ὅτι ἀπ’ αὐτὸν θὰ γεννηθεῖ ὁ μεγαλύτερος μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ὁ Πρόδρομος τοῦ Κυρίου ὁ Ἰωάννης. Καὶ σήμερα ὁ ἴδιος φέρνει τὸ χαρμόσυνο ἄγγελμα στὴν Ὑπεραγία καὶ ἄχραντο Παρθένο Μαρία, ἡ ὁποία ζοῦσε στὸ ταπεινὸ φτωχόσπιτο τοῦ ξυλουργοῦ Ἰωσήφ.
Ὁ διάλογός του μὲ τὴν Παναγία εἶναι τόσο ἅγιος καὶ μεγαλειώδης ποὺ δὲν τολμῶ νὰ τὸν περιγράψω μὲ δικά μου λόγια ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸν ἐπαναλάβω μὲ Εὐαγγελικὰ λόγια.
Ὅταν μπῆκε ὁ ἀρχάγγελος στὸ ὑπερῶο, εἶπε:
«Χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν. ἡ δὲ ἰδοῦσα διεταράχθη ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτοῦ, καὶ διελογίζετο ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος. καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος αὐτῇ· μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ. καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν. οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαυῒδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον ᾿Ιακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος. εἶπε δὲ Μαριὰμ πρὸς τὸν ἄγγελον· πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· Πνεῦμα ῞Αγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ. καὶ ἰδοὺ ᾿Ελισάβετ ἡ συγγενής σου καὶ αὐτὴ συνειληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει αὐτῆς, καὶ οὗτος μὴν ἕκτος ἐστὶν αὐτῇ τῇ καλουμένῃ στείρᾳ· ὅτι οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ρῆμα. εἶπε δὲ Μαριάμ· ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά σου. καὶ ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτῆς ὁ ἄγγελος.» (Λουκ. 1, 28-38).
Σᾶς ἔχω πεῖ πολλὰ τὰ προηγούμενα χρόνια γι’ αὐτὸν τὸ μοναδικὸ στὴν Ἱστορία τοῦ κόσμου διάλογο. Ἀλλὰ τώρα θὰ σταθῶ στὰ λόγια τοῦ Ἀρχαγγέλου:
«Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ».
Κανεὶς ποτέ, ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου καὶ μέχρι τὴ συντέλειά του, δὲν γεννήθηκε καὶ δὲν θὰ γεννηθεῖ κατὰ τὸν τρόπο, κατὰ τὸν ὁποῖο γεννήθηκε ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός. Κανεὶς ποτὲ δὲ γεννήθηκε χωρὶς ἄνδρα. Κανεὶς δὲ γεννήθηκε καὶ δὲν θὰ γεννηθεῖ μὲ τὴν ἐπέλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Σὲ κανέναν ποτὲ δὲν κατοίκησε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ τέτοια ὁλοκληρωμένη πληρότητα, μὲ τὴν ὁποία ἐγκατοίκησε στὴν Παναγία Παρθένο Μαρία. Κανέναν δὲν ἐπισκίασε ἡ δύναμη τοῦ Ὑψίστου καὶ τὰ μητρικὰ σπλάγχνα καμμίας γυναίκας δὲν ἁγίασε, μὲ τέτοια πληρότητα καὶ δύναμη, ὅπως τὰ σπλάγχνα τῆς Ὑπεραγίας Παρθένου Μαρίας.
Κρατῆστε βαθειὰ στὴν καρδιά σας, αὐτὸ ποὺ σᾶς λέω γιὰ τὴν πλήρη ἑνότητα τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἀνθρώπινης οὐσίας τῆς Μαρίας.
Ἡ ψυχὴ καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἄνθρωπου ἔχουν τὴν ἀρχή τους στὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. To δεύτερο κεφάλαιο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης λέει, ὅτι ἔπλασε ὁ Θεὸς τὸν πρῶτο ἄνθρωπο, τὸν Ἀδάμ, «χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς» (Γέν. 2, 7).
Μὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μόνο τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι δυνατὸν νὰ κοινωνεῖ, ἐφόσον ἀπὸ Ἐκείνον προέρχεται, ὅπως συμβαίνει καὶ στὴν φύση, συγγενῆ δηλαδὴ μεταξύ τους πράγματα νὰ ἔχουν πραγματικὴ ἐπικοινωνία.
Τὴν δυνατότητα τῆς ἀληθινῆς κοινωνίας μὲ τὸν Θεὸ τὴν διδαχθήκαμε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος λέει:
«ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν (Ἰω. 14, 23).
Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος μὲ κάποια ἔκπληξη ρωτάει τοὺς χριστιανοὺς τῆς Κορίνθου: «Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν;» (Α’ Κορ. 3, 16).
Ἀπὸ τοὺς βίους τῶν ἁγίων γνωρίζουμε γιὰ μιὰ πραγματικὴ κοινωνία μὲ τὸν Θεό, ποὺ εἶχαν στὴ ζωὴ τοὺς οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ. Γνωρίζουμε ὅτι αὐτοὶ ὑπῆρξαν κατοικοιτήρια τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ἀκόμα καὶ αὐτὴ ἡ βαθειὰ κοινωνία τους μὲ τὸ Θεὸ δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μ’ ἐκείνη τὴν εὐλογημένη κατάσταση, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει ἀκόμα καὶ τὴν κατάσταση τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἀρχαγγέλων, στὴν ὅποια βρέθηκε ἡ Ὑπεραγία Παρθένος Μαρία μετὰ τὴν ἐπέλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Αὐτὸ δὲν μπόρεσε, ἡ καλύτερα, δὲν ἤθελε νὰ ἀντιληφθεῖ ὁ κακότυχος ἐκεῖνος αἱρετικὸς Νεστόριος, ὁ ὁποῖος ἰσχυριζόταν ὅτι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος γέννησε ἕναν κοινὸ ἄνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό, μὲ τὸν ὁποῖο ἀργότερα ἑνώθηκε ὁ Θεός, γι’ αὐτὸ καὶ τὴν Ὑπεραγία Παρθένο Μαρία τὴν ὀνόμαζε Χριστοτόκο καὶ ὄχι Θεοτόκο.
Ἄν, ἔστω καὶ ἐλάχιστο, δίκαιο εἶχε ὁ Νεστόριος, τότε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς θὰ ἦταν ὄχι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεάνθρωπος ἀλλὰ ἕνας ἀπὸ τοὺς πολλοὺς μεγάλους ἁγίους, οἱ ὁποῖοι ὀνομάζονται ἀληθινοὶ ναοὶ καὶ μονὲς τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ γιὰ τὴν ἀπέραντη ἀγάπη τους στὸν Θεὸ καὶ τὴν τέλεια ἐφαρμογὴ στὴ ζωὴ τους τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως βλέπετε ὁ Νεστόριος δικαίως ἀναθεματίστηκε ἀπὸ τὴν Τρίτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο.
Σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο θὰ μποροῦσα νὰ τελειώσω τὸν ἐγκωμιαστικό μου λόγο πρὸς τιμὴν τῆς μεγάλης αὐτῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Ὅμως δὲν θέλω νὰ προσπεράσω τὰ λόγια ἐκεῖνα τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, τὰ ὁποῖα μπαίνουν σὲ κάθε καθαρὴ καρδιά:
«Χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετά σοῦ».
Ὅλοι ἐσεῖς, ποὺ εἶστε ὁμόψυχοι μὲ μένα, πέστε μου, μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ἀνώτερη καὶ καθαρότερη χαρὰ ἀπὸ αὐτή, ποὺ δίνει ἡ αἴσθηση ὅτι μαζί μας εἶναι ὁ Κύριος! Ὅτι μᾶς ἀγαπᾶ, ἐπειδὴ φυλάσσουμε τὶς ἐντολές Του καὶ ὅτι θὰ ἔλθει μαζὶ μὲ τὸν Ἀναρχο Πατέρα Του καὶ θὰ κατοικήσει μαζί μας!
Τῆς ἀνώτατης αὐτῆς εὐτυχίας καὶ χαρᾶς νὰ μᾶς ἀξιώσει ὁ Κύριος καὶ Θεὸς μας Ἰησοῦς Χριστὸς διὰ πρεσβειῶν τῆς Ὑπεραγίας καὶ Ἀχράντου Παρθένου Μαρίας! Ἀμήν.

Η ΑΓΙΑΣΜΕΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ (ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ)


Αποτέλεσμα εικόνας για 25 μαρτιου
*Χρόνια πολλά και ευλογημένα σε όλο τον Ελληνισμό. Η Παναγία να μεσιτεύει για την Ελλάδα μας και όλο τον κόσμο και να μας προστατεύει από κάθε κακό…
~ Η Ελληνική Επανάσταση είναι η πιο πνευματική επανάσταση που έγινε στο κόσμο. Είναι αγιασμένη.
Η επανάσταση γίνεται τις περισσότερες φορές από κάποιες υλικές αιτίες, που είναι η σκλαβιά, η στέρηση, η κακοπέραση, τα βασανιστήρια, η περιφρόνηση. Η λευτεριά είναι η θεότητα που λατρεύει ο επαναστάτης, και γι’ αυτή χύνει το αίμα του. Μα τη λευτεριά, πολλές φορές, σαν την αποχτήσει ο επαναστάτης, δεν τη μεταχειρίζεται για πνευματικούς σκοπούς, αλλά για να χαρεί την υλική ζωή μονάχα. Κοντά στην υλική ζωή έρχεται κ’ η πνευματική, μα τις περισσότερες φορές για πνευματική ζωή θεωρούνε οι άνθρωποι κάποιες απολαύσεις που είναι κι αυτές υλικές, κι ας φαίνονται σαν πνευματικές. Ένας επαναστάτης της γαλλικής επανάστασης, να πούμε, θεωρούσε για πνευματικά κάποια πράγματα που, στ’ αλήθεια, δεν ήτανε πνευματικά. Αυτός ήθελε ν’ αποχτήσει τη λευτεριά, για να κάνει αυτά που νόμιζε πως είναι σωστά και δίκαια για τη ζωή των ανθρώπων σε τούτο τον κόσμο μοναχά, δηλαδή για την υλική ζωή τους, μη πιστεύοντας πως υπάρχει τίποτ’ άλλο για να το επιδιώξει ο άνθρωπος. Γι’ αυτό λέγω πως, για τις περισσότερες επαναστάσεις, οι αιτίες που τις κάνανε να ξεσπάσουνε σταθήκανε υλικές, και η ελευθερία που επιδιώξανε ήτανε προορισμένη να ικανοποιήσει μονάχα υλικές ανάγκες.
Η ελληνική όμως Επανάσταση είχε μεν για αιτία και τις υλικές στερήσεις και τη κακοπάθηση του κορμιού, όπως η κάθε επανάσταση, αλλά, απάνω απ’ αυτές τις αιτίες, είχε και κάποιες που είναι καθαρά πνευματικές. Και πνευματικό, κατά τη γνώμη μου, αληθινά πνευματικό, είναι ό,τι έχει σχέση με το πνευματικό μέρος του ανθρώπου, με τη ψυχή του, δηλαδή με τη θρησκεία.
Η σκλαβιά που έσπρωξε τους Έλληνες να ξεσηκωθούνε καταπάνω στο Τούρκο δεν ήτανε μονάχα η στέρηση και η κακο­πάθηση του κορμιού, αλλά, απάνω απ’ όλα, το ότι ο τύραννος ήθελε να χαλάσει τη πίστη τους, μποδίζοντάς τους από τα θρησκευτικά χρέη τους, αλλαξοπιστίζοντάς τους και σφάζοντας ή κρεμάζοντάς τους, επειδή δεν αρνιόντανε τη πίστη τους για να γίνουνε μωχαμετάνοι. Για τούτο πίστη και πατρίδα είχανε γίνει ένα και το ίδιο πράγμα, και η λευτεριά που ποθούσανε δεν ήτανε μονάχα η λευτεριά που ποθούνε όλοι οι επαναστάτες, αλλά η λευτεριά να φυλάξουνε την αγιασμένη πίστη τους, που μ’ αυτήν ελπίζανε να σώσουνε τη ψυχή τους. Γιατί, γι’ αυτούς, κοντά στο κορμί, που έχει τόσες ανάγκες και που με τόσα βάσανα γίνεται η συντήρησή του, υπήρχε και η ψυχή, που είπε ο Χριστός πως αξίζει περισσότερο από το σώμα, όσο περισσότερο αξίζει το ρούχο απ’ αυτό.
Εκείνες οι άπλες ψυχές, που ζούσανε στα βουνά και στα ρημοτόπια, ήτανε διδαγμένες από τους πατεράδες τους στη πίστη του Χριστού, και γνωρίζανε, μ’ όλο που ήτανε αγράμματες, κάποια από τα λόγια του, όπως είναι τούτα: «Τί θα ωφελήσει άραγε τον άνθρωπο, αν κερδίσει τον κόσμον όλο, και ζημιωθεί τη ψυχή του;» Ή: «Τί θα δώσει άνθρωπος για πληρωμή της ψυχής του;» «Η ψυχή είναι πιο πολύτιμη από τη τροφή, όπως το κορμί από το φόρεμα!» κ.ά.
Για τούτο, κατά τα χρόνια της σκλαβιάς, χιλιάδες παλληκάρια σφαχτήκανε και κρεμαστήκανε και παλουκωθήκανε για τη πίστη τους, αψηφώντας τη νεότητά τους, και μη δίνοντας σημασία στο κορμί τους και σε τούτη τη πρόσκαιρη ζωή. Στράτευμα ολάκερο είναι οι άγιοι νεομάρτυρες, που δε θανατωθήκανε για τα υλικά αγαθά τούτης της ζωής, αλλά για τη πολύτιμη ψυχή τους, που γνωρίζανε πως δε θα πεθάνει μαζί με το κορμί, αλλά θα ζήσει αιώνια. Ακούγανε και πιστεύανε ατράνταχτα τα λόγια του Χριστού, που είπε: «Μη φοβηθείτε εκείνον που σκοτώνει το σώμα, και που δεν μπορεί να κάνει τίποτα παραπάνω. Αλλά να φοβηθείτε εκείνον που μπορεί να θανατώσει και το σώμα και τη ψυχή».
Η ελευθερία, που γι’ αυτή θυσιάζονταν, δεν ήτανε κάποια ακαθόριστη θεότητα, αλλά ήτανε ο ίδιος ο Χριστός, που γι’ αυτόν είπε ο απόστολος Παύλος: «Όπου το Πνεύμα του Κυρίου, εκεί είναι και η ελευθερία.» Κι αλλού λέγει: «Σταθείτε στερεά στην ελευθερία που σας χάρισε ο Χριστός, σταθείτε και μην πέσετε πάλι στο ζυγό της δουλείας. Γιατί για την ελευθερία σας κάλεσε. Αλλά την ελευθερία μην την παίρνετε μονάχα σαν αφορμή για τη σάρκα σας».
Για τούτο είναι αγιασμένη η ελληνική Επανάσταση, κι αγιασμένοι οι πολεμιστές της, όπως ήτανε αγιασμένοι όσοι πολεμήσανε μαζί με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, πριν από τρακόσα εξηνταοχτώ χρόνια, κατά το πάρσιμο της Πόλης, καταπάνω στον ίδιο οχτρό της πίστης τους.
Άκουσε με τι λόγια μιλούσε εκείνος ο αγιασμένος βασιλιάς στους στρατιώτες του, σαν να ‘λεγε κανένα τροπάρι: «Ελθών ουν, αδελφοί, ο δυσσεβής αυτός αμηράς και εχθρός της αγίας ημών πίστεως, ημάς απέκλεισε, και καθ’ εκάστην το αχανές αυτού στόμα χάσκων, πως εύρη καιρόν επιτήδειον ίνα καταπίη ημάς και την πόλιν ταύτην, ην ανήγειρεν ο τρισμακάριστος και μέγας βασιλεύς Κωνσταντίνος εκείνος, και τη πανάγνω τε και υπεράγνω δεσποίνη ημών Θεοτόκω και αειπαρθένω Μαρία αφιέρωσε και εχαρίσατο, του κυρίαν είναι και βοηθόν και σκέπην τη ημετέρα πατρίδι και καταφύγιον των χριστιανών, ελπίδα και χαράν πάντων των Ελλήνων, το καύχημα πάσι τοις ούσιν υπό την του ηλίου ανατολήν». Και στο τέλος είπε: «Ελπίζω Θεώ λυτρωθείημεν ημείς της ενεστώσης αυτού δικαίας απειλής, δεύτερον δε και ο στέφανος ο αδαμάντινος εν ουρανοίς εναπόκειται ημίν, και μνήμη αιώνιος και αξία εν τω κόσμω έσεται».
Στην επανάσταση του Είκοσι ένα, όπως και στην πολιορκία της Πόλης, μαζί με τους λαϊκούς πολεμούσανε πλήθος ραφοφορεμένοι, καλόγεροι, παπάδες και δεσποτάδες, και τραβούσανε μπροστά με το σταυρό στο χέρι, κι από πίσω τους χίμιζε κλαίγοντας ο λαός, κ’ έψελνε:
Για της πατρίδος την ελευθερία, για του Χριστού την πίστη την αγία, γι’ αυτά τα δύο πολεμώ, μ’ αυτά να ζήσω επιθυμώ, κι αν δεν τα αποκτήσω, τί μ’ ωφελεί να ζήσω;
Στη Πόλη κρεμάστηκε ο πατριάρχης Γρηγόριος, ανοίγοντας πρώτος το μαρτυρολόγιο της Επανάστασης. Ο Θανάσης Διάκος πολέμησε σαν νέος Λεωνίδας, και σουβλίστηκε για τη πίστη του. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Ησαΐας Σαλώνων, ο Ρωγών Ιωσήφ, ο Παπαφλέσσας, ο Θύμιος Βλαχάβας, κι άλλοι πολλοί, πολεμήσανε για την αγιασμένη πατρίδα τους.
Στη Τριπολιτσά κλειστήκανε στη φυλακή κατά την Επανάσταση οι δεσποτάδες του Μοριά, κ’ οι περισσότεροι πεθάνανε με αβάσταχτα μαρτύρια. Το ίδιο και στη Πόλη, φυλακωθήκανε και κρεμαστήκανε πολλοί δεσποτάδες.
Παρακάτω βάζω λίγα λόγια από το ημερολόγιο του αντιναύαρχου Γεωργίου Σαχτούρη:
«Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου. Εορτή των Γενεθλίων του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Αραγμένοι εις Ντάρδιζα με ήσυχον αέρα της τραμουντάνας, πλην με χιόνια. Αυτήν την ημέρα, διά το χαρμόσυνον της εορτής, το πρωί, υψώνοντας την σημαίαν μας, ερρίχθη και μία κανονιά, καθώς και όλα τα ελληνικά εδώ αραγμένα το αυτό έπραξαν.
Κυριακή, 15 Αυγούστου. Εορτή της Θεοτόκου. Εξημερώθημεν αραγμένοι. Υψώσαμεν τας σημαίας και ερρίξαμεν και από μίαν κανονιάν διά το χαρμόσυνον της ημέρας».
Ο ναύαρχος Κουντουριώτης έκανε τη προσευχή του, σαν τους παλιούς, να τον βοηθήσει η Παναγία στη ναυμαχία της «Έλλης», κι όπου αλλού τον καλούσε το χρέος του. Το ίδιο κάνανε και κάνουνε όλοι οι Έλληνες στο πόλεμο.
Κατά την καταστροφή της Μικράς Ασίας, πρώτοι οι άνθρωποι της θρησκείας πληρώσανε με τη ζωή τους το καινούργιο χαράτσι στον οχτρό της πίστης μας. Ο μητροπολίτης της Σμύρνης Χρυσόστομος κρεμάστηκε, ο δεσπότης των Κυδωνιών Γρηγόριος θάφτηκε ζωντανός, ο Μοσχονησίων Αμβρόσιος θανατώθηκε άσπλαχνα, κι όλοι οι παπάδες κ’ οι καλόγεροι περά­σανε από το σπαθί.
Οι Γερμανοί κ’ οι Ιταλοί θανατώσανε κι αυτοί τους ρασοφορεμένους των χωριών, για να μην απομείνουν παραπίσω από τους άλλους θεομάχους.
Ναι! Πίστη και πατρίδα είναι για μας ένα πράγμα. Κι όπως πολεμά το ένα, πολεμά και τ’ άλλο, κι ας μην ξεγελιέται.
Η μάννα μας η πνευματική είναι η ορθόδοξη Εκκλησία μας, που ποτίστηκε με πολύ κι αγιασμένο αίμα. Κανένας λαός δεν έχυσε και δεν χύνει ως τα σήμερα το αίμα του για τη πίστη, όσο ο δικός μας. Η ορθόδοξη πίστη είναι ο θησαυρός ο κρυμμένος κι ο πολύτιμος μαργαρίτης που λέγει ο Χριστός.

ΤΟ 1821 ΚΑΙ Η ΠΙΣΤΗ ΣΤΟ ΘΕΟ




Το 1821 και η πίστη στο Θεό

Ο Έλληνας προσκυνώντας τον ύψιστο δεν ξεχνά ποτέ ότι τα κατορθώματα του είναι «του Θεού και θελήσεις»

Του Νικόλαου Ζαΐμη 
Το 1821 αποτελεί για τον Ελληνισμό αληθινή κοσμογονία. Με αυτό, σημειώνει ο π. Γεώργιος Μεταλληνός στο έργο του Παράδοση και Αλλοτρίωση, πραγματοποιείται η ανάσταση μέρους του Ελληνισμού με τη σύσταση Ελληνικού Κράτους, ελεύθερου και ανεξάρτητου, για να διαδραματίσει το ρόλο του στην ιστορία.
Τα τελευταία χρόνια έχουν δει το φως τη δημοσιότητας αρκετά βιβλία – μελέτες που έχουν δώσει μια άλλη διάσταση στα αίτια της εθνεγερσίας του 1821 με ιδιαίτερα αναθεωρητικό περιεχόμενο ως προς αυτά που είχε καταγράψει η ιστορική έρευνα μέχρι σήμερα. Τα κριτήρια προσέγγισης του αγώνα είναι στη σύγχρονη έρευνα ως επί το πλείστον ταξικά, ενώ μερίδα ερευνητών υποστηρίζει ότι αποτελεί  μια επαναστατική κίνηση εμπνευσμένη από την γαλλική επανάσταση του 1789.
Η ψυχική ιδιοτυπία της ιστορίας του Έθνους, η οποία εστιάζεται στην καταγραφή της ομολογούμενης ψυχικής πηγής δυνάμεως που είναι η Ορθόδοξη Πίστη και καταγράφεται με σαφήνεια τόσο σε επίσημα επαναστατικά κείμενα όσο και σε προσωπικές μαρτυρίες των αγωνιστών, δεν έχει λάβει την προβολή που θα της αναλογούσε.

Βασικό στοιχείο της ύπαρξης του Έλληνα είναι η πίστη. Έλληνας κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας δεν ήταν όποιος μιλούσε Ελληνικά, αλλά ο ορθόδοξος. Δεν ήταν συνεπώς η γλώσσα που τον διαφοροποιούσε από τον κατακτητή, αλλά η πίστη του, η Ορθοδοξία. Για τους υπόδουλους Έλληνες η Ορθοδοξία «ήταν κάτι παραπάνω από θρησκευτικό δόγμα. Ήταν το πνευματικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο εκφραζόταν η εθνική τους συνείδηση, ολόκληρος ο κόσμος τους, που έκλεινε μέσα του το ένδοξο παρελθόν και τις ελπίδες απολυτρώσεως» θα τονίσει στο μνημειώδες έργο του Ιστορία του Νέου Ελληνισμού ο αείμνηστος Απόστολος Βακαλόπουλος.
Η κυρίαρχη ψυχική υποδομή, που καταγράφεται στα επαναστατικά κείμενα είναι θρησκευτική. Μεταξύ αυτών διακρίνεται η ιδιαίτερη μνεία ή αναφορά στον Χριστό και στον Σταυρό, ως τα δύο κορυφαία κέντρα αναφοράς της πίστης και της δύναμης. Ο Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Ηλίας Β. Οικονόμου σε έρευνά του με τίτλο: Ο Θεός και το 1821, έδωσε μια άλλη διάσταση σε αυτή την ψυχική δομή. Κάνοντας μια συστηματική μελέτη και συλλογή των κειμένων γύρω από την περίοδο του 21’, χαρακτήρισε με όρους επιστημονικούς  το φαινόμενο αυτό ως Θεολογία της Απελευθερώσεως ή της Ανεξαρτησίας. Και ο ίδιος παρατηρεί ότι «αυτή απέφυγε να δει η αναθεωρητική τάση, παρεισάγουσα εξωελληνικές ιδέες και οπτικές».
Η σύνθεση των εννοιών «Θεός» και «θρησκεία» με τις έννοιες «επανάσταση» και «ελευθερία» είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του αγώνα του 21’ και των κειμένων, τα οποία τον διέσωσαν. Παραθέτουμε δειγματοληπτικά παρακάτω πέντε παραδείγματα από τέτοιου είδους κείμενα.
  1. Ρήγας Φεραίος: «Κύριε, μεγάλα τα έργα Σου» ( Ρήγα Φεραίου, «Φυσικής Απάνθισμα», κεφ. ΙΗ’, 178, στα Άπαντα Ρ. Φεραίου, τ. Α’, σ. 251).
Η θρησκευτικότητα της περιόδου της προετοιμασίας φαίνεται από την δοξολογική φράση που χρησιμοποιεί ο Ρήγας Φεραίος, η οποία περιέχεται στο βιβλίο του διαφωτισμού των Ελλήνων. Ο Ρήγας χρησιμοποιεί ελεύθερα ψαλμικούς στίχους για να εκφράσει θαυμασμό στο θαυμαστό δημιούργημα του Θεού που είναι ο κόσμος.
  1. Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: «Την ομιλίαν, όπου είπα, με άκουσαν εκείνοι, οπού ήταν στο γεφύρι. Ήταν μια ώρα νύκτα περασμένη και σκοτάδι, και τους λέγω – έκαμα το σταυρό μου: Όσοι αγαπάτε την Πατρίδα ελάτε κοντά μου. Εκίνησα, με ακολουθούν διακόσιοι…..» ( Θ. Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής Φυλής από τα 1770 έως τα 1836, εποπτεία – εισαγωγή Απ. Δασκαλάκη, σ. 66).
Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από την στρατολόγηση 200 ανδρών ύστερα από το σταυροκόπημα και την προτροπή του Θ. Κολοκοτρώνη. Με την παράθεση αυτή στα απομνημονεύματά του ο Κολοκοτρώνης τονίζει ιδιαίτερα την κίνηση αυτή.
  1. Αθανάσιος Διάκος: « Ο Διάκος, μαθών, ότι ο εχθρός έφθασεν εις το Ζητούνι, συγκαλέσας τους συναγωνιστάς του, ωμίλησε τα εξής: Αδελφοί Έλληνες! Έπειτα από τετρακοσίων χρόνων σκληράν σκλαβίαν, ο Θεός ευσπλαγχισθείς απεφάσισε να μας δώση την ελευθερίαν, καθώς την εχαίροντο μίαν φοράν οι προπάτορές μας, πλην δια να την απολαύσωμεν, πρέπει ν’ αναποφασίσωμεν ν’ αποθάνωμεν με τα όπλα εις τας χείρας, και τότε ας την χαρώσιν οι μεταγενέστεροι μας. Ημείς ως τόσον θέλομεν απολαύσει τα δύο μεγαλήτερα καλά, τον παράδεισον και την αιώνιον μνήμην των μεταγενεστέρων. Επειδή δια τον παράδεισον και την ελευθερίαν αποθνήσκομεν. Αν όμως δειλιάσωμεν τώρα, τότε αιωνίως εχάθημεν και ημείς και όλον το έθνος μας. Όθεν, όποιος αγαπά με την αλήθειαν την πίστιν και την πατρίδα, ας δράξη τα όπλα, και ας έλθη μαζί μου» (Χριστοφόρου Περραιβού, «Απομνημονεύματα πολεμικά» στο Απομνημονεύματα Αγωνιστών του 21, τ. 2ος, σ.σ. 53 – 54).
Το απόσπασμα αυτό αποτελεί τον λόγο του Αθανασίου Διάκου στη μάχη της Αλαμάνας στις 23 Απριλίου 1821 και αναφέρεται στην πηγή της ελευθερίας που είναι ο Θεός και στον σκοπό της θυσίας που είναι ο θάνατος για τον σταυρό και την ελευθερία.
  1. Ιωάννης Μακρυγιάννης: «Παίρναν οι Τούρκοι μίαν πέτρα και βαίναν εις το μέτωπον και στ’ άλλο χέρι το σπαθί και κάμαν πλήθος γερούσια αναντίον των Ελλήνων και όλο σκοτώνονταν χωρίς να βγάλουν αποτέλεσμα. Ότι τότε οι Έλληνες ορκίστηκαν να δουλέψουν δια θρησκεία και πατρίδα και δεν τους κόλλαγε μολύβι, ούτε σπαθί» (Στρατηγού Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, μτφρ. Γιάννη Βλαχογιάννη, εκδ. Βαγιονάκη 1947, τ. Α’, σ.125).
Εδώ ο στρατηγός Μακρυγιάννης αναφέρεται στον άτρωτο των αγωνιστών και στις λίγες απώλειες που είχε κα τις αποδίδει στον συνειδητό αγώνα για την θρησκεία και την πατρίδα.
  1. Ι. Μάγερ: «Η άπειρος Πρόνοια, ήτις μας επροστάτευσεν οφθαλμοφανώς εις τον πλέον μέγαν κίνδυνον, δεν θέλει μας εγκαταλείψει ποτέ, αύτη θέλει κάμει να θριαμβεύση η σημαία του σταυρού και θέλει καταβάλει την της ημισελήνου. Ο δε Έλλην προσκυνών τον ύψιστον του υπέρμαχον δεν θέλει λησμονεί ποτέ, ότι όλα όλα τα κατορθώματα του είναι του Θεού βουλαί και θελήσεις» (Ιωάννου – Ιακώβου Μάγερ, εφ. «Ελληνικά Χρονικά», Μεσολόγγι 29 Ιουλίου 1825, στα Απομνημονεύματα Αγωνιστών του 21, τ. 5ος, σ. 143).
Με αυτά τα λόγια εκφράστηκε προς τους αγωνιστές ο Μάγερ και διαπιστώνει ότι η προστασία της απείρου Θείας Προνοίας τους προστάτευσε οφθαλμοφανώς. Ενώ το τελικό του συμπέρασμα είναι ότι ο Έλληνας προσκυνώντας τον ύψιστο δεν ξεχνά ποτέ ότι τα κατορθώματα του είναι «του Θεού και θελήσεις».
Στα κείμενα των αγωνιστών του 21′, αλλά και επίσημα πολιτικά κείμενα της εποχής, μπορεί κάποιος να αντλήσει εκατοντάδες αναφορές στην θρησκευτικότητα των επαναστατημένων Ελλήνων. Μέσα σε αυτά κυριαρχεί η βαθιά πίστη στο Θεό ο οποίος διαρκώς ενισχύει τον αγώνα τους, του οποίου μοναδικός σκοπός είναι η ελευθερία.

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣΘΕΟΤΟΚΟΥ


Ευαγγελισμός της Υπεραγίας Θεοτόκου
Σήμερα η εκκλησία μας γιορτάζει το χαρμόσυνο μήνυμα της θείας ενσάρκωσης, που με τόσο σαφή τρόπο μας το παρουσιάζει ο ευαγγελιστής Λουκάς στο Ευαγγέλιο του (κεφ. Α’ στιχ. 26-38). Την ήμερα αυτή, ο θεόσταλτος αρχάγγελος Γαβριήλ παρουσιάζεται στην Παρθένο Μαρία, στη Ναζαρέτ και της ανήγγειλε ότι θα γεννήσει το Σωτήρα του κόσμου, τον Ιησού Χριστό. Και Όταν η Παρθένος αναρωτήθηκε πως ήταν δυνατό να συλλάβει χωρίς άνδρα, ο αρχάγγελος της απάντησε ότι «το Άγιο Πνεύμα θα έλθει σε σένα και η δύναμη του Υψίστου θα σε επισκιάσει» Τότε η σεμνή κόρη, η Παρθένος Μαρία, του απάντησε ταπεινά. «Ιδού λοιπόν, η δούλη του Κυρίου. Ας γίνει το θέλημα Εκείνου». και καθώς ο Γαβριήλ εξαφανίστηκε από μπροστά της, συντελέστηκε το μεγαλύτερο μυστήριο της ανθρωπότητας. με τρόπο υπερφυσικό, η Παρθένος συνέλαβε στην άχραντη κοιλιά της, τον Υιό και Λόγο του Θεού. Εκείνον που με την εκούσια θυσία του επάνω στο Σταυρό, έσωσε το ανθρώπινο γένος από τον αιώνιο θάνατο και την καταστροφή στην οποία είχε οδηγηθεί μετά την πτώση των πρωτοπλάστων από τον παράδεισο και την εμφάνιση της αμαρτίας στον κόσμο.
Αξίζει, όμως, να δούμε πως οι εμπνευσμένοι υμνωδοί της Εκκλησίας μας έψαλαν το κοσμοσωτήριο άγγελμα: «Σήμερον χαράς Ευαγγέλια παρθενική πανήγυρις τα κάτω τοις άνω συνάπτεται• ο Αδάμ καινουργείται η Εύα της πρώτης λύπης ελευθερούται και η σκηνή της καθ’ ημάς ουσίας τη θεώσει του προσληφθέντος φυράματος ναός Θεού κεχρημάτικεν. Ω μυστήριον! ο τρόπος της κενώσεως άγνωστος, ο τρόπος της συλλήψεως άφραστος. Άγγελος λειτουργεί τω θαύματι παρθενική γαστήρ τον Υίόν υποδέχεται, Πνεύμα άγιον καταπέμπεται Πατήρ άνωθεν ευδοκεί, και το συνάλλαγμα κατά κοινήν πραγματεύεται βούλησιν εν ω και δι’ ου σωθέντες, συνωδά τω Γαβριήλ, προς την Παρθένον βοήοωμεν χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου, εξ ης η σωτηρία, Χριστός ο Θεός ημών, την καθ’ ημάς προσλαβόμενος φύσιν προς εαυτόν έπανήγαγεν».
Οι αρχές της εορτής του Ευαγγελισμού δεν είναι επακριβώς γνωστές. Το γεγονός ότι η Αγία Ελένη έκτισε στη Ναζαρέτ βασιλική, στην οποία περιλαμβανόταν κατά παράδοση ο οίκος της Θεοτόκου, όπου αυτή δέχθηκε τον Ευαγγελισμό, επέδρασε ίσως στη σύσταση τοπικής εορτής. Οι πρώτες μαρτυρίες περί αυτής ευρίσκονται στον Άγιο Πρόκλο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, το 430 μ.Χ. και στο Πασχάλιον Χρονικόν (624 μ.Χ.), όπου χαρακτηρίζεται ως συσταθείσα στις 25 Μαρτίου από τους θεοφόρους δασκάλους. Η μεγαλοπρεπής πανήγυρη του Ευαγγελισμού ετελείτο από τους Βυζαντινούς στο ναό των Χαλκοπρατείων, όπου παρίσταντο και οι αυτοκράτορες.
Απολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ήχος δ’.
Σήμερον της σωτηρίας ημών το Κεφάλαιον, και του απ᾽ αιώνος Μυστηρίου η φανέρωσις· ο Υιός του Θεού, Υιός της Παρθένου γίνεται, και Γαβριήλ την χάριν ευαγγελίζεται. Διο και ημείς συν αυτώ τη Θεοτόκω βοήσωμεν· Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου.